Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Φοίβος Παναγιωτίδης’

Μέσα από τις λέξεις, του Φοίβου Παναγιωτίδη

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που με ενδιαφέρει πολύ, και που νομίζω πως θα ενδιαφέρει και αρκετούς από τους αναγνώστες του ιστολογίου. Πρόκειται για το καινούργιο βιβλίο του φίλου γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη, με τίτλο «Μέσα από τις λέξεις», που κυκλοφόρησε τούτη τη βδομάδα από τις φιλικές εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου εκδίδω κι εγώ τα γλωσσικά βιβλία μου.

Ο Φοίβος είναι καθηγητής θεωρητικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με αξιόλογο επιστημονικό έργο, αλλά είναι και ενεργός κυβερνοπολίτης με ευδιάκριτη παρουσία στη μπλογκόσφαιρα και αρθρογραφία στον παραδοσιακό και τον ηλεκτρονικό τύπο.

Πριν από οχτώ χρόνια είχε εκδώσει το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία», που το είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύοντας και ένα κεφάλαιο, ενώ αργότερα, με άλλη ευκαιρία, είχαμε παρουσιάσει ένα ακόμα κεφάλαιο εκείνου του βιβλίου.

Η εικόνα του εξωφύλλου που βρήκα να βάλω είναι μικροσκοπική, κι έτσι ίσως δεν φαίνεται καλά ο υπότιτλος του βιβλίου, που είναι:

Θέματα στη γραμματική των λέξεων για όσους (νομίζουν ότι) βαριούνται τη γλωσσολογία

Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε κεφάλαια, το καθένα από τα οποία απαντά σε μια ερώτηση σχετική με τη γλώσσα, και προχωράει και λίγο σε θεωρητικό επίπεδο ώστε να κατανοήσει ο αναγνώστης τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί.

Πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ώστε να δείτε από μόνοι σας τη μέθοδο του συγγραφέα, αλλά παίρνω από το οπισθόφυλλο μερικές χαρακτηριστικές ερωτήσεις, για να πάρετε μια γεύση από το εύρος των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο:

Ποια είναι τα όρια του κόσμου μου;
Υπήρχε δημοκρατία πριν το 1974;
Ποιο είναι το θηλυκό του «εαυτός»;
Ποιο είναι το αντίθετο του «όλοι»;
Τι αποκαλύπτει το μπακλαβαδογλύκι;
Υπάρχουν ανύπαντροι κλαρινογαμπροί;
Θα προσγειωθούμε ποτέ στον Aρη;
Γιατί τα γαριδάκια δεν είναι μικρές γαρίδες;
Ποια είναι η διαφορά καυσίμου και κάψιμου;
Παίζει τίποτα;
Τελικά να λέμε «επίλεξε» ή «επέλεξε»;
Όταν όλα είναι έτοιμα, είναι όλα άνθρωποι;
Αν έρθει ένα πούλμαν προσκυνητών, σημαίνει ότι ήρθε κι ένα πούλμαν προσκυνητές;

Νομίζω ότι θα πήρατε μια ιδέα. Σημειώνω ότι στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι ερωτήσεις είναι πιο γενικές ενώ στο δεύτερο κάθε ερώτηση φωτίζει και από ένα γραμματικό μυστήριο, το οποίο αφορά φαινομενικά απλές λέξεις. Τα κεφάλαια έχουν μεν αυτοτέλεια, αλλά κατά τη γνώμη μου θα είναι καλύτερο να διαβαστούν με τη σειρά που τα έχει ο συγγραφέας -όπως θα δείτε, άλλωστε, στο κεφάλαιο που θα παραθέσω, υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα κεφάλαια.

Στην εισαγωγή του, ο συγγραφέας δηλώνει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι συνέχεια του προηγούμενου και κάνει έναν παραλληλισμό με τον χώρο της γαστρονομίας. Αν, λέει, τα τεχνικά βιβλία γλωσσολογίας είναι υψηλή γαστρονομία και γκουρμέ μαγειρική, και τα εκλαϊκευτικά, όπως το προηγούμενο δικό του, το «Μίλα μου για γλώσσα» είναι κάτι σαν φροντισμένος ουζομεζές, το νέο του βιβλίο, το «Μέσα από τις λέξεις» επιδιώκει να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα, να γίνει «ένα τίμιο και στιβαρό πιάτο φτιαγμένο με μεράκι μεν αλλά και με τεχνική».

Ο Παναγιωτίδης αναγνωρίζει ότι το νέο του βιβλίο είναι ένα σκαλί πιο απαιτητικό από το προηγούμενο, που απευθυνόταν σε απόφοιτους Λυκείου, και για τον λόγο αυτό σε κάθε κεφάλαιο υπάρχουν παράγραφοι μέσα σε πλαίσιο, με ορισμούς και διευκρινίσεις. Επίσης, στο επίμετρο ο συγγραφέας αναφέρει βιβλιογραφία για όποιον αναγνώστη ενδιαφέρεται να εμβαθύνει περισσότερο στα θέματα που θίγονται στο κάθε κεφάλαιο.

Πριν από δυο χρόνια, είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με τίτλο «Τι παίζει;» με θέμα τα φρασεολογικά, κυρίως, αυτού του σημαντικού ρήματος. Ταιριάζει λοιπόν τώρα να παραθέσω από το καινούργιο βιβλίο του Φοίβου Παναγιωτίδη το κεφάλαιο που ασχολείται με αυτό ακριβώς το ρήμα, αλλά και γενικεύει για τα λεγόμενα «ελαφρά ρήματα». Για τεχνικούς λόγους, τα εντός πλαισίου τμήματα τα έχω βάλει χρωματιστά, επειδή δεν μπορώ να φτιάξω το πλαίσιο.

Τι παίζει με το «παίζω»;

Γιατί κάποια ρήματα είναι σκιές του εαυτού τους

Μέχρι στιγμής εξετάσαμε λέξεις με σύνθετη γραμματική δομή, που απαρτίζονται από μορφήματα, αλλά και φαινομενικά απλές λέξεις που περιέχουν κρυμμένη γραμματική δομή, όπως τα ρήματα. Και στις δύο περιπτώσεις η λιγότερο ή περισσότερο φανερή δομή των λέξεων μας βοήθησε να καταλάβουμε κάπως πώς γίνεται οι λέξεις αυτές να διατυπώνουν σύνθετες σημασίες. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε αρκετά προσεκτικά μια διαφορετική περίπτωση.

Να κάνω κεφτέδες; Ή υπομονή;

Για πάρα πολλούς ομιλητές της ελληνικής το ρήμα «κάνω» μπορεί να σημαίνει και «φτιάχνω». Άρα όταν κάνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα φτιάχνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα – και ούτω καθεξής. Συνεπώς, και με βάση όσα είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο για τα ρήματα ως βιντεάκια και για την εσωτερική δομή τους, το ρήμα «κάνω» μπορεί να έχει αρκετό περιεχόμενο, αφού μπορεί να σημαίνει τη διαδικασία κατασκευής κάποιου πράγματος. Ωστόσο το «κάνω» μπορεί επίσης να διαθέτει ελάχιστο περιεχόμενο και απλώς να συνθέτει ρηματικές φράσεις όπως «κάνω υπομονή».

Υπενθυμίζω εδώ ότι ρηματική φράση (ή ρηματικό σύνολο) είναι φράση που χτίζεται γύρω από ένα ρήμα. Για παράειγμα, γύρω από το ρήμα «πίνω» μπορούμε να δομήσουμε ρηματικές φράσεις όπως «πίνω», «πίνω τζιν», «πίνω τζιν με φίλους», «πίνω τζιν με σόδα» και ούτω καθεξής.

«Κάνω υπομονή» δεν σημαίνει ότι φτιάχνω ή κατασκευάζω υπομονή, παρά ισοδυναμεί με το παλιότερο ρήμα «(υ)πομονεύω»: παραμένω σε μία κατάσταση καρτερίας, ας πούμε (είδατε τι δύσκολο που είναι να εξηγήσουμε τη σημασία με περιφράσεις;). Με αυτή του τη χρήση λοιπόν, που δεν σημαίνει «φτιάχνω», το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις που πολλές φορές διαθέτουν και μονολεκτικό ισοδύναμο – κάτι αναμενόμενο πια μετά από όσα είπαμε για τα ρήματα στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Κατά συνέπεια, «κάνω τηλέφωνο» σημαίνει «τηλεφωνώ», «κάνω μήνυση» σημαίνει «μηνύω», «κάνω πράξη» σημαίνει «πραγματώνω» ή «πραγματοποιώ», ενώ «κάνω αίτηση» σημαίνει ό,τι και το κάπως δύσχρηστο «αιτούμαι». Όντως, πολλές φορές αυτές οι ρηματικές φράσεις με το «κάνω» δημιουργούν βιντεάκια που δεν διαθέτουν ακριβή μονολεκτικά ισοδύναμα: κάνω μπάνιο («μπανιάρομαι» ίσως;), κάνω καλό, κάνω πέρα, κάνω επανάληψη, κάνω ηλιοθεραπεία, κάνω αίσθηση, κάνω θέμα, κάνω στίβο/ζούμπα/τζούντο, κάνω φύλλα, κάνω νερά, κάνω ρισέτ/φορμάτ κτλ.

Στη θεωρητική γλωσσολογία λέμε λοιπόν ότι το ρήμα «κάνω» έχει υποστεί αποχρωματισμό όταν χρησιμοποιείται για να δομήσει ρηματικές φράσεις και δεν χρησιμοποιείται με τη σημασία του «φτιάχνω, κατασκευάζω». Στις παραπάνω περιφράσεις («κάνω στίβο» κτλ.) το ρήμα «κάνω» έχει απωλέσει κάθε ίχνος δικής του σημασίας και η συνεισφορά του περιορίζεται στο να δομεί ρηματικές φράσεις. Σε αυτή του τη χρήση το «κάνω» ονομάζεται ελαφρύ ρήμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως ελαφρύ ρήμα το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις στις οποίες κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει καν εξωτερικός δράστης: όταν κάνω υπομονή, αίσθηση ή ηλιοθεραπεία στην πραγματικότητα δεν κάνω κάτι!

Η ύπαρξη ελαφρών ρημάτων  δεν αποτελεί βεβαίως ιδιομορφία της ελληνικής. Στην τυπολογική έρευνα, η οποία μελετάει και συγκρίνει τα χαρακτηριστικά πλήθους γλωσσών, γνωρίζουμε καλά ότι οι περισσότερες γλώσσες διαθέτουν κάποιου είδους ελαφρύ ρήμα όπως το ελληνικό αποχρωματισμένο «κάνω».

Σε γλώσσες μάλιστα όπως τα φαρσί η μεγάλη πλειονότητα των ρημάτων δεν είναι μονολεκτικά, όπως το «τηλεφωνώ», αλλά περιφραστικά, όπως το «κάνω τηλέφωνο». Δηλαδή τα περισσότερα βιντεάκια στα φαρσί συναρθρώνονται από ρηματικές φράσεις που περιλαμβάνουν κάποιο ελαφρύ ρήμα. Για παράδειγμα, στα φαρσί «κάνω απώλεια» σημαίνει «χάνω», «χτυπάω λέξη» σημαίνει «μιλάω», «τραβάω απόσταση» σημαίνει «νοσταλγώ» κ.ο.κ. Οι αγγλομαθείς πάλι θα θυμηθούν τις πολλές χρήσεις του do ή του get με το ίδιο αποτέλεσμα: do the shopping, get up, get over with, get in, get off, κτλ.

Η επόμενη ερώτηση είναι πρώτον κατά πόσον υπάρχουν άλλα ελαφρά ρήματα στα ελληνικά και δεύτερον πώς φτάνουμε από μια κανονική σημασία του ρήματος (όπως στο «κάνω κεφτέδες») στην αποχρωματισμένη λειτουργία (όπως στο «κάνω μπάνιο»).

Δεν παίζουν μόνον οι παίκτες (ή τα παιδιά)

Τα Ημισκούμπρια, γνωστά για τα γλωσσικά τους ευρήματα, αναρωτιούνται σε ένα τραγούδι τους «δεν βλέπεις ότι πράττω τη στάση του λωτού;». Όμως ένα τέτοιο παράδειγμα ελαφρού ρήματος δεν πιάνεται, επειδή δεν είναι γενικευμένη η χρήση τού «πράττω» ως «κάνω». Ένα καλύτερο παράδειγμα είναι το «τρέχω», αφού υπάρχει η χρήση του ως «συμβαίνω»: δεν τρέχει τίποτα, κάτι τρέχει, τι τρέχει; κτλ. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι με αυτή τη χρήση το «τρέχει» απαντά πάντοτε στο 3ο ενικό πρόσωπο και πάντοτε με αόριστο υποκείμενο: μάλλον δεν μπορεί να πει κανείς «*τρέχει ανασχηματισμός», εννοώντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ανασχηματισμός. Το απρόσωπο ρήμα τρέχει είναι λοιπόν ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί αλλά διαφέρει από το «κάνω», μια και δεν είναι τόσο γενικευμένη η χρήση του ούτε είναι τόσο ευέλικτο όσο το «κάνω».

Στο μεταξύ όμως παίζουν διάφορα

Είμαστε πάντως τυχεροί γιατί στη δική μας γενιά γινόμαστε μάρτυρες της γένεσης ενός καινούργιου ελαφρού ρήματος, του «παίζω». Και στην περίπτωση του «παίζω» υπάρχει βεβαίως η πλήρης περιεχομένου εκδοχή του ρήματος, που είναι μάλιστα πολύσημη αφού σημαίνει τουλάχιστον «συμμετέχω σε κάποιο παιχνίδι» (π.χ. , «παίζουμε μπάλα», «παίζουμε πρέφα»), «υποδύομαι έναν ρόλο» (π.χ. «παίζει τον Άγιο Νεκτάριο»), «συμμετέχω σε κάποιο έργο δραματουργίας» (π.χ. «παίζουν στη νέα παράσταση του Εθνικού Θεάτρου»), «δημιουργώ μουσική με κάποιο μουσικό όργανο» (π.χ. «παίζετε πιάνο»), «εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι» (π.χ. «παίζεις την Απασιονάτα και τη Φραγκοσυριανή»), και ούτω καθεξής.

Όμως όπως το «κάνω», το «παίζω» υπάρχει και σε αποχρωματισμένη εκδοχή, με ελάχιστο περιεχόμενο, και επίσης μπορεί να δομεί ρηματικές φράσεις όπως «παίζει ανασχηματισμός», «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο», «έπαιξε άσχημη φάση». Σε αυτή τη χρήση το «παίζω» είναι πάντοτε αμετάβατο, πάντοτε τριτοπρόσωπο και σημαίνει είτε «υπάρχω», όπως στα «παίζουν παγωτίνια», «παίζει πρόβλημα στα ηλεκτρολογικά», είτε κάτι σαν «ενδέχεται», όπως στα «παίζει ανασχηματισμός» και «παίζουνε διακοπές φέτος;».

Μεταβατικό είναι ένα ρήμα που παίρνει άμεσο αντικείμενο, στα ελληνικά συνήθως μια ονοματική φράση σε αιτιατική, π.χ. «παίζω τη Φραγκοσυριανή». Αμετάβατο είναι ένα ρήμα που δεν παίρνει αντικείμενο, π.χ. «πέφτω».

Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το ελαφρύ «παίζω» θα λέγαμε ότι είναι υπαρκτικό, αφού το «παίζουν παγωτίνια» θα μπορούσε να παραφραστεί ως «έχει παγωτίνια» ή «υπάρχουν παγωτίνια». Το «έπαιξε άσχημη φάση» ίσως θα μπορούσε άτσαλα να παραφραστεί ως «έγινε άσχημη φάση», ενώ δυσκολεύομαι να βρω ικανοποιητική σύντομη παράφραση για το «παίζει ανασχηματισμός», το οποίο παρουσιάζει ένα ενδεχόμενο.

Η εικόνα που παρουσιάζει το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είναι ότι λειτουργεί γενικευμένα ως υπαρκτικό: το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είτε δηλώνει ύπαρξη σε αυτόν τον κόσμο, όπως τα «έχει» και «υπάρχω» (π.χ. «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο»), είτε δηλώνει ύπαρξη σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν κόσμο που μπορούμε να φανταστούμε, λειτουργώντας όπως περίπου το «ενδέχεται» (π.χ. το «παίζει ανασχηματισμός» μας λέει ότι σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν ενδεχόμενο κόσμο, γίνεται ανασχηματισμός).

Παραμένει πολύ ενδιαφέρον γεγονός ότι αυτή η χρήση του «παίζω» ως ελαφρού ρήματος, ως αποχρωματισμένου «παίζει/παίζουν», αναδύθηκε και εδραιώθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, αφού κατά την παιδική μου ηλικία τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν εντελώς άγνωστη. Θα επανέρθουμε σε αυτό πιο κάτω.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ελαφρών ρημάτων που συζητάμε εδώ είναι ότι το ρήμα κάνω ως «φτιάχνω» και η ελαφρά εκδοχή του που σχηματίζει ρηματικές  φράσεις όπως «κάνω μπάνιο» συνυπάρχουν: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με γλωσσική μεταβολή κατά την οποία η ελαφρά εκδοχή αντικαθιστά την πλούσια εκδοχή: τα δύο «κάνω» συνυπάρχουν εδώ και πολλές γενιές. Έτσι συμβαίνει και με το «παίζω»: οι πολλές σημασίες του ως πλήρους ρήματος συνυπάρχουν με την εντελώς αποχρωματισμένη εκδοχή του ως ελαφρού ρήματος που δηλώνει απλώς ύπαρξη ή ενδεχόμενο.

Τι μας μαθαίνουν τα ελαφρά ρήματα;

Ας εξετάσουμε τώρα με ποιους λοιπόν τρόπους η δημιουργία του ελαφρού «παίζει/παίζουν» φωτίζει το πώς λειτουργεί η γλώσσα. Θα απαριθμήσω τους εξής τρεις τρόπους, οι οποίοι μάλλον είναι και οι πιο ενδιαφέροντες.

Πρώτον μας δείχνει ότι υπάρχουν ρήματα που δεν είναι καν βιντεάκια. Τα ελαφρά ρήματα είναι εντελώς στοιχειώδη ρήματα, από τα οποία ελλείπει κάθε είδους γεγονοτική δομή. Πράγματι, τα ελαφρά ρήματα όπως το «κάνω» και το «παίζει/παίζουν» έχουν στοιχειώδες περιεχόμενο και δεν καταδηλώνουν έννοιες: το μεν «κάνω» απλώς φτιάχνει ρηματικές φράσεις (θυμηθείτε π.χ. ότι το «κάνω αίσθηση» δεν δηλώνει καν ενέργεια), το δε «παίζει/παίζουν» είναι απλώς υπαρκτικό στοιχείο (είτε σε αυτόν τον κόσμο είτε σε κάποιον δυνατό κόσμο, ως ενδεχόμενο).

Επίσης τα ελαφρά ρήματα δεν καταδηλώνουν κάποια σύνθετη έννοια, χωρίς όμως να είναι και βοηθητικά ρήματα, όπως το «έχω» με το οποίο σχηματίζουμε παρακειμένους τύπου «έχω κλάψει». Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βοηθητικά ρήματα όπως το «έχω» συναρμόζονται με ρηματικούς τύπους (π.χ. «κλάψει») για να σχηματίσουν τον παρακείμενο οποιουδήποτε ρήματος. Απεναντίας, τα ελαφρά ρήματα «κάνω» και «παίζει/παίζουν» συνδυάζονται  με οτιδήποτε άλλο εκτός από ρήμα, για να δημιουργήσουν ρηματικές φράσεις, π.χ. «κάνω μπάνιο» αλλά ποτέ «*κάνω κλάψει».

Δεύτερον, η περίπτωση των ελαφρών ρημάτων αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα του πώς η γλωσσική αλλαγή, η ανάδυση του ελαφρού «παίζει/παίζουν» στην περίπτωσή μας, μπορεί να επισυμβεί μέσα σε μία μόλις γενιά και όχι απαραιτήτως σταδιακά και λίγο λίγο. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το ρήμα «παίζω» δεν φαίνεται να έχασε σιγά σιγά το περιεχόμενό του για να καταλήξει ένα αποχρωματισμένο υπαρκτικό στοιχείο, παρά η ανάδυση της ελαφράς εκδοχής του αποτελεί περίπτωση γλωσσικής αλλαγής που επισυνέβη απότομα.

Τρίτον, είναι χαρακτηριστικό ότι ο αποχρωματισμός ενός ρήματος, η απώλεια δηλαδή της έννοιας που καταδηλώνει, δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη μετατροπή του σε ελαφρύ ρήμα. Πιο απλά, ένα ρήμα που θα «χάσει τη σημασία του» δεν θα μετατραπεί απαραίτητα σε ελαφρύ ρήμα, άρα δεν θα αλλάξει οπωσδήποτε και η γραμματική του συμπεριφορά.

Ενώ λοιπόν το πλήρες ρήμα «παίζω» είναι μεταβατικό, παίρνει άμεσο αντικείμενο, το ελαφρύ υπαρκτικό «παίζει/παίζουν» είναι αποκλειστικώς αμετάβατο. Όπως είδαμε, αυτό οφείλεται στο ότι το «παίζει/παίζουν» είναι ελαφρύ ρήμα. Απεναντίας, το αποχρωματισμένο ρήμα «χτυπάω» σε χρήσεις όπως «χτυπήσαμε κάτι σουβλάκια από τον Αχιλλέα», ή τα αποχρωματισμένα «αποτελώ» και «συνιστώ» που λειτουργούν ως συνώνυμα του συνδετικού «είμαι» (π.χ. «Ο τουρισμός αποτελεί/συνιστά την κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας» αντί για «Ο τουρισμός είναι η κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας») παραμένουν κανονικά, πλήρη ρήματα.

Posted in Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας (άρθρο του Φοίβου Παναγιωτίδη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2019

Θα έχετε πολλές φορές ακούσει το ρητό του Βιτγκενστάιν ότι «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Το βλέπουμε πολύ συχνά σε άρθρα για τη γλώσσα να χρησιμοποιείται για να στηρίξει κάθε λογής απόψεις, ακόμα και ότι π.χ. δεν πρέπει να γράφουμε με γκρίκλις.

Από την άλλη, είναι φανερό πως υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις που δεν επιδέχονται περιγραφή με λέξεις -αλλά, ας πούμε, με τη μουσική («η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να λέει τίποτα», δεν θυμάμαι αν το είπε ο Έρενμπουργκ) και είναι σαφές πως η γλώσσα μόνο δεν επαρκεί για την περιγραφή του κόσμου. Και ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν άλλωστε έχει γράψει ότι η ηθική δεν μπορεί να περιγραφτεί με λόγια -Es ist klar, daß sich die Ethik nicht aussprechen läßt. Die Ethik ist transcendental).

Οπότε, όταν είδα το άρθρο του φίλου Φοίβου Παναγιωτίδη, που πραγματεύεται αυτό ακριβώς το θέμα, του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω στο ιστολόγιο. Είναι λίγο δύσκολο για καλοκαιρινό ανάγνωσμα, αλλά νομίζω πως αξίζει τον κόπο.

Τα όρια της γλώσσας και τα όρια του κόσμου μας

Σχετικά με τη σχέση γλώσσας και νόησης, ένα τσιτάτο που παρατίθεται συχνά είναι το εξής: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Η ιδέα που εγκιβωτίζεται μέσα σε αυτό το εδάφιο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι περίπου ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη και τη νόηση. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός είναι ότι η σκέψη μας φτάνει μέχρι εκεί όπου φτάνει η γλώσσα μας, και δεν μπορεί να πάει παραπέρα.

Η ιδέα αυτή είναι διαδεδομένη και δημοφιλής, ενώ παράλληλα είναι εντελώς λανθασμένη. Αυτό εύκολα το αντιλαμβανόμαστε όσοι έχουμε συναισθήματα, τα οποία είναι κατεξοχήν δύσκολο να περιγραφούν ή και να διατυπωθούν με την απλή χρήση της γλώσσας: είναι πάντοτε δύσκολο να μιλήσουμε για αυτά που νιώθουμε. Επιπλέον, την πλάνη ότι γλώσσα και σκέψη ταυτίζονται την αντιλαμβανόμαστε όσοι από εμάς σκέφτονται με διαγράμματα (π.χ. οι μηχανικοί) ή με μελωδίες ή με εικόνες ή, για να θυμηθούμε και πάλι τον Βιτγκενστάιν, με νοητικά βιντεάκια – π.χ. όταν ανακαλούμε μια αλληλουχία γεγονότων. Υπάρχει ένα πολυποίκιλο σύμπαν νόησης που βρίσκεται πέρα από γλωσσικές διατυπώσεις.

Αν πάντως τα όρια της γλώσσας μου ήταν όντως τα όρια του κόσμου μου, τότε κολοβώνοντας τη γλώσσα μου θα μου φαλκίδευαν την ικανότητά μου για (κριτική) σκέψη. Η ιδέα αυτή αποτελεί ένα από τα θέματα του μυθιστορήματος 1984 του Τζωρτζ Όργουελ, στο οποίο ένα από τα τρία ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυβερνούν τον κόσμο έχει καταφέρει να κολοβώσει, να τιθασεύσει και τελικά να ποδηγετήσει την ανθρώπινη σκέψη περιορίζοντας τη σημασία κάποιων λέξεων και, κυρίως, καταργώντας τις περισσότερες λέξεις. Με αφορμή το 1984, πολλοί έχουν αναρωτηθεί αν ένας τέτοιος κίνδυνος είναι υπαρκτός, δηλαδή αν ένα περιορισμένο λεξιλόγιο όντως αντιστοιχεί σε περιορισμένη σκέψη, καθώς και αν μαζί με κάθε λέξη που χάνεται χάνεται και η έννοια που η λέξη αυτή καταδηλώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , | 154 Σχόλια »

Ανάπνεε ντε, επίλεξε το πακέτο που σου ταιριάζει, επίστρεφε και παίρνε με

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2018

Έχουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την επικαιρότητά τους και το σημερινό άρθρο υπακούει στην επικαιρότητα αυτή. Εδώ και μερικές μέρες, η λεγόμενη «προστακτική με αύξηση» συζητιέται πολύ στη μπλογκόσφαιρα και στα κοινωνικά μέσα, κυρίως εξαιτίας ενός χιουμοριστικού βίντεο που θα δούμε πιο κάτω, αλλά όχι μόνο.

Πριν από το βίντεο, εδώ και αρκετές μέρες, κάποια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, που δεν θυμάμαι τώρα το όνομά της, έχει ξεκινήσει διαφημιστική εκστρατεία, ραδιοφωνική σίγουρα διότι την ακούω συχνά, όπου ακούγεται επανειλημμένα η προτροπή «επιλέξτε…» (πακέτο; δεν θυμάμαι τι) και μετά στο δεύτερο πρόσωπο: «επίλεξε ….» (και μάλλον ακολουθεί το όνομα της εταιρείας, αλλά ειλικρινά δεν το θυμάμαι).

Με αφορμή αυτή την προστακτική, που είναι σωστή σύμφωνα με τη σχολική γραμματική αλλά φαίνεται πως προσκρούει στο γλωσσικό αίσθημα πολλών φυσικών ομιλητών της γλώσσας, ανάμεσά τους και του Κ.Π.Καβάφη, ο οποίος έγραψε τον διάσημο στίχο «επέστρεφε και παίρνε με…», η φίλη γλωσσολόγος Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή ξεκίνησε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ μια σειρά αναρτήσεων για το θέμα, από τις οποίες αντλώ κάποιο υλικό. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση έμεινε περιορισμένη σε σχετικά στενό κύκλο.

Αντίθετα, τεράστια απήχηση γνώρισε ένα βιντεάκι που ανάρτησε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ η ηθοποιός Νατάσα Εξηνταβελώνη, το οποίο έγινε ιότροπο, αναδημοσιεύτηκε χιλιάδες φορές και έχει ξεπεράσει τις 600 χιλιάδες προβολές. Στο σύντομο αυτό βίντεο, που πρέπει να είναι χιουμοριστικό, είδος σταντάπ κόμεντι αν και η ταλαντούχα ηθοποιός είναι καθισμένη, η Νατάσα Εξηνταβελώνη, έχοντας μόλις γυρίσει από το μετρό, τα βάζει με όσους χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «προστακτική με αύξηση». Ίσως κατάφερα να το ενσωματώσω στο άρθρο, οπότε μπορείτε να το ακούσετε και από εδώ (όμως μου βγήκε τεράστιο):
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Διαφημίσεις, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Νεοκαθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , | 215 Σχόλια »

Η γλώσσα και τα τούβλα (του Φοίβου Παναγιωτίδη)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2018

Τι μέρα έχουμε σήμερα; Γιορτάζει ο Μάρκελλος, ο Παγκράτιος και ο Νικηφόρος, αλλά δεν εννοώ αυτό. Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα ελληνικής γλώσσας και το ιστολόγιο, παρόλο που γενικά δυσπιστεί απέναντι στις παγκόσμιες ή διεθνείς ημέρες, δεν μπορεί να την προσπεράσει, αφού η γλώσσα είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της ενασχόλησής μας.

Επιπλέον, το ιστολόγιο έχει ήδη ασχοληθεί με τη σημερινή μέρα, από τότε που διατυπώθηκε αρχικά η πρόταση να θεσπιστεί τέτοιος θεσμός. Θα θυμάστε ίσως ότι η ιδέα είχε αρχικά διατυπωθεί πρόπερσι από το Υπουργείο Εσωτερικών, και τότε είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο που επέκρινε αρκετά στοιχεία της πρότασης, και ιδίως την ανόητη αιτιολογική έκθεση που τη συνόδευε, όπως και την ημερομηνία που προτεινόταν (20 Μαΐου, με μια παράδοξη σύνδεση με τη… Μάχη της Κρήτης και τη γενοκτονία των Ποντίων). Μάλιστα, είχα υποβάλει το άρθρο μαζί με κάποια άλλα σχόλια στη διαβούλευση στο opengov (πρώτη φορά που το έκανα και μέχρι στιγμής τελευταία) -και κάποια πράγματα πάρθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων η ημερομηνία, που μεταφέρθηκε στον Φλεβάρη, περίοδος σαφώς πιο πρόσφορη από τον Μάιο των εξετάσεων, και συνδέθηκε με τον Διονύσιο Σολωμό, που θεμελίωσε τη νεοελληνική λογοτεχνία.

Φυσικά, το τι περιεχόμενο θα δοθεί στην εκδήλωση εξαρτάται κυρίως από τους μάχιμους εκπαιδευτικούς κάθε σχολείου. Η εγκύκλιος του υπουργείου, πάντως, δεν είναι κακή αν και ειναι αρκετά γενικόλογη -ή έτσι πρέπει νάναι;

Για να τιμήσει τη σημερινή μέρα, το ιστολόγιο δημοσιεύει ένα άρθρο εισαγωγής στη γλωσσολογία -είναι η εισαγωγή από το πολύ καλό βιβλίο του φίλου Φοίβου Παναγιωτίδη «Μιλα μου για γλώσσα», που το είχαμε παρουσιάσει εδώ όταν κυκλοφόρησε. Ίσως δεν είναι κατάλληλο για παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου (αλλά γιατί όχι;) εμείς όμως είμαστε λίγο μεγαλύτεροι.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και ένα λινκ προς κάτι πολύ ενδιαφέρον, οπότε έχετε ένα επιπλέον κίνητρο για να μην αφήσετε το διάβασμα στη μέση.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΟΥΒΛΑ

Συνήθως όταν μιλάμε για γλώσσα, είτε γενικά για το φαινόμενο της γλώσσας, είτε για συγκεκριμένες γλώσσες, όπως τα πορτογαλικά, τα αραβικά, τα κορεατικά ή τα σιγγαλέζικα (μια από τις γλώσσες της Σρι Λάνκα), αναφερόμαστε στις λέξεις και μόνο. Με άλλα λόγια, αντιλαμβανόμαστε τη γλώσσα σαν να ήτανε λέξεις και μόνο λέξεις.

Συχνά περιοριζόμαστε να εντοπίζουμε τις διαφορές μεταξύ γλωσσών μόνο στο επίπεδο των λέξεων, στο ότι για παράδειγμα το δέντρο λέγεται ‘δέντρο’ στα ελληνικά, ‘tree’ στα αγγλικά, ‘Baum’ στα γερμανικά και ούτω καθεξής. Μάλιστα, ένα συνηθισμένο θέμα συζήτησης (ιδίως σε μια παρέα που θα αντιληφθεί πως ανάμεσά της υπάρχει κι ένας γλωσσολόγος) είναι ποια γλώσσα είναι η πιο πλούσια ή η πιο πλήρης. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι συζητήσεις έχουν το εξής θέμα: «Ποια γλώσσα έχει τις περισσότερες λέξεις;» — αφού, όπως είπαμε, συνήθως όταν μιλάμε για γλώσσα την αντιλαμβανόμαστε απλώς σαν έναν σωρό από λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Επετειακά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2016

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες στον ιστότοπο RED Notebook, απ’ όπου πήρα και την εικόνα που το συνοδεύει. Στη σημερινή αναδημοσίευση έχω προσθέσει/αλλάξει κάποια πράγματα.

160602-licurgo-1-870x418

Με την ευκαιρία του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία, ξαναήρθε στην επικαιρότητα το ζήτημα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο.

Η αρχή έγινε με επιστολή 56 καθηγητών πανεπιστημίου, γλωσσολόγων, οι οποίοι επισήμαναν ένα ολοφάνερο αφύσικο, ότι στο Γυμνάσιο η αρχαία ελληνική γλώσσα από το πρωτότυπο διδάσκεται 3 ώρες εβδομαδιαίως ανά τάξη και 2 ώρες τα αρχαία από μετάφραση, ενώ η νέα ελληνική γλώσσα (μαζί με την παραγωγή κειμένων) μόνο 2 ώρες – και ζήτησαν να καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων από το πρωτότυπο και να αυξηθούν οι ώρες που αφιερώνονται στα νέα ελληνικά.

 

Η πρόταση των 56 προκάλεσε αρκετές ενοχλημένες αντιδράσεις, από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, την Ένωση Αναπληρωτών Φιλολόγων (με κωμικά επιχειρήματα, όπως ας πούμε ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα έχει… μαθηματική δομή) και από τον Τομέα Κλασικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. (όπου, μαθαίνουμε ότι τα αρχαία ελληνικά, παρά το ότι δεν έχουν φυσικούς ομιλητές, δεν είναι νεκρή γλώσσα διότι «έχει αφήσει πίσω της γλωσσικούς απογόνους»· αλλά τότε ούτε τα λατινικά είναι νεκρή γλώσσα, ούτε, εδώ που τα λέμε, η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, η οποία έχει αφήσει πάμπολλους απογόνους!) Υπήρξαν πάντως και φιλόλογοι της μέσης εκπαίδευσης που επικρότησαν την πρωτοβουλία των 56 πανεπιστημιακών, με ένα υποδειγματικό κείμενο.

Ταυτόχρονα, απαντώντας σε ερώτηση φιλολόγου σε ανοιχτή εκδήλωση, ο υπουργός Παιδείας Ν. Φίλης δήλωσε ότι είναι «παρά φύσιν» η κατάσταση να διδάσκονται οι μαθητές του Γυμνασίου 3 ώρες αρχαία ελληνικά και μόνο 2 ώρες νέα ελληνικά. Η μονταζιέρα φυσικά δούλεψε υπερωρίες, κι έτσι σε πολλούς ιστοτόπους (παράδειγμα) γράφτηκε ότι ο Φίλης χαρακτήρισε «παρά φύσιν» τη διδασκαλία των αρχαίων γενικώς. Την άθλια διαστρέβλωση την επανέλαβε και ο, ας πούμε, διανοητής Τάκης Θεοδωρόπουλος από τις στήλες της Καθημερινής, ενώ το σπασμένο τηλέφωνο έφτασε στον αντιπρόεδρο της ΝΔ Άδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος είπε ότι ο Φίλης «θέλει να απαγορεύσει τα αρχαία ελληνικά» (μια ακόμα ένδειξη ότι η… φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία του Κούλη Μητσοτάκη είναι μαύρη αντίδραση και σκοταδισμός στα κοινωνικά-πνευματικά-πολιτιστικά ζητήματα).

Συνήθως είναι δύσκολο να εκτιμηθούν από τα πριν οι συνέπειες μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, αλλά ειδικά στο θέμα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο είμαστε τυχεροί: έχουμε ένα μεγάλο δείγμα μαθητών που διδάχτηκαν τα αρχαία στο Γυμνάσιο μόνο από μετάφραση. Από το 1977 έως την παλινόρθωση του 1992 τα αρχαία διδάσκονταν μόνο στο Λύκειο από το πρωτότυπο. Οι μαθητές εκείνης της δεκαπενταετίας, όπως προκύπτει από τις εμπειρίες τους, ήρθαν σε επαφή με το περιεχόμενο πολύ περισσότερων κειμένων της αρχαίας γραμματείας, ενώ δεν στοιχειοθετείται από πουθενά ότι οι φιλόλογοι των ετών εκείνων υστερούν σε αρχαιομάθεια από τους προγενέστερους ή μεταγενέστερους συναδέλφους τους.

Επίσης αν οι συνέπειες της μη διδασκαλίας των αρχαίων στο Γυμνάσιο ήταν τόσο ολέθριες όσο τις παρουσιάζουν οι υπέρμαχοι της διατήρησης, η γενιά που δεν τα διδάχτηκε, άνθρωποι που έχουν αυτή τη στιγμή ηλικία, χοντρικά, από 35 ως 50 ετών, θα έπρεπε να μιλούν χειρότερα ελληνικά από τους σημερινούς εικοσιπεντάρηδες-τριαντάρηδες, κάτι που ολοφάνερα δεν συμβαίνει. (Η προέκταση αυτού του συλλογισμού σε άλλες γλώσσες, θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί κανείς φυσικός ομιλητής των αγγλικών να μάθει καλά τη μητρική του γλώσσα αν δεν διδαχτεί τα αγγλικά της εποχής του Beowulf).

Αντίθετα, η μόνη μελέτη που έχει εκπονηθεί μετά την παλινόρθωση των αρχαίων στο Γυμνάσιο, μια εργασία της Μαρίας Κοξαράκη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα επί τρία συναπτά έτη στο Γυμνάσιο δεν βελτίωσε τις επιδόσεις των μαθητών στα αρχαία ελληνικά στο Λύκειο».

Το περίεργο είναι ότι και οι υπέρμαχοι της διατήρησης δέχονται, σχεδόν όλοι, ότι η σημερινή κατάσταση με τα αρχαία ελληνικά κάθε άλλο παρά ικανοποιητική είναι, ότι οδηγεί τους περισσότερους μαθητές στο να μισήσουν το μάθημα και να θεωρούν χαμένο χρόνο τις ώρες που αφιέρωσαν σ’ αυτό. (Για να κάνω μια παρένθεση: Μια άλλη παρενέργεια του σημερινού συστήματος είναι ότι πολλοί φιλόλογοι ενσταλάζουν στα παιδιά την ιδέα ότι η σημερινή νεοελληνική γλώσσα δεν είναι παρά ένα ωχρό είδωλο της αρχαίας, που δήθεν έχει πολύ ανώτερες εκφραστικές δυνατότητες, με αποτέλεσμα η μητρική γλώσσα να απαξιώνεται στα μάτια του μαθητή. Το κωμικό είναι ότι όσο περισσότερο υμνούμε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση την αρχαία γλώσσα τόσο χειρότερα τη μαθαίνουμε, ίδιοι με τους Ποσειδωνιάτες του Καβάφη).

Ωστόσο, οι υπέρμαχοι της διατήρησης αντιτείνουν ότι δεν φταίει το περιεχόμενο του μαθήματος καθαυτό, αλλά η μέθοδος εκμάθησης. Ποια όμως θα είναι αυτή η θαυματουργή μέθοδος που θα κάνει τους μαθητές να αγαπήσουν τα αρχαία, αυτό κανένα στόμα δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα –οπότε, πολλοί βρίσκουν τη λύση στη φυγή προς τα εμπρός: προτείνουν να διδάσκονται ακόμα περισσότερα αρχαία, που να ξεκινούν από το Δημοτικό, ει δυνατόν και από την πρώτη τάξη, ίσα κι όμοια με κάποιους που ως θεραπεία για τη μνημονιακή λαίλαπα πρότειναν ακόμα περισσότερα μνημονιακά μέτρα. Φαίνεται επίσης να πιστεύουν ότι το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων μπορεί να διασταλεί απεριόριστα, αφού μεγαλόθυμα συμφωνούν με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών, αρκεί να μην γίνει εις βάρος των Αρχαίων Ελληνικών. (Το ίδιο φαίνεται να πιστεύει και η ανακοίνωση του τομέα κλασικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ στην οποία ζητείται έμμεσα να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας και των Λατινικών!) Στην πραγματικότητα, με 35 διδακτικές ώρες τη βδομάδα, το πρόγραμμα διδασκαλίας είναι ήδη παραφορτωμένο (δείτε το εδώ) -για να μην αναφέρουμε και τη γνωστήν αλήθεια, ότι τα μονόωρα μαθήματα (που έχουν μόνο μία ώρα την εβδομάδα) είναι σαν να μην υπάρχουν. Δεν θα λύσουμε σήμερα το θέμα της οργάνωσης του ωρολογίου προγράμματος, αλλά καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι για να αυξήσεις κατά μία ώρα ένα μάθημα πρέπει να την αφαιρέσεις από κάποιο άλλο.

Πολλοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι αν ο μαθητής δεν έρθει σε επαφή με την αρχαία ελληνική δεν θα μπορεί να συνάγει τη σημασία των λέξεων από την ετυμολογία τους. Το επιχείρημα αυτό βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Η σημασία λόγιων λέξεων όπως, π.χ., ανήκεστος (το παράδειγμα αυτό το έχει φέρει φιλόλογος υπέρμαχος της διατήρησης) δεν μαθαίνεται από την ετυμολογία (α στερητικό + ακέομαι = γιατρεύω). Η σημασία μαθαίνεται αυτόνομα, μέσα από κείμενα που περιέχουν τη φράση «ανήκεστος βλάβη», τη μόνη που μπορεί να συναντήσει κανείς στη νέα ελληνική, απ’ όπου ο μαθητής μαθαίνει ότι θα πει «ανεπανόρθωτη, που δεν μπορεί να θεραπευτεί». Αλίμονο αν χρειαζόταν να μαθευτεί πρώτα το σπάνιο και το άγνωστο (το ακέομαι) για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το συχνότερο και οικειότερο (το ανήκεστος)!

Η θέση ότι η ετυμολογία είναι απαραίτητη για την κατανόηση της σημασίας των λέξεων θα οδηγούσε στο ολοφάνερα παράλογο συμπέρασμα, ότι δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τη σημασία λέξεων αβέβαιης ή άγνωστης ετυμολογίας (και τέτοιες υπάρχουν εκατοντάδες ή χιλιάδες, αρχαίες και νέες!)  Παρόλο που την ετυμολογία τη λατρεύω, δεν πρέπει να της δίνουμε σημασία μεγαλύτερη από όσην έχει. Η ετυμολογία δεν δείχνει την αληθή φύση της λέξης, μην σας παραπλανά η… ετυμολογία της. Δείχνει πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι που την ονομάτισαν. Ανθρωπολογία είναι ουσιαστικά η ετυμολογία.

Ούτε βοηθάει η γνώση της ετυμολογίας για να συμπεράνουμε ότι ευάριθμος σημαίνει ολιγάριθμος, τη στιγμή που εύπορος είναι ο πλούσιος. Με δυο λόγια, όπως σωστά επισήμανε ο Φοίβος Παναγιωτίδης, η διδασκαλία του λεξιλογικού πλούτου της Νέας Ελληνικής είναι δουλειά του μαθήματος των Νέων Ελληνικών, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις αρχαΐζουσες δομές της γραμματικής.

Αν καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων από το πρωτότυπο στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, οι ώρες που θα εξοικονομηθούν θα μπορούν να διατεθούν στη διδασκαλία αρχαίων κειμένων από μετάφραση, καθώς και στο απολύτως απαραίτητο μάθημα της Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας (που διδασκόταν και την περίοδο 1977-1992). Θα χρειαστούν βέβαια καινούργιες, δόκιμες και ζωντανές, μεταφράσεις, που να μην κάνουν το σφάλμα να εγκλωβίζονται στην κατά λέξη μετάφραση του πρωτοτύπου με αποτέλεσμα να δίνουν κείμενο που να μη διαβάζεται.

Όσο για τα αρχαία από το πρωτότυπο, μπορούμε να συζητήσουμε αν θα ξεκινούν από τη Γ’ Γυμνασίου ή από την Α’ Λυκείου. Την περίοδο 1977-92 τα τρία χρόνια του Λυκείου ήταν  πάντως αρκετά. Κοντά σ’ αυτό ίσως πρέπει να εξεταστεί ξανά η παλιά ιδέα του Εμμανουήλ Κριαρά για τη δημιουργία κλασικών γυμνασίων ή λυκείων (όπως υπάρχουν μουσικά και αθλητικά γυμνάσια), που θα δίνουν σε λίγους μαθητές που έχουν κλίση τα εφόδια για να γίνουν γεροί κλασικοί φιλόλογοι, μια και στον διεθνή στίβο των κλασικών σπουδών δεν έχουμε, φοβάμαι, την παρουσία που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Και θα κλείσω με ένα ερώτημα στο οποίο ως τώρα έχω αποφύγει να απαντήσω. Είναι άραγε η ελληνική «μία και ενιαία» γλώσσα ή όχι; Φοβάμαι πως αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε με αποκλειστικά γλωσσικά κριτήρια, είναι απόφαση πολιτική, όπως πολιτική απόφαση είναι γενικά το αν δυο «διάλεκτοι» ανήκουν στην ίδια γλώσσα ή είναι ξεχωριστές γλώσσες, για παράδειγμα αν η σλαβομακεδονική ειναι χωριστή γλώσσα από τη βουλγαρική.

Αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση των σερβοκροατικών, που παλιότερα θεωρούνταν μία γλώσσα και σήμερα υπολογίζονται για δύο: σερβικά και κροατικά. Αφού οι γλώσσες δεν άλλαξαν τα τελευταία 20 χρόνια και τα κριτήρια της γλωσσολογίας επίσης δεν μεταβλήθηκαν, ολοφάνερα τα κριτήρια της ανακήρυξης της κροατικής σε αυτοτελή γλώσσα είναι πολιτικά.

Οπότε, έχω καταλήξει ότι η ελληνική γλώσσα (πιθανώς και άλλες γλώσσες) είναι σαν το πλοίο του Θησέα. Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει, λέει το φιλοσοφικό πρόβλημα, έναν ωραίο νεώσοικο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν με δόξα και τιμή. Κάθε που σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο πλοίο) είναι πολιτική ή ιδεολογική. Δεν είναι ναυπηγική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γενικά γλωσσικά, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 553 Σχόλια »

Τα γκρίκλις, η σλανγκ και η γλώσσα που αλλάζει (μια παλιά συνέντευξη του Φοίβου Παναγιωτίδη)

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2015

Επειδή ο Μέρφι δουλεύει υπερωρίες αυτό τον καιρό, δεν προλάβαινα να γράψω κάτι για σήμερα (κι αυτό θα μου ξανασυμβεί, φοβάμαι, στον επόμενο μήνα), οπότε είχα να διαλέξω ανάμεσα σε μιαν ακόμα επανάληψη παλιότερου άρθρου ή σε τίποτα υπερσύντομο, κανένα σφηνάκι. Ωστόσο, το δίλημμα τελικά λύθηκε με μια τρίτη λύση που τη βρίσκω καλύτερη: θα αναδημοσιεύσω μια παλιά αλλά πολύ καλή συνέντευξη που είχε δώσει πρόπερσι τέτοιον καιρό ο φίλος Φοίβος Παναγιωτίδης, καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στον κ. Hulot και στη Lifo. με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Μίλα μου για γλώσσα» , ενός πολύ καλού εκλαϊκευτικού βιβλίου γλωσσολογίας , που το έχουμε παρουσιάσει εδώ παλιότερα και που το θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο ανάγνωσμα.

Ο λόγος που ξαναθυμήθηκα τούτη την παλιά συνέντευξη είναι ότι ξαναήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια σε μια γλωσσολογική ομάδα του Φέισμπουκ που παρακολουθώ. Εκεί η συζήτηση επικεντρώθηκε στα γκρίκλις, και πιστεύω ότι αυτό αδικεί τη συνέντευξη γιατί είναι πραγματικά πολύ πλούσια για πολλά θέματα. Ο Φοίβος Παναγιωτίδης μιλάει για θέματα που κι εδώ τα συζητάμε, αφού εμείς εδώ λεξιλογούμε και γλωσσολογούμε, και μπορεί να μας δώσει κάμποσα εναύσματα για συζήτηση. Μάλιστα, οι ερωτήσεις είναι όλες σχεδόν καίριες, με αποτέλεσμα, όπως λέει και ο ίδιος, κάθε απάντηση να σηκώνει δοκίμιο ολόκληρο. Για παράδειγμα, σκεφτόμουν να γράψω κάτι για το γένος των δανείων, που αν το γράψω θα είναι ανάπτυξη της απάντησης που δίνεται στη συνέντευξη.

Ιδού λοιπόν η συνέντευξη με την εισαγωγή του κ. Hulot:

Ο Φοίβος Παναγιωτίδης είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Essex και καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το βιβλίο του με τίτλο «Μίλα μου για Γλώσσα» είναι μία μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία για όσους βαριούνται τη γλωσσολογία, μία απολαυστική ανάλυση του γλωσσικού φαινομένου –κυρίως της ελληνικής γλώσσας- σε σύντομα κεφάλαια που διαβάζεται «μονορούφι» και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που φαντάζεσαι όταν ακούς την τρομακτική φράση «γλωσσική επιστήμη». Τον πετύχαμε μεταξύ Αμερικής και Κύπρου και μας έλυσε (σχεδόν) όλες τις απορίες μας.

— Πόσο καιρό ασχολείστε με τη γλώσσα; Τι σας έχει προσφέρει αυτό;
Κανονικά εδώ απαντάμε «με τη γλώσσα ασχολούμαι από μικρό παιδί», ε; Αλλά μπα. Πρωτοενδιαφέρθηκα κάπως στη Β’ Λυκείου, αλλά ως φοιτητής δεν ήξερα αν προτιμούσα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία. Τελικά, στράφηκα στη Γλωσσολογία χάρη στον Γ. Μπαμπινιώτη και στη Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού, ενώ την οριστική ώθηση προς τα εκεί μού την έδωσε, με πλάγιο τρόπο, μια συμβουλή του Γ. Γιατρομανωλάκη. Η Γλωσσολογία μού έχει προσφέρει χαρά και το ωραίο ταξίδι. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που κάνω τη δουλειά που μου αρέσει, κι αυτό χάρη σε μια υποτροφία του ΙΚΥ και στην υποστήριξη των δικών μου ανθρώπων.
— Έχουν κοινή καταγωγή οι γλώσσες;
Δεν ξέρουμε. Μάλλον όχι. Η εικασία ότι οι γλώσσες έχουνε κοινή καταγωγή έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσουμε τις εντυπωσιακές κατά βάθος ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών. Από την άλλη, νέες γλώσσες δημιουργούνται συνεχώς, όπως οι κρεολές, και δημιουργούνται από ευτελή και περιορισμένα υλικά. Και αυτές οι γλώσσες είναι κατά βάθος όπως όλες οι άλλες, οι — ας πούμε — προγονικές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , | 157 Σχόλια »

Μίλα μου για γλώσσα, του Φοίβου Παναγιωτίδη

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2013

glwssa-coverWEBΚάθε καινούργιο βιβλίο για τη γλώσσα ενδιαφέρει το ιστολόγιο, πολύ περισσότερο ένα βιβλίο που ικανοποιεί την ευχή που πολλοί είχαν εκφράσει στο παρελθόν για περισσότερα εκλαϊκευτικά βιβλία που να μη θυσιάζουν την εγκυρότητα στο βωμό της αναγνωσιμότητας. Το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα» του γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη ανταποκρίνεται απόλυτα σε αυτή την περιγραφή καθώς αποτελεί μια «μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία» (έτσι είναι και ο υπότιτλός του) , εισαγωγή που απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη που θέλει να γνωρίσει αυτή τη νεαρή αλλά ήδη πολύπλοκη επιστήμη.

Όπως λέει ο συγγραφέας στον πρόλογό του: Το Μίλα μου για γλώσσα είναι μια εισαγωγή στη γλωσσολογία για όσους βαριούνται τις εισαγωγές και (νομίζουν ότι) απεχθάνονται τη γλωσσολογία. […] Ο βασικός μου στόχος ήταν να εκλαϊκεύσω πτυχές της γλωσσικής επιστήμης και να παρουσιάσω στο ευρύ κοινό διάφορες όψεις του γλωσσικού φαινομένου με τρόπο απλό και εύληπτο. Παράλληλα, προσπάθησα να δείξω πώς η σύγχρονη γλωσσολογία μπορεί  να προσφέρει απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς γύρω από τη γλώσσα εν γένει και την ελληνική γλώσσα ειδικότερα.

Το κυρίως σώμα του βιβλίου αποτελείται από 39 σύντομα κεφάλαια, οργανωμένα σε εννιά ενότητες, τις εξής:
Λέξεις και γραμματική
Γλωσσολογία
Γλωσσική ανάπτυξη
Γλωσσική αλλαγή
Γλωσσική ποικιλία και γλωσσικές ποικιλίες
Γλώσσα και νόηση
Γλωσσικά προβλήματα
Ελληνική γλώσσα και ελληνική γραφή
Γλώσσα και επικοινωνία

Παρόλο που οι τίτλοι των ενοτήτων δίνουν μια ακριβή εικόνα του περιεχομένου τους, ίσως δημιουργήσουν την εντύπωση ότι το βιβλίο είναι τεχνικό, στεγνό και απευθύνεται μόνο σε μυημένους, όμως αυτό καθόλου δεν ισχύει. Ο συγγραφέας αποφεύγει να χρησιμοποιεί ειδική ορολογία όταν δεν είναι απολύτως αναγκαίο, και όταν χρησιμοποιεί έναν ειδικό όρο τον επισημαίνει (την πρώτη φορά) με ένα κυκλάκι και στο επίμετρο έχει γλωσσάρι με τους ορισμούς των ειδικών αυτών όρων. Επίσης, το βιβλίο είναι γραμμένο με κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκό ύφος, όπως θα δείτε αν παραθέσω μερικούς τίτλους κεφαλαίων, ας πούμε: Δανεικά κι αγύριστα. Άσε με να κάνω λάθος. Ερωτήσεις, το περικείμενο και ποιος θα πλύνει τα πιάτα. You speak Engrish? Φλετ φάρε αρbëρίστε?

Μερικά από τα ερωτήματα που βρίσκουν απάντηση στο βιβλίο του Παναγιωτίδη είναι: Πώς μαθαίνουμε να μιλάμε; Ισχύει ότι «γλώσσα = λέξεις»; Ποια είναι η παλιότερη γλώσσα του κόσμου; Ποια η διαφορά γλώσσας και διαλέκτου; Τι σημαίνει μιλάω σωστά (ελληνικά); Γιατί μαθαίνουμε αρχαία; Θα μιλάμε όλοι αγγλικά σε 50 χρόνια; Υπάρχει πρόβλημα λεξιπενίας στη νεολαία; Κινδυνεύουν τα παιδιά που μεγαλώνουν σε δίγλωσσο περιβάλλον; Είναι η πολυγλωσσία τεκμήριο ευφυΐας; Γιατί μας δυσκολεύουν οι ξένες γλώσσες; Σε τι χρησιμεύει η γλωσσολογία;

Όπως επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας, το βιβλίο του δεν έχει στόχο να αναιρέσει πλάνες γύρω από τη γλώσσα ή να αποδομησει γλωσσικούς μύθους (όπως, ας πούμε, η δική μου Γλώσσα μετ’ εμποδίων, που τιμητικά την αναφέρει ο Παναγιωτίδης). Ωστόσο, με το να απαντάει σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω, ο συγγραφέας προσφέρει την υποδομή για να βασιστούν όσοι θα επιχειρήσουν στη συνέχεια να αποδομήσουν γλωσσικούς μύθους, χωρίς να χρειαστεί να ξεκινούν κάθε φορά από το άλφα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Λαθολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 70 Σχόλια »