Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Υπογλώσσια’

Ποιοι είναι αργυραγχωμένοι;

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2019

Μην ψάχνετε στο γκουγκλ, η δύσκολη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται -«τώρα γκουγκλίζεται», λέει μια σπηλαιωδης φωνή από ψηλά.

Τις προάλλες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής, που αυτόν τον καιρό μελετάει τις πρωτογενείς πηγές για το 1821 διότι ετοιμάζει ένα (σημαντικό, πιστεύω) βιβλίο για το θέμα, ρώτησε την ομήγυρη τι σημαίνει αυτή η λέξη, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την Εφημερίδα των Αθηνών, του 1825.

Όπως βλέπετε, το επίμαχο απόσπασμα είναι:

Διά όλα αυτά λοιπόν, τα μικρότατα πράγματα, οπού υψώνετε ώς τους Ουρανούς, και δια τα μεγάλα οπού σιωπαίνετε, ή πρέπει να είσθε αργυραγχωμένοι, ή πρέπει να [συμπληρώνω από την πίσω σελίδα] είσθε πολλά μικρόψυχοι και δειλοί. [Γράφει ‘δηλοί’ αλλά είναι τυπογραφικό λάθος]

Πρόκειται για απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο φ. 80 της Εφημερίδος Αθηνών (31.7.1825). Ο επιστολογράφος, που υπογράφει Σ.Φ.Ε. και στέλνει το γράμμα του από τα Μέγαρα με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1825, κατηγορεί την εφημερίδα ότι δεν τσιγκουνεύεται επαίνους για «τα μικρότατα και τιποτένια σχεδόν έργα, καθώς το σκότωμα ενός Τούρκου και το πάρσιμον ενός αλόγου και τα τοιαύτα, χωρίς να αναφέρη μήτε γρυ δι’ όσας μεγάλας αταξίας βλέπεις να γίνωνται». Και αναφέρει στη συνέχεια της επιστολής ατασθαλίες που δεν στηλιτεύτηκαν από την εφημερίδα όπως το «να μαχαιρώνουν οι στρατιώτες τους πολίτας και να μην παιδεύονται διά τούτο».

Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε όλη την επιστολή, ίσως και την απάντηση του συντάκτη -που δεν δίνεται στο ίδιο φύλλο αλλά υπάρχει υπόσχεση οτι θα δινόταν σε επόμενο- μια και είναι γραμμένη από ολοφάνερα μορφωμένο συντάκτη, που όμως χρησιμοποιεί απλούστερη καθαρεύουσα από αυτήν που επιβλήθηκε από το σχολείο μετά την ίδρυση του κράτους, με σαφείς παραχωρήσεις στη δημοτική: το πάρσιμο ενός αλόγου και όχι η σύλληψις ενός ίππου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Ας ειναι όμως, βάζω ακομα καναδυό προτάσεις για να δούμε πόσο οπισθοχωρήσαμε με την επιβολή της αρχαΐζουσας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αρχαία γραμματεία, Αρχαία ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 137 Σχόλια »

Δεν κολλάμε όλα τα μπρίκια

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, αναρτήθηκε η εξής φωτογραφία που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο τιμοκατάλογος είναι στα αγγλικά, αλλά προέρχεται από το, ας πούμε, καφενείο Dope στην οδό Αθηνάς. Δεν ξέρω αν έχουν άλλον τιμοκατάλογο στα ελληνικά, πάντως η αγγλογραφή δικαιολογείται αφού η πελατεία είναι κατά κύριο λόγο τουρίστες.

Η καινοτομία του τιμοκαταλόγου, που εξαιτίας αυτής δημοσίευσε τη φωτογραφία ο φίλος, είναι ότι αντί για φρέντο εσπρέσο και καπουτσίνο ή μάλλον αντί για Freddo, ο κατάλογος γράφει Cryo Espresso/Cappuccino.

Αυτή η καινοτομία δεν υπαγορεύτηκε από κάποιο πνεύμα προβολής της τρισχιλιόχρονης γλώσσας μας, αλλά, όπως εξήγησε ο μπαρίστας [όταν γράφουμε ελληνικά, μπαρίστα μπορεί να είναι θηλυκό μόνο] οι τουρίστες, εκτός των Ιταλών, δεν καταλάβαιναν τι θα πει Freddo, ενώ με το Cryo υποθέτει πως όλο και κάτι θα καταλάβουν (ιδίως αν έχουν κάνει σπουδές στην κρυογενετική, λέω εγώ).

Εγώ όμως πρόσεξα κάτι άλλο. Λίγο πιο κάτω από τον Cryo υπάρχει ο Imbrik Coffee. Αυτός είναι ο ελληνικός καφές ή ο τούρκικος καφές, αναλόγως πώς τον λέτε (μέχρι το 1974 όλοι τούρκικο τον λέγαμε). Η μετονομασία σε Imbrik Coffee δεν νομίζω να έγινε για να αποφύγει η επιχείρηση το δίλημμα αν θα το πει Greek ή Turkish. Ο όρος υπάρχει στα αγγλικά.

Υπάρχει αλλά… δεν γράφεται (ακριβώς) έτσι. Οι φίλοι που έγραψαν την πινακίδα έκαναν ένα λαθάκι, η τουρκική λέξη είναι ibrik, όχι imbrik. Μικρό το κακό, συμφωνώ, αλλά όταν πουλάς μούρη πρέπει να είσαι σωστός.

Θα καταλάβατε βεβαίως ότι από αυτό το ibrik προέρχεται και το δικό μας το μπρίκι, με το οποίο ψήνουμε τον καφέ -και το κολλάμε κιόλας.

Η εκφραση «μπρίκια κολλάμε;» (συνήθως έτσι διατυπώνεται, ερωτηματικά) χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσουμε ότι ξέρουμε τη δουλειά μας, είμαστε επιδέξιοι, έχουμε ικανοτητες σε αυτό που μας αναθέσανε ή με το οποίο καταπιαστήκαμε. «Τι νόμιζες αφεντικό, μπρίκια κολλάμε;» μπορεί να πει ο μάστορας στον πελάτη που τον παινεύει για τη δουλειά που έκανε ή που τον ρωτάει αν πήρε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Καφενειακά, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 299 Σχόλια »

Τα μυστήρια της πλατείας Πιγκάλ

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2019

Ωραίος τίτλος για αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν βρίσκετε; Ταιριαστό θα ήταν, θα μπορούσε να το έχει γράψει ο Σιμενόν -βέβαια θα έδινε κάποιον άλλο τίτλο, αλλά ο Έλληνας εκδότης, για πιο εμπορικό, θα τον άλλαζε, για να παραπέμψει στα Μυστήρια των Παρισίων, το μυθιστόρημα του Ευγενίου Σύη (Sue, όπως η Πέγκυ) που ηταν μεγάλο σουξέ στην εποχή του και περίγραφε τον υπόκοσμο του Παρισιού δίνοντας αφορμή να εμφανιστούν και ανάλογα «Μυστήρια» και στην ελληνική, για την Κωνσταντινούπολη. Ταιριάζει και με την πλατεία Πιγκάλ, που ήταν από τις μάλλον πονηρές περιοχές του Παρισιού το πάλαι ποτέ.

Αλλά τέτοιο μυθιστόρημα δεν έχει γραφτεί, απ’ όσο ξέρω. Κι ο τίτλος είναι δικός μου, επειδή το υπόλοιπο άρθρο δεν είναι. Δεν εννοώ ότι αναδημοσιεύω έτοιμο άρθρο από αλλού, αλλά ότι στηρίζομαι στη δουλειά που έκαναν άλλοι, εδώ και χρόνια, στο μεταφραστικό φόρουμ Λεξιλογία.

Το ζαχαροπλαστείο της φωτογραφίας, βέβαια, πήρε το όνομά του από την παριζιάνικη πλατεία, την πλατεία Πιγκάλ (place Pigalle). Tο Παρίσι είναι πάντοτε συνδεδεμένο και με τη μόδα και με τη γαστρονομία.

Πιγκάλ, άλλωστε, ήταν και το όνομα ενός κινηματογράφου στο κέντρο της Αθήνας -στα Πατήσια θαρρώ.

Όμως, πέρα από εμπορικές ονομασίες, η λέξη «πιγκάλ» στα καθ’ημάς, σημαίνει και κάτι άλλο, ένα αντικείμενο απαραίτητο μεν αλλά που γι’ αυτό αποφεύγουμε να μιλάμε και πολύ περισσότερο να το εκθειάζουμε.

Πιγκάλ είναι το βουρτσάκι με το οποίο καθαρίζουμε την τουαλέτα. Πώς άραγε το άδοξο αυτό εργαλείο πήρε το φινετσάτο όνομα της παριζιάνικης πλατείας;

Το ερώτημα τέθηκε χτες ή προχτές στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, οπου κάποιο μελος δημοσίευσε τη φωτογραφία που βλέπετε και αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να διαλέξουν ένα τόσο αταίριαστο όνομα.

Ωστόσο, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, πολύς κόσμος αγνοούσε ότι το βουρτσάκι λέγεται έτσι ή το είχε μάθει σχετικά πρόσφατα. «Στη Θεσσαλονίκη δεν το λέγαμε» είπε κάποιος. Να το μολογήσω, ούτε κι εγώ ήξερα πως το βουρτσάκι λέγεται έτσι και έφτασα τα πενήντα μου και το έλεγα, εντελώς πεζά και αντιτουριστικά, βουρτσάκι, αλλά πριν από κάμποσα χρόνια έγινε στη Λεξιλογία η σχετική συζήτηση και από τότε εξευρωπαΐστηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Παρίσι | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Η μπουγκουντοποίηση δεν θα περάσει!

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2019

Παρασκευή είναι σήμερα, ας βάλουμε κάτι ανάλαφρο.

Τη λέξη του τίτλου δεν θα την ξέρετε, αλλά, για μια φορά, δεν την έπλασα εγώ.

Πρόκειται για μια ελληνοβαρεμένη σελίδα του Φέισμπουκ με τον μετριόφρονα τιτλο «Ελληνική συμπαντική ετυμολογία», η οποία έχει, ανάμεσα στ’άλλα, κηρύξει τον πόλεμο στους φθόγγους «μπ», «ντ» και «γκ» επειδή τους θεωρεί ξένους προς την ελληνική γλώσσα.

Μια τελευταία δημοσίευση στη σελίδα αυτή έχει την εξής εικόνα, έναν νεαρό με χλαμύδα που ίσως είναι ντυμένος γαμπρός και δίπλα το σύνθημα:

Γαμβρός, όχι γαμπρός.

Βγάλε τα μπ, γκ, ντ από την ελληνική γλώσσα. Δεν είσαι βάρβαρος.

Η εικόνα συνοδεύεται και από το εξής κείμενο:

Γάμβρος εἰσέρχεται ἴσος Ἄρευι,
ἄνδρος μεγάλω πόλυ μέζων.
Ἀποσπασμάτιον Ποιήματος ΣαπφοῦςΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ Η ΕΡΑΣΜΙΑΚΗ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ…!!!

ΥΠΕΡΙΣΧΥΕΙ ΓΑΡ Η ΑΡΧΕΓΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΩΝ ΘΕΪΚΩΝ ΑΦΩΝΩΝ ΒΗΤΑ ΓΑΜΜΑ ΔΕΛΤΑ ΚΑΙ ΘΗΤΑ…ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟΝ ΕΠΕΘΥΜΗΣΑΝ ΟΙ ΕΡΑΣΜΙΤΑΙ…

Η ΜΠΟΥΓΚΟΥΝΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΒΗΤΑ ΓΑΜΜΑ ΚΑΙ ΔΕΛΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΗ ΕΙΣ ΠΕΙΣΜΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΔΗΠΟΤΕ ΑΝΘΕΛΛΗΝΩΝ.

Μας λένε δηλαδή οι αρχαιοβαρεμένοι συμπατριώτες μας ότι επειδή στη Σαπφώ υπάρχει ο τύπος «γαμβρός» αποδεικνύεται εσφαλμένη η λεγόμενη ερασμιακή προφορά και ότι δεν πρέπει να λέμε «γαμπρός» διότι περιέχει το βάρβαρο μπ.

Αλλά βέβαια το ζουμί είναι στην κατακλείδα που μου έδωσε και τον τίτλο του άρθρου:

Η μπουγκουντοποίησις των γραμμάτων βήτα, γάμμα και δέλτα δεν θα περάσει!

(Προσέξτε και την υποτακτική, προσέξτε και το σχιζολεκτικό «όποιων δήποτε»)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαιολατρία, Ευτράπελα, Ελληνοβαρεμένοι, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 241 Σχόλια »

Ο μπερντές των Βρετανών

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2019

Τα άρθρα που βάζω στο ιστολόγιο κάθε μέρα, τα αναδημοσιεύω και στο Φέισμπουκ όπως και στο Τουίτερ -στη μια περίπτωση αυτό γίνεται αυτόματα, στην άλλη πρέπει να το φροντίσω εγώ. Στο Φέισμπουκ γίνεται συχνά συζήτηση για τα άρθρα, αλλά ποτέ δεν φτάνει σε μεγάλο αριθμό σχολίων όπως στο ιστολόγιο -το κάθε μέσο έχει τις ιδιομορφίες του. Στο Τουίτερ πολύ πιο σπάνια γίνεται συζήτηση.

Το σημερινό άρθρο είναι εξαίρεση, με την έννοια ότι γεννήθηκε από ένα σύντομο σχόλιο που έκανα στο Φέισμπουκ, και που το συντόμεψα ακόμα περισσότερο στο Τουίτερ -όπου, να θυμίσω, το όριο είναι 280 χαρακτήρες, παναπεί καμιά σαρανταριά λέξεις, αντε 50. Είδα όμως πως το θέμα έχει αρκετό ενδιαφέρον και θα’ταν κρίμα να μην δημοσιευτεί και στο ιστολόγιο, που είναι και το πιο μόνιμο από τα τρία βήματα δημοσιευσης, κι έτσι γράφω το σημερινό άρθρο, στο οποίο ενσωματώνω πολλά πράγματα από τη συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων, και βέβαια το κοινό του ιστολογίου δεν ταυτίζεται με το κοινό του Φέισμπουκ ή του Τουίτερ -δυσκολεύομαι ακόμα να γράψω «τα κοινά», πάντως εικάζω πως η τομή των τριών συνόλων δεν θα είναι ιδιαίτερα πολυμελής.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα το έχετε αντιληφθεί, τα έχουν μπλέξει κάπως με το Μπρέξιτ. Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών υποστηρίζει ότι θα σεβαστεί την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου για το Μπρέξιτ, κάτι που σημαίνει στην πράξη ότι, αν δεν υποχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οδεύουμε προς άτακτο Μπρέξιτ, χωρίς συμφωνία δηλαδή.

Ο ηγέτης των Εργατικών, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, σε επιστολή που έστειλε στους άλλους ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης, δήλωσε την πρόθεσή του να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης.

Σε περίπτωση που η πρόταση αυτή στεφθεί με επιτυχία, με τη βοήθεια προφανώς «ανταρτών» βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος, ο Κόρμπιν ζήτησε τη στήριξη των άλλων κομμάτων για να σχηματίσει κυβέρνηση αυστηρά περιορισμένου χρόνου με στόχο να συμφωνηθεί με την ΕΕ η μετάθεση της ημερομηνίας αποχώρησης, και στη συνέχεια να συγκαλέσει εκλογές ώστε να αποφασίσει ο λαός αν θέλει την αποχώρηση από την ΕΕ ή την παραμονή.

Η ιδέα του Κόρμπιν έχει τα θετικά της αλλά δεν είναι καθόλου βεβαιο πως θα εξασφαλίσει τη συμφωνία άλλων κομμάτων. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν γινόταν ένα δεύτερο δημοψήφισμα (κάτι που μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει), το αποτέλεσμα μάλλον θα ήταν το ίδιο.

Αυτά μπορούμε να τα συζητήσουμε στα σχόλια, όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι θα λεξιλογήσουμε για τον μπερντέ των Βρετανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βουλή, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Διεθνής πολιτική, Ευρωπαϊκή Ένωση, Λαπαθιώτης, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Μεζεδάκια του καύσωνα

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2019

Μόνο που ο καύσωνας δεν βρίσκεται εκεί απ’ όπου με διαβάζετε οι περισσότεροι, αλλά εκεί απ’ όπου γράφω εγώ, ή μάλλον λίγο πιο κάτω. Για πρώτη φορά στην ιστορία, τέσσερις νομοί της Νότιας Γαλλίας κηρύχτηκαν από χτες σε κατάσταση «κόκκινου συναγερμού για καύσωνα», μια κατηγορία έκτακτης κατάστασης που θεσπίστηκε μετά τον φονικό καυσωνα του 2003 με τις 15.000 νεκρούς.

Χτες λοιπόν οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν τους 45 βαθμούς σε μερικές περιοχές, με ρεκόρ τους 45,9 στην περιοχή της Νιμ, που παραδοσιακά είναι η πιο ζεστή της μητροπολιτικής Γαλλίας. Eκεί είχε σημειωθεί, τον Αύγουστο του 2003, το προηγούμενο ρεκόρ όλων των εποχών με 44,1 βαθμούς. Φέτος όμως βρισκόμαστε ακόμη στα τέλη Ιουνίου…

* Κωμικός τίτλος σε τραγικό γεγονός:

Νεκρός Βολιώτης πνίγηκε από φαγητό, είναι ο τίτλος. Δεν θα το μάσησε καλά, σχολίασε φίλος.

* Γουστόζικο ορθογραφικό σε τίτλο:

Σκηνές απείρου κάλους με Βελόπουλο στο Κόντρα.

Δεν θα το επισήμαινα κανονικά, δεν είναι και τόσο σπουδαίο, αλλά μου φάνηκε ταιριαστό με τα πρόσωπα του δράματος.

* Κι άλλο γουστόζικο ορθογραφικό, σε άρθρο εκπαιδευτικού ιστότοπου σχετικά με τις δηλώσεις του Κ. Χατζηδάκη για το πρόγραμμα της ΝΔ για την παιδεία:

«Εμείς πιστεύουμε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική που στηρίζεται στην προσπάθεια, την άμυλα, την αξιοκρατία» είπε, παρουσιάζοντας τους βασικούς πυλώνες του προγράμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Παρά τα εισαγωγικά, το λάθος μάλλον στον ιστότοπο χρεώνεται. Και πάλι, όπως και το προηγούμενο, είναι λάθος που δεν το πιάνει ο καημένος ο Σπελ Τσέκερ.

Αλλά η υπόθεση είχε και συνέχεια, διότι στο Φέισμπουκ κάποιος επισήμανε με ειρωνικό σχόλιο το λάθος και συνέχισε: άμμιλα είναι το σωστό!

Στην αρχή νόμιζα ότι το έλεγε στ’ αστεία, αλλά μάλλον είχαμε μιαν ακόμα εκδήλωση του νόμου του Μέφρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Εκλογές, Θηλυκό γένος, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 243 Σχόλια »

Προσεκτικοί ομιλητές, αυτολογοκρισία και το στοίχημα του Πασκάλ

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβουμε εν μέρει ένα παλιότερο, όχι επειδή θέλω να ξεκουραστώ από το μαγγανοπήγαδο της καθημερινής ιστογραφίας αλλά διότι προστέθηκαν νέα στοιχεία στη συζήτηση.

Στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια ανέκυψε χτες, για πέμπτη ή δέκατη φορά, το… ακανθώδες ερώτημα αν «το σωστό» είναι να λέμε «αυτό αφορά τον τάδε» ή «αυτό αφορά στον τάδε». Έτσι γίνεται όταν συζητάμε στα ιστολόγια, τα φόρουμ και τα κοινωνικά μέσα, αφού το κοινό που απαρτίζει την ομήγυρη ανανεώνεται και μεταβάλλεται κι έτσι τα ίδια ερωτήματα, παρόλο που έχουν συζητηθεί ήδη, τίθενται ξανά και ξανά.

Το θέμα το έχουμε συζητήσει και εδώ, στο ιστολόγιο -και ως απάντηση στην ερώτηση παρέθεσα το περσινό μας άρθρο.

Μια φίλη, που είναι μάχιμη φιλόλογος, σχολίασε ως εξής:

Συμφωνώ απολύτως με την απρόθετη χρήση – και επίσης ταιριάζει περισσότερο στο γλωσσικό μου αισθητήριο. Αλλά έχω το εξής πρόβλημα: κρίνομαι ως φιλόλογος και στο μυαλό πολλών, αν με ακούσουν να λέω «αφορά το», θα χαρακτηριστώ αστοιχείωτη. Αυτό με «υποχρεώνει» να χρησιμοποιώ το «αφορά στο», ώστε να είμαι «σωστή» σε κάθε περίπτωση.

Και συνόδεψε το σχόλιό της με μια λυπημένη φατσούλα 😦 για να δείξει ότι δεν το κάνει με χαρά της αυτό.

Η φίλη μας δηλαδή παραδέχτηκε ότι ενώ εκείνη θεωρεί σωστή και στρωτή τη σύνταξη «αυτό αφορά την τάξη μας», επειδή είναι φιλόλογος και φοβάται μήπως άλλοι (γονείς μαθητών; συνάδελφοι; ο διευθυντής;) τη χαρακτηρίσουν αστοιχείωτη, εξαναγκάζεται να χρησιμοποιεί τη σύνταξη «αυτό αφορά στην τάξη μας» για να έχει τα νώτα της καλυμμένα (αυτήν ακριβώς τη διατύπωση χρησιμοποίησε στη συνέχεια της συζήτησης.

Το βρίσκω ανθρώπινο από μέρους της αλλά εξοργιστικό που αναγκάζεται σε μια τέτοια γλωσσική αυτολογοκρισία και στρέβλωση.

Της έγραψα: Αχ, σας καταλαβαίνω, αλλά είναι σωστό να κάνουμε το χατίρι των ηλιθίων; (Διότι ηλίθιος είναι όποιος κακοχαρακτηρίσει φιλόλογο επειδή γράφει «αφορά το τάδε θέμα» αντί για «αφορά στο τάδε θέμα»).

Τη δική μου θέση την ξέρετε. Θεωρώ εξίσου αποδεκτούς τους δύο τύπους και προσωπικά χρησιμοποιώ τον απρόθετο («αφορά το») πάντοτε. Άλλοι (λιγότεροι προς το παρόν) χρησιμοποιούν πάντοτε τον εμπρόθετο τύπο, κάποιοι χρησιμοποιούν πότε τον ένα και πότε τον άλλον ενώ κάποιοι κάνουν και διάκριση ανάλογα με τις σημασίες του ρήματος.

Το βέβαιο είναι ότι πριν από 25 χρόνια ο απρόθετος τύπος (αφορά το) ήταν ακόμα πιο συχνός απ’ό,τι είναι σήμερα. Την αύξηση της χρήσης του εμπρόθετου τύπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε σημαντικό βαθμό στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

Στο λεξικό αυτό, σημειώνεται, σε ειδικό πλαίσιο και με μαύρα στοιχεία:

Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Επαναλήψεις, Εκπαίδευση, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Θωμαδικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2019

Ή αλλιώς, του Θωμά, αφού αύριο είναι η Κυριακή του Θωμά (για όσους γιορτάζουν, έχουμε βάλει άρθρο για το όνομα) ενώ μεθαύριο έχουμε την αποφράδα Δευτέρα του Θωμά -αποφράδα για τους μαθητες βεβαίως, τουλάχιστον όταν ήμουν εγώ, αφού τότε πηγαίναμε σχολείο μετά τις διακοπές του Πάσχα, και νομίζω ότι και τώρα αυτό ισχύει.

Αν όμως θέλαμε να φτιάξουμε έναν μονολεκτικό όρο, είτε επειδή τον είχαμε ανάγκη είτε επειδή είχαμε βάλει στόχο να φτάσουμε τα 5.000.000 λέξεις και να τρώμε ολοι με χρυσά κουτάλια, πώς θα λέγαμε αυτόν που αναφέρεται στον Θωμά;

Οι Άγγλοι έχουν το Thomasian, που μας οδηγεί στο Θωμασιανός. Δεν γκουγκλίζεται. Εγώ σκέφτηκα το «Θωμαδικός» κατ’ αναλογία προς το «Νουμαδικός» που λεγόταν την εποχή που έβγαινε η εφημερίδα Νουμάς, όργανο του μαχητικού δημοτικισμού, και εννοούσε τους ανθρώπους που έγραφαν στο περιοδικό ή που συμμερίζονταν τη γλωσσική ιδεολογία του. Το Θωμαδικός στραβογκουγκλίζεται (δηλ. βρίσκεις ανευρέσεις του τύπου: Θωμά, δικό σου είναι) αλλά για κάποιο λόγο το προτιμώ.

* Μια και μιλάμε για καινούργιες λέξεις, στο πασχαλινό ρεπορτάζ επισήμανα μιαν ακόμα λέξη που δεν την ήξερα, τη λέξη «πάνσεκτος». Τη βρήκα στη δήλωση του κ. Δαμιανού, που είναι ο Έξαρχος του Πανάγιου Τάφου στην Ελλάδα, ο οποίος, με την ευκαιρία της άφιξης του Αγίου Φωτός είπε τα εξής στο ΑΠΕ/ΜΠΕ:

Από την ‘Αγια Πόλη των Ιεροσολύμων, τη σεπτή εγκρίσει και ευλογία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλου Γ’ , μεταφέρουμε το ‘Αγιο Φως στη φίλτατη πατρίδα Ελλάδα. Εκ του πανσέκτου πανίερου Ναού της Αναστάσεως, το κοσμοχαρμόσυνο μήνυμα του της Θεού Χριστού Αναστάσεως μεταβαίνει σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης.

Θα το καταλάβατε, η καινούργια λέξη που μόλις γεννήθηκε είναι άκυρη, πρόκειται για ανεμογκάστρι ή πιο σωστά για τυπογραφικό λάθος: πάνσεπτος είναι ο πανίερος Ναός, όχι πάνσεκτος, δεν έχει σχέση με σέχτες ή τουλάχιστον δεν το λέει.

Λάθος είναι βέβαια και η συνεχιζόμενη υποδοχή του Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού κράτους από μια αριστερή κυβέρνηση, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση (είχαμε, πάντως, γράψει).

* Ένα πασχαλινό που ψάρεψα στο Τουίτερ. Ο Τζέφρι Πάιατ, ο Αμερικανός πρέσβης, ανεβάζει μια φωτογραφία (μάλλον από τον εορτασμό στην Κέρκυρα) και γράφει «Xronia polla!»

Οπότε ο ντόπιος φωστήρας δημοσιογράφος ανταποδίδει τη φιλοφρόνηση: Xronia polla and to you!

Διοτι, αφού στα ελληνικά θα λέγαμε «και σε σένα», στα αγγλικά πρέπει να πούμε and to you, έτσι δεν είναι; Όλα από εμάς τα πήρανε, αφού!

* Το επόμενο μαργαριτάρι είναι μεταφραστικό, και κάθε άλλο παρά φρέσκο είναι. Αλλά είναι γουστόζικο και είναι και σοβαρό, αφού πρόκειται για μεταφραστικό  λάθος σε τίτλο βιβλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Λουξεμβούργο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Τίτλοι | Με ετικέτα: , , , , , , , | 175 Σχόλια »

Αντιζολώτας

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2019

Οι περισσότεροι θα έχετε ακούσει κάτι για τις δυο ομιλίες του Ξενοφώντα Ζολώτα στις οποίες μίλησε αγγλικά χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά λέξεις ελληνικής προέλευσης. Ίσως να μην τις θυμάστε, ίσως να μην ξέρετε πότε τις εκφώνησε, αλλά θα τις έχετε σίγουρα ακουστά.

Για ένα γλωσσικό ιστολόγιο, θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη να μην έχουμε ασχοληθεί με τις ομιλίες αυτές. Φυσικά, έχουμε βάλει σχετικό άρθρο, και μάλιστα πριν από εννιά χρόνια. Τα παλιά άρθρα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον συνηθίζω να τα αναδημοσιεύω, αλλά αυτό ειδικά δεν το έχω ξαναβάλει. Σήμερα θα επισκεφτούμε ξανά το ίδιο θέμα αλλά από μιαν άλλη σκοπιά.

Οι δυο ομιλίες του Ζολώτα, έτσι κι αλλιώς, επανέρχονται συχνά στην (καφενειακή) συζήτηση περί τα γλωσσικά. Όχι για να επαινεθεί ο οίστρος ενός κοφτερού μυαλού, που διάλεξε αυτόν τον τρόπο για να ξυπνήσει τα φιλελληνικά αισθήματα των ισχυρών της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά, δυστυχώς, για να υποστηριχτούν αντιεπιστημονικές αγλωσσολόγητες θέσεις για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας. Πολύ πρόσφατα, σε ένα εντυπωσιακά βλακώδες άρθρο του in.gr διαβάσαμε μάλιστα  για τη «μαγική ομιλία» του Ζολώτα.

Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ο χαρακτηρισμός «μαγική» δεν είναι και τόσο άστοχος, αφού εκφράζει σωστά τη σχέση των περισσότερων ελληνοβαρεμένων με την ελληνική γλώσσα γενικά και με την ομιλία αυτή ειδικότερα. Θεωρούν τα αρχαία ελληνικά σαν είδος ξόρκι, όπως οι παλιοί Ποσειδωνιάτες, και ανοίγουν διάπλατα το στόμα και στην παραμικρή αρχαιοελληνικούρα, όσο ασύνταχτη ή ακατανόητη κι αν είναι.

Με την ομιλία Ζολώτα, η μαγεία πιάνει και για τα ελληνογενή αγγλικά. Πολύ χαρακτηριστικά, από το κείμενο της δεύτερης ομιλίας που διακινούν οι διάφοροι ελληνοβαρεμένοι λείπουν μια καίρια λέξη και μάλιστα στην αρχή.

Πράγματι, στο παραπάνω ανόητο άρθρο του in.gr όπως και σε πολλούς άλλους ιστότοπους θα βρείτε τη φράση: ….that we should agonize the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Αυτό δεν βγάζει νόημα, βέβαια. Λείπει μια λέξη: …that we should agonize between the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Aυτή την έλλειψη του κειμένου τόσον καιρό κανείς δεν την έχει πάρει χαμπάρι -και δεν την έχει πάρει χαμπάρι διότι όσοι το διάβασαν δεν προσδοκούσαν να βγάλουν νόημα αλλά αρκούνταν στο να νανουρίζονται ακούγοντας λέξεις που μοιάζουν αρχαίες ελληνικές.

Οι ομιλίες Ζολώτα είναι γραμμένες με αγγλικές λέξεις αλλά πολύ αμφιβάλλω αν είναι κατανοητές από μη ελληνομαθείς Άγγλους φυσικούς ομιλητές. Ο λόγος είναι ότι, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του, δηλ. να χρησιμοποιήσει μόνο λέξεις ελληνικής προέλευσης με εξαίρεση ορισμένα άρθρα, συνδέσμους, επιρρήματα και βοηθητικά ρήματα, ο Ζολώτας αναγκάστηκε να ρίξει τα δίχτυα του στα πολύ βαθιά νερά της αγγλικής γλώσσας -και θα ξέρετε βέβαια ότι στις αβύσσους κατοικούν όντα που μας φαίνονται τερατόμορφα.

Για να το δούμε αυτό, ας πάρουμε την πρώτη-πρώτη ημιπερίοδο της πρώτης ομιλίας:

Kyrie, I eulogize the archons of the Panethnic Numismatic Thesaurus and the Ecumenical Trapeza

To Kyrie είναι σύντομη μορφή του Kyrie eleison και χρησιμοποιείται μόνο σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα για ένα κομμάτι της θείας λειτουργίας. Η λέξη archon χρησιμοποιείται κυρίως για τους επώνυμους άρχοντες της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη panethnic που υποτίθεται ότι σημαίνει International δεν υπάρχει στο OED, το μεγαλύτερο λεξικό της αγγλικής γλώσσας -και δεν είναι σημασιολογικά διαφανής για έναν Αγγλοσάξονα. Το numismatic υπάρχει βέβαια, αλλά αναφέρεται κυρίως στη συλλογή νομισμάτων σαν χόμπι και όχι στη νομισματική πολιτική. Η βασική σημασία της λέξης thesaurus είναι στη λεξικογραφία για ένα ειδικό είδος λεξικού όπου τα λήμματα ομαδοποιούνται κατά θεματικές ενότητες, σαν το Roget’s Thesaurus ενώ στην πληροφορική σημαίνει μια ιεραρχημένη λίστα από λέξεις-κλειδιά. Ο μορφωμένος Βρετανός μόνο αυτές τις σημασίες ξέρει, αν τις ξέρει. Σε καμιά περίπτωση δεν χρησιμοποιείται η λέξη για χρήματα και ταμεία. Τέλος, η λέξη Trapeza δεν υπάρχει, ούτε αυτή, στο OED. Υπάρχει η λέξη trapeze, που όμως είναι η δοκός των ακροβατών με τα σκοινιά που κρέμεται από την οροφή του τσίρκου.

Επομένως, τις ομιλίες του Ζολώτα αξίζει να τις δούμε μόνο σαν παιχνίδι με τις λέξεις, αφού είναι κατανοητές μόνο από λίγους αγγλομαθείς Έλληνες.

Αν τα κείμενα του Ζολώτα τα δούμε σαν γλωσσική άσκηση, είναι απολαυστικά· αν θελήσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα, φοβάμαι πως θα πέσουμε έξω. Για να φέρω ένα αντιπαράδειγμα: εξαιρετική γλωσσική άσκηση από ένα πολύ κοφτερό μυαλό είναι τα κείμενα του Ζορζ Περέκ, ο οποίος κατάφερε (το θηρίο!) να γράψει κοτζάμ μυθιστόρημα εκατοντάδων σελίδων (La disparition) χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε μία φορά το συχνότερο γράμμα της γαλλικής γλώσσας, το e! Μένουμε έκθαμβοι για το κατόρθωμα, αλλά τάχα στέκει να συμπεράνουμε απ’ αυτό πως το γράμμα e είναι περιττό στα γαλλικά;

Έπειτα, το όντως μεγάλο ποσοστό ελληνογενών λέξεων της αγγλικής γλώσσας είναι ελαφρώς παραπλανητικό με την έννοια ότι οι περισσότερες από τις λέξεις αυτές είναι σπάνιες. Με μια στατιστική που είχα κάνει, και που ίσως την παρουσιάσω κάποτε, καμιά από τις 100 συχνότερες λέξεις της αγγλικής γλώσσας δεν είναι ελληνικής αρχής. Αν πάμε στις 1000 συχνότερες, βρίσκουμε περί τις 48 ελληνογενείς λέξεις.

Κι έπειτα, υπάρχει και η αντίθετη όψη του νομίσματος· μπορεί η ελληνική να έχει μπολιάσει τις γλώσσες όλου του κόσμου (και ιδίως τις ευρωπαϊκές) με πλήθος λέξεις, έχει όμως κι αυτή μπολιαστεί με τη σειρά της, κάτι που καμιά φορά το ξεχνάμε. Διασκεδαστικό βρίσκω ένα εγχείρημα παρόμοιο με του Ζολώτα αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, από τον γνωστό συγγραφέα Νίκο Δήμου, που το ξεσηκώνω από το Ειρωνικό νεοελληνικό λεξικό του:

Έλληνας (ο από 3.000 ετών): Ο τυπικός Ρωμιός είναι λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος. Καμιά φορά τεμπέλης, το ρίχνει στο χουζούρι και στο ραχάτι – μαχμουρλής, στο ντιβάνι, κοιτάει το ταβάνι. Του αρέσει ο παράς, το μπαξίσι, το κέφι και το γλέντι. Άμα τον πιάσει ο σεβντάς ή ο νταλγκάς για καμιά νταρντάνα, γίνεται νταής (μπελάς, ο γρουσούζης!) και άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς.

Όπως επισημαίνει ο Ν. Δήμου, όλα τα ουσιαστικά και τα επίθετα του κειμένου (εκτός από το «τυπικός» και το «καμιά φορά», προσθέτω εγώ) είναι ξένα δάνεια. Είκοσι πέντε τουρκικά, τρία αλβανικά, δύο ιταλικά και ένα σλαβικό.

Θα αντιτείνετε ίσως ότι στο κείμενο του Δήμου τα ρήματα είναι ελληνοπρεπή –και θα συμφωνήσω. Πράγματι, τα ελληνικά δεν έχουν δανειστεί πολλά ρήματα, πράγμα που εξηγείται από τη δομή της γλώσσας· ωστόσο, εύκολα μπορούμε να κάνουμε ακόμα πιο ξενικό το κείμενο, αλλάζοντας λογουχάρη το «του αρέσει» με το ιταλοφερμένο «γουστάρει», ή το «κοιτάζει» με το τουρκοφερμένο «χαζεύει» αν και για να αντικατασταθούν όλες οι αυτόχθονες λέξεις θα πρέπει μάλλον να ανατρέξουμε σε μικρασιατικά ή σε παλιά επτανησιακά ιδιώματα, όπου υπάρχουν άφθονα δάνεια ρήματα, από τα τουρκικά και τα ενετικά αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, το κείμενο του Νίκου Δήμου είναι –θα συμφωνήσετε, πιστεύω– εντελώς κατανοητό από οποιονδήποτε Έλληνα το διαβάσει και όλες οι λέξεις που χρησιμοποιεί υπάρχουν στην κοινή χρήση και στα κοινά λεξικά, π.χ. στο ΛΚΝ.

Πρόσφατα, στην ομάδα Υπογλώσσια, ο Χρήστος Μασμανίδης, που έχει μάτι που κόβει και μεγάλο ενδιαφέρον για τη γλώσσα αν και δεν έχει κάνει ειδικές σπουδές, έφτιαξε ένα ακόμα εκτενέστερο κείμενο. Παρά τον τίτλο που δίνω στο άρθρο, δηλαδή Αντιζολώτας, πρέπει να πω ότι ο Χρ.Μ. δεν διεκδίκησε τέτοιες δάφνες, ούτε καν  παρουσίασε το κείμενό του ως απάντηση στις ομιλίες Ζολώτα. Εγώ σκέφτηκα να βάλω τον τίτλο αυτό, και τον εννοώ αντίστροφα και όχι αντίθετα.

Το αντίστροφο λοιπόν λεκτικό παιχνίδι του Χρήστου Μασμανίδη:

Μιλώ …ελληνικά!

Έκανα μπάνιο, φόρεσα κάλτσες, παπούτσια, φόρμες και το σπορ μπουφάν.
Πήρα απ’ το ντουλάπι της κουζίνας το μπρίκι, έψησα καφέ και ήπια δυο τζούρες.
Σερφάρισα στο λάπτοπ και μετά σκούπισα τη μοκέτα κι έκανα φασίνα στο παρκέ. Άνοιξα την πόρτα κι έκανα και τις σκάλες.

Πήγα στον μανάβη και ψώνισα ντομάτες, πατάτες, μελιτζάνες και μπρόκολα, στο χασάπη μπριζόλες και κιμά. Είχε μποτιλιάρισμα. Από τα κορναρίσματα και τη φασαρία τα πήρα στο φουλ.

Γύρισα στο μαγαζί και σκούπισα το μπαρ και τα μπουκάλια στα ράφια, τα κάδρα και τα σποτάκια. Δυο τακίμια κουβέντιαζαν ενώ έξω σηκώθηκε μπουρίνι, οχτώ μποφώρ. Μάζεψα την τεντα. Σενιάρισα πολυθρόνες, σκαμπό, καρέκλες, ρεσώ, τασάκια και με Άζαξ εκανα τα τζάμια. Τότε αριβάρησε φουριόζα η γκόμενα του ενός από τ’ αλάνια και τον μπινελίκωσε: «Είσαι μπεκρής, μπερμπάντης και χαραμοφάης!» Έγινε σαματάς και τζερτζελές. Αυτή του έσκισε την μπλούζα κι αυτός της χαλασε το φερμουάρ απο το παντελόνι. Τότε εκείνη του έριξε μερικές με την τσάντα και καναδυό ομπρελιές. Στο φινάλε όμως καλμαρισαν και ήπιαν μπίρες.

Μετά ήρθε ένας μάστορας κι ένας ντεκορατέρ με ένα πλάνο για το ντιζάιν του μαγαζιού. Είχε γούστο το κόνσεπτ, αλλά τελικά μπλοκάρισα το πρότζεκτ επειδή ήταν μεγάλο το μπάτζετ.

Ο μάστορας μου εκανε κατι τζιριτζάντζουλες αλλά τον τουμπέκιασα και του’πα να αμπαλάρει πάλι τα κατσαβίδια, τις τανάλιες, τις πένσες, τα σκαρπέλα και τα ρέστα. Τα έβαλε στο βαλιτσάκι του και είπε αντίο.

Το μεσημέρι χλαπάκιασα ντολμαδάκια και ρούφηξα μια μποτίλια τσίπουρο.

Μετά έκανα ζάπινγκ στα κανάλια, στον καναπέ, και αφού μπούχτισα την έπεσα στο ντιβάνι με μια κουβέρτα.
Κοιμήθηκα λίγο. Μετά πήγα στο μπανιο και έκανα ντουζ. Σκουπίστηκα με την πετσέτα, έβαλα κρέμες και κολόνιες, φορεσα κουστούμι, γραβάτα, γιλέκο και μοντέρνα, στυλάτα μανικετόκουμπα.

Τράβηξα την κουρτίνα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ακούμπησα στα κάγκελα και χάζευα τον δρόμο. Κιαλάρησα δυο τσούπες με δυο μάγκες στο σοκάκι που σουλατσάρανε στο καλντερίμι.

Πήγα στο ραντεβού στρεσαρισμένος. Πρώτα καφετέρια και μετά σινεμά.

Το νεο μου φλερτ είχε στυλ και χιούμορ με γουστόζικες ατάκες και φινέτσα. Μετά το σινεμά πήγαμε στο κλαμπ και ήπιαμε κονιακ καπνίζοντας εγώ πούρο κι εκείνη τσιγάρα. Είχε λιγο ντουμάνι αλλά τα ντεσιμπέλ με εξιτάρανε και ανεβήκαμε στην πίστα. Κάναμε σπέσιαλ φιγούρες σε ρυθμούς λάτιν.

Καταλήξαμε σ’ ενα μοτέλ. Ο μπαγάσας ο ρεσεψιονίστας μας μπάνιζε σαν ρουφιάνος. Ανεβηκαμε στη σουίτα με το ασανσέρ,

Εμεινα εγώ με το σλιπ και αυτή με το στριγκ. Έπαθα αμόκ,  τα ‘σκισα και κάναμε σεξ.

Περίπου 400 λέξεις από τις οποίες όλα τα ουσιαστικά και τα περισσότερα επίθετα είναι ξένα δάνεια, όπως και λιγοστά ρήματα. Υπάρχουν μερικά αντιδάνεια, βέβαια, αλλά κι αυτά δάνεια είναι. Κάποιες λέξεις είναι της αργκό, αλλά καμιά δεν είναι πολύ δυσνόητη -ο Χρ.Μ. είχε κάπου «ζάντζες», που είναι ιδιωματικό της Δυτικής Ελλάδας, και το άλλαξα σε «τζιριτζάντζουλες». Πρόσθεσα επίσης κάμποσα δικά μου -ελπίζω να μην το παράκανα. Πάντως είναι αρκετά εύκολο να προσθέσουμε κι άλλα ξενόφερτα ουσιαστικά: φαγητά, σύνεργα και έπιπλα, είδη ένδυσης και υπόδησης.

Θα παραδεχτώ ότι το κείμενο του Μασμανίδη μιλάει για πεζά και ευτελή πράγματα της καθημερινότητας, ενώ του Ζολώτα κινείται στις υψηλές σφαίρες της οικονομίας.

Από την άλλη, το κείμενο του Μασμανίδη το καταλαβαίνουν σχεδόν όλοι οι ενήλικοι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής -ενώ τις ομιλίες του Ζολώτα σχεδόν κανείς φυσικός ομιλητής της αγγλικής. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Posted in Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Τα πρώτα μεζεδάκια της δεύτερης δεκαετίας

Posted by sarant στο 17 Φεβρουαρίου, 2019

Aυτή τη φορα δεν είχα δισταγμό για τον τίτλο που θα έβαζα στο καθιερωμένο σαββατιάτικο πολυσυλλεκτικό άρθρο μας για τα περίεργα και τα στραβά που ψάρεψε η απόχη μας μέσα στη βδομάδα που πέρασε. Σαββατιάτικο είπα; Από τη συνήθεια. Βλέπετε, ακριβώς εξαιτίας της περίστασης, το άρθρο που ήταν να δημοσιευτεί χτες μετατέθηκε για σήμερα κι έγινε κυριακάτικο. Ποια περίσταση; Ότι χτες το ιστολόγιο γιόρτασε τα δέκατα γενέθλιά του κι έτσι από σήμερα μπαίνουμε στη δεύτερη δεκαετία της ύπαρξής του.

Θα μπορούσα να βάλω και τίτλο «Δεκάχρονα μεζεδάκια» ή «Δέκα χρόνια μεζεδάκια» αλλά θα ήταν λιγότερο ακριβές, αφού, όπως θυμούνται οι πολύ παλιοί, τον πρώτο καιρό δεν δημοσιεύαμε τέτοιο πολυσυλλεκτικό άρθρο, ενώ πολύ συχνά αφιερώναμε ολόκληρο (μικρό βεβαίως) άρθρο σε ένα και μόνο μαργαριτάρι, είτε σε εφημερίδα, είτε σε δήλωση πολιτικού. Πέρασαν τρεις μήνες για να βάλω το πρώτο πολυσυλλεκτικό άρθρο με χρήση της λέξης «μεζεδάκια» στον τίτλο του. Εκεί έγραφα: Πολλές φορές βλέπω κάτι που αξίζει σχολιασμό αλλά όχι και ολόκληρο δημοσίευμα –και βρίσκομαι στο δίλημμα: να το σχολιάσω εδώ και τώρα ή να το κρατήσω στο συρτάρι μέχρι να βρεθούν και άλλα ομοειδή, με κίνδυνο να μπαγιατέψει ανεπανόρθωτα; Μια λύση που βρήκα είναι να τα σερβίρω όσο ακόμα είναι ζεστά, πολλά μαζί, σαν τις ποικιλίες στα μεζεδοπωλεία. Λοιπόν, παρουσιάζω εδώ την πρώτη πιατέλα από εφήμερα μεζεδάκια, κι αν αποδειχτούν νόστιμα μπορεί να το καθιερώσω το σύστημα αυτό.

Το σύστημα καθιερώθηκε, αλλά όχι σε εβδομαδιαία βάση. Τα πρώτα χρόνια του ιστολογίου τα μεζεδάκια δημοσιεύονταν σε άτακτα διαστήματα -καμιά φορά περνούσε πάνω από μήνας από το ένα μεζεδοάρθρο ως το άλλο. Κοιτάω τώρα τα αρχεία του ιστολογίου και βλέπω ότι η περίπου εβδομαδιαία συχνότητα καθιερώθηκε στις αρχές του 2012 και στις 21-1-2012 ήταν το πρώτο άρθρο που πήρε την ονομασία «meze» (στο URL). Το σημερινό είναι το υπ’ αριθ. 362 άρθρο με αυτή την ονομασία. Λίγο αργότερα καθιερώθηκε και η σταθερή σαββατιάτικη δημοσίευση -εκτός εξαιρέσεων, όπως σήμερα.

* Και μετά αυτά τα εισαγωγικά, ξεκινάμε τα καθαυτό μεζεδάκια.

Σε άρθρο για τις ασχήμιες δυο φιλάθλων της Σαουθάμπτον που ειρωνεύτηκαν τον θάνατο του Εμιλιάνο Σάλα με το ιδιωτικό αεροπλάνο, γράφτηκε:

Στις 19 Ιανουαρίου η Κάρντιφ ολοκλήρωσε την πιο δαπανηρή μεταγραφή της ιστορίας της, δίνοντας 17 εκατ. ευρώ στη Ναντ για χάρη του Αργεντινού φορ, Εμιλιάνο Σάλα. Δύο μέρες μετά, το αεροσκάφος στο οποίο είχε επιβιβαστεί ο 28χρονος, «πετώντας» για την πρωτεύουσα της Ιουλίας, εξασφανίστηκε από τα ραντάρ.

Ότι δεν ξανακοιτάνε αυτό που γράφουν είναι φανερό -αλλά παρακαλείται ο γεωγράφος της Απωνίας να συμπεριλάβει την Ιουλία στον Άτλαντα των αγνώριστων χωρών!

* Η φωτογραφία από παιχνιδομάγαζο, μάλλον από το εθνικό μας παιχνιδομάγαζο, διαφημίζει
«Σπαθί γίγας ιπποτικό αληθοφανή»

Το επίθετο «αληθοφανές» για κάποιο λόγο είναι αγαπημένο των παιχνιδάδων και στη Τζάμπα γραμματική είναι άκλιτο, «το αληθοφανή».

Ωστόσο, φταίω κι εγώ λιγάκι. Πριν από 2-3 χρόνια, φίλος είχε στείλει φωτογραφίες του Τζάμπο με «αληθοφανές πλαστικά», «αληθοφανές αλυσίδα» και «αληθοφανές δράκος. Είχαμε γράψει τότε στα μεζεδάκια και τους είχαμε ειρωνευτεί, οπότε οι άνθρωποι φαίνεται πως μας διάβασαν και διόρθωσαν το «αληθοφανές» σε «αληθοφανή».

(Οπότε τώρα θα λένε: «Βάζω αληθοφανές πλαστικά και μου λέτε να το διορθώσω σε αληθοφανή, βάζω αληθοφανή σπαθί και θέλετε να το διορθώσω σε αληθοφανές; Θα με τρελάνετε;»)

* Φίλος διάβαζε κάποιο άρθρο που είχε τη λέξη «εξίτηλα» («τα σημάδια θα ήταν εξίτηλα» σε άρθρο του Στέφ. Μάνου. Είτε επειδή δεν ήταν σίγουρος για τη σημασία της είτε για άλλο λόγο, κλικάρισε να δει τη μετάφρασή της στα αγγλικά.

Όπου το google translate παθαίνει κάποιο περίεργο κοκομπλόκο και αποδίδει το εξίτηλα…. Μαντέψτε πώς το αποδίδει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Εκπαίδευση, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση, Νομανσλάνδη, Περιαυτομπλογκίες, Το είπε/δεν το είπε, Φέικ νιουζ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 204 Σχόλια »

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »

Οι Γερμανοί δεν μιλάνε

Posted by sarant στο 21 Νοέμβριος, 2018

Όπως και σε άλλα άρθρα, ο τίτλος ειναι παραπλανητικός. Οι Γερμανοί ασφαλώς μιλάνε, παρά το ανέκδοτο με τον Κολ και τον φύλακα του νεκροταφείου. Λέω ανέκδοτο, αλλά το έχω ακούσει για πραγματικό περιστατικό. Μια φορά, λέει, που ο Χέλμουτ Κολ ως καγκελάριος της Γερμανίας, είχε επισκεφθεί το γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο στο Μάλεμε, στα Χανιά, είπε κάτι στον φύλακα, ο οποίος του απάντησε στα αγγλικά. Ο υψηλός προσκεκλημένος σαν να ενοχλήθηκε από αυτό, και κάποιοι το μετέφεραν στον φύλακα, ο οποίος, λένε, απάντησε πως δεν του χρειάζεται να ξέρει γερμανικά διότι «Οι δικοί μου οι Γερμανοί δεν μιλάνε».

Οι άλλοι Γερμανοί, όμως, μιλάνε -αν και μπορεί, σε όποιον δεν ξέρει τη γλώσσα, η ομιλία τους να φανεί σαν ακατανόητο βαττολόγημα, φλάχτεν-φλούχτεν όπως το θέλει το στερεότυπο. Αλλά η ομιλία σε κάθε άγνωστή μας γλώσσα μας φαίνεται ασυνάρτητη -από το μπαρ μπαρ που άκουγαν οι αρχαίοι Έλληνες κι έβγαλαν τη λέξη βάρβαρος μέχρι το «σαν ποπκόρν που σκάνε στην κατσαρόλα» όπως είχε πει μια απωανατολίτισσα ακούγοντας να μιλάνε ελληνικά.

Όμως οι Γερμανοί έχουν επίσημα χαρακτηριστεί ότι «δεν μιλάνε» ή ότι «μιλάνε ακατανόητα». Ή μάλλον, όχι ακριβώς οι Γερμανοί. Ίσως θα ήταν ακριβέστερο να αλλάξω τον τίτλο και να τον κάνω: Οι Νέμτσοι δεν μιλάνε.

Αλλά ποιοι είναι οι Νέμτσοι; Πάω στοίχημα πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν θα ξέρουν τη λέξη, αν και βέβαια με τόσον πρόλογο που έκανα θα υποθέτουν πως πρόκειται για τους Γερμανούς.

Νέμτσοι ή Νέμιτσοι ή Νέμτσηδες είναι παλιές ονομασίες για τους Γερμανούς ή ακριβέστερα για τους γερμανόφωνους, που τις βρίσκουμε καταρχάς σε βυζαντινά και μεσαιωνικά κείμενα.

Τον 9ο αιώνα ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός αναφερόμενος σε Νεμίτζους μισθοφόρους σημειώνει ἔθνος δ’ οἱ Νέμιτζοι Κελτικὸν. Έναν αιωνα μετά ο Πορφυρογέννητος σημειώνει: εἰς τὸν ῥῆγα Βαϊούρη [της Βαυαρίας]· (ἔστιν δὲ αὕτη ἡ χώρα οἱ λεγόμενοι Νεμίτζιοι·)

Στους Νεμίτζους αναφέρεται και η Άννα η Κομνηνή: ἀλλαχόσε δὲ τοὺς Νεμίτζους (ἔθνος δὲ καὶ τοῦτο βαρβαρικὸν καὶ τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δουλεῦον ἀνέκαθεν). Ανέκαθεν ήταν τότε, τώρα οι όροι έχουν αλλάξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Ετυμολογικά, Ευρώπη, Εθνοφαυλισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 189 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »