Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σπύρος Ασδραχάς’

Κείμενα του Εικοσιένα – 7: Βλάχος είμαι και ‘ληνικά δεν ηξέρω – Επιστολές κλεφτών το 1799

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το έβδομο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα παρουσιάσω σήμερα τις επιστολές δυο κλεφταρματολών προς τους άρχοντες της Λευκάδας: του Γιάννη Παραβόλα και του Ραφτογιάννη. Και τα δυο γράμματα στάλθηκαν περί το 1799, σε μια περίοδο δηλαδή όπου η Λευκάδα (τότε Αγία Μαύρα) και τα άλλα Εφτάνησα βρίσκονταν υπό ρωσοτουρκική προστασία -μια παράδοξη συγκατοίκηση που δεν διάρκεσε πολύ και για την οποία το ευρύ κοινό δεν ξέρει πολλά, αλλά τον ναύαρχο Ουσακόφ που την υλοποίησε τον γιορτάζουν ως άγιο στην Κέρκυρα βοηθούντος και του ρωσικού τουριστικού συναλλάγματος.

Τα κείμενα εγώ τα πήρα από το βιβλίο του Σπύρου Ασδραχά «Πρωτόγονη επανάσταση: Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αιώνας)» (ΕΑΠ, 2019) αλλά τα είχε πρωτοδημοσιεύσει ο Ν.Γ.Σβορώνος (ΕΕΜΣ 1 (1939) σ. 111-113).

Ο Ασδραχάς τα θεωρεί «από τις καλύτερες περιπτώσεις δημοτικού λόγου» που «διατηρούν όλη την εκφραστική αμεσότητα ενώ σύγχρονα αποτελούν αυθεντικά τεκμήρια για τη διάγνωση της νοοτροπίας του κλέφτη (γράμμα Ραφτογιάννη)» ή για «τα κίνητρα που οδηγούν στην κλεφτουριά (γράμμα Παραβόλα)» ενώ δίνουν πληροφορίες για τις σχέσεις αρματολού και κλέφτη ή για τις σχέσεις του κλέφτη με τον λαό χωρίς εξιδανικεύσεις.

Ο Ασδραχάς έχει κάνει αυτοψία στο Ιστορικό Αρχείο της Λευκάδας οπου βρίσκονται τα δυο έγγραφα και τα παρουσιάζει δηλώνοντας πού χωρίζονται οι γραμμές και ποιες διορθώσεις έχει κάνει ο ίδιος, στοιχεία που όμως δυσκολεύουν την ανάγνωση γι’ αυτό και τα παραλείπω. Χωρίζω επίσης σε παραγράφους για να είναι πιο ευανάγνωστο.

Σημειώνω ότι ο Ασδραχάς έχει επιμεληθεί το κείμενο χωρίζοντας λέξεις κτλ. Για παράδειγμα, ο Ραφτογιάννης γράφει «οπουναηνεμερα κε η πηστηκη τροηρου αμμου βασταν τα ποδαρηα οχη τη νηχτα» αλλά εσείς διαβάζετε «οπού να είναι μέρα και οι πιστικοί τροΰρου, α μου βαστάν τα ποδάρια, όχι τη νύχτα«.

Και στις δυο επιστολές κάνει εντύπωση η αξιοπρέπεια των δυο κλεφτών -που ξέρουν τη θέση τους αλλά και τη δύναμη που τους δίνει το όπλο. Ορισμένα σημεία είναι δυσνόητα για τον σημερινό αναγνώστη -θα τα συζητήσουμε μαζί αν έχετε όρεξη. Ο Ασδραχάς δίνει τις εξής εξηγήσεις λέξεων:

κάνω ζάπι, ζαπίζω = κυριεύω (τουρκ. zapt etmek)
ζαράρι = ζημιά (τουρκ. zarar)
ισμέτι, χισμέτι = υπηρεσία, υποχρέωση (τουρκ. hizmet)
μονοφιλίκικα = μεροληπτικά
ντουρούσικος = ευθύς, ντόμπρος (τουρκ. dürüst)
τζεφτουλίκια = τσιφλίκια

Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις διαφωνώ και θα το εξηγήσω στο τέλος. Σημειώνω επίσης ότι α = αν και ότι στο πρώτο γράμμα ο Παραβόλας γράφει το ευφωνικό γ μπροστά από φωνήεν (γή = ή, γείδος κτλ.)

Ο καπετάν Χρίστος που μνημονεύεται στο πρώτο γράμμα είναι ο Χρίστος Κατσικογιάννης, γιος του αρματολού Γιάννη Μπαμπάτσικου ή Κατσικογιάννη, που αργότερα εξοντώθηκε από ανθρώπους του Αλήπασα.

Τον καιρό εκείνο ο Ραφτογιάννης και ο Παραβόλας έχουν διωχθεί απο τη Λευκάδα ύστερα από παρέμβαση του Αλήπασα, που ζήτησε από τις αρχές των Εφτανήσων να εκκαθαρίσουν τα νησιά από τους παράνομους που άφηναν το οθωμανικό έδαφος για να βρουν καταφύγιο εκεί.

Επιστολή Γιάννη Παραβόλα:

Εκλαμπρότατοι αφεντάδες της Αγιομαύρας την εκλαμπρότη σας δουλικώς προσκυνώ και με το ταπεινό μου γράμμα σάς φανερώνω: τί μεγάλα κάζα έκαμα εις τους τόπους σας και με κυνηγάτε;

Εγώ δεν επήρα κανενός μίγια κότα στανικώς, όξου α με φίλεψε κανένας. Με την Τουρκιά οπού έχω να κάμω, μου επήρανε δυο-τρεις φορές το γείδος μου και με κυνηγάνε και μένανε και τους πειράζω και γω. Τώρα εγώ με τους τόπους σας δεν έχω να κάμω, μούνε μου έρχεται παράπονο, οπού δίχως να σας πειράζω να με κυνηγάτε, οπού μ’ έχετε πατριώτη και θενά με κάμετε να την αφήκω την πατρίδα μου.

Και λέτε οπώς σας στενεύει ο καπετάν Χρίστος και σας λέγει να του δώκετε θέλημα να με κυνηγήσει με Τούρκους μέσα στους τόπους σας. Δότε του να φέρει και Τούρκους μέσα ευτού, να σας προδώκει τη χώρα ωσάν και πρώτα. Και σας λέγει οπώς με φυλάτε ευτού μέσα και δεν του λέτε οπώς με φυλάγει ο γίδιος, ωσάν και πέρσι, οπού μ’ έβανε να χαλάσω τα τζεφτουλίκια του πασά. Και τώρα αυτήνοι με φυλάνε, διατί ανί με κυνηγήσουνε, τους σκοτώνω τα βόδια τους και τους ανθρώπους τους και τα γεννήματά τους τα καίγω και ό,τι μπορέσω θενά τους κάμω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 107 Σχόλια »

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, ένα καινούργιο βιβλίο

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2020

Κυκλοφόρησε χτες από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το καινούργιο μου βιβλίο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων», Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του, όπως λέει ο υπότιτλός του. Όπως με ενημέρωσε ο Γιάννης Νικολόπουλος, που μαζί έχουμε εκδώσει άλλα πέντε βιβλία μου για τη γλώσσα, από σήμερα θα μπορείτε να το βρίσκετε, εκτός από τα γραφεία του, Ζαλόγγου 9, στα κεντρικά βιβλιοπωλεία ενώ τις επόμενες μέρες θα κατακτήσει όλη την Ελλάδα, αψηφώντας το λοκντάουν και την εξαιρετικά πυκνή κυκλοφορία νέων βιβλίων μετά το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων.

Με το βιβλίο αυτό ενέδωσα κι εγώ στην εκδοτική πλημμύρα σχετικά με την επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Στην αρχή είχα σκεφτεί να το αφήσω για την επόμενη στρογγυλή επέτειο, των 250 χρόνων το 2071, αλλά ύστερα σκέφτηκα να βγάλω τώρα μια πρώτη έκδοση και το 2071 βγάζω μια επαυξημένη.

Θα κυκλοφορήσουν πολλά βιβλία για τα 200 χρόνια της επανάστασης του 21 και δίκαια, αφού είναι το ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους οπότε αξίζει να το μελετάμε.

Ο δικός μου σκοπός ήταν να καταρτίσω ένα μικρό λεξικό, ένα λημματολόγιο του Εικοσιένα ώστε να ανιχνεύσουμε το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του. Οι πηγές που χρησιμοποίησα, είτε με συστηματική αποδελτίωση είτε με κορφολόγημα, ανήκουν στις εξής κατηγορίες κειμένων:

  • Δημοτικό τραγούδι
  • Απομνημονεύματα και ημερολόγια (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Κασομούλης, Φωτάκος, Καρώρης, Κριεζής, Σαχτούρης κτλ.)
  • Αλληλογραφία επίσημη και ιδιωτική (Αρχείο Μαυροκορδάτου, Φρουράς Μεσολογγίου, Γκούρα, κτλ.)
  • Συλλογές εγγράφων και ντοκουμέντων (Φυσεντζίδης, Ελληνικά Υπομνήματα, Σπετσιώτικα κτλ.) όπου και πολλές επιστολές.
  • Τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας, που περιλαμβάνουν κυρίως επίσημα κείμενα αλλά και όχι λίγα δείγματα λαϊκού λόγου σε αναφορές πολιτών.
  • Εφημερίδες της εποχής (Ελληνικά Χρονικά, Φίλος του Νόμου, Γενική Εφημερίς κτλ.)
  • Μεταγενέστερη ιστοριογραφία (Βακαλόπουλος, Κόκκινος, Κορδάτος, Παπαγιώργης κτλ.)
  • Μεταγενέστερη λογοτεχνία.

Το τεράστιο αυτό υλικό θα μπορούσε (και ελπίζω κάποτε να μπορέσει) να δώσει μια εκτενή και μάλλον πολύτομη επισκόπηση του γλωσσικού τοπίου του Εικοσιένα· αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι έργο ενός ατόμου. Η δική μου προσπάθεια δεν φτάνει τόσο ψηλά. Εγώ φιλοδόξησα, με την αποδελτίωση και το κορφολόγημα των πηγών, να καταρτίσω και να παρουσιάσω ένα περιορισμένο αλλά αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο του 1821.

Όπως είπα πιο πάνω, και όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει διαβάζοντας το βιβλίο, τα περισσότερα κείμενα-πηγές δεν αποτελούν δείγματα γνήσιου και πηγαίου λαϊκού λόγου. Πολλοί αγωνιστές ήταν αγράμματοι ή ολιγογράμματοι και για τις ανάγκες της γραπτής επικοινωνίας τους χρησιμοποιούσαν γραμματικούς· ο Κολοκοτρώνης το 1827 είχε «έξ γραμματικούς και έγραφαν ημέρα νύκτα και δεν επρόφθαναν». Το ίδιο ισχύει και με τις αναφορές των πολιτών προς τη Διοίκηση. Πάντως, σε πολλές επιστολές και αναφορές οπλαρχηγών ή απλών πολιτών ο λόγος είναι αμεσότερος, λαϊκότερος, λιγότερο ευπρεπισμένος. Αυτά τα κείμενα αξίζουν περαιτέρω μελέτη.

Ως προς τα απομνημονεύματα, ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει για να γράψει ο ίδιος τα Απομνημονεύματά του ενώ ο Κολοκοτρώνης χρησιμοποίησε τον Τερτσέτη, που σίγουρα χτένισε τη γλώσσα της «Διήγησης», ευπρεπίζοντάς την ελαφρώς (στο παραπάνω απόσπασμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Γέρος θα είπε «μέρα νύχτα» και όχι «ημέρα νύκτα»).

Απομνημονεύματα και ημερολόγια έγραψαν και πολλοί που είχαν καλή μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής. Κάποιοι επέλεξαν τη βαριά καθαρεύουσα όπως ο Περραιβός. Άλλοι γράφουν σε απλούστερη γλώσσα, όπως ο Ν. Καρώρης ή ο Ν. Κασομούλης, αλλά και πάλι στο κείμενό τους φαίνεται καθαρά η προσπάθεια να ευπρεπίσουν τον λόγο τους αποφεύγοντας (ο Κασομούλης κάποιες φορές σε υπερβολικό, σχεδόν κωμικό βαθμό) τις λαϊκές λέξεις.

Όμως, αντίβαρο στον ευπρεπισμό έρχεται η ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη κι έτσι πολλές φορές στα κείμενα της εποχής ο απομνηνευματογράφος αναγκάζεται να επεξηγήσει τη λόγια λέξη που χρησιμοποιεί δίνοντας σε παρένθεση τη λαϊκή που είναι γνωστή σε όλους ή ακριβέστερη· έτσι ο Μίχος γράφει για τις σχεδίες στο Μεσολόγγι και εξηγεί σε παρένθεση «(σάλια)», ο Καρώρης σημειώνει ότι έφτιαχναν οχυρώματα αλλά σε παρένθεση διευκρινίζει «(ταμπούρια)» ή ο Κασομούλης αναφέρει για υπαξιωματικούς και επεξηγεί «μαγκατζήδες».

Ωστόσο, η καθαρεύουσα ή η λόγια γλώσσα της εποχής, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις πολύ απέχει από την βαριά, αρχαΐζουσα γλώσσα που επικράτησε ασφυκτικά στο νεοελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση και στον δημόσιο λόγο, επί πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυσή του. Αυτό φαίνεται καταρχάς στη δομή του λόγου, που ενώ έχει λόγιο ή μιξολόγιο τυπικό ακολουθεί στη δομή του την αναλυτική τάση της νέας ελληνικής, χωρίς κανένα από τα στολίδια (ή κουσούρια) της αρχαΐζουσας. Ο χαρακτηρισμός του Σπ. Ασδραχά (Μακρ. 3.169) για το ημερολόγιο του Κριεζή, που το βρίσκει «επιφανειακά καθαρολόγο» (η έμφαση στην πρώτη λέξη) ισχύει για πολλά έργα της εποχής.

Και πέρα από τη δομή του λόγου, στα κείμενα του Εικοσιένα το λεξιλόγιο δεν έχει την καταθλιπτική ομοιογένεια των κειμένων μετά τη συγκρότηση του κράτους. Οι λαϊκές λέξεις αποδεικνύονται επίμονες και αξιοθαύμαστα ανθεκτικές και καταφέρνουν να τρυπώνουν στα λόγια κείμενα, ακόμα και στα θεσμικά. Ο Υπουργός Οικονομίας βγάζει αποφάσεις για τα ενοίκια των εθνικών κτημάτων, και για να γίνει κατανοητός προσθέτει σε παρένθεση: «ιλτιζάμια». Ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη συντάσσει την επιστολή προς Κουντουριώτη (ουσιαστικά πρόκειται για δήλωση υποταγής) σε περίτεχνη καθαρεύουσα αλλά δεν αποφεύγει το ζαϊφλίκι: «ήλθον ενταύθα, όπου εξ ατυχίας μου δεν Σας εύρον, διό και ελυπήθην καιρίως, ακούσας μάλιστα ότι ανεχωρήσατε διά ζαϊφλίκι». Ο λογιότατος Ήβος Ρήγας φροντίζει «διά την εξοικονόμησιν μουνιτζιόνης» και όχι πυρομαχικών ή πολεμοφοδίων.

Για να είμαστε δίκαιοι, σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η προτίμηση σε λαϊκές λέξεις ή/και τουρκικά δάνεια εξηγείται όχι μόνο από την ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη αλλά και από την απουσία επεξεργασμένης και εδραιωμένης θεσμικής ορολογίας. Όταν στήθηκαν οι θεσμοί, ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, με επιτυχία ο υπουργός αντικατάστησε τον μινίστρο και ο οφικιάλος έδωσε βελούδινα τη θέση της στον αξιωματικό, όπως και ο σπετσέρης στον φαρμακοποιό ή η ντογάνα και το κουμέρκι στο τελωνείο. Βέβαια, στην ορολογία της καθημερινής ζωής, εκεί όπου η ιδιοκτησία του όρου δεν ανήκει στο κράτος αλλά στον πολύ λαό οι αντίστοιχες προσπάθειες στάθηκαν άκαρπες, κάποτε και κωμικές, αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια του βιβλίου μας. Πάντως, στα περισσότερα κείμενα της εποχής του Εικοσιένα απουσιάζει η τάση προς καθαρισμό, που έφτασε σε παροξυσμό στα χρόνια της καθαρευουσιάνικης κυριαρχίας και παρήγαγε και ένα σωρό κωμικούς «ελληνοπρεπείς» όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 151 Σχόλια »

Ο Μήτσος Μαυρομάτης και ο πληθυντικός της ευγενείας

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2020

Στις συζητήσεις που κάνω στα σόσιαλ, όταν συζητάω με αγνώστους προτιμώ να τους απευθύνομαι τον πληθυντικό. Το ίδιο άλλωστε κάνω και στο φαρμακείο ή στην τράπεζα ή στο περίπτερο, ακόμα κι όταν είναι αρκετά νεότερος ο άλλος. Οπότε, απαιτώ και τον πληθυντικό από τους άγνωστους συνομιλητές μου.

Εδώ όχι, εδώ είμαστε γνωστοί: οι περισσότεροι ταχτικοί θαμώνες έχουμε γνωριστεί και στην πραγματική ζωή και με όσους δεν έχουμε γνωριστεί από κοντά γνωριζόμαστε καλά στον κυβερνοχώρο, οπότε ο πληθυντικός δεν έχει θέση.

Κάποιες φορές, όταν δηλώνω την προτίμησή μου για πληθυντικό ευγενείας, βρίσκονται κάποιοι να μου θυμίσουν πως οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν πληθυντικό ευγενείας. Θα θυμάστε ίσως μια συζήτηση ανάμεσα στον Άδωνη Γεωργιάδη και τη Λιάνα Κανέλλη, όπου ο πρώτος ζήτησε πληθυντικό, η δεύτερη του απάντησε ότι οι αρχαίοι δεν είχαν πληθυντικό, και το βλήμα ο Άδωνης απάντησε το αμίμητο «είχαν όμως δυικό»! Εγώ δεν απαντάω έτσι σε όσους μου λένε αυτό για τα αρχαία. Δίκιο έχετε, τους απαντώ, οπότε αν μου μιλήσετε στα αρχαία ελληνικά χρησιμοποιήστε ενικό. Συνήθως ο συνομιλητής μου, που αρκετές φορές έχει αρχαιόπρεπο ψευδώνυμο, δεν συνεχίζει τη συζήτηση.

Άλλοι τονίζουν ότι και στα νεότερα ελληνικά είναι ξενόφερτος ο πληθυντικός, διότι ήρθε από τους γαλλοτραφείς λογίους μετά την ίδρυση του κράτους. Βέβαια και πάλι 200 χρόνια είναι αρκετά για να ριζώσει μια κοινωνική συνήθεια και να μη θεωρείται επείσακτη: τα κλαρίνα, τα κάλαντα, η χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα ή το δέντρο των Χριστουγέννων είναι όλα νεότερα και κανείς δεν τα θεωρεί επείσακτα.

Πολλοί επηρεάζονται από τα αγγλικά, όπου δεν υπάρχει πληθυντικός ευγενείας. Βέβαια, δεν υπάρχει, επειδή ο τύπος του πληθυντικού έχει επικρατήσει και στον ενικό. Ο Σέξπιρ έχει το thou του ενικού, το οποίο όμως από τότε άρχισε να θεωρείται τραχύ κι έτσι περιθωριοποιήθηκε.

Αλλά παρέλειψα να κάνω μιαν ανασκόπηση του πληθυντικού ευγενείας. Στα αρχαία ελληνικά όπως είπαμε δεν υπάρχει, ούτε στα κλασικά λατινικά. Εμφανίζεται στα λατινικά της αυτοκρατορικής εποχής και ιδίως της ύστερης αρχαιότητας. Από εκεί περνάει σε αρκετές νεότερες γλώσσες (παρακάτω θα πούμε για τα ιταλικά), ενώ εμφανίζεται και στις σλαβικές γλώσσες, δεν ξέρω πώς και πότε. Περισσότερα, εδώ.

Όμως το ερώτημα παραμένει: πότε μπήκε στη γλώσσα μας ο πληθυντικός; Αν πάμε στο Εικοσιένα θα δούμε ότι πχ ο Μακρυγιάννης μιλάει στους πάντες στον ενικό, κι ας είναι βασιλιάδες ή πασάδες. Τα γράμματα που έστελναν στον Αλή Πασά, μπορεί να έχουν χίλιους δυο τεμενάδες, αλλά είναι στον ενικό, πχ Υψηλότατε και πολυχρονεμένε ντοβλετλή βεζίρ εφέντη μου, σκλαβικώς σε προσκυνώ και το χρυσό σου μέστι φιλώ και τον θεόν παρακαλώ διά το κάθε χαϊρλί μουράτι της καρδιάς σου, αμήν, αμήν

Τον προσκυνάει «σκλαβικώς» και του φιλάει το μέστι, είδος εσωτερικού υποδήματος, αλλά στον ενικό.

Στο αρχείο του Μαυροκορδάτου έχουμε αρκετές επιστολές που απευθύνονται στον Πρίγκιπα στον πληθυντικό, αλλά και άλλες στον ενικό. Θα σκεφτόταν λοιπόν κανείς ότι με τους Φαναριώτες ήρθε ο πληθυντικός στα μέρη μας.

Σε ένα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα βρήκα παλαιότερα δείγματα. Πρόκειται για μια συλλογή κειμένων του Σπύρου Ασδραχά, με τίτλο Πρωτόγονη επανάσταση, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του ΕΑΠ πέρυσι, μαζί με το δικό μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή για τους κλέφτες και τους αρματολούς, με ειδική έμφαση στο άσμα και στο πρόσωπο του Χρίστου Μηλιόνη.

Eκεί λοιπόν υπάρχουν δυο γράμματα στα οποία χρησιμοποιείται πληθυντικός ευγενείας το 1785, αρκετά νωρίτερα δηλαδή από τον ερχομό του Μαυροκορδάτου και των άλλων Φαναριωτών. Τα γράμματα έχουν και κάποιο ενδιαφέρον, ας πούμε γλωσσικό και ιστορικό, οπότε τα σκανάρισα και τα βάζω εδώ. Το 1785 λοιπόν ο Μήτσος Μαυρομάτης, προεστός στο Βραχώρι, γράφει στον Οθωμανό βαλή του Κάρλελι (που είδαμε χτες ότι είναι η Αιτωλοακαρνανία) και του ζητάει να μεσολαβήσει στον Βενετό προβλεπτή της Λευκάδας για μια υπόθεση ενός εξαδέλφου του.

Ο εξάδελφος του Μαυρομάτη είχε συνεταιριστεί με τον καπετάν Γιάννη Σταθά στην ενοικίαση προσόδων, ίσως απο κάποιο ιχθυοτροφείο. Ο Γιάννης Σταθάς δολοφονήθηκε και άφησε κάποιο χρέος στον συνεταίρο του και στη συνέχεια η μάνα του και ο γαμπρός του, που τον κληρονόμησαν, αρνούνταν να αναγνωρίσουν το χρέος. Δεδομένου ότι αυτοι έμεναν στην Πρέβεζα, ανήκαν σε άλλο κράτος, στη Βενετιά, γι’ αυτό και ήταν αναγκαία η μεσολάβηση του προβλεπτή. Στο βιβλίο υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Σταθά και για τη μητέρα του που ενώ ήταν ιδιαίτερα μαχητική και δραστήρια δεν φαίνεται να άφησε πουθενά το όνομά της αφού όλοι την αποκαλούν Βασίλαινα.

Τα δυο γράμματα, στα οποία χρησιμοποιείται πληθυντικός.

  1. Ο βαλής του Κάρλελι στον πρεβεδούρο της Αγια-Μαύρας:

Από εμένα τον Ομέραγα μουσελίμη και βαλή του Κάρλελι προς τον εξοχώτατον και περιπόθητόν μας φίλον οστραζορδινάριον και πρεβεδούρον της Αγίας Μαύρας, προβλεπτήν και εξουσιαστήν του κόρφου των δύο κάστρων της Πρέβεζας πέμπομεν τον φιλικόν και ακριβόν μας χαιρετισμόν.

Ο εξάδελφος του εδικού μας κυρ Μήτζου Μαυρομάτη Ζαφείρη Τζιτζόνης είχε ανακατευτεί εις δεκατιές καί σύνορα συντροφικώς με τον καπετάν Γιωργάκη επέρσι· και πριν τελειώσει τους λογα­ριασμούς του εσκοτώθηκε. Και τώρα η μητέρα του με τον γαμπρόν του τον Μπαγιάτζον, οπού είναι καθολικοί κληρονόμοι, δυστροπούν και δεν θέλουν να γροικήσουν τελείως λογαριασμόν, μόνον επροχτές οπού επήγεν εκεί του έλεγαν ξύλα κούτσουρα. Διά τούτο αποφά­σισα και τον στέλνω αυτού εις την εξοχότητά σας και παρακαλώ να προστάξετε την Βασίλαινα με τον γαμπρόν της να έλθουν αυτού εις την Αγίαν Μαύραν και ύστερα να βάλετε δυο-τρεις τιμημένους πραγματευτάδες να θεωρησουν τες υπόθεσές τους· και όταν δώ­σουν οι κριταί το δίκαιον εις τον άνωθεν Ζαφείρην, να στενέψετε την Βασίλαινα και τον γαμπρόν της διά να τον πληρώσουν. Και προσμένω την φιλικήν σας απόκρισιν περί τούτου. Ταύτα μεν και από τον θεόν σας προξενούμεν κάθε υγίειαν και ευτυχίαν.

1785, Σεπτεμβρίου 30, Βραχώρι

Στο αριστερό περιθώριο του φ. 1 υπογραφή και τύπος σφραγίδας στα τουρκικά· στο φ. 2 η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω εξοχωτάτω και περιποθήτω μας φίλω οστραζοδινάριω της Αγίας Μαύρας, προβλεπτή και εξουσιαστή του κόρφου των δύο κάστρων, Πρέβεζας και Βόνιτζας,

φιλικώς δοθήτω

Εις Αγίαν Μαύραν

 * Να σημειωθεί ότι ο τύπος «οστραζοδινάριε» που αποκαλούν τον πρεβεδούρο είναι το Provedditore Estraordinario, όπως ήταν ο τίτλος του (Ανώτερος Προνοητής). Αλλού θα βρείτε να τον λένε μέχρι και… σταβροδινάριο ή στραβοδινάριο.

2. Ο Μήτσος Μαυρομμάτης στον πρεβεδούρο της Αγίας Μαύρας

Εξοχώτατε αυθέντα μου οστραζοδινάριε, πρεβεδούρε της Αγίας Μαύρας, προβλεπτά και εξουσιαστά των δύο κάστρων του Κόλφου, Πρέβεζας και Βόνιτζας, την εξοχότητά σας δουλικώς προ­σκυνώ και φιλώ το τιμημένον σας χέρι.

Ο ενδοξότατος φίλος σας Μουσελίμαγας, σας γράφει και σας παρακαλεί με την φιλικήν του γραφήν διά κάποιαν διαφοράν οπού έχει ο εξάδελφός μου κυρ Ζαφείρης Τζιτζόνης με τη μητέρα του ποτέ καπετάν Γεωργάκη και με τον γαμβρόν της Παγιάτζον. Όθεν σας παρακαλώ και εγώ αυτού οπού έρχεται, να προστάξετε δύο τιμημένους κριτάδες να θεωρήσουν την υπόθεσίν τους και ό,τι ήθελαν αποφασίσει εκείνοι οι κριταί της υποθέσεως, τότε να στενεύσετε την Βασίλαιναν με τον γαμβρόν της να τον πληρώσουν καθώς απαιτεί το δίκαιον, οπού αυτοί είναι κληρονόμοι του αποθανόντος. Επροχθές έστειλα του ανθρώπου μου Πάνου Καλαμπόκη ταμπάκον οκάδες δώδεκα διά να σας τον στείλει, οπού μου είχετε παραγγείλει· και του έστειλα και άλλες δώδεκα, οπού γίνονται εικοσιτέσσαρες. Και αυτόν, ήγουν τες δώδεκα οκάδες, να τον δεχθήτε διά σημείον της ταπεινής μου ευλαβείας και τον άλλον θέλετε δώκει το κόστος του Καλαμπόκη, καθώς επροστά­ξετε· δεν ήτον μεγάλη η δουλειά, όμως τί να κάμω οπού έτζι με αποφασίσετε; Ταύτα, και μην έχοντας άλλο την ξαναπροσκυνώ με όλον το σέβας, φιλώντας το τιμημένον της χέρι.

1785 Π(αλαιό)ν έτ(ος) Οκτωβρίου 7. Βραχώρι.

Της εξοχότητάς της δούλος ταπεινός
Μήτζος Μαυρομάτης

Στο φ. 2 η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω εξοχωτάτω αυθέντη μου οστραζοδιναρίω πρεβεδούρω Αγίας Μαύρας, προβλεπτή και εξουσιαστή των κάστρων του Κόλφου

προσκυνητώς
Εις Αγίαν Μαύραν

Οποτε, ο Μαυρομάτης ή ο γραμματικός του αλλά και ο (Έλληνας, σχεδόν σίγουρα) γραμματικός του Οθωμανού αγά χρησιμοποιούν πληθυντικό στην αλληλογραφία τους με τον πρεβεδούρο -ο πρώτος προς ανώτερο, ο δεύτερος προς ίσον.

Σίγουρα θα υπάρχουν και παλαιότερα δείγματα και περιμένω να μου τα παρουσιάσετε στα σχόλια.

Πάντως, ο πληθυντικός του Καρλελιώτη προεστού δύσκολα θα οφείλεται σε γαλλική επιρροή. Μήπως είναι όμως βενετσιάνικη; Στα ιταλικά σήμερα ο πληθυντικός ευγενείας εκφράζεται με το τριτοπρόσωπο Lei, αλλά αν θυμάμαι καλά τις ιταλικές όπερες που μου αρέσουν, και που είναι ολες γραμμένες εκείνα περίπου τα χρόνια, ο τύπος ευγενείας είναι το voi, το β’ πληθυντικό. Οπότε, κάνω την υπόθεση ότι υπάρχει βενετσιάνικη επιρροή. Μπορεί να αλλάξω την υπόθεση μου με βάση τα ευρήματά σας ή να την ενισχύσω.

 

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 222 Σχόλια »

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα – μόλις κυκλοφόρησε!

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα».

Το βιβλίο είναι το πρώτο μιας νέας σειράς που εγκαινίασε το ΕΑΠ, με τον γενικό τίτλο 96plus. Ο τίτλος εξηγείται από τον αριθμό των σελίδων των βιβλίων αυτών, που θα είναι, το καταλάβατε, περίπου 96.

Το ομοιόμορφο σχήμα και ο μικρός αριθμός σελίδων ίσως σάς θυμίσουν τη γνωστή (παλιά) γαλλική σειρά Que sais-je.

Ο εκδοτικός οίκος γράφει για τη σειρά αυτή:

H σειρά 96 PLUS των εκδόσεων ΕΑΠ απαρτίζεται από ευσύνοπτα, χρηστικά, έγκυρα αλλά και ζωντανά βιβλία 96 περίπου σελίδων, για θέματα και προβλήματα της εποχής μας. Φιλοδοξεί να αποτελέσει μια έγκυρη και τεκμηριωμένη παρέμβαση σε ζητήματα αιχμής (χωρίς να εξαντλείται σε αυτά), απευθυνόμενη σε κάθε ανήσυχο και σκεπτόμενο αναγνώστη και αναγνώστρια. Με λίγα λόγια, απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που έχει όρεξη να διαβάσει, κι έχει αγωνίες και ερωτήματα. Έτσι, επιθυμεί να καλύψει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από την τρέχουσα οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και το προσφυγικό, το διαδίκτυο και τις δυνατότητές του, μέχρι τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία, την εφαρμοσμένη ψυχολογία, την πολιτισμική κληρονομιά, τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Το βιβλίο που έγραψα έχει την τιμή να είναι το πρώτο της σειράς, αλλά τις αμέσως επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν και άλλα, που θα παρουσιαστούν όλα μαζί στις αρχές Ιουνίου -και, κακούργα ξενιτειά, δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ στην παρουσίαση. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν και άλλες νέες εκδόσεις του ΕΑΠ, που δεν ανήκουν στη σειρά 96, αλλά που είναι πολύ ενδιαφέρουσες, ανάμεσά τους κι ένα βιβλίο του αείμνηστου Σπύρου Ασδραχά. Πρόκειται, αν έχω καταλάβει καλά, για τις πρώτες εκδόσεις του ΕΑΠ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »