Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘τρώω’

Αν ξέραμε τι τρώμε…

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2019

O τίτλος του σημερινού άρθρου θα θυμίσει ίσως στους παλιότερους μια σειρά άρθρων του Κώστα Μπαζαίου, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια στην Ελευθεροτυπία, στην οποία ο δημοσιογράφος αποκάλυπτε και καλά τις βλαβερές ουσίες που περιέχονται στα τρόφιμα του εμπορίου. Νομίζω ότι η σειρά εκείνη άρθρων, που βάστηξε αρκετόν καιρό, είχε αυτόν ακριβώς τον τίτλο ή έστω πολύ παρόμοιο.

Ωστόσο, θ’ αναγνωρίσω πρόθυμα πως για το σημερινό μας άρθρο ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα διαβάσετε ούτε για μυστικά της υγιεινής διατροφής ουτε για τα βλαβερά συντηρητικά και τ’ άλλα πρόσθετα των τροφίμων. Γλωσσικό ιστολόγιο ειμαστε, και το θέμα μας σήμερα είναι γλωσσικό: θα δούμε πολλούς τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούμε το ρήμα «τρώω» στη φρασεολογία μας.

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από τη συζήτηση που έγινε χτες για το προχτεσινό μας άρθρο, όπου ο παλιός βενιζελικός πολιτευτής Λεωνίδας Ιασωνίδης είχε συνδεθεί με τη φράση «να τα φάμε όλα» ή μάλλον «να τα φάωμεν ούλα». Αλλά από καιρό ήθελα να εγκαινιάσω μια σειρά άρθρων για τα βασικά ρήματα της ελληνικής γλώσσας, οπότε ας αρχίσουμε με αυτή την αφορμή από το «τρώω».

Τρώω λέμε, που είναι τύπος μεσαιωνικός. Ο αρχαίος τύπος είναι τρώγω, αλλά (και εδώ αντιγράφω από ένα παλιότερο άρθρο) οι αρχαίοι δεν… έτρωγαν και τόσο πολύ.

Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν το τρώγω, αλλά το εσθίω, που από τον επικό του τύπο, έδω, έχουν επιβιώσει μερικές λέξεις που τις λέμε και σήμερα, όπως το έδεσμα, κανονικά το φαγητό, αλλά στη γλώσσα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας χρησιμοποιείται φυσικά μόνο για υποτίθεται εκλεκτά και ασφαλώς πανάκριβα φαγητά. Από εκεί και η ξεχασμένη εδωδή, δηλαδή η τροφή, και ο εδώδιμος, δηλαδή ο φαγώσιμος, που επίσης έχει επιβιώσει ως τα σήμερα –αν και κάποτε μερικοί τον μπερδεύουν με τον εγχώριο.

Λοιπόν, το ρήμα τρώγω σήμαινε «μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω» και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και όταν το έργο ήταν βαρετό, λέει κάπου ο Αριστοτέλης, οι θεατές άρχιζαν να τα μασουλάνε (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων ηθοποιών). Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και από το φιλείν βγήκε το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ. Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς «μασουλάω, καταβροχθίζω» και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

Βασικότατο ρήμα το «τρώω» οπότε πολύ λογικά έχει αποκτήσει και πολλές σημασίες μεταφορικές αλλά και χρησιμοποιείται σε πάμπολλες παροιμίες και εκφράσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ετυμολογικά, Τα μεγάλα ρήματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 208 Σχόλια »