Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Φα Χσιέν’

Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων (Δημ. Σαραντάκος) 12 – Στην ύστερη αρχαιότητα

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό ξεκίνησα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, μια ιστορία των εξερευνητών και των εξερευνήσεων του αρχαίου κόσμου. Οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη -αν και την προηγούμενη Τρίτη που ήταν Πρωτοχρονιά δεν είχαμε φυσικά άρθρο.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Περνάμε σήμερα στις εξερευνήσεις της ύστερης αρχαιότητας.

Από την ύστερη αρχαιότητα ως την αρχή του Μεσαίωνα

Η παρακμή της Δύσης

Λέγοντας Ύστερη Αρχαιότητα ορίζουμε συνήθως την περίοδο από τον 2ο ως τον 5ο αιώνα μ.Χ. (ακριβέστερα ως την κατάλυση του ρωμαϊκού κράτους από τους Γότθους το 576 μ.Χ.). Για τη Δύση, η Ύστερη Αρχαιότητα ήταν εποχή παρακμής. Η δουλική εργασία είχε γίνει ασύμφορη και δεν απέδιδε. Οι δούλοι, έχοντας επίγνωση της αδυναμίας τους να απελευθερωθούν με ένοπλη εξέγερση, είχαν στραφεί σε άλλους τρόπους αντίστασης, που αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικοί. Καταστρέφανε, δήθεν από απροσεξία, τα εργαλεία τους, δούλευαν νωθρά και με την πρώτη ευκαιρία δραπέτευαν.

Οι κύριοί τους έπρεπε να διαθέτουν φρουρούς και επιστάτες, τους έδιναν πολύ χοντροφτιαγμένα εργαλεία που να μην καταστρέφονται εύκολα και συνήθως τους έστελναν στη δουλειά αλυσοδεμένους σε ομάδες των εξ ή οκτώ ατόμων. Φυσικά με τέτοιες συνθήκες η παραγωγικότητα της εργασίας των δούλων έγινε πολύ μικρή και τα κέρδη που έδινε στους δουλοκτήτες μειώνονταν συνεχώς.

Ορισμένοι διορατικοί ιδιοκτήτες δούλων, κατά κανόνα πρώην απελεύθεροι, εγκαινίασαν τότε το σύστημα των εποίκων (coloni), απελευθερώνοντας τους δούλους τους και δίνοντάς τους και τη γη που καλλιεργούσαν, με την υποχρέωση να μη μπορούν να φύγουν από τη γή τους και να δίνουν τη μισή παραγωγή στους πρώην κυρίους τους. Το σύστημα των εποίκων, προδρομική μορφή της φεουδαρχίας, αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτικό από το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο σε λιγότερο από έναν αιώνα, ουσιαστικά καταργήθηκε. (Με το σύστημα των εποίκων αλλάζει ουσιαστικά ο τρόπος παραγωγής. Το κύριο παραγωγικό μέσον δεν ήταν πλέον  η κατοχή δούλων αλλά η κατοχή γης. Με την αλλαγή αυτήν καθιερώθηκε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής).

Εκτός από τον οικονομικό τομέα έχουμε φαινόμενα παρακμής και στο εποικοδόμημα, στην επιστήμη και τη λογοτεχνία. Απλή σύγκριση του Πλίνιου του πρεσβύτερου ή του Σενέκα με τον Αριστοτέλη ή τον Θεόφραστο, το αποδεικνύει. Η «Φυσική Ιστορία» (Historia Naturalis) του Πλίνιου σε σύγκριση με τα «Φυσικά» του Σταγειρίτη ή των «Φυσικών Ερωτημάτων»(Questiones) του Σενέκα με τα «Ειδύλλια» του Θεόφραστου φαντάζουν μνημεία της ρωμαϊκής αμάθειας και δεισιδαιμονίας, όπως αναφέρει ο Will Durant στην Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού.

Η διάδοση του Χριστιανισμού στον ρωμαϊκό κόσμο συνέβαλε σημαντικά και με πολλούς και διάφορους τρόπους στην παρακμή του. Οι, πρώτοι τουλάχιστον, χριστιανοί με τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς τους, απέρριπταν τον καθιερωμένο ρωμαϊκό τρόπο διαβίωσης. Ήταν περισσότερο εγκρατείς, είχαν μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ τους, απέρριπταν με φρίκη τη λατρεία του Καίσαρα σαν θεού και όσο μπορούσαν αποφεύγανε να υπηρετούν στον στρατό και να μετέχουν στη διοίκηση. Ο Πλίνιος ο νεότερος σε επιστολές του προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό επισημαίνει αυτή τη διαφορετική συμπεριφορά.

Από την άλλη πλευρά, με την παραδοχή ότι τα κείμενα της Βίβλου αποτελούσαν τη μοναδική και απόλυτη αλήθεια, οι Χριστιανοί στάθηκαν αντίθετοι σε κάθε επιστημονική έρευνα, αλλά και στη σπουδή των επιστημών και ιδίως της αστρονομίας, της γεωγραφίας και της φυσικής, εφόσον τα συμπεράσματά τους δε συμφωνούσαν με τη Βίβλο. Για να μην αναφερθώ στη συστηματική εξαφάνιση των έργων πολλών μεγάλων σοφών της Αρχαιότητας, η αντίληψη αυτή είχε κυριολεκτικά καταστρεπτική επίδραση και στον τομέα των εξερευνήσεων.

Ενώ ο Φιλόλαος, πυθαγόρειος φιλόσοφος του 5ου π.Χ. αιώνα είχε μαντεύσει την ύπαρξη των αντιπόδων, ο ιερός Αυγουστίνος και ο άγιος Λακτάντιος  την απέρριπταν κατηγορηματικά, αφενός μεν γιατί η Βίβλος ήθελε τη Γη επίπεδη, περιβαλλόμενη από τον ωκεανό, αφετέρου δε διότι, εν τω πλήθει της σοφίας τους, δίδασκαν πως για να υπάρχουν αντίποδες έπρεπε να υπάρχουν δύο ήλιοι και δύο σελήνες! Διακηρύσσοντας ότι ο Θεός είχε βάλει όρια ανυπέρβλητα από τον άνθρωπο, αντιδρούσαν σε κάθε απόπειρα των εξερευνητών να περάσουν τα όρια αυτά.

Ουσιαστικά, η μοναδική εξερευνητική δραστηριότητα στον δυτικό κόσμο, που χρονολογείται στο τέλος της περιόδου που εξετάζω, δηλαδή τον 7ο  αιώνα, είναι τα ταξίδια του αλεξανδρινού εμπόρου Κοσμά, που ονομάστηκε Ινδικοπλεύστης γιατί διέπλευσε πολλές φορές την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό φτάνοντας ως τις Ινδίες, περιέπλευσε τα ανατολικά παράλια της Αφρικής και επισκέφθηκε το λιμάνι της Αιθιοπίας Άδουλη.

Όταν αποσύρθηκε από τα ταξίδια ο Κοσμάς έγινε μοναχός και τότε έγραψε την «Χριστιανική Τοπογραφία», βιβλίο στο οποίο εκθέτει τις ανακαλύψεις του καθώς και τις κοσμολογικές του αντιλήψεις. Μολονότι οι τελευταίες αποτελούν μνημείο καλογηρικής θρησκοληψίας και παχυλής αμάθειας και κατά κάποιον τρόπο προαναγγέλλουν τον μεσαιωνικό σκοταδισμό, το έργο του Κοσμά, σε ό,τι αφορά τις γεωγραφικές πληροφορίες που δίνει, είναι αξιόλογο και άσκησε σημαντική επιρροή στην εποχή του.

Τα ταξίδια του Φα Χσιεν

Σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στη Δύση, την ίδια εποχή η Κίνα απολάμβανε περίοδο μεγάλης ακμής σε όλους τους τομείς: οικονομικό, πολιτικό και  πνευματικό. Ουσιαστικά ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό κράτος του πλανήτη και διατηρούσε πυκνές εμπορικές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες, αλλά και με πολλές απομακρυσμένες. Τα κινεζικά πλοία έπλεαν συνεχώς προς την Ιαπωνία, την Κορέα, την Ινδοκίνα, τη Μαλαισία και την Ινδία, φτάνοντας ως τον Περσικό κόλπο, την Αραβία και την Ερυθρά θάλασσα. Η εφεύρεση του «δείκτη του βορρά»,  δηλαδή μιας μαγνητικής βελόνας προσαρμοσμένης σε κομμάτι φελλού που επέπλεε σε μια λεκάνη νερού, δείχνοντας πάντα τον βορρά, διευκόλυνε πολύ τα ταξίδια αυτά.

Κινέζοι έμποροι, διπλωμάτες αλλά και απλοί περιηγητές ή προσκυνητές ταξίδευαν σε όλες αυτές τις χώρες, αλλά μόλις τώρα οι ερευνητές άρχισαν να μελετούν αυτές τις δραστηριότητες, ανατρέχοντας σε παλιά ντοκουμέντα, τα οποία μετά την απομόνωση της Κίνας που σημειώθηκε επί της δυναστείας των Μινγκ είχαν καταχωθεί σε υπόγεια και τώρα έρχονται στο φως.

Το ταξίδι του βουδιστή προσκυνητή Φα Χσιεν στην Ινδία, που κράτησε 18 ολόκληρα χρόνια είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό από τα ταξίδια αυτά. Ο Φα Χσιεν μαζί με ορισμένους βουδιστές μοναχούς ξεκίνησε από το Σιαν Φου, πόλη στις όχθες του ποταμού Χουάνγκ Χο το 399 μ.Χ., με σκοπό να πάει δια ξηράς στην Ινδία και να μελετήσει επί τόπου κάποια σπανιότατα βουδικά κείμενα. Αφού σε διάστημα 17 ημερών πέρασαν κάποιες οροσειρές και την έρημο Γκόμπι, έφθασαν στο Λομπ Νορ της χώρας των Ουιγούρων, από την οποία ύστερα από πορεία 35 ημερών έφθασαν στο βασίλειο του Χοτάν, όπου συνάντησαν χιλιάδες μοναχούς, που τους φιλοξένησαν με εγκαρδιότητα. Στο Χοτάν συμβιώνανε ειρηνικά τόσο βουδιστές όσο και πιστοί του Βράχμα και ο Φα Χσιεν αναφέρει κοινές λιτανείες και τελετές των πιστών και από τις δύο θρησκείες.

Αφού μείνανε τρεις μήνες στο Χοτάν συνέχισαν το ταξίδι τους προς νότο και φθάσανε σε μια χώρα ορεινή και παγερή, όπου φύτρωνε μόνο κριθάρι. Κατόπιν πορεύτηκαν επί ένα μήνα, μέσα από χιονισμένα βουνά ως το σημερινό Ανατολικό Αφγανιστάν. Πέρασαν από μια πόλη ονομαζόμενη Χιλό (κοντά στη σημερινή Καμπούλ) και διασχίσανε τον Ινδοκαύκασο (Ιντοκούς), υποφέροντας από πολύ δυνατό κρύο και απίστευτη ταλαιπωρία. Τελικά, έφθασαν στην πόλη Μπανού (που υφίσταται ως τα σήμερα με το ίδιο όνομα) και από αυτήν μπήκαν στην Πενταποταμία (Παντζάμπ), για να καταλήξουν σε μια χώρα που ο Φα Χσιεν ονομάζει «Κεντρικό βασίλειο» που τους φάνηκε επίγειος παράδεισος.

Κατόπιν επισκεφθήκανε την πόλη Κανούτζε, πάνω στον ποταμό Γάγγη μιαν από τις ιερές πόλεις του Βουδισμού. Εκεί ο Φα Χσιεν έμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια, μελετώντας αρχαία κείμενα και επισκεπτόμενος ιερούς τόπους και άγια λείψανα. Συνέχισε κατεβαίνοντας τον ποταμό, πέρασε από την πόλη Καπιλαβάστου (κοντά στο σημερινό Μπεναρές), όπου γεννήθηκε ο Βούδας, που τη βρήκε έρημη και ερειπωμένη και τελικά έφθασε στις εκβολές του Γάγγη. Εκεί βρήκε κινέζους εμπόρους, που επρόκειτο να ταξιδέψουν στην Κεϋλάνη. Τον πήραν μαζί τους και μετά από 14 μέρες έφθασε στο ιερό για τους βουδιστές νησί.

Στην Κεϋλάνη, ο Φα Χσιεν έμεινε δύο χρόνια, μελετώντας τα αρχαία χειρόγραφα. Κατόπιν ταξίδεψε με πλοίο, αντιμετωπίζοντας μύριους κινδύνους ως την Ιάβα, όπου έμεινε πέντε μήνες, ώσπου να βρει πλοίο που θα πήγαινε στην Κίνα. Όταν τελικά το βρήκε ταξίδεψε ως το Σαντούγκ, από εκεί στο Νανκίν και στο τέλος, μετά δεκαοχτώ χρόνια, γύρισε στην πατρίδα του.

 

Advertisements

Posted in Γεωγραφία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εξερευνήσεις | Με ετικέτα: , , , | 111 Σχόλια »