Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σπάρτη’

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 11 – Οι Σπαρτιάτισσες και οι τολμηρές τους αμφιέσεις

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο και στον Πλούταρχο. Η σημερινή ιστορία παίρνει αφορμή από κάποιες αφηγήσεις από τον Βίο του Λυκούργου (κεφ. 11-15) και προχωράει εξετάζοντας τη θέση της γυναίκας στη Σπάρτη αλλά και γενικά τη Σπάρτη και την ιδιόμορφη κοινωνική δομή της.

 

Η μελέτη της Σπάρτης και της κοινωνικής δομής της κρύβει αρκετές εκπλήξεις για τον ιστορικό. Εν πρώτοις πρέπει να διευκρινιστεί για ποια Σπάρτη μιλάμε, γιατί η Σπάρτη της αρχαϊκής εποχής σε πολλά σημεία διαφέρει τόσο από τη Σπάρτη των κλασικών χρόνων, που θα  ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για δυο διαφορετικές πόλεις.

Πολύ πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, από τον 6ο ήδη αιώνα η Αθήνα εθεωρείτο το αντίθετο της Σπάρτης σε πολλά πράγματα. Στην πραγματικότητα η Σπάρτη από τον 6ο αιώνα και μετά, ως το τέλος της ιστορίας της δεν έχει προσφέρει τίποτα στην Τέχνη, στην Επιστήμη, στη Φιλοσοφία, στον Πολιτισμό γενικότερα. Ουσιαστικά ποτέ της δεν έπαψε να είναι ένα άθροισμα από πέντε χωριά, που οι κάτοικοί τους διαβιούσαν συνεχώς σε καθεστώς στρατοπέδου, την πολιτείαν ομοίαν κατεστησάμεθα στρατοπέδω, λέει ο Ισοκράτης.

Η ευθυμία, τα αστεία και το χιούμορ ήταν επισήμως κατακριτέα και ελαφρώς ύποπτα. Όταν ο Αρχίλοχος ο Πάριος τόλμησε να απαγγείλει στο κοινό της Σπάρτης σατιρικό του ποίημα για το πώς έχασε σε μάχη με τους Θράκες την ασπίδα του αλλά δεν τον ένοιαξε πολύ, γιατί μια και γλύτωσε θα ‘βρισκε άλλην, οι Εφοροι, που δεν έπαιζαν με τέτοια “ιερά” θέματα, διατάξαν αμέσως την απέλασή του.

Τη Σπάρτη διοικούσε μια σκυθρωπή και καχύποπτη ολιγαρχία, που είχε επιβάλει σε όλους την ισότητα, αλλά μιαν ισότητα στη φτώχεια, στη σκληραγωγία και στην αμάθεια. Σ’όλους ανεξαιρέτως τους Σπαρτιάτες απαγορευόταν να ταξιδεύουν έξω από την επικράτεια χωρίς ειδική άδεια, που σπανιότατα δινόταν. Ομοίως ούτε οι ξένοι μπορούσαν να μπουν και να μείνουν για πολύ στο σπαρτιατικό κράτος.

Η διοίκηση ήθελε να ξέρει κάθε κίνηση και κάθε ενέργεια των πάντων. Δεν υπήρχε δυνατότητα ατομικής ζωής και για όλες τις πράξεις του ο κάθε Σπαρτιάτης έπρεπε να παίρνει την έγκριση των κρατούντων. “Ουδείς ήν αφειμένος ως εβούλετο ζην”, λέει ο Πλούταρχος. Όταν ο Αγησίλαος αντελήφθη κάποιους Σπαρτιάτες να κάνουν κάτι το τελείως αθώο, αλλά με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς εντολή, δεν τους είπε τίποτα αλλά τη νύχτα έστειλε κάποιους στρατιώτες και τους σκότωσαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαίοι, Δύο φύλα, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Τραγούδια του σαλονιού (διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη)

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2017

Γεννημένος το 1940 στη Σπάρτη, ο Δημήτρης Πετσετίδης σπούδασε μαθηματικός, δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα το 1977 και απο τότε καλλιεργεί το είδος, μένοντας πιστός στη μικρή φόρμα και στα συνήθως ολιγοσέλιδα διηγήματα χαμηλών τόνων.

Πιθανώς να τον ξέρετε και ως σκιτσογράφο, διότι ασχολείται και με τη γελοιογραφία. Στον ιστότοπό του υπάρχουν δείγματα της δουλειάς του και στο σκίτσο και στον γραπτό λόγο.

b176716Στη συλλογή «Εν οίκω» (2012) συγκεντρώνει δεκαπέντε διηγήματα που το καθένα εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ή περιστρέφεται γύρω από αυτό -πολλά είναι δωμάτια του πατρικού σπιτιού στη Σπάρτη, άλλα φοιτητικά στην Αθήνα, άλλα δεν προσδιορίζονται χρονικά.

Διάλεξα ένα διήγημα από την παιδική ηλικία του Πετσετίδη, από τα χρόνια του Εμφύλιου, που ίσως πουθενά δεν ήταν τόσο άγριος όσο στην Πελοπόννησο.

Το μεταφέρω από τις σελίδες 49-55 του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή -ήταν ήδη σε μονοτονικό.

Να σημειώσω ότι το διήγημα ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, διότι ξεκίνησα πολλά πρωί για μια μικρή εκδρομούλα. Τα λέμε το απόγευμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥ

Ο βασιλιάς σας γάιδαρος κι ο Σκόμπι το σαμάρι, Καλαματιανή,
κι ο Σκόμπι το σαμάρι, ρούσα και ξανθή.

Καβάλησε ο Σφακιανός και πήγε στο παζάρι, Καλαματιανή,
Και πήγε στο παζάρι, ρούσα και ξανθή.

Η θεία Αγγελική μού τραγουδούσε, με χαμηλή φωνή, αλ­λά με πείσμα, χτυπώντας τη γροθιά της στην παλάμη, ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι αυτό πηγαίναμε, όταν η θεία δεν είχε δουλειά, και μου διάβαζε συλλαβίζοντας τον κόμη Μοντεχρήστο και τις προκη­ρύξεις που πέταγαν στον δρόμο κάθε βράδυ οι αντάρτες. Κι ύστερα άρχιζε να τραγουδάει προσέχοντας να μην την ακούσουν οι δικοί μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Αυτοί βρίσκονταν στο χειμωνιάτικο και άκουγαν τις ειδήσεις από ένα μικρό ραδιόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας στο τελευταίο ταξίδι του στην Αθήνα. Είχε φύγει συνοδηγός με το φορτηγό του μπαρμπα-Δήμου, έλεγε πως τον ζάλιζαν τα λεωφορεία. Ήταν ένα ταξίδι 350 χιλιομέ­τρων, το οποίο διαρκούσε σχεδόν μια μέρα. Όταν γύρισε, ήρθε με το δικό του αυτοκίνητο, ένα μικρό ανατρεπόμενο φορτηγάκι, το οποίο έμελλε να γίνει ένας βασανιστής για μένα, καθώς αργότερα -δεν ξέρω πόσες φορές- με υπο­χρέωνε ο πατέρας μου να τραβάω μανιβέλα μέσα στα κρύα πρωινά εκείνα που αυτό αρνιόταν να πάρει εμπρός. Μαζί με το αυτοκίνητο έφερε και το ραδιόφωνο για να ακούει ειδήσεις και ανατολίτικα τραγούδια στα μακρά κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »