Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σμύρνη’

Τα χαΐρια μας εδώ (αφηγείται η Αγγέλα Παπάζογλου)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2022

Τις τρεις προηγούμενες Κυριακές παρουσιάσαμε κείμενα σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή: αποσπάσματα από δυο κορυφαία μυθιστορήματα, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου και το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, κι έπειτα αναμνήσεις του Κώστα Βάρναλη για τις ειδήσεις από τη Μικρασία. 

Το σημερινό κείμενο μιλάει όχι για την καταστροφή αλλά για τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς στους συνοικισμούς της Αθήνας, όπως τα αφηγείται η Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου (1899-1983), στο μνημειώδες έργο της «Τα χαΐρια μας εδώ», που το κατέγραψε ο γιος της ο Γιώργης Παπάζογλου. 

Η Αγγέλα Παπάζογλου ήταν η σύζυγος του πολύ αξιόλογου συνθέτη Βαγγέλη Παπάζογλου (1896-1943). Γεννημένη σε οικογένεια μουσικών της Σμύρνης, ήταν γνωστή τραγουδίστρια στη Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Μετά τον γάμο της (το 1927) σταμάτησε να τραγουδάει και λίγο αργότερα τυφλώθηκε από ασθένεια που είχε, οπότε στη δισκογραφία υπάρχει μόνο ένα τραγούδι με τη φωνή της και έξι αμανέδες. 

Η αφήγηση της Αγγέλας Παπάζογλου στο βιβλίο «Τα χαΐρια μας εδώ» έχει διασκευαστεί σε θεατρικό έργο/μονόλογο της Άννας Βαγενά με μεγάλη επιτυχία, ενώ τώρα βλέπω ότι ο ακάματος Γιώργης Παπάζογλου, που διανύει πια τη δέκατη δεκαετία της ζωής του, εξέδωσε φέτος νέα επαυξημένη έκδοση, από την οποία είναι και η εικόνα του εξωφύλλου -ωστόσο, εγώ πήρα το κείμενο που θα διαβάσετε από την πρώτη έκδοση. 

Χαΐρι είναι η προκοπή, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται αρνητικά ή με μια δόση ειρωνείας -και στο βιβλίο η κυρα Αγγέλα συχνά συγκρίνει τη ζωή στην πολιτισμένη Σμύρνη με την κατάσταση που βίωσε στην προσφυγική Καλλιθέα. Διάλεξα δυο αποσπάσματα, ένα που περιγράφει τον πρώτο καιρό της προσφυγιάς (σελ. 70-75 της έκδοσης που έχω) και την υποδοχή από τους ντόπιους, κι ένα όπου αφηγείται πώς ξανάρχισε να τραγουδάει (σελ. 102-106). 

Στο τέλος του πρώτου αποσπάσματος, γίνεται λόγος για ένα επεισόδιο στο μπακάλικο της γειτονιάς, όπου η μπακάλισσα απαιτούσε από τη μητέρα της Αγγέλας να ζητήσει τη σκούπα «στα τούρκικα», όπως τη λένε οι «πρόσφυγγες», δηλαδή «φροκαλιά», και όχι «σκούπα». Η ειρωνεία είναι ότι η φροκαλιά είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας ενώ η σκούπα ιταλικής. Στο ίδιο σημείο, παραπονιέται για τη μειωτική παραφθορά «πρόσφυγγες» που παραπέμπει σε «σφίγγες» (όπως γράφει στο βιβλίο). Το άλλαξα σε «σφήγκες». Τέλος, σε άλλο σημείο μιλάει για μια προσφυγίνα που είχε μανάβικο, χρησιμοποιώντας τον τύπο «η πρόσφυγια» που ξέρω πως ακουγόταν τότε. 

Δεν υπάρχει μάλλον ανάγκη για περισσότερο γλωσσικό σχολιασμό, πέρα από τις σμυρνέικες ιδιοτυπίες στη γραμματική. Να πω όμως ότι εκεί που λέει ότι «ήταν όλοι Μαρωνίτες» δεν εννοεί τη θρησκευτική κοινότητα της Κύπρου αλλά απλώς ότι ήταν σόι του πατέρα της, ο οποίος λεγόταν Δημήτρης Μαρωνίτης. Έχω κάνει ελάχιστο ορθογραφικό εκσυγχρονισμό. 

Εγώ με τη μαμά μου δεν τους ντρεπούμαστε ούτε μια καρφί­τσα. Μια κουβέρτα είπανε πως θα μας δώκουνε, κι ηπήγαμε στα παλαιά ανάκτορα κι ηγραφτήκαμε, και κάθε μέρα ηπήγαινε η μαμά μου επί έξι μήνες… κάθε μέρα ν’ ακούσει το όνομά μας… Τίποτα… Στο τέλος κοντέψαμε να χάσωμε και το βιβλιάριο.

Αμέσως όμως άρχισα κι ηδούλευα εγώ, κι ησιάξαμε μια παράγκα στην Τροχιοδρόμων που πήγαινες ίσια για τη Βαγ­γελίστρα, οδός Βενιζέλου, και κάτσαμε. Ύστερα ηπήραμε ένα οικόπεδο με τα λεπτά που ηδούλευα -με δόσεις- απ’ τα οικόπε­δα του Χριστοδούλου, κι ηδουλεύαμε όλη τη βδομάδα και κάθε Κυριακή ηβγάζαμε τα κουρελάκια μας έξω και χτίζαμε μισό-μισό ντουβάρι, και πάλι τα κουρελάκια μας μέσα.

Κοιμούμαστε μέσα στις λάσπες, αλλά δεν παραπονιούμαστε, γιατί είχαμε γλυτώσει τη σφαγή. Μας έφτανε που ’μασταν ζωντανές… Άλλοι δεν ήρθανε καθόλου κι άλλοι είχανε μείνει πίσω. Τι να κάναμε… Αυτή την τυραννία ητραβήξαμε κι ηπηγαίναμε απ’ το Φάληρο άμα νύχτωνε και κλέβαμε άμμο με σακούλια -αλευροσάκουλα γιατί απαγορευόντανε να πάρεις άμμο. Γινήκαμε εδώ πέρα κι εμείς κλέφτες, όπως όλοι… Είναι κολλητικό φαίνεται…

Αμ την αποζημίωση; Εκεί να δεις απάτη… Σου λέω… δεν ντρεπόμαστε το κράτος ούτε μία καρφίτσα… Αποζημίωση μας δώκανε αυτά τα λίγα πού μας δώκανε, και τα πήραμε ένα χιλιάρικο την ομολογία, και ήτανε απ’ έξω οι αγοραστές, οι ίδιοι δηλαδή -μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννης πίνει- και μας τσι παίρνανε ένα πεντακοσάρικο τη μια. Από έξω μέχρι μέσα χάναμε τα μισά… Κι ο κόσμος είχε ανάγκη και τσι χάλα­γε αμέσως. Τι να κάνει…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αναμνήσεις, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »

Ιστορία ενός αιχμαλώτου (του Στρατή Δούκα, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2022

Κυριακή σήμερα, λογοτεχνική ύλη λοιπόν, και συνεχίζω με θέματα σχετικά με τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είδαμε τις δύο προηγουμενες Κυριακές αποσπάσματα από δυο κορυφαία έργα της λογοτεχνίας μας, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου και το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη. Για να τριτώσω, διάλεξα αποσπάσματα από τη νουβέλα «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα.

Ο Στρατής Δούκας (1895-1983) γεννήθηκε στα Μοσχονήσια, σπούδασε Νομική στην Αθήνα, πολέμησε στο μακεδονικό και στο μικρασιατικό μέτωπο και το 1929 εξέδωσε τη νουβέλα του που γνώρισε αμέσως επιτυχία και αλλεπάλληλες εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία, την ανάδειξη της μικρασιατικής λαϊκής τέχνης, τη γλυπτική, συμμετείχε σε πρωτοποριακά εγχειρήματα όπως το περιοδικό Το τρίτο μάτι, ήταν ανήσυχο πνεύμα, πρωτότυπος και πολυτάλαντος.

Η νουβέλα δεν εξιστορεί βιώματα του ίδιου του συγγραφέα, πέρα από το ότι κι ο Δούκας είχε πολεμήσει -και τραυματιστεί- στη Μικρασία. Ο πραγματικός Αιχμάλωτος είναι ο Νικόλας Κοζάκογλου, τον οποίο συνάντησε ο Στρ. Δούκας πρόσφυγα στην Πιερία και κατέγραψε, μεταπλάθοντάς τις λογοτεχνικά, τις περιπέτειες που αυτός του αφηγήθηκε. (Κάτι που μας θυμίζει τον Μανώλη Αξιώτη στο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου). Ο Στρατής Δούκας αναγνωρίζει την οφειλή στο επίμετρο της νουβέλας και άλλωστε τελειώνει τη νουβέλα «υπογράφοντας» ως Νικόλας Κοζάκογλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη έκδοση της νουβέλας, το 1929, είναι πολύ πιο κοντά στην αφήγηση του Κοζάκογλου, ενώ στις επόμενες εκδόσεις, δηλ. στο κείμενο που θα διαβασουμε, ο Δούκας έχει προσθέσει υλικό κι έχει μεταπλάσει ακόμα περισσότερο το κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκριτική εξέταση των δύο εκδόσεων, αλλά μια ιδέα μπορείτε να πάρετε από τα σχόλια στο τέλος του άρθρου.

Ο Δούκας αφιερωνει τη νουβέλα του «στα κοινά μαρτύρια των λαών». Κι αυτός αντιμετωπίζει τον πόλεμο σαν πηγή ανείπωτης δυστυχίας και όχι σαν κάτι ηρωικό που φέρνει δόξα και τιμή.

Ολόκληρη η νουβέλα υπάρχει ονλάιν σε ιστότοπο του Υπουργείου Παιδείας και από εκεί δανείστηκα το κείμενο, μαζί και τις επεξηγήσεις και τα λινκ, που είναι αρκετά, αφού η έκδοση απευθύνεται σε μαθητές της δευτεροβάθμιας. Δείτε και τα σχόλια στο τέλος.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ

Στήν καταστροφή τῆς Σμύρνης,1 βρέθηκα μέ τούς γονιούς μου στό λιμάνι, στήν Πούντα.2 Μέσ’ ἀπ’ τά χέρια τους μέ πήρανε. Κι ἔμεινα στήν Τουρκία αἰχμάλωτος.

Μεσημέρι πιάστηκα μαζί μέ ἄλλους. Βράδιασε καί τά περίπολα ἀκόμα κουβαλοῦσαν τούς ἄντρες στούς στρατῶνες.

Κοντά μεσάνυχτα, ὅπως ἤμαστε ὁ ἕνας κολλητά στόν ἄλλο, μπῆκε ἡ φρουρά κι ἄρχισαν νά μᾶς χτυποῦν, ὅπου ἔβρισκαν, μέ ξύλα, καί νά κλοτσοπατοῦν ὅσους κάθονταν χάμω, γόνα μέ γόνα. Τέλος πῆραν διαλέγοντας ὅσους ἤθελαν κι ἔφυγαν βλαστημώντας.

Ἐμείς φοβηθήκαμε πώς θά μᾶς χαλάσουν ὅλους.3

Ἕνας γραμματικός, πού ‘χε τό γραφεῖο του πλάι στήν πόρτα, μᾶς ἄκουγε πού μιλούσαμε λυπητερά καί μᾶς ἔκανε νόημα νά τόν πλησιάσουμε:
— Σάν ἔρχονται, μᾶς λέει, καί σᾶς φωνάζουν, ἐσεῖς τραβηχτεῖτε μέσα. Καί τό λόγο μου φυλάχτε τον καλά, ἔξω μήν τόν δώσετε.
Ἀπό κεῖνο τό βράδυ, κάθε νύχτα, ἔπαιρναν ἀπ’ τούς θαλάμους. Κι ἐμεῖς π’ ἀκούγαμε πυροβολισμούς, ἀπ’ τό Κατιφέ – Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολή κάνουνε».4

Ἀπό μέρες, πού πέρασαν μέ φόβο, ἦρθε ἕνας ἀξιωματικός καί μᾶς παράλαβε, μέ σαράντα στρατιῶτες. Μᾶς ἔβγαλαν στήν αὐλή καί μᾶς χώρισαν ἀπ’ τούς πολίτες·5 τότε εἶδα καί τόν ἀδερφό μου. Μᾶς ἔβαλαν τετράδες καί μᾶς διέταξαν νά γονατίσουμε νά μᾶς μετρήσουν. Ὁ ἀξιωματικός πού μᾶς ἔβλεπε, καβάλα στό ἄλογό του, ἔλεγε:
— Θά κοιτάξω νά μή μείνει οὔτε σπόρος ἀπό σᾶς. Κι ἔδωσε τό παράγγελμα νά κινήσουμε.
Θά ἤμαστε ὅλη ἡ φάλαγγα κάνα δυό χιλιάδες.
Ὅπως βγήκαμε, μᾶς τραβήξανε ἴσια στήν ἀγορά. Ἐκεῖ, τό τουρκομάνι πού μᾶς περίμενε, σάν τό λεφούσι6 ἔπεσε ἀπάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους μᾶς πετοῦσαν ἀπ’ ὅλες τίς μεριές. Ἦταν καί ναῦτες Φράγγοι7 μαζί τους στά καφενεῖα κι ἔκαναν χάζι μέ μᾶς.
Σά φτάσαμε στόν Μπασμαχανέ, μπροστά μας βγῆκε ἕνας Χαφούζης.8 Μᾶς κοίταξε:
—  Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, εἶπε, τί γίνεται ἐδῶ!
Καί φώναξε τοῦ ἀσκέρ – ἀγᾶ.9 Αὐτός σταμάτησε.
—  Ὁ λοχαγός ἐδῶ! ξαναφωνάζει.
Τράκ τράκ τό ἄλογο, ὁ λοχαγός πῆγε, χαιρέτησε. Ὁ Χαφούζης τόν ρωτᾶ:
—  Τό «κιτάπι»10 μας αὐτά λέει;
Ὁ λοχαγός μεταχαιρέτησε.
Κι ἐμεῖς περνούσαμε ἀράδα ἀπό μπροστά τους.

Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στό Χαλκά – Μπουνάρ. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισαν στό σύρμα, κύκλο. Ἅμα βράδιασε, ἕνας τοῦρκος ἐφές11 ἀπ’ τό χωριό μας ἦρθε καί μᾶς καλοῦσε μέ τά ονόματά μας νά βγοῦμε, τάχα πώς θά μᾶς γλιτώσει, μέ σκοπό νά μᾶς χαλάσει. Κι ἐμεῖς στή γῆ πέσαμε νά μή δώσουμε γνωριμία.
Τά ξημερώματα ἦρθε ἀπό τή Μαγνησία12 ἄλλος ἀξιωματικός, καί μᾶς σήκωσαν. Ὧρες περπατούσαμε. Οὔτε ξέραμε ποῦ μᾶς πᾶν. Μονάχα ἀπό τόν τόπο καταλαβαίναμε πώς βαδίζαμε γιά τή Μαγνησία.
Ἀντί νά μᾶς πηγαίνουν στό δημόσιο δρόμο μᾶς τραβούσανε ἀπ’ τό βουνό. Κι ὅπως δέν ἤμαστε σέ ἰσότοπο, ἀρχίσαμε νά σκορπᾶμε. Δέν μπορούσαμε νά κρατήσουμε τίς τετράδες. Καί οἱ στρατιῶτες φώναζαν προσταχτικά:
—  Στίς τετράδες! Στίς τετράδες!
Ἐμεῖς προσπαθούσαμε, καί πάλι τίς χαλάγαμε. Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τούς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στό δάσος καί τούς καθάριζαν.
Μέ πολύ κόπο πέσαμε στό δημόσιο δρόμο. Ἐκεῖ πάλι, μᾶς περίμεναν, μπουλούκια μπουλούκια, γέροι ἄνθρωποι, ἑξήντα ὥς ὀγδόντα χρονῶ, μέ παλιές μαχαῖρες, καί σά φτάσαμε κοντά ρίχτηκαν ἀπάνω μας, φωνάζοντας στό λοχαγό:
—  Ἄφησέ μας νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε!
Κι ὁ λοχαγός τούς ἔλεγε «ὄχι», γελώντας.
Ἐμεῖς τοῦ φωνάζαμε:
— Κύρ λοχαγέ, σέ σένα κρεμόμαστε.
Καί προχωρούσαμε.
Οἱ δρόμοι δεξιά κι ἀριστερά ἦταν σπαρμένοι ἀπό πτώματα πού μύριζαν. Στίς βρύσες ἔστεκαν σκοποί καί φύλαγαν τό νερό, πού ἔτρεχε ἀπ’ τά κανούλια13 ἐμεῖς τό βλέπαμε και διψούσαμε περισσότερο.
Στό δρόμο εἴχανε σκάσει πολλοί. Ἐγώ, βάδιζα μέ τόν ἀδερφό μου, πού κρατοῦσε τό γελιό14 ἑνός Τούρκου ἀπ’ αὐτούς πού μᾶς φύλαγαν σκέφτηκα: «Λεφτά ἔχουμε, ἄς δώσουμε νά πιοῦμε». Κι εἶπα τοῦ ἀδερφοῦ μου:
—  Διψῶ πολύ, θά σκάσω.
— Κάνε κουράγιο, ἀδερφέ, μοῦ λέει, μή φανοῦμε μέ λεφτά καί μᾶς χαλάσουν.
— Ὄχι, δέν ἀντέχω, δῶσε λεφτά καί πάρε νά πιοῦμε.
Μοῦ ‘δωσε, κι ἔτρεξα ἴσια στόν Τοῦρκο.
—  Λίγο νερό, τοῦ λέω, κοντεύω νά ξεψυχήσω.
—  Τί λές, σκυλί; Οὔτε δράμι15 δέ σοῦ δίνω.
— Ἀσκέρ-ἀγά, ψυχικό θά κάνεις, νά πάρε κι αὐτά τά λεφτά.
—  Δῶσ’ τα, μοῦ λέει, καί πιές κρυφά.
Ἤπια, κι ἔδωσα καί τοῦ ἀδερφοῦ μου.
Αὐτά γινότανε Αὔγουστο μήνα.

Τέλος, ἕνα βράδυ, φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία. Ἐκεῖ ὁ κόσμος μᾶς περίμενε μέ ρόπαλα στό χέρι φωνάζοντας:
—  Αἰχμάλωτοι ἔρχονται! Κι ἔτρεχαν κατά μᾶς.
Ὁ λοχαγός τώρα τούς ἔλεγε:
—  Τραβηχτεῖτε μακριά! Ὅταν ἐμεῖς πολεμούσαμε, ἐσείς κάνατε τά κέφια σας.
Αὐτοί τότε σκόρπισαν φωνάζοντας, πώς μιά μέρα οἱ Γιουνάνηδες16 πάλι θά μᾶς χαλάσουν.
Ὁ λοχαγός νευριασμένος, μᾶς μάζεψε ὅλους, σαν τα πρόβατα στό μαντρί, κι ἔβαλε γύρω σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν.
Νερό, ψωμί, τίποτα!
Ὅσοι εἶχαν λεφτά, ἔδιναν στούς σκοπούς κι ἔπιναν. Ἔδωσε κι ἡ παρέα μας σ’ ἕναν ἀράπη καί μᾶς ἔφερε ἕναν ντενεκέ γεμάτο.
—  Κάντε γρήγορα, μᾶς λέει κι αὐτός, ὁ λοχαγός δέν ἀφήνει.
Ἤπια, ἤπια… ὁ ἀδερφός μου μέ τράβηξε νά πιεῖ, ρίχτηκαν κι οἱ ἄλλοι στόν κουβά, καί τό νερό χύθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα, νύχτα ἀκόμα, ὁ λοχαγός φώναξε:
—  Ἑτοιμαστεῖτε!
Μπήκαμε στίς τετράδες σειρά καί κινήσαμε. Μᾶς πῆγε μέσα στη Μαγνησία. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, πού ἦταν μέσα σέ πεῦκα, περιτριγυρισμένο μέ κάγκελα, καί μᾶς παράδωσε στά χέρια ἑνός δεκανέα.
Ἀπό τήν κούραση πείνα δέ νιώθαμε, μονάχα ἡ δίψα μᾶς ἔκοβε. Ξαπλωμένοι σάν ἄρρωστοι κάτω ἀπ’ τά πεῦκα, μασούσαμε τά χλωρά πούσια.17 Καί σά φάνηκαν στόν οὐρανό λίγα σύννεφα, παρακαλούσαμε νά βρέξει. Αὐτά ἅπλωσαν, σκοτείνιασαν, κατέβηκαν χαμηλά, καί πάλι σιγά σιγά χάθηκαν. Ὁ ἥλιος ἔριξε τήν κάψα του τώρα πιό πολλή, κι ἐμεῖς απελπισμένοι φωνάζαμε:
— Νερό! Νερό!
Μά κανένας δέ μᾶς ἄκουγε.

Μετά πέντε ὧρες, ἦρθε ἕνας ξανθός, καλοντυμένος χότζας,18 κι ἐμεῖς ὅλοι μέ μιά φωνή τόν παρακαλούσαμε:
—  Χότζα, Ἀλλάχ ἀσκινά,19 διψοῦμε, νερό!
Σά νά φχαριστήθηκε μέ τά χάλια μας, εἶπε:
— Ἔτσι θέλω νά σᾶς βλέπω ὥς τό τέλος, σάν τά φίδια νά σερνόσαστε. Κι ἔφυγε.
Αὐτός ἔφυγε, κι ἄλλος ἦρθε μέ τό ἁμάξι. Κι ἐμεῖς φωνάζαμε πάλι:
—  Ἀλλάχ ἀσκινά, λίγο νερό, διψοῦμε, δέν ἀντέχουμε!
Σά μᾶς εἶδε καλά καλά καί τοῦτος, εἶπε:
—  Τό γοῦστο μου τό ἔκανα.
Καί διέταξε τόν ἁμαξά νά τραβήξει.
Ἑφτά μέρες περάσαμε ἔτσι. Ὅσοι εἶχαν λεφτά πίνανε, μά ὅσοι δέν εἴχανε πίνανε τό κάτουρό τους.20
Πολλοί πέσανε ψάθα ἀπό πείνα και δίψα. Οἱ συνοδοί μᾶς εἴπανε νά βγεῖ ἀπό μᾶς ἀγγαρεία,21 νά τούς πετάξουμε. Κι ἐμεῖς μαλώναμε ποιός θά πρωτοβγεῖ γιατί θά ‘πινε νερό.22
Βγῆκαν καμιά κοσαριά νομάτοι23 μέ τά κάρα καί τούς πέταξαν μακριά, ἔξω ἀπ’ τήν πολιτεία…
Μέσα στό νοσοκομεῖο ἦταν καί μαγνησαλῆδες24 αἰχμάλωτοι πού μᾶς ἔλεγαν πώς τό συντριβάνι στήν αὐλή ἔχει νερό.
Ἐμεῖς τ’ ἀκούγαμε καί δέν τό πιστεύαμε.
Τή νύχτα ξυπνήσαμε ἀπό φωνές καί μάθαμε πώς οἱ Μαγνησαλῆδες ἔσπασαν τό κιούγκι25 κι ἦρθε νερό. Τότε σηκωθήκαμε ὅλοι καί χτυπιόμαστε ποιός θά πρωτοπιεῖ. Ἀπ’ τίς φωνές μας οἱ σκοποί πήρανε εἴδηση κι ἄρχισαν νά πυροβολοῦν. Ἀφοῦ ἔπεσαν κάμποσα κορμιά, μᾶς ἔκλεισαν σέ συρματόπλεγμα. Ἐκεῖ μέσα παίρναμε λάσπη καί βυζαίναμε.
Καί σ’ ἑφτά μέρες ἀπάνω ἔρχεται πάλι ὁ χότζας κι ἐμεῖς μέ φωνές τόν παρακαλούσαμε.
— Σωπᾶτε, μᾶς λέει, γιατί θά φύγω ἄν φωνάζετε. Ἦρθα, νά σᾶς σώσουμε.
Στό λόγο ἀπάνω, ἔφεραν σέ καλάθια κουραμάνες.26 Μᾶς ἔβαλαν στό ζυγό, δίνοντας στούς δυό νομάτους ἀπό μισή. Ὕστερα μέ τή σειρά μᾶς ἄφησαν στό συντριβάνι νά πιοῦμε νερό.
Ἐκείνη τή μέρα εἶχε ἔρθει ἄνθρωπος μεγάλος ἀπ’ τό Ἀχμετλί, μᾶς ἔλεγαν οἱ στρατιῶτες, κι ἀπό δῶ κι εμπρός θά περάσετε καλά.
Τό βράδυ μᾶς ἔγδυσαν! Ὅ,τι εἴχαμε ἀπάνω μας, δαχτυλίδια, ρολόγια, μᾶς τά πήρανε. Ὥς καί τά χρυσά δόντια μᾶς βγάλανε ἀπ’ τό στόμα.
Τό πρωί μᾶς σήκωσαν. Κι ὅταν ἑτοιμαζόμαστε, μαζεύτηκαν ἀπ’ ἔξω οἱ ζεμπέκηδες,27 μέ ζουρνάδες28 καί νταούλια,29 καί βγαίνοντας μᾶς χτυποῦσαν μέ τά ὅπλα τους. Ἐκεῖ, ἦρθε ἄλλος ἀξιωματικός. Μᾶς παρέλαβε καί ξεκινήσαμε.
Ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία, μακριά τρεῖς ὧρες, ἦταν ἕνα μεγάλο ἀμπέλι, τριγυρισμένο μέ φράχτη. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε μέσα κι ἔβαλε σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν ὥσπου νά ξημερώσει.
Ἐμεῖς σκορπίσαμε στά τρυγημένα κλήματα καί τρώγαμε φύλλα μέ τήν κουραμάνα.
Κι ἅμα νύχτωσε, δυό ἔκαναν νά φύγουν. Οἱ σκοποί τους ἔπιασαν καί μπροστά μας τούς σκότωσαν. Τό πρωί μᾶς ἔλεγε ὁ λοχαγός:
— Ἄπιστα σκυλιά! Ἐγώ κοιτάζω νά σᾶς κάνω καλό κι ἐσεῖς μοῦ φεύγετε;
Καί διέταξε νά μᾶς σηκώσουν.
Ὧρες βαδίζαμε. Καί κεῖ πού κάναμε στάση, σ’ ἕνα σταθμό, ἦρθαν κάμποσοι τοῦρκοι πολίτες, κι εἶπαν τοῦ ἀξιωματικοῦ νά τούς ἀφήσει νά ψάξουν ἀνάμεσά μας κι ἅμα βροῦν κάποιον πού ζητοῦσαν, νά τόν πάρουν.
— Ναί, τούς λέει, κοιτάχτε κι ἅμα τόν βρεῖτε πάρτε τον.
— Ἄφεριμ, ἄφεριμ,30 εἶπαν καί χώθηκαν στό σωρό μας. Τόν βρῆκαν. Ἦταν Ἀρμένης, ὁ περβολάρης τοῦ σταθμοῦ.
— Βρέ κερατά Ἀρμένη, ἐσένα γυρεύουμε.
—  Τί θέλετε ἀπό μένα; τούς εἶπε. Μιά ψυχή ἔχω νά παραδώσω.
Καί μέ τό κεφάλι ψηλά, σά νά ‘θελε νά τόν δοῦμε ὅλοι, πέρασε ἀνάμεσά μας.
—  Πάρτε τον! φώναξε ὁ λοχαγός.
Ὁ Ἀρμένης ἅμα ἄκουσε ἔτσι, ρίχτηκε ἀπάνω σέ κεῖνον πού πρωτάπλωσε νά τόν πιάσει καί μέ πάθος τοῦ δάγκωσε τό λαρύγγι.
Οἱ ἄλλοι τόν χάλασαν ἀμέσως· πρόφτασε μόνο κι εἶπε:
—  Κάντε με ὅ,τι θέλετε, τό αἷμα μου τό πῆρα.
Ἀφήσαμε πίσω μας τό ζεστό κουφάρι, πού τό κλοτσοκυλοῦσαν ἀκόμα, καί τραβήξαμε γιά τόν Κασαμπά. Ἐκεῖ ἦταν ὅλα στάχτη. Σέ μιά μάντρα μᾶς βάλανε. Ἀπό κεῖ βλέπαμε νά περνοῦν ἄλλους αἰχμαλώτους, κι ἀκούοντας ἀπό μακριά τά μαρτύριά τους, δοξάζαμε τό Θεό.

Τό πρωί μᾶς σηκώσανε γιά τό Ἀχμετλί. Ἅμα φτάσαμε, ὁ λοχαγός μᾶς περίμενε στό σταθμό κι ἀπ’ αὐτόν μάθαμε πώς θά μέναμε ἐκεῖ.
Μᾶς τράβηξε σ’ ἕναν ξερότοπο καί μᾶς ἄφησε στόν ἥλιο. Ἐμεῖς τόν παρακαλούσαμε νά μᾶς βάλει ἀπ’ τό ἄλλο μέρος πού εἶχε δέντρα.
—  Ὄχι, μᾶς εἶπε, στόν ἥλιο. Κι ἔφυγε.
Τ’ ἀπομεσήμερο ἔπιασε βροχή· χαρήκαμε. Ἤπιαμε μέ τή φούχτα μας νερό, πλυθήκαμε καί δροσιστήκαμε.
Ἅμα πῆρε τό βράδυ, ἦρθε ὁ λοχαγός καί μᾶς ἔβαλε κάτω ἀπό ‘να ὑπόστεγο. Στό πόδι ξημερωθήκαμε. Ὅλη τή νύχτα ἔβρεχε.
Τό πρωί ἦρθε πάλι· κοντά του εἶχε κι ἕνα γραμματικό. Μᾶς χώρισε σέ λόχους, κι ἔβγαλε τούς τεχνίτες, φουρνάρηδες, ζυμωτῆδες, καμιά δεκαριά, μαραγκούς, σιδεράδες εἴκοσι, χτίστες, σουβατζῆδες31 ἄλλους τόσους· κι ὅπως τούς χώριζε, ἔλεγε:
—  Ἐσεῖς πού τά γκρεμίσατε, νά τά χτίσετε.
Καί τούς παράδωσε στούς στρατιῶτες.
Ὁ γραμματικός φώναξε:
— Μυλωνάς δέν εἶναι κανένας ἀπο σᾶς; Καρπό ἔχουμε32 ν’ ἀλέσουμε. Δέν ξέρει κανένας σας μυλωνάς;
Βγῆκε ὁ ἀδερφός μου καί δυό ἄλλοι.
Οἱ ζυμωτῆδες πῆγαν στό φοῦρνο, κι ἔβγαλαν κουραμάνα, ἀπό κριθάρι ἀκοσκίνιστο. Κι ἀπό κείνη τή μέρα μᾶς μοίραζαν ἀπό ‘να τέταρτο στόν καθένα μας.
Ἕνα βράδυ δυό ζυμωτῆδες ἔκλεψαν λίγο χαμούρι33 γιατί ‘χαν στό νοῦ τους νά τό σκάσουν. Κι ὁ σκοπός τούς ἔπιασε τήν ὥρα πού τό ἔκλεβαν. Τό πρωί τούς πῆγαν στό λοχαγό, πού ἔμενε ἐκεῖ κοντά μας σέ μιά καλύβα.
—  Τοῦτοι ἐδῶ χτές βράδυ ἔκλεψαν χαμούρι γιά νά φύγουν, τοῦ λένε.
Ὁ λοχαγός ἔβγαλε τό πιστόλι του.
— Νά ἔτσι θά πᾶτε σά σκυλιά ὅσοι κάνετε αὐτά, εἶπε καί τούς σκότωσε μπροστά μας. Ὕστερα μᾶς ἔβαλε ἀγγαρεία νά καθαρίσουμε τό σταθμό. Ἀπ’ τήν ἀκαθαρσία, μᾶς πόνεσαν τά μάτια.
Κι ἕνας λοχίας πού μᾶς παράστεκε, Τουράν τόν λέγανε, μᾶς φώναζε ἄγρια καί μᾶς χτυποῦσε, γιά νά τόν καμαρώνουν μέσ’ ἀπ’ τό τραῖνο οἱ γυναῖκες. Κι ὅποιοι ἀπό μᾶς εἶχαν βαρύ πονόματο τούς ἔλεγε πώς θά τούς πάει στό νοσοκομεῖο νά τούς γιατρέψει, κι αὐτός τούς τράβαγε μές στή χαράδρα καί τούς ξεπάστρευε.
Ἕνα βράδυ ὁ λοχαγός ἔδωσε διαταγή στή φρουρά νά ποῦν στά χωριά, ὅσοι θέλουν παραγιούς νά ‘ρχονται νά παίρνουν.
— Ἔχουμε, νά τούς πεῖτε, ἀπ’ ὅλους· τσομπάνηδες, χτίστες, σιδεράδες, ὅ,τι θέλουν.
Τό πρωί ἔφτασαν οἱ μουχτάρηδες34 κι ἄρχισαν νά διαλέγουν πενήντα, ὀγδόντα, ὅσους ἤθελαν ἀπό μᾶς, σά νά ‘μαστε ζωντόβολα.
Τότε συμφωνήσαμε, δώδεκα χωριανοί, νά μάθουμε κανένα καλό χωριό, κι ὅταν ξανάρθουν καί ζητήσουν, νά πᾶμε ὅλοι μαζί.
Ἀπό λίγες μέρες ἕνας δεκανέας πού μᾶς συμπαθοῦσε, γιατί τοῦ εἴχαμε χαρίσει, ἀπό τήν ἀρχή ὅταν πιαστήκαμε, ἕνα ζουνάρι πού τοῦ ἄρεσε, μᾶς λέγει:
— Ἑτοιμαστεῖτε. Ἐδῶ κοντά εἶναι ἕνα καλό χωριό, τό Μπουνάρ – Μπασί, στό Μπόζ – Ντάγ. Θά περάσετε καλά.
Τόν ρωτήσαμε ἄν θά ‘ρθει κι αὐτός μαζί μας.
— Ὄχι, μᾶς λέγει, ἐμένα δέ μ’ ἀφήνει ὁ λοχαγός. Θά σᾶς παραδώσω στό μουχτάρη.
Μᾶς παράδωσε καί φύγαμε.
Στό δρόμο ἀπάνω, βρήκαμε μιά γκορτσιά35 καί πέσαμε στ’ ἄγουρα γκόρτσα.
— Μπρέ σεῖς, ἐλᾶτε, φώναζε ὁ μουχτάρης, μᾶς πῆρε τό βράδυ.
Κι ἐμεῖς μπήκαμε στό δρόμο τρώγοντας.
Στό χωριό φθάσαμε νύχτα. Μᾶς μοίρασαν σέ τρεῖς μεριές, ἀπό τέσσερις.
Εἴκοσι μέρες δουλέψαμε σ’ αὐτό τό μέρος. Κι ἀπ’ τήν πρώτη μέρα πού πήγαμε, βάλαμε μέ τό νοῦ μας νά λιποταχτήσουμε, κι ἀρχίσαμε στά κρυφά νά κρατοῦμε ψωμί, κι ὅ,τι ἄλλο βαστοῦσε ἀπ’ τό φαγί μας, γιά τό δρόμο.
Τέλος ὁρίσαμε τή μέρα. Παρασκευή μεσάνυχτα νά ξεκινήσουμε. Κι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ξύπνησα τό σύντροφό μου, κι ἕνας μέ τόν ἄλλο ξυπνήσαμε ὅλοι. Μά οἱ ἄλλοι μετάνιωσαν. Ἐμεῖς τούς εἴπαμε: τ’ ἀποφασίσαμε πιά, θά φύγουμε. Καί φύγαμε.

Σάν περπατήξαμε καμιά ὥρα δρόμο, ἔξω ἀπ’ τό χωριό, μπροστά μας βρήκαμε ἕναν γκρεμό, ρέμα. Τό βουητό του δέν ἀκουγότανε, ἀπ’ τό πολύ βάθος πού εἶχε. Ἐκεῖ σταματήσαμε.
Πλάγι μας ἦταν ἕνα χωριό. Τά σκυλιά του μᾶς μυρίστηκαν κι ἄρχισαν νά γαβγίζουν.
— Θά φανερωθοῦμε, λέγω στό σύντροφό μου, πρέπει νά τό περάσουμε ἀπόψε.
—  Ναί, μοῦ λέει.
Καί σουρτά,36 πιαστοί στίς πέτρες, κατεβαίνουμε. Μά δέν μπορέσαμε. Στό μισοκατήφορο, σταματήσαμε σέ μιά βραχοσπηλιά. Ἐκεῖ ξημερωθήκαμε.
Ἅμα πῆρε ἡ μέρα, ἀπάνω ἀπό τόν γκρεμό ἀκούσαμε φωνές. Μᾶς εἶχαν πάρει στό κατόπι μικροί μεγάλοι καί μᾶς κυνηγούσανε μέ τά σκυλιά τους.
Οἱ φωνές ἀπό ὥρα μάκρυναν. Ἐμεῖς καθίσαμε ἀκόμα λίγο, κρυμμένοι, κι ὕστερα πήραμε πάλι τόν γκρεμοκατήφορο.
Μεσημέρι κοντά ἔδειχνε μέ τόν ἥλιο, πού φθάσαμε ὥς κάτω στό γούπατο.37
«Βάι, βάι38» εἴπαμε σάν εἴδαμε τό ἄλλο μέρος, πού θ’ ἀνεβαίναμε. Περπατήσαμε γιά λίγο, ὀρθοί, δίπλα στό νερό πού κύλαγε χοχλαστό39 καί μπήκαμε μέσα γλιστροπατώντας ἀπάνω στά τρόχαλα.40 Τό νερό μᾶς ἔφθασε ὥς τό γόνα.
Ὅπως προχωρούσαμε, ἀκούσαμε κοντά μιας κροτοχαρχάλεμα.41 Τρομάξαμε· σμίξαμε κοντά κοντά τά κορμιά μας καί βλέπαμε. Ἀπό πάνω, χαμηλά, περνοῦσαν κοράκια, κάνοντας κύκλους. Σκύψαμε κι ἤπιαμε νερό, δίχως νά διψοῦμε. Ὕστερα βγήκαμε ἀπ’ τό ποτάμι στάζοντας καί πήραμε τό ἀνηφόρι.
Ὁ ἥλιος ἔπεφτε ὅταν ἀναριχτήκαμε, πιάνοντας τίς χορτόριζες. Μέ πολύν κόπο ἀνεβήκαμε. Μᾶς εἶχε πάρει τό βράδυ.
Σά βγήκαμε στό ἴσιωμα, κοιτάξαμε γύρω. Μπροστά μας, λίγο μακριά, φάνηκαν καλύβες <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="γιουρούκης| Τούρκοι ορεινοί. Συνήθως ξυλοκόποι. Στη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>γιουρούκικες.42 Τά σκυλιά γάβγιζαν. Οἱ τσομπάνηδες φώναξαν ἀναμεταξύ τους:
—  Τά σκυλιά ἀλυχτοῦν,43 ἄνθρωποι εἶναι. Καί ντουφέκισαν στόν ἀέρα.
Ἐμεῖς λοξέψαμε στόν γκρεμό καί περπατούσαμε σκυφτοί ἄκρια ἄκρια, ὥσπου πέσαμε σ’ ἕνα ἐρειπωμένο χωριό. Καθώς προχωρούσαμε μές στά χαλάσματα, λίγα βήματα μπροστά μας, ἀκούσαμε βόγγο. Πλησιάσαμε. Ἀπάνω σέ ἀδειασμένο στρῶμα ἀπό ἄχυρο ἦταν ξαπλωμένο ἕνα σκυλί.
Ὅταν μᾶς εἶδε, ἔκανε νά σηκωθεῖ. Δέν μπόρεσε. Μᾶς κούνησε τήν οὐρά του ἀπάνω στό χῶμα, ἀνοιγόκλεισε τά μάτια του, πού γυάλιζαν στό φεγγάρι, καί μεταβόγγηξε. Καθίσαμε κοντά του, σ’ ἕνα μισότοιχο τῆς σωριασμένης αὐλῆς. Ἀπάνω σέ σωρούς ἀπό ἄχρηστα πράγματα κούρνιαζαν κότες ξεπουπουλιασμένες, κατάστεγνες ἀπ’ τή δίψα. Εἴπαμε νά πάρουμε καμιά, μά ποῦ φωτιά. Κοιτάξαμε τό σκυλί καί τραβήξαμε. Ὅλη τή νύχτα περπατούσαμε στό φεγγάρι καί ξαφνιαζόμαστε μέ τούς ἴσκιους μας.
Κοντά ξημερώματα, πέσαμε στά λιβάδια τοῦ Μπόζ – Ντάγ, ὅπου ἔβοσκαν γίδια· τά φύλαγε γυναίκα. Βιαστήκαμε νά τά περάσουμε, δέν προφτάσαμε. Μᾶς ἔζωσε τό κοπάδι. Ἡ γυναίκα σκυφτή ἔπλεκε· δέ μᾶς πρόσεξε, περάσαμε.

Τήν τέταρτη μέρα πέσαμε στό Ὀντεμίς.44 Ὅπως πηγαίναμε, ἀπαντήσαμε ἕνα μύλο.
—  Ἔ, σύντροφε, τοῦ λέω, ποῦ θά πάει αὐτό, ὅλο δρόμο, δρόμο; Καί τοῦ ‘δειξα τό μύλο, μέ νόημα.
—  Τί, νά τόν σπάσουμε; μοῦ λέει.
—  Ναί, εἴπαμε κι οἱ δυό καί πάλι μετανιώσαμε.
Ἀπό κεῖ βγήκαμε σέ δημόσιο δρόμο. Τραβηχτήκαμε στό δάσος νά κρυφτοῦμε. Κοντά μεσημέρι, εἴδαμε ἕναν κυνηγό στήν ἀπέναντι ράχη. Τό σκυλί του γάβγιζε· φοβηθήκαμε.
Μπουσουλώντας, πήγαμε ὥς δέκα μέτρα καί λουφάξαμε πίσω ἀπό ‘να κορμόδεντρο, παραμονεύοντας τόν κυνηγό πότε θά φύγει. Βαρεθήκαμε. Ἔμεινε ὥς ἀργά τό βράδυ. Κάναμε τότε τό σταυρό μας καί δρόμο.
Πρίν ξημερώσει, εἴχαμε φτάσει ἔξω ἀπό τήν πολιτεία Μπανός. Ὥς τό Βαϊντίρι κοντά ἔφταναν τά λιόδεντρά της. Ἀπ’ τήν πείνα μας, τρώγαμε τίς ἄγουρες ἐλιές καί μᾶς πίκρισε τό στόμα.
Ἅμα μερώσαμε λίγο τήν πείνα μας, σταθήκαμε καί βλέπαμε τήν πολιτεία. Ἀντίκρυ μας περνοῦσε τό τραῖνο. Πῆγε, ἦρθε, δυό τρεῖς φορές. Ὁ κόσμος πού ἔβγαινε σκορποῦσε στούς δρόμους· δέν μπορούσαμε νά περάσουμε. Σουρούπωσε κι οἱ δρόμοι ἀκόμα ἦταν γεμάτοι κόσμο. Φύγαμε ἀργά, νύχτα.
Ἀπ’ τό Βαϊντίρι περάσαμε γρήγορα καί πέσαμε στό ποτάμι τό Μαίαντρο.45 Τό νερό μᾶς ἦρθε ὥς τή μέση. Τό περάσαμε.
Βγαίνοντας, μπροστά μας φάνηκαν πρόβατα. Δέν μπορούσαμε νά κάνουμε πίσω, πέσαμε μές στό κοπάδι. Τά σκυλιά μᾶς μούνταραν46 κι ἐμεῖς τά διώχναμε μέ τά ξύλα π’ ἀκουμπούσαμε. Αὐτά, τίποτα· τά μαυλίσαμε47 καί σκυφτοί, σιγά σιγά, τραβηχτήκαμε.
Σά μακρύναμε πολύ ἀπ’ τό κοπάδι, καθίσαμε. Δέν μπορούσαμε οὔτ’ ἕνα βῆμα νά κάνουμε. Κι ἕνα μικρό παιδάκι μᾶς ἔπιανε.

Τέλος φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τό χωριό μας. Μπήκαμε στό δάσος, κι ἀπό κεῖ τό βλέπαμε στήν κορφή, ὅπως τό ξέραμε. Καμιά πενηνταριά φῶτα ἔκαιγαν. Τά σκυλιά ἀλυχτοῦσαν. Ἦταν ὅπως τότες, πού ἤμασταν ἐκεῖ. Κλάψαμε. Μᾶς φάνηκε πώς γλιτώσαμε ἀπό φυγόστρατοι καί γυρίζαμε στά σπίτια μας νά ἡσυχάσουμε.
—  Πᾶμε, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου, ἴσως ἀκόμα νά ‘ναι οἱ δικοί μας, πᾶμε νά δοῦμε γιά νά πιστέψουμε.
Καί ξεκινήσαμε χωριστά, ἀφοῦ πρῶτα ὁρίσαμε τήν ἄλλη μέρα ν’ ἀνταμώσουμε στή σπηλιά. Αὐτός τράβηξε σέ ἄλλο μαχαλά,48 ἐγώ σέ ἄλλον. Ὅπου κι ἄν πήγαμε, ὅλα ρημαγμένα. Τά σπίτια ἀνοιχτά, ἄδεια, οἱ πόρτες σπασμένες μέ τά τσεκούρια. Μονάχα στήν ἀγορά ἔμεναν ἀκόμα λίγοι Τοῦρκοι καί στήν ἀστυνομία ὁ σκοπός. Στό σκολειό, πού τό ‘χαν γεμάτο ἔπιπλα καί ροῦχα, ἀπό μέσα ἀκουγόταν κουβέντα. Ἀποτραβήχτηκα καί γύριζα ὅλη τή νύχτα, μέ τό φόβο μου συντροφιά.
Τό πρωί π’ ἀνταμώσαμε, μᾶς πῆραν τά κλάματα. Ἐμεῖς λογαριάζαμε πώς κάτι θά βρίσκαμε στό χωριό, ἀφημένο ἀπ’ τούς δικούς μας. Μά δέ βρήκαμε τίποτα καί στήν ἀπελπισιά μας, ριχτήκαμε στούς συκομπαξέδες.
Ὕστερα ἀπό μιά βροχή τά σύκα χάλασαν, μά εἶχαν ἀρχίσει νά ὡριμάζουν τά κάστανα κι οἱ ἐλιές. Μαζέψαμε ὅσο καρπό μπορούσαμε καί τόν βάλαμε στή σπηλιά μας.
Μιά μέρα πού καθόμαστε ἀπέξω καί βλέπαμε ἀντικριστά μας ἕνα μύλο,
— Σύντροφε, τοῦ λέω, ὅσο κι ἄν τρώγω, μοῦ ‘ρχεται λιγούρα. Δέν πᾶμε νά στήσουμε πόστο,49 κι ἅμα φύγει ὁ μυλωνάς νά τόν πατήσουμε;
— Καί δέν πᾶμε, μοῦ λέει. Καί πήγαμε.
Οἱ πελάτες ἦρθαν καί φύγαν. Σά βράδιασε, ὁ μυλωνάς καβαλίκεψε τ’ ἄλογό του κι ἔφυγε κι αὐτός.
Περιμέναμε ὥς τά μεσάνυχτα, μήπως βγεῖ κανένας ἀπό μέσα ἤ γυρίσει ὁ ἴδιος πίσω. Δέ φάνηκε τίποτα. Σταυρώσαμε τό στῆθος μας καί πήγαμε.
Ἡ κλειδαριά ἦταν σπασμένη, μ’ ἀπό μέσα εἶχε ἀμπάρα.50 Ἀπ’ τό βοριά, πού ‘βγαινε τό νερό, μπήκαμε. Ἕνα νυχτοφάναρο ἔκαιγε μπροστά στό στόμα τοῦ φούρνου. Τρομάξαμε. Καί πάλι εἴπαμε: «ψωμί νά φᾶμε κι ἄς πεθάνουμε». Κοιτάξαμε τό ντουλάπι. Εἶχε τό μπαρντάκι51 μέ λάδι, ντομάτες, ἁλάτι. Μές στό καλάθι δυό πίτες. Στό παράθυρο τά τσανάκια52 βαλμένα μπρούμυτα. Κάναμε σαλάτα καί φάγαμε. Εὐχαριστήσαμε τό Θεό σά νά τόν εἴχαμε μπροστά μας, καί κουβεντιάσαμε μέ λαχτάρα. Παρηγορηθήκαμε.
Ὕστερα σηκωθήκαμε καί ψάχναμε παντοῦ. Σέ μιά θυρίδα εἶχε καμιά κοσαριά κεριά τῆς ἐκκλησιᾶς. Τά πήραμε. Σ’ ἕνα βαρέλι, ἀλεύρι καί μισό σακί στάρι. Βάλαμε νά τό ἀλέσουμε. Ἀφήσαμε τό νερό κι ὁ μύλος ἄρχισε ν’ ἀλέθει.
Κόντευε πιά νά ξημερώσει. Μαζέψαμε ὅ,τι ἄλλο μᾶς χρειαζόταν, βάλαμε τό ἀλεύρι σέ δυό σακιά καί τραβήξαμε στό δάσος. Ἀπό κεῖ παραφυλάγαμε, νά δοῦμε καί ν’ ἀκούσουμε τί θά γινόταν.
Ὁ μυλωνάς ἦρτε, σάν πῆρε ἡ μέρα, μέ πελάτες γιουρούκηδες.
Μόλις μπῆκαν, ἀκούστηκαν φωνές. Ὁ μυλωνάς ἔβριζε, θαρρώντας πώς κλέφτηκαν συναμεταξύ τους.
Φυλάξαμε ἐκεῖ ὥς τό μεσημέρι. Ἅμα εἴδαμε ἡσυχία, πήγαμε στή σπηλιά, νά συμμαζέψουμε ὅ,τι εἴχαμε πάρει ἀπ’ τό μύλο. Εἴχαμε κάνει πιά καλά τό κουμάντο μας:53 λάδι, ἀλεύρι, ἁλάτι, ἀπό τούς γύρω μπαξέδες μελιτσάνες, ντομάτες. Τή νύχτα μαγειρεύαμε στή σπηλιά καί ψήναμε ζυμαρόπιτες στή θράκα.54 Τό πρωί παίρναμε τό φαγί μας καί τραβούσαμε στό δάσος. Ἐκεῖ βραδιάζαμε.

Μιά μέρα, ὅπως καθόμαστε προφυλαγμένα, μπροστά μας παρουσιάστηκε ἕνας Γιουρούκης μέ δίκαννο. Μᾶς κοίταξε καλά. Ἐμεῖς τρομάξαμε. Τόν περάσαμε γιά ἀγροφύλακα.
—  Ἀπό ποῦ εἶστε, πατριῶτες; μᾶς ρώτησε.
— Ἀπό τή Μακεδονία, <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="μουατζίρης| μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονία, μουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>μουατζίρηδες55 τοῦ λέμε, καί ἡ κυβέρνηση μᾶς ἔστειλε ἐδῶ, στό Τσαβίρ – Κιόι. Αὐτό τό χτῆμα τώρα εἶναι δικό μας. Ἐσύ τί θέλεις ἐδῶ;
— Νά, περνοῦσα καί μπῆκα νά μάσω λίγα κάστανα· τώρα ἔφυγαν οἱ Γκιαούρηδες56 εἶπε κι ἔφυγε.
Σά χάθηκε ἀπό μπροστά μας, κοιταχτήκαμε.
—  Ἔι, σύντροφε, τοῦ λέω, ὁ ἥλιος βασίλεψε, πᾶμε.
Στό δρόμο μας ἀπαντήσαμε ἕνα ξωκλήσι. Μπήκαμε νά γονατίσουμε, καί νά παρακαλέσουμε, ἴσως μᾶς φανεῖ κανένας ἅγιος, νά τοῦ ποῦμε τόν πόνο μας. Δέν εἴδαμε τίποτα. Μονάχα τοίχους γυμνούς καί σανίδια.
Συλλογισμένοι γυρίσαμε στό γιατάκι57 μας. Ὅλη τή νύχτα δέν κλείσαμε μάτι ἀπό φόβο μήν ἔρτουν καί μᾶς πιάσουν, ἀπάνω στόν ὕπνο. Καί δέν ἦταν μόνο αὐτό πού μᾶς βασάνιζε. Εἴχαμε καί τή φαγούρα ἀπό τίς ψεῖρες πού δέν μᾶς ἄφηναν σέ ἡσυχία. Καλύτερα εἴχαμε νά πεινᾶμε, καί νά γλιτώναμε ἀπ’ αὐτές.
Κι ἔτσι, σκεφτήκαμε τό πρωί νά κατέβουμε κάτω ἀπ’ τή σπηλιά, πού ἦταν ρέμα. Σούρουπο ἀκόμα πήγαμε, κι ἀνάψαμε φωτιά μέ ξερά ξύλα. Ὥσπου νά κάψει τό νερό κουρευτήκαμε, ξουρίσαμε τίς τρίχες καί τά γένια μ’ ἕνα ξουράφι κι ἕνα ψαλίδι, πού εἴχαμε βρεῖ στό χωριό. Ὕστερα γδυθήκαμε καί ζεματίσαμε τίς ἀλλαξιές μας. Ἐκείνη τή μέρα ἡσυχάσαμε. Ἀπό δυό μέρες, πάλι ἡ ψείρα. Κάθε μέρα μέ τό ζεμάτισμα τίς ξεκάναμε· γλιτώσαμε κι ἀπ’ αὐτές.
Τώρα μᾶς εἶχε σωθεῖ τ’ ἀλεύρι. Μέσα σέ πενήντα μέρες, εἴχαμε φάει ὥς σαράντα οκάδες58 ψωμί. Πιο κάτω, εἶχε κι ἕναν ἄλλο μύλο, ἀπάνω στό δρόμο. «Νηστικό σκυλί φοῦρνο τρυπάει». Εἴπαμε νά πᾶμε καί σ’ αὐτόν, κι ἀρχίσαμε νά παραφυλᾶμε. Μά ὁ μυλωνάς ἔμενε ἐκεῖ.
Τέλος, μιά μέρα, ἔφυγε γιά τό χωριό μέ ἄλλους τρεῖς συντροφιά. Βράδιασε κι οἱ δρόμοι δούλευαν ἀκόμα. Πῆγε μεσάνυχτα κι ὁ μυλωνάς δέ φάνηκε. Εἴπαμε δέ θά ‘ρτει καί ζυγώσαμε στό μύλο. Ἀφουγκραστήκαμε· ὁμιλία καθόλου. Σπρώξαμε τήν πόρτα· φάνηκε νά ‘ναι γερά κλεισμένη ἀπό μέσα. Ἀποφασίσαμε νά μποῦμε ἀπ’ τό φοῦρνο, πού ‘χε παράθυρο.
— Ἐσύ, λέγω στό σύντροφό μου, νά φυλᾶς τό δρόμο κι ἄν δεῖς τίποτα, δῶσε μου εἴδηση.
Ἐγώ ἔσπασα τό τζάμι καί πήδησα μέσα. Ἀπάνω ἀπ’ τό παράθυρο κρεμόταν ἕνα καλάθι κι ἔπεσε. Πάγωσα. «Ὁ μυλωνάς», εἶπα μέσα μου κι ἔτρεμα. Μά πιό δυνατή ἦταν ἡ πείνα. Κατέβηκα κι ἄνοιξα. Ὁ σύντροφός μου μπῆκε καί μετάκλεισε τήν πόρτα. Ἀνάψαμε φῶς καί ψάξαμε παντοῦ. Μές στό ντουλάπι βρήκαμε δυό ψωμιά, μιά χύτρα μαγειρεμένα φασόλια, στό ράφι ἀπάνω σαπούνι, καπνό <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="…και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…| το κείμενο στην α' έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>καί μιά ζωστήρα, πού τή φόρεσα.59 Πίσω ἀπ’ τήν πόρτα, σέ μιά κόφα,60 εἶχε λερά ροῦχα, δίπλα ἕνα τσουβάλι ἀλεύρι κι ἕνα, σιτάρι. Τά μαζέψαμε ὅλα, πήραμε τήν κατσαρόλα μέ τό φαΐ καί φύγαμε. Ἡ σπηλιά μας ἦταν κοντά στό μύλο, σιγά σιγά τ’ ἀνεβάσαμε.
Τό πρωί, πρίν ξημερώσει, πήγαμε ἀντίκρυ νά παραφυλάξουμε. Ὁ μυλωνάς ἦρθε μοναχός του, κι ἔφυγε βρίζοντας γιά τό χωριό. Δέν πέρασε μισή ὥρα κι ἀπάνω στό δρόμο φάνηκε ἀπόσπασμα ἱππικό. Ἀπό τό φόβο μας, ὅλη μέρα κρυφτήκαμε μέσα στή σπηλιά.
Σάν ἔφεξε ἡ ἄλλη μέρα, πήραμε ψωμί καί φύγαμε. Ἔτσι κάναμε κοντά μιά βδομάδα. Δέ φάνηκε τίποτα. Ἡσυχάσαμε.
Κάτω ἀπ’ τή σπηλιά μας ἦταν μεγάλα ἐλιόδεντρα. Ὁ ἥλιος δέν ἔβλεπε τό κορμί τους, τόσο πυκνά ἤτανε. Ἕνα βράδυ μπήκαμε νά μαζέψουμε ἐλιές. Ἐκεῖ πού μαζεύαμε, ἀκούσαμε ὁμιλία.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω ζυγώνοντας, ἄνθρωποι εἶναι ἐδῶ, νά κρυφτοῦμε.
Δέν ἀπόσωσα τήν κουβέντα κι ὥς δυό μέτρα, ἀπάνω στό δρόμο, φάνηκαν ἄντρες, γυναῖκες, κάτι Γιουρούκηδες. Ὅπως περνοῦσαν μπροστά ἀπ’ τά δέντρα, λέει ἕνας:
—  Βάζω στοίχημα, ἐδῶ μέσα ἔχει ἀκόμα Γκιαούρηδες.
Σά μάκρυναν, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου:
— Πρέπει ν’ ἀλλάξουμε γιατάκι. Καί μέ προφύλαξη γυρίσαμε στή σπηλιά μας.
Οὔτε φάγαμε κεῖνο τό βράδυ. Γείραμε μέ τήν ἔννοια πώς θά πιαστοῦμε.
Σά χάραξε ἡ ἄλλη μέρα, μαζέψαμε τά πράματά μας καί πήγαμε μακρύτερα σέ ἄλλη σπηλιά, πού τήν ξέραμε ἀπό πρίν. Ἐκεῖ βολευτήκαμε καλύτερα. Ἦταν βαθιά μέσα καί φαρδιά ὥς δυό μέτρα. Ἀπ’ τό χωριό εἴχαμε πάρει μιά σκαφιδούλα καί δυό τενεκέδες ἀπό λάδι. Ἐλιές εἴχαμε μπόλικες. Τίς τσακίσαμε λιῶμα, τίς βάλαμε σ’ ἕναν τρουβά61 καί τίς περιχύναμε μέ βραστό νερό, ζουλώντας τες καλά μέσα στή σκαφίδα. Μετά ρίξαμε τό λαδόνερο στόν τενεκέ, πού τού εἴχαμε τρυπήσει τόν πάτο καί σιγά σιγά τό νερό ἔφευγε κι ἔμενε τό λάδι.
Αὐτή τή μέρα μαγειρέψαμε, φάγαμε καλά καί ξαπλώσαμε. Τό φῶς ἔμπαινε ὥς βαθιά μέσα στή σπηλιά κι ἔκανε τίς ἀράχνες νά κουνηθοῦν μές στό ὑφάδι τους. Χαρήκαμε τή συντροφιά τους.
Τέσσερις μῆνες σωστούς ζήσαμε ἐδῶ μέσα.
Καί στούς τέσσερις ἀπάνω, ἕνα πρωί, ὅπως διάβαζα, ψέλνοντας ἀπό μιά σύνοψη62 πού τήν εἶχα βρεῖ στό χωριό,
— Πάψε, μοῦ λέει σκουντώντας ο σύντροφός μου, ὁμιλία ἀκούω.
Καί κοίταξε μέσ’ ἀπ’ τό βάθος.
Μπροστά ἀπό τή σπηλιά, ὥς δέκα πόδια, περνοῦσε ἕνα μονοπάτι. Τά βήματα ὅλο καί ζύγωναν. Ἡ σπηλιά τραβοῦσε μέσα τήν κουβέντα σά ρουφήχτρα.
—  Ἐδῶ ἔπρεπε νά ‘ναι τά βόδια μας…
Καί φάνηκαν. Ἦταν δυό γιουρούκηδες γελαδάρηδες· κι ἐμεῖς ἑτοιμαστήκαμε μέ τά ρόπαλα στό χέρι, ἄν τύχαινε νά μᾶς δοῦν, νά τούς σκοτώσουμε.
Δέ μᾶς εἶδαν. Πέρασαν ἥσυχα, κουβεντιάζοντας, μέ τά χέρια πίσω στή μέση.
Πάλι μοῦ λέγει ὁ σύντροφός μου:
—  Κι ἀπό δῶ πρέπει νά φεύγουμε.
— Βρέ φίλε, τοῦ ἀποκρίθηκα, ποῦ ἀλλοῦ νά πᾶμε;
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέ μένω. Ἴσως νά εἶδαν καί πῆγαν ἴσια στό φρουραρχεῖο.
—  Καλά, ἄς γίνει ἔτσι, τοῦ ἀπάντησα.
Καί ξεκινήσαμε νά βροῦμε ἄλλη κρυψώνα. Ὥς τ’ ἀπόγευμα ψάχναμε. Βρήκαμε σ’ ἕνα μέρος πού τό λέγαν Ἁγια-Τριάδα, σπήλαιο κι αὐτό, καί κουβαλήσαμε νύχτα τά πράματά μας.
Δέκα μέρες περάσανε, κι ἀπ’ τό φόβο μας δέν εἴχαμε βγεῖ ἔξω. Οἱ τροφές ἄρχισαν νά σώνονται μέρα μέ τή μέρα. Στό τέλος μείναμε νηστικοί. Τό μάτι μας εἶχε θολώσει ἀπ’ τήν πείνα.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω, δέ βαστῶ πια. Νά σκοτώσουμε τό μυλωνά;
— Πάψε, μοῦ λέγει, μή θέλεις νά χάσεις τήν ψυχή σου. Σε λίγο βγαίνουν τά σπαρτά, τά ρεβίθια, κι ἔτσι θά φᾶμε πάλι.
—  Σύντροφε, τοῦ μετάπα, ὥς τώρα τρώγαμε φαΐ κι ἀπάνω μας δέν πήραμε· μέ τά χορτάρια θά ζήσουμε; Ἤ θά βροῦμε νά φᾶμε, ἤ θά τραβήξουμε μές στή Σμύρνη, νά παραδοθοῦμε.
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέν παραδίνουμαι σέ τούρκικα χέρια. Ἐδῶ μέσα, στή σπηλιά θά πεθάνω.
— Μήν τό παίρνεις ἔτσι, σύντροφε, τοῦ εἶπα, ἐκεῖ εἶναι πολιτεία, δέν μποροῦν νά μᾶς χαλάσουν.
—  Ὄχι, μοῦ ἀπαντᾶ, αὐτό δε γίνεται.
— Ἔ, τότε νά γίνει ἕνα ἄλλο. Νά κάνουμε τούς Τούρκους καί νά κατέβουμε νά πιάσουμε δουλειά. Κι ὅ,τι μᾶς εἶναι γραμμένο θά γίνει.
—  Σύμφωνος, μοῦ λέει.
— Μά κι οἱ δυό μαζί δέν κάνει, τοῦ λέω, γιατί μπορεῖ ἀπάνω στήν κουβέντα μας νά πιαστοῦμε.
Κι ἔτσι ἀποφασίσαμε νά χωρίσουμε. Αὐτός νά κατέβει σέ ἄλλο χωριό κι ἐγώ σέ ἄλλο.
— Ποιό μέρος ξέρεις ἐσύ; τόν ρώτησα.
—  Τό Ἀϊντίν,63 μοῦ λέγει.
— Καλά, ξέρω κι ἐγώ τά Θεῖρα. Ἐκεῖ μπορῶ νά κάνω τόν τσομπάνο. Ἀπό ζωντανά γνωρίζω.
Καί μείναμε σύμφωνοι στούς δυό μῆνες, ἄν δέν μᾶς καταλάβαιναν, ν’ ἀνταμώναμε στά Θεῖρα ἤ στά μαντριά.
— Ἄν δέ μᾶς ἔβρει κακό, μοῦ λέει, καί κοίταξε ἔξω τή μαυρίλα, πού ἔμπαινε σάν καπνός μές στή σπηλιά.
Νύχτα μεσάνυχτα ἔπιασε δυνατή βροχή. Ἀπ’ τίς ἀστραπές λέγαμε πώς θ’ ἀνοίξει τό σπήλαιο. Πιάσαμε κουβέντα μές στό σκοτάδι. Καί τί δέν εἴπαμε. Ὥσπου φτάσαμε στό χωρισμό μας. Παίρναμε ἀπόφαση καί μετανιώναμε· παίρναμε ἄλλη καί πάλι ξαναμετανιώναμε.
Σάν ξημέρωσε, πρῶτος σηκώθηκε ὁ φίλος, πῆρε τό ξουράφι, τ’ ἀκόνισε στή ζώστρα του καλά64 καί πικρογέλασε.
—  Ἔλα, μοῦ λέει, μή στέκεις, καί μοῦ ἔγειρε τό λαιμό.
Μέ ξύρισε, τόν ξύρισα κι ἐγώ, καί κοιταχτήκαμε.
—  Μοιάζω γιά Τοῦρκος; τοῦ λέγω.
—  Ἴδιος Μεμέτης65 εἶσαι.
—  Καί σύ σάν Τουρκοκρητικός μοιάζεις.
—  Ἄι, πᾶμε τώρα, γιατί ἀδυνατίσαμε.
Πιάσαμε τά χέρια καί δέν τ’ ἀφήναμε. Εἴπαμε πώς δέ θά ξανανταμώναμε. Κλάψαμε καί συχωρεθήκαμε.
Κι ὁ καθένας μας πῆρε τό δρόμο τῆς μοίρας του. Κι ὅπως πηγαίναμε, κοιταζόμαστε, ὥσπου τόν ἔχασα ἀπ’ τά μάτια μου.
— Ἀνόητε, εἶπα τότε στόν ἑαυτό μου, κι ἔκανα νά τρέξω πίσω του. Μά ἡ καρδιά μου εἶπε ὄχι. Πάντα ἄκουα τήν καρδιά μου, τό συνήθιζα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ – ΣΧΟΛΙΑ

 * Το κείμενο παρατίθεται όπως στην έκδοση: Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, στ’ έκδ. Κέδρος 1977.
Όσων σχολίων η επεξήγηση είναι με πλάγια γράμματα, είναι του συγγραφέα και προέρχονται από την πρώτη έκδοση του έργου (1929), την οποία ευγενικά μας παραχώρησε το Ε.Λ.Ι.Α. (Εταιρεία Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου), το οποίο και ευχαριστούμε.
(Στην α’ έκδοση (1929) ο Στρατής Δούκας διατήρησε σχεδόν ανέπαφη την έκταση της ιστορίας, έτσι όπως την άκουσε από την πραγματική της πηγή, τον Νικόλα Κοζάκογλου, καθώς επίσης και τα στοιχεία του προφορικού λαϊκότροπου λόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχή του βιβλίου:
«Όταν έγινε η καταστροφή της Σμύρνης είμουνα εκεί.
Έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος.
Από τη Σμύρνη μας έμασαν όλους και μας έκλεισαν στους στρατώνες για να μας στείλουν στο Εσωτερικό. Μόλις βγήκαμε βαδίσαμε στην αγορά. Κι’ είμαστε κάνα δυο χιλιάδες αιχμάλωτοι. Εκεί ήταν και ναύτες Γάλλοι, δεξιά κι αριστερά, μαζί με τους Τούρκους και κάνανε γούστο»).

  1. Στην καταστροφή της Σμύρνης…· γίνεται λόγος, φυσικά, για την πυρπόληση της Σμύρνης και τις βιαιοπραγίες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών κατοίκων της (Αρμενίων και Ελλήνων) τον Σεπτέμβριο του 1922.
  2. Πούντα· παραλιακή συνοικία της Σμύρνης, όπου βρισκόταν και ο σιδηροδρομικός σταθμός για το Αϊδίνι. Τις μέρες της Καταστροφής πολλοί πρόσφυγες είχαν καταφύγει εκεί, με την ελπίδα να βρουν πλοίο και να σωθούν.
  3. θα μας χαλάσουν όλους· θα μας σκοτώσουν.
  4. Κι εμείς π’ ακούγαμε… «σκοποβολή κάνουνε»· πρόκειται για ένα είδος ψυχολογικής άμυνας των αιχμαλώτων με τη δημιουργία ψευδαισθήσεων.
  5. Μας έβγαλαν στην αυλή και μας χώρισαν απ’ τους πολίτες· ο αφηγητής είναι προφανώς στρατιώτης.
  6. λεφούσι· ασύνταχτο πλήθος.
  7. Φράγγοι· Γάλλοι. Εδώ, προφανώς, υπονοούνται γενικά όλοι οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής καταστροφής και ιδιαίτερα στην καταστροφή της Σμύρνης επέδειξαν όχι μόνο ανθελληνική, αλλά σε μεγάλο βαθμό μη ανθρωπιστική στάση.
  8. Χαφούζης· Τούρκος που γνωρίζει να απαγγέλλει το Κοράνι.
  9. ασκέρ αγάς· επικεφαλής των στρατιωτών, αξιωματικός.
  10. κιτάπι· βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις. Εδώ: το ιερό βιβλίο των μουσουλμάνων, το Κοράνι.
  11. εφές· ο εφέντης, το παλικάρι, ο άξιος και ικανός.
  12. Μαγνησία· πόλη της Μ. Ασίας στην αριστερή όχθη του Έρμου ποταμού. Σ’ αυτή την πόλη μεταφέρθηκε ένα μεγάλο τμήμα από τα διαβόητα «τάγματα εργασίας».
  13. κανούλια· κάνουλες.
  14. γελιός· γυλιός· στρατιωτικό σακίδιο ώμου, που περιέχει ατομικά είδη.
  15. δράμι· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση περίπου με 3 γραμμάρια. Εδώ: πολύ μικρή ποσότητα.
  16. Γιουνάνηδες· έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες.
  17. πούσια· στρώμα από βελόνες πεύκου, που σχηματίζεται κάτω από το δέντρο.
  18. χότζας· μουσουλμάνος ιερωμένος ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το Κοράνι.
  19. Αλλάχ ασκινά· για όνομα του Θεού!
  20. πίνανε το κάτουρό τους· κορυφώνεται η σωματική εξαθλίωση των αιχμαλώτων.
  21. αγγαρεία· στρατιωτικός όρος: προσφορά αναγκαστικής εργασίας.
  22. Κι εμείς… θα ‘πινε νερό· Σ’ αυτό το σημείο τονίζεται, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, η ηθική εξαθλίωση στην οποία έχουν οδηγηθεί οι αιχμάλωτοι.
  23. καμιά κοσαριά νομάτοι· περίπου 20 άνθρωποι.
  24. μαγνησαλήδες· αυτοί που κατάγονται από την περιοχή Μαγνησία της Μ. Ασίας.
  25. κιούγκι· πήλινος σωλήνας αποχέτευσης.
  26. κουραμάνα· το ψωμί που έτρωγαν οι στρατιώτες.
  27. ζεμπέκης ή ζεϊμπέκης· χωροφύλακας ή επαγγελματίας στρατιώτης της Οθωμανικής Τουρκίας, που προερχόταν κυρίως από εξισλαμισθέντες Έλληνες της Μ. Ασίας.
  28. ζουρνάς· λαϊκό ξύλινο πνευστό όργανο.
  29. νταούλι· παραδοσιακό, κρουστό όργανο με βροντερό ήχο· κάτι σαν τύμπανο.
  30. άφεριμ, άφεριμ· μπράβο, μπράβο!
  31. σουβατζήδες· εργάτες για την επίστρωση επιφανειών τοίχων, οροφών κ.ά. Αμμοκονιαστές.
  32. καρπό έχουμε· εννοεί σιτάρι, κριθάρι κλπ.
  33. χαμούρι· ζυμάρι.
  34. μουχτάρης· ο πρόεδρος της κοινότητας ενός χωριού, αλλά και ο νομάρχης.
  35. γκορτσιά· αγριαχλαδιά.
  36. σουρτά· σερνάμενοι.
  37. γούπατο· εδαφική περιοχή που βρίσκεται χαμηλότερα από τα γύρω μέρη.
  38. βάι, βάι· αχ, αχ!
  39. χοχλαστό· κοχλαστό, αναταραγμένο.
  40. τρόχαλα· μεγάλες πέτρες.
  41. κροτοχαρχάλεμα· θόρυβος από τις πατημασιές πάνω στις πέτρες.
  42. γιουρούκης· Τούρκοι ορεινοίΣυνήθως ξυλοκόποιΣτη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.
  43. αλυχτούν· γαβγίζουν.
  44. Οντεμίς· η αρχαία ελληνική πόλη Οδεμήσιον.
  45. Μαίαντ(δ)ρος· ποταμός της Μ. Ασίας, κοντά στην αρχαία Μίλητο. Λόγω των πολλών ελιγμών του ρου του, ονομάζεται έτσι και το ομώνυμο διακοσμητικό στοιχείο.
  46. μουντάρω· κινούμαι απειλητικά, ορμώ.
  47. μαυλίζω· εδώ: ξεγελώ διάφορα ζώα με απομίμηση της φωνής τους.
  48. μαχαλάς· γειτονιά, συνοικία.
  49. να στήσουμε πόστο· να βρούμε θέση ελέγχου.
  50. αμπάρα· σιδερένιος λοστός στην εσωτερική πλευρά της πόρτας για ασφάλεια.
  51. μπαρντάκι· σκεύος όμοιο με κανάτα.
  52. τσανάκι· πήλινο πιάτο των χωρικών, γαβάθα.
  53. είχαμε κάνει το κουμάντο μας· είχαμε εφοδιαστεί με τα αναγκαία.
  54. θράκα· σωρός από αναμμένα κάρβουνα και στάχτη.
  55. μουατζίρης· μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονίαμουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.
  56. γκιαούρηδες· υβριστικός χαρακτηρισμός των Ελλήνων από τους Τούρκους.
  57. γιατάκι· τόπος κατάλληλος για ύπνο ή ανάπαυση, κατάλυμα.
  58. οκά· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση με 1282 γραμ.
  59. και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…· το κείμενο στην α’ έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».
  60. κόφα· κοφίνι μεγάλων διαστάσεων για μεταφορά καρπών.
  61. τρουβάς· δισάκι.
  62. σύνοψη· η Ιερή Σύνοψη. Βιβλίο που περιέχει μέρος από τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, για κατ’ ιδίαν προσευχή ή παρακολούθηση λειτουργίας στην εκκλησία.
  63. Αϊντίν· η μικρασιατική πόλη Αϊδίνιο.
  64. πήρε το ξουράφι, τ’ ακόνισε στη ζώστρα του καλά…· διαδικασία τροχίσματος του ξυραφιού πάνω στη δερμάτινη ζώνη, ώστε να γίνει πιο κοφτερό.
  65. Μεμέτης· Τούρκος, αλλά και κάθε μουσουλμάνος.

 

 

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , | 67 Σχόλια »

Η πυρκαγιά της Σμύρνης (απόσπασμα από το Στου Χατζηφράγκου, του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2022

Συνεχίζω και τούτη την Κυριακή με λογοτεχνήματα σχετικά με τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμάς Πολίτης, κατά κόσμον Πάρις Ταβελούδης (1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (έχουμε δημοσιεύσει δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία, το 1962, το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου», ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Εύγλωττος είναι άλλωστε ο υπότιτλος, Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη (απορώ που δεν έχει γίνει ταινία). Στη μέση του, υπάρχει ένα κεφάλαιο είκοσι σελίδων με τον τίτλο Πάροδος, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, που δεν ακολουθεί την πλοκή αλλά είναι ο μονόλογος ενός γέρου Σμυρνιού πρόσφυγα, περιβολάρη, του Γιακουμή, ο οποίος ύστερα από τις έντονες παρακλήσεις του συγγραφέα, του αφηγείται τις αναμνήσεις του από τη χαμένη πριν από σαράντα χρόνια πολιτεία. (Ο Γιακουμής εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και πρωτύτερα, ως έφηβος).

Ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από την Πάροδο δημοσιέψαμε πέρυσι, εκεί που ο αφηγητής περιγράφει τα τσερκένια, τους χαρταετούς της Σμύρνης -τώρα θα βάλω το υπόλοιπο, από το σημείο όπου αρχίζει η αφηγηση για την καταστροφή ως το τέλος του κεφαλαίου.

Μια σύμπτωση περίεργη είναι ότι και σε τούτη την αφήγηση, όπως και στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που είδαμε την περασμένη Κυριακή, ο αφηγητής μέσα στον χαμό πηγαίνει να ξυριστεί σ’ ένα μπαρμπέρικο. Και τα δυο βιβλία άλλωστε κυκλοφόρησαν την ίδια εποχή. (Το μυθιστόρημα του Πολίτη δημοσιεύτηκε πρώτα στον Ταχυδρόμο σε συνέχειες, το 1962, κι έπειτα το 1963 σε βιβλίο). 

Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις. Η έκδοση που έχω στα χέρια μου (εκδόσεις Α. Καραβία, 1963) δεν έχει γλωσσάρι, αλλά η εκδοση της Εστίας, σε επιμέλεια του Πίτερ Μάκριτζ, σίγουρα θα έχει. Όμως δεν την έχω, οπότε όσες εξηγήσεις δώσω είναι δικές μου -και ίσως λαθεύουν κάπου.

Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, ήτανε η τρίτη καν η τέ­ταρτη μέρα πού είχε μπει ο τούρκικος στρατός. Η πολι­τεία λούφαζε. Είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιά­τσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος ήτανε, έχθρητα και άχτι —κι οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος ήτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της ’Ανατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Βλέπεις, ο Τούρκος μάς λογάριαζε προδότες, εί­χαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα —ενάντια στην Τουρκία, δηλαδή. Μιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… και τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρα­τός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κι είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, υστερ’ από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να ’τανε για σένα. Και πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα —α[ν] με καταλαβαίνεις. Οι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Τσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μα­κριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.

Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δί­κιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Έγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Τούρκοι είναι κα­λοί άνθρωποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τί θα πει —άκου, άκου! αυτές πού τρία χρόνια μάς πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλ­νανε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά — να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη τής τούρκικιας πατρίδας —άκου, άκου! τα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελού­σανε γυναίκες —φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογε­λούσανε— ξεπορτίζανε παιδιά. Κάποια ονείρατα είχανε χα­θεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξαντρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Μα η Κατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σέ λιγάκι, φοβάσαι να μείνεις μονάχη ; Να πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »

Στη Σμύρνη στην Καταστροφή (απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα)

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2022

Καθώς συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το πολύ γνωστό μυθιστόρημα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου.

Πρόκειται για το 16ο κεφάλαιο, στο οποίο ο αφηγητής, ο Μανώλης Αξιώτης, μικρασιάτης που είχε πάει εθελοντής στον ελληνικό στρατό, επιστρέφει κακήν κακώς μόνος του στη Σμύρνη μετά το σπάσιμο του μετώπου και τον πανικό που ακολούθησε.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολυδιαβασμένο, μάλιστα πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια (επί υπουργίας Μαριέτας Γιαννάκου) είχε διανεμηθεί και στα σχολεία. Έχω διαβάσει ότι ο κεντρικός ήρωας είναι υπαρκτό πρόσωπο ή τέλος πάντων ότι η συγγραφέας βασίστηκε στις αναμνήσεις και τις διηγήσεις ενός υπαρκτού προσώπου -αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σε βάθος αυτή την ιστορία, όποιος ξέρει μας διαφωτίζει στα σχόλια.

Παραθέτω το κείμενο και στο τέλος εξηγώ κάποια λεξιλογικά (και έχω και μια απορία, που σας την υποβάλλω). Η  έκδοση που έχω εγώ δεν έχει γλωσσάρι, πράγμα που ασφαλώς χρειάζεται στις μέρες μας, που κάποιες λέξεις έχουν αρχίσει να ξεχνιούνται ή έχουν ξεχαστεί -βλέπω όμως οτι σε νεότερες εκδόσεις υπάρχει γλωσσάρι.

Μόλις πάτησα το ποδάρι μου στη Σμύρ­νη, στάθηκα να πάρω ανάσα. Σταυροκοπήθηκα, μ’ έπιασε μια ξαφνική χαρά. Πάντα εδώ στη Σμύρνη έβρισκε σιγουριά κι αποκούμπι η ρωμιοσύνη. Οι Τούρκοι τη λέγανε «Γκιαούρ Ισμίρ» κι ήτανε πραγματικά η Άπιστη γι’ αυτούς· για μας όμως ήτα­νε η χαρούμενη και φιλόξενη πρωτεύουσα τού ελλη­νισμού. Μοσχοβολούσε γιασεμί και λαχταρούσε για λευτεριά. Μόνο να σεργιανάς στο Και, στα μπουλβάρια, στους βερχανέδες, να νταραβερίζεσαι στα μπεζεστένια, να πίνεις ρακί στο Κόρσο, να βλέπεις παντού κέφι, χαρά, σου μαλάκωνε η καρδιά, γέμιζε φως, πό­θους, θάρρητα. Να ζήσω, έλεγες, να ζήσω, να δουλέ­ψω απεξαρχής, να φτιάσω τούτο και τ’ άλλο, να χαρώ, ν’ αγαπήσω, να χτίσω.

Τώρα τί ’τανε αυτό π’ αντίκριζα; Μια νεκρή πολι­τεία. Τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. Τα σπίτια βουβά, σαν ακατοίκητα. Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει στο δρόμο. Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σαν μια σειρά κάμπιες. Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολιασμένα, χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ’ το εσωτερικό. Σέρνανε μαζί τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μ’ άρρωστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. Οι εκκλησιές, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες· βε­λόνι να ’ριχνες δε θα ’πεφτε.

Γύριζα σαν χαμένος ανάμεσα σ’ αυτό τον κόσμο κι έψαχνα να βρω τούς δικούς μου. Ο Γιάκαβος, ένας κουμπάρος μας, μου ’πε πώς τους είχε ανταμώσει και μάλιστα η μάνα μου χόλιαζε, λέει, για μένα και για τον αδερφό μου το Σταμάτη. Καταλάβαινα πώς έπρεπε να βιαστώ ν’ ανταμώσω τη φαμελιά, να δούμε πώς θα τα ξεκεφαλιώσουμε, μα τα ποδάρια μου δε με ση­κώνανε, ήμουνα πεθαμένος, δεν είχα πια μέσα μου παρά μια πεθυμιά, να γείρω κάπου να κοιμηθώ για μήνες.

Στο Παραλλέλι κοντοστάθηκα στον καθρέπτη ενός μπαρμπέρη κι είδα τα χάλια μου. Το χιτώνιό μου ήτανε ξεσχισμένο, όλο αίματα. Το δίκοχό μου ξεχα­σμένο στο πίσω μέρος τού κεφαλιού. Τα γένια μου άγρια.

Το κουρείο ήταν ανοιχτό. Δεν πάω, σκέφτηκα, να λουστώ, να κουρευτώ, ν’ αλλάξω το σουλούπι μου; Έτσι που είμαι, κι η μάνα μου η ίδια θα τρομάξει σα μ’ αντικρίσει. Το μάτι μου έπεσε, με το πρώτο, στη γυριστή πολυθρόνα που θα δεχότανε το αποκαμωμένο κορμί μου.

Ο μπαρμπέρης, ένα λιγνό συμπαθητικό γεροντάκι, σάλταρε στην πόρτα, μόλις μ’ είδε να κοντοστέκουμαι, μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο και μ’ έσυρε σαν υπνωτισμένο στην πολυθρόνα.

–     Έλα, μου ’πε, λες και γνωριζόμασταν από χρό­νια. Κάτσε να σου συγυρίσω τη φάτσα. Πώς κατάντησες σέ τέτοιο χάλι; Εσένα όχι άνθρωπος, μα και Χάρος να σε δει θα σκιαχτεί.

Γέλασε μόνος με το χωρατό του κι υστέρα έπιασε να βρίζει τούς Τούρκους.

–     Σεϊτάνηδες, ντεληφισέκηδες! Σάς ηπέρασε από την άδεια σας κούτρα, πως θα φάτε τον ελληνικό στρατό! Χαερσίζηδες, μπαμπέσηδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Ένας Συνάδελφος πριν από 100 χρόνια

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2022

Πριν από 100 χρόνια, τέτοια μέρα, δηλαδή την Παρασκευή 18 Μαρτίου 1922 (και τότε Παρασκευή έπεφτε) κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο μιας καθημερινής εφημερίδας, που τελικά αποδείχτηκε λιγοζώητη. Ήταν η εφημερίδα Συνάδελφος, που εκδόθηκε στη Σμύρνη, τότε υπό ελληνικό έλεγχο, και απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στον ελληνικό στρατό, όπως δήλωνε και στην προμετωπίδα της: Καθημερινή εφημερίς διά τον στρατόν.

Διευθυντής του Συνάδελφου ήταν ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ηλίας Βουτιερίδης (1874-1941). Ο Βουτιερίδης, δημοτικιστής της συντροφιάς του Νουμά, πέρα από λογοτεχνικό έργο, έχει αφήσει δυο ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και αρκετές μεταφράσεις.

Το σώμα του Συνάδελφου που υπάρχει στη Βιβλιοθηκη της Βουλής και είναι και ψηφιοποιημένο και διαθέσιμο ονλάιν φτάνει έως το 126ο φύλλο που εκδόθηκε στις 14 Αυγούστου 1922 -τις ημέρες της κατάρρευσης του μετώπου, δηλαδή. Η εφημερίδα κυκλοφορούσε σε 4 σελίδες μεγάλου σχήματος.

Ιδού το επάνω μέρος της πρώτης σελίδας του πρώτου φύλλου:

Η πρώτη σελίδα της εφημερίδας είχε κύριο άρθρο, χρονογράφημα και αναδημοσιεύσεις «από τον ξένον τύπον» για ειρηνικά θέματα. Στη δεύτερη και στην τρίτη σελίδα ο αναγνώστης έβρισκε λογοτεχνική ύλη, γράμματα στρατιωτών από το μέτωπο, τη στήλη της αλληλογραφίας, ειδήσεις απ’ όλη την Ελλάδα, ειδήσεις από τη Σμύρνη και την επιφυλλίδα (μυθιστόρημα σε συνέχειες). Στην τέταρτη σελίδα («Τα τελευταία τηλεγραφήματα») υπήρχαν διεθνείς ειδήσεις, που αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα ελληνοτουρκικά και τις σχετικές διαπραγματεύσεις και επαφές καθώς και τη σχετική αρθρογραφία ευρωπαϊκών εφημερίδων. Σε μια γωνίτσα διάβαζε κανείς και «Το δελτίον της Στρατιάς» (στο πρώτο φύλλο: Συνήθης δράσις περιπόλων εκατέρωθεν).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Μικρά Ασία, Μικρασιατική καταστροφή, Πολεμικά, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Τα τσερκένια (αφήγημα του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2021

Χρονιάρα μέρα σήμερα κι ας ήρθε μέσα στον μουντό καιρό και στο λοκντάουν. Κούλουμα είναι αυτά ή κορονοκούλουμα; Αλλά ίσως δεν έχει νόημα να εντείνουμε τη δυσθυμία, που βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό να την αισθάνονται όλοι. Οπότε αποφάσισα να μη βάλω κάτι το καθημερινό, αλλά να τιμήσω την περίσταση με ένα ανάγνωσμα ταιριαστό. Και αφού υπάρχουν περιορισμοί και στις μετακινήσεις αλλά και στο πέταγμα του χαρταετού, λέω να πάμε μια μακρινή εκδρομή και να πετάξουμε ανεμπόδιστοι χίλιω λογιώ χαρταετούς -με τη δύναμη της αφήγησης.

Θα παραθέσω λοιπόν ένα (γνωστό βέβαια και πολυδιαβασμένο) απόσπασμα από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη «Στου Χατζηφράγκου». Ο Κοσμάς Πολίτης (Πάρις Ταβελούδης. 1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (πρόσφατα δημοσιεύσαμε δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη. Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα απόσπασμα που επιβάλλεται λόγω της ημέρας, εκεί όπου ο Πολίτης αφηγείται πώς πετούσαν τους χαρταετούς στη Σμύρνη -ή μάλλον τα τσερκένια, διότι έτσι τα έλεγαν. Το απόσπασμα έχει αυτοτέλεια, οπότε ταιριάζει να παρατεθεί.

Με την ευκαιρία, πρόσφατα με ρώτησαν αν έχω στοιχεία για το πότε ήρθε στην Ελλάδα το έθιμο του χαρταετού. Ο φίλος που με ρώτησε είχε ερευνήσει λιγάκι το θέμα και μου είπε ότι πριν το 1922 δεν βρήκε αναφορές στη λογοτεχνία (ας πούμε, ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει για χαρταετούς). Για τη Σμύρνη ξέρουμε από πολλές πηγές ότι οι χαρταετοί -ή μάλλον τα τσερκένια- ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία μικρών και μεγάλων: το τσερκένι, το ψάρεμα και το κυνήγι, θυμόταν καποιος, ήταν οι τρεις αγάπες των Σμυρνιών. Όποιος ξέρει κάτι για τον ελλαδικό χώρο ας μας πει στα σχόλια.

Μιαν άλλη φορά θα βάλουμε ένα δοκιμιακό άρθρο για τα τσερκένια στη Σμύρνη που έχω βρει -δεν πρόφταινα να το πληκτρολογήσω φέτος. Οπότε προς το παρόν ας χαρούμε την αφήγηση του Πολίτη. Στο τέλος εξηγούνται κάποιες λέξεις.

(Τα τσερκένια)

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία | Με ετικέτα: , , , , | 139 Σχόλια »

Μετασεισμικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2020

Δεν θα μπορούσε ο τίτλος του σαββατιάτικου πολυσυλλεκτικού μας άρθρου να μην αναφέρεται στον καταστροφικό σεισμό που χτύπησε τη Σάμο και τη Σμύρνη, δυστυχώς με ανθρώπινα θύματα.

Και βέβαια, μέσα σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία, με την πανδημία να σημειώνει συνεχώς καινούργια αρνητικά ρεκόρ, τόσο πανευρωπαϊκά όσο και στη χώρα μας (θυμίζω ότι πριν από δυο βδομάδες βρισκόμασταν κάπου στα 500 ημερήσια κρούσματα, τώρα ξεπεράσαμε τα 1500), και με τα ζοφερά νέα των αποκεφαλισμών από τους σαλεμένους μακελάρηδες να έρχονται από τη Νίκαια, η είδηση του σεισμού -που πολλοί τον αισθάνθηκαν ακόμα και στην Αθήνα, αν και εγώ δεν τον κατάλαβα- ήρθε να βάλει μια παχιά μαύρη πινελιά σε μια χρονιά δίσεκτη με όλη τη σημασία της λέξης -και δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Όπως είπε κάποιος στο Τουίτερ, «αντί να λέμε ‘σεισμοί-λοιμοί – καταποντισμοί’, ας λέμε 2020 που είναι πιο σύντομο».

Kι ένα μιμιδιο που κυκλοφόρησε, που παντρεύει έξυπνα τη ρητορική της άρνησης της πανδημίας με την είδηση για τον σεισμό. Ο εικονιζόμενος είναι τραγουδιστής ονόματι Πετράκος, που έβγαλε ένα βιντεάκι στο οποίο εκφράζει αντιρρήσεις, επιστημονικοφανώς διατυπωμένες, στην επικρατούσα αντίληψη περί κορονιού (την οποία επικρατούσα αντίληψη, σπεύδω να διευκρινίσω, συμμερίζομαι).

(Δείτε εδώ και μια ανασκευή από τα Ελληνικά Χόαξις, που δεν ξέρω αν τη βρίσκετε απόλυτα πειστική. Ίσως η ανασκευή θα έπρεπε να γίνει από έναν επιστήμονα της υγείας).

* Φίλος στέλνει άρθρο με τη μαρτυρία ενός παίκτη των Μπακς, λευκού μάλιστα, που αφηγείται την απόφαση της ομάδας να μην κατεβεί στο ματς τον Αύγουστο.

Διαβάζω: Έμεναν 13 λεπτά για να βγούμε στο παρκέ. Απλώς καθίσαμε και περιμέναμε να τελειώσει ο χρόνος. Έχει ενδιαφέρον γιατί είμαι λευκός και αναρωτιέμαι «τι να κάνω; Τι να πω ως λευκός;» Και ξέρεις τι κάνεις; Στέκεσαι στο πλευρό των περιθωριομένων. Όταν μπορείς, ακούς τις σκέψεις τους και τις ιδέες τους και τότε βρίσκεις τρόπο για να βοηθήσεις. Τότε είπα απλώς ότι «είμαι μαζί σας».

Προσέξτε το «περιθωριομένος» (ή «περιθωριωμένος» ίσως). Απλολογία από το «περιθωριοποιημένος»;

* Και ένα ακόμα σεισμοπανδημικό μπέρδεμα, αυτό από λάθος και όχι εσκεμμένο όπως το προηγούμενο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση, Μιμίδια, Πανδημικά, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 456 Σχόλια »

Πρόσφυγες στα νεκροταφεία – Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2020

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.

Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).

—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Προσφυγικό | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Τα ντουρσέκια της Σμύρνης

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Διαβάζω αυτές τις μέρες την αυτοβιογραφία της Ροζίτας Σώκου, ο Αιώνας της; Ροζίτας, σε δύο τόμους παρακαλώ των 500 σελίδων έκαστος -αλλά μ’αρέσουν οι αυτοβιογραφίες κι από μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, που τα δημοσίευσε ένας φίλος στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ είδα πως θα με ενδιαφέρει το βιβλίο κι έτσι το ξεκίνησα.

Όμως δεν θα παρουσιάσω το βιβλίο σήμερα -άλλωστε ακόμα βρίσκομαι στην αρχή του πρώτου τόμου (πάντως δεν έχει διαψεύσει ως τώρα τις προσδοκίες μου). Απλώς, θα πάρω την αφορμή από μια φράση του, να γράψω ένα σύντομο αρθράκι για μια λέξη ξεχασμένη σήμερα.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, η Ροζίτα Σώκου περιγράφει μιαν υπέρπλουτη Σμυρνιά θεία της, από τη μεριά της μητέρας της, η οποία, πριν από το 1922 βέβαια, είχε πει στους ελλαδίτες συγγενείς της:

«Εσείς εδώ», είπε με άπειρη περιφρόνηση, «προικίζετε τα κορίτσια με σπίτια; Εμείς στη Σμύρνη, στην Στάσα μας δώσαμε δυο ντουρσέκια και τρεις μαχαλάδες. …»

Βέβαια η Στάσα έπαιρνε απόγονο του θρόνου του Παλαιολόγου (ποιος ξέρει τι απατεώνας θα ήταν) οπότε θ’ άξιζε το πανωπροίκι. Τι ήταν όμως τα ντουρσέκια; Στο βιβλίο δεν δίνεται εξήγηση, αλλά νομίζω πως η λέξη θα προβληματίσει τους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες (όσοι την ξέρουν, ας το δηλώσουν στα σχόλια).

Τη λέξη την ήξερα επειδή την είχα συμπεριλάβει παλιότερα στις «Λέξεις που χάνονται«, απ’ όπου θα πάρω πολλά από αυτά που ακολουθούν.

ντερσέκι

Μια λέξη με πάμπολλους εναλλακτικούς τύπους, το ντερσέκι θα το βρείτε και ως ντιρσέκι, ντουρσέκι, ντρισέκι, τρισέκι, τερσέκι! Είναι η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι, και συνεκδοχικά έχει πάρει τη σημασία «σοκάκι». Ντερσέκι λεγόταν επίσης ο γωνιωτός σωλήνας στις θερμάστρες. Δάνειο από το τουρκικό dirsek, που θα πει «αγκώνας, καμπή (π.χ. ποταμού)».

Στον θρυλικό Μπαταριά του Μαλακάση, τα ντερσέκια σημαίνουν σαφώς ‘σοκάκια’: «παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες, κι οι κάτω τα ντερσέκια τα στενά». Επομένως σφάλλει ο επιμελητής του σχολικού βιβλίου, που υποσημειώνει τη λέξη και την εξηγεί «γωνιά του δρόμου». Πρέπει να διορθωθεί η υποσημείωση σε «σοκάκι».

Τη λέξη τη βρίσκουμε και στο τραγούδι «Η κόρη του Πασά» (Ξαρχάκος-Γκάτσος) με τον Ξυλούρη: «Κάτω στα ντερσέκια τα παλιά / βλέπει να περνάει μια κοπελιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μικρά Ασία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πέμπτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα, δασκάλα στη Μυτιλήνη, έχει μόλις χάσει τον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, που αποδείχτηκε απατεώνας -και μαζί και το όχι ευκαταφρόνητο κομπόδεμα που είχε μαζέψει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

mimis_jpeg_χχsmallΗ Μαρίνα άργησε να συνέλθει από το χτύπημα. Δεν ήταν μονάχα το κενό που της άφησε η προδοσιά του Θρασύβουλου, ούτε η πίκρα της ερωτικής απογοήτευσης. Ήταν ο πληγωμένος της εγωισμός αλλά πιο πολύ ήταν η χρηματική απώλεια. Το χτύπημα που δέχτηκε αντί να τη μαλακώσει τη σκλήρυνε.  Τά ΄βαλε πρώτα πρώτα με τον εαυτό της. Γιατί ενδόμυχα είχε αντιληφθεί καθαρά, την τελευταία έστω στιγμή, πως τα λεφτά της κινδύνευαν. Κι όμως του τά ΄δωσε. Ορκίστηκε να μην ξαναπέσει σε παρόμοια παγίδα. Μίσησε το Θρασύβουλο από τα βάθη της ψυχής της. Θυμήθηκε τις μαγικές πρακτικές, που ασκούσε στο Αρσάκειο και ψάχνοντας στα συρτάρια της βρήκε ένα μαντήλι κι ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια του επίορκου. Τα έδεσε σφιχτά με μαύρη κλωστή, τα κάρφωσε με τρεις βελόνες και κλαίγοντας καταράστηκε τον άνθρωπο που τη γέλασε να τονε βρούνε οι μεγαλύτερες συμφορές.

Στη θέση της καλόβολης κι ανοιχτοχέρας ερωτευμένης Μαρίνας ξαναμπήκε η στριμμένη, παραδόπιστη και ψηλομύτα κόρη του Έλληνα, αλλαγμένη προς στο χειρότερο. Βάλθηκε να ξαναμαζεύει λεφτά με κάθε τρόπο. Άρχισε να ζητά και να βρίσκει προγυμνάσεις παιδιών που δεν έπαιρναν τα γράμματα. Στα παιδάκια της τάξης της συμπεριφερόταν τυραννικά. Τα σκαμπίλια και οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Δεν έκανε διάκριση ούτε στις πρώτες ξαδέλφες της, τις κόρες της μικρότερης θείας της, της Ευθυμίας, που άπειρες φορές τις έβαλε να στέκονται όρθιες με το πρόσωπο στον τοίχο και πάμπολλες τις σκαμπίλιζε για τα πιο ασήμαντα παραπτώματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , , | 182 Σχόλια »

Το πειραγμένο πρωτοσέλιδο του Ελεύθερου Βήματος από το 1922

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2015

Φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δε η αλήθεια, λέει το ρητό (το καταγράφει ο βυζαντινός Ιωάννης Φιλόπονος), που το χρησιμοποιούμε όταν αντικρούουμε τα λεγόμενα ενός φίλου μας ή λέμε μιαν αλήθεια που ξέρουμε πως θα τον δυσαρεστήσει. Το ρητό αυτό θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω κι εγώ σαν εισαγωγή στο σημερινό άρθρο -ή θα μπορούσα να το παραφράσω σε κάτι σαν «απεχθής μεν ΔΟΛ, απεχθεστέρα δε λαθροχειρία».

Προχτές λοιπόν, στο ελληνικό Φέισμπουκ κυκλοφόρησε ευρύτατα η εικόνα από ένα παλιό πρωτοσέλιδο του Ελεύθερου Βήματος (που είναι ο πρόγονος του σημερινού Βήματος), με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1922 (παλιό ημερολόγιο), δηλαδή τις μέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, στο οποίο η εφημερίδα παρουσιαζόταν να προτρέπει «Πετάξτε τους στη θάλασσα. Πνίξτε τους» -χωρίς να λέει ποιους, αλλά προφανώς εννοώντας τους πρόσφυγες. Ιδού μια οθονιά:

bloopers2

Η ανάρτηση είχε πάρει λάικ από δεκάδες χρήστες και είχε αναδημοσιευτεί (το λεγόμενο share) 36 φορές, που σημαίνει ότι έφτασε σε σχετικά μεγάλο αριθμό χρηστών, που οι περισσότεροι θα σοκαρίστηκαν βλέποντας μιαν ελληνική εφημερίδα να εκφράζεται έτσι για τους πρόσφυγες.

Ωστόσο, κάτι δεν πάει καλά με το πρωτοσέλιδο, γι’ αυτό ας το δούμε σε μεγαλύτερη ανάλυση:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες, Μεταμπλόγκειν, Μικρασιατική καταστροφή, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 254 Σχόλια »