Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων’

Κείμενα του Εικοσιένα: 1 – Η ελληνοαλβανική συμμαχία

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα έχει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Eπειδή η ιδέα μού ήρθε μόλις χτες, δημοσιεύω σήμερα ένα κείμενο για το οποίο ίσως θα έπρεπε να έχω κάνει περισσότερη προεργασία. Βέβαια, ευελπιστώ ότι η συλλογική σας σοφία θα σπεύσει να καλύψει τα κενά.

Ξεκινάμε λοιπόν με ένα κείμενο που υπέγραψαν, τον Σεπτέμβριο του 1821 στο Πέτα της Άρτας, οπλαρχηγοί της Ρούμελης μαζί με Σουλιώτες και με Αλβανούς, μια συμμαχία που απέβλεπε στη σωτηρία του Αλήπασα. Είχε προηγηθεί συνθήκη Αλβανων και Σουλιωτών τον Ιανουάριο του 1821 και τώρα η συμμαχία διευρύνεται.

Η ελληνοαλβανική αυτή συμμαχία, μια συμμαχία Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ειχε κάποιες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες, αλλά στάθηκε βραχύβια -όταν ο Ταχήρ Αμπάζης κατέβηκε στο Μεσολόγγι (για να κλείσει συμφωνία με τον Μαυροκορδάτο) και είδε τα τζαμιά πατημένα και τις τούρκισσες βιασμένες οι Αλβανοί τράβηξαν χέρι. Στη συνέχεια οι Αλβανοί οπλαρχηγοί προσκύνησαν και κάποιοι από αυτούς πήραν μέρος, με το μέρος των Τούρκων πια, στις πολεμικές επιχειρήσεις του Εικοσιένα.

Αλλά δεν έχω σκοπό να εξαντλήσω το θέμα, θα πείτε και στα σχόλια. Επιστρέφω στο κείμενο, που έχει μια ακόμα ιδιαιτερότητα. Καθώς είναι συνθήκη μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, γράφεται σε δύο παρόμοιες αλλά όχι ταυτόσημες μορφές. Αυτή που θα δημοσιεύσω εδώ είναι το έγγραφο που υπέγραψαν οι Μουσουλμάνοι και απευθυνεται στους Χριστιανούς συμμάχους και που έχει μουσουλμανικούς όρκους. Υπάρχει και το δίδυμο έγγραφό του, που το υπογράφουν οι Χριστιανοί και το απευθύνουν στους Μουσουλμάνους συμμάχους και έχει χριστιανικούς όρκους.

Όπως θα δείτε, οι υπογράφοντες, που είχαν οι περισσότεροι μαθητεύσει στην αυλή του Αλήπασα, ναι μεν ορκίζονται να σώσουν τον Αλή από τον θανάσιμο κίνδυνο, αλλά εγγυώνται και τον τερματισμό των αυθαιρεσιών του.

Το έγγραφο «των μουσουλμάνων» περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Νέαρχου Φυσεντζίδη «Αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων Ελλήνων οπλαρχηγών» (1893), που περιέχει κυρίως επιστολογραφικό υλικό από το αρχείο του Βαρνακιώτη (και αποσκοπεί, λέω εγώ, στην αποκατάσταση της μνήμης του). Το αναδημοσίευσε ο Παπαγιώργης στα Καπάκια (σελ. 82-3) αν και χωρίς λεξιλογικές εξηγήσεις και με ένα δυο λαθάκια. Το δίδυμο έγγραφο περιλαμβάνεται στο Αρχείο Μαυροκορδάτου, στον 1ο τόμο (σελ. 62), στον οποίο δεν έχω πρόσβαση αυτή τη στιγμή. Το βρίσκετε ομως και σε μια διατριβή εδώ.

Το έγγραφο των μουσουλμάνων είναι γραμμένο από ελληνομαθή αλβανό και έχει αρκετά ορθογραφικά λάθη (π.χ. μοικρός, κινιγούμεν, χωρύς), που προτίμησα να μην τα κρατήσω γιατί αποπροσανατολίζουν στην ανάγνωση (και είναι και μπελάς να γράφεις ανορθόγραφα). Το ελληνικό κείμενο, ενώ έχει επίσης πολλούς τουρκικούς ορους, δεν έχει τέτοια λάθη. Οπότε, μονοκοπανιά εκσυγχρόνισα και την ορθογραφία. Αποφάσισα να εξηγήσω τις άγνωστες λέξεις, που είναι πολλές, με αγκύλες αμέσως μόλις εμφανίζονται και όχι στο τέλος.

Συνθήκη μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων

Ημείς οι υπογεγραμμένοι δίδομεν το γράμμα μας, των προεστών και καπιταναραίων οπού είναι εις το σιάρτι [συνθήκη] οπού έχομεν κάμει αναμεταξύ μας Τούρκοι και Ρωμαίοι, οπού εγίναμεν ένα σώμα και χωρισμό δεν έχομεν ο ένας από τον άλλον. Και έχομεν να τζαλιστήσομεν [να προσπαθήσουμε] με όλες τες δυνάμες μας χωρίς χιλέ [δόλο] και χωρίς κουσούρι· διά να εβγάλωμεν εις σελαμέτι [σωτηρία, να σώσουμε] τον Βεζίρ Αλή Πασιά εφένδην μας· και τον εαυτόν μας· και όποιος άνθρωπος, μεγάλος ή μικρός, ή Τούρκος ή Ρωμιός, ήθελεν γγίξει, ή πολεμήσει, κανέναν από ημάς, να ήμεθα όλοι εις την βοήθειάν του. Ημείς οπού εβουλώσαμεν [που βάλαμε τη βούλα μας] και υπογράψαμεν· και ανίσως κανένας από ημάς ήθελε γυρίσει και φανεί εναντίος, να ήμεθα όλοι επάνω του να τον χαλούμε και να τον κυνηγούμεν· και εβγαίνοντας ο Βεζιρ Αλή Πασιάς εις σελαμέτι ανίσως θελήσει να γγίξει κανέναν από ημάς ή Τούρκον ή Ρωμιόν, να μη το δεχθώμεν και να είμεθα όλοι Τούρκοι και Ρωμαίοι βοηθοί εκείνου οπού ήθελε γγιχθεί από μέρος του Αλή Πασιά· και ακόμη εις το εξής, όποιος ήθελε να μας γένει σύντροφος, ή Τούρκος ή Ρωμνιός, τον έχομεν και αυτόν μέσα εις την ιδίαν συντροφίαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 175 Σχόλια »

Υπάρχει βιβλίο χωρίς τυπογραφικά λάθη;

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2020

Θα υπάρχει, ασφαλώς, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι -και πώς τάχα μπορείς να είσαι σίγουρος; Μόνο μέχρι αποδείξεως του εναντίου μπορούμε να πούμε πως ένα βιβλίο δεν έχει λάθος.

Με πολλή χαρά ανάγγειλα τις προάλλες την κυκλοφορία του καινούργιου μου βιβλίου, που λέγεται Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων κι είναι ένα ιδιότυπο λεξικό του 1821 με σκοπό να ανιχνεύσει «το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του».

Όπως και με τα περισσότερα βιβλία μου, είχα στείλει τα δακτυλόγραφα σε φίλους, που έκαναν χρήσιμες παρατηρήσεις και υποδείξεις, ενώ το τελικό κείμενο το κοιτάξαμε εξονυχιστικά μαζί με τον Γιάννη Νικολόπουλο, τον εκδότη, και κάναμε πολλές συζητήσεις για το τυπογραφικό του στήσιμο. Κι όμως, προχτές που παρουσίασα εδώ το βιβλίο, κι έβαλα ένα απόσπασμα από τον πρόλογο, αμέσως κάποιος σχολιαστής βρήκε ότι υπάρχει τυπογραφικό λάθος!

Συγκεκριμένα, αναφέρω στον πρόλογο (στην αρχή της σελ. 10): Όμως, αντίβαρο στον ευπρεπισμό έρχεται η ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη κι έτσι πολλές φορές στα κείμενα της εποχής ο απομνηνευματογράφος αναγκάζεται να επεξηγήσει τη λόγια λέξη που χρησιμοποιεί δίνοντας σε παρένθεση τη λαϊκή που είναι γνωστή σε όλους ή ακριβέστερη.

Το είδατε το λάθος; Ο απομνηνευματογράφος έχει χάσει μια συλλαβή -κανονικά είναι, βέβαια, απομνημονευματογράφος. Απλολογία, θα πείτε, όπως ο αμφιφορεύς έγινε αμφορεύς και το αστραποπελέκι αστροπελέκι, έτσι και ο εννιασύλλαβος (!) απομνημονευματογράφος συντομεύτηκε στον κάπως πιο μαντζόβολο απομνηνευματογράφο. Αλλά ενώ οι δυο πρώτες περιπτώσεις είναι αποδεκτές και καθιερωμένες, η τρίτη δεν είναι. Και δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου, να σας πω ότι τάχα σκόπιμα επέλεξα την απλολογία -όχι, ήταν λάθος τυπογραφικό.

Μπορώ να σκεφτώ για ποιον λόγο δεν το είδα. Ο πρόλογος γράφεται πάντα τελευταίος, κι έτσι τον ελέγχουν λιγότερα μάτια και λιγότερες φορές. Θα ρωτήσετε: δεν έκανες έστω κι έναν έλεγχο με τον Σπελ Τσέκερ; Έκανα, αλλά σε ένα κείμενο σαν κι αυτό, με πάρα πολλές «εξωτικές» λέξεις, ο Σπελ Τσέκερ δεν βοηθάει πολύ. Προφανώς μού κοκκίνισε τον «απομνηνευματογράφο» αλλά επειδή έτσι κι αλλιώς περίμενα ότι θα κοκκινίσει και τη σωστή λέξη (και όντως, και ο απομνημονευματογράφος κοκκινίζει) «διάβασα» τη σωστή λέξη και πάτησα Ignore all.

Κι έτσι θυμήθηκα μια ιστορία που μου διηγήθηκαν πριν από κάμποσο καιρό. Ήταν, λέει, ένας εκδοτικός οίκος, δεν θυμάμαι ποιος, που είχε αναλάβει την ελληνική μετάφραση και έκδοση ενός (αγγλικού) βιβλίου για τον Βέντρις, τον Τσάντγουικ και την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’. Αυτά γίνονταν στη δεκαετία του 1990, όταν ο Τζον Τσάντγουικ ζούσε ακόμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Δαίμων του τυπογραφείου, Λάθη του κορέκτορα, Λαθολογία, Σπελ Τσέκερ | Με ετικέτα: , , , | 273 Σχόλια »

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, ένα καινούργιο βιβλίο

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2020

Κυκλοφόρησε χτες από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το καινούργιο μου βιβλίο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων», Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του, όπως λέει ο υπότιτλός του. Όπως με ενημέρωσε ο Γιάννης Νικολόπουλος, που μαζί έχουμε εκδώσει άλλα πέντε βιβλία μου για τη γλώσσα, από σήμερα θα μπορείτε να το βρίσκετε, εκτός από τα γραφεία του, Ζαλόγγου 9, στα κεντρικά βιβλιοπωλεία ενώ τις επόμενες μέρες θα κατακτήσει όλη την Ελλάδα, αψηφώντας το λοκντάουν και την εξαιρετικά πυκνή κυκλοφορία νέων βιβλίων μετά το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων.

Με το βιβλίο αυτό ενέδωσα κι εγώ στην εκδοτική πλημμύρα σχετικά με την επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Στην αρχή είχα σκεφτεί να το αφήσω για την επόμενη στρογγυλή επέτειο, των 250 χρόνων το 2071, αλλά ύστερα σκέφτηκα να βγάλω τώρα μια πρώτη έκδοση και το 2071 βγάζω μια επαυξημένη.

Θα κυκλοφορήσουν πολλά βιβλία για τα 200 χρόνια της επανάστασης του 21 και δίκαια, αφού είναι το ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους οπότε αξίζει να το μελετάμε.

Ο δικός μου σκοπός ήταν να καταρτίσω ένα μικρό λεξικό, ένα λημματολόγιο του Εικοσιένα ώστε να ανιχνεύσουμε το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του. Οι πηγές που χρησιμοποίησα, είτε με συστηματική αποδελτίωση είτε με κορφολόγημα, ανήκουν στις εξής κατηγορίες κειμένων:

  • Δημοτικό τραγούδι
  • Απομνημονεύματα και ημερολόγια (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Κασομούλης, Φωτάκος, Καρώρης, Κριεζής, Σαχτούρης κτλ.)
  • Αλληλογραφία επίσημη και ιδιωτική (Αρχείο Μαυροκορδάτου, Φρουράς Μεσολογγίου, Γκούρα, κτλ.)
  • Συλλογές εγγράφων και ντοκουμέντων (Φυσεντζίδης, Ελληνικά Υπομνήματα, Σπετσιώτικα κτλ.) όπου και πολλές επιστολές.
  • Τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας, που περιλαμβάνουν κυρίως επίσημα κείμενα αλλά και όχι λίγα δείγματα λαϊκού λόγου σε αναφορές πολιτών.
  • Εφημερίδες της εποχής (Ελληνικά Χρονικά, Φίλος του Νόμου, Γενική Εφημερίς κτλ.)
  • Μεταγενέστερη ιστοριογραφία (Βακαλόπουλος, Κόκκινος, Κορδάτος, Παπαγιώργης κτλ.)
  • Μεταγενέστερη λογοτεχνία.

Το τεράστιο αυτό υλικό θα μπορούσε (και ελπίζω κάποτε να μπορέσει) να δώσει μια εκτενή και μάλλον πολύτομη επισκόπηση του γλωσσικού τοπίου του Εικοσιένα· αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι έργο ενός ατόμου. Η δική μου προσπάθεια δεν φτάνει τόσο ψηλά. Εγώ φιλοδόξησα, με την αποδελτίωση και το κορφολόγημα των πηγών, να καταρτίσω και να παρουσιάσω ένα περιορισμένο αλλά αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο του 1821.

Όπως είπα πιο πάνω, και όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει διαβάζοντας το βιβλίο, τα περισσότερα κείμενα-πηγές δεν αποτελούν δείγματα γνήσιου και πηγαίου λαϊκού λόγου. Πολλοί αγωνιστές ήταν αγράμματοι ή ολιγογράμματοι και για τις ανάγκες της γραπτής επικοινωνίας τους χρησιμοποιούσαν γραμματικούς· ο Κολοκοτρώνης το 1827 είχε «έξ γραμματικούς και έγραφαν ημέρα νύκτα και δεν επρόφθαναν». Το ίδιο ισχύει και με τις αναφορές των πολιτών προς τη Διοίκηση. Πάντως, σε πολλές επιστολές και αναφορές οπλαρχηγών ή απλών πολιτών ο λόγος είναι αμεσότερος, λαϊκότερος, λιγότερο ευπρεπισμένος. Αυτά τα κείμενα αξίζουν περαιτέρω μελέτη.

Ως προς τα απομνημονεύματα, ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει για να γράψει ο ίδιος τα Απομνημονεύματά του ενώ ο Κολοκοτρώνης χρησιμοποίησε τον Τερτσέτη, που σίγουρα χτένισε τη γλώσσα της «Διήγησης», ευπρεπίζοντάς την ελαφρώς (στο παραπάνω απόσπασμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Γέρος θα είπε «μέρα νύχτα» και όχι «ημέρα νύκτα»).

Απομνημονεύματα και ημερολόγια έγραψαν και πολλοί που είχαν καλή μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής. Κάποιοι επέλεξαν τη βαριά καθαρεύουσα όπως ο Περραιβός. Άλλοι γράφουν σε απλούστερη γλώσσα, όπως ο Ν. Καρώρης ή ο Ν. Κασομούλης, αλλά και πάλι στο κείμενό τους φαίνεται καθαρά η προσπάθεια να ευπρεπίσουν τον λόγο τους αποφεύγοντας (ο Κασομούλης κάποιες φορές σε υπερβολικό, σχεδόν κωμικό βαθμό) τις λαϊκές λέξεις.

Όμως, αντίβαρο στον ευπρεπισμό έρχεται η ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη κι έτσι πολλές φορές στα κείμενα της εποχής ο απομνηνευματογράφος αναγκάζεται να επεξηγήσει τη λόγια λέξη που χρησιμοποιεί δίνοντας σε παρένθεση τη λαϊκή που είναι γνωστή σε όλους ή ακριβέστερη· έτσι ο Μίχος γράφει για τις σχεδίες στο Μεσολόγγι και εξηγεί σε παρένθεση «(σάλια)», ο Καρώρης σημειώνει ότι έφτιαχναν οχυρώματα αλλά σε παρένθεση διευκρινίζει «(ταμπούρια)» ή ο Κασομούλης αναφέρει για υπαξιωματικούς και επεξηγεί «μαγκατζήδες».

Ωστόσο, η καθαρεύουσα ή η λόγια γλώσσα της εποχής, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις πολύ απέχει από την βαριά, αρχαΐζουσα γλώσσα που επικράτησε ασφυκτικά στο νεοελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση και στον δημόσιο λόγο, επί πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυσή του. Αυτό φαίνεται καταρχάς στη δομή του λόγου, που ενώ έχει λόγιο ή μιξολόγιο τυπικό ακολουθεί στη δομή του την αναλυτική τάση της νέας ελληνικής, χωρίς κανένα από τα στολίδια (ή κουσούρια) της αρχαΐζουσας. Ο χαρακτηρισμός του Σπ. Ασδραχά (Μακρ. 3.169) για το ημερολόγιο του Κριεζή, που το βρίσκει «επιφανειακά καθαρολόγο» (η έμφαση στην πρώτη λέξη) ισχύει για πολλά έργα της εποχής.

Και πέρα από τη δομή του λόγου, στα κείμενα του Εικοσιένα το λεξιλόγιο δεν έχει την καταθλιπτική ομοιογένεια των κειμένων μετά τη συγκρότηση του κράτους. Οι λαϊκές λέξεις αποδεικνύονται επίμονες και αξιοθαύμαστα ανθεκτικές και καταφέρνουν να τρυπώνουν στα λόγια κείμενα, ακόμα και στα θεσμικά. Ο Υπουργός Οικονομίας βγάζει αποφάσεις για τα ενοίκια των εθνικών κτημάτων, και για να γίνει κατανοητός προσθέτει σε παρένθεση: «ιλτιζάμια». Ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη συντάσσει την επιστολή προς Κουντουριώτη (ουσιαστικά πρόκειται για δήλωση υποταγής) σε περίτεχνη καθαρεύουσα αλλά δεν αποφεύγει το ζαϊφλίκι: «ήλθον ενταύθα, όπου εξ ατυχίας μου δεν Σας εύρον, διό και ελυπήθην καιρίως, ακούσας μάλιστα ότι ανεχωρήσατε διά ζαϊφλίκι». Ο λογιότατος Ήβος Ρήγας φροντίζει «διά την εξοικονόμησιν μουνιτζιόνης» και όχι πυρομαχικών ή πολεμοφοδίων.

Για να είμαστε δίκαιοι, σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η προτίμηση σε λαϊκές λέξεις ή/και τουρκικά δάνεια εξηγείται όχι μόνο από την ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη αλλά και από την απουσία επεξεργασμένης και εδραιωμένης θεσμικής ορολογίας. Όταν στήθηκαν οι θεσμοί, ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, με επιτυχία ο υπουργός αντικατάστησε τον μινίστρο και ο οφικιάλος έδωσε βελούδινα τη θέση της στον αξιωματικό, όπως και ο σπετσέρης στον φαρμακοποιό ή η ντογάνα και το κουμέρκι στο τελωνείο. Βέβαια, στην ορολογία της καθημερινής ζωής, εκεί όπου η ιδιοκτησία του όρου δεν ανήκει στο κράτος αλλά στον πολύ λαό οι αντίστοιχες προσπάθειες στάθηκαν άκαρπες, κάποτε και κωμικές, αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια του βιβλίου μας. Πάντως, στα περισσότερα κείμενα της εποχής του Εικοσιένα απουσιάζει η τάση προς καθαρισμό, που έφτασε σε παροξυσμό στα χρόνια της καθαρευουσιάνικης κυριαρχίας και παρήγαγε και ένα σωρό κωμικούς «ελληνοπρεπείς» όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 149 Σχόλια »