Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τζόναθαν Κόου’

Τρία βιβλία

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2020

Από τις λιγοστές εξαιρέσεις στο λοκντάουν που σημάδεψε τα φετινά μας Χριστούγεννα ήταν το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων. Σε ό,τι με αφορά, δεν άνοιξαν ματαίως. Έκανα κάμποσες επισκέψεις στους τόπους λατρείας, τουλάχιστον σε όσους δεν είχαν συνωστισμό και ουρά στην είσοδο -και λογαριάζω από σήμερα να κάνω κι άλλες επισκέψεις γιατί δεν έχω ακόμα κορέσει τη δίψα μου ύστερα από τόσες βδομάδες στέρησης.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρία βιβλία που αγόρασα και διάβασα αυτές τις μέρες, νέας εσοδείας -αν και δεν είναι και τα τρία καινούργιες εκδόσεις. Πριν προχωρήσω όμως, κι επειδή ο παπάς τα γένια του βλογάει, να υπενθυμίσω ευγενικά ότι μια από τις νέες κυκλοφορίες στους πάγκους των βιβλιοπωλείων είναι και το δικό μου καινούργιο βιβλίο, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, που το συνιστώ θερμά -αλλά δεν είμαι βέβαια αμερόληπτος.

Το πρώτο βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσω είναι μεν έκδοση του 2020 αλλά πρόκειται για επανέκδοση, ή ίσως επανέκδοση επανέκδοσης.

Είναι «Η ξένη του 1854» του Εμμανουήλ Λυκούδη, ένα πεζογράφημα γραμμένο το 1893 με θέμα την επιδημία χολέρας του 1854, στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, που θέρισε την Αθήνα και τον Πειραιά. Είχε εκδοθεί το 1998 από τις εκδόσεις Πατάκη και επανεκδόθηκε φέτος τον Μάιο, προφανώς επειδή η πανδημία του κορονοϊού έκανε επίκαιρο το θέμα. Ο Λυκούδης αποκαλεί «ξένη» τη χολέρα, αφού πράγματι ήρθε από το εξωτερικό:

«Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήση τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαρειά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια.
… Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη; Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθειά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μια καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.»

Ο Λυκούδης είναι αξιόλογος συγγραφέας και όπως βλέπετε από το μικρό δείγμα η γλώσσα του είναι κατά βάση δημοτική και γοητευτικά πολυκαιρισμένη. Εμείς παραλληλίζουμε τη σημερινή πανδημία με παλιότερες, κι έτσι ο Λυκούδης παραλληλίζει την επιδημία του 1854 με τον λοιμό του Πελοποννησιακού πολέμου και παραθέτει και Θουκυδίδη για να δείξει τα κοινά σημεία. Το αφήγημά του είναι περισσότερο ένα χρονικό για την επιδημία της χολέρας αν και έχει στοιχεία μυθοπλασίας που, εδώ που τα λέμε, κάπως μηχανικά δένονται στην αφήγηση, πάντως είναι ενδιαφέρον ανάγνωσμα -και σύντομο άλλωστε, αφού δεν φτάνει τις 100 σελίδες (έχει προστεθεί και ένα μικρό ναυτικό διήγημά του στο τέλος).

Το εισαγωγικό σημείωμα του Σπ. Τσακνιά είναι κατατοπιστικό, αλλά το γλωσσάρι στο τέλος το βρήκα μάλλον λειψό. Οπότε, ως παρωνυχίδα, θα επισημανω δυο λέξεις που κακώς κατά τη γνωμη μου λείπουν από το γλωσσάρι. Στη σελ. 21 ο Λυκούδης γράφει ότι η Ξένη (η επιδημία) «μόλις εις το τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου». Η λέξη δεν εξηγείται στο Γλωσσάρι. Πριμαρόλια, το ξέρουμε από τον τίτλο του βιβλίου της Αθ. Κακούρη, έλεγαν τα καράβια που μετέφεραν τον πρώτο καρπό της σταφιδικής σεζόν την εποχή που η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας, αλλά αυτό είναι επέκταση της έννοιας. Πριμαρόλια είναι οι απαρχές, και ειδικότερα οι πρώτοι καρποί της εμπορικής σεζόν, ανεξάρτητα από καλλιέργεια -το γαλλικό primeurs. Εδώ ο Λυκουδης τη χρησιμοποιεί φυσικά μεταφορικά, και δεν έπρεπε να λείπει από το γλωσσάρι, όπου υπάρχουν προφανείς λέξεις όπως πλειο ( = πιο) ή «ανάρηα» (= ανάρια, αραιά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Περιμένοντας το λεωφορείο πρωί Κυριακής στο Λονδίνο (του Τζόναθαν Κόου)

Posted by sarant στο 20 Δεκεμβρίου, 2020

Τελευταία Κυριακή πριν μπούμε σε εορταστικό κλίμα, οπότε σκέφτηκα να βάλω κάτι ανάλαφρο, νεανικό. Κάτι νεανικό είχαμε δει την περασμένη Κυριακή, αλλά μονάχα ανάλαφρο δεν ήταν. Αυτό είναι.

Μόλις άνοιξαν τα βιβλιοπωλεία, έσπευσα να κάνω μερικές αγορές και ανάμεσά τους ήταν και το «Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ», το τελευταίο μυθιστόρημα του Τζοναθαν Κόου (Jonathan Coe). Το διαβάζω τώρα -και έχει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού η ηρωίδα, η Καλλιστώ, είναι Ελληνίδα ή έστω Ελληνοβρετανίδα. Αλλά σήμερα θα παρουσιάσω ένα απόσπασμα από ένα άλλο βιβλίο του Κόου, ένα από τα πρώτα του. Το ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη των γονιών μου -διότι, με κλειστά τα βιβλιοπωλεία και τους κούριερ φρακαρισμένους, είχα ξεμείνει από αναγνωστική ύλη. Πρόκειται για το «Οι νάνοι του θανάτου», μυθιστόρημα του 1990, που εκδόθηκε στα ελληνικά το 2002 από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Χιλντας Παπαδημητρίου. Βλέπω ότι είναι εξαντλημένο πια, οπότε αν σας αρεσει πολύ το απόσπασμα που θα διαβάσετε δεν μπορείτε δυστυχώς να το βρείτε παρά μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία ή ίσως στη βιβλιοθήκη των γονιών σας. (Λάθος: Με πληροφορούν ότι επανεκδόθηκε το 2013 και διατίθεται κανονικά΄).

Ο τίτλος που βλέπετε είναι δική μου έμπνευση. Διάλεξα ένα σχετικά αυτοτελές απόσπασμα από το μυθιστόρημα, την αρχή από το κεφάλαιο Middle Eight δηλ. Μέση ογδόη – όλοι οι τίτλοι των κεφαλαίων θα μπορούσαν να αποτελούν τα μέρη ενός μουσικού έργου: Intro, Theme One, κτλ. αφού ο ήρωας είναι ένας νεαρός μουσικός και το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις περιπέτειές του όταν παράτησε τις σπουδές Χημείας στο Πανεπιστήμιο και μετακόμισε από το Σεφιλντ στο Λονδίνο προσπαθώντας να ακολουθήσει καριέρα μουσικού. Μάλιστα ο Κοου παρεμβάλλει και παρτιτούρες των συνθέσεων του ήρωά του σε κάποια σημεία. Οσοι διάβασαν το Μέση Αγγλία θα θυμούνται ότι και εκεί ο ήρωας είναι (μεταξύ άλλων) μουσικός και μάλιστα παιζει πλήκτρα, όπως και ο ήρωας των Νάνων του θανάτου.

Το μυθιστόρημα αυτό του Κόου είναι γραμμένο με πολύ χιούμορ, όπως και άλλα βιβλία του -και είναι, όπως είπαμε, νεανικό. Στο απόσπασμα που διάλεξα, ο ήρωας ξεκινάει, Κυριακή πρωί, να βρει τα άλλα μέλη του συγκροτήματός του για πρόβα. Το μυθιστόρημα έχει την απλοχωριά να αφιερώνει 5-6 σελίδες σε ένα μικροπεριστατικό.

Middle Eight

Εσύ κι αυτός ήσασταν Εραστές;
και θα το παραδεχόσουν αν ήσασταν;
MORRISSEY, Alsatian Cousin

Δεν υπάρχει κανένας απολύτως άνθρωπος στον κόσμο, που να θέλει να περάσει ένα κυριακάτικο πρωινό σε μια εργατική πολυκατοικία στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο — αν έχει δικαί­ωμα επιλογής. Ξυπνάς το πρωί και κοιτάζεις τον υγρό λεκέ στο ταβάνι της κρεβατοκάμαράς σου, κι από το μυαλό σου αρχίζουν να περνάνε όλα τα όμορφα μέρη του κόσμου, όλα τα διαφορετικά μέρη όπου θα μπορούσες να βρίσκεσαι, και τότε συνειδητοποιείς ότι κάποιος, κάπου, έχει πέσει σοβαρά έξω στους υπολογισμούς του. Ο ήλιος λάμπει. Είναι ένα όμορφο, φρέσκο και τονωτικό, χειμωνιάτικο πρωινό. Έχεις δύο επιλογές. Μπορείς να μείνεις ξαπλωμένος στο κρεβάτι όλη τη μέρα και να προσπαθήσεις να ξεχάσεις πού βρίσκεσαι, ή μπορείς να σηκωθείς και να βγεις έξω – να πας οπουδήποτε, δεν έχει σημασία, να πας κάπου όπου δεν θα νιώθεις τέ­τοια αυτοκτονική απελπισία. Όλοι οι άνθρωποι στην πολυκατοικία θα πρέπει να κάνουν παρόμοιες σκέψεις· στο κάθε διαμέρισμα χωριστά, οι ένοικοι θα πρέπει να σχεδιάζουν τη φυγή τους. Θα νόμιζε κανείς -έτσι δεν είναι;— ότι κάθε Κυ­ριακή πρωί θα γινόταν μαζική έξοδος από το Μέγαρο Χέρμπερτ, ότι οι δρόμοι θα έσφυζαν από απελπισμένους άντρες, γυναίκες και παιδιά, που θα έκαναν μια ομαδική απόπειρα προς την ελευθερία. Δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Κανένας δεν κινείται. Όλοι μένουν εκεί που είναι. Και ξέρετε γιατί;

Επειδή δεν περνάνε τα γαμημένα τα λεωφορεία, γι’ αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 163 Σχόλια »

Μεζεδάκια στην ταράτσα

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2019

Αστειεύομαι βεβαια. Ποιος θα τολμήσει να ανέβει στην ταράτσα του ύστερα από το χουνέρι που έπαθε ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ινδαρές, που ανέβηκε στην ταράτσα του όταν άκουσε ποδοβολητά αστυνομικών και κατέληξε δαρμένος και με χειροπέδες να διανυκτερεύσει στο κρατητήριο και να του φορτώσουν μετά τον μισό Ποινικό Κώδικα; Η ταράτσα άλλωστε, όπως γνωμάτευσε ο συνταγματολόγος κ. Μπαλάσκας ειναι «δημόσιος χώρος».

Αλλά αυτός φταίει, διότι όπως γνωμάτευσε ο έτερος συνταγματολόγος Άδωνης Γεωργιάδης, ναι μεν η οικογένεια είχε δικαίωμα να αρνηθει την είσοδο των αστυνομικών στο σπίτι της, όπως το Συνταγμα προβλέπει, αλλά το γεγονός ότι άσκησαν  το δικαίωμα αυτό σημαίνει ότι δεν είναι νομοταγείς.

Επειδή είμαι πεπεισμένος ότι, ανεξάρτητα από τα όσα συνέβησαν στη διπλανή κατάληψη, στην ταράτσα της οδού Ματρόζου στο Κουκάκι τα πράγματα συνέβησαν μάλλον όπως τα εκθέτει η οικογενεια Ινδαρέ και όχι όπως τα παρουσιάζει η Αστυνομία, υπέγραψα ένα κείμενο διαμαρτυρίας, ανάμεσα στα άλλα για να διαμαρτυρηθώ για τη λάσπη που άρχισε να εκτοξεύεται από επώνυμους (Τάκης Θεοδωρόπουλος, ας πούμε) και ανώνυμους σε δελτία ειδήσεων, άρθρα εφημερίδων και στο Διαδίκτυο εναντίον του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ και της οικογένειάς του. Θέλησα να διαμαρτυρηθώ για την προσπάθεια ηθικής εξόντωσης ενός φιλήσυχου και ειρηνικού μεσήλικου πολίτη, που παρουσιάστηκε σαν Ράμπο που επιχειρεί να αφοπλίσει ειδικευμένους αστυνομικούς των ΜΑΤ.

Ο παροξυσμός των τρολ εναντιον του Δ. Ινδαρέ έφτασε σε καινούργια ρεκόρ σκατοψυχιάς, αλλά είχε και κωμικές πτυχές, όπως σε αυτό το τουίτ όπου το ευφυές τρολ, σπιλώνοντας εκ του ασφαλούς την οικογενεια, αναρωτιέται για ποιο λόγο βρίσκονταν στις 6.30 το πρωί στα κρεβάτια τους οι άνθρωποι.

Και φυσικά δεν λείπει και ο υπαινιγμός για το αν είναι ελληνικό το όνομα.

Ελληνικό είναι βέβαια το σπάνιο επώνυμο Ινδαρές, τόσο όσο και το Καραμανλής. Πολυ σπάνιο, ειπαμε, αν και υπήρξε αγωνιστής του 1821 με το όνομα Δημητράκης Ινταρές ή Ινδαρές. Έχει προταθεί για αρχή του ονόματος η τουρκική λέξη idare (διοίκηση), και φαίνεται προφανής η προέλευση, αλλά δεν είναι τοσο απλό το θέμα διότι ο διοικητής στα τουρκικά είναι (από την ίδια ρίζα) müdür, που έχει δώσει το επώνυμο Μουδούρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση, Ορθογραφικά, Υποσημειώσεις | Με ετικέτα: , , , , | 364 Σχόλια »

Καλοκαίρι με τον Τζόναθαν Κόου

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2019

Το φετινό καλοκαίρι το πέρασα με συντροφιά τον Τζόναθαν Κόου. Όχι τον ιδιο, βέβαια, αλλά με τέσσερα από τα βιβλία του. Δεν διάβασα μόνο αυτά τα τέσσερα βιβλία στους δυόμισι καλοκαιρινούς μήνες, αλλά τα υπολοιπα ήταν ετερόκλητα και τα περισσότερα μάλλον μικρά οπότε ο Κόου ηταν ο συγγραφέας στον οποίο αφιέρωσα τη μερίδα του λέοντος από το αναγνωστικό μου καλοκαίρι.

Και το χάρηκα. Διότι, κοκκινιζοντας ομολογώ πως ο σημαντικός αυτός συγγραφέας μού είχε ξεφύγει ως τώρα. Είχα ακούσει γι’ αυτόν μα δεν είχα διαβάσει τίποτα δικό του.

Ξεκίνησα από τη Μέση Αγγλία, που είναι και το πιο καινούργιο του, που το αγόρασα στην εκθεση της Θεσσαλονίκης τον Μάη και το διάβασα το δεύτερο μισό του Ιούνη. Ίσως δεν ήταν η σωστότερη επιλογή για ξεκίνημα, διότι είναι το τρίτο βιβλίο μιας τριλογίας που ξεκινάει με τη Λέσχη των Τιποτένιων και συνεχίζεται με τον Κλειστό κύκλο. Θα ήταν πιο ομαλό να τα πάρω με τη σειρά που γράφτηκαν. Διάβασα ενδιάμεσα και το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» και με περιμένει ο Αριθμός 11, που είναι, όπως μου έχουν πει, η συνέχεια του Πλιάτσικου.

Στο Πλιάτσικο (1994, ελλ. έκδοση 1997) ο Κόου χρησιμοποιεί μια αγγλική αριστοκρατική οικογένεια, τους Γουίνσο, σαν όχημα για να παρουσιάσει πώς ο θατσερισμός κατέκτησε τη Μεγάλη Βρετανία στη δεκαετία του 1980. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Σώτη Τριανταφύλλου στο επίμετρο, που δεν ξέρω αν θα το υπέγραφε και σήμερα, πρόκειται για ένα χρονικό της πλεονεξίας, για έναν χορό εγκληματιών, αφού οι ζάπλουτοι πρωταγωνιστές φέρονται σαν γκάνγκστερ -με μόνη διαφορά την οξφορδιανή προφορά. Μόνη αθώα φιγούρα, η τρελή Ταβιθά, η οποία και αναθέτει στον συγγραφέα Μάικλ Όουεν, έναν καταθλιπτικό νεαρό με σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας με τον περίγυρό του, να τεκμηριώσει τη ζωή και δράση των υπόλοιπων μελών της οικογενείας της. Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην αποκαλύψω το γκροτέσκο φινάλε. Το χάρηκα πάρα πολύ.

Ωστοσο, η τριλογία με άγγιξε περισσότερο, επειδή οι πρωταγωνιστές της είναι συνηθισμένοι άνθρωποι κι όχι πάμπλουτοι εγκληματίες. Εδώ η σάτιρα του Κόου είναι πιο συγκρατημένη αν και υπάρχουν στιγμές όπου αφήνεται αχαλίνωτη.

Το πρώτο βιβλίο, η Λέσχη των Τιποτένιων, είναι ουσιαστικά ένα Bildungsroman (πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά;) αφού παρακολουθεί μια παρέα αγοριών που πηγαίνουν σχολείο σε ένα παραδοσιακό γυμνάσιο του Μπέρμιγχαμ από τα 12 ως τα 19 τους χρόνια, από το 1973 ως το 1980, μαζί και τις περιπέτειες των οικογενειών τους. Καθώς οι ήρωες είναι περίπου συνομήλικοί μου, συγκινήθηκα βλέποντας να ξαναζωντανεύει η εποχή εκείνη, ας πούμε η μουσική που άκουγαν (και που προσπαθούσαν να παίξουν) οι έφηβοι μαθητές, τα μακρόσυρτα τριαντάλεπτα κομμάτια των Τζένεσις και των Γιες, που κι εμένα μού άρεσαν πολύ, πριν έρθει να τα σαρώσει ο οδοστρωτήρας του πανκ. Υπάρχει και η πολιτική επικαιρότητα, οι απεργίες, το εργοστάσιο αυτοκινήτων του Λόνγκμπριτζ όπου δουλεύουν αρκετοί γονείς των αγοριών του βιβλίου, οι πρώτες ξενοφοβικές αντιδράσεις για μαύρους και μετανάστες, οι βόμβες του ΙΡΑ. Το βιβλίο τελειώνει με τον πατέρα ενός συμμαθητή του να προφητεύει στον Μπέντζαμιν, τον πρωταγωνιστή, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια ευτυχισμένος μαζί με τη μεγάλη του αγάπη, και ότι η Θάτσερ δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Όσο επαληθεύτηκε η δεύτερη πρόβλεψη, τόσο πέτυχε και η πρώτη. Να σημειώσω ότι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελείται ολόκληρο από μία και μοναδική πρόταση, μήκους 13955 λέξεων (στα αγγλικά) που διεκδικεί το ρεκόρ της μακρύτερης πρότασης της αγγλικής λογοτεχνίας. Δεν μέτρησα πόσες λέξεις είναι στα ελληνικά, πάντως πιάνει 46 σελίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , | 114 Σχόλια »

Βιβλία για το καλοκαίρι, για μιαν ακόμα χρονιά

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2019

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”, όσο κι αν για πολύ κόσμο οι διακοπές φέτος (αλλά και τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης) είναι άπιαστο όνειρο. Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι, αρχίζοντας από το 2010, που σας είχα ζητήσει να προτείνετε βιβλία που να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, χωρίς να ανήκουν απαραίτητα π.χ. σε τριλογία, ενώ το 2011 χαλάρωσα τους περιορισμούς και ζήτησα να προτείνετε οποιοδήποτε βιβλίο. Το 2012 είχα ζητήσει προτάσεις για καινούργια βιβλία, νέες εκδόσεις δηλαδή, επειδή είχα κάνει τη διαπίστωση, που μάλλον εξακολουθεί να ισχύει, ότι το βασικό πρόβλημα της βιβλιαγοράς είναι ότι η υπερπροσφορά καλών και φτηνών παλιότερων βιβλίων, από εφημερίδες ή σε προσφορές των εκδοτικών οίκων, αν και καταρχήν είναι κάτι πολύ καλό για το αδυνατισμένο βαλάντιο του βιβλιόφιλου, ωστόσο στραγγαλίζει την αγορά του καινούργιου βιβλίου. Το 2013 δεν έβαλα κανέναν περιορισμό και σας ζήτησα απλώς να προτείνετε βιβλία για το καλοκαίρι, χωρίς προσανατολισμό σε είδος (π.χ. αστυνομικά) ή σε ύφος (π.χ. ανάλαφρα). Το ίδιο έκανα και το 2014, όπως και το 2015 αλλά και το 2016. Το 2017 σας ζήτησα να δείξετε προτίμηση σε καινούργια βιβλία. Και πέρυσι φυσικά δημοσιεύσαμε αντίστοιχο βιβλιοφιλικό άρθρο.

Μάλιστα, αν προσέξετε, τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά. Επειδή όπως είπαμε τηρώ τις παραδόσεις, το ίδιο έκανα και φέτος, αν και εξαιτίας των εκλογών θα ήταν έτσι κι αλλιώς κάπως αταίριαστο να δημοσιευτεί το βιβλιοφιλικό μας άρθρο πριν από την Κυριακή. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και κοντά στα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, οπότε θέλω να αναφέρω δυο καινούργια δικά μου βιβλία. Τον Δεκέμβριο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το βιβλίο μου «Η γλώσσα έχει κέφια«, στο οποίο έχω συγκεντρώσει όσα ευτράπελα συνάντησα στις περιδιαβάσεις μου στα μονοπάτια της γλώσσας, ενώ το Πάσχα από τις εκδόσεις του Ανοιχτού Πανεπιστημίου εκδόθηκε το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» στο οποίο παρουσιάζω και επιχειρώ να ανασκευάσω τους πιο διαδεδομένους γλωσσικούς μύθους.

Ηταν τιμή για μένα που το βιβλίο μου αποτέλεσε μια από τις πρώτες πρώτες εκδόσεις του νεότευκτου εκδοτικού οίκου του ΕΑΠ. Από την ίδια φουρνιά ξεχωρίζει η συλλογή κειμένων του αείμνηστου Σπύρου Ασδραχά «Πρωτόγονη επανάσταση. Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αι.)«.

Δικό μου βέβαια βιβλίο είναι και το βιβλίο του πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» που κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο. Μεγάλα τμήματά του είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, οπότε αν δεν το πήρατε στις γιορτές είναι ευκαιρία να το πάρετε τώρα!

Μια και ανέφερα τον φιλικό εκδοτικό οίκο Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, από τις τελευταίες εκδόσεις του θα ξεχωρίσω ένα πολύ ιδιαίτερο, ίσως όχι εύκολο στην ανάγνωση, αλλά σαγηνευτικό βιβλίο, το μυθιστόρημα Anima του (γαλλόφωνου) Καναδολιβανέζου Ουαζντί Μουαουάντ. Στον κόσμο του Μουαουάντ μας εισάγει και ένα ιστολόγιο που έχει φτιαχτεί. Σημειώνω επίσης τη συλλογή άρθρων του ιστορικού Δημήτρη Κυρτάτα Nota Bene.

Από τα βιβλία που έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο μέσα στο 2019, θυμίζω το πρόσφατο άρθρο για τα τρία ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ, τα άρθρα για τις ποιητικές συλλογές του Θάνου Γιαννούδη «Του ουρανού και της γης» και του Δημήτρη Κοσμόπουλου «Θέριστρον», καθώς και τη συλλογή διηγημάτων του Δημ. Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες» αλλά και του Γιάννη Παλαβού «Το παιδί«.

Άλλα βιβλία που διάβασα μέσα στη χρονιά και που αξίζουν μια μνεία: Το αφήγημα του Θανάση Σκρουμπέλου Τα μπλε καστόρινα παπούτσια, μια ιστορία με αφορμή την προβοκάτσια της βόμβας στον Γοργοπόταμο το 1964 (αν και είναι αρκετά παλιότερο βιβλίο, του 2008)· το μυθιστόρημα Μέση Αγγλία του Τζόναθαν Κόου, εξαιρετικά επίκαιρο λόγω Μπρέξιτ (είναι το πρώτο δικό του που διάβασα και μου άρεσε πολύ), τη συλλογή πεζογραφημάτων του Γιώργου Ιατρού Εγκαταλείπεις, Καρακασιάν; (την παρουσιασαμε και στο ιστολόγιο), τη συλλογή βιογραφικών δοκιμίων «πατριδογνωσίας» Αλλόκοτος ελληνισμός, του Νικήτα Σινιόσογλου (αν και προς το παρόν έχω διαβάσει μονάχα το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στον δαιμόνιο πλαστογράφο Κων. Σιμωνίδη), το αφήγημα Το ουζερί του Ξενοφ. Μαυραγάνη, συμπαθέστατο ιδίως για κάποιον που βαστάει από τη Μυτιλήνη (περιγράφει το Πλωμάρι των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, ίσως βάλω κάποιο απόσπασμα στο ιστολόγιο). Πολύ συμπαθητική και η νουβέλα Η αφηγήτρια ταινιών, του Χιλιανού συγγραφέα Ερνάν Ριβέρα-Λετελιέ από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Όμως ήδη είπα πολλά -σκοπός δεν είναι να εξαντλήσω εγώ τις προτάσεις αλλά να ακούσω τις δικές σας. Κι αν εγώ, επειδή ανέφερα καμιά δεκαπενταριά βιβλία, ήμουν τηλεγραφικός στις αναφορές μου, εσείς μπορείτε να γράψετε περισσότερα για τις προτάσεις σας.

Περιμένω λοιπόν στα σχόλια τις δικές σας προτάσεις, βιβλία για το φετινό καλοκαίρι!

 

 

 

Posted in Βιβλία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »