Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Του Θεού το μάτι’

Του Θεού το μάτι, του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2013

b186870Σήμερα είναι ιδιόμορφη μέρα, ολίγον αργία και ολίγον εργάσιμη, έψαχνα ένα θέμα που να μην είναι εντελώς καθημερινό αλλά να ξεφεύγει κι από την πασχαλινή θεματολογία που άλλωστε έκλεισε πια τον κύκλο της, οπότε σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο που διάβασα προχτές στο αεροπλάνο που ταξίδευα· το είχα αγοράσει εδώ και κάμποσο καιρό, αλλά το φύλαγα για την περίσταση, γιατί στο ταξίδι απολαμβάνω ό,τι διαβάζω και με τον Μακριδάκη η απόλαυση της ανάγνωσης είναι εγγυημένη. Ταιριάζει κιόλας, διότι το βιβλίο αναφέρεται σε πράγματα που συνέβαιναν πέρσι τέτοιες μέρες.

Μάλλον ο σημαντικότερος νέος Έλληνας πεζογράφος, ο Χιώτης Γιάννης Μακριδάκης παρουσιάζει εναλλάξ μυθιστορήματα και νουβέλες με ρυθμό περίπου ένα βιβλίο το χρόνο. (Ταυτόχρονα έχει και άλλη δράση, ακτιβιστική-οικολογική, αλλά αυτά τα λέει καλύτερα ο ίδιος στον ιστότοπό του).  Το καινούργιο του βιβλίο, που βγήκε γύρω στον Φλεβάρη, το έβδομο μυθοπλαστικό του, σπάει τη σειρά, αφού είναι νουβέλα και όχι μυθιστόρημα, αλλά, όπως και οι προηγούμενες νουβέλες (όλα τα βιβλία από την Εστία) έχει σαφείς αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της πρόσφατης πολιτικής επικαιρότητας· θυμίζω ότι η «Δεξιά τσέπη του ράσου» παρακολουθεί την αγωνία ενός καλόγερου, τις μέρες που χαροπαλεύει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, να σώσει το κουτάβι της αγαπημένης του (και νεκρής πια) σκύλας· το «Λαγού μαλλί» ξεκινάει με μια βάρκα που φαίνεται στο φόντο πίσω από τον Γιώργο Παπανδρέου που κάνει το ιστορικό του διάγγελμα από το Καστελλόριζο και κλείνει με τον απόηχο από τους νεκρούς της Μαρφίν· στο «Ζουμί του πετεινού», ο Παναγής, που ζει απομονωμένος με τη γυναίκα του στο μούρκι του, στο χτήμα του θα λέγαμε εμείς, πάει να πλαντάξει όταν ακούει να συζητάνε για τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας.

Στου «Θεού το μάτι» οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση είναι πολύ πιο έντονες, αφού ο αφηγητής, ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, που μοιάζει αρκετά με τον Παναγή του προηγούμενου βιβλίου, εξηγεί στον βουβό ακροατή του, τον Διομήδη, πώς παραλίγο να ξεχαστεί και να μην ψηφίσει στις κρίσιμες εκλογές του Μαΐου 2012: «Άμα δεν ήτανε ο Φραγκούλης, ούτε που θα πήγαινα να ψηφίσω. Είχ’ αποξεχαστεί ολωσδιόλου με τις δουλειές όλη μέρα. Κάτσαμε κιόλας το μεσημέρι εκεί στον μαγκανόγυρο, και δώσ’ του τα ρακιά και οι κουβέντες, τι εκλογές και ξεκλογές; Τίποτα δεν θυμήθηκα. Φύγανε απ’ το μυαλό μου εντελώς και παραλίγο να πάει ο ψήφος μου χαμένος».

Ο Διομήδης ακούει με υπομονή την αφήγηση χωρίς να λέει λέξη, επειδή είναι σκιάχτρο, που το φτιάχνει ο Πεπόνας για να τρομάζει τα πουλιά, αν και δεν τρέφει και μεγάλες ελπίδες για τις ικανότητές του: «Για μόστρα σ’ έχω πιο πολύ και για το έθιμο εσένα, όχι πως κάνεις και σπουδαία πράματα. Ούτε τους σπουργίτες δεν θα διώχνεις σε κάμποσες μέρες. Ξέρεις τι πονηροί και ακαμάτηδες είναι αυτοί; … Τέλος πάντων, ας μη σε απογοητεύω κιόλας, ακόμα δεν σ’ έστησα και νιώθεις πως σε κάμνω και με το ζόρι. Θα σε φτιάξω πολύ όμορφο και θα σε μπήξω εδώ, κι εσύ κάνε ό,τι μπορείς. Τουλάχιστο τώρα, στην αρχή, κάτι θα καταφέρεις. Διότι τώρα είναι όλη η υπόθεση. Που ’ναι ακόμα μωρά τα φυτά κι έχουνε ανάγκη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »