Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Το κρυφό Μανδράκι’

Το κρυφό Μανδράκι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2019

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε μεν την παράδοση αλλά θα βάλουμε κάποιο από τα λιγότερο γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -που θα μπορούσατε να πείτε πως είναι από τα ελάσσονα παπαδιαμαντικά. Πρόκειται για το Κρυφό Μανδράκι, που δημοσιεύτηκε ανήμερα Χριστούγεννα, 25 Δεκεμβρίου του 1906 στην αθηναϊκή εφημερίδα Αλήθεια -στην ίδια όπου αργότερα επρόκειτο να δημοσιευτεί το πασχαλινό διήγημα «Η νοσταλγία του Γιάννη», ένα κελεπούρι που είχα την τύχη και την τιμή ν’ ανακαλύψω και να προσθέσω τελευταίο πετράδι στο παπαδιαμαντικό στέμμα, και που αν ποτέ βρεθεί ολόκληρο σώμα της ίσως μάς επιφυλάσσει και άλλα ευρήματα.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.org, δηλαδή από τον τέταρτο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 61 Σχόλια »