Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τα έπη των Αριμασπών’

Τα έπη των Αριμασπών – 26 και τέλος (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Με τη σημερινή συνέχεια, την εικοστή έκτη, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Θυμίζω ότι βρισκόμαστε στον επίλογο του μυθιστορήματος, πέντε χρόνια μετά, όπου οι τέσσερις φίλοι έχουν πάει εκδρομή στη Μόσχα.

Από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω κάποιο άλλο έργο του πατέρα μου -ακόμα δεν έχω αποφασίσει ποιο.

Από τη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Σερεμέτιεβο καταλάβαμε πως πολλά είχαν αλλάξει, σε σχέση με το 1985. Φτάνοντας δε στο κέντρο της Μόσχας βρήκαμε μια πόλη τελείως διαφορετική από εκείνη την απαστράπτουσα πρωτεύουσα, που είχαμε γνωρίσει πριν οχτώ χρόνια.  Θυμάμαι έναν τοτινό συνταξιδιώτη μας, τον μπάρμπα Γιάννη, ένα Πόντιο λαχειοπώλη από τις Σέρρες, που χρόνια μάζευε λεφτά για να κάνει αυτό το ταξίδι, που μόλις βγήκε από το πούλμαν και είδε τα κτίρια που περιβάλλουν την Κόκκινη πλατεία, μου λέει

“Κράτα με σύντροφε, γιατί δεν την αντέχω τέτοια ομορφιά!”

Τώρα η Κόκκινη Πλατεία ήταν αποκλεισμένη στο μεγαλύτερο τμήμα της “λόγω εκτελουμένων έργων”, όπως μας είπαν και το Μαυσωλείο του Λένιν φυσικά απρόσιτο. Τα κτίρια βέβαια ήταν τα ίδια, αλλά βρήκαμε τους δρόμους αυτή τη φορά βρώμικους αλλά πολύ πιο θορυβώδεις, την κίνηση του πλήθους ζωηρή και τα εμπορικά καταστήματα μεταμορφωμένα. Ευρωπαϊκές, εντυπωσιακά στολισμένες, βιτρίνες με όλα τα καλά και τα αγαθά, τα μαγαζιά μέσα γεμάτα κόσμο, που απλώς όμως περιεργαζόταν την πραμάτεια χωρίς να αγοράζει κανείς τίποτα. Πολλά αυτοκίνητα και τεράστιες οθόνες σαν της τηλεόρασης δεξιά κι αριστερά των λεωφόρων, που πρόβαλαν διαφημίσεις. Ζητιάνοι σε κάθε γωνία, ουκ ολίγοι παπάδες με τα ράσα τους και πολύ καλοντυμένες νεαρές γυναίκες με υπερβολικό μίνι που από μακρυά καταλάβαινες πως κάναν πεζοδρόμιο.

Το Αρμπάτ κι αυτό μεταμορφωμένο. Είχανε ανοίξει δεκάδες μπαράκια, καφενεία, φαστφουντάδικα και άλλα παρόμοια κέντρα. Μικρές ορχήστρες πειναλέων τύπων ζητιάνευαν με αξιοπρέπεια. Οι κλασικές ξύλινες μπάμπουσκες είχαν αντικατασταθεί με ομοιώματα πρώην και νυν ηγετών, με ιδιαίτερη προτίμηση στη γελοιογραφική απεικόνιση του Γκορμπατσώφ. Όλα τα πράγματα πάντως ήταν πανάκριβα, ακόμα και για μας που διαθέταμε δολάρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 24 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη και προτελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις». Σε δεκαπέντε μέρες, Μεγάλη Τρίτη, θα ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα.

Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις

Η δεύτερη και οριστική εξαφάνιση του Χρήστου δεν ενόχλησε τον Βελή. Στην έκδοση της  Εγκυκλοπαίδειας και του τόμου Το Άλας της Γης όλα πήγαιναν ρολόι. Όσο για τα Αριμάσπεια Έπη ο Βελής το καιρόριχνε. Κάθε τόσο προανήγγειλε δια του Σύμπαντος την προσεχή έκδοσή τους, αλλά τίποτα περισσότερο. Άριστος επιχειρηματίας, καταλάβαινε πως η αγορά δε θα μπορούσε να απορροφήσει ικανοποιητικά το Άλας της Γης και τα Έπη ταυτόχρονα. Εμείς όμως αδημονούσαμε. Θέλαμε επί τέλους να πιάσουμε στα χέρια μας τα περίφημα Έπη. Περιμένοντας πάντως πότε θα ευδοκούσε να μας δώσει την έγκρισή του, δεν κάτσαμε με σταυρωμένα χέρια. Είχαμε ήδη το μεγαλύτερο μέρος των Επών, το ταξίδι του Αριστέα, τη Γρυπομαχία και τον Ύμνο στον Απόλλωνα. Ανεξάρτητα της επαλήθευσης και παραβολής, που οπωσδήποτε θα κάναμε με το κείμενο που θα μας έδινε ο Βελής, μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Βρήκαμε κι ένα νεαρό φιλόλογο,  πολύ σοβαρό και καταρτισμένο παιδί, που είχε μανία με τα δημοτικά τραγούδια και ο οποίος ανέλαβε να αποδόσει τα Έπη εμμέτρως σε δεκαπεντασύλλαβους. Φυσικά προσωρινά θα τον πληρώναμε ο Δημήτρης κι εγώ εξ ιδίων.

Και ξαφνικά ενώ όλα έβαινον κατ’ ευχήν, συνέβη κάτι απροσδόκητο και καθοριστικό για την τύχη της Εγκυκλοπαίδειας, αλλά και πολλών συντακτών της καθώς και του περιοδικού. Αναπάντεχα πέθανε ο Βελής!

Παρά τις προφυλάξεις και τα μέτρα που έπαιρνε, πήγε τελικά “από νταμπλά”, όπως τόχε προβλέψει, αλλά σε συνθήκες που οπωσδήποτε δε μπορούσε να προβλέψει, ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Τα πράγματα εκτυλίχτηκαν τελείως ανεξέλεγκτα. Ήταν ήδη εκνευρισμένος με την καθυστέρηση του τυπογραφείου και έξω φρενών είχε στείλει τον Παντελή με το αμάξι του να φέρει στο γραφείο τα δοκίμια. Ενώ περίμενε τον οδηγό του, βράζοντας από αδημονία, του τηλεφώνησε ο χρηματιστής του ζητώντας του επειγόντως οδηγίες για το αν θά ΄πρεπε να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι μετοχές, γιατί το ρίσκο ήταν μεγάλο, το ποσόν σοβαρό και δεν ήθελε να πάρει μόνος του πρωτοβουλίες. Ο Βελής αφού τον σκυλόβρισε από τηλεφώνου, σε έξαλλη κατάσταση πήρε το καπέλο του και ξεκίνησε για το Χρηματιστήριο με τα πόδια, χωρίς να ενημερώσει το γιατρό του, που εκείνη την ώρα χαριεντιζόταν με μιαν υπάλληλο της επιχείρησης στο διπλανό γραφείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 23 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τρίτη, πλησιάζουμε προς το τέλος. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το ένατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Επανεμφάνιση και οριστική εξαφάνιση». Είδαμε ήδη την επανεμφάνιση του Χρήστου -επιχειρηματίας πια, κάλεσε την παρέα σε ένα τρικούβερτο γλέντι στο Μενίδι.

Κύλησαν αρκετές μέρες χωρίς καμιάν εξέλιξη. Ο Χρήστος δεν ξαναφάνηκε στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας. Ένα μεσημέρι ο Βελής με φώναξε στο γραφείο του. Φαινόταν  θυμωμένος

“Κάτσε και διάβασε αυτό, μού ’πε και μούδωσε ένα χαρτί”.

Ήταν ένα γράμμα στα αγγλικά και κοιτάζοντας την υπογραφή είδα πως το έστελνε ο διάσημος παπυρολόγος. Από τα γραφόμενα του φαίνεται πως διατηρούσε ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με την αρχαιότητα του χαρτιού στο οποίο ήταν γραμμένα τα έπη. Οι αρχαιομετρικές μετρήσεις που έκανε σε ένα δείγμα που πήρε μαζί του δεν έδιναν ηλικία οκτώ αιώνων, όση υποστήριξε ο Χρήστος πως ήταν η παλαιότητα των χειρογράφων, αλλά λίγων δεκαετιών, που με τις ισχύουσες μεθόδους δε μπορούσαν να προσδιοριστούν με ακρίβεια

“Λες να μας την έσκασε αυτός ο συμμορίτης;”

“Ίσως να έγινε λάθος. Το δείγμα που πήρε μαζί του ο Άγγλος ήταν πολύ μικρό. Αλλά από ότι ξέρω στον Δημόκριτο γίνονται αρχαιομετρικοί προσδιορισμοί. Ξέρω κάποιο χημικό που εργάζεται εκεί”.

“Πάρ’ τον και συνεννοήσου. Στο μεταξύ ψάξε και βρες αυτόν το Χρήστο. Εδώ δεν είναι;”

“Πριν δέκα μέρες φάγαμε μαζί αλλά από τότε δεν τον ξανάειδα. Θα του τηλεφωνήσω”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 103 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 22 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το ένατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Επανεμφάνιση και οριστική εξαφάνιση», τίτλος ιδιαίτερα εύγλωττος που δεν έχει ανάγκη από πολλές επεξηγήσεις.

Για να μην ξεχάσουμε τα φιλολογικά μας, η φράση «άνθρωπος φάγος και οινοπότης» που χρησιμοποιεί ο παπάς για τον Ρώσο ομοτράπεζο είναι ευαγγελική (Ματθ. 11.19).

mimis_jpeg_χχsmallΠέρασαν δυo μήνες ακόμα και ένα δεκεμβριανό πρωινό, εντελώς απροσδόκητα εμφανίστηκε ο απολεσθείς Χρήστος! Ήρθε στα γραφεία του “Σύμπαντος”, καλοντυμένος και κρατώντας τσάντα σαμσονάιτ στο χέρι, μας χαιρέτησε σα να ήταν εδώ και χτες και, χωρίς να δώσει σημασία στα κατάπληχτα βλέμματα του προσωπικού, μπήκε στο γραφείο του Βελή. Στην αρχή ακούστηκαν οι αγριοφωνάρες του Θερίου, που σύντομα όμως κάλμαραν και προφανώς δώσαν τη θέση τους σε ήρεμη συζήτηση, που κράτησε ώρα πολλή.

Όταν κάποτε βγήκε, ήρθε κοντά μου, κάθισε δίπλα μου και σα να συνεχίζαμε χτεσινή κουβέντα μού ’πε

“Κανόνισε να τα πούμε ένα βραδάκι με το Δημήτρη, σπίτι του, σπίτι σου, όπου σας βολεύει. ΄Η μάλλον όχι, θα σας κάνω εγώ το τραπέζι. Σειρά μου είναι  άλλωστε”. Σηκώθηκε να φύγει αλλά ξανακάθισε

“Α, να μην το ξεχάσω, πάρε αυτά που μου δάνεισες και δώσε κι αυτά του  Δημήτρη. Με είχε κι αυτός διευκολύνει. Και σας ευχαριστώ πολύ. Ξέρεις τελικά αποφάσισα να του δώσω τα κείμενα για να τα εκδώσει. Του έβαλα σαν όρο να αναθέσει σε σένα την επιμέλεια. Δεν ξέρω φυσικά αν θα τον τηρήσει. Λοιπόν μόλις συνεννοηθείς με τον Δημήτρη πάρε με σ’ αυτό το νούμερο, και μού’ δωσε μια κάρτα του. Γειά χαρά”.

Κοίταξα την κάρτα. Εγραφε: “Χρήστος Γιαννάκας Αντιπροσωπείες – Εισαγωγές. Συγγρού 315” και το τηλέφωνό του. Ήταν  γραμμένα σε  τρεις γλώσσες ελληνικά, αγγλικά και  ρωσικά.  Σωστός επιχειρηματίας λοιπόν ο Χρηστάκης. Πραγματοποίησε το όνειρο της ζωής του. Φαίνεται πως παρέδωσε στον Βελή τα υπόλοιπα χειρόγραφα και τη μετάφρασή τους και τον ενημέρωσε και για τις τωρινές δραστηριότες του, χάριν των οποίων σταμάτησε να συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαίδεια. Ο Βελής πάντως εντυπωσιάστηκε, γιατί, ευκαιρίας δοθείσης, μου πέταξε μια μέρα

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 21 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Η Γρυπομαχία». Ολοκληρώνεται στη σημερινή συνέχεια η ανάγνωση της νεοελληνικής μετάφρασης των Επών. Η συνέχεια είναι κάπως μεγάλη, διότι δεν βόλευε να την κόψω σε κάποιο σημείο. Επιπλέον, συνοδεύεται από χάρτη, σκαναρισμένον από το βιβλίο, που τον έφτιαξε ο πατέρας μου, που μια από τις αγαπημένες ασχολίες του ήταν να φτιάχνει χάρτες.

Είχαμε σταματήσει σε ένα σημείο όπου οι τέσσερις φίλοι διάβασαν το μεγαλύτερο μέρος από τη μετάφραση των Αριμάσπειων Επών και το υπόλοιπο το άφησαν για κάποια επόμενη συνάντησή τους. Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου!

mimis_jpeg_χχsmallΠέρασε πάνω από μια βδομάδα ώσπου να ξανασυναντηθούμε. Μου τύχαν πολλές δουλειές, η Λασκαρίνα πήγε για τρεις μέρες σ΄ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη και μόνο ο Δημήτρης, που “ως πολυάσχολος άνθρωπος είχε πάντοτε ελεύθερο χρόνο”, μου τηλεφωνούσε κάπου κάπου για να μου υπενθυμίσει πως εκκρεμεί η συνέχιση της ανάγνωσης και του σχολιασμού των Επών.

Ο Χρήστος εξακολουθούσε να είναι άφαντος. Έβαλα το Θόδωρο να ρωτήσει τους γνωστούς του Πόντιους, τηλεφώνησα στον Κερασόπουλο και στον παπα-Ισίδωρο, αλλά το μόνο που έμαθα, κι αυτό όχι διασταυρωμένο, ήταν πως είχε γυρίσει στην Ελλάδα. Πού αλώνιζε όμως και τι έκανε – άγνωστο.

Τελικά ένα Σάββατο βράδυ μαζευτήκαμε και πάλι οι τέσσερις στο σπίτι μας και ξαναπιάσαμε το διάβασμα.

“Όπως ξέρετε έχω μανία με τους χάρτες” άρχισε ο Δημήτρης, καθώς ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω το διάβασμα. “Έκατσα λοιπόν και έφτιαξα το χάρτη του ταξιδιού του Αριστέα από την Προποντίδα ως τη χώρα των Αριμασπών. Τα τοπωνύμια και τα εθνωνύμια, τα πήρα από τον Ηρόδοτο, το Στράβωνα και τον Πτολεμαίο”

Και μας άπλωσε ένα χάρτη της Ευρώπης και της Ασίας. Αφού τον περιεργαστήκαμε όλοι με περιέργεια, άρχισα να διαβάζω.

arimap

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Μυθιστόρημα, Χάρτες | Με ετικέτα: , , | 73 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 20 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη και τελευταία από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (που σήμερα ολοκληρώνεται) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές. Ίσως κάποιοι το βρουν βαρετό.

Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου! Συνεχίζουμε λοιπόν με την ανάγνωση των Επών, που τα αντέγραψε ο κύριος Αντωνάκης κρυφά από τον Χρήστο και τα έδωσε στους τέσσερις φίλους.

[Είχαμε σταματήσει σε μια διακοπή της ανάγνωσης και συνεχίζουμε]

mimis_jpeg_χχsmallΠϊσω από τα Ριπαία όρη και πέρα από τις χώρες των Θυσσαγετών, των Ιυρκών και των Αγριππαίων, υπάρχει αχανής έκταση, σκοτεινή και γεμάτη με πούπουλα πουλιών, την οποία κατοικούν κακοποιά πνεύματα και γι΄ αυτό αποφύγαμε να τη διασχίσουμε. Στρεφόμενοι προς νοτιοανατολικά μπήκαμε σε χώρα επίπεδη και άδενδρη. Χρειάστηκε να περάσουμε πλατιά ποτάμια και να γνωρίσουμε λαούς που ζούνε στην κατάσταση των ζώων.  Δε χτίζουν κατοικίες, δεν έχουν άρχοντες και νόμους, ούτε πιστεύουν σε θεούς ή δαίμονες. Είναι ντυμένοι με προβιές και το χειμώνα αλείβονται με λίπος ζώων, που τους προστατεύει από το κρύο. Δε γνωρίζουν να πλάθουν και να ψήνουν τον πηλό και έτσι τα σκεύη τους είναι όλα από φλοιούς δένδρων ή από πετσιά. Για να ετοιμάσουν το φαγητό τους πυρακτώνουν σε μεγάλες φωτιές πέτρες, που τις ρίχνουν κατόπιν σε δερμάτινους ασκούς γεμάτους νερό που μ΄ αυτόν τον τρόπο ζεσταίνεται. Δε μπορέσαμε να συνεννοηθούμε μαζί τους σε καμιά γλώσσα παρά μόνο με νοήματα και χειρονομίες. Στη χώρα των άγριων αυτών ανθρώπων υπάρχουν βράχοι από συμπαγές αλάτι και έρχονται άνθρωποι από τόπους μακρινούς, που σπάνε με πέτρινα πελέκια αυτούς τους βράχους και μεταφέρουν αυτό το αλάτι στον τόπο τους, όπου είναι πιο πολύτιμο και από το χρυσάφι.

Ύστερα από πορεία τριάντα ημερών μπήκαμε σε χώρα δασώδη και ορεινή, γεμάτη μεγάλες λίμνες, που τη διασχίζουν ορμητικά ποτάμια με καθαρό και γάργαρο νερό. Είναι χώρα μεγάλη, που χρειάζεται ενός μηνός πορεία με άλογο για να τη διασχίσεις. Την κατοικούν οι ευγενικοί και δίκαιοι  Ισσηδόνες και την κυβερνούν οι γενναίες και τολμηρές γυναίκες τους, που μπαίνουν επικεφαλής ακόμη και σε εκστρατείες. Όταν μια γυναίκα αναλάβει την ηγεσία της φυλής της, είτε για να την οδηγήσει σε πόλεμο είτε για να την κυβερνήσει σε έργα ειρηνικά, της χαράζουν στο αριστερό της μπράτσο, κοντά στον ώμο με τρόπο ανεξίτιλο, το έμβλημα της γενιάς της,  που είναι συνήθως κάποιο άνθος ή πουλί.  Στους Ισσηδόνες οι γυναίκες είναι τελείως ελεύθερες. Μπορούν να παντρευτούν ταυτόχρονα πολλούς άντρες και αν το επιθυμούν μπορούν να δεχτούν στο κρεβάτι τους κάθε ξένο που περνά από τη χώρα τους. Ο επισκέπτης κρεμά στην είσοδο του σπιτιού, όπου φιλοξενείται, τον μανδύα του και μένει όσον καιρό επιθυμεί, απολαμβάνοντας κάθε περιποίηση από τις γυναίκες, ενώ οι άντρες του σπιτιού φεύγουν και πάνε αλλού και επιστρέφουν όταν δούνε ότι ο μανδύας του ξένου δεν κρέμεται πια στην είσοδο του σπιτιού τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 18 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2016

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Σήμερα που είναι μεγάλη αργία σκέφτηκα πως ταιριάζει ένα ανάγνωσμα, κι έτσι διάλεξα να επισπεύσω τη δημοσίευση της συνέχειας των Αριμασπών, υπολογίζοντας αύριο να ανεβάσω «κανονικό» άρθρο. Διαταράχτηκε έτσι η ρουτίνα της Τρίτης.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (με τρεις συνολικά συνέχειες) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές.

Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου. Θυμίζω επίσης ότι μέσω του παλιού Πόντιου αντάρτη Λεωνίδα Τουμανίδη οι φίλοι βρήκαν απτά ίχνη του Χρήστου ο οποίος συνεταιριζόταν στη Ζοφριά με έναν γιγαντόσωμο παπά και είχε ύποπτες εμπορικές συναλλαγές με τη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, τα Έπη ήρθαν στα χέρια τους από άλλη μεριά…

mimis_jpeg_χχsmallΗ ειδοποίηση που μας υποσχέθηκε ο παπα-Γολιάθ, δεν ερχόταν και στις βδομάδες που ακολούθησαν καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα. Η αδημονία μας μεταδόθηκε και στις γυναίκες μας. Η Λασκαρίνα είχε δίκιο. Τα Έπη των Αριμασπών μας είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Δεν είχαμε και τίποτα το χειροπιαστό, μόνο όσα είχαμε συγκρατήσει ακούγοντας το Χρήστο, ιδίως ο Δημήτρης με τη μοναδική απομνημονευτική του ικανότητα. Η Μαργαρίτα πιο πραχτική, μια μέρα που μαζεμένοι κι οι τέσσερις στο σπίτι του Δημήτρη συζητούσαμε για τα Έπη, μας έκανε μια ενδιαφέρουσα πρόταση.

“Δεν καθόμαστε βρε παιδιά να γράψουμε όσα μπορέσουμε να θυμηθούμε από αυτά που μας διάβασε ο Χρήστος; Εσύ Δημήτρη έτσι εύκολα που απομνημονεύεις, πρέπει να θυμάσαι πολλά. Θα βοηθήσουμε κι εμείς”.

Η πρόταση έγινε ομόφωνα δεκτή από την ολομέλεια της παρέας και, με τη βοήθεια μαγνητοφώνου καταπιαστήκαμε με ζέση στην ανασύνθεση των Επών από μνήμης. Περάσαμε είναι η αλήθεια αρκετές ευχάριστες βραδιές, αλλά τα αποτελέσματα ήταν μάλλον πενιχρά. Τελικά ουσιαστική, όσο και ανέλπιστη, βοήθεια μας έδωσε ο κύριος Αντώνης. Ένα απόγεμα μου τηλεφώνησε, με αρκετά μυστηριώδες ύφος, πως έχει κάτι σημαντικό να μου πει και το βράδυ ήρθε σπίτι μου, όπου με τον Δημήτρη και τις γυναίκες μας, προσπαθούσαμε να ανασυστήσουμε το κείμενο των Επών. Μετά τους χαιρετισμούς μπήκε αμέσως στο θέμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 78 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 15 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Νοέμβριος, 2016

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη και τελευταία από το πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Άκαρπες αναζητήσεις. Όπως ίσως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τον τίτλο, στο κεφάλαιο αυτό δεν προχωράει και πολύ η δράση (οι δυο φίλοι αναζητούν τον Χρήστο που έχει γίνει άφαντος), δίνει όμως στον συγγραφέα την ευκαιρία να πλουτίσει την προσωπογραφία της Αριστεράς. Έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία προκαταβολή από τον μεγαλοεκδότη Βελή. Τα δυο φιλικά ζευγάρια που τον αναζητούν βρήκαν κάποιον που τον έχει συναντήσει.

Η σημερινή συνέχεια είναι μάλλον μεγάλη, αλλά δεν βόλευε να τη χωρίσω.

mimis_jpeg_χχsmallΤην επομένη τηλεφώνησα του Χάρη στον αριθμό που μου έδωσε ο γιος του. Με θυμήθηκε αμέσως και φάνηκε ότι χάρηκε πολύ. Όπως μου είπε, πράγματι τον είχε δει το Χρήστο, αλλά ο ίδιος θα αργούσε να ανέβει στην Αθήνα για να μου πει λεπτομέρειες. Μου πρότεινε όμως να πάω στο χωριό του να τα πούμε

“Γιατί δεν κατηφορίζεις κατά δω βρε Νίκο να ιδωθούμε ύστερα από τόσα χρόνια. Τώρα ο δρόμος είναι καλός και το να’ ρθεις είναι παιχνιδάκι. Ούτε τέσσερις ώρες.  Έλα το Σαββατοκύριακο”.

Στην αρχή δίσταζα. Πού να τρέχω τώρα στη Μάνη, αλλά καθώς το κουβεντιάζαμε οι τέσσερις μας, ο Δημήτρης φάνηκε πρόθυμος

“Δεν πάμε το Σαββατοκύριακό σαν εκδρομή;”

“Εγώ δεν μπορώ, έχω εφημερία”, λέει η Λασκαρίνα

“Ούτε εγώ, θέλω να φυλάξω τα χειμωνιάτικα και να συγυρίσω το σπίτι με τις κόρες μου”, συμπλήρωσε η δικιά μου

“Κρίμα. Θα ήταν ωραία. Την άνοιξη η Μάνη είναι υπέροχη”

“Γιατί δεν πάτε οι δυό σας;”

Έτσι το πρωί του Σαββάτου ξεκινήσαμε με το δικό μου αυτοκίνητο για τη Μάνη. Είχα να πάω στη Νότια Πελοπόννησο πολύν καιρό και με ευχαρίστηση διαπίστωσα πως ο νέος δρόμος, που παρακάμπτει τον Αχλαδόκαμπο και τις κορδέλες του ήταν άνετος και ασφαλής. Στη διαδρομή μου δόθηκε η ευκαιρία να τα πούμε με το Δημήτρη. Στην αρχή εκείνος ήταν, ως συνήθως, λιγομίλητος και επιφυλακτικός, σιγά σιγά όμως η λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα και η ωραία διαδρομή τον έφεραν στο κέφι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Μάνη | Με ετικέτα: | 151 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 14 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 8 Νοέμβριος, 2016

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, τώρα πια κάθε δεύτερη Τρίτη, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Άκαρπες αναζητήσεις. Όπως ίσως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τον τίτλο, στο κεφάλαιο αυτό δεν προχωράει και πολύ η δράση (οι δυο φίλοι αναζητούν τον Χρήστο που έχει γίνει άφαντος), δίνει όμως στον συγγραφέα την ευκαιρία να πλουτίσει την προσωπογραφία της Αριστεράς. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία προκαταβολή από τον μεγαλοεκδότη Βελή.

mimis_jpeg_χχsmallΓύρισα σπίτι και καθίσαμε με την Μαργαρίτα να σκεφτούμε όλους τους φίλους και γνωστούς που θα μπορούσε να ξέρουνε κάτι για το Χρήστο. Η Μαργαρίτα έχει πραχτικό μυαλό και με βοήθησε πολύ στο να κατατάξουμε τις περιπτώσεις των ενδεχομένων πληροφοριοδοτών μας σε κατηγορίες. Η πρώτη περιλάμβανε τους παλιούς φίλους και γνωστούς, από τον καιρό της Κατοχής και της ΕΠΟΝ. Βέβαια ύστερα από σαράντα και πάνω χρόνια και με όλα όσα γίνανε, με άλλους έχασα κάθε επαφή και με άλλους ξέκοψα με δική μου πρωτοβουλία. Ύστερα, με δεδομένη τη στάση που τηρούσε απέναντί μου, σ’ ό,τι αφορά την πολιτική,  θεωρούσα πως θα ήταν μάλλον απίθανο να επιζητούσε ο Χρήστος επαφή με τους παλιoύς μας συναγωνιστές. Ίσως όμως και να ξέρανε κάτι. Ο κόσμος είναι μικρός.  Η δεύτερη κατηγορία ήταν οι επαναπατρισθέντες από την Τασκένδη. Σ’ αυτό θα με βοηθούσε ο Γιώργος, γιατί εγώ δεν ήξερα κανέναν άλλον. Η τρίτη κατηγορία, με τις μεγαλύτερες ίσως πιθανότητες επιτυχίας, αλλά η πιο δυσπρόσιτη για μένα, ήταν η κατηγορία των εισαγωγέων-εξαγωγέων, που είχαν συναλλαγές με τις σοσιαλιστικές χώρες.

Άρχισα από τους παλιούς φίλους, με πρώτον τον Απόστολο τον Δημητρίου. Μια τάξη πιο πάνω από μας στο γυμνάσιο, ήταν ο διαφωτιστής της επονίτικης ομάδας μας. Μετά τη Βάρκιζα κατάφερε και πήγε στην Αμερική για σπουδές σε κάτι θείους του και έμεινε εκεί πολλά χρόνια. Ξαναγύρισε μετά τη Μεταπολίτευση και  διορίστηκε σε κάποιον Οργανισμό. Στην Αμερική φαίνεται πως ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, γιατί μόλις εγκαταστάθηκε εδώ εντάχθηκε ξανά στο κίνημα, έγινε μέλος του Κόμματος και εξελίχθηκε σε στέλεχος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που μ΄ επισκέφθηκε στα γραφεία του “Σύμπαντος”. Ήταν λίγο μετά το 6ο, αν δεν κάνω λάθος, Φεστιβάλ ΚΝΕ- Οδηγητή, τότε που είχε μιλήσει και ο Γκας Χωλ. Ο Απόστολος επηρεασμένος από την πανηγυρική ατμόσφαιρα, με τα τεράστια πλήθη που συνέρρεαν κάθε βράδυ στο Περιστέρι, στο χώρο του Φεστιβάλ, καθώς μάλιστα τα συνέκρινε με τις αναιμικές συγκεντρώσεις του κόμματος στην Αμερική, είχε την πεποίθηση πως όπου να΄ναι θα παίρναμε την εξουσία με εκλογές και πως εν πάση περιπτώσει είχαμε μαζί μας την πλειοψηφία του λαού. Έτσι, στην κουβέντα μας προχώρησε μεγαλοφώνως σε ενθουσιώδη σχόλια για το Φεστιβάλ και την ομιλία του Γκας Χωλ. Περίμενε φαίνεται να σηκωθούν οι παρευρισκόμενοι συντάκτες και να αρχίζουν να φωνάζουν ρυθμικά “Τιμημένο Κουκουέ!”. Δεν έγινε φυσικά κάτι τέτοιο και με κατάλληλα νοήματα κατεύνασα τον ενθουσιασμό του.

Έκτοτε βλεπόμαστε ταχτικά και κατά κανόνα ανοίγουμε κουβέντα σε θεωρητικά κυρίως θέματα. Από το γυμνάσιο του είχε κολλήσει η μανία να ασχολείται με τις κοινωνικές επιστήμες. Με υποδέχτηκε στο γραφείο του στον Οργανισμό πολύ εγκάρδια και φαινόταν πως έκανε κρα για κουβέντα

“Πρέπει να συζητήσουμε, μου λέει. Τώρα τελευταία με απασχολεί ένα σοβαρό πρόβλημα. Μήπως είμαστε μάρτυρες μιας τρίτης αμοιβαίας εξαφάνισης των κυρίων ανταγωνιζομένων τάξεων, όπως γράφει το Μανιφέστο; Ως τώρα είχαμε την αμοιβαία εξαφάνιση των δούλων και δουλοκτητών στο πέρασμα από την αρχαιότητα στο μεσαίωνα και των δουλοπάροικων και φεουδαρχών, στο πέρασμα από το μεσαίωνα στη βιομηχανική εποχή. Μήπως επέρχεται τώρα η αμοιβαία εξαφάνιση εργατών και καπιταλιστών;”

Χωρίς να έχω εγκύψει στο θέμα είχα τις αντιρρήσεις μου και με μεγάλο κόπο αντιστάθηκα στον πειρασμό μιας μονομαχίας μαζί του σε τέτοια θεωρητικά ύψη. Περιορίστηκα μόνο να τον ρωτήσω αν είδε τώρα τελευταία το Χρήστο. Φάνηκε αμέσως, πρώτον, πως τον είχε δει αλλά πριν από μήνες και, δεύτερον, πως δεν τον απασχολούσε καθόλου η τύχη του παλιού μας φίλου. Τον έτρωγε περισσότερο η τύχη του σοσιαλισμού γενικότερα.

«Ώστε δε θα κάτσεις να συζητήσουμε;» μου λέει σαν με είδε να φεύγω. «Κρίμα γιατί εκτιμώ πολύ την κρίση σου. Όσο για το φίλο μας, ρώτα τον Πάνο τον Αναστόπουλο, μήπως τον είδε τελευταία”.

Τον χαιρέτησα κι έφυγα. Πώς δεν τον συλλογίστηκα από την αρχή; Με τον Πάνο τον Αναστόπουλο ήμασταν συμμαθητές από το Δημοτικό και συνεχίσαμε και στο Γυμνάσιο. Δε σπούδασε. Από τη μια τα πολιτικά κι από την άλλη  η οικογενειακή ανέχεια, τον έριξαν από νωρίς στη βιοπάλη. Δοκίμασε πολλά επαγγέλματα και κατέληξε ράφτης και μάλιστα καλός. Τελικά φαίνεται πως αυτή ήταν η κλίση του. Δεν έχουμε στενές σχέσεις, γιατί η ζωή μας χώρισε. Αλλάξαμε άλλωστε κι οι δυο γειτονιά. Αυτός τώρα μένει στην Κυψέλη κι εγώ στο Καλαμάκι. Πάντως όταν βλεπόμαστε διαπιστώνω πως η παλιά φιλία και εγκαρδιότητα παραμένει ζωντανή. Συναντιόμαστε συνήθως στις πορείες της Ειρήνης, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις και σε συλλαλητήρια, καθότι μέλη κι οι δύο του Κόμματος. Θυμόμουνα πως το ραφείο του είναι στην οδό Μιλτιάδου και πήγα ένα απόγεμα να τον δω. Το κτίριο είναι παλιό, προπολεμικό και ανέβηκα με το κλυδωνιζόμενο ασανσέρ-κλουβί ως τον δεύτερο όροφο. Τον βρήκα στον πάγκο του να ράβει τις βάτες ενός σακακιού.

“Γειά σου Πανολιάσκο λεβεντιά”, τον προσφώνησα με το παλιό του παρατσούκλι, που τού ΄χαμε κολλήσει το ΄46, από το όνομα κάποιου χίτη του Μεταξουργείου.

“Βρε καλώς τονε. Πώς από δώ;”

Ο Πάνος είναι τύπος  πρόσχαρος και καλαμπουριτζής. Επί Χούντας τον είχανε πιάσει και τον έκλεισαν δύο χρονάκια στο Παρθένι. Όταν βγήκε, κυκλοφόρησε μεταξύ πελατών και φίλων φέιγ-βολάν που έγραφαν:

Ο διάσημος ράπτης της πόλεως μας Παναγιώτης Αναστόπουλος
επανελθών, μετά διετή παραμονήν, εκ Λονδίνου
μεταφέρει εις την Ελλάδα την τελευταίαν λέξιν της ανδρικής μόδας

“Κάτσε, θα πιείς καφέ;” με ρώτησε κι όταν έγνεψα καταφατικά έδωσε την παραγγελία από το εσωτερικό τηλέφωνο της πολυκατοικίας

“Μήτσο, ένα μέτριο, περιποιημένον και σβέλτα”

“Λοιπόν τι νέα από το Σύμπαν και τα περίχωρα;”

Μπήκα αμέσως στο θέμα μου.  Από το ύφος του όμως κατάλαβα πως δεν είχε καν ακούσει για την επάνοδο του Χρήστου στην Ελλάδα.

“Βρε τι μου θύμισες τώρα! Υποθέσεις προ τεσσαρακονταετίας. Κοίτα όμως σύμπτωση. Ξέρεις ποιάν είδα όλως τυχαίως την περασμένη βδομάδα; Τη Λούλα. Τη θυμάσαι; Ήταν το κορίτσι του Χρήστου, λίγο πριν αυτός βγεί στο βουνό”.

“Πώς δεν τη θυμάμαι. Τη Λούλα της κυρίας Δανάης. Το ομορφότερο κορίτσι της Νέας Σμύρνης”

“Το ομορφότερο κορίτσι ίσως αλλά η μητέρα της την έβαζε κάτω”.

“Τι γίνεται;”

“Η μάνα της; Πέθανε πρόπερσι. Εκείνη, αν θυμάσαι, στην ογδόη κλέφτηκε με τον μαθηματικό τους στο θηλέων και δεν τέλειωσε το γυμνάσιο”.

“Ναι μωρέ, αλλά έμαθα πως ο άντρας της πέθανε λίγα χρόνια μετά…”

“Έμφραγμα. Της άφησε ένα διώροφο στην Καλλιθέα κι εκείνη το ΄δωσε σ΄έναν πολιτικό μηχανικό, αντιπαροχή. Την ερωτεύεται λοιπόν ο μηχανικός, την παντρεύεται και σε πέντε χρόνια πάει κι αυτός από καρδιά. Παντρεύτηκε εν συνεχεία τον συμβολαιογράφο, που της έκανε τα διάφορα συμβόλαια, με τον οποίον έζησε κάπου δέκα χρόνια αλλά τελικά πάει κι αυτός από ανακοπή…”

“Σα να λέμε η Λούλα είναι γυνή ανδροβόρος, που γράφει κι η Εγκυκλοπαίδεια”

“Φαρμακομούνα, κατά το κοινώς λεγόμενον. Τώρα είναι παντρεμένη, για τέταρτη φορά,  με ένα γιατρό, καρδιολόγο”.

“Αυτός μια φορά δεν έχει φόβο”

“Όταν έμαθε πως είμαι ράφτης, μού ’πε πως θα μου τον φέρει να του ράψω ένα κουστούμι. Να τη δεις βρε Νίκο  πως διατηρείται η αφιλότιμη. Γιατί δε θα τά’ χει περάσει τα πενηνταπέντε;”

Ήρθε ο καφές και συνεχισαμε την κουβέντα μας

“Λοιπόν για το Χρήστο ιδέαν δεν έχω. Τον νόμιζα ακόμα στο  εξωτερικό. Αλλά μου φαίνεται πως κάτι μπορεί να ξέρει ο Μπάμπης”

“Ποιος Μπάμπης;”

“Έλα μωρέ, ο Μπάμπης ο Γιαννόπουλος, δεν τον θυμάσαι; Ο βασιλεύς της γρουσουζιάς…”

“Ο πρίγκηπας της γρουσουζιάς”, τον διόρθωσα, “έτσι τον λέγαμε. Θυμάσαι; Η ατυχία που τον κυνηγούσε ήταν ιστορική. Γινότανε καζούρα στο μάθημα; Αυτόν θα πέταγε έξω ο καθηγητής. Στα μπλόκα, έναν να ψάχνανε οι μπουραντάδες, αυτός θα ήταν”.

“Αμ τότε που πήγαμε Σαββατόβραδο μπουρδελότσαρκα και στης Καλλέργαινας, στην οδό Σωκράτους, πέσαμε φάτσα με φάτσα με τον καθηγητή μας τον Παντελίδη; Από όλη την παρέα, το Μπάμπη θυμήθηκε τη Δευτέρα”.

“Τι γίνεται τώρα. Τον βλέπεις;”

“Όχι και πολύ συχνά. Βλέπεις αυτός είναι με τους αναθεωρητές. Μπορεί όμως να ξέρει κάτι. Δουλεύει σε μια επιχείρηση  με αντιπροσωπείες. Στάσου να δεις. Κάπου έχω γραμμένο το τηλέφωνό του”.

Έψαξε σ’ ένα συρτάρι, βρήκε μιαν ατζέντα αντέγραψε σ’ ένα χαρτί ένα νούμερο και μου τό ΄δωκε.

Συνεχίσαμε για κάμποσην ώρα συζητώντας για τα παλιά. Κάποτε σηκώθηκα να τον αφήσω να κάνει τη δουλειά του, τον χαιρέτησα και έφυγα.

Πήγα να δω τον Μπάμπη την επόμενη βδομάδα, αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα. Τα γραφεία όπου δούλευε πιάνανε ολόκληρο πάτωμα ενός υπερμοντέρνου πολυόροφου κτιρίου, όλο γιαλί και ατσάλι, στη λεωφόρο Κηφισίας. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο με χαμηλά ξύλινα χωρίσματα, σε μικρότερα γραφεία, στο καθένα από τα οποία δούλευαν πεντέξι υπάλληλοι. Όλοι σχεδόν είχαν στο τραπέζι τους κομπιούτερ. Τελείως αμερικάνικη εικόνα. Ο Μπάμπης μόλις με είδε, με γνώρισε και σηκώθηκε χαμογελώντας. Ευτυχώς γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να τον αναγνωρίσω. Είχε γίνει ολότελα φαλακρός κι είχε παχύνει. Ξαφνικά, βλέποντας τον παλιό μου συμμαθητή, συνειδητοποίησα πως κι εγώ πρέπει να έχω μεγαλώσει πολύ.

Έκατσα σε μια καρέκλα δίπλα του, πήγε, παρά τις αντιρρήσεις μου, και μού ΄φερε καφέ (εσπρέσο φυσικά) από ένα αυτόματο μηχάνημα στο διάδρομο και πιάσαμε κουβέντα. Κατάλαβα όμως πως δεν είχαμε πολλές δυνατότητες για φλυαρία. Ήδη μια ψυχρή και όμορφη ξανθιά, πασαλειμένη με μέικ απ, που από τη θέση του γραφείου της φαινόταν πως ήταν προϊσταμένη, μας είχε ρίξει δυο πολυσήμαντες ματιές. Εν πάση περιπτώσει τα είπαμε, αλλά και πάλι δεν έμαθα τίποτα το θετικό.

“Τό ΄μαθα πως ήρθε στην Ελλάδα από τον Χάρη, τον θυμάσαι;”

“Τον Χάρη τον Καπερναράκο; Πώς δεν τον θυμάμαι. Στη γειτονιά μας δεν έμενε το ΄52; Θαρρώ όμως πως έχει από τότε εγκατασταθεί στο χωριό του”.

“Ήρθε φέτος, για να μείνει  πια μονίμως στην Αθήνα. Να τον δεις δε θα τον γνωρίσεις. Λεφτάς ο Χάρης, ο συγγληνοβιομήχανος, που τον λέγαμε. Πιάστηκε για καλά. Που λες ήρθε από δω πριν μερικούς μήνες για μια δουλειά του. Κάνει εξαγωγές στην Αγγλία. Ναι ο Χάρης, εξαγωγές στην Αγγλία! Ηρθε λοιπόν και θυμηθήκαμε τα παλιά. Τότε μου είπε για το Χρήστο. Είχε πάει να τον βρει και μάλιστα του ζήτησε δανεικά. Σκέψου. Άλλο τίποτα δε μού ‘πε. Πρέπει όμως να ξέρει τη διεύθυνσή του”.

 

Πήρα τη διεύθυνση του Χάρη, τον χαιρέτησα και έφυγα ικανοποιημένος. Επί τέλους κάτι βρήκα. Τη μεθεπομένη πήγα στη διεύθυνση που μού ΄δωσε ο Μπάμπης, σε μια πολυκατοικία στην οδό Βουλής. Δυστυχώς όμως εκεί βρήκα μονάχα έναν εικοσιπεντάρη, που σαν άκουσε τα καθέκαστα με πληροφόρησε, πολύ ευγενικά και πρόθυμα, πως ο πατέρας του είχε ξαναφύγει για το χωριό του, όπου θα έμενε για καιρό.  Η νέα αναποδιά αντί να με απογοητεύσει με πείσμωσε. Γύρισα σπίτι και το ίδιο βράδυ βγήκαμε με το Δημήτρη και τη Λασκαρίνα και με την ευκαιρία κουβεντιάσαμε τις εξελίξεις. Ως τώρα δεν είχα κατορθώσει να βρώ κανένα ίχνος του Χρήστου και χωρίς αυτόν η πιθανότητα να μάθουμε περισσότερα για τα Έπη εκμηδενιζόταν. Όσο κουβεντιάζαμε η Λασκαρίνα με κοιτούσε περίεργα

“Η στάση σου αρχίζει να με ενδιαφέρει επαγγελματικά. Σου έγιναν έμμονη ιδέα τα Έπη βλέπω”.

“Πραγματικά, όπως το λες είναι. Μου έγιναν έμμονη ιδέα. Με απασχολούν συνεχώς” παραδέχτηκα

“Και σε μένα το ίδιο” είπε απροσδόκητα ο Δημήτρης. “Ξέρετε η πιθανότητα να έφτασε τόσο βαθιά στην Ασία και σε τόσο παλιά εποχή ένας Έλληνας ταξιδευτής, με συναρπάζει.

Τελικά αποδείχτηκε πως και οι τέσσερις νοιώθαμε ανάλογα. Ο Χρήστος με όσα μας διάβασε μας είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μιαν άγνωστη, γοητευτική, περιπέτεια, κάποιου μακρινού Έλληνα στα βάθη της Ασίας, παράθυρο που η εξαφάνισή του το έκλεισε αμέσως και είχαμε μείνει με τη γεύση του ανικανοποίητου. Θέλαμε πολύ να μάθουμε τι έγινε παρακάτω.

Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την αναζήτηση.

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 291 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 13 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Οκτώβριος, 2016

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Το καλοκαίρι οι δημοσιεύσεις ήταν εβδομαδιαίες, από σήμερα επιστρέφουμε στη δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Άκαρπες αναζητήσεις. Όπως ίσως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τον τίτλο, στο κεφάλαιο αυτό δεν προχωράει και πολύ η δράση (οι δυο φίλοι αναζητούν τον Χρήστο που έχει γίνει άφαντος), δίνει όμως στον συγγραφέα την ευκαιρία να πλουτίσει την προσωπογραφία της Αριστεράς. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία προκαταβολή από τον μεγαλοεκδότη Βελή.

Η σημερινή συνέχεια είναι κάπως μικρή, για τεχνικούς λόγους (αλλιώς θα γινόταν πολύ μεγάλη). Ίσως γελάσετε με το καμάρι του κύριου Αντωνάκη, που περηφανεύεται πως ο υπολογιστής του είναι 486 και παρουσιάζει τα Γουίντοζ σαν καινοτομία. Αλλά έτσι έγινε (αν και ίσως υπάρχει ένας αναχρονισμός, αφού οι 486 πρέπει να ήρθαν κάπως αργότερα ενώ η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1987).

mimis_jpeg_χχsmall5

ΑΚΑΡΠΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ

Τον πρώτο που σκέφτηκα να ρωτήσω για τον Χρήστο, ήταν ο κύριος Αντωνάκης, αφ’ ενός γιατί είχα μαζί του θάρρος και αφ’ ετέρου γιατί πολλές φορές τον είδα να κουβεντιάζει  συχνά με τον απολεσθέντα φίλο μου και κάποτε να φεύγουνε μαζί από το γραφείο. Τον πήρα στο τηλέφωνα και εκείνος με κάλεσε σπίτι του να τα πούμε.

Ο συγγραφέας της παράλληλης ιστορίας έμενε με τη γυναίκα του σ΄ένα ευρύχωρο τριάρι στο Κουκάκι. Με υποδέχτηκε εγκάρδια και μου αποκάλυψε ότι ήξερε καλά τον πατέρα μου και το θείο μου.

“Ελα να σου δείξω κάτι, που μπορεί να σε ξαφνιάσει”

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 189 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 12 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Το καλοκαίρι οι δημοσιεύσεις ήταν εβδομαδιαίες, από σήμερα επιστρέφουμε στη δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη του τέταρτου κεφαλαίου που έχει τον τίτλο Η εξαφάνιση. Με τη συνέχεια αυτή ολοκληρώνεται κιόλας το κεφάλαιο -δεν βόλευε να χωριστεί κι έτσι βγήκε λίγο μεγάλη. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο μεγαλοεκδότης Βελής μαθαίνει την ύπαρξη των Αριμασπείων επών και αποφασίζει να φέρει ειδικό να εκτιμήσει τη γνησιότητα των χειρογράφων που κατέχει ο Χρήστος.

Αντιθέτως με τις ενοχλητικές παρεμβάσεις του κυρίου Μιχαήλ, βρήκαμε απροσδόκητη και ουσιαστική βοήθεια από έναν άλλον παράσιτο  του Βελή, τον κύριο Ιορδάνη Αμανάτογλου, συνταξιούχο δάσκαλο από την Ανατολή. Ο κύριος Ιορδάνης, είχε την πετριά του ιστοριοδίφη, αλλά επειδή δεν την προέβαλλε με την επιμονή με την οποία οι λοιποί παράσιτοι πρόβαλλαν τις δικές τους λόξες και μονομανίες, στα Σάββατα εργασίας, όσες φορές παρίστατο, περνούσε μάλλον απαρατήρητος. Ο κυριότερος ρόλος του σ’ αυτές τις συνάξεις και όταν εξετρέποντο σε γλέντι,  ήταν να αναπαριστά με ξεκαρδιστικό τρόπο τον διάλογο μεταξύ δύο Ανατολιτών “από Καισαρείαν ντόπο”. Πάντως αυτός ήταν ο νονός του τίτλου το Άλας της Γης, που δόθηκε στον τόμο κι αυτό ήταν ήδη σημαντική συμβολή. Μια μέρα μας ήρθε με έναν χοντρό χαρτοφύλακα στο χέρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 114 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 11 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη του τέταρτου κεφαλαίου που έχει τον τίτλο Η εξαφάνιση. Ποιος εξαφανίστηκε θα το μάθετε αμέσως, αν και η καθαυτό εξαφάνιση θα γίνει σε επόμενη συνέχεια. Σαν παρένθεση έχουμε στη σημερινή συνέχεια και μερικά ευτράπελα πορτοκαλιστών, που τα έχουμε κι άλλη φορά αναφέρει στο ιστολόγιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

mimis_jpeg_χχsmallΗ ανάγνωση της συνέχειας των Επών όμως, δεν έγινε ούτε την άλλη βδομάδα, ούτε την μεθεπόμενη, ούτε καν τον άλλο μήνα. Ο Χρήστος βρέθηκε ξαφνικά να είναι  εξαιρετικά πολυάσχολος. Ερχόταν όπως πάντα, στην ώρα του, στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας, δούλευε όπως πάντα χωρίς να περισπάται σε κουβέντες με το προσωπικό και, όταν τέλειωνε το ωράριό του, έφευγε βιαστικά. Στις απόπειρες μας να τον δεσμεύσουμε να μας διαβάσει τη συνέχεια, ξεγλιστρούσε.

“Εντάξει βρε παιδιά, έτοιμη την έχω τη συνέχεια, αλλά πνίγομαι αυτόν τον καιρό”

Μια δυο φορές πήγε στο γραφείο του Βελή και κλείστηκε μαζί του με τις ώρες. Άλλοτε πάλι είχε πολλές κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον κύριο Αντωνάκη, όσες φορές ο συγγραφέας της παράλληλης ιστορίας ερχόταν να μας φέρει συνεργασία. Μια δυο φορές μάλιστα τους είδα να φεύγουν μαζί πιασμένοι από το μπράτσο. Δεχόταν επίσης πολλά τηλεφωνήματα. Κάθε τόσο η Άννα, το κορίτσι της γραμματείας, του χτυπούσε το τζάμι του χωρίσματος

“Κύριε Χρήστο, τηλέφωνο”

κι αυτός πήγαινε και τηλεφωνούσε αρκετήν ώρα πολύ χαμηλόφωνα.

Μια μέρα, που ο Χρήστος έλειπε,  με φώναξε ο Βελής στο γραφείο του

“Τι είναι αυτή η υπόθεση με τα Αριμάσπεια Επη; Μου φαίνεται πως είσαι ενήμερος ή κάνω λάθος;” και με κοίταξε καλά καλά.

Δεν του έκρυψα τίποτα. Του είπα πως ο Χρήστος ισχυρίζεται πως κατέχει το αραβικό χειρόγραφο των Επών, πως μας έχει διαβάσει ένα μέρος της μετάφρασης που έχει κάνει και πως ήθελα να ακούσω ακόμη περισσότερα για να σχηματίσω γνώμη. Αν δηλαδή είναι κάτι σοβαρό που να αξίζει να δημοσιευτεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ελληνοβαρεμένοι, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 85 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 10 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και ο Χρήστος, ύστερα από μια εκδρομή, έχει ζητήσει δανεικά από τον Νίκο και τον Δημήτρη. Στη σημερινή συνέχεια, που είναι και η τελευταία του κεφαλαίου, θα γνωρίσουμε επιτέλους ένα απόσπασμα από τα Αριμάσπεια Έπη (βέβαια, γραμμένο από τον πατέρα μου)

 

mimis_jpeg_χχsmallΌταν του ξαναμίλησα για πολλοστή φορά για τα Έπη, αποφάσισε επιτέλους να μας παρουσιάσει τη μετάφραση του λεγόμενου προλόγου.  Ένα βράδυ λοιπόν  μαζευτήκαμε στο σπίτι μου, ο Χρήστος, ο Δημήτρης κι εγώ. Η Μαργαρίτα φρόντισε να μας ετοιμάσει ένα μεζέ και κάθισε κι αυτή ν’ ακούσει κι έτσι αρχίσαμε να ακούμε και να σχολιάζουμε, τρώγοντας και ποτίζοντας τη συζήτησή μας με ωραίο κόκκινο κρασί, προσφορά του Δημήτρη. Ό,τι αναφέρω παρακάτω  είναι όσα συγκράτησα, συμπληρωμένα σε μεγάλο βαθμό από τη Μαργαρίτα και κυρίως από το Δημήτρη, που διαθέτει καταπληχτική ικανότητα απομνημόνευσης.

“Η αρχή της περιγραφής του ταξιδιού του Αριστέα, στην αραβική τουλάχιστον έκδοση”, ξεκίνησε ο Χρήστος ανοίγοντας ένα τετράδιο, “αρχίζει με μιαν επίκληση στο Θεό. Όχι στον Απόλλωνα, τον Δία ή τον Ποσειδώνα αλλά αορίστως στον Θεό”

Μας διάβασε κάμποσους στίχους όπου ο Θεός χαρακτηριζόταν  πανοικτίρμων, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος, ενώ ο επικαλών Αριστέας αυτοονομαζόταν δούλος του θεού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Γεωγραφία, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 9 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Σε εκδρομή στις Σπέτσες, ο Νίκος και ο Χρήστος με τις γυναίκες τους συναντούν τυχαία τον Δημήτρη, ο οποίος έχει σπίτι στο νησί. Τους προσκαλεί στο σπίτι του και η βραδιά τελειώνει με γλέντι.

mimis_jpeg_χχsmallΤην Κυριακή το απόγεμα πήραμε το πλοίο για τον Πειραιά. Κατά την   επιστροφή συζητούσαμε φυσικά  για το Δημήτρη, τη γυναίκα του και το χτήμα τους. Πραγματικά όλοι τον ζηλεύαμε, ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ για την πολυσχιδή δραστηριότητά του, η Μαργαρίτα για το ότι ζούσανε δίπλα στη γη, η Ρούλα για την ανοιχτοκαρδοσύνη και τις παρέες του κι ο Χρήστος για την οικονομική του άνεση, μ΄όλο που κατά την άποψή του η περιουσία αυτή χαραμιζόταν.

“Τόσα στρέμματα σε τέτοιο μέρος και τι κερδίζει; το λάδι και το κρασί της χρονιάς του, άντε και λίγα κιλά τυρί και γάλα, ενώ αν το έκανε ξενοδοχείο με μπάγκαλοους  θα έβγαζε εκατομμύρια”

“Και τι ανάγκη έχει; Τα παιδιά του είναι ανεξάρτητα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και τώρα δουλεύουν. Αυτός με τη γυναίκα του με δύο μισθούς, τους φτάνουν και τους περισσεύουν, γιατί να βάλουν σκοτούρες στο κεφάλι τους; Εγώ τους ζηλεύω γιατί κάθε Σαββατοκύριακο ζούνε μέσα στη φύση”. Η Μαργαρίτα ήταν κατηγορημαική. Η Ρούλα συμφώνησε μαζί της.

Ο Χρήστος δεν πειθόταν. Καθώς τον άκουγα να επιχειρηματολογεί για τις χαραμιζόμενες οικονομικές δυνατότητες του Δημήτρη, θυμήθηκα πως από το Γυμνάσιο ακόμα είχε εκδηλώσει τη ροπή του προς τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Τότε στην Κατοχή πολλοί πουλούσαν κι αγόραζαν τα πάντα. Τα λεφτά ήταν πληθωριστικά κι έπρεπε αμέσως να ξοδευτούν, αλλοιώς χάναν την αξία τους. Ο Χρήστος είχε βρει μιαν αποθήκη με τετράδια, μολύβια και άλλα είδη χαρτοπωλείου και μας τα πουλούσε πολύ πιο φτηνά από τον κυρ Παντελή τον βιβλιοχαρτοπώλη της γειτονιάς μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Φάρσες | Με ετικέτα: | 106 Σχόλια »