Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χάραμα’

Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2014

… και 99 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), αν και η αλλαγή του ημερολογίου το 1923 περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Βέβαια, η επέτειος είναι αύριο, αλλά επειδή το Σάββατο είναι αφιερωμένο στα μεζεδάκια σκέφτηκα να επισπεύσω το αναμνηστικό άρθρο κατά μία ημέρα. Με την ευκαιρία λοιπόν της διπλής επετείου, ανεβάζω εδώ ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, επιστρέφοντας από την κηδεία του Τσιτσάνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI (στο τεύχος Φεβρουαρίου 1984), με το οποίο συνεργάστηκα σχεδόν για ένα χρόνο το 1984 γράφοντας κριτικές ελληνικών δίσκων (μετά πήγα φαντάρος). Δεν έχω αλλάξει τίποτα από το αρχικό άρθρο, μόνο έχω βάλει λίκνους σε γιουτουμπάκια μερικών τραγουδιών γιατί θα ήταν χαζομάρα να μην εκμεταλλευτώ τις δυνατότητες που δίνει το νέο μέσο. Αν έγραφα σήμερα δεν θα το έγραφα έτσι, φυσικά, κι αν σε μερικά σημεία ακούγομαι απόλυτος ή στομφώδης επικαλούμαι το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

TSITSANIS8Το Σάββατο εκείνο, 21 του Γενάρη, μόνο συννεφιασμένο δεν ήτανε. Αμέτρητος ο κόσμος ανάμεσα στα μνήματα, να ’χει από νωρίς πιάσει τις θέσεις τις επίκαιρες, έτσι πού οι επόμενοι, για να μπορέσουν να πάρουν έστω μυρωδιά την τελετή, να ανεβαίνουν ομάδες-ομάδες σε υπερυψωμένους τάφους, οικογενειακούς συνήθως, και οι πιο νέοι σε δέντρα, σέ ψηλώματα, σε αγάλματα που πολλά εκεί υπάρχουν, να κάθονται στην αγκαλιά τού μαρμάρινου ευεργέτη ή στα φτερά τού αγγέλου ν’ ακροβατούν, χωρίς κάνεις από τους γύρω να διανοηθεί να διατυπώσει ένσταση για κάποια δήθεν βεβήλωση της ιερότητας τού χώρου. Και τα όργανα της τάξης ματαίως προσπαθούσαν να διευθετήσουν το κύμα του πλήθους που διαρκώς συνέρρεε. Γέροι με τραγιάσκες και χοντρά γυαλιά πρεσβυωπίας, νοικοκυρές στα μαύρα, φάτσες εργατικές, νέα ζευγάρια με νήπια, μαθητές -αυτοί αποχαιρέτησαν τον Τσιτσάνη κι όπως από νωρίς είχανε συναχτεί, άρχισε πάλι, σέ χιλιάδες πηγαδάκια, εκείνη η ατέλειωτη συζήτηση για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα του έθνους, πού ήμασταν και πού πηγαίνουμε, μνήμες ανασύρθηκαν και διασταυρώθηκαν, χρονολογίες, απόψεις, αντιρρήσεις, εφ’ όλης της ύλης η κουβέντα και απ’ του δέντρου τα κλαριά σκαρφαλωμένος κάποιος να αναμεταδίδει τις αφίξεις των επωνύμων … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…

Γιατί βεβαίως η κηδεία του Τσιτσάνη πένθιμη δεν ήταν ακριβώς, κι αυτό δεν οφειλόταν μονάχα στον ανοιξιάτικο, χαρούμενο καιρό· όχι πως ο κόσμος είχε πάει για να περάσει την ώρα του, να καλαμπουρίσει, να «δει». Ο κόσμος είχε, ήδη απ’ την Τετάρτη, πολλές φορές πέσει σέ βαθιά συλλογή μαθαίνοντας – κι υστέρα συνειδητοποιώντας – το χαμό· αλλά, ήταν τόσο διαρκής και ζωντανή η παρουσία του, δεκάδες χρόνια τώρα, με τις μουσικές του αδιόρατα να διαχέονται και να ’χουν διαποτί­σει όλη την Ελλάδα, που δεν σου πήγαινε να θρηνήσεις· ποια απουσία άλλωστε, που ο Τσιτσάνης νίκησε το θάνατο κι είναι μαζί μας, τις πρώτες μέρες στα βιαστικά αφιερώματα των μέσων ενημέρωσης και τού τύπου -ούτε την ηλικία του δε βρήκανε σωστή – αλλά και ύστερα, για πάντα, σταθερά και μόνιμα, κοντά μας θα ’ναι.

Κοντά μας και γνωστός στον καθένα, έτσι που αρκεί να πεις τ’ όνομά του για να συγκατανεύ­σει ο άλλος μ’ ένα χαμόγελο σαν κλείσιμο ματιού, έτσι οικείος ήταν σ’ όλους, κι αυτός και τα τραγούδια του, πανταχού παρών κι ας μη θυμόμασταν την ημερομηνία γέννησής του, κι ας αγαπούσαμε πολλά τραγούδια του χωρίς να ξέρουμε πως αυτός ήταν ο συνθέτης – γιατί με τον Τσιτσάνη αυτό γινόταν, και στα ραδιοφωνι­κά αφιερώματα, οι πενιές από κάποιο αγαπη­μένο σουξέ συνοδεύονται από τα θαυμαστικά «βρε, κι αυτό δικό του είναι!» του κόσμου. Αόριστα, κι όμως τόσο πολύ γνωστός. Αλλά η δεοντολογία επιτάσσει να δώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για  το φαινόμενο που λέγεται Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 – πέθανε τη μέρα των γενεθλίων του -, από το ’37 στη ρεμπέτικη την πιάτσα, έγραψε αμέτρητα τρα­γούδια, άλλοι λένε χίλια, άλλοι χίλια τετρακό­σια -έχουνε μείνει κάπου 300 ανέκδοτα, σύμφωνα με μαρτυρία τής κόρης του – αρι­θμός που από μόνος του προκαλεί κατάπληξη, ισοδυναμώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ με πάνω-κάτω εκατό μεγάλους δίσκους και η κατάπλη­ξη γίνεται δέος αν σκεφτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά· ξεπερνούν τις εκατό οι πολύ μεγάλες του επιτυχίες, αυτές πού είναι τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή και τραγουδιούνται οπουδήποτε, από τις συναυλίες του καλοκαι­ριού μέχρι τις παρέες που ψιλομουρμουρίζουν σε κάποια ταβέρνα. Τέτοιο πάντρεμα της ποσότητας με την ποιότητα ουδέποτε άλλοτε έχει δείξει το ελληνικό τραγούδι, κι όχι μονάχα το ρεμπέτικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 117 Σχόλια »