Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σύλλας’

Η μεταμόρφωση του Σάτυρου (πεζό του Κωστή Παλαμά)

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζό ενός μεγάλου ποιητή, του Κωστή Παλαμά -ενός ποιητή που, ίσως άδικα, δεν διαβάζεται πολύ στις μέρες μας ενώ στον καιρό του κυριάρχησε στην ελληνική ποιητική και πνευματική ζωή επί δεκαετίες.

Σε αυτό το πεζό του Παλαμά έφτασα τυχαία: διάβαζα ένα παλιό χρονογράφημα του Βάρναλη, κατοχικό, με θέμα απαισιόδοξο, τις αυτοκτονίες. Μιλώντας από την οπτική γωνία του θανατόφιλου, ο Βάρναλης γράφει:

Ξέρετε τι απάντησε ο Σάτυρος στο Σύλλα, άμα τον ρώτησε: ποιο είναι το καλύτερο πράμα στον κόσμο;

―Το καλύτερο, απάντησε ο τραγοπόδης θεός, είναι να μη γεννηθείς. Αλλ’ άμα έχεις γεννηθεί, το καλύτερο είναι «ως τάχιστα θανείν»…

Τους Βίους του Πλουτάρχου τους έχω διαβάσει… μισούς. Έχω διαβάσει τους Έλληνες, αλλά από τους Ρωμαίους μόνο τον Κικέρωνα και τον Καίσαρα, οπότε το επεισόδιο αυτό δεν το ήξερα. Έψαξα στον βίο του Σύλλα και πράγματι βρήκα το επεισόδιο, αλλά κάπως διαφορετικά διηγημένο.

Λέει, στο κεφάλαιο 27:

Σύλλας δὲ διὰ Θετταλίας καὶ Μακεδονίας καταβὰς ἐπὶ θάλατταν παρεσκευάζετο χιλίαις ναυσὶ καὶ διακοσίαις ἀπὸ Δυρραχίου διαβάλλειν εἰς Βρεντέσιον. ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος. ἐνταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον, οἷον οἱ πλάσται καὶ γραφεῖς εἰκάζουσιν, ἀχθέντα δὲ ὡς Σύλλαν ἐρωτᾶσθαι δι’ ἑρμηνέων πολλῶν ὅστις
εἴη· φθεγξαμένου δὲ μόλις οὐδὲν συνετῶς, ἀλλὰ τραχεῖάν τινα καὶ μάλιστα μεμιγμένην ἵππου τε χρεμετισμῷ καὶ τράγου μηκασμῷ φωνὴν ἀφέντος, ἐκπλαγέντα τὸν Σύλλαν ἀποδιοπομπήσασθαι.

Το ρεζουμέ:

Καθώς επέστρεφε ο Σύλλας από την Ελλάδα για την Ιταλία, περνώντας από την Απολλωνία, στη σημερινή Αλβανία, σε ένα ειδυλλιακό μέρος οι στρατιώτες του έπιασαν έναν Σάτυρο που κοιμόταν. Ήταν ακριβώς όπως τον παρασταίνουν οι γλύπτες κι οι ζωγράφοι. Τον οδήγησαν στον Σύλλα, κι αυτός έφερε διερμηνείς που τον ρώτησαν σε διάφορες γλώσσες. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να μιλήσει ανθρωπινά, παρά έβγαζε μια τραχιά φωνή μισό χλιμίντρισμα και μισό βέλασμα σαν του τράγου. Φοβήθηκε ο Σύλλας και τον έδιωξε.

Ο Πλούταρχος λοιπόν μας διηγείται μεν τη συνάντηση του Σύλλα με τον Σάτυρο, αλλά δεν δίνει τη συνομιλία -και πώς να τη δώσει, αφού ο Σάτυρος δεν μιλούσε ανθρωπινά. Από πού λοιπόν βρήκε ο Βάρναλης τη στιχομυθία;

Γκουγκλίζοντας βρήκα το πεζογράφημα του Παλαμά που θα σας παρουσιάσω σήμερα, το οποίο μεταπλάθει λογοτεχνικά τη διήγηση του Πλουτάρχου -που μάλιστα την προτάσσει ως μότο στην αρχή. Ο Παλαμάς φαντάζεται δύο συναντήσεις του Σύλλα με τον Σάτυρο, μία στον πηγαιμό των Ρωμαίων, που εκτυλίσσεται όπως περίπου την περιγράφει ο Πλούταρχος, και μια στην επιστροφή, όπου ο Σάτυρος έχει περάσει μια περιπέτεια που τον έκανε σοφότερο -και μιλάει.

Το πεζογράφημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο δεκαπενθήμερο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας» (τόμος Β’, σελ. 20), που το εξέδιδε ο Γεράσιμος Βώκος (για τον οποίο έχω γράψει εδώ, ξεχνώντας να αναφέρω αυτο το περιοδικό). Με το «Περιοδικόν μας» συνεργάζονταν οι περισσότεροι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής, αλλά παρά την ενδιαφέρουσα ύλη του το περιοδικό μετά βίας έφτασε τα πρώτα του γενέθλια. Δέκα χρόνια αργότερα ο Βώκος, που ήταν και ζωγράφος, έβγαλε το εικαστικά πολύ προχωρημένο περιοδικό «Καλλιτέχνης», που αποδείχτηκε κάπως μακροβιότερο. Ύστερα πήρε των ομματιών του για το Παρίσι, όπου πέθανε.

Αγγάρεψα τον φίλο μας τον Σκύλο να μας πληκτρολογήσει το πεζό του Παλαμά, μονοτονικό βέβαια, έκανα και ορθογραφικόν εκσυγχρονισμό, και το παρουσιάζω εδώ. Στο τέλος, κάνω ένα σύντομο σχόλιο.

ΑΠΟΛΟΓΟΙ

ΥΠΟ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ

ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ
πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ
χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς
πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος.
Ενταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον,

Π λ ο υ τ ά ρ χ ο υ (Βίος Σύλλα)

Στην Απολλωνία γεννήθηκα. Εκεί πρωτοχάραξεν η ζωή μου η άγρια και η ακαμάτρα, και η λάγνα και η δολοπλόκα μου ζωή και η άθεη.

Όλες οι πηγές μού καθαροζωγράφιζαν, κι οι αντίλαλοι όλοι μού βροντοφώναζαν την ασκήμια.

Σ΄έναν τόπο σύλογγο, στο Νεραϊδόσπηλο, πρωτοξέσπασεν η ορμή μου. Την πρώτη νύφην ιερή που απάντησα, χύθηκα για να την αγκαλιάσω ακόλαστα· και ήταν η νύφη Φαέθουσα· και ήταν αδελφή μου η Φαέθουσα. Και ήμουν ο καταραμένος όλων και ο σιχαμερός. Και πρώτ’ απ’ όλους με μίσησαν τα θεία τα γονικά μου. Και οι θεοί όπου με τύχαιναν, ύψωναν τη φτέρνα τους για να με συντρίψουν. Και των βουνών οι ξωτικές και των νερών μ’ έτρεμαν εμένα· και καμιά λαχτάρα πόθου, μήτε δίψα γνωριμιάς, δεν παράδερνε μέσα στον τρόμο τους. Κι έφευγε ο κόσμος, μόλεμα, και τον ίσκιο μου.

Αλίμονό σου, άνθρωπε, που θα περνούσεν απάνου σου το φύσημά μου! Μιαν αγριμιού κακού ψυχή σου πύρωνε το είναι σου. Και τρισαλιά σου, Αμαδρυάδα, που, θέλοντας μη θέλοντας, θα σ’ έσφιγγεν η καταδασωμένη μου αγκαλιά! Η παρθενιά της η ισόθεη, μπαίγνιο των χεριών μου ξεδιάντροπο, σέρνονταν ύστερα ξεσκίδι ανάμεσ’ από τα πόδια μου, πόδια ενός τράγου! Ω τα φιλιά μου τ’ αμολόγητα μέσ’ από το καμίνι το στόμα μου!

Και ήμουν ο στουμπομύτης κι ο τραγοκέρατος με τα μεγάλα του ζωντόβολου τ’ αυτιά· και ο δειλιασμένος ήμουνα που τρόμαζα· και ήμουν ο οκνός με τη γοργάδα του ανέμου· και ήμουν ο πανάσχημος με την ουρά και με τη σκέψη της μαϊμούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Βάρναλης, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »