Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τάκης Νατσούλης’

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Γιατί κάνουμε την πάπια;

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2016

Ξέρετε βέβαια τι σημαίνει η έκφραση «κάνω την πάπια». Σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό, προσποιούμαι ότι δεν γνωρίζω, δεν καταλαβαίνω κάτι, αποφεύγω να πάρω θέση. Συνώνυμη έκφραση είναι «κάνω το κορόιδο».

Το ερώτημα του τίτλου είναι παραπλανητικό -δεν θα διερευνήσουμε για ποιο λόγο προσποιούμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι μας λένε, άλλωστε υπάρχουν πολλοί λόγοι ανάλογα με την περίσταση. Στο άρθρο μας θα εξετάσουμε, απλούστατα, την προέλευση της φράσης «κάνει την πάπια». Θα απαντήσουμε στο… φλέγον ερώτημα «Γιατί το λέμε έτσι;»

Δεν θυμάμαι αν το έχουμε αναφέρει ξανά στο ιστολόγιο, αλλά για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη αλλά εντελώς αστήρικτη εξήγηση που οφείλεται, όπως και οι περισσότερες ευφάνταστες αλλ’ εντελώς αστήρικτες ανάλογες εξηγήσεις, στον Τάκη Νατσούλη. Ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης είχε εκδώσει το ογκώδες βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις», στο οποίο έχει συγκεντρώσει άφθονο υλικό αλλά έχει το κακό ελάττωμα να προτείνει διάφορες αστήρικτες θεωρίες για να εξηγήσει πώς γεννήθηκαν διάφορες γνωστές φράσεις, θεωρίες που τις έβγαλε από τη γόνιμη φαντασία του. Κι όπως είναι πιο εντυπωσιακό να ισχυρίζεσαι ότι η οικογένειά σου έχει τις ρίζες της σε βυζαντινούς άρχοντες, παρόμοια κάνει περισσότερο εφέ να λες ότι η τάδε φράση έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα ή στη φραγκοκρατία, αντί να πεις ότι πρόκειται π.χ. για κοινή παρατήρηση ή (θου κύριε!) ότι δεν είναι σαφές το πώς γεννήθηκε η φράση.

Αυτή την αναζήτηση εντυπωσιακών αλλ’ αστήρικτων ιστοριών για να εξηγηθεί η προέλευση μιας έκφρασης, τη λέμε «νατσουλισμό» στο ιστολόγιο. Και για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια νατσουλική εξήγηση.

Τη θυμήθηκα πριν από κάμποσες μέρες, όταν διάβασα ένα άρθρο του thetoc.gr, με τίτλο «Δεν κάνει την πάπια, είναι αθώα», το οποίο, με πλούσια εικονογράφηση και ανάλαφρο στιλ, προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση εννιά γνωστών εκφράσεων -και νατσουλίζει ασύστολα στις περισσότερες. Δεν θα ασχοληθώ όμως με τις άλλες εκφράσεις, διότι η κάθε μία θέλει χωριστό άρθρο. Αρκεί να επισημάνω ότι για την τρελοκαμπέρω έχουμε αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον αεροπόρο Νότη Καμπέρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 320 Σχόλια »

Τρεις κι ο κούκος τέσσερις

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2016

Χτες στο ιστολόγιο είχαμε την πρώτη συνέχεια από ένα διήγημα του πατέρα μου, στο οποίο ένας ήρωας λέγεται Κούκος, και πολύ φυσιολογικά ήρθε στην κουβέντα και η έκφραση «τρεις κι ο κούκος» και ο φίλος μας ο Νεοκίντ αναρωτήθηκε για την προέλευση της έκφρασης και αν υπάρχει κάποια ευφάνταστη θεωρία.

290px-Cuculus_canorus_1Μια και το θέμα έχει κάποιο γενικότερο ενδιαφέρον, ταιριάζει να του αφιερώσουμε το σημερινό αρθράκι, εκπληρώνοντας έτσι στο πιτς φιτίλι (αυτή την έκφραση θα τη δούμε άλλη φορά) την υπόσχεση που έδωσα.

Ο κούκος είναι γκρίζο πουλί που ζει στα δάση και έχει πολύ χαρακτηριστική «ηχηρή» φωνή, που αποδίδεται γραπτά ως «κούκου». Εξαιτίας της φωνής αυτής, χρησιμοποιήθηκε στα ρολόγια τοίχου της παλιάς εποχής με το εκκρεμές, που είχαν κι έναν ξύλινο κούκο να βγαίνει από το ρολόι και να σημαίνει τις ώρες.

Από τη φωνή άλλωστε ονομάστηκε και το πουλί, κούκος από το κούκου. Οι αρχαίοι το έλεγαν κόκκυγα, και η ονομασία αυτή επιβιώνει στο επίσημο ζωολογικό όνομα του πουλιού (Κόκκυξ ο ωδικός, της οικογένειας των κοκκυγιδών) αλλά κατά τα άλλα όταν εμείς λέμε κόκκυγας εννοούμε εκείνο το οστό στην άκρη της σπονδυλικής στήλης που θεωρείται υπόλειμμα της ουράς που χάσαμε -και που αν τύχει και πιάσουμε κύστη εκεί μάς πονάει αφόρητα. Το εν λόγω κοκκαλάκι το ονόμασαν κόκκυγα οι αρχαίοι επειδή, λέει, έμοιαζε με το ράμφος του πουλιού, του κούκου.

Ο κούκος εκτός από χαρακτηριστική φωνή έχει τη συνήθεια να μη φτιάχνει δική του φωλιά αλλά να γεννάει τα αυγά του σε ξένες φωλιές, όταν λείπει ο νοικοκύρης, πετώντας μάλιστα κάτω ισάριθμα αυγά του νόμιμου κατοίκου της φωλιάς -αυτό λέγεται αναπαραγωγικός παρασιτισμός, και περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει το καλογραμμένο και εκτενές άρθρο της Βικιπαίδειας.

Είτε εξαιτίας αυτής της συνήθειάς του είτε επειδή δεν πετάει σε σμήνος, ο κούκος έχει θεωρηθεί το σύμβολο της μοναχικότητας. Για έναν άνθρωπο που είναι μόνος και έρημος, λέμε ότι είναι κούκος ή απόμεινε κούκος ή μονάχος σαν τον κούκο -λέγεται η φράση συχνά για κάποιον ηλικιωμένο που έχει χάσει τον σύντροφό του και που δεν έχει παιδιά ή τα παιδιά του ζουν αλλού. Νομίζω πως και το παιχνίδι της πόκας «κούκος μονός» λέγεται έτσι επειδή το αρχικό φύλλο μπαίνει στη μέση πάνω στο τραπέζι μόνο του, σαν τον κούκο -πρέπει να είναι το μοναδικό παιχνίδι όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 257 Σχόλια »

Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, πάλι

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2016

Χτες έπεσε πολλή δουλειά οπότε αναγκάζομαι να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της αναδημοσίευσης ενός παλιού άρθρου, που το έχω βέβαια ξανακοιτάξει κι έχω κάνει μικρές ή μεγάλες αλλαγές και προσθήκες.

Άλλωστε, το ιστολόγιο κοντεύει να κλείσει τα εφτά χρόνια φαγ… λειτουργίας, κι έτσι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από πέντε ή έξι χρόνια μπορεί να είναι άγνωστο στους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες -ή να μην το θυμούνται.

Από μιαν άποψη, ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχόλιο για πρόσφατα γεγονότα ή για γνωστά πρόσωπα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής σκηνής. Όχι όμως, ακόμα κι αν σκέφτηκε κάτι τέτοιο το πονηρό μυαλό σας, το άρθρο είναι καθαρά γλωσσικό ή και λιγάκι φρασεολογικό. Και από τη φρασεολογία ξεκινάω.

Τη φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» τη λέμε, συχνά εκνευρισμένοι, σε όποιον γελάει αναίτια, χωρίς προφανή λόγο. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή που έτυχε να παρακολουθήσω, ο παρουσιαστής ρώτησε τους άλλους ωραίους νέους και νέες που έκαναν μαζί την εκπομπή, αν ξέρουν από πού βγήκε η έκφραση «αυγά σου καθαρίζουνε». Κανείς δεν ήξερε, αυτοσχεδίασαν διάφορες εξηγήσεις, μέχρι που μια διαβασμένη είπε με στόμφο ότι κάθε 15 Μαΐου υπήρχε λέει στην αρχαία Ρώμη το έθιμο του αυγοπόλεμου, που γινόταν προς τιμή της Αφροδίτης και του Διονύσου και ο καθένας πετούσε στους άλλους αυγά μελάτα, εξήγηση που έγινε δεκτή με ζητωκραυγές.

Η άποψη αυτή για την προέλευση της φράσης είναι ξεσηκωμένη από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, το οποίο κάμποσοι το έχουν για ευαγγέλιο για την εξήγηση της προέλευσης διαφόρων φράσεων. Το βιβλίο αυτό κατά σύμπτωση βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα, αφού το μοιράζει μια εφημερίδα, νομίζω μάλιστα σε συνέχειες. Τη γνώμη μου γι’ αυτό την έχω ξαναγράψει: πολύ υλικό συγκεντρωμένο με κόπο, αλλά εντελώς αναξιόπιστες εξηγήσεις και συνεχές κυνήγι του εντυπωσιασμού. Και η εξήγηση αυτή εδώ, της φράσης «αυγά σου καθαρίζουνε» από τον αυγοπόλεμο της αρχαίας Ρώμης, δεν είναι καλύτερη. Για να μην αδικήσω τον Νατσούλη, να συμπληρώσω ότι λέει επίσης πως ο αυγοπόλεμος ήταν αδυναμία του Νέρωνα και πως η ίδια γιορτή έγινε της μόδας στο Βυζάντιο «για πολύ λίγο διάστημα όμως» και ότι «σε πολλά βυζαντινά κείμενα αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δυο-τρία λόγια» (αυτά στην σελ. 23 της δικής μου έκδοσης). Με αυτοκρατορική αρχοντιά ο συγγραφέας προσπερνάει το θέμα της τεκμηρίωσης, χωρίς να μας δώσει έστω και ένα από αυτά τα κείμενα που αναφέρουν τον βυζαντινό αυγοπόλεμο. Δεν φταίω εγώ να υποψιαστώ πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κείμενο.

Αλλά και να υπάρχει τέτοιο κείμενο (που δεν υπάρχει), και να ήταν ο αυγοπόλεμος καθιερωμένο βυζαντινό έθιμο, από πού κι ως πού συνάγεται ότι γέννησε την παροιμιακή φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» Έχουμε κανένα κείμενο που να διασώζει έστω μια προηγούμενη μορφή της φράσης; Όχι. Όπως συνήθως, κι αυτή η εξήγηση του Νατσούλη είναι γέννημα μιας πλούσιας φαντασίας που δεν βολεύεται με τις πεζές εξηγήσεις.

Διότι η εξήγηση της φράσης είναι πεζή: απλούστατη, αλλά όχι πολύ συναρπαστική. Στα παλιά χρόνια της γενικευμένης και ολόχρονης στέρησης, τότε που κανείς δεν χόρταινε, το μικρό παιδί που έβλεπε να του καθαρίζουν αυγό για να το φάει γέλαγε από τη χαρά του. Η εικόνα είναι κοινότατη, η εξήγηση μου φαίνεται απολύτως πειστική και δεν είναι ανάγκη να πάμε στον αυγοπόλεμο και στον Νέρωνα. Ο Ν. Πολίτης δίνει και γαλλική παραπλήσια φράση: Ris, Jean, on te frit des oeufs, παναπεί Γέλα, Ζαν, αυγά σου τηγανίζουν.

Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν λογικό να γελάει όποιος του καθαρίζουν αυγά -σήμερα, που το μικρό παιδί το κυνηγάς σ’ όλο το σπίτι για να φάει το αυγό του κι αυτό το σκασμένο αρνείται, η προέλευση της φράσης έχει ξεχαστεί.

Όποιος όμως γελάει χωρίς να του καθαρίζουνε αυγά, δηλαδή όποιος γελάει αναίτια ενοχλεί. Το να γελάς αναίτια θεωρείται χαζομάρα. Κάποιος λάτρης της ετυμολογίας θα μπορούσε να πει ότι αυτό αποτελεί ταυτολογία. Διότι, από πού ετυμολογείται η λέξη «χαζός»;

Αν ανοίξετε τα λεξικά μας, και στο θέμα αυτό συμφωνούν όλα τους, θα δείτε ότι το χαζός προέρχεται από το χάζι, που είναι ένα θέαμα που το παρακολουθούμε χωρίς να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αλλά μας διασκεδάζει, και αυτό το χάζι είναι δάνειο από το τουρκικό haz (αραβικής αρχής) που σημαίνει «ευχαρίστηση, απόλαυση».

Από την απόλαυση στη διασκέδαση, κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια που πάνε στην αφέλεια και από εκεί στη βλακεία. Πάντως, αν δεν κάνω λάθος, η σημασιολογική εξέλιξη έγινε στα ελληνικά. Στα τούρκικα δεν βρίσκω καμιά ένδειξη για αρνητική απόχρωση στη λέξη haz.

Το χάζι, είπαμε, είναι ευχάριστο θέαμα. Συχνά χρησιμοποιείται, σε διαλέκτους ιδίως, σαν συνώνυμο του γούστου, ενώ η έκφραση «έχει χάζι» χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της «έχει γούστο» ή «έχει πλάκα», συχνά για κάποιο μάλλον δυσάρεστο ενδεχόμενο που όμως το θεωρούμε όχι πολύ πιθανό και το αναφέρουμε κυρίως για να ξορκίσουμε το φόβο μας. Π.χ. «Αργεί να ρθει ο γαμπρός· έχει χάζι ντου να μετάνιωσε την τελευταία ώρα» (από το κρητικό λεξικό του Πιτυκάκη).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, σχολιάζοντας την προέλευση της λ. χαζός από το χάζι σημειώνει: η λέξη θα σήμαινε αρχικώς «χαρούμενος» (χωρίς ιδιαίτερο λόγο), «ελαφρόμυαλος».

Μπορεί να είναι κι έτσι. Δυστυχώς στη γλώσσα μας, τα γλωσσικά ληξιαρχεία δεν λειτουργούν καλά κι έτσι είναι δύσκολο να βρεις πότε μπήκε μια λέξη στη γλώσσα και ποια είναι η αρχική σημασία της. Πάντως, εγώ νομίζω πως η λέξη δεν είναι πολύ παλιά (δηλ. αν έπρεπε να στοιχηματίσω θα έλεγα πως είναι των μέσων του 19ου αιώνα) και πως ανάμεσα στο χάζι και στον χαζό μεσολάβησε το «χαζεύω». Χαζεύει αυτός που κάνει χάζι, που περνάει την ώρα του κοιτάζοντας τους άλλους, που διασκεδάζει με τον τρόπο αυτό. Ε, αυτός θεωρείται ελαφρόμυαλος, χαζός. Πάντως, τα μεγάλα λεξικά μας δίνουν άλλη πορεία: χάζι > χαζός > χαζεύω.

Ούτως ή άλλως, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς, η απόλαυση και η διασκέδαση θεωρήθηκε βλακεία. Οπότε, από μια άποψη, θα λέγαμε ότι η λέξη «χαζοχαρούμενος» είναι πλεονασμός –και ότι η έκφραση «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο», που τη λέμε για κάποιον που γελάει αναίτια, χωρίς να του καθαρίζουν αυγά, είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Πάντως, να πω ότι το επίτομο της νεοελληνικής του Κριαρά, που συχνά έχει εύστοχες ετυμολογικές λύσεις διαφορετικές από των άλλων, λέει ότι ο χαζός είναι ή από το haz ή από το χάσκω –δεν αποκλείεται μάλιστα, λέω εγώ, να έχει γίνει και πάντρεμα των δύο, διότι αυτός που χαζεύει κάτι πολύ συχνά χάσκει κιόλας.

Οι αρχαίοι είχαν και μιαν άλλη παροιμία γι’ αυτό το θέμα, που ήταν η αγαπημένη του γυμνασιάρχη μου και την έλεγε κάθε φορά που κάποιος μαθητής γελούσε αναιδώς ή αναίτια: «γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον η», που πρέπει να την αγαπούσαν πολλοί γυμνασιάρχες και γενικότερα δάσκαλοι και καθηγητές διαχρονικά. Η ακριβής της μορφή, στις Γνώμες του Μενάνδρου, είναι Γελᾷ δ’ ὁ μῶρος, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -μώρος, όχι μωρός, αλλά προσωπικά δέχομαι ότι και οι στερεότυπες φράσεις σηκώνουν κάποια προσαρμογή στο σημερινό τυπικό (αλλά αυτό είναι θέμα που θα το συζητήσουμε άλλη φορά). Σημειώστε ότι στα αρχαία, το έχουμε ξαναπεί, γελοίος είναι ο αστείος (διότι αστείος ήταν ο ραφιναρισμένος). Επειδή πάντως, όπως είπα, το μενάνδρειο απόφθεγμα ακούγεται πολύ, να σημειώσω και μια χαριτόλογη μετάφρασή του, που δεν θυμάμαι πού την έχω διαβάσει: Γελάει το μωρό, κάντο να μη γελάει.

Να κλείσω με τον Φλομπέρ. Έλεγε ότι για να ζήσει κανείς ευτυχισμένος χρειάζεται καλή υγεία, εγωισμό και βλακεία· αν όμως λείπει η βλακεία, τ’ άλλα δύο μόνα τους δεν φτουράνε. Λέτε να είχε δίκιο;

Υστερόγραφο: Υπάρχει πάντως κι ένας άλλος αυγοπόλεμος. Εννοώ τη διαμάχη, που κλείνει έναν αιώνα, για το αν πρέπει να γράφουμε αυγό ή αβγό. Σε αυτό τον «πόλεμο των αυγών», έχω σκοπό να αφιερώσω κάποτε άρθρο.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Πώς αλλάζουν και πάλι τα φώτα;

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Χτες κανένα  παιδάκι δεν μας χτύπησε το κουδούνι για κάλαντα στο σπίτι. Στο κέντρο της Αθήνας που πήγα αργότερα, είδα μερικά παιδιά να τα λένε -ή τουλάχιστον να επιχειρούν να τα πουν, όπως εκείνο το συνεσταλμένο κοριτσάκι που μπήκε στο καφενείο όπου κουβέντιαζα μ’ έναν φίλο μου, ρώτησε δειλά «Να τα πω;» και έκανε μεταβολή πριν καλά-καλά περάσει χρονικό διάστημα αρκετό ώστε η σιωπή να θεωρηθεί άρνηση. Πάντως, η καλαντιστική κίνηση ήταν εμφανώς μικρότερη από τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αν και -απ’ ό,τι θυμάμαι- υπάρχουν παιδιά που τα λένε και ανήμερα.

Εγώ πάντως ποτέ δεν είπα τα κάλαντα των Φώτων όταν ήμουν παιδί, ενώ τα άλλα τα έλεγα κανονικά. Θυμάμαι μια φορά, καθώς ήμασταν στο σπίτι του φίλου μου του Κώστα και γεμάτοι έξαψη μοιράζαμε τις εισπράξεις από την πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση, ρώτησα «Θα τα πούμε και τα Φώτα;» «Όχι», μου απάντησε εκείνος, «μόνο τα φτωχά παιδιά τα λένε τα Φώτα, λέει η μητέρα μου».

Δεν ξέρω πώς γίνεται ή πώς γινόταν στα νησιά ή σε άλλα θαλασσινά μέρη με το ρίξιμο του Σταυρού, αλλά στην Αθήνα τα Φώτα, τα Θεοφάνια για να τα πούμε επίσημα, είναι γιορτή κάπως περιφρονημένη, έτσι όπως έρχεται στο ξεφούσκωμα του εορταστικού δωδεκάμερου, όταν όλοι έχουν κορεστεί. Μάλιστα, δεν είναι καν υποχρεωτική αργία όπως δεν παραλείπει να τονίζει ένας φίλος μου μηχανικός σε εργοστάσιο, ο οποίος κάθε χρόνο δουλεύει κανονικότατα στις 6 του Γενάρη.

Τόσον καιρό δεν έχω γράψει άρθρο για τα λεξιλογικά ή τα λαογραφικά των Φώτων -λογάριαζα να το κάνω σήμερα, αλλά κάτι έκτακτο που μου έτυχε με εμπόδισε. Οπότε, μετά την εισαγωγή, συνεχίζω με ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, το οποίο έχει ως θέμα του όχι τα Φώτα, παρά τα φώτα -και μάλιστα εκείνα που (μας τα) αλλάζουν.

Τι εννοώ; Δεν πρόκειται να αναφέρω τις αμέτρητες παραλλαγές του ανέκδοτου που λέει πόσοι χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα, ούτε βέβαια να σας δώσω ηλεκτρολογικές συμβουλές (τα μαστορέματα δεν είναι το φόρτε μου) αλλά σκοπεύω να εξετάσω τη φράση «του άλλαξα τα φώτα». Καθώς σήμερα έχουμε τα Φώτα η φράση είναι κάπως επίκαιρη, και μάλιστα την είδα ήδη να χρησιμοποιείται σε λογοπαίγνιο. Επειδή, όπως λέγεται, ο πρωθυπουργός δεν θα πάει σήμερα στην τελετή των Θεοφανίων στον Πειραιά για να μην συναντήσει τον αγιατολάχ Σεραφείμ που έκανε τις γνωστές δηλώσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης, κάποιο άρθρο είχε τον τίτλο «Τους άλλαξε τα Φώτα το σύμφωνο συμβίωσης«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Εορτολόγιο, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Τσουρουφλισμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2015

Θα μπορούσα να έχω διαλέξει αυτόν τον τίτλο από προχτές, σαν υπαινιγμό για τη διαφοροποίηση της κυβερνητικής παράταξης στη Βουλή και το νέο αριστερό μνημόνιο που τελικά ψηφίστηκε, αλλά δεν θα διεκδικήσω δάφνες προφήτη, γράφω ενώ ακούω τις δραματικές ειδήσεις για τις πυρκαγιές που ξέσπασαν, με ακρίβεια ορχήστρας, στον Υμηττό, στη Λακωνία, στη Μαλακάσα και στην Εύβοια. Θα μου πείτε, πού να βρει κανείς κέφι να διαβάσει αν όχι ευτράπελα, πάντως ελαφρά θέματα -και θα σας πω, να δείτε κέφι που πρέπει να βρει κανείς για να τα γράψει.

Θα μπορούσα επίσης να τα πω «ανασχηματισμένα μεζεδάκια» αλλά ο ανασχηματισμός ήρθε πολύ αργά. Υπάρχουν μερικά πολύ καλά καινούργια ονόματα, υπάρχει και ο κ. Χαϊκάλης. Αλλά θα έχουμε καιρό να τα συζητήσουμε αυτά.

Ας είναι, αρχίζουμε.

* Και ξεκινάω με ένα μεζεδάκι εισαγωγής, από το έγγραφο του Σόιμπλε για τις διαπραγματεύσεις, που είναι γραμμένο στα αγγλικά και εκθέτει τις απαιτήσεις των (λτ) εταίρων από την ελληνική κυβέρνηση. Ανάμεσα σε αυτές είναι και η εξής (την παίρνω από το μπλογκ του Κ. Λαπαβίτσα, αλλά υπάρχει, με την ίδια ορθογραφία, σε πάμπολλα σημεία -αρχικά την είχα σε αρχείο εικόνας):

b) capacity-building and depolitizising Greek administrative tasks under hospices of the COM for proper implementation of the program;

Πέρα από τον αναγραμματισμό και την ανορθογραφία στο depolitizising αντί για depoliticizing, το βασικό μεζεδάκι είναι το «under hospices» (χρειάζεται κι ένα the εδώ), που είναι ένα ξεκαρδιστικό αν και όχι σπάνιο μαργαριτάρι στα αγγλικά. Πράγματι, hospices είναι τα άσυλα ανιάτων, που ανάγεται σε λατινική λέξη από την οποία και το hospital αλλά και το δικό μας σπίτι (αξίζει άρθρο). Προφανώς δεν βγαίνει νόημα, εκτός αν θέλουμε να πάμε μακριά τη βαλίτσα -αλλά είναι φανερό ότι ο συντάκτης ήθελε να γράψει under the auspices, λέξη περίπου ομόηχη, που σημαίνει «υπό την αιγίδα». Έτσι, ναι, βγαίνει νόημα. Οπότε, προχειρότητα και κακά αγγλικά βρίσκουμε και στην καρδιά της Ευρώπης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μύθοι, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 234 Σχόλια »

Από πού (δεν) ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2014

Ένα από τα βασικά ενδιαφέροντα του ιστολογίου, θα το ξέρετε όσοι το παρακολουθείτε τακτικά, είναι η ετυμολογία και οι ιστορίες των λέξεων. Ένα άλλο, είναι η ανασκευή μύθων, ιδίως σχετικών με τη γλώσσα. Και στην τομή των δύο ενδιαφερόντων βρίσκεται η ανασκευή ετυμολογικών μύθων. Εδώ εννούμε την ετυμολογία με την ευρύτερη έννοια -όχι μόνο ετυμολογία λέξεων, αλλά και «ετυμολογία» εκφράσεων, δηλαδή ανίχνευση της προέλευσής τους.

Η ανίχνευση της προέλευσης των εκφράσεων είναι σαγηνευτικό θέμα, αλλά πολύ δύσκολο εγχείρημα, πολύ πιο δύσκολο και φευγαλέο από την ετυμολογία των λέξεων. Μια κακή συνήθεια που έχουν αρκετοί μελετητές της φρασεολογίας, ιδίως ερασιτέχνες, είναι να ανάγουν τη γέννηση τέτοιων παγιωμένων εκφράσεων σε ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα να προσδιορίζουν με ακρίβεια ημερομηνίες και ονόματα πρωταγωνιστών. Το φαινόμενο αυτό στο ιστολόγιο το ονομάσαμε «νατσουλισμό», από το όνομα του (μακαρίτη πια) ερευνητή Τάκη Νατσούλη, ο οποίος στο βιβλίο του «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» συνηθίζει να αποδίδει σχεδόν κάθε παγιωμένη έκφραση σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, σε κάποιο αξιοδιήγητο ιστορικό επεισόδιο, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την εξήγησή του, η οποία πολύ συχνά αποδεικνύεται λαθεμένη.

Είπα για «παγιωμένες» εκφράσεις, που δεν είναι ο μοναδικός όρος. Ο Τριανταφυλλίδης έκανε λόγο για «ιδιωτισμούς», άλλοι για «φρασεολογικά στοιχεία» ή για παροιμιακές/παροιμιώδεις (εκ)φράσεις. Στο πρώτο βιβλιαράκι που είχα βγάλει για το θέμα αυτό, είχα κάνει λόγο για «ιδιωματικές» εκφράσεις, παρόλο που ήξερα ότι στην ελληνική βιβλιογραφία ιδιωματισμός είναι άλλο πράγμα. Στο πρόσφατο βιβλίο μου, τα Λόγια του αέρα, προτίμησα τον όρο «παγιωμένες» εκφράσεις, αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, πρέπει να ομολογήσω.

Μια και μίλησα για το βιβλίο Λόγια του αέρα, να κάνω και λίγη διαφήμιση. Την επόμενη Δευτέρα, 30 Ιουνίου, στις 8 μ.μ. παρουσιάζεται το βιβλίο μου στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 62, μετρό Ευαγγελισμός) στο Παγκράτι.  Θα είμαι εγώ και ο φίλος Νίκος Λίγγρης της Λεξιλογίας και θα χαρώ αν έρθετε, προτιμώντας την παρουσίαση από τη μετάδοση του μουντιαλικού αγώνα που θα έχει εκείνη τη μέρα.

Και μετά την εισαγωγή και τη διαφήμιση, προχωράω στο κυρίως θέμα.

Πρόσφατα, στον ιστότοπο in2life.gr δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο «Από πού ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις» οπότε σκέφτηκα πως είναι καλή ιδέα να αναδημοσιεύσω το άρθρο τους με δικά μου σχόλια, επικρίνοντας τις εξηγήσεις που θεωρώ λαθεμένες και δείγματα νατσουλισμού. Να αναφέρω εδώ ότι πριν από έναν περίπου χρόνο, ένας δημοσιογράφος του ίδιου ιστότοπου είχε επικοινωνήσει μαζί μου και συζητήσαμε για ένα άρθρο που ετοίμαζε να γράψει σχετικά με την προέλευση κάποιων εκφράσεων, ένα άρθρο που αποσπάσματά του αναδημοσίευσα κι εδώ με τον τίτλο «Γιατί (δεν) το λέμε έτσι«. Το «δεν» μέσα στην παρένθεση υποδηλώνει την αμφιβολία για κάποιες εξηγήσεις και την προσπάθεια ανασκευής, και με το ίδιο πνεύμα το χρησιμοποιώ και στον τίτλο του σημερινού άρθρου.

Παραθέτω λοιπόν το άρθρο με τις εξηγήσεις των 11 εκφράσεων και ύστερα από κάθε έκφραση βάζω τα δικά μου σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 82 Σχόλια »

Μια λίρα μα ποια λύρα; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2013

Από σήμερα και ως τα τέλη Αυγούστου, το ιστολόγιο μπαίνει σε πιο θερινή φάση λειτουργίας και αρχίζει να δημοσιεύει, περίπου μια φορά την εβδομάδα, επαναλήψεις από παλιότερα άρθρα, όπως έκαναν τα θερινά σινεμά την περίοδο της νιότης μας, που έβαζαν παλιές ταινίες. Για να μη δυσαρεστηθεί όμως το φιλοθεάμον κοινό, στις επαναλήψεις θα εφαρμοστεί ο κανόνας «τρία κι εξήντα», που σημαίνει ότι για να κριθεί… επιλέξιμο προς επανάληψη ένα άρθρο πρέπει να έχουν περάσει τρία χρόνια από την αρχική του δημοσίευση και να μην έχουν γίνει εξήντα σχόλια αρχικώς, δηλαδή να έχει κάπως ξεχαστεί και να μην είναι πολυσχολιασμένο. Οπότε, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, όπως έλεγε το παλιό κλισέ, σας παρουσιάζω το σημερινό άρθρο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στις 24 Μαΐου 2010. Εννοείται ότι στο άρθρο έχουν ενσωματωθεί κάποια από τα σχόλια της αρχικής δημοσίευσης.

Τις προάλλες, καθώς συζητούσαμε την ετυμολογία μιας λέξης, στα σχόλια ο αγαπητός φίλος taal.gr ρώτησε για την προέλευση της έκφρασης «τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», απορώντας πώς ταίριαξαν μεταξύ τους αυτές οι λέξεις. Η απορία εύλογη· μάλιστα, ενώ για την ετυμολογία των λέξεων υπάρχουν ειδικά ετυμολογικά λεξικά, αλλά και όποιο λεξικό να ανοίξετε προσφέρει στοιχειώδεις ετυμολογικές πληροφορίες, για την «ετυμολόγηση» των εκφράσεων τα λεξικά μένουν συνήθως βουβά κι έτσι ανοίγεται ακόμα περισσότερο ο δρόμος για διάφορες ευφάνταστες εξηγήσεις τις οποίες έχω κατ’ επανάληψη επικρίνει εδώ.

Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει με τις εκφράσεις αυτές, η σημασία της είναι σαφής. Τη λέμε ειρωνικά σε κάποιον που μόλις μας είπε μιαν ανοησία, για να του πούμε ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Άλλοτε λέμε «το μυαλό σου» κι άλλοτε «τα μυαλά σου», παίζουν και οι δυο παραλλαγές με περίπου ίδια συχνότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η σημασία. Είπαμε, η σημασία είναι σαφής –με την εξήγηση τα χαλάμε.

Η επίσημη εκδοχή που δίνεται για την εξήγηση της φράσης, είναι ότι πρόκειται για αντίφραση. Δηλαδή, όταν λέμε «τα μυαλά σου και μια λίρα», εννοούμε ότι τα μυαλά του αξίζουν ή ζυγίζουν όσο και μια λίρα, δηλαδή πολύ, αλλά το λέμε ειρωνικά εννοώντας καθόλου, όπως π.χ. ειρωνικά λέμε «μου έκανες την καρδιά περιβόλι». Αυτή την εκδοχή δέχεται ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Λογοπαίγνια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 56 Σχόλια »

Γιατί (δεν) το λέμε έτσι

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2013

Η παρένθεση στον τίτλο σημαίνει ότι η φράση μπορεί να διαβαστεί με δυο τρόπους «Γιατί το λέμε έτσι» και «Γιατί δεν το λέμε έτσι». Το αντικείμενό μας εδώ είναι διάφορες ιδιωματικές και παροιμιακές φράσεις της γλώσσας μας, για τις οποίες υπάρχει απορία από πού προήλθαν και για την προέλευση των οποίων έχουν προταθεί διάφορες ευφάνταστες εκδοχές. Οπότε, όποιος επιχειρήσει ποτέ να συντάξει ένα «ετυμολογικό λεξικό» των παροιμιωδών φράσεων (δεν ξέρω αν ο όρος είναι ακριβής όταν δεν έχουμε να κάνουμε με λέξεις) θα πρέπει όχι μόνο να παρουσιάσει από πού προέρχεται κατά τη γνώμη του η κάθε φράση αλλά ταυτόχρονα να ανασκευάσει τις προηγούμενες αστήριχτες εκδοχές ή τουλάχιστο να εκφράσει τις επιφυλάξεις του.

Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, και ίσως γι’ αυτό δεν έχει επιχειρηθεί. Έπειτα, η ανασκευή θέλει χώρο -είναι αυτό που λέμε «ρίχνει ο παλαβός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν χωράνε να τη βγάλουν». Για παράδειγμα, για τη γνωστή φράση «πράσινα άλογα», υπάρχει η ανόητη θεωρία ότι προέρχεται από την αρχαιοελληνική φράση «πράσσειν άλογα». Όσοι υποστηρίζουν την αστήριχτη αυτή θέση, δεν κάνουν φυσικά τον κόπο να τεκμηριώσουν την άποψή τους, την παρουσιάζουν σαν αξίωμα, καμιά φορά μάλιστα αποκαλούν αγράμματους» όσους γράφουν «πράσινα άλογα», κι επειδή πολλοί συμπατριώτες μας χάνουν κάθε κριτική ικανότητα (αν είχαν δηλαδή) όταν ακούσουν κάτι αρχαιοελληνικό, η αστήριχτη αυτή θέση γίνεται πιστευτή από αρκετούς. Για να την αντικρούσεις, τώρα, πρέπει να γράψεις κοτζάμ κατεβατό -ίσως όχι το διπλοσέντονο που είχα γράψει παλιότερα εδώ, αλλά πάντως δυο παραγράφους τις θέλεις. Αν είναι αυτό να το κάνεις για κάθε έκφραση για την οποία έχει διατυπωθεί αστήρικτη άποψη, καταλαβαίνετε ότι η βαλίτσα πάει πολύ μακριά.

Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, είχα γράψει ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων«. Εκεί προσπάθησα, για όσες εκφράσεις ήξερα και μπορούσα, να αναφέρω από πού προέρχονταν κατά τη γνώμη μου, και να ανασκευάσω, έστω και επιγραμματικά, τις κατά τη γνώμη μου αβάσιμες θεωρίες για την προέλευσή τους. Αυτόν τον καιρό δουλεύω ένα καινούργιο βιβλίο πάνω στο ίδιο θέμα, που θα έχει άλλον τίτλο, περίπου 30% περισσότερα λήμματα, ενώ και τα παλιά λήμματα θα γραφτούν από την αρχή, με βάση το νέο υλικό που έχω συγκεντρώσει όλον αυτό τον καιρό και διορθώνοντας τα αναπόφευκτα λάθη του παλιότερου βιβλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Μύθοι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 109 Σχόλια »

Ο Ιωάννης Ντερζίνης δεν μένει πια εδώ!

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2013

 

egg-basket-largeΜια και σήμερα βάφουμε τ’ αβγά, σκέφτομαι να παρουσιάσω ένα παλιότερό μου άρθρο, δημοσιευμένο τις πρώτες μέρες του ιστολογίου, δηλαδή πριν τέσσερα και βάλε χρόνια, που αναφέρεται σε αβγά, αν και όχι σε κόκκινα (για τα κόκκινα αβγά θα έχω υλικό τις επόμενες μέρες, οπότε δεν θα μείνουν παραπονεμένα). Αλλά ποιος είναι ο Ιωάννης Ντερζίνης του τίτλου; Θα έλεγα ότι είναι ο διασημότερος αβγουλάς όλων των εποχών -ή τέλος πάντων αυτός που αξιώθηκε την υστεροφημία για μεγαλύτερο διάστημα. Σκεφτείτε μόνο ότι έχουν περάσει τριακόσια χρόνια από την εποχή που έζησε, κι ακόμα τον μνημονεύουν κάποιοι! Αλλά καλύτερα να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Ντερζίνης μνημονεύεται στις σημερινές πηγές διότι υποτίθεται πως έχει σχέση με τη γέννηση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση είναι πασίγνωστη. Τη λέμε για κάποιον που έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή ή για κάποιον που τα έχει χάσει και έχει πελαγώσει. Χρησιμοποιείται συχνά, τόσο στην καθημερινή ομιλία όσο και στον δημοσιογραφικό λόγο. Πολλοί χρησιμοποιούν μια παραλλαγή της, «έχασε τ’ αβγά και τα πασχάλια», για την οποία θα πούμε στο τέλος του άρθρου.

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί μια εντελώς αστήριχτη εξήγηση για την προέλευση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Το κακό είναι ότι η εξήγηση αυτή, που προέρχεται από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, έχει αναδημοσιευτεί και αλλού, ακόμα και στην εφημερίδα «Τα Νέα» (και μάλιστα δυο φορές τα τελευταία χρόνια: 12.3.2003 και 18.3.2004). Και όσο  αναδημοσιεύεται μια πατάτα, τόσο ριζώνει. (Για να μην παρεξηγηθώ: ο Νατσούλης έχει μαζέψει πολύ υλικό στο βιβλίο του· δυστυχώς, η έλλειψη συστήματος, η τσαπατσουλιά στην παράθεση των πηγών και η τάση του να προσπαθεί να βρει με το ζόρι μια ιστορική εξήγηση για κάθε φράση, μειώνουν καίρια την αξία του έργου του).

Αλλά ποια είναι επιτέλους η περίφημη εξήγηση του Νατσούλη; Το δημοσίευμα των Νέων είναι πια κλειδωμένο στους μη συνδρομητές, μη χάσει η Βενετιά βελόνι, αλλά έχω κρατήσει από παλιότερα το κείμενο (που άλλωστε το έχουν αναδημοσιεύσει, σαν τους στραβούς που πάνε στον Άδη, δεκάδες ιστότοποι):

 Για κάποιον που τρομάζει ή σαστίζει εύκολα, συνήθως λέμε «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση αυτή έμεινε στις νεώτερες γενιές από το 1688, όταν την Αθήνα είχε καταλάβει ο Μοροζίνης με τα στρατεύματά του. Την εποχή εκείνη είχε πέσει πανώλη και τα κρούσματα ήταν χιλιάδες. Οι στρατιώτες του Μοροζίνη είχαν αρχίσει να αποδεκατίζονται. Τα χωράφια γύρω από την Αθήνα είχαν μετατραπεί σε νεκροταφεία. Τότε, πολλοί Αθηναίοι για να σωθούν πήραν τις οικογένειές τους και τράβηξαν για τα νησιά. Ανάμεσα σ’ εκείνους ήταν και ο Ιωάννης Ντερζίνης ή Ντερτσίνης, που έκανε εμπόριο αβγών. Για να μην αφήσει το εμπόρευμά του να χαλάσει, αποφάσισε να το πάρει μαζί του, με την ελπίδα να το πουλήσει. Όμως, στον δρόμο τούς επιτέθηκαν Αλγερινοί κουρσάροι και τους έπιασαν. Οι νέοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι, ενώ τον Ντερτσίνη, που ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος, τον άφησαν ελεύθερο. Έτσι, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης στο βιβλίο του «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης), αρκετοί τον επισκέπτονταν για να μάθουν για την τύχη των συγγενών τους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τους Αλγερινούς. Σε μια Αθηναία που έχασε τον άντρα της και έκλαιγε σπαρακτικά, ο Ντερτσίνης τής είπε: «Η αφεντιά σου κλαις για τον άντρα σου. Αμ, τι να πω κι εγώ ο κακομοίρης που έχασα τ’ αβγά και τα καλάθια»; Η φράση του αβγουλά έμεινε μέχρι τις μέρες μας, με διαφορετική όμως σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »

Πράσο το πράσινο

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Αν ρωτήσουμε ποιο λαχανικό είναι το «πιο πράσινο» απ’ όλα, μάλλον θα πάρουμε διάφορες απαντήσεις, διότι υπάρχουν πολλά λαχανικά που είναι κατεξοχήν πράσινα και άλλωστε τα λέμε «πρασινάδες»· υποψιάζομαι πως το πράσο δεν θα πάρει πολλές προτιμήσεις κι όμως το πράσο είναι το εξορισμού πράσινο φυτό, αφού η λέξη «πράσινος» από το πράσο προέρχεται.

Περιφρονημένο ή παραγνωρισμένο μπορεί να είναι, αλλά το πράσο έχει σημαντική παρουσία στη γλώσσα και στη φρασεολογία μας, όπως ξέρετε κι όπως θα δούμε παρακάτω.

Το πράσο είναι συγγενικό φυτό με το κρεμμύδι και το σκόρδο και υπάρχει στην ανατολική Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια. Η ίδια η λέξη «πράσον» εμφανίζεται πρώτη φορά στον Ιπποκράτη, αλλά ασφαλώς υπήρχε από πολύ παλιότερα αν σκεφτούμε ότι ένα παράγωγό της, η λέξη «πρασιά», υπάρχει στον Όμηρο, δυο φορές στην Οδύσσεια. Και επειδή στις πρασιές δεν θα φύτευαν μόνο πράσα αλλά κάθε λογής λαχανικά, υποψιαζόμαστε ότι η λέξη πράσον μπορεί να ήταν γενικό όνομα για όλα τα λαχανικά. Ο Dalby γράφει ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και στα αρχαία αιγυπτιακά, δηλ. ότι η λέξη για το πράσο ήταν και εκεί γενικός όρος για όλα τα λαχανικά (στο Food in the Ancient World).

Στο πράσο χρωστάει η γλώσσα μας όχι μόνο τη λέξη «πρασιά» αλλά και τη λέξη «πράσινος» για το χρώμα, που αρχικά σήμαινε το ανοιχτό πράσινο μόνο, το πράσινο του πράσου δηλαδή, αλλά μετά επικράτησε για όλες τις αποχρώσεις. Η λέξη περνάει και στα λατινικά, prasinus, αλλά εκεί χρησιμοποιείται για να δηλώσει μόνο τη συγκεκριμένη απόχρωση· πάντως, οι prasini ήταν μία από τις τέσσερις φατρίες του ρωμαϊκού ιπποδρόμου, όπως αργότερα οι Πράσινοι στον βυζαντινό ιππόδρομο.

Να πούμε επίσης ότι η έκφραση «πράσινα άλογα» δεν προέρχεται από κάποια δήθεν αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», διότι τέτοια αρχαία φράση πουθενά δεν μαρτυρείται· αλλά το αντικείμενό μου δεν είναι η ιστορία των χρωμάτων, οπότε σταματάω εδώ και σας παραπέμπω, για τα πράσινα άλογα, σε ένα παλιότερο άρθρο μου όπου εκθέτω αναλυτικά την άποψή μου για το θέμα.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πολύ το πράσο· πίστευαν μάλιστα ότι κάνει καλό στη φωνή (τα πράσα συμφέρει προς ευφωνίαν, γράφει ο Αριστοτέλης) και γι’ αυτό ο Νέρωνας μερικές μέρες είχε καθιερώσει να τρώει μόνο πράσα. Το πράσο συνεχίζει να έχει έντονη παρουσία στα βυζαντινά συγγράμματα· ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, στη δηλητηριώδη αναφορά του από την αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη, τονίζει ότι ο αυτοκράτορας των Γραικών (ο Νικηφόρος Φωκάς) από την τσιγγουνιά του τρέφεται με σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα και πίνει το νερό του λουτρού.

Στη φρασεολογία μας, υπάρχει η πασίγνωστη έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα», που λέγεται όταν κάποιος κλέφτης ή απατεώνας συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται η έκφραση για παράνομα ζευγάρια που πιάνονται επ’ αυτοφώρω. Από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών γκουγκλίζοντας βλέπω να χρησιμοποιείται η έκφραση «πιάστηκε στα πράσα» για γιατρό που τον έπιασαν ενώ έπαιρνε φακελάκι, για παράνομο ζευγάρι, για διαρρήκτες σε εργοτάξιο, για ευυπόληπτους πολίτες που έπαιζαν ζάρια. Είναι έκφραση απόλυτα ζωντανή, παραχρησιμοποιημένη ίσως.

Σε διάφορους ιστότοπους μπορείτε να διαβάσετε την άποψη του μακαρίτη του Τάκη Νατσούλη, ότι η έκφραση τάχα γεννήθηκε όταν κάποιος παπα-Μελέτης έπιασε στο περβόλι του, το φυτεμένο με πράσα, έναν διαβόητο ληστή, αλλά πρόκειται για ατεκμηρίωτη εξήγηση που προσωπικά δεν την πιστεύω. Αντί να αναζητούμε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, προτείνω να σκεφτούμε ότι όποιος κλέβει λαχανικά στο περιβόλι δεν έχει μέρος να κρυφτεί όταν καταφθάσει ο δραγάτης ή ο ιδιοκτήτης, επομένως είναι σίγουρο ότι θα τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω όπως είναι εκτεθειμένος. Πάντως, δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν έχει δίκιο ο Νατσούλης, γιατί (ακόμα) δεν έχω βρει την έκφραση σε κείμενο παλιότερο του 1835 -που δεν είναι και εύκολο έργο. Την έχω πάντως βρει σε συλλογές παροιμιών που τυπώθηκαν γύρω στο 1860.

Κι άλλες εκφράσεις υπάρχουν με τα πράσα, αλλά σπανιότερες και μισοξεχασμένες. Για παράδειγμα, σε περιγραφές παλιότερων μαχών μπορεί να βρείτε ότι «τους έκοβαν σαν τα πράσα», δηλαδή σκότωναν τους αντιπάλους εύκολα και άκοπα, ενώ ο Μακρυγιάννης γράφει κάπου ότι αν φύγει από τη μέση ο Δυσσέας (ο Ανδρούτσος) τους υπόλοιπους θα τους σκοτώσουν οι εχθροί όχι με ντουφέκια αλλά με πράσα. Κι επειδή το πράσο, όπως και όλα τα λαχανικά, είχε την τιμητική του την σαρακοστή, υπήρχε και το παροιμιακό δίστιχο: Εβγήκε η πράσα στο βουνό κι εκούνα την ουρά της, καλώς την τη Σαρακοστή με τα λαχανικά της.

Από την άλλη, όπως καταγράφει το slang.gr, πράσο λέγεται το πολύ ίσιο μαλλί, ενώ στην αργκό των πορτοφολάδων το πορτοφόλι λέγεται λάχανο, πράσο ή παντόφλα (με αυτή τη σειρά τα δίνει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη) και ο πορτοφολάς λέγεται λαχανάς ή πρασάς. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα» προήλθε ακριβώς από κάποιον πορτοφολά που τον έπιασαν με το χέρι χωμένο στο σακάκι του θύματος. Παρόλο που παρόμοια έκφραση υπάρχει στα γαλλικά, όπου λένε ότι κάποιος πιάστηκε με το χέρι μέσα στην τσάντα (la main dans le sac), δεν μου φαίνεται πιθανή εκδοχή γιατί η αργκοτική σημασία πράσο = πορτοφόλι δεν είναι τόσο γνωστή και επειδή η έκφραση βγήκε σε μια εποχή που δεν ήταν ακόμα διαδεδομένα τα πορτοφόλια.

Κι εδώ θα κλείσω το κομμάτι, απότομα, χωρίς επίλογο -σαν κάποιον που τον πιάνουν στα πράσα και τα παρατάει όλα σύξυλα και το βάζει στα πόδια!

 

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Πώς αλλάζουν τα φώτα

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2012

Των Φώτων σήμερα και θα μιλήσουμε σύντομα για τα φώτα, και πώς αλλάζουν. Μη φοβάστε, δεν πρόκειται να σας δώσω ηλεκτρολογικές συμβουλές, τα μαστορέματα δεν είναι το φόρτε μου, αλλά σκοπεύω να εξετάσω τη φράση «του άλλαξα τα φώτα». Οι ταχτικοί επισκέπτες του ιστολογίου θα παρατηρήσουν, με το δίκιο τους, πως έχω ήδη ασχοληθεί με το θέμα σε παλιότερο άρθρο, όμως θα απαντήσω, επίσης με το δίκιο μου, ότι εκείνο το άρθρο είχε γραφτεί Ιούλη μήνα, επομένως πολλοί μπορεί να το έχασαν, και ότι, λόγω της συγκυρίας με τη γιορτή των Θεοφανίων, η φράση είναι κάπως επίκαιρη. Άλλωστε, χτες-προχτές που ανακοινώθηκαν οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ, η φράση που θα μας απασχολήσει χρησιμοποιήθηκε στον ευρηματικό (αν και αναμενόμενο) τίτλο: Παραμονή των Φώτων μας άλλαξαν τα φώτα.

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, αλλάζω τα φώτα σε κάποιον σημαίνει «τον ταλαιπωρώ, τον βασανίζω, τον εξουθενώνω»: Tου έδωσε μια και του άλλαξε τα φώτα, τον χτύπησε πολύ δυνατά. Mου άλλαξε τα φώτα στο σκάκι, με νίκησε κατά κράτος. αλλάζω τα φώτα σε κτ., το αλλάζω ριζικά, το εξαντλώ, το καταστρέφω: Πήρε το αυτοκίνητο και του άλλαξε τα φώτα. Η βασική έννοια είναι η ταλαιπωρία, το μαρτύριο, και συνήθως έχει μια απόχρωση διάρκειας. Δεν αλλάζουμε μόνο τα φώτα όμως, αλλάζουμε και τα πετρέλαια’ αλλάζουμε επίσης: την πίστη, τον Χριστό, την Παναγία, τον αδόξαστο, τα ράμματα, τα πέταλα. Επίσης, αλλάζουμε τον Ανανία. Για όλες αυτές τις… αλλαγές, είτε θρησκευτικές (πίστη, αδόξαστο, Παναγία κτλ.) είτε τεχνικοϊατρικές (ράμματα, πέταλα, πετρέλαια) σας παραπέμπω στο προηγούμενο άρθρο, εδώ θα περιοριστώ στη φράση «του άλλαξα τα φώτα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Το φρούτο που δεν μου πολυαρέσει

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2010

Σε όλους αρέσουν τα φρούτα, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο –σε μένα, λιγότερο απ’ όλα αρέσει το αχλάδι. Δεν είναι ότι το αντιπαθώ, αλλά δεν θα το προτιμήσω· στα μάτια μου είναι κατώτερο απ’ όλα τ’ άλλα φρούτα στη σύγκριση, ακόμα κι από τα μούσμουλα ή τα φραγκόσυκα –βέβαια, ένας πολυταξιδεμένος φίλος μού είχε διηγηθεί ότι υπάρχει στο Βιετνάμ ένα φρούτο που βρωμάει απαίσια, οπότε αν αρχίσει να εισάγεται αυτό στα μέρη μας σίγουρα θα πάρει την τελευταία θέση, αλλά προς το παρόν, κι από τα φρούτα που ευδοκιμούν στην περιοχή μας, το αχλάδι το βάζω στην τελευταία θέση. Προσοχή, δεν ισχυρίζομαι ότι η επιλογή μου είναι σοφή –περί ορέξεως, άλλωστε, ουδείς λόγος. Και για ν’ αποδείξω ότι δεν τρέφω αισθήματα εχθρικά απέναντι στη συμπαθή οπώρα, θ’ αφιερώσω το σημερινό σημείωμα στο φρούτο που δεν μ’ αρέσει, το αχλάδι.

Το αχλάδι βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –οι αρχαίοι το έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Τη λέξη απίδι την έχουμε και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, αλλά οι περισσότεροι, σήμερα, χρησιμοποιούμε το αχλάδι, αν δεν κάνω λάθος. Ή τουλάχιστον έτσι είναι στην Αθήνα, δεν αποκλείω σε κάποιες περιοχές να το λένε απίδι. Για παράδειγμα, θυμάμαι τον παππού μου, που είχε γεννηθεί στη Μάνη, και ο οποίος δεν έλεγε αχλάδι, αλλά απίδι.

Το αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι). Τα αγριάπιδα είναι μικρά και στυφά, αν και κάποιοι τα τρώνε. Λέγονται και γκόρτσα, και γκορτσιά το δέντρο τους –σλάβικης αρχής θαρρώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Μια λίρα μα ποια λύρα;

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2010

Τις προάλλες, που συζητούσαμε την ετυμολογία της λέξης «τρελοκαμπέρω», στα σχόλια ο αγαπητός φίλος taal.gr ρώτησε για την προέλευση της έκφρασης «τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», απορώντας πώς ταίριαξαν μεταξύ τους αυτές οι λέξεις. Η απορία εύλογη· μάλιστα, ενώ για την ετυμολογία των λέξεων υπάρχουν ειδικά ετυμολογικά λεξικά αλλά και όποιο λεξικό να ανοίξετε προσφέρει στοιχειώδεις ετυμολογικές πληροφορίες, για την «ετυμολόγηση» των εκφράσεων τα λεξικά μένουν συνήθως βουβά κι έτσι ανοίγεται ακόμα περισσότερο ο δρόμος για διάφορες ευφάνταστες εξηγήσεις τις οποίες έχω κατ’ επανάληψη επικρίνει εδώ.

Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει με τις εκφράσεις αυτές, η σημασία της είναι σαφής. Τη λέμε ειρωνικά σε κάποιον που μόλις μας είπε μιαν ανοησία, για να του πούμε ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Άλλοτε λέμε «το μυαλό σου» κι άλλοτε «τα μυαλά σου», παίζουν και οι δυο παραλλαγές με περίπου ίδια συχνότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η σημασία. Είπαμε, η σημασία είναι σαφής –με την εξήγηση τα χαλάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 42 Σχόλια »