Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Στο Χριστό στο Κάστρο’

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Σκυλεύουν χωρίς σκύλους

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2017

Στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο» υπάρχει και ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στον παπα-Φραγκούλη και στον Αλεξανδρή τον ψάλτη, που ο παπάς αγαπά να τον πειράζει:

«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός είν’ αυτός ο ανυψώσας;»

«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.

«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.

Τη στιχομυθία πρέπει να την έχουμε αναφέρει ξανά σαν παράδειγμα παρανόησης της εκκλησιαστικής γλώσσας. Ο ψάλτης, άνθρωπος λαϊκός, που δεν θα πήγε και πολλά χρόνια στο σχολείο, ερμηνεύει το «ο ανυψώσας», που το ψέλνει κάθε χρόνο, σαν να ήταν «ο ανηψιός σας» ενώ το «σκύλα» νομίζει ότι είναι προσδιορισμός της Βαβυλώνας, που χαρακτηρίζεται σκύλα -κυριολεκτικά ή μεταφορικά, θηλυκός σκύλος ή σκληρή ή ανήθικη γυναίκα.

Δεν είναι έτσι βέβαια. Ολόκληρη η φράση του Κανόνα είναι: Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς Βασιλίδος Σιών, καὶ δορύκτητον ὄλβον ἐδέξατο, το οποίο μεταφράζεται στη γλώσσα μας: Η Βαβυλώνα δέχτηκε τα λάφυρα της βασιλικής Σιών και τον λεηλατημένο πλούτο της. Είναι λοιπόν «τα σκύλα», τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ.

Εδώ κάποιος πολυτονιστής, σαν τον φίλο μας τον Αρχιμήδη, θα μας πει ότι το πολυτονικό θα μας βοηθούσε να ξεδιαλύνουμε ότι πρόκειται για τα σκύλα και όχι για τη σκύλα, αλλά βέβαια ο κυρ Αλεξανδρής άκουγε, δεν διάβαζε, κι έτσι κι αλλιώς αν μπορεί κάποιος να διακρίνει τις διαφορές της σημασίας βάσει του τονισμού δεν τις έχει ανάγκη διότι καταλαβαίνει ότι δεν μπορει να γίνεται λόγος για τη σκύλα.

Το γουστόζικο αυτό μικρογλωσσικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, όταν φίλος με ρώτησε αν θεωρώ σωστή τη χρήση του όρου «σκυλεύω τη μνήμη του νεκρού».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »