Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Φιλιππούπολη’

Τα δυο εβραιόπουλα (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο τρίτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ

Το δεύτερο χρόνο της Κατοχής είχα για λίγο κάνει παρέα με δυο Εβραιόπουλα, τον Όσκαρ και τη Βεατρίκη Χάτεμ, που το ‘41 είχαν έρθει στο νησί πρόσφυγες από τη Θράκη. Ο μπαμπάς τους είχε κάποια πάρε – δώσε με το θείο Αντρέα και έρθει κάνα δυο φορές στο σπίτι του. Αργότερα γνωρίστηκε και με τον πατέρα μου και κουβέντιαζαν οι τρεις τους στο σαλόνι του θείου Αντρέα. Μια – δυο φορές, έφερε μαζί του και τα παιδιά του, τον Όσκαρ, λίγο μικρότερό μου, και τη Βεατρίκη, ένα χρόνο μεγαλύτερη από την ξαδέλφη μου την Αγγέλα. Σιγά – σιγά τα δυο παιδιά συνήθισαν να έρχονται μονάχα τους και παίζαμε ή κουβεντιάζαμε εμείς οι τέσσερις. Όπως μας έλεγαν, η γιαγιά τους ήταν γεννημένη στη Φιλιππούπολη, ήρθε στην Κομοτηνή μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και παντρεύτηκε έναν Εβραίο από αυτά τα μέρη. Οι Βούλγαροι, όταν πήρανε τη Θράκη, τους είχαν ζητήσει να πάρουν τη βουλγαρική υπηκοότητα, οπότε θα μπορούσαν να μείνουν στον τόπο τους, ο μπαμπάς τους όμως δήλωσε πως ήταν Έλληνας και πήρε την οικογένειά του και μέσω Τουρκίας ήρθαν με πολλούς άλλους Έλληνες στο νησί. Η γιαγιά τους έμεινε στην Κομοτηνή, γιατί καθώς ήταν γεννημένη στη Βουλγαρία, θεωρήθηκε πως ήταν ήδη Βουλγάρα.

Ο Όσκαρ και η Βεατρίκη, όταν γνωρίστηκαν μαζί μας, άρχισαν να έρχονται και μόνα τους από το σπίτι τους, που ήταν στο Κιόσκι, όχι και τόσο κοντά στη γειτονιά μας, και να παίζουμε τόμπολα ή τρίλιζα ή να διαβάζουμε μαζί εικονογραφημένα βιβλία, όπως το «Βίο των Ζώων» ή τη «Χιονάτη». Με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς δεν έπιασαν φιλίες, ούτε είχαν κανέναν άλλο φίλο στην πόλη μας, όπου άλλωστε είναι ζήτημα αν υπήρχαν άλλες δύο εβραϊκές οικογένειες.

Από την αρχή μού είχαν κάνει εντύπωση για το συμμαζεμένο και πάντα φοβισμένο ύφος τους. Συνηθισμένος με τις σκανταλιές της παρέας μας στη γειτονιά, που ο καθένας, για αστείο, χωρίς κακία, πείραζε, έδινε κατακεφαλιές ή έσπρωχνε τον άλλον, αγόρι ή κορίτσι, στην αρχή τούς πείραζα, γρήγορα όμως το τελείως υποταγμένο ύφος τους με αφόπλισε και σταμάτησα να κάνω τον έξυπνο. Μόνο μια φορά, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε και τράβηξα, τάχα μου αστεία, τα μαλλιά της Βεατρίκης. Εκείνη, αντί να διαμαρτυρηθεί ή να φωνάξει, ξέσπασε σε ένα πνιχτό κλάμα και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της. Αμέσως μετάνιωσα σαν το σκυλί γι’ αυτή μου την επιθετικότητα. Περίμενα την επομένη συνάντησή μας για να της ζητήσω συγγνώμη, αν και δεν ήξερα πώς. Δεν είχα ποτέ μου ως τότε ζητήσει συγγνώμη για τις σκανταλιές μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »