Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε’

Η μάσκα του Ριγολέτου

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2022

Για κάποιο λόγο, ο Ριγολέτος του Βέρντι είναι η όπερα που έχω παρακολουθήσει περισσότερες φορές -εννοώ σε ζωντανή παράσταση. Είναι βέβαια από τις πιο πολυπαιγμένες όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου, συχνά στην πρώτη δεκάδα των πιο πολυπαιγμένων έργων παγκοσμίως, οπότε δεν είναι και τόσο περίεργο. Προχτές πρόσθεσα άλλον έναν Ριγολέτο στον κατάλογό μου, καθώς πήγα στο Ηρώδειο και είδα την καινούργια παραγωγή της Λυρικής Σκηνής, σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, με ελληνική διανομή εκτός από τον Δούκα της Μάντοβας που τον τραγούδησε ο Ιταλός Φραντσέσκο Ντεμούρο (αλλά στην αυριανή, τελευταία, παράσταση θα τραγουδήσει Έλληνας τενόρος).

Ο Ριγολέτος ανέβηκε στο Φενίτσε της Βενετίας το 1851, αφού ο Βέρντι και οι άνθρωποι του θεάτρου μπόρεσαν να κάμψουν τις αντιρρήσεις των Αυστριακών λογοκριτών (η Βόρεια Ιταλία ανήκε στην Αυστροουγγαρία). Οι λογοκριτές διαφωνούσαν επειδή το λιμπρέτο της όπερας (από τον Πιάβε, βασικό συνεργάτη του Βέρντι) βασιζόταν σε ένα ανατρεπτικό θεατρικό έργο του Βίκτωρα Ουγκό, Le Roi s’amuse, Ο βασιλιάς διασκεδάζει, το οποίο είχε απαγορευτεί στη Γαλλία μετά την πρεμιέρα του, είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όμως ο Βέρντι επέμεινε, διότι διέκρινε στον χαρακτήρα του Ριγολέτου ένα από τα μεγαλύτερα δημιουργήματα του θεάτρου όλων των χωρών και όλων των εποχών -και με κάποιες δευτερεύουσες παραχωρήσεις (π.χ. ο βασιλιάς υποβιβάζεται σε Δούκα, και μάλιστα σε ένα δουκάτο, της Μάντοβας, που είχε πάψει να υπάρχει) οι λογοκριτές έδωσαν την άδεια. Τότε ήταν που άλλαξε όνομα και ο κεντρικός ήρωας, από Triboulet στον Ουγκό σε Rigoletto, από το γαλλ. ρήμα rigoler, διασκεδάζω, αστειεύομαι, γελάω δυνατά.

Ταιριάζει, διότι ο Ριγολέτος, καμπούρης και δύσμορφος, είναι ο γελωτοποιός στην αυλή του Δούκα. Κοροϊδεύει τους πάντες, ανάμεσά τους και τους συζύγους ή τους πατεράδες των γυναικών που έχει ξεπλανέψει ο αφέντης του, γυναικάς περιωπής. Έχει την άδεια να λέει πράγματα που κανείς άλλος δεν θα τολμούσε, όπως όλοι οι γελωτοποιοί, και βέβαια όλοι οι αυλικοί τον αντιπαθούν, αίσθημα αμοιβαίο. Όταν περιγελά έναν γέρο ευγενή, που του ατίμασε την κόρη ο Δούκας, ο γέρος τον καταριέται -αυτό συγκλονίζει τον Ριγολέτο αλλά από τότε μπαίνει μπροστά και αρχίζει να λειτουργεί αδυσώπητα ο μηχανισμός της κατάρας, που τελικά θα του στερήσει όλα όσα έχει πολύτιμα στη ζωή -δηλαδή ένα, την κόρη του τη Τζίλντα.

Μάλιστα, το τραγικό στον Ριγολέτο ειναι ότι κάθε κίνηση που κάνει τον βυθίζει ακόμα πιο βαθιά -αν ας πούμε δεν είχε επιμείνει στην εκδίκηση ή αν δεν ήθελε να δείξει έμπρακτα στη Τζίλντα ότι ο Δούκας την κοροϊδεύει και φλερτάρει ασύστολα όποιαν βρει μπροστά του, η κόρη του θα ζούσε.

Στα σύγχρονα ανεβάσματα της όπερας συνηθίζεται η υπόθεση να μεταφέρεται σε άλλες περιοχές και χρονικές περιόδους. Έχω δει μεταφορά στη φασιστική Ιταλία της δεκαετίας του 1920 (πριν από μερικά χρόνια στη Λυρική) αλλά και στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης, κι άλλα που δεν τα θυμάμαι τώρα. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου είχε την ιδέα να μεταφέρει την πλοκή στην Ιταλία της δεκαετίας του 80, σε μια επαρχία που ελέγχεται από τη Μαφία, με σαφείς αναφορές στον Νονό του Κόπολα, όπως θα δείτε. Ο Ριγολέτος του Δημήτρη Τηλιακού δεν είναι καμπούρης όπως θέλει το κείμενο, όμως κουτσαίνει. Επίσης, στο ανέβασμα τονίζεται ιδιαίτερα το στοιχείο της κατάρας -που είναι ταιριαστό αν σκεφτούμε ότι ο αρχικός τίτλος του έργου ήταν La Maledizione, η κατάρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Θεατρικά, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 142 Σχόλια »