Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σταυρούπολη’

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »