Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σκιάθος’

Η δασκαλομάνα (σχολικό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία, παρά τις αμφιβολίες και τις δυσκολίες της πανδημίας και παρά τις κτιριακές και άλλες ελλείψεις. Αν αφιερώναμε ένα άρθρο στο θέμα, θα εστιάζαμε μάλλον στο δεύτερο σκέλος της παραπάνω πρότασης, αλλά σήμερα που είναι Κυριακή, και το ιστολόγιο δημοσιεύει ύλη λογοτεχνική, θα εστιαστούμε στο πρώτο σκέλος: ανοίγουν τα σχολεία, και θα βάλουμε ένα διήγημα με θέμα σχολικό, ένα από τα κλασικά του Παπαδιαμάντη, που έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η δασκαλομάνα λοιπόν, όπως αποκαλούσαν τον δάσκαλο του χωριού επειδή ήταν μεγαλόσωμος και πληθωρικός. Το διήγημα μάς το διάβαζε, όταν ήμασταν μικρά, ο παππούς μου, και από τότε θυμάμαι τα σπαρταριστά αποσπάσματα με τις παρανοήσεις των παιδιών, και ιδίως την απορία του μαθητή γιατί το βιβλίο της Γεωγραφίας λέει ότι τα Επτάνησα είναι επτά ενώ στο μέτρημα έβγαιναν δέκα, καθώς για ορισμένα νησιά αναφέρονταν δυο ονομασίες. (Κι επειδή το βιβλίο λέει ότι τα Επτάνησα ήταν βρετανικό προτεκτοράτο, Ιόνιος Πολιτεία, αυτό σημαίνει πως είναι γραμμένο πριν από το 1864 -είπαμε, έχει βιωματικά στοιχεία το διήγημα).

Όταν το διάβασα μεγαλύτερος το διήγημα, στάθηκα περισσότερο στην εξήγηση που έδωσαν τα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής (που προσλάμβανε και τον δάσκαλο, άλλωστε) σχετικά με την αποστολή του σχολείου. Δεν είναι για να μαθαίνει γράμματα στα παιδιά, αλλά για να αφήνουν κάπου οι γονείς τα παιδιά τους. Και κάτι άλλο που με γοητεύει στο διήγημα, είναι η γλώσσα των διαλόγων, γνήσια σκιαθίτικη.

Το διήγημα το παραθέτω με την ορθογραφία του πρωτοτύπου (περίπου) αλλά μονοτονισμένο. Ωστόσο, η μεταγραφή, που είχε γίνει στον παλιό μου ιστότοπο, έχει πολλά λαθάκια -αυτός που το πληκτρολόγησε, ασυναίσθητα προσάρμοζε στη σημερινή γλώσσα. Μερικά τα διόρθωσα, άλλα θα μου ξέφυγαν. Προς στιγμή σκέφτηκα να παραθέσω την πολυτονισμένη μορφή του διηγήματος, όπως υπάρχει στο papadiamantis.net, επειδή όμως και αυτή έχει τουλάχιστον δύο τυπογραφικά λάθη, προτίμησα να ανεβάσω τη μονοτονισμένη, μήπως και διορθωθεί, και την πάρει διορθωμένη η Βικιθήκη, που τώρα έχει την αδιόρθωτη μονοτονισμένη.

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
Παλαιαί σημειώσεις

Ακούστε εμέ να σας πω! Να μην ανοίγετε χαρτί!…Να μην ακούτε το δάσκαλο!…Να μη φοβάστε τσ πατεράδες σας!…Να δέρνετε τσ μαννάδες σας!..

Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου, του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλυτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζει συλλαβιστά. Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρει την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήσαν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήσαν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος που πέθανε, ο Φλάσκος, Φλάσκο – μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!». Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοκτώ χρόνων, υψηλός, με ανωρθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήσει το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «το Φλάσκο, Φλάσκο – μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείσει εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ’ η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήσει τους οικείους τού μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζει (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το η με το π και το ζ με το ξ), ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξει  τ’ αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρει με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι’ αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.

Τοιαύτα τινά πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ’ εκείνην είχεν αναβεί επί του θρανίου και απήγγελλε διδαχήν την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου, δεν ήκουεν, ουδ’ έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας), επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήσει κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.

Ταύτα συνέβαινον καθ’ όν χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ’ υποκώφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου, θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν δια θώας της ερήμου, και δι’ άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευαν, επήδων, εσκίρτων, εφώναζαν, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθεί και εμπέσει παρ’ αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλει σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι’ αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιωργός ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου ήξευραν, ότι είχεν ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλές βέργες, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρωτέρας και τσουχτερωτέρας δι εαυτούς˙ τότε ήρχισε μάχη και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους δείκτας από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους τηλεγράφους από της καθέτου σανίδος των θρανίων και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.

Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν, εις προσοχήν! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κι ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας, παραιτών το Σχολείον εις την τύχην του, απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το Σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.

Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κι εζήτησε να εξετάσει μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε:

– Την εμάθετε την ιερά ιστορία ;

Τα παιδία, αντί ν’ απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνη ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της Αριστουρίας, καθώς την ωνόμαζαν.

Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάσει ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.

– Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου ;

– Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, κάμνον το σχήμα, με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την Αρ-ιστορία μου.

– Αμελή! Κακοήθη! Άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος, κι εκοκκίνισε δι’ ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργες εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ’ αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε πλέον να κτυπά.

Μετέβη εις τον δεύτερον.

– «Τις έκτισε τον κόσμον;»

Το παιδίον απήντησεν:

– «Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού».

– Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος· και αποταθείς προς τον τρίτον:

– «Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;»

– «Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ», απήντησε το παιδίον.

– Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον:

– «Τις και πόθεν τον έκτισεν;»

Ο τέταρτος απεκρίθη:

– «Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί».

– Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν του.

Είτα επανέλαβε:

– Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.

Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, όν είχον ανηρτημένον υπό την αριστερήν μασχάλην, τας Ιεράς Ιστορίας των, κι εξήγαγον τας Γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ’ ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλύτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο ερμηνευτής της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε τον χάρτην, και κομίσας τόν απέθηκεν επί της μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος, δυσκόλως αποφασίζων να πατήσει με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.

Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζει εις την Γεωγραφίαν.

– «Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;»

Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν:

– «Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία αποτελείται εξ επτά νήσων».

– Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.

Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν:

– «Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;»

Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί.

– «Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας και διοικείται δι’ αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία.

– Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.

Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν:

– «Ειπέ μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται».

Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς να υπεμφαίνει στίξιν ή παρένθεσιν.

– «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, και Κύθηρα, Τσερίγον».

– Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κι εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε ν’ αλλάξει το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!

Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να ειπεί.

– Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.

– Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ούς το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, ύστερα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα ;

– Τάς εμέτρησες εσύ ;

– Τές εμέτρησα, να!

Και ήρχισε να μετρεί επί των δακτύλων του, « Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.

Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είναι ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθεί ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις, όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως δια να «μην τους χαλάσει την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν’ απαντήσει:

– Αυτά θα τα μάθετε όταν…

Ίσως ήθελε να είπει «όταν θα πάτε στο ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμή εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος, όν είχε προκαλέσει ο Γιαννιός  ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψεν το τσιγάρον του. Εκοίταξε το ωρολόγιόν του, είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνει την κατ’ ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλεί το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύσει το πρωϊνόν μάθημα.

* * *

Ό, τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ’ ότου ηρραβωνίσθη, να φορεί κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μακρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρείς ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκο μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον ανέτως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Έκάπνιζεν ένα ναργιλέ το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κοιτάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθει. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κι ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια».  Εις τας εξετάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αυγούστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέσει το σακκάκι του˙ το εφόρεσεν αλλά αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.

Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ’ υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ’ όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα λιβάδια, ούτε τρις καθ’ όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την Αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτο άλλοτε ανά τα ημικύκλια, ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν, ως σύνθημα, η μαγική λέξις «Θα μας πάει ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάει ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!». Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.

Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το σκλαβάκι και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμασμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολουμένους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυον αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η Αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσωσιν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και, επιστομιζόμενοι εις το κύμα, εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κι εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην δια τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερύκοκκα, απίδια και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμναν θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.

* * *

Φεύ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθεί διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής αλλά και μετ’ εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένον ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως – εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τες αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθεμιά πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, το χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή, το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».  Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν ν’ αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

* * *

Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ’ ολοκληρίαν αψυχολόγητα, εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν  εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων ήδη φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου από της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψει τον τόσον ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξει εις τες τσέπες των μαθητών, και να ρίψει τα τεμάχια του άρτου εις τάς όρνιθας, τας βοσκούσας κατ’ αγέλας εις το προαύλιον.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το :

Παύει πλέον η μελέτη κι ο καιρός της προσευχής …

Λεξιλόγιο

Ξουριασμένη είναι η βάρκα που το κύμα την έχει παρασύρει έξω από το λιμάνι (από το εξορίζω)

Βλατούδες είναι οι κατσαρίδες

Posted in Διηγήματα, Εκπαίδευση, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Βάζουν ακόμα μαναφούκια;

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2021

Στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε δει δυο γράμματα κλεφταρματολών προς τις αρχές της Λευκάδας. Σε ένα από αυτά, ο Γιάννης Παραβόλας γράφει: «σας περικαλώ να μην ακούετε τα μονοφίκικα ψέματα». Ο Σπ. Ασδραχάς που εξέδωσε την επιστολή διορθώνει σε «μονοφιλίκικα», λέξη που την εξηγεί ότι σημαίνει «μεροληπτικά».

Είχα γράψει ότι κατά τη γνώμη μου η διόρθωση είναι λάθος. Λέξη «μονοφιλίκικα» δεν νομίζω να υπάρχει. Όμως τύπος «μονοφίκικα» μπορεί να υπάρχει. Θα πρόκειται για παράλληλο τύπο του «μαναφούκικα» δηλ. συκοφαντικά. Μαναφούκι (από τουρκ. münafik) είναι η συκοφαντία, η διαβολή. Συνήθως στον πληθυντικό, «βάζω μαναφούκια» θα πει συκοφαντώ, διαβάλλω κάποιον.

Αυτά είχα γράψει προχτές. Μια φίλη του ιστολογίου μού έστειλε χτες μέιλ όπου μου λέει ότι τη λέξη μαναφούκια την έλεγε η γιαγιά της και μου ζητάει περισσότερες λεπτομέρειες διότι, όπως λέει, στο slang.gr δίνεται όχι τουρκική αλλά λατινική ετυμολογία. Της έγραψα μερικά πράγματα αλλά ύστερα σκέφτηκα, στο πνεύμα εξοικονόμησης πόρων που πρέπει να μας διακρίνει αυτή τη δύσκολη για την οικονομία μας περίοδο, να αναβαθμίσω την απάντηση προς τη φίλη μας σε άρθρο (ή έστω σε αρθράκι) ελπίζοντας οτι δεν θα το βρείτε (πολύ) βαρετό.

Λοιπόν, μαναφούκια είναι οι ραδιουργίες, οι συκοφαντίες, οι διαβολές. Η λέξη αυτή, που κανένα γενικό λεξικό δεν την έχει καταγράψει, συνηθως εμφανίζεται στον πληθυντικό και πολύ συχνά συντάσσεται με το ρήμα «βάζω». Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Τη λέξη την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» αλλά εδώ θα πω περισσότερα.

Το slang.gr καταγράφει τη λέξη αλλά την ετυμολογεί ευφάνταστα: από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα, κατά λάθος εξεπίτηδες, από κάποιο καλόπαιδο, στο μυαλό του οποίου το αποτέλεσμα της ενέργειας επιφέρει ρίγη συγκινήσεων, είτε λόγω του αναμενόμενου οφέλους, είτε απλώς για πλάκα.

Ωραίο σαν ιστορία αλλά δεν ισχύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Τα κρούσματα (διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2020

Κάνω μια ζαβολιά στο σημερινό λογοτεχνικό μας άρθρο. Δεν αναφέρω το όνομα του συγγραφέα, κι αυτό βέβαια σκόπιμα: για να δείτε τίτλο «Τα κρούσματα» και να σκεφτείτε ότι πρόκειται για φρέσκο διήγημα, γραμμένο μέσα στην πανδημία -που μιλάει για ασυμπτωτικά κρούσματα, για τεστ, για το δίλημμα ενός θρησκευτικού ή πολιτικού ηγέτη που κάποιος στενός συνεργάτης του βρέθηκε θετικός… αλλά όχι.

Θα υπάρχουν διηγήματα γραμμένα μέσα στην πανδημία και για την πανδημία, κι αν ξέρετε κανένα καλό να μου το συστήσετε να το βάλω καμιά Κυριακή, αλλά το σημερινό, παρά τον τίτλο του, δεν έχει σχέση με τον κορονιό ούτε με άλλον ιό ή άλλην πανδημία. Κι η λέξη, άλλωστε, του τίτλου έχει άλλη σημασία -αν και τα τότε κρούσματα επίσης φόβο προκαλούσαν.

Το διήγημα είναι του Παπαδιαμάντη, και «Τα κρούσματα» είναι τα φαντάσματα ή τα στοιχειά, όπως τα λέγανε στη Σκιάθο. Και το διήγημα είναι σκιαθίτικο. Περιγράφει μια διανυκτέρευση στο «χωριό», το Κάστρο, τον παλιό και ερειπωμένο πια οχυρωμένο οικισμό όπου κατοικούσαν τα παλιά χρόνια οι Σκιαθίτες (για τον φόβο των πειρατών) πριν τον εγκαταλείψουν για την παραθαλάσσια σημερινή πόλη. Στο έργο του ο Παπαδιαμάντης συχνά αναφέρεται στο Κάστρο. Ο ίδιος δεν το πρόλαβε ζωντανό, αφού οι Σκιαθίτες το εγκατέλειψαν το 1829, όμως το πρόλαβαν οι Σκιαθίτες της προηγούμενης απ’ αυτόν γενιάς. Αυτό θα το δούμε και στο σημερινό διήγημα.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1903 στο περιοδικό Παναθήναια. Το κείμενο το πήρα απο τον ιστότοπο papadiamantis.net και το μεταφέρω αυτούσιο, χωρίς μονοτονισμό ή άλλες επεμβασεις. Εξηγώ κάποιες λαϊκές λέξεις με αστερίσκο, όχι όμως τις καθαρευουσιάνικες που είναι πολλές στην αρχή. Αξίζει να μην αποθαρρυνθεί κανείς από την κακοτράχαλη αρχαΐζουσα αρχή -μόλις γίνει λόγος για ζωντανούς ανθρώπους γλυκαίνει το ύφος και γίνεται πιο προσιτή η γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Η νοσταλγία του Γιάννη (πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2019

Δεύτερη μέρα σήμερα του Πάσχα, μέρα αργίας. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ιστολόγιο με ανάγνωσμα λογοτεχνικό και πασχαλινό -ή μάλλον μεταπασχαλινό, όπως θα δείτε.

Χτες βάλαμε αφήγημα για τον Παπαδιαμάντη, σήμερα θα δούμε ένα διήγημα του ίδιου του Παπαδιαμάντη, αλλά διαφορετικό από τα άλλα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα έχει την ιδιαιτερότητα ότι προστέθηκε στο παπαδιαμαντικό κόρπους τα τελευταία χρόνια, διότι ήταν αθησαύριστο και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να το ανακαλύψω τυχαία, καθώς αναδιφούσα παλαιά σώματα του περιοδικού Οικογένεια. Όλη την ιστορία της ανακάλυψης την παρουσιάζω σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, το 2012 (τότε δεν είχε επιβεβαιωθεί απολύτως η γνησιότητα του διηγήματος).

Αργότερα, το διήγημα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ, και πλέον έχει προστεθεί και επίσημα στο σώμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, η 172η ψηφίδα.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στη Σκιάθο -αυτό δηλώνεται έμμεσα, από το τοπωνύμιο Βουρλίδια, που το βρίσκουμε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πχ. στα «Συμβάντα στο μύλο») αλλά και από το πρόσωπο του ταβερνιάρη Σαραφιανού, ο οποίος επίσης εμφανίζεται σε άλλα διηγήματα (π.χ. στο «Σπιτάκι στο λιβάδι»). Ο Θωμάς Σαραφιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σε δημοσιογραφικό του άρθρο, ο Παπαδιαμάντης επαινεί το μοσχάτο κρασί που σερβίρεται στο «οινοπωλείον και παντοπωλείον Η Μουργιά του Θωμά Σαραφιανού εις την Σκίαθον».

Κατ’ εξαίρεση, το κείμενο το παραθέτω σε πολυτονικό. Ελπίζω αυτό να μην προκαλέσει πολλά προβλήματα σε όσους έχουν κινητές συσκευές -αλλά αυτοί μπορούν να το διαβάσουν και εδώ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2018

Προπαραμονή σήμερα, οπότε το διήγημα που θα βάλουμε θα είναι χριστουγεννιάτικο. Συνηθίζουμε στο ιστολόγιο αυτές τις μέρες τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως ένας φίλος μού ζήτησε, αν γίνεται, να βάλουμε ένα διήγημα του άλλου Αλέξανδρου της Σκιάθου και των γραμμάτων μας, του Μωραϊτίδη, που είναι άλλωστε ξάδερφος του Παπαδιαμάντη. Διάλεξα λοιπόν ένα διήγημα του Μωραϊτίδη, που έχει μιαν ιδιομορφία: ότι ανάμεσα στα πρόσωπα εμφανίζεται και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές.

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Ακρόπολι στις 25 Δεκεμβρίου 1898 -πριν από 120 χρόνια! Το διήγημα ξεκινάει ως αθηναϊκό, αφού οι δυο εξάδελφοι, ο Μωραϊτίδης που αφηγείται και ο Παπαδιαμάντης, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα παρέα με τον φίλο τους τον ιεροψάλτη του Νεκροταφείου, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε σκιαθίτικο, αφού ο αφηγητής περιγράφει ένα όνειρο που είδε.

Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω. Υπάρχει και κάποιο αθηναιογραφικό ενδιαφέρον στις περιγραφές -ας πούμε, η «εκκλησία του αγίου Δανιήλ» με τους εργάτες των ελαιοτριβείων είναι σχεδόν σίγουρα στον Βοτανικό.

Στο τέλος σχολιάζω πεντέξι λέξεις -αφήνοντας και μιαν απορία. Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.

Χριστούγεννα στον ύπνον μου

Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;

Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος». Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς  — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — Ήχοι καθ’ εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το άστρον της Ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο Αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός! Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς λάμπει ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Δασκαλιό χωρίς δασκάλους

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2018

Όταν ήμουν μικρός, πέρασα μερικά καλοκαίρια με τον παππού και τη γιαγιά στο Τολό, το παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Ναύπλιο. Παλιότερα πήγαιναν στο Ξυλόκαστρο, αλλά ο παππούς, που είχε τη μέση του, διάλεξε το Τολό επειδή είχε πιο ζεστή θάλασσα, καθώς βρίσκεται σ’ έναν μάλλον κλειστό κόλπο.

Απέναντί μας είχαμε ένα πολύ μικρό νησάκι, όπου πήγαινες και κολυμπώντας -εκεί κόβαμε φραγκόσυκα. Πιο δίπλα, ήταν ένα σαφώς μεγαλύτερο νησί, η Ρόμβη, ακατοίκητο κι αυτό -κάποιοι έβοσκαν κατσίκια. Πισω από τη Ρόμβη, και αθέατο από το Τολό, ήταν ένα μικρότερο νησάκι, το Δασκαλιό, όπου πήγαιναν για ψάρεμα οι ντόπιοι. Καναδυό φορές μάς είχε πάρει κι εμάς ο κυρ Χρήστος με τη βάρκα.

Το Δασκαλιό του Τολού δεν είναι ούτε το μόνο ούτε καν το γνωστότερο μ’ αυτό το όνομα. Οι παπαδιαμαντιστές θα ξέρουν το Δασκαλιό (Δασκαλειό το έγραφε συνήθως ο Παπαδιαμάντης), το «μικρόν φαιοπρασινίζον νησίδιον», έτσι το χαρακτηρίζει στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», που μαζί με άλλα κλείνουν το λιμάνι της Σκιάθου. Δασκαλιό υπάρχει και στην Κερατέα, νησάκι που έδωσε το όνομά του στο λιμάνι και στον παραθαλάσσιο οικισμό, υπάρχει έξω από τον Πόρο, στις Αλκυονίδες νήσους στον Κορινθιακό και σε πολλά άλλα μέρη. Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται δεκατέσσερα νησιά ή ακτογραφικά χαρακτηριστικά με αυτό το όνομα, ενώ θα λείπουν κάμποσα ακόμα -το βέβαιο είναι πως λείπει ακόμα ένα Δασκαλιό, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω τώρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 188 Σχόλια »

Της Κοκκώνας το σπίτι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2017

Κυριακή σήμερα, άρα λογοτεχνία. Παραμονή Χριστουγέννων, που τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα κάλαντα. Τις μέρες των Χριστουγέννων το ιστολόγιο συνηθίζει να βάζει Παπαδιαμάντη, μια παράδοση που την κληρονόμησα από την παιδική μου ηλικία, όταν μας τον διάβαζε ο παππούς στο γιορτινό τραπέζι.

Ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων βοήθησε στην επιλογή του σημερινού άρθρου: θα παρουσιάσω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη σχετικό όχι απλώς με τα Χριστούγεννα, αλλ’ ειδικά με τα Κάλαντα.

Φυσικά είναι γνωστό διήγημα, το είχα ανεβάσει το 2007-8 στον παλιό μου ιστότοπο, και το μεταφέρω από εδώ.

Έχω κάνει μερικό εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, πέρα από το μονοτονικό. Διατήρησα την παλιά ορθογραφία στη λ. Κοκκώνα, που σήμερα τη γράφουμε «κοκόνα». Κοκόνα λέμε ( ; ) μια κυρία αρχοντικής καταγωγής ή γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια, ενώ είναι και χαϊδευτική προσφώνηση, όμως εδώ εννοεί μια Ρωμιά από την Πόλη, που για χάρη της άρχισε να χτίζεται το σπίτι στη Σκιάθο -πράγματι, η λέξη χρησιμοποιόταν κατεξοχήν για τις Ρωμιές της Πόλης.

Δεν βρίσκω δύσκολες λέξεις στο διήγημα αλλά αν κάτι σας φαίνεται άγνωστο ή δυσνόητο ρωτήστε. Υπάρχουν αρκετά σημεία άξια γλωσσικού σχολιασμού, ακόμα και στην πρώτη προταση, όπου ο δρόμος χαρακτηρίζεται «περαστικός» (δηλαδή πολυσύχναστος), μια σημασία που την καταγράφει το ΛΚΝ με την ένδειξη «παρωχημένη» αλλά όχι ο Μπαμπινιώτης.

ΤΗΣ ΚΟΚΚΩΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.

Αμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 115 Σχόλια »

Ο αλιβάνιστος, ένα πασχαλινό του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 1 Μαΐου, 2016

Τις μεγάλες τις γιορτές, πιο πολύ τα Χριστούγεννα αλλά και το Πάσχα, τις έχω συνδέσει με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και συχνά βάζω κείμενά του τέτοιες μέρες -για παράδειγμα, πρόπερσι το Πάσχα είχα βάλει το διήγημά του «Χωρίς στεφάνι«, ένα πασχαλινό αθηναϊκό, μαύρο και όχι χαρμόσυνο, διήγημα. Πέρυσι, διάλεξα ένα κομμάτι όχι του Παπαδιαμάντη, αλλά για τον Παπαδιαμάντη, από έναν άλλον μεγάλο τεχνίτη των γραμμάτων μας, τον Κώστα Βάρναλη: το χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη».

Φέτος επιστρέφω στην πεπατημένη, δηλαδή βάζω ένα ακόμα από τα πασχαλινά του Παπαδιαμάντη, τον «Αλιβάνιστο». Βέβαια, το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο. Το πήρα μονοτονισμένο και έκανα κάποιον εκσυγχρονισμό στην ορθογραφία. Στο τέλος προσθέτω ελάχιστα λεξιλογικά.

Εξαιτίας της σημερινής γιορτής, το Μηνολόγιο του Μαΐου θα δημοσιευτεί αύριο. Το ιστολόγιο σας εύχεται ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

 

Ο αλιβάνιστος

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζαινας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάσει. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Πώς (δεν) ξεθάφτηκε ο Παπαδιαμάντης

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2016

Στο άρθρο του περασμένου Σαββάτου είχα αναφερθεί και στην κόντρα του παρουσιαστή Κ. Μπογδάνου με τον δήμαρχο Ζακύνθου, με αφορμή τα όσα είπε ο πρώτος για τον Διονύσιο Σολωμό, χωρίς ωστόσο να μπω στην ουσία του θέματος. Σε συνέχεια αυτής της αντιπαράθεσης, ο παρουσιαστής προσκάλεσε τη Δευτέρα στην εκπομπή του τον συγγραφέα (και τ. βουλευτή) Πέτρο Τατσόπουλο για μια συζήτηση που ξεκίνησε από αυτή τη διένεξη αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα.

Στη συζήτηση αυτή, ο Π. Τατσόπουλος ανέφερε ως γεγονός κάτι που μου φαίνεται ότι δεν αληθεύει -και επειδή το άκουσε αρκετός κόσμος, και αφού ένας από τους σκοπούς του ιστολογίου είναι και η αναζήτηση της αλήθειας και η ανασκευή μύθων ειδικά σε σχέση με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, θέλω να αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε αυτό.

Το θέμα το έχω ήδη συζητήσει στο Φέισμπουκ, και μάλιστα με συμμετοχή του άμεσα εμπλεκόμενου, αλλά οι συζητήσεις του Φέισμπουκ έχουν το κακό ότι δεν διατηρούνται στην επιφάνεια και δεν γκουγκλίζονται (όταν γίνονται σε προσωπικές σελίδες), οπότε μεταφέρω εδώ κάποια πράγματα.

Λοιπόν, στην εκπομπή της Δευτέρας 15/2, ο Πέτρος Τατσόπουλος, που είναι πολύ καλός συζητητής κατά τη γνώμη μου, υποστήριξε ότι τις μεγάλες μορφές σαν τον Σολωμό δεν πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε σαν ιερές αγελάδες, ότι έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, άρα και ελαττώματα. Και συνέχισε λέγοντας πως ο Σολωμός ήταν «ένας βασανισμένος άνθρωπος, όπως εξίσου βασανισμένος άνθρωπος ήταν ο Παπαδιαμάντης».

Φτάνουμε στο σημείο που μας ενδιαφέρει. Λέει ο Τατσόπουλος (απομαγνητοφωνώ):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Παπαδιαμάντης, Τηλεοπτικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2015

Ξέρουμε ότι ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα (του τα ζητούσαν άλλωστε και οι εφημερίδες) και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως και στο καλοκαιρινό Πάσχα, εννοώ τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, που θα το παρουσιάσω σήμερα: τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο Ρεμβασμός υπάρχει στο Διαδίκτυο, τόσο σε πολυτονικό όσο και σε μονοτονικό με φριχτά λάθη. Εδώ τον ανεβάζω από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, αλλά μονοτονισμένον, όχι όμως με το χέρι παρά με αυτόματο μηχανάκι, που κρατάει τους τόνους στα μονοσύλλαβα -κι έτσι θα μπορέσουν να διαβάσουν το κείμενο κι όσοι μπαίνουν από κινητό ή ταμπλέτα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος, αν θυμάμαι καλά, και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα. Νομίζω μάλιστα (αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα) ότι απόγονός του είναι ο Ιωάννης Φραγκούλας που έδωσε πριν από μερικές δεκαετίες τέσσερις τόμους με σκιαθίτικα μελετήματα.

Να προσεχτεί ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών -πάνω κάτω δηλαδή όσο κι ο νικοκύρης του ιστολογίου (αλλά εγώ δεν καπνίζω πια). Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 42 Σχόλια »

Μια λίρα μα ποια λύρα; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2013

Από σήμερα και ως τα τέλη Αυγούστου, το ιστολόγιο μπαίνει σε πιο θερινή φάση λειτουργίας και αρχίζει να δημοσιεύει, περίπου μια φορά την εβδομάδα, επαναλήψεις από παλιότερα άρθρα, όπως έκαναν τα θερινά σινεμά την περίοδο της νιότης μας, που έβαζαν παλιές ταινίες. Για να μη δυσαρεστηθεί όμως το φιλοθεάμον κοινό, στις επαναλήψεις θα εφαρμοστεί ο κανόνας «τρία κι εξήντα», που σημαίνει ότι για να κριθεί… επιλέξιμο προς επανάληψη ένα άρθρο πρέπει να έχουν περάσει τρία χρόνια από την αρχική του δημοσίευση και να μην έχουν γίνει εξήντα σχόλια αρχικώς, δηλαδή να έχει κάπως ξεχαστεί και να μην είναι πολυσχολιασμένο. Οπότε, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, όπως έλεγε το παλιό κλισέ, σας παρουσιάζω το σημερινό άρθρο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στις 24 Μαΐου 2010. Εννοείται ότι στο άρθρο έχουν ενσωματωθεί κάποια από τα σχόλια της αρχικής δημοσίευσης.

Τις προάλλες, καθώς συζητούσαμε την ετυμολογία μιας λέξης, στα σχόλια ο αγαπητός φίλος taal.gr ρώτησε για την προέλευση της έκφρασης «τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», απορώντας πώς ταίριαξαν μεταξύ τους αυτές οι λέξεις. Η απορία εύλογη· μάλιστα, ενώ για την ετυμολογία των λέξεων υπάρχουν ειδικά ετυμολογικά λεξικά, αλλά και όποιο λεξικό να ανοίξετε προσφέρει στοιχειώδεις ετυμολογικές πληροφορίες, για την «ετυμολόγηση» των εκφράσεων τα λεξικά μένουν συνήθως βουβά κι έτσι ανοίγεται ακόμα περισσότερο ο δρόμος για διάφορες ευφάνταστες εξηγήσεις τις οποίες έχω κατ’ επανάληψη επικρίνει εδώ.

Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει με τις εκφράσεις αυτές, η σημασία της είναι σαφής. Τη λέμε ειρωνικά σε κάποιον που μόλις μας είπε μιαν ανοησία, για να του πούμε ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Άλλοτε λέμε «το μυαλό σου» κι άλλοτε «τα μυαλά σου», παίζουν και οι δυο παραλλαγές με περίπου ίδια συχνότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η σημασία. Είπαμε, η σημασία είναι σαφής –με την εξήγηση τα χαλάμε.

Η επίσημη εκδοχή που δίνεται για την εξήγηση της φράσης, είναι ότι πρόκειται για αντίφραση. Δηλαδή, όταν λέμε «τα μυαλά σου και μια λίρα», εννοούμε ότι τα μυαλά του αξίζουν ή ζυγίζουν όσο και μια λίρα, δηλαδή πολύ, αλλά το λέμε ειρωνικά εννοώντας καθόλου, όπως π.χ. ειρωνικά λέμε «μου έκανες την καρδιά περιβόλι». Αυτή την εκδοχή δέχεται ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Λογοπαίγνια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 56 Σχόλια »