Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τζουμέρκα’

Από μικρός στα γράμματα (Γιώργος Κοτζιούλας)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2016

Καθώς αύριο ανοίγουν τα σχολεία, ταιριάζει θαρρώ το σημερινό μας λογοτέχνημα να αναφέρεται στα σχολικά χρόνια -και νομίζω πως επίσης ταιριάζει να βάλω ένα εκτενές απόσπασμα από την αρχή ενός παραγνωρισμένου έργου που το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και το αγαπώ πολύ: εννοώ το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», του αγαπημένου μου Γιώργου Κοτζιούλα, κι ας είναι η σημερινή δημοσίευση φόρος τιμής και για τα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, που είχαμε την επέτειό τους πριν από δώδεκα περίπου μέρες.

Ο Κοτζιούλας δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο το «Από μικρός στα γράμματα». Το έγραψε το 1948 και ήθελε να το εκδώσει, αλλά τα τυπογραφικά ήταν πολλά για τα χρονίως στενεμένα οικονομικά του. Έτσι, τελικά, αφού οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες -έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ποιητή.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου (που συνολικά αριθμεί εννέα ενότητες). Στο τέλος εξηγώ κάποιες λέξεις. Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω
βήτα – ψι
γάμα – χι…

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια Κατοχής: Η επιστροφή

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2013

kotzimerΤο φθινόπωρο του 1941, ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για να σωθεί από την πείνα που όλοι έβλεπαν να έρχεται στην Αθήνα, παίρνει τη σωτήρια όσο και προφανή απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, χωριό των Τζουμέρκων στην Ήπειρο. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στην πρωτεύουσα ανάμεσα στην ανέχεια και στην αρρώστια (ήταν φυματικός), είχε οχτώ χρόνια να επισκεφτεί το χωριό του και να δει τους γονείς του. Τώρα όμως η απόφαση ήταν εύκολη, αφού στην Αθήνα της Κατοχής οι προοπτικές επιβίωσης ενός μεροκαματιάρη γραφιά (και μάλιστα φιλάσθενου) θα ήταν ζοφερές. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1941 γυρίζει στην Πλατανούσα, όπου θα περάσει τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ίσαμε να προσχωρήσει στους αντάρτες του Άρη και να δημιουργήσει το περίφημο Θέατρο του Βουνού.

Με το που φτάνει ο Κοτζιούλας στο χωριό του, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο, πάνω στις άγραφες σελίδες του ημερολογίου που είχε τυπώσει κάποια φαρμακευτική εταιρεία ίσως, και που το είχε για σημειωματάριο (αριστερά βλέπετε την πρώτη σελίδα του κειμένου). Οι καταγραφές του είναι πολύ λεπτομερειακές: για τους δυόμισι μήνες από τις 26.11.1941 έως τις 11.2.1942 (εκεί σταματάει το ημερολόγιο) το κείμενο φτάνει τις 190 χειρόγραφες σελίδες, πυκνογραμμένες με τα μικρούτσικα αλλά ευκολοδιάβαστα γράμματά του, ή αλλιως κάπου 40.000 λέξεις. Υπάρχουν και άλλα κατοχικά ημερολόγια του Κοτζιούλα, αλλά από το 1944, όταν πια βρισκόταν με τους αντάρτες. Όλα μαζί τα ημερολόγια βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου τα εμπιστεύθηκε ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας, και έχω αναλάβει να τα εκδώσω, μια δουλειά που προχωράει -αν και αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ όσο λογάριαζα. Πέρυσι είχα ζητήσει εθελοντές για την πληκτρολόγηση των ημερολογίων, κάτι που έγινε με μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα με μια ολιγομελή ομάδα φίλων προσπαθήσαμε, με αρκετή επιτυχία, να «αποκρυπτογραφήσουμε» μερικές πολύ φθαρμένες, άρα δυσανάγνωστες, σελίδες. Περιττό να πω είναι ότι ευγνωμονώ και τους μεν και τους δε, που βοήθησαν σημαντικά να προχωρήσει το έργο.

Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που υπάρχει το κείμενο πληκτρολογημένο, έχει τελειώσει και η δουλειά, αλλά δεν είναι έτσι: πέρα από την αντιπαραβολή και τις διορθώσεις χρειάζεται και υπομνηματισμός του κειμένου -και ειδικά στην περίπτωση του Κοτζιούλα το ημερολόγιο πρέπει να συσχετιστεί αφενός με τα ποιήματα που έγραψε ο ποιητής την ίδια περίοδο και αφετέρου με τις επιστολές που έστελνε σε φίλους του. Μερικές φορές τυχαίνει το ίδιο γεγονός που καταγράφεται στο ημερολόγιο, να θίγεται επίσης σε κάποιο ποίημα, διότι ο Κοτζιούλας συνεχώς αυτοβιογραφούνταν, ή σε μια επιστολή προς φίλο, αλλά εξετάζεται με τρόπο διαφορετικό. Στο ημερολόγιο, ο Κοτζιούλας περιγράφει κυρίως τους άλλους, τα δικά του συναισθήματα τα εκφράζει στα ποιήματά του, ενώ στην αλληλογραφία του κάνει μια ανακεφαλαίωση και βγάζει συμπεράσματα από μεγαλύτερη απόσταση.

Και όσοι δεν ζήσαμε την Κατοχή, ξέρουμε ότι δεν χτύπησε το ίδιο την επαρχία όσο και τα αστικά κέντρα, και πρώτα απ’ όλα την Αθήνα. Η πρωτεύουσα χτυπήθηκε πολύ περισσότερο από την πείνα, και μάλιστα αμέσως, τον πρώτο φριχτό χειμώνα του 1941. Στην επαρχία τα τρόφιμα βρίσκονταν πολύ πιο εύκολα. Φτωχό χωριό η Πλατανούσα ακόμα και με τα μέτρα της φτωχής Ηπείρου, αλλά η κατάσταση ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ ό,τι στην Αθήνα, ιδίως για κάποιον όπως ο Κοτζιούλας που και πριν από την Κατοχή δεν χόρταινε την πείνα του. Και στην αρχή λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την Κατοχή, εκτός από την εξάρθρωση του κρατικού μηχανισμού -που έδινε στους κατοίκους των χωριών μεγαλύτερη άνεση π.χ. να κόβουν ξύλα από το δάσος χωρίς το φόβο του δασοφύλακα. Άλλωστε, οι καταχτητές (Ιταλοί στην περίπτωση της Άρτας) δεν πατούσαν στα μακρινά χωριά. Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κοτζιούλα, όπου καταγράφεται ένας διάλογος της μητέρας του με μια γειτόνισσα, που είχε πάει στη Φιλιππιάδα, όπου είδε και Ιταλούς:

—        Τι σκέδιο ανθρώποι είναι; τη ρωτάει η μητέρα.
—          Γιά, σαν εμάς τους χριστιανούς, το ίδιο.  Ένας κιόλας έπλενε τα σκουτιά του στο Λούρο. Τα ’χε βγάλει και τα σαπούνιζε μοναχός του…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Ημερολόγια, Κατοχή, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 75 Σχόλια »