Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Φάρσες’

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011

 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »

Παραδέχομαι ότι έκανα λάθος για τον κ. Γ. Μαρίνο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2010

Πριν από δυο εβδομάδες, έγραψα για τη φάρσα του Κωστάκη Τσάτσου, με τους ανύπαρκτους Οξυρρύγχειους Παπύρους, στους οποίους ο ανύπαρκτος Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος δίνει στον ανύπαρκτο φίλο του Ατίλιο Νάβιο συμβουλές για τον χαρακτήρα των Ελλήνων της εποχής. Ανύπαρκτοι, γιατί στην πραγματικότητα τόσο οι πάπυροι όσο και οι Ρωμαίοι συγκλητικοί ήταν πλάσματα της φαντασίας του Κ. Τσάτσου, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος πολύ αργότερα, αφού όμως πρώτα συμπεριέλαβε το πλαστό κείμενο σε βιβλίο του, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα πολλοί που δεν έχουν καλή εποπτεία της πνευματικής μας κίνησης να την παθαίνουν και να το πιστεύουν για αληθινό, και να εντυπωσιάζονται με τη διαχρονικότητα των διαπιστώσεων για τον χαρακτήρα των Ελλήνων -διαχρονικότητα πλαστή, αφού τα κείμενα γράφτηκαν στη δεκαετία του 1950!

Τελευταίο θύμα της φάρσας του Κ. Τσάτσου, ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Γ. Μαρίνος, ο οποίος, πριν φύγει για διακοπές, παρέδωσε στο Βήμα τρεις επιφυλλίδες βασισμένες ακριβώς στο πλαστό κείμενο του ανύπαρκτου Μενένιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , | 43 Σχόλια »

Η φάρσα του Κωστάκη Τσάτσου και ο κ. Γ. Μαρίνος

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2010

Πριν από 55 και βάλε χρόνια, ο Κωνσταντίνος (ή Κωστάκης) Τσάτσος, γερός συντηρητικός λόγιος και στυλοβάτης των κυβερνήσεων της καραμανλικής ΕΡΕ, που αργότερα έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας, έγραψε μερικά καλογραμμένα δοκίμια για τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων και είχε μια φαεινή πραγματικά ιδέα. Αντί να τα υπογράψει με το όνομά του, οπότε θα συναντούσαν από παγερή αδιαφορία έως ενοχλημένες αντιδράσεις, τα παρουσίασε σαν μετάφραση από τα… λατινικά, τάχα ότι ήταν επιστολές που έγραψε ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, που επρόκειτο να αναλάβει ως ανθύπατος τη διακυβέρνηση της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Ο Μενένιος (ανύπαρκτο βέβαια πρόσωπο) υποτίθεται πως είχε ήδη υπηρετήσει σ’ αυτή τη θέση και θέλησε να μεταφέρει την πείρα του στον φίλο του, να του υποδείξει πώς να κουμαντάρει τους Έλληνες.

Για να πάρετε μια μικρή γεύση από τις δήθεν συμβουλές του Μενενίου: Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους:“Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πες τους:“Θα θεσπίσω νέους νόμους”.

Υποτίθεται ότι σε μια ανασκαφή στην Αίγυπτο, στα ερείπια της αρχαίας Οξυρρύγχου, είχαν έρθει στο φως μερικοί πάπυροι που περιείχαν τις επιστολές του Μενενίου, και ένας φίλος του Τσάτσου, καθηγητής σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, του είχε δώσει το λατινικό κείμενο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , , | 122 Σχόλια »

Ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση…

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2009

Αυτόγραφο στιχούργημα του Λαπαθιώτη

Αυτόγραφο στιχούργημα του Λαπαθιώτη

Πριν από κάμποσο καιρό, ο Γιάννης ο Χάρης είχε δημοσιέψει στο ιστολόγιό του την εξής διασκεδαστική ιστορία που έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον:

και μια παλιά ιστορία, από τις άπειρες που μου ‘λεγε ο αλεξανδρινός συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης (1921-1987) -τη γράφω πριν την ξεχάσω εντελώς, ήδη δεν είμαι σίγουρος για όλες τις λεπτομέρειές της, έψαξα και στο ίντερνετ, τίποτα σχετικό, μακάρι να βρεθεί κάποιος που να ξέρει και να συμπληρώσει ή να διορθώσει:

κάποια εποχή λοιπόν ο Λαπαθιώτης που ήταν τσακωμένος με τον Πέτρο Χάρη (ψευδώνυμο, ε; μην το ξεχνάμε) έστειλε στη Νέα Εστία ένα ποίημα. Κολακεύτηκε ο Πετροχάρης που ο ποιητής τού ξεθύμωσε και του έστειλε και ποίημα, και το έβαλε στην πρώτη σελίδα (ή ίσως και στο εξώφυλλο;). Το ποίημα είχε τίτλο «Καρκινική επιγραφή», τέλειωνε με κάτι σαν απόφαση του ποιητή να επισκεφτεί την περίφημη κρήνη, όπου -έλεγε ο τελευταίος στίχος-

ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

[διαβάστε φωναχτά, και θα καταλάβετε το τι χαμός έγινε μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος…]

Επειδή μελετάω τον Λαπαθιώτη, έγραψα στον Χάρη, αλλά δεν θυμόταν κάτι περισσότερο από τα παραπάνω. Εντωμεταξύ, τα περισσότερα τεύχη της Νέας Εστίας υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο ΕΚΕΒΙ, αλλά τέτοιο πρωτοσέλιδο ποίημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε μ’ αυτό τον τίτλο, ούτε μ’ αυτό τον τελευταίο στίχο. Άρα; Πλαστή η ιστορία του Γιαλουράκη; Απλώς μπεντροβάτα; Όχι αναγκαστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , | 6 Σχόλια »