Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τόνι Μπλερ’

Καλοκαίρι με τον Τζόναθαν Κόου

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2019

Το φετινό καλοκαίρι το πέρασα με συντροφιά τον Τζόναθαν Κόου. Όχι τον ιδιο, βέβαια, αλλά με τέσσερα από τα βιβλία του. Δεν διάβασα μόνο αυτά τα τέσσερα βιβλία στους δυόμισι καλοκαιρινούς μήνες, αλλά τα υπολοιπα ήταν ετερόκλητα και τα περισσότερα μάλλον μικρά οπότε ο Κόου ηταν ο συγγραφέας στον οποίο αφιέρωσα τη μερίδα του λέοντος από το αναγνωστικό μου καλοκαίρι.

Και το χάρηκα. Διότι, κοκκινιζοντας ομολογώ πως ο σημαντικός αυτός συγγραφέας μού είχε ξεφύγει ως τώρα. Είχα ακούσει γι’ αυτόν μα δεν είχα διαβάσει τίποτα δικό του.

Ξεκίνησα από τη Μέση Αγγλία, που είναι και το πιο καινούργιο του, που το αγόρασα στην εκθεση της Θεσσαλονίκης τον Μάη και το διάβασα το δεύτερο μισό του Ιούνη. Ίσως δεν ήταν η σωστότερη επιλογή για ξεκίνημα, διότι είναι το τρίτο βιβλίο μιας τριλογίας που ξεκινάει με τη Λέσχη των Τιποτένιων και συνεχίζεται με τον Κλειστό κύκλο. Θα ήταν πιο ομαλό να τα πάρω με τη σειρά που γράφτηκαν. Διάβασα ενδιάμεσα και το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» και με περιμένει ο Αριθμός 11, που είναι, όπως μου έχουν πει, η συνέχεια του Πλιάτσικου.

Στο Πλιάτσικο (1994, ελλ. έκδοση 1997) ο Κόου χρησιμοποιεί μια αγγλική αριστοκρατική οικογένεια, τους Γουίνσο, σαν όχημα για να παρουσιάσει πώς ο θατσερισμός κατέκτησε τη Μεγάλη Βρετανία στη δεκαετία του 1980. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Σώτη Τριανταφύλλου στο επίμετρο, που δεν ξέρω αν θα το υπέγραφε και σήμερα, πρόκειται για ένα χρονικό της πλεονεξίας, για έναν χορό εγκληματιών, αφού οι ζάπλουτοι πρωταγωνιστές φέρονται σαν γκάνγκστερ -με μόνη διαφορά την οξφορδιανή προφορά. Μόνη αθώα φιγούρα, η τρελή Ταβιθά, η οποία και αναθέτει στον συγγραφέα Μάικλ Όουεν, έναν καταθλιπτικό νεαρό με σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας με τον περίγυρό του, να τεκμηριώσει τη ζωή και δράση των υπόλοιπων μελών της οικογενείας της. Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην αποκαλύψω το γκροτέσκο φινάλε. Το χάρηκα πάρα πολύ.

Ωστοσο, η τριλογία με άγγιξε περισσότερο, επειδή οι πρωταγωνιστές της είναι συνηθισμένοι άνθρωποι κι όχι πάμπλουτοι εγκληματίες. Εδώ η σάτιρα του Κόου είναι πιο συγκρατημένη αν και υπάρχουν στιγμές όπου αφήνεται αχαλίνωτη.

Το πρώτο βιβλίο, η Λέσχη των Τιποτένιων, είναι ουσιαστικά ένα Bildungsroman (πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά;) αφού παρακολουθεί μια παρέα αγοριών που πηγαίνουν σχολείο σε ένα παραδοσιακό γυμνάσιο του Μπέρμιγχαμ από τα 12 ως τα 19 τους χρόνια, από το 1973 ως το 1980, μαζί και τις περιπέτειες των οικογενειών τους. Καθώς οι ήρωες είναι περίπου συνομήλικοί μου, συγκινήθηκα βλέποντας να ξαναζωντανεύει η εποχή εκείνη, ας πούμε η μουσική που άκουγαν (και που προσπαθούσαν να παίξουν) οι έφηβοι μαθητές, τα μακρόσυρτα τριαντάλεπτα κομμάτια των Τζένεσις και των Γιες, που κι εμένα μού άρεσαν πολύ, πριν έρθει να τα σαρώσει ο οδοστρωτήρας του πανκ. Υπάρχει και η πολιτική επικαιρότητα, οι απεργίες, το εργοστάσιο αυτοκινήτων του Λόνγκμπριτζ όπου δουλεύουν αρκετοί γονείς των αγοριών του βιβλίου, οι πρώτες ξενοφοβικές αντιδράσεις για μαύρους και μετανάστες, οι βόμβες του ΙΡΑ. Το βιβλίο τελειώνει με τον πατέρα ενός συμμαθητή του να προφητεύει στον Μπέντζαμιν, τον πρωταγωνιστή, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια ευτυχισμένος μαζί με τη μεγάλη του αγάπη, και ότι η Θάτσερ δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Όσο επαληθεύτηκε η δεύτερη πρόβλεψη, τόσο πέτυχε και η πρώτη. Να σημειώσω ότι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελείται ολόκληρο από μία και μοναδική πρόταση, μήκους 13955 λέξεων (στα αγγλικά) που διεκδικεί το ρεκόρ της μακρύτερης πρότασης της αγγλικής λογοτεχνίας. Δεν μέτρησα πόσες λέξεις είναι στα ελληνικά, πάντως πιάνει 46 σελίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »