Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σταμάτης Κραουνάκης’

Το κονυζόχι και τα άλλα βότανα του Σεφέρη

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2018

Κάποια στιγμή το καλοκαίρι, ο Σταμάτης Κραουνάκης μου είχε ζητήσει να του βρω μερικές πληροφορίες για τα φυτά που μνημονεύονται στο εξής απόσπασμα:

και να τους φέρνω όλα τα λουλούδια απ’ το βουνό, όλα τα βότανα από το λόγγο: το θυμάρι και την αφάνα, την αλυγαριά και το κονιζόχι, τη λαγοκοιμηθιά, το πολυκόμπι… που τα πηδάει τ’ αρχοντικό τραγί, που τα πηδάει το πυρό ταυρόπουλο…

Θα ανέβαζαν στο Λονδίνο, όπως μου είπε, τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, του Σεφέρη, σε θεατρική διασκευή -και είχε στον ρόλο του αυτά τα λόγια και ήθελε να ξέρει λίγα πράγματα για το κάθε βότανο.

Πράγματι, έγραψα ένα σημείωμα, και του το έστειλα. Η παράσταση πήγε μια χαρά, μου είπε. Σκέφτηκα λοιπόν να δημοσιεύσω κι εδώ το σημείωμα με  τα πέντε φυτά που αναφέρει ο Σεφέρης (για το θυμάρι δεν έγραψα, το θεώρησα πολύ γνωστό) -ίσως το βρείτε ενδιαφέρον. Πάντως προσθέτω και μερικά πράγματα τώρα που μεταφέρω το κείμενο.

Φυσικά δεν έχω γράψει πραγματεία για κάθε βότανο, απλώς δυο τρία χαρακτηριστικά πράγματα. Επίσης, δεν μπόρεσα να συμβουλευτώ το Βυσσινί τετράδιο, το βιβλίο του Φώτη Δημητρακόπουλου που έχει διάφορα ενδιαφέροντα για τις λέξεις και τα πράγματα του Σεφέρη.

Τέλος, ένα πρόβλημα που συναντούμε όταν συζητάμε για φυτά, είναι πως το καθένα είναι γνωστό με πολλές διαφορετικές λαϊκές ονομασίες, που άλλοτε χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα και άλλοτε για να περιγράψουν κάποιο συγγενικό φυτό ή μια ποικιλία της ίδιας οικογένειας, και δεν είναι πάντοτε εύκολο να καταλάβεις τι ισχύει κάθε φορά -χωρια οι τοπικές ονομασίες των φυτών.

  1. Η αφάνα

Η αφάνα είναι χαμηλός αγκαθωτός θάμνος, είδος αγριοτριανταφυλλιάς. Η επίσημη ονομασία του είναι Poterium spinosum, και στα ελληνικά Ποτήριον το ακανθώδες ή Σαρκοποτήριον το ακανθώδες.

Λέγεται επίσης: στοίβη και στοιβή σε αρχαίους συγγραφείς (Θεόφραστο, Διοσκουρίδη), αστοιβίδα, αχυροστοιβάδα, πίσουρο.

Παλιά το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν πρόχειρες σκούπες και για προσάναμμα. Τα φύλλα του και ο καρπός του θεωρούνται φαρμακευτικά.

Σύμφωνα με έναν μύθο, ξυπόλητη η Αφροδίτη πάτησε μιαν αφάνα και το αίμα που έσταξε χρωμάτισε κόκκινα τα άνθη του θάμνου.

Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά για όσους έχουν φουντωτά σγουρά μαλλιά -συχνά για ποδοσφαιριστές, όπως πρόσφατα τον Φελαϊνί και παλιότερα εκείνον τον Κολομβιανό. Το ξέρω εξ ιδίας πείρας διότι στα νιάτα μου άφηνα τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν και με λέγανε κι εμένα «αφάνα». Τώρα, περασμένα μεγαλεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Θεατρικά, Ποίηση, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , | 162 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Με και χωρίς γραβάτα

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2018

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη μηνιαία στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Εδώ προσθέτω κάμποσα πράγματα που ή δεν χωρούσαν στο όριο λέξεων της εφημερίδας ή δεν προσφέρονταν για συμβατικό, χάρτινο μέσο, καθώς και την εικονογράφηση. Αν κάποια πράγματα σάς φαίνονται γνωστά, είναι επειδή έχουμε ξαναγράψει στο ιστολόγιο για τα λεξιλογικά της γραβάτας.

Κάποιος γνωστός μου έλεγε χαριτολογώντας ότι αν υπάρχει μία κατηγορία επαγγελματιών που να έχει πληγεί καίρια από την ξαφνική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής είναι αναμφίβολα όσοι κατασκευάζουν, εισάγουν ή εμπορεύονται γραβάτες, αφού ο ενδυματολογικός κώδικας τον οποίο ακολουθεί ο πρωθυπουργός αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών του κυβερνητικού κόμματος αποφεύγει τον λαιμοδέτη. Και επιπλέον, το παράδειγμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ το έχουν ακολουθήσει και στελέχη των άλλων κομμάτων, οπότε δεν είναι σπάνιο στα τηλεοπτικά παράθυρα η πλειονότητα των αρρένων συζητητών να εμφανίζονται χωρίς αυτό το κάποτε απαραίτητο συμπλήρωμα της ανδρικής αμφίεσης. Αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία η γραβάτα έχει υποχωρήσει, εκτός βέβαια από τις αίθουσες των δικαστηρίων όπου τα ισχύοντα ήθη και έθιμα δεν επιτρέπουν στους δικηγόρους να παρίστανται αγραβάτωτοι ακόμα και με καύσωνα. Οπότε, δικαίως παραπονούνται οι γραβατοπώλες.

Ωστόσο, στην πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλυσε τα πλεονεκτήματα της πρόσφατης απόφασης του Γιούρογκρουπ φορώντας μια κοκκινωπή, αν πρόσεξα καλά, γραβάτα. Το είχε άλλωστε προαναγγείλει πως με τη ρύθμιση του χρέους θα φορούσε γραβάτα, αν και δεν ήταν αυτή που του χάρισε ο Ζόραν Ζάεφ στις Πρέσπες. Για την απόφαση του Γιούρογκρουπ θα μιλήσουν άλλοι ειδικότεροι. Η στήλη όπως ξέρουμε λεξιλογεί και σήμερα θα λεξιλογήσει για τη γραβάτα που έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ετυμολογία.

Η γραβάτα είναι λέξη εισαγόμενη, αλλά η απαρχή της δεν βρίσκεται στη Δύση, παρά στα Βαλκάνια, όσο κι αν εκ δυσμών ήρθε στα μέρη μας. Τον 17ο αιώνα, για παράδειγμα στον Τριακονταετή πόλεμο, στη Γαλλία χρησιμοποιούσαν σώματα ελαφρού ιππικού απαρτιζόμενα κυρίως από Κροάτες μισθοφόρους. Αυτοί οι Κροάτες ιππείς είχαν, ως εξάρτημα της στολής τους, έναν λαιμοδέτη, ο οποίος φαίνεται πως έκανε εντύπωση. Τους μισθοφόρους τούς έλεγαν Cravates, δηλαδή Κροάτες (που ίσως είναι δάνειο κατευθείαν από το hrvat το κροατικό, ίσως όμως μεσολάβησε και το γερμανικό διαλεκτικό Krawat), κι έτσι ονομάστηκε cravate και ο λαιμοδέτης. Για ένα διάστημα δηλαδή η γαλλική λέξη cravate δηλώνει τα κροατικά άλογα και τους κροάτες ιππείς, και μετά, περίπου από το 1650, τους λαιμοδέτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 176 Σχόλια »

Αφορά το ή αφορά στο;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αφορά ένα γλωσσικό ερώτημα που διατυπώνεται συχνά τα τελευταία χρόνια, και στο οποίο, περιέργως, δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο ιστολόγιο. Αντί όμως να γράψω εγώ τη γνώμη μου για το δίλημμα του τίτλου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου μου του Γιάννη Χάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά πριν από δυο βδομάδες στη σαββατιάτικη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών -και στη συνέχεια θα γράψω και μερικά δικά μου σχόλια για το θέμα.

Έγραψε λοιπον ο Γιάννης Χάρης:

Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), «Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές» (η εικόνα είναι παρμένη από το ιστολόγιο του Γ. Χάρη)

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική […] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι […] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν […] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα…). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν […] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Αχηβάδες και κοχύλια, πεταλίδες, στρείδια, μύδια

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2016

Κατακαλόκαιρο και διαπιστώνω ότι δεν έχω κάνει καμιάν αμιγώς θαλασσινή ανάρτηση, με εξαίρεση εκείνην για το καρνάγιο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες. Επανορθώνω λοιπόν με τη σημερινή, που ο τίτλος της πήγε στην αρχή να μιμηθεί το «αραμπάδες και καρούλια» αλλά δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα στο δεύτερο ημιστίχιο.

Από τις αχηβάδες ξεκινάω γιατί αυτές μου δώσανε το έναυσμα για το σημερινό άρθρο. Την περασμένη βδομάδα, είχα βάλει μια φωτογραφία από ένα παραλιακό εστιατόριο με την ονομασία «Το αχοιβαδάκι», όπου για χάρη της αισθητικής (το όμικρον είχε μορφή κοχυλιού) γινόταν παραβίαση της ορθογραφίας, και είχα γράψει:

Όλος σχεδόν ο κόσμος τη γράφει «αχιβάδα», αλλά τα λεξικά, και η σχολική ορθογραφία υποθέτω, τη γράφουν «αχηβάδα», μια και προέρχεται από το μεσαιωνικό «χηβάδα» και από το «χηβάδιον».

Για να συνεχίσω σήμερα την ετυμολογία της αχηβάδας, να πω ότι στο λεξικό Σουίδα βρίσκουμε το λήμμα: Χήμη, είδος οστρέου, το κοινώς χηβάδιον, και ότι η χήμη συνδέεται με το ρήμα χαίνω, επειδή το οστρακοειδές αυτό είναι ανοιχτό. Από τη χήμη ως τη χηβάδα θα μεσολάβησε ένας αμάρτυρος τύπος *χημάδα, ενώ η χηβάδα έγινε αχηβάδα με την ανάπτυξη προτακτικού α-, που προκύπτει από τη συμπροφορά (μια χηβάδα > μιαχηβάδα > αχηβάδα). Σε παρόμοιο φαινόμενο οφείλονται τύποι όπως αμασχάλη, απαλάμη, αμάχη, αλυγαριά κτλ.

Στα σχόλιά σας είχατε πει, και σωστά, ότι αχηβάδες ή χηβάδες υπάρχουν και στην αρχιτεκτονική. Όπως έγραψε ο φίλος μας ο Νίκιπλος, σε νεοκλασικά σπίτια όπου δούλευε παραγιός μάστορα, «είχαν τυφλά αψιδωτά παράθυρα τα οποία ο μάστορας αποκαλούσε «χιβάδες»». Αλλά και ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημά του «Στο Χριστό στο Κάστρο» γράφει, για τον ναό: «Καὶ εἰς τὴν χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὑψηλά, ἐφαίνετο στεφανουμένη ὑπὸ ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα.»

Είναι δηλαδή η (α)χηβάδα μια ημικυλινδρική εσοχή, μια κόγχη, στην οποία τοποθετούνται διακοσμητικά ή, στους δυτικούς ναούς, αγάλματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θαλασσινά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , , | 136 Σχόλια »

Άδεια κατσαρόλα

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2016

Το άρθρο που διαβάζετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στην κυριακάτικη Αυγή, στο νέο ένθετο Υποτυπώσεις, με υπεύθυνο τον ποιητή Γιώργο Κοροπούλη, ένθετο που διαδέχτηκε τα Ενθέματα όπου υπεύθυνος ήταν ο φίλος Στρατής Μπουρνάζος. Μια και είναι η πρώτη εμφάνιση της στήλης στο νέο ένθετο, χρειάστηκε μια εισαγωγική παράγραφος. Και επειδή η εφημερίδα εξακολουθεί να βάζει αδήριτα όρια στην έκταση των κειμένων της, αναγκαστικά οι ευχαριστίες προς τον Στρατή Μπουρνάζο ήταν λακωνικές.

Το ένθετο είναι καινούργιο, αλλά η στήλη είναι παλιά. Πράγματι, η μηνιαία στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» άρχισε να δημοσιεύεται τον Σεπτέμβριο του 2008 στα Ενθέματα της Αυγής. Από τότε, την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα εξετάζουμε μία ή περισσότερες λέξεις που ακούστηκαν αρκετά στον μήνα που πέρασε. Τώρα που οι Υποτυπώσεις διαδέχτηκαν τα Ενθέματα είμαι βέβαιος ότι η συνεργασία θα είναι εξίσου γόνιμη και ανέφελη όπως ήταν με τον Στρατή Μπουρνάζο –που με αυτή την ευκαιρία θέλω να τον ευχαριστήσω για μια ακόμη φορά.

Ο Ιούνιος έκλεισε κάτω από τον αστερισμό του βρετανικού δημοψηφίσματος και του Μπρέξιτ, όμως διάλεξα για το εναρκτήριο άρθρο στις Υποτυπώσεις κάτι λιγότερο επίκαιρο, μια λέξη που αναφέρεται σε κάτι που συνέβη όχι στο τέλος παρά στη μέση –ακριβώς!- του μήνα, σε ένα γεγονός και σε μια λέξη που θα μπορούσαν αλλά δεν κατάφεραν να σημαδέψουν την επικαιρότητα. Εννοώ τη συγκέντρωση με το σύνθημα «Παραιτηθείτε!» που οργανώθηκε από δήθεν υπερκομματικούς πολίτες στις 15 Ιουνίου με αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης. Και επειδή η συγκέντρωση αυτή χαρακτηρίστηκε «συγκέντρωση-κατσαρόλα» από τους επικριτές της, διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αυτή τη λέξη, την κατσαρόλα, μια και έχει αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία, τόσο σε καθαρά γλωσσικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 289 Σχόλια »

Πραζ αν Κράου;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2015

Ο τίτλος είναι λογοπαίγνιο και ίσως όχι πολύ πετυχημένο, αλλά αναλαμβάνω την ευθύνη. Η φράση «πραζ αν τράου;» είναι παράδειγμα από τις φράσεις εκείνες που χρησιμοποιεί κανείς για να σατιρίζει τα βόρεια ιδιώματα, μια και με πρώτο άκουσμα μοιάζει ξένη, ενώ αν τη μετατρέψουμε στη φωνητική της κοινής νεοελληνικής θα δούμε ότι λέει «πειράζει αν τηράω;» δηλαδή «πειράζει αν/που κοιτάω;», ερώτηση που υποτίθεται ότι απευθύνει ορεσίβιος σε πρωτευουσιάνο, ο οποίος μένει να χάσκει μην καταλαβαίνοντας.

Κράου, από την άλλη, είναι η καθιερωμένη (και από τον ίδιο) σύντμηση του ονόματος του Σταμάτη Κραουνάκη, οπότε έτσι προκύπτει το λογοπαίγνιο του τίτλου.

Ο Κραουνάκης είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης από τους νεότερους, και κάθε φορά που βγάζει καινούργια δουλειά σπεύδω να τον δω / να τον ακούσω, περίπου όπως σπεύδω να διαβάσω κάθε καινούργιο βιβλίο που βγάζει ο Γιάννης Μακριδάκης, ο αγαπημένος μου συγγραφέας από τους νεότερους. Τον τελευταίο καιρό ο Κραουνάκης κατοικοεδρεύει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ή τουλάχιστον εκεί ανεβάζει τις παραστάσεις του, και μετά την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» (στο κείμενο του Βάρναλη, όπου είχα κι εγώ μια μικρή ανάμιξη στο πρόγραμμα της παράστασης) και το «Μπεεε», τώρα παρουσιάζεται, σε 31 παραστάσεις, από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις 31 Ιανουαρίου, το σόου «Όλοι ένα. Φίλα με«, κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ. Προχτές μπόρεσα επιτέλους να πάω να το δω, και το σημερινό άρθρο θα το αφιερώσω στην παράσταση αυτή, που σας συστήνω ένθερμα να δείτε.

Το λέει «ουαν μαν σόου» (one man show δηλαδή), και η περιγραφή είναι σχεδόν ακριβής, με την έννοια ότι δεν συμμετέχει ολόκληρη η Σπείρα-Σπείρα όπως σε παλιότερες δουλειές. Βέβαια, εκτός από τον Κραουνάκη πάνω στη σκηνή υπάρχουν ο Άρης Βλάχος και άλλοι δυο μουσικοί, και πέντε νεαροί με καταπληκτικές φωνές, που τραγουδάνε, παίζουν, κάνουν παρλάτες -αλλά φυσικά, στο κέντρο βρίσκεται ο Κράου, και τα περισσότερα τραγούδια είναι δικά του και καμιά δεκαπενταριά ολόδικά του (στίχοι και  μουσική δηλαδή).

Δεν είναι καινούργια τα τραγούδια της παράστασης, εκτός από ένα, το εναρκτήριο, το «Για σένα», που το δίνουν και σε σιντάκι μαζί με το πρόγραμμα, αλλά ευτυχώς υπάρχει στο Γιουτούμπ κι έτσι γλιτώνω τον κόπο να το ριπάρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Παραστάσεις, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 35 Σχόλια »

Το κεραμίδι και ο μύθος για το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2015

Τώρα που με απαίτηση των δανειστών αίρεται η προστασία της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς, έχει αρχίσει να κυκλοφορεί και πάλι ο μύθος για το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα. Τις προάλλες, μάλιστα, διάβασα ένα άρθρο στο Πρωταγών που, λίγο-πολύ, εξομοίωνε την επιθυμία της ιδιοκατοίκησης με παράνοια, και μάλιστα παράνοια που αποτελεί σχεδόν αποκλειστικά ελληνικό χαρακτηριστικό.

Το άρθρο αυτό του Α. Ζαμπούκα περιέχει κάμποσα χοντρά ψέματα, αλλά επειδή εδώ (και) λεξιλογούμε, εγώ θα ξεκινήσω από μια ωραία λαϊκή φράση που βρίσκεται στην αρχή του: Ο Έλληνας θέλει να έχει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του. Συνήθως εγώ τη φράση δεν την ακούω έτσι, παροιμιακά -αν και λέγεται κι έτσι. Κατά τη γνώμη μου, τη λέμε περισσότερο με τη μορφή «να βάλω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου, π.χ. «Πήραν δάνειο για να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους» -η παραδειγματική φράση από το Λεξικό της Ακαδημίας.

Λέγοντας «κεραμίδι» εδώ εννοούμε το σπίτι -και μάλιστα το ιδιόκτητο. Η φράση δεν λέγεται σχεδόν ποτέ για νοικιασμένο σπίτι. Λέγοντας κεραμίδι εννοούμε τη στέγη, όσο κι αν εδώ και μερικές γενιές οι περισσότεροι Έλληνες ζούμε σε σπίτια χωρίς κεραμοσκεπή’ αλλά και τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, όπου αριά και πού να βρεις κανένα διακοσμητικό κεραμίδι, κι αυτά με «κεραμίδι» τα παρομοιάζουμε. Η γλώσσα είναι συντηρητική, το έχουμε ξαναπεί: γεννημένοι στην πόλη οι περισσότεροι, ακόμα «δένουμε τον γάιδαρό μας» όταν θέλουμε να πούμε ότι εξασφαλιστήκαμε.

Το κεραμίδι προέκυψε από το υποκοριστικό «κεραμίδιον» του αρχαίου «κεραμίς», που ανάγεται στο ακόμα πιο αρχαίο «(η) κέραμος», λέξη ήδη μυκηναϊκή, που για την ετυμολογία της έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, όπως ότι πιθανώς συνδέεται με το ρ. «κεράννυμι» (με τη σημασία αναμιγνύω).

Το κεραμίδι και τα παράγωγά του έχουν ενδιαφέροντα φρασεολογικά. Καταρχάς, ο τύπος «κέραμος» επιβιώνει σε μια αρχαιοπρεπή φράση «λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένα» που τη λέμε όταν επικρατεί κάπου μεγάλη ακαταστασία (στην αρχαία γραμματεία η φράση δεν απαντά ακριβώς έτσι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μύθοι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 107 Σχόλια »

Ναι και Όχι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2015

Μεθαύριο καλούμαστε να ψηφίσουμε αν εγκρίνουμε ή όχι τη συμφωνία που είχε προταθεί από τους εταίρους ώστε, σε αυτή τη βάση, να συνεχιστεί η διαπραγμάτευση. Οι δυνατές απαντήσεις στο ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι δύο, Ναι ή Όχι. Καθεμιά από αυτές τις δυο λέξεις μπορεί να δώσει άφθονο υλικό για αυτοτελές άρθρο, και είχα αρχικά σκεφτεί να βάλω το άρθρο του Ναι και το άρθρο του Όχι, αλλά έπεσε πολλή δουλειά, οπότε σήμερα θα πούμε δυο λόγια για τον συνδυασμό τους, το Ναι και Όχι.

Το ερώτημα του δημοψηφίσματος καταλήγει σε μια διάζευξη: Ναι ή Όχι. Παρόμοιες διαζευκτικές ερωτήσεις μας θυμίζουν τα μαθητικά μας χρόνια, αφού ήταν πολύ συχνό, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, να έχουμε θέματα που κατέληγαν ρητά σε αυτή τη διάζευξη -μια μορφή της άλλωστε είναι και οι ερωτήσεις «Σωστό-Λάθος» που μπαίνουν ακόμα και στις πανελλήνιες εξετάσεις (τα παιδιά τις λένε «Σουλού»).

Βέβαια δεν απαντιούνται όλες οι ερωτήσεις με Ναι ή Όχι -και δεν εννοώ εδώ ότι κάποιος μπορεί να έχει επιφυλάξεις, να μη θέλει να απαντήσει, να θέλει να το σκεφτεί, να προτιμήσει το δουξουδουά (δεν ξέρω/δεν απαντώ) των δημοσκόπων. Παρόλο που ο Ιησούς έλεγε «έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι ου ου, το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν», υπάρχουν ερωτήσεις που δεν μπορείς να τις απαντήσεις με ένα μονολεκτικό Όχι. Παράδειγμα, η ερώτηση «Έχεις ακόμα κέρατα;», ή, σε παραλλαγή, «Εξακολουθείς να δέρνεις τη γυναίκα σου;» όπου δεν μπορείς να απαντήσεις με ένα σκέτο Όχι, θέλεις να διευκρινίσεις επιπλέον πως ουδέποτε δεν είχες / δεν το έκανες αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , | 354 Σχόλια »

Ένα γλωσσάρι για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2014

b_10616_apologia_socrates_varnalis_kraounakis_speira6_webΑπό την Πέμπτη 10 Ιουλίου και ως τις 19 του μηνός ανεβαίνει στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη δραματοποιημένη η «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη, σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι και με τον Σταμάτη Κραουνάκη στον ρόλο του Σωκράτη. Το έργο του Βάρναλη έχει μορφή μονολόγου, οπότε έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ακριβώς έγινε η δραματοποίηση, ωστόσο εδώ θα σταθώ περισσότερο στο κείμενο.

Το έργο του Βάρναλη εκδόθηκε στα τέλη του 1931, προς το τέλος δηλαδή της «δημιουργικής δεκαετίας», για να χρησιμοποιήσουμε τον χαρακτηρισμό του Γιάννη Δάλλα, ο οποίος ονομάζει έτσι την περίοδο 1923-1933, αν δεν κάνω λάθος, κατά την οποία ο Βάρναλης έδωσε τα σημαντικότερα έργα του, δεκαετία που ολοκληρώθηκε με τη ριζικά αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση του Φωτός που καίει (αυτήν που ξέρει δηλαδή ο σημερινός αναγνώστης).

Βέβαια, όπως και πολλά από τα έργα της δεκαετίας αυτής (Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, Σκλάβοι πολιορκημένοι), έτσι και τα πρώτα τουλάχιστον σχεδιάσματα της «Αληθινής απολογίας» ο Βάρναλης τα σύνθεσε στη Γαλλία, στο Παρίσι ή στο φιλόξενο σπίτι του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού στο χωριό Σεν Μαρ Λα Πιλ κοντά στην Τουρ.

Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη χρησιμοποιεί το ιστορικό γεγονός της δίκης του Αθηναίου φιλόσοφου για να ασκήσει καταλυτική κριτική στην εκμετάλλευση και την ανελευθερία, χωρίς όμως να αγιογραφεί τον εξαθλιωμένο λαό. Η πρόζα του είναι εξαιρετικά δουλεμένη, ωστόσο το έργο έχει τέτοια ζωντάνια και τόση δροσιά που φαίνεται σαν να έχει γραφτεί μονομιάς. Ίσως πρόκειται για το τελειότερο δείγμα ανόθευτης δημοτικής γλώσσας στη λογοτεχνία μας, όπως και για το κορυφαίο έργο τσουχτερής, καταλυτικής σάτιρας -ενώ παράλληλα ο Βάρναλης δείχνει, χωρίς όμως να επιδεικνύει, τη σπάνια αρχαιομάθειά του.

Όπως σημειώνει ο Βάρναλης στον πρόλογο της τρίτης έκδοσης του έργου: «Η «Απολογία» γράφτηκε στα 1931 σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια στην τοτεσινή «δημοκρατία» του ιδιωνύμου, του Καλπακιού και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων, που είχανε κατακουρελιάσει τις συνταγματικές ελευθερίες του πολίτη κι είχανε διαφθείρει ολάκερο το δημόσιο βίο της χώρας και προετοιμάσει τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου». Πράγματι, η Απολογία έχει σαφέστατο πολιτικό μήνυμα, αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρον γι’ αυτό το λόγο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 89 Σχόλια »

Η κότα δεν τρώει μπισκότα

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2013

Θα μπορούσα να το βάλω και σαν ερώτηση; Τρώει η κότα μπισκότα; Προτίμησα όμως να παρουσιάσω απευθείας την απάντηση που δίνω εγώ΄στο φλέγον αυτό ερώτημα, απάντηση όμως που θα την τεκμηριώσω στο τέλος του άρθρου, αφού πρώτα εξηγήσω τι συνδέει την κότα με τα μπισκότα και πώς αυτό μπορεί να ενδιαφέρει ένα ιστολόγιο γλωσσικού και όχι, ας πούμε, ορνιθπολογικού προσανατολισμού. Στο μεταξύ, σκεφτείτε κι εσείς αν τρώει η κότα μπισκότα.

Βέβαια, όσοι έχετε ακούσει την εκπομπή που κάναμε πρόσφατα με τη Μελίνα Δασκαλάκη στον ηλεραδιοφωνικό σταθμό amagi radio μπορεί να θυμάστε τι σχέση έχει η κότα με τα μπισκότα. Πράγματι, όσα συζητήσαμε σε εκείνη την εκπομπή είναι η αφορμή του σημερινού σημειώματος.

Λέγαμε λοιπόν για το συκώτι, το οποίο, όπως έχουμε αναφέρει και στο ιστολόγιο, προέρχεται από το «συκωτόν ήπαρ», δηλαδή το συκώτι από χήνες και άλλα ζώα, που οι αρχαίοι τα τάιζαν με σύκα για να παίρνει άρωμα. Με τον καιρό, το ουσιαστικό εξέπεσε και παρέμεινε το επίθετο, «συκωτόν», το οποίο έφτασε να χαρακτηρίζει όχι μόνον το ειδικά προετοιμασμένο συκώτι, αλλά το συκώτι γενικά. Από το συκωτόν, που ήταν πια ουσιαστικό, είχαμε το υποκοριστικό συκώτιον και μετά συκώτι. Αυτό το γλωσσικό φαινόμενο, η απόπτωση δηλαδή του ουσιαστικού, είναι αρκετά συνηθισμένο στα ελληνικά (πρβλ. ποντικός μυς δηλ. το ποντίκι από τη θάλασσα (πόντος) που έγινε ποντικός, νεαρόν ύδωρ, πανικός φόβος) και λογαριάζω να του αφιερώσω ένα άρθρο στο κοντινό μέλλον (οπότε, ας μην το πολυσυζητήσουμε σήμερα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 196 Σχόλια »