Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σινώπη’

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 8 – Διογένης ο κύων

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε σήμερα είναι η σειρά για δημοσίευση, έστω κι αν είναι μέρα αργίας.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Η σημερινή ιστορία βασίζεται στο 6ο βιβλίο, παρ. 20-81.

Διογένης ο κύων

Ο Διογένης ο Σινωπεύς, που ονομάστηκε «κύων» (δηλαδή σκύλος) είναι ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της κυνικής σχολής, που ίδρυσε ο Αντισθένης, ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη. Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απεριόριστη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και θέλανε την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.

Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου αλλά πολύ νέος ήρθε στην Αθήνα και έγινε μαθητής του Αντισθένη. Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Πάντως, όταν αργότερα κάποιοι τον κατηγόρησαν λέγοντας «οι Σινωπείς σε καταδίκασαν να φύγεις» εκείνος απάντησε «κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν».

Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του κυκλοφορούσε στην Αθήνα ξυπόλυτος, φορώντας  χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο ρούχο και μόνο στα μεγάλα κρύα δανειζόταν από κάποιο φίλο του ένα μανδύα και είχε στην πλάτη του ένα σακούλι όπου έβαζε τίποτε τρόφιμα και ένα τάσι για να πίνει νερό. Όταν μάλιστα, μια μέρα είδε ένα παιδί να πίνει νερό από τη βρύση χρησιμοποιώντας τις παλάμες του, το πέταξε κι αυτό. Κοιμόταν χωρίς να μεταχειρίζεται στρωσίδια μέσα σε ένα … πιθάρι, που άλλοτε το κυλούσε στη Βασίλειο Στοά κι άλλοτε στο Μητρώο, κάτω από την Ακρόπολη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοπαίγνια, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , | 118 Σχόλια »