Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘σερί’

Τα σερί είναι για να σπάνε

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2012

Σερί είναι επίρρημα που σημαίνει «στη σειρά, συνεχώς, χωρίς διακοπή»: Δούλεψα δώδεκα ώρες σερί, ξεθεώθηκα! Το σερί είναι και ουσιαστικό, για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται χωρίς διακοπή: Με ένα σερί δώδεκα πόντων στα πέντε πρώτα λεπτά της τρίτης περιόδου, ο Παναθηναϊκός γύρισε το παιχνίδι. Το «σερί δώδεκα πόντων» σημαίνει φυσικά ότι η ομάδα πέτυχε δώδεκα συνεχόμενους πόντους χωρίς να δεχτεί κανέναν. Βέβαια, κάποτε θα βάλει καλάθι κι ο αντίπαλος: τα σερί είναι για να σπάνε.

Στο slang.gr βρίσκω καταγραμμένη την έκφραση το πάω σερί που σημαίνει ότι βγαίνω έξω το βράδυ και το τραβάω ως το πρωί, και χωρίς να κοιμηθώ πηγαίνω κατευθείαν στη δουλειά ή στο μάθημα ξενύχτης. Πρόκειται για έκφραση της νεανικής αργκό βέβαια, διότι μετά τα τριάντα αυτά τα πράγματα ευκολότερα λέγονται παρά γίνονται, τουλάχιστον συχνά. Και πάλι στο σλανγκρ βρίσκω ότι σερίφης, μεταξύ άλλων, είναι εκείνος ο οποίος το έχει πάει σερί.

Το σερί είναι δάνειο από τα γαλλικά, όπου série είναι η σειρά. Η γαλλική λέξη ανάγεται στο λατινικό series και στο ρήμα sero (συνδέω, πλέκω, συνάπτω). Αυτό θα έλεγε κανείς ότι είναι δάνειο από το ελλ. σειρά, ή έστω ότι οι δυο λέξεις συγγενεύουν, αλλά τα ετυμολογικά λεξικά δεν βρίσκουν σύνδεση της σειράς με το series, παρόλο που είναι συνώνυμα, κι έτσι το σερί δεν είναι αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Αντιδάνεια, Επί της διαδικασίας, Ιστορίες λέξεων, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 99 Σχόλια »