Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘τεθηπώς’

Φώτα ολόφωτα (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2017

Αργία σήμερα, αλλά και αρχή της τρομολαγνικά διαφημισμένης κακοκαιρίας, ταιριάζει λοιπόν να βάλουμε ένα διήγημα, και μάλιστα με θέμα μια κακοκαιρία που έτυχε μια τέτοια μέρα: τα «Φώτα ολόφωτα» του Παπαδιαμάντη.

Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).

Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).

Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.

 

ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 276 Σχόλια »

Χωρίς στεφάνι (Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2014

Θα το έχω ξαναπεί, μια από τις παιδικές αναμνήσεις που κρατάω από τα Χριστούγεννα είναι ο παππούς μου να ανοίγει την πεντάτομη έκδοση του Βαλέτα και να μας διαβάζει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Από πασχαλινούς γιορτασμούς δεν έχω ανάλογη ανάμνηση, παρόλο που ο κυρ Αλέξαντρος είχε γράψει και πολλά λαμπριάτικα διηγήματα -κι ένα από αυτά διάλεξα να ανεβάσω σήμερα. Ωστόσο, δεν διάλεξα ένα από εκείνα τα βουκολικά, τα χαρούμενα, σαν τον Αλιβάνιστο ή ακόμα τη Νοσταλγία του Γιάννη (που, να θυμίσω, εγώ το ανακάλυψα και το παρουσίασα πριν από δυο χρόνια στο ιστολόγιο), αλλά ένα αστικό διήγημα, αθηναϊκό, και μάλιστα μαύρο, που να κάνει αντίστιξη με την ευφροσύνη της ημέρας. Όπως πολλά από τα αθηναϊκά του διηγήματα, περιέχει στοιχεία κοινωνικής κριτικής: ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει την καταπίεση της γυναίκας (ο μέγιστος φεμινιστής συγγραφέας μας, νομίζω πως είναι) και, όπως πάντα, συμπαραστέκεται στους αδύνατους: Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Το διήγημα είναι γραμμένο σε μιαν εποχή που δεν υπήρχε μονιμότητα των εκπαιδευτικών και άλλα τέτοια σοβιετικά έθιμα, και βασίλευε η αξιοκρατία και η αξιολόγηση που ευαγγελίζονται και για την εποχή μας οι αγριοφιλελεύθεροι. Επίσης, στο σημείο που λέει «ήλλαξε το υπουργείον», εννοεί ότι άλλαξε η κυβέρνηση -έτσι το λέγαν τότε.

Έκανα αποπολυτονισμό με ένα αυτόματο μηχανάκι και εκσυγχρόνισα κάπως την ορθογραφία, αλλά άφησα τόνους στα πιο πολλά μονοσύλλαβα γιατί ήταν κόπος να τους βγάζω έναν-έναν. Υπάρχει στο κείμενο μια σπάνια λέξη, που λίγοι θα την ξέρουν. Πρόκειται για τη λέξη «τεθηπότα», πληθυντικός ουδετέρου της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπώς θα πει κατάπληκτος, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης. Δεν είναι ανάγκη να την ξέρουμε, αρκεί στα βιβλία να επισημαίνεται η σημασία.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΦΑΝΙ

Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.

Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.

Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.

Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 123 Σχόλια »