Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια’

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 24 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίστηκε στη μεταπολίτευση και στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Ύστερα από μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, μένει μόνος αφού και άλλες σχέσεις του δεν οδήγησαν σε κάτι μονιμότερο. Πλησιάζουμε πια στο τέλος, έχουμε φτάσει στη δεκαετία του 1990 και ο Δήμος είναι πια συνταξιούχος. Σήμερα μπαίνουμε στο προτελευταίο κεφάλαιο, το 13ο, που τιτλοφορείται Επί τας δυσμάς του βίου και ο ήρωάς μας γίνεται 78 ετών. 

Σήμερα, βέβαια, έχω και τη γιορτή μου, οπότε εύχομαι χρόνια πολλά σε όλους τους συνονόματους και τις συνεορτάζουσες -και ξαναθυμίζω το περυσινό εορταστικό άρθρο μας

ΔΕΚΑ ΤΡΙΑ

ΕΠΙ ΤΑΣ ΔΥΣΜΑΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ

Απόψε, μετά την καθιερωμένη βόλτα του στην πλατεία, μαζεύτηκε νωρίς στο σπίτι. Μέσα του καμάρωνε που διατηρούσε ακόμα τη συνήθεια να περπατά και τώρα που τον πήρανε τα χρόνια. Από τότε που ήταν νέος του άρεσε το περπάτημα, ήταν ακούραστος πεζοπόρος και μια διαδρομή τριών ή πέντε χιλιομέτρων ήταν γι΄ αυτόν παιχνιδάκι. Ο παππούς του, που αν δεν τον χτυπούσε αυτοκίνητο, οπωσδήποτε θα έφτανε τα ενενήντα, έλεγε συχνά «για την καρδιά μου έχω δυο γιατρούς: το δεξί μου πόδι και το αριστερό μου πόδι». Απόψε όμως δεν περπάτησε πολύ. Πήγε κι ήρθε δυο φορές στο μάκρος την πλατεία, που είναι εντούτοις μια από τις μεγαλύτερες των δήμων του Λεκανοπέδιου.

Τελευταία συνήθισε να περιδιαβάζει άσκοπα και με αργό βήμα στους δρόμους της γειτονιάς του, όπου μεγάλωσε και όπου καταστάλαξε και ζει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ιδίως τον συγκινούσαν παλιά σπίτια, μονώροφα ή διώροφα που απόμεναν ακόμα και δεν είχαν δοθεί με αντιπαροχή για να γίνουν πολυκατοικίες. Τα περισσότερα ήταν ακατοίκητα και μερικά σχεδόν ερειπωμένα, γι΄ αυτόν όμως ήταν οι τελευταίοι μάρτυρες της εποχής που ήταν νέος, της εποχής που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια.

Σε πολλά από τα σπίτια αυτά, του Μαυρίδη, του Κοντού, του Παπαδάκη, είχε διασκεδάσει στα πάρτι που οργάνωναν όταν ήταν στο γυμνάσιο ή φοιτητές. Κάποια από τα σπίτια αυτά μπορεί να ήταν εγκαταλελειμμένα και ασυντήρητα, δεν ήταν όμως θλιβερά. Σα να είχαν αφήσει επάνω τους κάποια ίχνη οι άνθρωποι, που έζησαν, τραγούδησαν και χάρηκαν μέσα σ΄ αυτά. Το σπίτι του Μαυρίδη να πούμε, μπορεί να ήταν σχεδόν ερείπιο, τα φυτά στον κήπο να είχαν αγριέψει, μια βαριά αλυσίδα με ένα μεγάλο λουκέτο να έκλεινε την αυλόπορτα, αλλά αυτός θυμόταν τα τρελά πάρτι που κάνανε σ΄ αυτό κι αρνιόταν να το δει θλιβερό.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμά του έβγαλε τα ρούχα του, τα κρέμασε με τάξη στην καθιερωμένη θέση τους, έβαλε τα ρούχα του σπιτιού, κάθισε στο γραφείο του και άνοιξε τον υπολογιστή του. Με εξαίρεση αυτή την τελευταία κίνηση, που την εγκαινίασε πριν δώδεκα χρόνια, όταν ο Αντρέας (ακριβέστερα ο Βλάσης), τον μύησε στον μαγικό κόσμο της Πληροφορικής, όλες οι άλλες επαναλαμβανόταν στερεότυπα επί πενήντα τουλάχιστον χρόνια – έξις, που  του έγινε δευτέρα φύσις.

Άνοιξε το μηχάνημα, μπήκε στο Διαδίκτυο και έψαξε για μηνύματα. Δεν είχε τίποτα το ουσιαστικό, μόνο κάποια διαφημιστικά, κάποια παραπειστικά και άλλα αδιαφόρετα. Βγήκε από το δίκτυο και άνοιξε το φάκελο με τα αρχεία του. Από συνήθεια άρχισε με το αρχείο Memo. Έτσι είχε βαφτίσει (από το memorandum), το «μνημόνιο» του, που είχε αντικαταστήσει το παλιό μπλοκ, που επιγραφόταν επίσης memorandum και όπου κατάστρωνε με το χέρι τον προγραμματισμό του μήνα, της βδομάδας και της μέρας.

Τώρα φυσικά ο προγραμματισμός ήταν ουσιαστικά άσκοπος, μια συνήθεια χωρίς αντικείμενο, καθώς δεν είχε να κάνει απολύτως τίποτα. Από συνήθεια πάντως καταχωρούσε στο Memo πνευματικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, που υποτίθεται πως θα τον ενδιέφεραν: παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις, αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις, καλές ταινίες, νέες εκδόσεις, άσχετα αν δεν τις παρακολούθησε ποτέ.

Από τότε που συνταξιοδοτήθηκε έπαψε να έχει οποιαδήποτε οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα. Με τα χρόνια περιόρισε πολύ και τις άλλες ασχολίες του, αυτές που αποτελούσαν κάποτε τις χαρές της ζωής του. Θέατρο ή κινηματόγραφο, δεν το άντεχε να πάει μονάχος του. Ακόμα και το διάβασμα το παράτησε. Μήνες είχε να αγοράσει κάποιο βιβλίο. Διαπίστωσε πως δυσκολευόταν να διαβάσει κείμενα τυπωμένα με στοιχεία μικρού μεγέθους, των 8 ή μικρότερα. Η πρεσβυωπία του είχε μεγαλώσει, αλλά αντί να αλλάξει γυαλιά, αγόρασε ένα μεγεθυντικό φακό και έτσι πορευόταν.

Έπαψαν να τον θέλγουν πια τα ταξίδια. Αντίθετα τον κούραζαν και του δημιουργούσαν προβλήματα, που δεν αντιμετώπιζε μένοντας στο σπίτι του. Να πούμε, λόγω ηλικίας είχε αλλάξει ο τρόπος που αντιμετώπιζε κάποιες σωματικές του ανάγκες, που όταν ήταν νεότερος δε του δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα. Φυσικά έπαψε να «πετάγεται» με το αυτοκίνητό τους ως το σπίτι του Αντρέα. Από πέρσι μάλιστα έπαψε και να οδηγεί, καθώς η άδεια οδήγησης του είχε λήξει και δε θέλησε να την ανανεώσει παράνομα. Ήταν αντίθετο με τις αρχές του, μολονότι εξακρίβωσε πως κολλητά σχεδόν με το Υπουργείο Μεταφορών, ανθούσαν τουλάχιστον τρεις επιχειρήσεις, που με αντίτιμο διακοσίων, το πολύ, ευρώ σου εξασφάλιζαν άδεια οδήγησης απολύτως έγκυρη, χωρίς να περάσεις από γιατρούς και εξετάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 95 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 23 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίστηκε στη μεταπολίτευση και στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Ύστερα από μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, μένει μόνος αφού και άλλες σχέσεις του δεν οδήγησαν σε κάτι μονιμότερο. Σήμερα συνεχίζουμε και ολοκληρώνουμε το δωδέκατο κεφάλαιο, όπου τον βρίσκουμε συνταξιούχο, κι έχουμε φτάσει στη δεκαετία του 1990.

Εκτός από την ιστορία του Στάθη του Μαυρόπουλου, που την έμαθε εμμέσως και με μορφή κουτσομπολιού, κατά τις συναναστροφές αυτές γνώρισε και μια πολύ χαριτωμένη κοπέλα, που στην αρχή την πέρασε για μαθήτρια Γυμνασίου ή Λυκείου, τόσο μικρή έδειχνε, με το παιδικό της πρόσωπο, τις κοτσίδες της, το πλισέ φουστανάκι της και τα σοσόνια της. Πληροφορήθηκε όμως πως ήταν είκοσι χρονώ, φοιτήτρια φιλολογίας, που για βιοποριστικούς λόγους δούλευε πωλήτρια σε ένα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς αλλά παράλληλα ήτανε μοντέλο ενός ζωγράφου.

Αυτή η μικρή, Βαρβάρα ονόματι, τον κάλεσε στα εγκαίνια της έκθεσης αυτού του ζωγράφου και έτσι ο Δήμος γνωρίστηκε με τον ζωγράφο, τον Πέτρο. Είχανε πάει όλοι σχεδόν οι φίλοι της Νέας Σμύρνης, αφού η έκθεση γινόταν στο πνευματικό κέντρο του δήμου. Σε αντίθεση με τη Βασιλική, αυτός ο Πέτρος ζωγράφιζε τοπία ή πρόσωπα, αλλά εκείνο που εντυπωσίασε τον Δήμο, ήταν η διαύγεια και η δύναμη, που απέπνεαν θαρρείς οι πίνακές του.

Καθώς είχαν πάει στα εγκαίνια κάπως αργά, ο Δήμος έμεινε ως το τέλος και αφού υπήρχε στον προθάλαμο της αίθουσας μπουφές με μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων και πεινούσε, άρχισε να τσιμπολογά τυροπιτάκια και κομμάτια πίτσας, πίνοντας κρασί. Με την ευκαιρία έπιασε συζήτηση με τον ζωγράφο και χάρηκαν και οι δύο όταν ανέφερε το όνομα της Βασιλικής, γιατί αποδείχτηκε πως ο ζωγράφος τη γνώριζε καλά. Όπως τον πληροφόρησε ήταν συμφοιτητές αλλά δεν κάνανε παρέα  Ο ίδιος ήταν φτωχόπαιδο, που σπούδαζε με μεγάλο ζόρι και πολλές στερήσεις, εργαζόμενος από τις 4 ως τις 10 τη νύχτα σε ένα μεγάλο τυπογραφείο στη στοά Πάππου. Έμαθε γρήγορα να χειρίζεται τις λινοτυπικές μηχανές και σε λίγο καθιερώθηκε σαν λινοτύπης, που εκείνο τον καιρό ήταν οι πιο καλά αμειβόμενοι εργάτες.

Αποφοίτησε με άριστα, αλλά τότε άρχισαν τα δύσκολα. Αποδείχτηκε πως μόνο με την τέχνη του δε μπορούσε να ζήσει. Συνέχισε λοιπόν να δουλεύει τα βράδια στο τυπογραφείο και τότε, απροσδόκητα η τύχη του χαμογέλασε Είχε πάει στο τυπογραφείο έναν πίνακά του, ένα λάδι, που είχε θέμα τη θάλασσα και τον είχε κρεμάσει πάνω από τη μηχανή του. Έτυχε μια μέρα να περάσει από το τυπογραφείο ένας μεγαλοεκδότης, πολύ καλός πελάτης  της επιχείρησης και φιλότεχνος, που είδε τον πίνακα, του άρεσε πολύ και όταν έμαθε πως ο ζωγράφος ήταν και λινοτύπης, του παράγγειλε δυο πίνακες. Από τον μεγαλοεκδότη ο Πέτρος γνωρίστηκε και με άλλους λεφτάδες που ήταν, ή έκαναν πως ήταν, φιλότεχνοι και άρχισε να παίρνει αρκετές παραγγελίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διαδίκτυο, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 71 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 22 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση και στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Ύστερα από μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, μένει μόνος αφού και άλλες σχέσεις του δεν οδήγησαν σε κάτι μονιμότερο. Σήμερα μπαίνουμε στο δωδέκατο κεφάλαιο, που έχει τίτλο Συνταξιούχος. Βρισκόμαστε στα 1989.

12

ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ

Συνταξιοδοτήθηκε όταν έγινε εξήντα χρονών, έχοντας συμπληρώσει τριάντα πέντε χρόνια υπηρεσίας. Πήρε πλήρη και αρκετά καλή σύνταξη. Εκείνο όμως που τον χαροποίησε ιδιαίτερα ήταν πως οι μαθητές του, όχι μόνο αυτοί που ακόμα φοιτούσαν στο Γυμνάσιο, αλλά και παλαιότερων τάξεων, που είχαν αποφοιτήσει από χρόνια, οργάνωσαν εκδήλωση για να τον τιμήσουν. Η μεγάλη έκπληξή του όμως ήταν σαν αντίκρισε ανάμεσα στους συγκεντρωμένους τον Αποστόλου, τον Γεωργόπουλο, τον Χατζηγεωργίου κι άλλους παλιούς μαθητές του από την Πιερία. Όπως φαίνεται οι της Παιανίας και οι του Λιτόχωρου είχαν έρθει σε επαφή και οι πρώτοι ειδοποίησαν τους δεύτερους.

Η χαρά του δευτέρωσε όταν, δυο μήνες μετά, οι τελευταίοι τον πληροφόρησαν με γράμμα τους, πως για τη συμπλήρωση 25 χρόνων από την αποφοίτησή τους οργάνωναν συγκέντρωση και συνεστίαση και τον καλούσαν ως τιμώμενο πρόσωπο, να παραστεί. Πήγε πράγματι με το αυτοκίνητό του, χωρίς να διστάσει που θα οδηγούσε μονάχος τόσα χιλιόμετρα. Έφτασε αργά, περασμένες δέκα και για πρώτη φορά αποφάσισε να μείνει σε ξενοδοχείο, μια που δε μπορούσε πια να πάει στης Ντίνας, ούτε ήθελε να φορτωθεί νυχτιάτικα στον Αντρέα και στην Αναστασία.

Όντας προληπτικός (παρότι άθεος), περίμενε να τριτώσει το καλό. Και αυτό δεν άργησε. Η ενοποίηση της Αριστεράς προχωρούσε με μεγάλα βήματα. Υπογράφηκε το κοινό πόρισμα από τον Φλωράκη και τον Κύρκο και μπήκαν τα θεμέλια για τη συγκρότηση ενιαίου πολιτικού φορέα ύστερα από είκοσι και πάνω χρόνια εχθρότητας και  αντιπαράθεσης. Μαζί με τον Αλέκο και την Κατερίνα και τους καινούργιους φίλους του της Νέας Σμύρνης, κανόνισαν να πάνε στην κοινή συγκέντρωση των κομμάτων της Αριστεράς στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ακούγοντας τις ομιλίες του Φλωράκη και του Κύρκου και ένοιωσαν όλοι τους σα να ξαναγεννιόταν το παλιό εαμικό πνεύμα. Στη συγκέντρωση είχαν ανταμώσει ένα σωρό παλιοί φίλοι και συναγωνιστές, που χρόνια τώρα οι μεν στιγμάτιζαν τους δε “αναθεωρητές” ή “δογματικούς” κατά περίπτωση. Τώρα όλα αυτά δείχνανε πως τέλειωσαν. Οι αντιδράσεις του ακροατηρίου και τα συνθήματα που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια των ομιλιών, το έδειξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , | 61 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 21 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το ενδέκατο κεφαλαιο, που έχει τίτλο Προσπάθειες ανάταξης. Βρισκόμαστε στα 1986.

 

Ένα πρωί του τηλεφώνησε η γυναίκα του Βαγγέλη. Φαινόταν αναστατωμένη και στις ερωτήσεις του τον πληροφόρησε πως τον πήγαν επειγόντως στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, γιατί είχαν μπερδευτεί τα πόδια του σε κάποιο χαλάκι στο σαλόνι τους και είχε πέσει, σπάζοντας τον γοφό του. Αμέσως πήρε το αυτοκίνητό του και πήγε να τον δει. Τον βρήκε διασωληνωμένο και ακίνητο στο κρεβάτι του νοσοκομείου, αλλά με το βλέμμα όπως πάντα ζωηρό και το ηθικό ακμαίο. Χάρηκε πολύ που τον είδε και έμεινε αρκετήν ώρα κουβεντιάζοντας. Του εξήγησε πως τα τελευταία χρόνια στα στρατιωτικά νοσοκομεία, δέχονταν και ιδιώτες, ιδίως σε περιπτώσεις εκτάκτων περιστατικών.

Όταν μπήκε η νοσοκόμα για να του αλλάξει τον καθετήρα και τους σωλήνες και καθώς εν συνεχεία θα γινόταν η επίσκεψη των γιατρών, ο Δήμος χαιρέτησε τον φίλο του και πήγε να φύγει. Τότε η νοσοκόμα, που μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά της, τον ρώτησε

«Έχετε αυτοκίνητο;»

και όταν αυτός απάντησε καταφατικά, τον παρακάλεσε να πάρει μια συνάδελφό  της που βιαζόταν να γυρίσει στην Αθήνα, αλλά δεν είχε μέσο. Δέχτηκε χωρίς άλλη κουβέντα και όταν η νοσοκόμα του έφερε τη συνάδελφό της, πήγανε μαζί ως το αυτοκίνητό του και της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Όταν συστηθήκανε έμαθε πως τη λέγανε Μίνα, αλλά δε συγκράτησε το επώνυμό της, που είχε πάντως κρητική κατάληξη. Ήταν καλοκαμωμένη, μάλλον παχουλή και κάπως συνεσταλμένη, όπως δε υπολόγισε, θα είχε περάσει τα σαράντα.

Στην αρχή δε μιλούσε, όταν όμως κατέβαιναν τη Μεσογείων με βήμα σημειωτόν, καθώς είχανε πέσει στην ώρα της μεγάλης κίνησης, πιάσανε κουβέντα. Τον ρώτησε αν είναι γιατρός και αυτός της απάντησε αρνητικά και την πληροφόρησε πως ήταν φιλόλογος ή δε η παρουσία του στο νοσοκομείο ήταν για να δει ένα φίλο του. Με τη σειρά του τη ρώτησε τα τυπικά και τον πληροφόρησε πως ήταν όντως από την Κρήτη, πως εργαζόταν ως νοσηλεύτρια και πως ανήκε στο στρατιωτικό προσωπικό του νοσοκομείου.

Όταν φτάσανε κοντά στο Χίλτον και μια που της είπε πως θα συνέχιζε προς Νέα Σμύρνη, εκείνη του ζήτησε να σταματήσει, για να πάρει το τρόλεϋ για την Ομόνοια. Πριν τον αποχαιρετήσει όμως και αφού τον ευχαρίστησε για την εξυπηρέτηση που της έκανε, του ζήτησε το τηλέφωνό του, διευκρινίζοντας πως θα ήθελε να ξαναβλεπόντουσαν. Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά πρόθυμα της έδωσε μια κάρτα του.

Είχε σχεδόν ξεχάσει το περιστατικό αυτό, όταν την άλλη βδομάδα του τηλεφώνησε και του πρότεινε να συναντηθούν «για να τα πούνε». Δεν το περίμενε αλλά μη έχοντας, έτσι κι αλλιώς τι άλλο να κάνει, συμφώνησε και κανόνισαν να συναντηθούν σε ένα ζαχαροπλαστείο-μπαρ σε μια στοά κοντά στο Σύνταγμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: | 48 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 20 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα αρχίζουμε το ενδέκατο κεφαλαιο, με τίτλο Προσπάθειες ανάταξης.

 

11

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΤΑΞΗΣ

Mετά το κενό που του δημιούργησε η απρόβλεπτη απομάκρυνση της Φανής από τη ζωή του, το πήρε απόφαση πως αυτή ήταν η μοίρα του και αποφάσισε να  βρει τρόπους προσαρμογής σε μια μοναχική, εργένικη, ζωή. Δεν άντεχε πια νέους έρωτες και  αγάπες. Το αίσθημα του κενού που τον βασάνιζε, προσπάθησε να συμπληρώσει αλλιώς, κάνοντας συχνότερα παρέα με τους παλιούς του φίλους. Πήγαινε ταχτικά στο Μαρούσι στο σπίτι του Αλέκου και της Κατερίνας, επισκεπτόταν τον Νίκο και τη Μαργαρίτα στα σπίτι τους, που ήταν άλλωστε κι αυτό στη Νέα Σμύρνη και μια δυο φορές τη βδομάδα βγαίνανε μαζί, για θέατρο, σινεμά ή απλώς για βόλτα. Στο σπίτι του Νίκου και της Μαργαρίτας γνώρισε  ένα ζευγάρι φίλων τους, τον Δημήτρη και τη Λασκαρίνα. Εκείνος ήταν μηχανικός στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού κι η γυναίκα του ψυχίατρος, Ενδιαφέροντες άνθρωποι και οι δύο και ευχάριστοι συνομιλητές, που ταίριασαν γρήγορα μαζί του.

Όπως του είπαν, συνεργάζονταν στη σύνταξη ενός εγκυκλοπαιδικού λεξικού, ο Δημήτρης σαν εξωτερικός συνεργάτης, γιατί εξακολουθούσε να εργάζεται στον Οργανισμό, ο Νίκος όμως σαν κανονικός υπάλληλος, γιατί κατάφερε να πάρει σύνταξη στα 56 του χρόνια, επωφελούμενος από το νόμο διαδοχικών ασφαλίσεων και έχοντας συμπληρώσει 35 χρόνια προϋπηρεσίας. Στις συζητήσεις που είχανε μαζί του, του μεταφέρανε πολλά ενδιαφέροντα, διασκεδαστικά και ευτράπελα περιστατικά από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη σύνταξη του  εγκυκλοπαιδικού λεξικού και για τον χαρακτήρα και την εμφάνιση του εκδότη, που, μεταξύ τους τον έλεγαν «το Θερίο».

Εκείνος πάλι τους μίλησε για τα «Ρεμάλια της Πιερίας» και τις ταχτικές εβδομαδιαίες συνάξεις τους και είδε πως τους διασκέδασαν όσα τους είπε. Στο μυαλό του θώπευε ένα όνειρο: να δημιουργήσει στην Αθήνα κάποια παρόμοια παρέα, μ΄ όλο που καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν. Εν πρώτοις ο ίδιος δεν διέθετε τα ηγετικά (στον τομέα της πλάκας και του χαβαλέ) προσόντα του Αντρέα. Ύστερα οι φίλοι του εδώ δεν είχαν ούτε κατά προσέγγιση τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των ρεμαλιών. Χωρίς να είναι τίποτα σοβαροφανείς, το αντίθετο ήτανε εύθυμοι και κοινωνικοί τύποι, ήταν όμως τελείως διαφορετικοί από τα ρεμάλια.

Παρ΄ όλα αυτά κανόνισε να βρεθούνε μερικές φορές όλοι μαζί, όχι όμως στο σπίτι του,  όπως είχε γίνει, πριν από έξι χρόνια, στη γιορτή του, αλλά σε ένα εστιατόριο τη μια φορά και σε ένα ζαχαροπλαστείο τις δύο άλλες. Τον πυρήνα της καινούργιας παρέας αποτελέσανε ο Κώστας με την Ισμήνη, ο Αλέκος με την Κατερίνα, ο Νίκος με τη Μαργαρίτα, ο Δημήτρης με τη Λασκαρίνα κι αυτός  (με τη θύμηση της Βασιλικής να σκιάζει τη διάθεσή του)..

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , , | 48 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 19 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το δέκατο κεφαλαιο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό καταλαμβάνεται από αναμνήσεις, τις οποίες πυροδοτεί η επίσκεψη σε έναν παλιό φίλο. Σημειώνω ότι ο πατέρας μου πράγματι είχε δραστηριοποιηθεί στη συλλογή οικονομικής ενίσχυσης για την παράνομη ΕΠΟΝ και όσα γράφει στις αναμνήσεις αυτές του ήρωά του έχουν συμβεί στον ίδιο. 

«Τι είχες Γιάννη; – τι είχα πάντα»

μονολόγησε όταν μπήκε, περασμένες έντεκα, στο σπίτι του. Κατάλαβε πως η μοναξιά ήταν το μόνο ορατό μέλλον του.

Παρόλο που ήταν κατάκοπος από το πολύωρο ταξίδι, σαν πλύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι, ύπνος δεν του κολλούσε. Στριφογύριζε για πολλήν ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε, έπλυνε τα μούτρα του, ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Έξω όλα ήταν κατασκότεινα και σιωπηλά. Το ρολόι της Αγίας Φωτεινής χτύπησε τρεις. Περπάτησε προς την πλατεία και τη διέτρεξε με ήρεμο βάδισμα στο μάκρος της. Σιγά σιγά ήρθε στα συγκαλά του.

Θυμήθηκε τα χρόνια που πήγαινε στο Γυμνάσιο, που τότε βρισκόταν στο κτίριο της Ευαγγελικής, στη δυτική πλευρά της πλατείας. Είχε οργανωθεί στην ΕΠΟΝ από τα τέλη του ΄43 και ένα από τα καθήκοντά τους ήταν να γράφουν αντιγερμανικά συνθήματα στους τοίχους. Αυτό γινόταν μόλις σκοτείνιαζε, σε ώρες που επιτρεπόταν ακόμα η κυκλοφορία  και το συνεργείο το αποτελούσαν συνήθως έξι άτομα. Δύο ήταν αυτοί που γράφανε, ο ένας κρατούσε το κουβαδάκι με το χρώμα κι ο άλλος το πινέλο και έγραφε. Οι  άλλες δύο δυάδες κρατούσανε τσίλιες, στις δυο άκρες του δρόμου. Πολύ συχνά τα συνεργεία γραψίματος ήταν μικτά και οι δυάδες ήταν πραγματικά ζευγαράκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Έτσι, στους περαστικούς αλλά και στην αστυνομία δε δίνανε στόχο.

Θυμήθηκε μια πραγματική αποκοτιά τους (η ιδέα ήταν της Αλκυόνης), να γράψουνε συνθήματα στον ψηλό μαντρότοιχο που περιτριγύριζε ένα μεγάλο αγρόκτημα, του «Παπαστράτου» όπως το λέγανε, που βρισκόταν στα χωράφια που χώριζαν την άκρη της Νέας Σμύρνης με τις παρυφές του Παλιού Φαλήρου, στον λεγόμενο τότε Βουρλοπόταμο. Το αγρόκτημα και το μεγάλο οίκημα που ήταν στο κέντρο του, το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί από την αρχή της Κατοχής και μέσα υπήρχε φρουρά. Εντούτοις καταφέρανε και πλησιάσανε ως τη μάντρα, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς, ούτε ο σκοπός, ούτε κανένας άλλος και στον τοίχο ζωγραφίσανε ένα πελώριο ρολόι που έδειχνε 12 παρά τέταρτο. Ήταν χαρακτηριστικό σύνθημα εκείνη την εποχή όταν, μετά το Στάλινγκραντ, την απόβαση των Συμμάχων στην Ιταλία και τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, όλα δείχνανε πως οι μέρες των Γερμανών ήταν μετρημένες.

Αργότερα μάθανε από αστυφύλακες, που ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ, πως οι Γερμανοί λυσσάξανε με την πρόκληση αυτή και ένας «όμπερλόϊτναντ» πήγε έξαλλος ως το ΚΣΤ΄ Αστυνομικό τμήμα και τα έβαλε με τον διοικητή του, καθιστώντας τον υπεύθυνο για την περίπτωση επανάληψης. Αυτό φυσικά δεν τους εμπόδισε να γεμίζουνε κάθε νύχτα τους τοίχους με συνθήματα.

Μεγαλύτερη ζημιά κάνανε τα Τάγματα Ασφαλείας, όταν μια μονάδα τους εγκαταστάθηκε στη Νέα Σμύρνη. Τότε σκοτώθηκαν τα τρία παιδιά, που νωρίς το απόγεμα βγάλανε χωνί, από τη μεριά των νεκροταφείων. Οι ταγματαλήτες τους πλησίασαν ακροβολισμένοι και οι νεαροί αντί να χωθούν μέσα στη γειτονιά, οπότε θα κρύβονταν σε κάποιο σπίτι ή θα χάνονταν στα δρομάκια, έτρεξαν να φύγουν προς το Μπραχάμι κι εκεί, καθώς ήταν τελείως ακάλυπτοι, τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν.

Ύστερα θυμήθηκε τις μέρες της Απελευθέρωσης, εκείνη την ανεπανάληπτη περίοδο έξαρσης και ενθουσιασμού, που κράτησε τόσο λίγο. Στα Δεκεμβριανά η γειτονιά του βρέθηκε εκτός Σκομπίας, αλλά κατά τα Χριστούγεννα πλάκωσαν από τον Πειραιά τα εγγλέζικα τανκς και οι χίτες ξεμυτίσανε κι άρχισαν τα δικά τους. Όχι φυσικά σπουδαία πράματα, μικρή μειοψηφία ήτανε, αλλά είχαν τις πλάτες της αστυνομίας και της εθνοφυλακής.

Ούτε που λογάριασε πόσες ώρες περπατούσε και συλλογιζόταν, όπως παλιά στις ονειροπολήσεις του στην παραλία της Πλάκας ή στο δασάκι του Άη Διονύση. Όταν γύρισε σπίτι του είχε πια ξημερώσει, αλλά δε νύσταζε. Άλλωστε ήταν εργάσιμη μέρα και τον περίμενε η υπηρεσία. Έτσι, έκανε ένα ντους, ήπιε δυνατό καφέ, ντύθηκε και ξεκίνησε με το αμάξι του για την Παιανία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , , | 52 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 18 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά τη μεταθέσαμε για μία μέρα επειδή χτες είχαμε το πεντοχίλιαρο (άρθρων) του ιστολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε. Σήμερα μπαίνουμε στο δέκατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980.

10 – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις του, ο δεσμός του με τη Φανή πήγαινε καλά, γιατί δεν ήταν μόνο το κρεβάτι στη μέση. Ταίριασαν και στο τραπέζι, δεν είχαν δηλαδή μόνο σωματική αλλά και πνευματική επαφή. Βέβαια δεν ήταν πολύ διαβασμένη, ούτε είχε πνευματικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό του φαινόταν λίγο απλοϊκή, είχε όμως αντίληψη και ευθυκρισία και από καιρό είχε εγκαταλείψει τις συντηρητικές της απόψεις.. Οπωσδήποτε το αίσθημα που τους ένωνε δεν ήταν η φλόγα του έρωτα, που πυρπόλησε κι αυτόν και εκείνη στα νιάτα τους, ήταν όμως κάτι πολύ περισσότερο από μιαν επιδερμική επαφή.

Τόσο στο Γυμνάσιο, όπου συνυπηρετούσαν, όσο και στον κύκλο των γνωστών και φίλων, ο δεσμός τους έγινε γρήγορα γνωστός και αποδεκτός.

Αν το καλοκαίρι καθιερώθηκε, γι΄αυτόν και τους φίλους του, να αρχίζει με την πορεία Ειρήνης, τέλειωνε με το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, που από το 4ο και μετά γινόταν μόνιμα στο Περιστέρι, σε έναν απέραντο χώρο, που τα παιδιά της ΚΝΕ είχαν μεταμορφώσει σε αληθινό πάρκο. Πήγε μαζί με τη Φανή και αρκετούς συναδέλφους στο Γυμνάσιο, αλλά κατάφερε να έρθουν και ο Αλέκος με την Κατερίνα, που ως τότε σνομπάρανε τις εκδηλώσεις του κουκουέ και αποφεύγανε να πηγαίνουν. Η κοσμοσυρροή, ο ενθουσιασμός που επικρατούσε, αλλά και το πλούσιο καλλιτεχνικό περιεχόμενο του Φεστιβάλ, τους εντυπωσίασαν όλους. Ιδίως τους συνάρπασε η ομιλία του Αμερικανού κομμουνιστή ηγέτη, του Γκας Χωλ.

Αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγε άλλη μια φορά [το 1986] στη Μακεδονία, αυτή τη φορά όχι για να δει τον Αντρέα, την Αναστασία, τον Βλάση (τον βαφτιστικό του, που τέλειωνε πια το Δημοτικό) και τα άλλα δυο παιδιά που είχαν κάνει στο μεταξύ, αλλά για την Ντίνα. Μαζί της στα είκοσι χρόνια της γνωριμίας τους δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ γράμματα και σπανίως είχανε τηλεφωνικές επαφές. Αλλά και οι άμεσες προσωπικές επαφές τους είχαν αραιώσει πολύ. Μετά από εκείνη τη φορά, το καλοκαίρι του ΄78 που πήγανε “σα ζευγαράκι” για τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, είχαν ακόμα μία γλυκιά επαφή το Πάσχα του ΄79 σαν πήγε να βαφτίσει τον Βλάση, αλλά στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν δε συναντήθηκαν ξανά.  Να όμως που πήρε γράμμα της, στο οποίο του ανάγγειλε πως παντρευόταν και του έδινε με συντομία το ιστορικό. Στο νοσοκομείο την είχε προσέξει ένας συνομήλικός της γιατρός, χήρος, με δυο παιδιά, μεγάλα πια. Δεν την πρόσεξε μόνο, παρά τη συμπάθησε και της ζήτησε να ενώσουν τις ζωές τους, για να έχουν μια συντροφιά στα γεράματα. Αποφάσισε να δεχτεί, «γιατί είναι καλός άνθρωπος και γιατί η μοναξιά στην ηλικία μας είναι πολύ βαριά» όπως κατέληγε.

Όταν διάβασε το γράμμα, στην αρχή ένιωσε κάτι σαν πίκρα, καθώς σκέφτηκε πως για κείνον η μοναξιά θα ολοκληρωνόταν απόλυτα, αφού άλλος ένας δικός του άνθρωπος, που, τελείως εγωιστικά είναι η αλήθεια, πίστευε πως θα τον περίμενε πάντα στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δε θα ήταν πια διαθέσιμος. Όταν κατόπιν το σκέφτηκε πιο νηφάλια, χάρηκε γιατί η καλή αυτή γυναίκα, που στάθηκε τόσο εντάξει απέναντί του, θα μοιραζόταν με κάποιον τη μοναξιά και τα βάσανα των γηρατειών. Της έγραψε αμέσως, προσφωνώντας την «Ντίνα μου» και τη βεβαίωσε πως θα πήγαινε οπωσδήποτε στο γάμο της.

Πρότεινε στη Φανή να πάνε μαζί, αλλά εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μείνει στην Αθήνα, γιατί η Σχολή μπαλέτου, όπου δούλευε συμπληρωματικά, θα οργάνωνε κάτι εκδηλώσεις. Έτσι, πήρε το αεροπλάνο και πήγε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη και από κει με το λεωφορείο έφτασε στην πόλη της. Επισκέφθηκε πρώτα τους κουμπάρους του, συνεννοήθηκε με την Αναστασία και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο.

Στο γάμο πήγαν όλοι μαζί και στο γαμήλιο γλέντι γνώρισε από κοντά και τον άντρα της Ντίνας. Ήταν ένας εξηντάρης, καλοσυνάτος άνθρωπος, γιατρός παθολόγος, αφιερωμένος στη δουλειά του.

«Ξέρετε, χαίρομαι ιδιαίτερα που σας γνωρίζω από κοντά, γιατί η Ντίνα μου έχει μιλήσει πολύ για σας. Πιστεύει πως χάρη σε σας, την επιμονή σας και τη συμπαράστασή σας, σπούδασε και αυτό άλλαξε ριζικά τη ζωή της.. Σας θεωρούμε λοιπόν δικό μας άνθρωπο και το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό σε σας»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 17 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το ένατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στο 1979.

 

Στις αρχές του καλοκαιριού ήρθανε πάλι οι κουμπάροι του, με το βαφτιστήρι του, αεροπορικώς αυτή τη φορά, για να πάνε το παιδί στον Άγιο Νεκτάριο. Όταν άκουσε το σκοπό του ταξιδιού, κοίταξε με τρόπο τον Αντρέα. Εκείνος έπιασε το νόημα του βλέμματος και σήκωσε τους ώμους με εγκαρτέρηση. Στο φέρυ μπωτ, έπαιξε με τον μικρό, που είχε γίνει ένα πολύ γλυκό παιδάκι, περπατούσε πια και ψέλλιζε λογάκια. Σε μια στιγμή που απομονώθηκαν, ο φίλος του, φάνηκε πως ήθελε να δικαιολογήσει τη στάση του αναφορικά με το σκοπό του ταξιδιού τους, γιατί του είπε:

«Δεν ξέρω αν θυμάσαι μια κουβέντα που είχαμε, όταν πρωτοκάναμε αυτό το ταξίδι, πως δηλαδή μπορεί να είμαι άθεος μα δεν είμαι αθεϊστής. Συνεπής με αυτή μου την αρχή, δεν πρόκειται να κάνω κανενός είδους κατήχηση στον Βλάση, όχι τώρα που είναι μικρός, αλλά και όταν μεγαλώσει. Θέλω να βρει μόνος του το δρόμο. Τότε μόνο θα έχει αξία».

Εκείνη την ώρα ήρθε κοντά τους η Αναστασία. Δεν είχε ακούσει τη συζήτησή τους αλλά φαίνεται πως μάντεψε το περιεχόμενό της, γιατί λέει του Δήμου, κρατώντας στην αγκαλιά του τον κοιμισμένο Βλάση.

«Ξέρεις Δήμο μου τι είναι αυτό που εκτιμώ στον Αντρέα; Είναι πως ποτέ του, από εκείνη τη νύχτα που γνωριστήκαμε και ως τώρα, δεν προσπάθησε να με κατηχήσει στις ιδέες του, είτε τις θρησκευτικές είτε τις πολιτικές. Αυτό, εκτός που μεγάλωσε την εκτίμηση που του έχω, με έκανε να σκεφτώ πολλά. Προσπάθησα να μπω στη θέση του. Εξακολουθώ να πιστεύω στην αλήθεια, που ήρθε να μαρτυρήσει ο Χριστός, αλλά δεν αποκλείω να υπάρχουν και άλλες αλήθειες, το ίδιο σεβαστές. Μήπως υπάρχει και η αλήθεια του Βούδα ή του Μωάμεθ;»

«Ή και του Μαρξ, γιατί όχι;» συμπλήρωσε γελώντας ο Αντρέας

«Ακριβώς. Μήπως τελικά αυτά που είπε ο Χριστός για τους πλούσιους, πως είναι δύσκολο να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή το άλλο για το ότι πρέπει όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν σ΄ αυτόν που δεν έχει, είναι πιο κοντά σ΄ αυτά που πιστεύετε ο Αντρέας, εσύ και οι φίλοι σας;»

«Για να μιλάμε με επιστημονική ακρίβεια» της λέει ο Αντρέας χαμογελώντας «αυτό το ο έχων δύο χιτώνας δότω τω μη έχοντι δεν το είπε ο Χριστός αλλά ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο Χριστός είπε το άλλο «μακάριον εστί μάλλον διδόναι ή  λαμβάνειν», το οποίο περιέργως δεν περιλαμβάνουν τα Ευαγγέλια στους γνωστούς μακαρισμούς, αλλά αναφέρεται στις Πράξεις»

«Σε ξέρω τόσα χρόνια και κάθε μέρα με εκπλήσσεις. Εσύ, ο άθεος, να ξέρεις την Αγία Γραφή καλύτερα και από θεολόγο» θαύμασε η Αναστασία και συνέχισε

«Ξέρεις Δήμο, συζητώντας καμιά φορά με τον Αντρέα σκέφτομαι πως ο πρώτος μου άντρας, που ήταν και καθηγητής, θεολόγος, μπροστά του δε θα έπιανε ούτε τη βάση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αυτά που ξέρει ο Αντρέας, δεν είναι μηχανική αποστήθιση, είναι γνώσεις που τις ζει. Και το πιο σπουδαίο, είναι αυτό που σου είπα πριν λίγο: πως ποτέ του δε θέλησε να μου κάνει κατήχηση»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 153 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 14 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο όγδοο κεφάλαιο, με εύγλωττο τίτλο.

ΟΧΤΩ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ένα απόγεμα του Σεπτέμβρη [1978], λίγο πριν ανοίξουν τα σχολειά, μετά τον απαραίτητο υπνάκο του, καθώς έπινε τον καφέ του, διαβάζοντας, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού του. Όταν την άνοιξε έμεινε στήλη άλατος. Μπροστά του στεκόταν η Έζμπα, με μια μεγάλη συρόμενη βαλίτσα στο ένα χέρι κι ένα σακ βουαγιάζ στο άλλο.

«Δε θα έρχεσαι μόνο συ απροειδοποίητα» του λέει, γελώντας με την έκπληξή του.

Μη πιστεύοντας τέτοιαν ευτυχία την τράβηξε μέσα, την αγκάλιασε και τη φίλησε. Άφησε τα μπαγκάζια της στο χωλ και τον ακολούθησε στο καθιστικό.

«Πάντοτε μόνος» σχολίασε, βλέποντας το ένα φλιτζάνι του καφέ.

«Θα μου φτιάσεις κι εμένα έναν;» παρακάλεσε.

«Φοράς γυαλιά;» παραξενεύτηκε βλέποντάς τα παρατημένα στο τραπέζι».

«Πρεσβυωπία γαρ, μην ξεχνάς πως έχω τα χρονάκια μου».

Πίνοντας τον καφέ τους του είπε τα νέα της.

«Θυμάσαι εκείνον τον Τζέφρυ Σμίθσον;» τον ρώτησε.

«Εκείνον τον δασύτριχο ζωγράφο;»

«Ακριβώς» γέλασε με τον χαρακτηρισμό «αυτός λοιπόν ως ζωγράφος δεν έλεγε και πολλά πράγματα και ευτυχώς που το κατάλαβε εγκαίρως και σταμάτησε να ζωγραφίζει. Αποδείχτηκε όμως πως έχει επιχειρηματικές ικανότητες, γιατί εδώ και τρία χρόνια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άνοιξε γκαλερί, που πάει πολύ καλά».

«Μπράβο του, αλλά δεν καταλαβαίνω…»

«Περίμενε να τελειώσω. Αυτός λοιπόν ο Τζέφρυ με καλεί να εκθέσω τη δουλειά μου και είναι σίγουρος πως η ζωγραφική μου θα αρέσει στο λονδρέζικο κοινό και θα πουλήσω πολλούς πίνακες. Λέω λοιπόν να πάω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 42 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 13 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το έβδομο κεφάλαιο.

Πριν προχωρήσω στη συνέχεια του μυθιστορήματος, μια αγγελία: Αναζητείται εθελοντής (ή εθελόντρια) να πληκτρολογήσει ένα αντιπολεμικό διήγημα που θέλω να βάλω μια Κυριακή, που πιάνει τρεις στήλες παλιάς εφημερίδας. 

Ακόμα δυο χρόνια κύλησαν μέσα στην ίδια, έντονα πολιτικοποιημένη, ατμόσφαιρα. Στις εκλογές του Νοέμβρη του ΄77 με την ανάδειξη του Πασόκ σε αξιωματική αντιπολίτευση, τη σοβαρή ενίσχυση του Κουκουέ και την μείωση του Εσωτερικού, που προκάλεσε η συντριβή της «Συμμαχίας», φάνηκε πως η πολιτική πλάστιγγα έγερνε στα αριστερά. Στο εξωτερικό άλλωστε το ίδιο γινόταν. Οι συνέπειες που είχε η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ ήταν φανερές σε παγκόσμια κλίμακα. Στη Νικαράγουα νίκησαν οι Σαντινίστες, το ΦΡΕΛΙΜΟ στη Μοζαμβίκη και το ΜΠΛΑ στην Αγκόλα πήρανε την εξουσία. Σε πολλά από αυτά τα μέρη είχε λίγα χρόνια πιο μπροστά περιπλανηθεί ο ονειρικός Δήμος με τους επαναστάτες φίλους του.

Στο γιορτασμό των εξήντα χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης η κόβα τους έκανε ανοιχτή συγκέντρωση, όπου καλέσανε και πολλούς αριστερούς συμπαθούντες, μη κομματικούς. Ομιλητής ήταν ο Πέτρος, που με κάπως διθυραμβικό τόνο μίλησε για τον «διαφαινόμενο νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου» και εξύμνησε τη μορφή του Λεωνίδα Μπρέζνιεφ, «άξιου συνεχιστή του έργου του Λένιν», όπως τον χαρακτήρισε. Ο Δήμος βρήκε κάπως ανεδαφική την πρόβλεψη για νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου και ενοχλήθηκε πολύ από την εξύμνηση του Μπρέζνιεφ, που ο ίδιος δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Φυσικά δεν είπε τίποτα ούτε εκείνη τη στιγμή, για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα του ενθουσιασμού που είχε επικρατήσει, ούτε όμως και την επομένη στη συνεδρίαση της κόβας τους, στην οποία έγινε εκτίμηση για την επιτυχία της συγκέντρωσης. Κατάλαβε πως θα αποτελούσε παραφωνία, γιατί όλοι σχεδόν ήταν της άποψης του Πέτρου.

Μόνο σε μια κουβέντα του με τον Βαγγέλη, όταν είχε τελειώσει η συνεδρίαση και φεύγανε, διαπίστωσε με ευχαρίστηση, πως ούτε κι εκείνος συμφωνούσε με τα λεχθέντα από τον Πέτρο.

«Έχουμε πολύν ανήφορο μπροστά μας» του λέει «και να μην υποτιμάμε τον αντίπαλο. Ο καπιταλισμός δε θα παραδοθεί εύκολα. Όσο για τον Λεωνίδα, τι να σου πω βρε Δήμο, δε μου γεμίζει το μάτι. Ούτε του Λένιν ούτε του Στάλιν συνεχιστής. Σκέτος γραφειοκράτης  είναι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ελληνοβαρεμένοι, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 211 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο έκτο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επέστρεψε στη βάση του.

ΕΞΙ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Γυρνώντας στη βάση του, ο Δήμος συνέχισε την προηγούμενη ζωή του, το ίδιο ρεγουλαρισμένη, όπως και πριν. Ξυπνούσε την κανονική του ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του με την ίδια πάντα σχολαστική ακρίβεια, ξυριζότανε με επιμέλεια, ντυνότανε και στις οχτώ παρά τέταρτο, ακριβώς, βρισκόταν στο Γυμνάσιο. Δίδασκε ως τις δύο, το μεσημέρι, έτρωγε στη «Φωλιά», γύριζε στις τρεις στο σπίτι, έπαιρνε τον απογευματινό του υπνάκο και έπινε τον καφέ του με την Ντίνα στις πέντε. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο, κάπου κάπου στο σινεμά και στις δέκα και μισή γυρνούσε στο σπίτι

Αλλά αυτό ήταν κάτι το επιφανειακό. Έτσι παρουσιαζόταν στους άλλους. Μέσα του όλα είχαν αλλάξει ριζικά, η μόνη όμως μεταβολή στις συνήθειές του, που θα μπορούσαν να επισημάνουν τρίτοι, ήταν πως σταμάτησε τους καθιερωμένους περίπατους στο δασάκι ή την παραλία. Κατάργησε τις περιπατητικές ονειροπολήσεις του, γιατί το πήρε απόφαση πως ο ονειρικός εαυτός του πέθανε οριστικά και αφού απαρνήθηκε τη διέξοδο της φυγής με την ονειροπόληση, αποφάσισε να βρει κάποιαν άλλη παρηγοριά.  Έπρεπε να γεμίσει τη ζωή του με κάτι πιο ουσιαστικό από τις ψευδαισθήσεις των ονειροπολήσεων. Η Έζμπα είχε βρει το σωστό δρόμο. Η τέχνη της, γέμιζε τη ζωή της.

Αποφάσισε να καταπιαστεί με το γράψιμο. Θυμήθηκε τις καταγραφές των ονειροπολήσεών του, που σε μια περίοδο ζήλου και έξαρσης είχε ταξινομήσει σε κατηγορίες. Ξεπερνούσαν τις διακόσιες σελίδες γραφομηχανής και ξεφυλλίζοντάς τις βρήκε πως αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, για να γράψει τουλάχιστον τρεις νουβέλες ή και μυθιστόρημα ολόκληρο. Με κάποια ικανοποίηση διαπίστωσε πως τα φανταστικά πρόσωπα με τα οποία πλαισίωσε αυτόν τον δεύτερο, ονειρικό, Δήμο, είχαν δυνατότητες να γίνουν αληθοφανείς προσωπικότητες, το καθένα με δικιά του υπόσταση και χαρακτηριστικά.

Δεν ήταν μόνο ο ταβερνιάρης ο Φίλιππας και οι θαμώνες του. Ήταν και οι άλλοι, που πλαισίωναν την άλλη, την  ονειρική δραστηριότητα του δεύτερου Δήμου, με τη συντροφιά των οποίων έκανε μακρινά ταξίδια στα πέρατα του κόσμου και που ήταν, οι περισσότεροι, ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας. Αποφάσισε, για την ώρα, να ασχοληθεί μόνο με τους ντόπιους. Τους ξένους χαρακτήρες, τους κράτησε σε εφεδρεία για δεύτερο ενδεχομένως βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 110 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 9 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα ολοκληρώνουμε το πέμπτο κεφάλαιο, με την επιστροφή.

Στο σημερινό απόσπασμα, οι δυο φίλοι συζητούν για διάφορα και απαγγέλλουν -μεταξύ άλλων, το ποίημα Ψαροφιλοσοφία του Ρούπερτ Μπρουκ. Αυτό το ποίημα το θυμάμαι να το απαγγέλλει ο πατέρας μου. Αν δείτε το πρωτότυπο (με τίτλο Heaven) θα διαπιστώσετε ότι η ελληνική μετάφραση παίρνει πολλές ελευθερίες. Ωστόσο, δεν γίνεται αναφορά σε όνομα μεταφραστή και είναι κρίμα. Δεν μπόρεσα όμως να βρω τίποτα σχετικό (και, εκτός αυτού, ίσως λείπει κάποιος στίχος από την παρατιθέμενη μετάφραση).

Παραμονή των Φώτων φύγανε. Αποχαιρετώντας τον, τον φίλησε πολλές φορές δακρυσμένη. Με μεγάλη εγκαρδιότητα χαιρέτησε και τον Αντρέα.

Μέσα στο πλοίο, που τους έφερε στον Πειραιά, ο Δήμος δεν είπε κουβέντα, αλλά και στη διαδρομή ως τις Θερμοπύλες, όπου σταμάτησαν για φαγητό, στην ίδια ταβέρνα, εξακολούθησε να οδηγεί αμίλητος, αφήνοντας τον Αντρέα να φλυαρεί, εκθέτοντας τις εντυπώσεις του από το ταξίδι.

«Όπως θα ξέρεις εγώ είμαι βουνίσιος και τι βουνίσιος, από ένα μέρος χωμένο μέσα σε μια κοιλάδα, ανάμεσα σε δυο πανύψηλα βουνά, που ήλιος δεν το βλέπει, αφού, να σκεφτείς, το λένε Σκοτίνα. Ούτε βλέπεις από κει θάλασσα. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί και πήγαμε με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη, σα βγήκαμε από τα Τέμπη και στον Πλαταμώνα είδαμε τη θάλασσα, μια γριά από το χωριό μας, που φαίνεται πως την έβλεπε για πρώτη φορά, φώναξε με πραγματική κατάπληξη: «Πω πω νερό!» Γι΄ αυτό ίσως η θάλασσα με συνεπαίρνει και τα νησιά με τρελαίνουν. Να σκεφτείς πως τους τελευταίους μήνες της Κατοχής και καθώς είχα βγει στο βουνό, πέρασα στο ΕΛΑΝ, στην 5η μοίρα της Χαλκιδικής. Τότε γύρισα όλα τα νησιά του βόρειου Αιγαίου και μερικά Κυκλαδονήσια. Σε ένα μάλιστα, στον Άη Στράτη πήγα δυο φορές, την πρώτη με το ΕΛΑΝ και τη δεύτερη σα με στείλανε εκεί εξορία. Με την Αίγινα πάντως ειλικρινά ενθουσιάστηκα. Λέω να ξανάρθω, με την Αναστασία αυτή τη φορά.  Το δέλεαρ της επίσκεψης στον Άγιο Νεκτάριο θα είναι ισχυρό» δήλωσε.

Την ώρα που τρώγανε  τον ρώτησε, με κάποιο πονηρό χαμόγελο.

«Όπως διαπίστωσα, όχι ιδίοις όμμασιν αλλά ιδίοις ωσίν, γιατί, εδώ που τα λέμε κάνατε αρκετή φασαρία, όλες τις νύχτες πλαγιάζατε μαζί. Σε ζήλεψα μάλιστα λιγάκι, γιατί η Βασιλική είναι πολύ όμορφη γυναίκα. Μήπως αυτό προοιωνίζει την επανασυγκόλλησή σας; Της έκανες την πρόταση για την οποία μου μίλησες;»

Ο Δήμος του μετέφερε την κουβέντα τους και την ουσιαστική απόρριψη της πρότασής του.

«Όπως βλέπεις δεν έγινε τίποτα. Θέλει να είναι τελείως ελεύθερη. Άλλωστε, όπως το διαπίστωσες και συ, έχει δημιουργήσει τον δικό της κύκλο και φαίνεται να την ικανοποιεί η ζωή που κάνει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 8 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο.

ΠΕΝΤΕ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Την εβδομάδα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ο Δήμος και η Βασιλική έδειξαν στον Αντρέα ολόκληρο το νησί. Πήγανε στην Αφαία και την Αγιά Μαρίνα, διασχίσανε την κεντρική αρτηρία του νησιού και από τον Κοντό κατεβήκαν στη Σουβάλα, περνώντας μπροστά από το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, χωρίς όμως να μπούνε μέσα. Αντίθετα αφιέρωσαν ολόκληρο πρωινό για να επισκεφθούν την Παλιαχώρα. Ακόμα και στο Ελλάνιον Όρος ανέβηκαν και απόλαυσαν το πανόραμα ολόκληρου του νησιού.

Δε χρησιμοποιούσαν πάντα το αυτοκίνητό του. Ένα πρωί ξεκίνησαν οι δυο τους, χωρίς τη Βασιλική, από την Παχιά Ράχη και διασχίσανε τον ελαιώνα φτάνοντας ως τη θάλασσα. Στην τρίωρη σχεδόν πεζοπορία τους, ο Δήμος νιώθοντας μεγάλην ευεξία φλυαρούσε συνεχώς και ο Αντρέας τον άκουγε ευχαριστημένος βλέποντας τον φίλο του χαρούμενο. Στην αρχή μιλούσαν για το νησί τους κατοίκους του και την ιστορία του. Την κουβέντα την ξεκίνησε ο Αντρέας που ήθελε να μάθει σχετικά.

«Ξέρω πως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στις κοντινές περιοχές της Πελοποννήσου αλλά και στην Αττική είχαν εγκατασταθεί τον 13ο αιώνα χιλιάδες Αλβανοί. Αυτό ισχύει και για την Αίγινα;»

«Οι πούροι Αιγινήτες δεν το παραδέχονται αλλά τα ονόματα, δηλαδή τα επώνυμα τους, επιμένουν στην παρουσία Αλβανών ή Αρβανιτών στο νησί».

«Ξέρεις κάποιοι ελληνοκεντριστές ή ελληνόψυχοι ή όπως αλλιώς λέγονται, σαν το φίλο μας τον Κολιάτσο, καληώρα, ισχυρίζονται πως άλλο Αρβανίτες κι άλλο Αλβανοί, με το επιχείρημα πως οι Αλβανοί στη γλώσσα τους αυτοονομάζονται Σκιπετάροι…»

«Ναι αλλά η παλαιότερη, η μεσαιωνική  ονομασία τους ήταν Αρμπαρέζε. Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης, στα αθηναϊκά διηγήματά του αναφερόμενος σε κάποιον Αρβανίτη των Μεσογείων τον λέει Αλβανό»

«Μα και ο Βυζάντιος στη Βαβυλωνία, μιλώντας για τον καυγά του Κρητικού με τον Αρβανίτη, βάζει τον Λογιώτατο να λέει: Ο Κρης μετά του Αλβανού εμαχεσάτην».

«Οι Αιγινήτες πάντως καταφρονούσαν τους Αγγιστριώτες, που παλιά μιλούσαν αποκλειστικά αρβανίτικα, ως κατώτερους. Αν πιστέψουμε δε τον Λίσβα, η διαμάχη των δυο νησιών οφειλόταν στην κλοπή μιας γαϊδάρας».

«Τι λες τώρα;» απόρησε ο Αντρέας

«Αν τον είχες γνωρίσει αυτόν τον Λίσβα θα σου άρεσε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο σού ΄μοιαζε. Ήταν άνθρωπος του κρασιού και της παρέας. Δεν ήταν Αιγινήτης, ξενοκαρφίτης ήταν…».

«Πώς τον είπες;» απόρησε ο Αντρέας.

«Ξενοκαρφίτη. Έτσι λένε εδώ, υποτιμητικά, τους μέτοικους. Αυτός λοιπόν ο Λίσβας δημοσίευσε, στη δεκαετία του ΄20 μου φαίνεται, τη «Γαρουφιάδα», έμμετρη παρωδία της Ιλιάδας, πολύ έξυπνη και πολύ ευρηματική, που αναφερόταν στην κλοπή, απαγωγή τη λέει, μιας πολύ όμορφης γαϊδάρας, της Γαρούφως, από την Πέρδικα, που διέπραξαν κάτι Αγγιστριώτες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα δυο νησιά. Θα ψάξω στα βιβλιοπωλεία της πόλης να τη βρω και θα σου τη δώσω. Θα σ΄ αρέσει. Μέχρι και των «νηών κατάλογο», προσαρμοσμένον φυσικά στην ιστορία του, έχει, στους δε διαλόγους των αντιμαχομένων βάζει τους Αγγιστριώτες να μιλάνε αρβανίτικα».

Για λίγην ώρα πάψανε να μιλάνε. Συνέχισαν να διασχίζουν τον ελαιώνα, βυθισμένοι στις σκέψεις τους ο καθένας. Ο Αντρέας ήταν φανερό πως είχε επηρεαστεί  από το θαυμάσιο τοπίο, γιατί έγινε πολύ εκδηλωτικός και κάπως λυρικός.

«Τι τα θες, βρε Δήμο, η γυναικεία συντροφιά είναι μεγάλο πράμα. Είναι η γλύκα της ζωής. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι όταν σε βλέπω με τη Βασιλική. Την αγαπάς πολύ, έ;»

«Όπως σου είπα και προχτές είναι η μόνη μου αγάπη. Δεν αγάπησα άλλη γυναίκα και δεν πιστεύω πως θα αγαπήσω άλλη στο μέλλον. Εκείνη όμως βλέπει τη ζωή διαφορετικά και αυτό είναι το πρόβλημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 7 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο.
(Και κάτι άσχετο: Χτες συμπληρώθηκαν τα δυο χρόνια από τον θάνατο του Περικλή Κοροβέση. Συστήνω αυτό το ντοκιμαντέρ του φίλου Μιχάλη Αναστασίου). 

Το βράδυ, καθώς τα πίνανε σ΄ένα ουζερί της παραλίας, ο Αντρέας τον ρώτησε.

«Αν θες, μη μου απαντήσεις, αλλά όπως κατάλαβα, η Βασιλική δεν είναι απλώς μια παλιά σου φίλη».

«Σωστά το κατάλαβες. Είναι η πρώτη, η μόνη και η μεγάλη μου αγάπη».

Αυτά τα είπε με έναν τόνο τέτοιου πάθους στη φωνή του, που ο φίλος του, ακούγοντας τον, τον κοίταξε προσεχτικά. Φαίνεται πως δεν περίμενε παρόμοια ένταση από τον φλεγματικό Φιλέα Φονγκ που ήξερε. Δεν έκανε όμως κανένα σχόλιο.

Ο Δήμος, με την ενθάρρυνση του ούζου που πίνανε, αποφάσισε να του τα πει όλα. Ξεκίνησε από την παρέα του στη Νέα Σμύρνη, τη φιλία του με τον Αλέκο και τον Κώστα, την οργάνωσή τους στην ΕΠΟΝ, τους κατοπινούς κατατρεγμούς και κατέληξε στο πώς γνωρίστηκαν σε εκείνο το πάρτι της Κατερίνας. Βλέποντας πως ο Αντρέας τον άκουγε με μεγάλη προσοχή, πήρε θάρρος και συνέχισε για το πώς τα φτιάξανε με την Έζμπα, τη φλογερή περίοδο των πρώτων ερώτων τους, τη συμβίωσή τους επί πέντε χρόνια και για την κακορίζικη εκδρομή στην Αίγινα, που κατάληξε στο χωρισμό τους.

Η διήγηση του ήταν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, που δεν την είχε κάνει ποτέ ως τότε σε κανέναν. Ο Αντρέας τον άκουγε φανερά συγκινημένος και χωρίς καμιά πειραχτική παρατήρηση ή σχόλιο, από αυτά που συνήθιζε κι αυτό του έκανε καλό.

Όταν κάποτε σταμάτησε να μιλά ο Αντρέας τον ρώτησε:

«Για να καταλάβω, χωρίσατε, όχι γιατί μπήκανε τρίτα πρόσωπα ανάμεσά σας, ούτε για οικονομικούς λόγους, αλλά για ασυμφωνία χαρακτήρων, που λένε στα διαζύγια. Δε σου πήγαινε η κάπως ακατάστατη ζωή του καλλιτέχνη που έκανε και η θέλησή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη;»

«Ακριβώς, όπως το λες. Όλον τον καιρό που ζήσαμε μαζί στην Ηλιούπολη, αυτή η μποέμικη νοοτροπία της με ενοχλούσε πολύ».

«Α, ρε Φιλέα Φονγκ, δεν έχεις καταλάβει πως αυτή η ανεμελιά είναι το αλάτι της ζωής;»

«Μα και η επιμονή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη με ενοχλούσε. Καμιά φορά έδειχνε να με υποτιμά ή να μην με λογαριάζει».

«Κατά τα λοιπά είσαι αριστερός και εκ πεποιθήσεως οπαδός της ισότητας των δύο φύλων» τον πείραξε.

Ο Δήμος δεν απάντησε. Τι να πει; Δίκιο είχε. Εκείνος όμως πήρε ένα σοβαρό ύφος, που σπανίως εμφάνιζε.

«Δε μ΄ αρέσει να δίνω συμβουλές στους άλλους. Δε θεωρώ άλλωστε πως εγώ αποτελώ παράδειγμα προς μίμησιν, αλλά νομίζω πως σου παρουσιάζεται η ευκαιρία να τα ξαναφτιάξετε. Ρε μπαγάσα, σου ανοίγονται λαμπρές προοπτικές: μια σπουδαία γυναίκα, να ζήσεις μαζί της, ένας όμορφος τόπος, να μετατεθείς εδώ και ένα καταπληκτικό σπίτι, να κατοικήσεις. Σε ζηλεύω».

«Αυτό που λες μου δίνει μεγάλο θάρρος. Λες να δεχτεί να τα ξαναφτιάξουμε;»

«Τράβα μπρος και μη φοβάσαι» του λέει εκείνος γελώντας.

Όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκεφτόταν συνεχώς τι θα της έλεγε την επομένη και πώς εκείνη θα αντιμετώπιζε την πρότασή του να παντρευτούν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 130 Σχόλια »