Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τα έπη των Αριμασπών’

Τα έπη των Αριμασπών – 8 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Η πρώτη γεύση από τα Αριμάσπεια» -αλλά για τη γεύση αυτή θα περιμένετε, βρίσκεται στο τέλος του κεφαλαίου.

ΤΡΙΑ
Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΙΜΑΣΠΕΙΑ

mimis_jpeg_χχsmallΎστερα από τη δεύτερη συνάντησή μου με το Χρήστο, αποφάσισα να αποκαταστήσω και να αναβαθμίσω  τις ψυχραμένες, πλην φιλικές, σχέσεις μας, οργανώνοντας τον Δεκαπενταύγουστο, που συνέπεσε Παρασκευή και συνεπώς είχαμε  τριήμερη αργία, μιαν εκδρομή στις Σπέτσες. Θά ΄μασταν οι δυό μας κι οι γυναίκες μας μόνο. Έκλεισα δυο δίκλινα δωμάτια σ’ ένα ξενοδοχείο στο Παλιό Λιμάνι.

Πέμπτη μεσημέρι πήραμε το καράβι από τον Πειραιά κι αφού πιάσαμε Αίγινα, Μέθανα, Πόρο, Ύδρα  και Ερμιόνη, φτάσαμε καμιά φορά στις Σπέτσες. Στις έξι ώρες του ταξιδιού, μας δόθηκε η ευκαιρία σε μένα και την Μαργαρίτα να γνωρίσουμε τη γυναίκα του Χρήστου. Ήταν μια παχουλή, μελαχρινή, νόστιμη γυναίκα,  γύρω στα σαρανταπέντε. Δεν ήταν φυσικά πολιτικός πρόσφυγας, ούτε και παιδί πολιτικών προσφύγων, παρά Κυπρία γεννημένη στο Λονδίνο, που ο Χρήστος γνώρισε και παντρεύτηκε εκεί.

Η Μαργαρίτα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού φερόταν από την αρχή στη Ρούλα (έτσι τη λέγανε τη γυναίκα του Χρήστου) με ευγένεια και εγκαρδιότητα, αλλά και με άκραν επιφυλακτικότητα, όπως κάνει πάντοτε όταν μια νέα γνωριμία δεν της πάει.  Αντίθετα όταν συμπαθήσει κάποιον το εκδηλώνει αμέσως, έτσι ζεστός άνθρωπος και πολιτισμένος άνθρωπος που είναι. Εμπιστεύομαι απόλυτα την κρίση της.

Η Ρούλα μας μίλησε με καμάρι για το γιο τους, που τελειώνει  το γυμνάσιο στην Αγγλία και μένει κοντά στους δικούς της και ενδιαφέρθηκε να μάθει για τα παιδιά μας

“Εχετε τρία παιδιά και εργάζεστε; Μπράβο, σας θαυμάζω”, είπε στην Μαργαρίτα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 183 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 6 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη (ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή).

 

mimis_jpeg_χχsmallΤην εβδομάδα που ακολούθησε ο Χρήστος έπιασε κανονικά δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια. Ερχόταν στην ώρα του, δούλευε χωρίς να σηκώσει κεφάλι και μόνο κατά το μεσημέρι, όταν χαλάρωνε κάπως η δουλειά, αντάλλασσε καμιά κουβέντα με τους άλλους συντάκτες ή με τους εξωτερικούς συνεργάτες, που έρχονταν στα γραφεία φέρνοντας συνεργασία. Γρήγορα έπιασε φιλίες με τον κύριο Αντώνη Χείλαρη, (τον συγγραφέα της παράλληλης ιστορίας, όπως τον λέμε μεταξύ μας, γιατί η χρήση παρωνυμίων είναι, από τον καιρό του πατέρα μου, κανόνας στην Εγκυκλοπαίδεια. Όλοι σχεδόν έχουμε κάποιο παρατσούκλι τον δε Βελή τον λέμε, μεταξύ μας το Θερίο). Ο κύριος Αντώνης, εξωτερικός συνεργάτης, είναι ένα καχεκτικό γεροντάκι, που έρχεται στο γραφείο της σύνταξης κουβαλώντας πάντοτε έναν τεράστιο χαρτοφύλακα, που δείχνει ακόμα μεγαλύτερος συγκρινόμενος με το μικρόσωμο κάτοχό του.

Ο κύριος Αντώνης, συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών, μπορεί να γράψει, με ευχέρεια και ακρίβεια, οποιοδήποτε λήμμα του δοθεί και τα γραφτά του είναι πάντα άψογα σε μορφή και σε περιεχόμενο. Τέρας εργατικότητας και ευρυμαθείας, έχει προκαλέσει το θαυμασμό του θείου μου του Μιχάλη, που τον ήξερε καλά από προπολεμικά και ο οποίος συχνά λέει

“Αν στα χρωμοσώματά του είχε ένα ειδικό γονίδιο, θα ήταν μεγαλοφυΐα”, και αμέσως μετά συμπληρώνει γελώντας

“Το δυστύχημα είναι πως έχει δύο τέτοια γονίδια…”

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 81 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 5 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίζουμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη. Όσοι ξέρουν τον πατέρα μου, θα θυμούνται ίσως πως χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο μια και καταγόμαστε, απ’ τη μεριά του παππού μου, από τη Γέρμα της Λακωνίας. Είναι δηλαδή ο Γερμιώτης ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή.

ΔΥΟ

Η ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

mimis_jpeg_χχsmallΤο απόγεμα της άλλης μέρας πήγα να δω τον Βελή στο σπίτι του. Κατοικούσε σ΄ ένα μεγαλοπρεπές, τριώροφο οικοδόμημα, που δέσποζε στην περιοχή, καθώς ήταν χτισμένο στην οξεία γωνία που σχηματίζουν συμβάλλοντας δυο κύριοι δρόμοι, ενώ τα γύρω του σπίτια, από κάποια γραφειοκρατική διάταξη περί αρχαιοτήτων (κάπου εκεί κοντά λέγεται πως υπάρχουν σπουδαίες αρχαιότητες, που όμως ως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί) δεν επιτρεπόταν να γίνουν πολυώροφες πολυκατοικίες. Ο Βελής περιφρουρούσε αυτή την απαγόρευση και υποπτεύομαι ότι, καθώς διέθετε πανίσχυρες γνωριμίες,  με υπόγειες ενέργειες απέτρεπε τη διάθεση πιστώσεων για ανασκαφές στη γειτονιά του.

Η περιοχή ήταν η παλιά γειτονιά του Βελή. Εκεί πρωτοκατοίκησε σαν ροβόλησε από το ηπειρώτικο χωριό του “με μισό τσαρούχι στα ποδάρια του” για να βρει δουλειά στην πρωτεύουσα. Το 1950 περίπου αγόρασε το οικόπεδο πάμφθηνα, καθώς η περιοχή είχε υποβαθμιστεί πολύ κατά τον Μεσοπόλεμο και πριν από δέκα χρόνια έχτισε το σπίτι. Μολονότι νεόδμητο, ο Βελής θέλησε να το κάνει να μοιάζει με τα παλιά νεοκλασικά, που υπάρχουν ακόμα έστω ερειπωμένα, στη γειτονιά, χτισμένα πριν από εκατό και πάνω χρόνια. Ατύχησε όμως στο  σημείο αυτό, γιατί χρησιμοποίησε αρχιτέκτονα, λάτρη του μοντέρνου ρυθμού με τον εμφανή ξυλότυπο και  τις απλές, γυμνές, επιφάνειες. Μεταξύ μελετητή και εντολέα γίνανε ομηρικοί καυγάδες. Ο αρχιτέκτονας ήταν πεισματάρης και διάσημος  και για κάθε υποχώρηση από τις αρχές του έδινε σκληρή μάχη και μόνο με την καταβολή γενναίας αντιμισθίας δεχόταν να τροποποιήσει τα σχέδιά του. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, αλλά από καλλιτεχνικής πλευράς απολύτως απαράδεκτο. Ο διαπρεπής αρχιτέκτονας αφαίρεσε από την αρχή, πολύ πριν τελειώσει το έργο, την ταμπέλα του και ουδέποτε στο μέλλον αναφέρθηκε στο κατασκεύασμα  αυτό. Του Βελή αντίθετα του άρεσε το νέο του σπίτι. Χτισμένο στη γειτονιά από όπου ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του, αποτελούσε με την επιθετική του πολυτέλεια, επιβεβαίωση της επιτυχίας του στη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 88 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 4 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη.

mimis_jpeg_χχsmall“Αν έχεις δίκιο η ανεύρεση των Επών, έστω και σε αραβική μετάφραση, θα αποτελέσει φιλολογικό και ιστορικό γεγονός πρώτου μεγέθους. Έχεις μεταφράσει τίποτα κομμάτια από τα Έπη στα ελληνικά;”

“Κοίτα να δεις, εγώ τά ΄χω σχεδόν όλα μεταφράσει και τάχω φέρει εδώ, μαζί με το αραβικό πρωτότυπό τους, αλλά δεν είμαι διατεθειμένος να τα δημοσιεύσω έτσι για τη δόξα και μόνο, ούτε να τα χαρίσω του Βελή. Θέλω σημαντικά ανταλλάγματα”.

Δεν περίμενα να τ’ ακούσω αυτό από το Χρήστο και μου κακοφάνηκε.

“Εδώ πρόκειται καημένε για επιστημονική αποκάλυψη τεράστιας σημασίας και συ λογαριάζεις τα λεφτά; Άσε τον Βελή. Δημοσίεψέ τα σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό”.

“Κι αυτό θα γίνει εν καιρώ. Για την ώρα μου δίνεται η ευκαιρία να κερδίσω κάποια χρήματα. Έτερον εκάτερον. Καλή η δόξα και η επιστημονική προβολή αλλά προέχει η επιβίωση. Τι λέγαν οι παλιοί: primum vivere deinde philosophare. Ο Βελής μια φορά τα΄χει μπόλικα”.

“Τα΄χει,  μα δε δίνει ούτε τ’ αγγέλου του νερό. Δεν τους ξέρεις τώρα αυτούς τους τύπους. Κάνανε λεφτά γιατί αγαπούν τα λεφτά. Και επειδή τα αγαπούν δεν τα δίνουν. Κι αν μου επιτρέπεις μια συμβουλή, μην του δείξεις πως έχεις ανάγκη από λεφτά, γιατί θα χάσεις μέρος του κύρους σου. Εκτιμά πολύ αυτούς που είναι ή που φαίνονται υπεράνω χρημάτων”.

“Ωραία τα λες φιλόσοφε, με τη συνταξάρα σου. Τι ανάγκη τον έχεις; Ρώτα και μας όμως;”

Ακούγοντας το παρατσούκλι «φιλόσοφε» που μού΄χαν βγάλει στο Γυμνάσιο και είχα τόσα χρόνια να ξανακούσω, συγκινήθηκα. Από την άλλη μεριά όμως η συνέχεια με πείραξε. Πού το΄μαθε κι όλας τι σύνταξη παίρνω;

“Κοίτα, και τότε που είχα την ανάγκη του ποτέ δεν το ΄δειξα. Δε μ’ αρέσει να προσπέφτω στους λεφτάδες. Ο Βελής δεν είναι πλούσιος, είναι λεφτάς. Υπάρχει μεγάλη διαφορά”.

“Εν πάση περιπτώσει μπορούμε να το μεθοδεύσουμε αλλιώς. Θα του πω πως τα χαρτιά δεν τα ‘χω εγώ αλλά κάποιος φίλος που ζει στη Σοβιετική Ενωση και θα χρειαστούν χρήματα για να τα πάρουμε”.

“Άκου Χρήστο, εγώ δε θέλω ν’ανακατευτώ σε τέτοιες υποθέσεις. Πες του τα ο ίδιος. Εμένα μη μ’ ανακατεύεις. Πάντως δε θα μάθει από μένα τίποτα”.

Η κουβέντα μας συνεχίστηκε με το θέμα για το οποίο άλλωστε είχαμε συναντηθεί, με τον υπό έκδοσιν τόμο με τον προσωρινό τίτλο “Το άλας της Γης”. Σ’ αυτό βρεθήκαμε σύμφωνοι σε όλα σχεδόν τα σημεία και φτιάξαμε ένα διάγραμμα που θα το παρουσίαζα την επομένη στον Βελή. Ο Χρήστος δεν επανέφερε το θέμα στα Αριμάσπεια Επη, αλλά ήταν φανερό πως περίμενε μεγαλύτερη συμπαράσταση από μένα, που δεν τη βρήκε. Από τη μεριά μου περίμενα να δείξει μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια και επιστημονικό πνεύμα. Χωρίσαμε με κάπως μειωμένη την αρχική μας εγκαρδιότητα.

Όταν έφυγε συζήτησα το θέμα με την Μαργαρίτα. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση της και  μ΄ αρέσει γενικώς να συζητώ μαζί της, μέσα μου δε καμαρώνω γι΄ αυτό. Ενώ πολλά γνωστά μας ζευγάρια έχουν φτάσει από χίλιους δρόμους στο λιμάνι της σιωπής, εμείς, τόσα χρόνια παντρεμένοι, εξακολουθούμε να  κουβεντιάζουμε για όλα. Της είπα  για τις οικονομικές βλέψεις του Χρήστου και ζήτησα τη γνώμη της. Συμφώνησε μαζί μου.

“Πονηρός τύπος, μου φάνηκε ο φίλος σου, δε μοιάζει ούτε με σένα, που είσαι μέχρι βλακείας υπεράνω, αλλά ούτε και με κανέναν άλλον από όσους ξέρω από την παλιά σας παρέα”.

Δεν απάντησα. Ήμουν ακόμα συγκινημένος από τις αναμνήσεις που εισβάλανε ξαφνικά από το παρελθόν. Έμεινα πολλές ώρες βυθισμένος στις σκέψεις μου. Η Μαργαρίτα το κατάλαβε και δεν απασχολήθηκε άλλο μαζί μου.

… …

Μ΄ όλο που έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια ο  χαμός του Τάκη μου έχει αφήσει ένα τραύμα ανεπούλωτο. Εκτός από στενοί φίλοι που ήμασταν, εκτιμούσα την ξεχωριστή προσωπικότητά του, όπως την έβλεπα να διαμορφώνεται. Τον παραδεχόμουν σε πολλά πράγματα και κατά έναν τρόπο τον θαύμαζα. Ήταν μια εκκολαπτόμενη ιδιοφυΐα. Διάβαζε πολύ, όχι μόνο λογοτεχνία αλλά και επιστημονικές μελέτες και δοκίμια. Από το “Μεγάλο Πρόβλημα” του Ελισαίου Γιαννίδη ως την “Προέλευση του κόσμου” του Λαμπεράν. Όσα βιβλία τα εύρισκε ενδιαφέροντα μου τα δάνειζε για να σχηματίσω κι εγώ άποψη, γιατί εκτιμούσε τη γνώμη μου.

Θυμήθηκα τις ατέλειωτες συζητήσεις μας με θέματα υπερβατικά όσο και ενδιαφέροντα, για τη φύση του Χρόνου, την εξέλιξη του Σύμπαντος, ή για την Αναγκαιότητα και το Τυχαίο. Σε μια φάση αυτών των συζητήσεων, ο Τάκης καταπιάστηκε να καταγράφει κάθε βράδυ σε ένα τετράδιο τα συμπεράσματά μας, μ΄ όλο που τις συζητήσεις, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, τις κάναμε συνήθως περπατώντας στους χωραφόδρομους ανάμεσα στη Νέα Σμύρνη και το Βουρλοπόταμο ή το Έδεμ. Οι λοιποί της παρέας, που τους απασχολούσαν πιο γήινα θέματα και κυρίως το κόλλημα σε κορίτσια, μας είχαν βγάλει “περιπατητικούς φιλόσοφους”.

… …

Ξαναθυμήθηκα εκείνη την εποχή, μεταξύ ΄45 και ΄47, όπως τη ζήσαμε σε μιαν Αθήνα απλόχωρη κι ανθρώπινη, που θα μπορούσε τότε να γίνει μια πολύ όμορφη πόλη κι όχι ο σημερινός Λεβιάθαν. Παρά τα σημάδια της επερχόμενης θύελλας ήμασταν ανυποψίαστοι και αισιόδοξοι. Δεν ξέραμε τι μας περίμενε και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να μας προϊδεάσει έστω.

Τελικά οι μοίρες πολλών ανθρώπων κρίθηκαν τότε από διάφορες τυχαίες συγκυρίες. Ο Τάκης ας πούμε, ήταν έτοιμος να φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Καθυστερούσαν τα χαρτιά του και κυρίως δυσκολευόταν, όπως ήταν φυσικό, να βγάλει διαβατήριο.  Αν εκείνος ο θείος του, στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατάφερνε να του το βγάλει μια βδομάδα πιο μπροστά, ίσως να μην έβγαινε στο βουνό αλλά να πήγαινε έξω και είμαι σίγουρος πως θα διέπρεπε. Και τώρα, ούτε πού τον θάψανε δεν ξέρουμε. Αντίθετα θυμόμουνα τον Λευτέρη που ήρθε από το νησί του με σκοπό να βγεί στο βουνό. Άργησε όμως να έρθει ο σύνδεσμος κι ο Λευτέρης, για να μη γίνεται βάρος στην οικογένεια του θείου του που τον φιλοξενούσε, έπιασε προσωρινά δουλειά σε κάποιον εργολάβο. Ο σύνδεσμος τελικά δεν ήρθε και ο Λευτέρης ρίζωσε σ’ αυτή την ευκαιριακή απασχόληση. Σήμερα χτίζει πολυκατοικίες.

… …

Ποιος να του είπε για τη σύνταξή μου; Καλή είναι, δε λέω, ευπρεπής αλλά όχι και “συνταξάρα”. Ας είναι καλά εκείνη η εθελουσία έξοδος και ο νόμος περί διαδοχικών ασφαλίσεων, που μου επέτρεψαν, καθώς είχα συγκεντρώσει τριανταπέντε χρόνια ασφάλισης, να συνταξιοδοτηθώ πενηνταέξι χρονών. Βέβαια δεν απόχτησα ποτέ νοοτροπία συνταξιούχου. Την αποστρέφομαι και τη λέξη ακόμα. Μπορώ να πω μάλιστα, πως τώρα δουλεύω πιο πολύ από τότε που ήμουν εν ενεργεία. Απλώς τώρα διαχειρίζομαι εγώ το χρόνο μου και κάνω δουλειά που μ΄ αρέσει κι αυτό το χαίρομαι ιδιαιτέρως. Κι αν εξακολουθώ να δουλεύω στην Εγκυκλοπαίδεια δεν το κάνω από ανάγκη χρημάτων. Εκτός από τη σύνταξη μου υπάρχει και ο μισθός της Μαργαρίτας. Δουλεύω γιατί δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου αργό κι εξάλλου η δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια μ΄ αρέσει. Και ενδιαφέρουσα είναι και έχει και την πλάκα της.

… …

Ο Βελής έχει αντιληφθεί πως δεν κρέμομαι από τα λεφτά του και αυτό το εκτιμά δεόντως. Ίσως γι΄ αυτό μου δίνει περισσότερα από όσα δίνει στους άλλους. Γενικά μου δείχνει μεγάλην εκτίμηση. Κληρονομιά μου κι αυτή από το δεσμό που είχε με τον πατέρα μου, ο οποίος πεθαίνοντας, μου κληροδότησε μεταξύ άλλων και αυτή την παράταιρη φιλία. Τη λέω έτσι, γιατί ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατό να συνδέονται με αληθινή φιλία δυο τόσο ανόμοιοι άνθρωποι, όπως ήταν ο πατέρας μου κι ο Βελής. Αισιόδοξος και εις το έπακρον αμελής, μεγαλόκαρδος και διαρκώς εύθυμος, πτωχαλαζών και ασυμβίβαστος, κομμουνιστής και άθεος ο ένας – δύσπιστος και προνοητικός, μικρόψυχος και γκρινιάρης, πάμπλουτος και διαρκώς προσαρμοζόμενος, συντηρητικός και δεισιδαίμων ο άλλος, τους χώριζαν από κάθε πλευρά άβυσσοι, που εντούτοις τις γεφύρωνε μια, ακατανόητη σε μένα, φιλία.

Μια μέρα, που είχαμε μείνει οι δυό μας στο γραφείο, μου πρότεινε να πάμε να φάμε για μεσημέρι. Είχα όμως να τελειώσω μια δουλειά των παιδιών και τού ΄πα το λόγο που με μπόδιζε να συμφάγω μαζί του.

“Τι τά ’θελες τα παιδιά και τρία μάλιστα», μου λέει με φανερή αποδοκιμασία. «Ανθρώποι σαν και μας δεν πρέπει να κάνουν παιδιά. Εμείς είμαστε για να δημιουργούμε και να κουμαντάρουμε. Παιδιά ας κάνουν οι άλλοι, που δεν είναι φτιαγμένοι για μεγάλα πράματα”.

… …

Γενικά είναι αντιφατική προσωπικότητα. Λεφτάς και παραδόπιστος (μεγαλοεκδότης και μεγαλοεισαγωγέας χάρτου, βλέπεις) είναι άνθρωπος με δύσκολο χαρακτήρα και με εμφάνιση που δε βελτιώνει και πολύ τα πράματα. Παραδόπιστος και σφιχτοχέρης, έχει όμως σε μερικές, έστω σπάνιες, περιπτώσεις εκρήξεις γενναιοδωρίας. Στήριγμα του καθεστώτος και προσωπικός φίλος πολλών γνωστών πολιτικών από τον Βενιζέλο (τον Ελευθέριο), τον Τσαλδάρη και το Μεταξά, ως το Στεφανόπουλο (τον Στέφανο) και τον Μαρκεζίνη, έχει εντούτοις ειλικρινείς φίλους και στην Αριστερά. Το γεγονός είναι πως δε δίνει σημασία στα πολιτικά φρονήματα των υπαλλήλων του, φτάνει να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Από την άλλη μεριά όμως δε θέλει να εκδηλώνονται στα φόρα τα φρονήματα αυτά και μάλιστα μέσα στα γραφεία του. Το ΄77, όταν προετοίμαζε την προτελευταία έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας, είχε πάρει σαν έκτακτο προσωπικό πολλούς φοιτητές. Στην πλειοψηφία τους ήταν Κνίτες και, όπως ήταν τότε του συρμού, κουβαλούσαν στη δουλειά απαραιτήτως το “Ριζοσπάστη”, που τον μοστράρανε πάνω στο γραφείο τους. Ο Βελής στη θέα και μόνο της εφημερίδας γινότανε θηρίο, αλλά από την άλλη δεν ήθελε να τους διώξει, γιατί και μικρό μισθό τους έδινε και πολλή δουλειά βγάζανε

“Τα βλέπεις τα κωλόπαιδα; μού ΄λεγε καμιά φορά. Επίτηδες το κάνουν. Ενώ αυτό το χρυσό κορίτσι η Μάρω, και πιο πολύ απ’ όλους δουλεύει και δεν ασχολείται με την πολιτική”.

Εγώ τη Μάρω την ήξερα πολύ καλά. Πραγματικά σπουδαίο κορίτσι, χαριτωμένο, έξυπνο και δουλευτάρικο. Δεν ήταν Κνίτισσα αλλά κανονικό μέλος του κόμματος και στέλεχος της Πανσπουδαστικής. Φυσικά αυτό δεν έκρινα σκόπιμο να το διευκρινίσω στον Βελή.

 

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 3 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2016

Από την προπροηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου.

mimis_jpeg_χχsmallΓύρισα στο σπίτι  αληθινά αναστατωμένος από την απρόσμενη επανεμφάνιση του παλιού μου φίλου, που, χρόνια τώρα, τον είχα χαμένο. Η Μαργαρίτα από το ύφος μου κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με ρώτησε σχετικά. Της είπα τα καθέκαστα. Από τότε που γνωριστήκαμε την είχα μπάσει στην παρέα μου και ήξερε αρκετά καλά πολλούς φίλους μου εκείνης της εποχής, ενώ της είχα πει πολλά για τον Τάκη και τον Χρήστο, που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

Ήρθε πράγματι τη Δευτέρα, συνεπής στο ραντεβού του κι αυτή τη φορά ήταν ο εγκάρδιος φίλος που θυμόμουνα. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Τον σύστησα στην Μαργαρίτα και στα παιδιά, που τα πρόλαβε πριν ξεπορτίσουν. Η Μαργαρίτα μας κέρασε γλυκό και τσέρι και αφού κάθισε μαζί μας για λίγο, μας άφησε μόνους να τα πούμε με την ησυχία μας. Ήμασταν κι οι δύο πολύ συγκινημένοι. Καθόμουν και τον κοιτούσα πολλήν ώρα. Τον θυμόμουν ένα ψηλό, αδύνατο παλικάρι, με θεληματικό πηγούνι και κάπως παιχνιδιάρικο βλέμμα. Τώρα ήταν ένας γεροδεμένος άντρας, καλοστεκούμενος για την ηλικία μας, αν και ελαφρά κυρτωμένος, με γκρίζα μαλλιά. Διατηρούσε όμως το ίδιο παιχνιδιάρικο βλέμμα.

“Να που συμβαίνουν και νεκραναστάσεις”, έσπασε επί τέλους τη σιωπή ο Χρήστος.

Φάγαμε πολλήν ώρα ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αναπολώντας τα παλιά, από τα γυμνασιακά μας χρόνια, ως τότε που βγήκε στο βουνό. Κατάλαβα πως τον φίλο μου τον συγκινούσε πιο πολύ η αναδρομή στα χρόνια που ζήσαμε μαζί στη Νέα Σμύρνη και σεβάστηκα αυτό το δικαιολογημένο του συναίσθημα. Μου είπε για τους γονείς του, που πέθαναν πριν από χρόνια, το μικρότερο αδερφό του, που μετανάστευσε και μου εξήγησε πως η ιδέα να διαδοθεί πως είχε σκοτωθεί ήταν δικιά του για να μην υπάρξουν συνέπειες για τον αδελφό του. Θυμηθήκαμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, τους καθηγητές μας και την καζούρα που τους κάναμε, τύπους της γειτονιάς μας και “τ΄ ανθισμένα, ωραία κορίτσια” που στολίζανε τα όνειρά μας. Συζητώντας για τον καιρόν εκείνο ο Χρήστος ξανάγινε στα μάτια μου ο φαρσέρ και καλαμπουριτζής αρχηγός της παρέας μας, ο αναγνωρισμένος καρδιοκατακτητής και ο γραμματέας της επονίτικης ομάδας μας στο Γυμνάσιο. Εγώ όμως ήθελα να μου μιλήσει για αυτά που αγνοούσα. Τι απέγινε  όταν βγήκε στο βουνό, πώς σκοτώθηκε ο Τάκης και πώς εκείνος κατέληξε στην Τασκένδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 2 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2016

Από την προηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ.

mimis_jpeg_χχsmallΗ καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Αυτός λοιπόν ήταν! Κατάλαβα με μιας πως είχα μπροστά μου τον παλιό μου φίλο, συμμαθητή στο γυμνάσιο και συναγωνιστή στην ΕΠΟΝ, το Χρήστο το Γιαννάκα, που πίστευα πως είχε σκοτωθεί στο Γράμμο πριν από τριανταοχτώ ολόκληρα χρόνια!

……………………………………………………………………………………..…………….

Είναι μυστήριο πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης. Μέσα σε δευτερόλεπτα γεφυρώθηκαν σαράντα σχεδόν χρόνια. Από παρά λίγο εξηντάρης έγινα ξαφνικά δεκαοχτάρης. Το παραφορτωμένο με έπιπλα, πίνακες κι αγάλματα, σαλόνι του Βελή χάθηκε κι έδωσε τη θέση του σ’ένα δωματιάκι σε κάποιο μονόροφο στην Ανω Νέα Σμύρνη. Καλοκαίρι του ΄47. Βραδάκι. Είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, παλιοί συμμαθητές στο Γυμνάσιο της Νέας Σμύρνης, στο σπίτι του Τάκη, ξεθεωμένοι από την πεζοπορία που κάναμε από το Έδεμ ως εκεί. Είχαμε πάει (φυσικά πάλι με τα πόδια) για απογευματινό μπάνιο και για να κολλήσουμε σε κορίτσια. Πραγματοποιήσαμε το πρώτο, αποτύχαμε στο δεύτερο και γυρίσαμε στη γειτονιά μας εύθυμοι και ιδρωμένοι. Όπως συνήθως πειράζαμε τον Μπάμπη, αποδίδοντας του την ευθύνη που τα κορίτσια μας γύρισαν τις πλάτες. Η μάνα του Τάκη μας κέρασε βυσσινάδες και στρωθήκαμε στις πάνινες διπλωτές πολυθρόνες, κουβεντιάζοντας και περιμένοντας να πάει οχτώ η ώρα για ν’ ακούσουμε τη “Φωνή της Αλήθειας” στο ραδιόφωνο.

Τα νέα που ακούσαμε ήταν συνταρακτικά. Οι αντάρτες είχαν εισχωρήσει από το Γράμμο στα Ζαγοροχώρια και τη Μουργκάνα, ενώ κυριαρχούσαν στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Άσε πια την Πελοπόννησο όπου οι κυβερνητικοί κρατούσαν μόνο τις μεγάλες πόλεις. Όλα δείχνανε πως η κατάρρευση του μοναρχοφασισμού ήταν ζήτημα μηνών.

“Κι εμείς καθόμαστε εδώ, άντε να μην πω τί κάνουμε”, ξέσπασε ο Τάκης σαν τελειώσαμε τα ενθουσιώδη σχόλια μας πάνω στις ειδήσεις που ακούσαμε.

Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ, με πρωτοβουλία του Τάκη πήγαμε στο Βασίλη, το γραμματέα της ΕΠΟΝ της γειτονιάς μας και του θέσαμε το ζήτημα. Φάνηκε κάπως αμήχανος.

“Συναγωνιστές, για την ώρα δε μπαίνει θέμα να βγούμε στο βουνό. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε το Δημοκρατικό Στρατό των πόλεων. Όταν θα ‘ρθει η ώρα”, συμπλήρωσε.

Ο Αλέκος κι εγώ, αιωνίως πειθαρχικοί, συμφωνήσαμε. Πηγαίναμε εξάλλου φροντιστήριο για το Πανεπιστήμιο και δεν ήταν ξεκάθαρο πoιο ήταν το άμεσο καθήκον μας. Ήταν μια περίεργη εποχή. Παρά το αντάρτικο και τη δικαστική απαγόρευση της ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το Κόμμα ήταν νόμιμα και ο “Ριζοσπάστης”, ή “Ελεύθερη Ελλάδα” και ο “Ρίζος της Δευτέρας” κυκλοφορούσαν κανονικά. Ο “Ριζοσπάστης” μάλιστα ήταν πρώτος σε κυκλοφορία από όλες τις πρωινές εφημερίδες. Οι “Δημοκρατικοί Σύλλογοι”, δημιούργημα του αντιμοναρχικού αγώνα της περασμένης χρονιάς, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν τεράστιες συγκεντρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 90 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 1 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2016

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, ο αξέχαστος Δημήτρης Σαραντάκος, κάθε Τρίτη δημοσίευε επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που τις αναδημοσίευα εδώ στο ιστολόγιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, τον Δεκέμβριο του 2011, άρχισα να δημοσιεύω εδώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη, για να κρατήσουν περισσότερο.

Τις προηγούμενες εβδομάδες παρουσίασα εδώ τρεις νουβέλες από τη συλλογή «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» και από σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες το μυθιστόρημα «Τα έπη των Αριμασπών», που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος.

Επειδή η έναρξη της δημοσίευσης γίνεται μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο, όπου η επικαιρότητα είναι (θεωρητικά) πιο αραιή, σκέφτομαι να γίνεται η δημοσίευση κάθε Τρίτη, τουλάχιστον τις πρώτες εβδομάδες. Αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη στην πορεία.

Δημοσιεύω αρχικά τον πρόλογο του πατέρα μου, που κατατοπίζει τον αναγνώστη για το θέμα του βιβλίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

mimis_jpeg_χχsmallΓια τον Αριστέα τον Προκοννήσιο, το θρύλο των Υπερβορείων και τα Έπη των Αριμασπών, πρωτοάκουσα από τον πατέρα μου, πριν από πολλά χρόνια. Αργότερα ζήτησα να μάθω περισσότερα, ανατρέχοντας σε ειδικά βιβλία, αλλά με έκπληξή μου διαπίστωσα πως η σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία η σχετική με τα τρία αυτά θέματα είναι εξαιρετικά φτωχή.

Κατέφυγα τότε στις πηγές, δηλαδή στους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Παυσανία, Πλίνιο, Πλούταρχο, λεξικό Σουίδα κ.ά.). και βρήκα περισσότερες, αλλά αποσπασματικές και σύντομες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αριστέας Καϋστροβίου Προκοννήσιος ήταν μια κάπως θολή προσωπικότητα του 7ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Προκόννησο, ιωνική αποικία στην Προποντίδα και ήταν νεώτερος από τον Ησίοδο, σύγχρονος με τον Αρχίλοχο τον Πάριο και παλαιότερος από τη Σαπφώ, τον Πεισίστρατο, τον Σόλωνα και τον Θαλή. Ήταν επικός ποιητής και του αποδίδεται μεταξύ άλλων και μία Θεογονία. Κυρίως όμως ήταν μεγάλος ταξιδευτής. Φαίνεται πως ταξίδεψε στα βάθη της Ασίας, φτάνοντας ως τη χώρα των Αριμασπών, που νεώτεροι ερευνητές τοποθετούν στη σημερινή Μογγολία. Από τα ταξίδια του αυτά γεννήθηκαν τα Αριμάσπεια Έπη, που αναφέρονται στις σχέσεις των Υπερβορείων με το Αιγαίο και συγκεκριμένα με τη Δήλο, όπου έστελναν τα δώρα τους προς τον Απόλλωνα.

Το έπος αυτό, όπως και όλα τα έργα του Αριστέα, έχει χαθεί. Διασώθηκαν μόνο από έξι στίχοι, που αναφέρει ο Τζέτζης και άλλοι τόσοι, που έχει καταγράψει ο Λογγίνος, (για την ύπαρξη του οποίου επίσης υπάρχουν αμφιβολίες). Το ήξεραν όμως καλά και το μνημονεύουν  ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας και το λεξικό Σουίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »

Τα στενά της Μαλάκας και ο Si Malakas

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2014

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν έχει ακόμα βρεθεί κανένα ίχνος από το αεροσκάφος της πτήσης MH 370 Κουάλα Λουμπούρ-Πεκίνο, που έχει μυστηριωδώς χαθεί εδώ και πέντε μέρες, ένα γεγονός αξιοσημείωτο μέσα στην τραγικότητά του, γιατί φαίνεται δύσκολο να πιστέψεις ότι στην εποχή μας, όπου οι πάντες και τα πάντα βρίσκονται κάτω από στενή παρακολούθηση από κάμερες, δορυφόρους, ραντάρ και συσκευές εντοπισμού θέσης, είναι δυνατόν να εξαφανιστεί για τόσες μέρες ένα τόσο μεγάλο αντικείμενο με 240 ανθρώπους μέσα του, και μάλιστα σε μια πολυσύχναστη περιοχή, όχι στη μέση του πουθενά όπως παλιά το χαμένο αεροπλάνο της Αμαλίας Έρχαρτ. Βέβαια, αν αεροπλάνο εκραγεί ενώ πετάει σε μεγάλο ύψος, υποθέτω ότι τα κομμάτια μπορεί να σκορπιστούν σε πολύ μεγάλη ακτίνα, οπότε ίσως το παράδοξο να είναι μόνο φαινομενικό.

Με πολύ ενδιαφέρον θα διαβάσω σχόλια για το θέμα του χαμένου αεροπλάνου (που βέβαια αργά ή γρήγορα θα βρεθεί, και μπορεί να έχει κιόλας βρεθεί όταν θα δημοσιευτεί το άρθρο μου), αλλά εμείς εδώ, όπως ξέρετε, λεξιλογούμε, οπότε το σημερινό άρθρο μοιραία θα εστιαστεί σε ένα άλλο παράδοξο φαινόμενο, κωμικό μάλλον παρά τραγικό, που παρουσιάστηκε κατά την κάλυψη της είδησης από τα ηλεκτρονικά και παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, κάλυψη στην οποία, πρέπει να πω, τα δελτία ειδήσεων των μεγάλων καναλιών φάνηκαν αρκετά γενναιόδωρα.

Το παράδοξο φαινόμενο που λέω είναι η μετατόπιση του τόνου ενός πασίγνωστου τοπωνυμίου που βρίσκεται κοντά στην εικαζόμενη τροχιά του αγνοούμενου αεροσκάφους. Πρόκειται για τα Στενά της Μαλάκας (ή Πορθμό της Μαλάκας). Η λέξη τονιζόταν ανέκαθεν στην παραλήγουσα -όμως ξαφνικά άρχισαν να την προφέρουν προπαροξύτονη. Για παράδειγμα, στο χτεσινό μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων του Μέγκα άκουσα ότι οι έρευνες τώρα στρέφονται «στα στενά της Μάλακα» και ότι στρατιωτικό ραντάρ εντόπισε στίγμα του αναζητούμενου αεροσκάφους «πάνω από τα στενά της Μάλακα» (στο 0.16 και στο 0.27 αντίστοιχα του βιντεακιού).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 228 Σχόλια »

Si Malakas, ο προκατακλυσμιαίος Έλληνας

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2010

Ο Μαλάκας και η Μαγκάντα στη φιλιππινέζικη μυθολογία

Ο τροπικός τυφώνας που πέρασε από τα ιαπωνικά νησιά τις τελευταίες μέρες (νομίζω ότι τώρα έχει πια ξεθυμάνει) ονομαζόταν Malakas, πράγμα που όπως ήταν φυσικό προκάλεσε θυμηδία στα δελτία ειδήσεων και στα ιστολόγια που έγραψαν για το θέμα. Μερικοί που το έψαξαν περισσότερο, έγραψαν ότι malakas σημαίνει «δυνατός» σε κάποια γλώσσα της περιοχής του Ειρηνικού. Αυτό δεν είναι λάθος, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια. Αν θέλετε να μάθετε όλη την αλήθεια για τον Si Malakas, τον μυθικό γενάρχη των Φιλιππινέζων και την ελληνική καταγωγή του, διαβάστε παρακάτω. (Πρέπει βέβαια να πω ότι το άρθρο αυτό είναι βασισμένο σε παλιότερο κείμενό μου που υπάρχει στον ιστότοπό μου και στο βιβλίο μου Γλώσσα μετ’ εμποδίων).

Λοιπόν, ο γενάρχης των Φιλιππινέζων στη μυθολογία τους, το ανάλογο του Αδάμ δηλαδή ή του Δευκαλίωνα αν προτιμάτε, λέγεται Si Malakas και η καλή του, το αντίστοιχο της Εύας δηλαδή ή της Πύρρας αν προτιμάτε, λέγεται Si Maganda. Μάλιστα σύμφωνα με έναν μύθο ο Σι Μαλάκας ξεπήδησε, μαζί με την καλή του, από ένα καλάμι μπαμπού, όπως βλέπετε στην εικόνα. Malakas στην τοπική γλώσσα σημαίνει «δυνατός» ενώ Maganda σημαίνει «ωραία». Και ο τυφώνας, υποθέτω, πήρε το όνομά του από τον θρυλικό ήρωα, μια κι έχει την ίδια ορμητική δύναμη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Επικαιρότητα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , | 229 Σχόλια »