Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χαλασοχώρηδες’

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Οι Χαλασοχώρηδες και η εκλογική διαφθορά (Μελέτη του Μάκη Πασχαλίδη)

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2015

Ο φίλος του ιστολογίου Μάκης Πασχαλίδης, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη, μού έστειλε μια μελέτη του για τους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, ένα διήγημα που μπορείτε να το διαβάσετε στον παλιό μου ιστότοπο. Το θέμα είναι διπλά επίκαιρο, αφενός επειδή και την περασμένη Κυριακή είχαμε διήγημα του Παπαδιαμάντη και αφετέρου, και κυρίως, διότι η χώρα οδεύει σε πρόωρες εκλογές -και, αν θυμάστε, θέμα του διηγήματος είναι, ακριβώς, οι κομματάρχες και η διαφθορά στις εκλογές της εποχής, σε σημείο που ο Παπαδιαμάντης (που οι απόψεις του στο διήγημα εκφράζονται από το άλτερ έγκο του, τον Λέανδρο Παπαδημούλη) αποκάλεσε «μικρά μελέτη» το διήγημά του.

Α. Κομματάρχες, ψηφοθήρες, δωροδόκοι, μ. ά.

Χαλασοχώρηδες «εκαλούντο οι του κόμματος  του Λάμπρου» (Βατούλα), του «άλλου κόμματος ωνομάσθησαν οι ανδρογυνοχωρίστρες» (του Μανόλη Πολύχρονου).

Με ποιο τρόπο ενεργούσαν οι κομματάρχες Λάμπρος Βατούλας και Μανόλης Πολύχρονος;

Ο Παπαδιαμάντης γράφει: «… είχαν το λύειν και το δεσμείν [το να λύνουν και να δένουν][1] εις τα δύο κόμματα, που έταζαν “φούρνους με καρβέλια”… μεθ’ όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς… Πού επερίσσευε τραμπούκος[2] απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί;… πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο [λεία, λάφυρο]. Έχουν βλέπεις αυτοί οι διάβολοι τον τρόπον να τα κάμνουν πλακάκια [συγκαλύπτουν σκανδαλώδη υπόθεση]. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο…Ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον κ’ έδιδαν λιπαράς διαβεβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς… Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα – Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν.

Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους…       …πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων τους ναύλους και τα χασομέρια των…» [μ. ά., καθώς και τον κάπηλο, στο ταμείο-γραφείο του οποίου:] «το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι….».

Επιπλέον ενεργούσαν τις δωροδοκίες στα δυο πρακτορεία:

«Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον, οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα, αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί, «οι εκλογείς ήκουον “τον κρυφό το λόγο”, εφωδιάζοντο με δύο ή τρία φυσέκια

Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη “κουκουλόσπορο[3]. Ο “βαμβακόσπορος”, τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας.

Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι “βαμβακόσπορο” και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι».) [κατόρθωναν ν’ αποδεικνύουν την αθωότητά τους].

Συνομιλία και αντικείμενα της συναλλαγής (τα χρήματα μ. ά. της δωροδοκίας):

«Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·

Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…
– Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
– Ας φέξει!
– Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.
– Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
– Τι λες και συ, Άγγουρε;… που να ρημάξει το κεφάλι σου!
– Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
– Θέλουμε και προικιά.
– Το τράχωμα, που λένε.
– Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ [μισθός που έπαιρναν επί τουρκοκρατίας οι αρματολοί, φιλοδώρημα ή δωροδοκία]… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…
– Μη μπας και θα με διορίσει εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;
– Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος. Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. “Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω”, εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης. Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής. Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν. Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον. Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.»

Β. Οι υποψήφιοι βουλευτές

Β.1 Γεροντιάδης

«διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα»

«δια το καλόν της πατρίδος»

Ποια ρουσφέτια; Με ποια μέσα; (μετέρχονται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο)

«Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον.
Ψήφοι-διπλά τάλληρα.
Ψηφοφόροι-δεκάρικα (1100 ψήφους x 1200 δεκάρικα=12.000 από 11 δρχ. κατ’ ακριβολογίαν από 10,91 η ψήφος)».

Συντάξεις:
«Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το Απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον».

Ενοικιάσεις δημοσίων κτηρίων:
«Ενοικίασις μιας οικίας ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον … κατώρθωσε ν’ ακυρώσει δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάσει μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν».

Διορισμοί:
«Έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων. Όσον δια την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το “Σχολείο της Αμαλίας”, ως ασφαλέστερον, μη  ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγει».
Εις μικράς ή μεγάλας θέσεις [διόρισε] όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους, ως και δύο κουμπάρους και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους».

Β.2 Αλικιάδης

«..όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων».

Τα λεφτά:

«Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ημπορούσε να του βγάλεις λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το “παρασούβλι”. Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα λάβει δέκα. Εβραίος σωστός.
Ήτον ικανός να εξοδεύσει και δέκα πέντε χιλιάδας και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχει. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας το ολιγώτερον! ήτο πολύ “κωλοπετσωμένος”[καταφερτζής]. Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίσει υπάλληλον, θα του έλεγε “μ’ δίνεις τα μισά;”, πριν αποφασίσει να δώσει μπιλιέτο. Νέτα-σκέτα, “σίγουρες δουλειές”. Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστεί από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψει εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως».

Τα δημόσια έργα:

«Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθεί παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους.                                                                                                             Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως.
Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα: “θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσεις από την ξύλευσιν του δάσους”.
Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ούς ηδύνατό τις να επιθυμήσει διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθεί το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν “αμέτ Μουαμέτ”, να βάλει τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανεί χρήσιμος εις την επαρχίαν του».

Β.3 Γιαννάκος ο Χαρτουλάρης

«Εφυσούσε» (είχε λεφτά, ήταν πλούσιος):
«Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακριά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά-σκυλιά τίποτε.Εφυσούσε”. (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι’ ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου, την λέξιν: “Φυσάει-φυσάει”). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν;»

Κολληγιές συνυποψήφιων:

«Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζομένων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κι έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλιπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν.
      Τώρα, ο καημένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακριά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθεί με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κι έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. “Τόσο το καλύτερο για μας, παιδιά”. Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος και θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώσει ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ’ ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ’ ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ημπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστή ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είναι και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχη τους!».

Γ. Τοκογλύφος, κομματάρχης, εμποροπαντοπώλης, κτηματίας και σύμβουλος του δήμου (“ευκολίας” εις τους χωρικούς, “διάφορο κεφάλι” και ο ορισμός του δικολάβου, μ. ά. )

«Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος “καλός νοικοκύρης”, εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον, ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη “εψωμόφαγε” μετ’ ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειοψηφησάντων και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνει “ευκολίας” εις τους χωρικούς….
Δι’ όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς “το διάφορο κεφάλι[4], είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ’ έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντες προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είναι και οι προστάται των. Ο ίδιος, όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δείνος γεωργού, ο ίδιος θα δανείσει αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώσει, επιφυλαττόμενος μετ’ ου πολύ να του πωλήσει την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχει πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης θα τον μισθώσει, όπως καλλιεργεί αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή άμπελον…
Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθεί του πρώτου καλοθελητού, ορφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και άμπελον. Θα αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα με την επί το χείρον διαφοράν προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγει ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον[5]. Αλλ’ ο δικολάβος είναι το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήσει, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον…».

Δ. «Βαθεία των πραγμάτων μελέτη», περί δωροδοκίας και «άλλων πολύ χειρότερων εκλογικών διαφθορών» (συναλλαγή, ρουσφέτια, δημόσιο και ιδιωτικό χρήμα, πλουτοκρατία, φόροι, μ. ά.)

(πηγή: κεφ. ΙΑ΄, ό. π. και στα ΆΠΑΝΤΑ, τ.2, σελ. 451-456)

«… Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;
Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδει αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: “Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…” Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
– Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
– Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.
– Λοιπόν, αύριον, να έχεις όρεξιν ν’ ακούεις τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτει η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον…
Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.
– Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.
– Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν… Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην….   …διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί…
Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
– Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος…
-…. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;
– Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.||
– Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είναι καλόν τι, λέγω ότι είναι το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράσει ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθεί. Πριν κατέλθει εις τον αγώνα, θα υποδυθεί την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέσει την δημοτικότητα ως κόθορνον[6]. Θα φροντίσει ν’ αποδώσει μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ των δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος, όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσεις το έθνος. Διά να επιθυμήσεις τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρεις πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγει άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύει την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχει την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζει, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγει να ψηφοφορήσει εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσεις τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.
Εάν δεν του δώσεις χρήματα, θα του προσφέρεις γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλεις κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβει ο αντίπαλός σου, όστις θα φορεί τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.
Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν… Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.
– Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
– Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν[7], τον κουτσαβακισμόν[8], την εις τους νόμους απείθειαν… Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος…».

Ε. Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς:

«…(συγγραφεύς, όστις εστοχάσθη να γράψει ηθογραφικήν μελέτην επί εκλογικού θέματος, οφείλει να είναι ο αυτός και υποψήφιος κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας)…»

Στ. Παρέκβαση: Παπαδιαμάντης και Μπαλζάκ (ρεαλισμός και λεπτομέρειες, συμπτώσεις σχεδόν σύγχρονες)

Εισαγωγικά:

Στο διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη υπάρχουν ορισμένες λεπτομέρειες (βλ. το κεφ. Γ. για τον τοκογλύφο παραπάνω) που συμπίπτουν μ’ αυτές του Μπαλζάκ στο βιβλίο του: οι χωριάτες (Γκοβόστης 1987)[9]. Οι δυο συγγραφείς αναφέρονται με μια αντικειμενικότητα κι ένα ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (Μαρξ για τον Μπαλζάκ στο άρθρο), τις οποίες και κριτικάρουν. Υπάρχουν ακόμη λεπτομέρειες των συναλλαγών με συγκεκριμένα ποσά χρημάτων, γεγονός που δείχνει ρεαλιστικά την «αξία» αυτών των συναλλαγών, την οποία τοποθετούν εντός της πραγματικότητας (κατά τη γνώμη μας).
Το παραπάνω απόσπασμα Ε (: Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς…) είναι παρεμφερές μ’ αυτό του Μπαλζάκ, ο οποίος έγραψε για το «δίκιο της κάθε παράταξης» (πλούσιοι και φτωχοί), καθώς και για την ισότητα «μπροστά στην πένα».
Οι αναφορές στους βουλευτές στον Παπαδιαμάντη είναι συγκεκριμένες ενώ στον Μπαλζάκ είναι γενικές (εμφανίζονται στο «δίχτυ» των μεσαζόντων).

Δάνεια, υποθήκες, μεσάζοντες, τοκογλύφοι, μ. ά.:

Περιγράφεται κι από τους δυο συγγραφείς η καταχρέωση του αγρότη με τις υποθήκες, τους πλειστηριασμούς και τις δημοπρατήσεις οικιών και χωραφιών, την τοκογλυφία των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. «Αυτοί οι τύραννοι είναι και προστάται των» των πτωχών και χωρικών, όπως έγραψε παραπάνω ο Παπαδιαμάντης, γεγονός που χαρακτήρισε ο Μπαλζάκ ως «κράτος μεσαζόντων» («εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις») και «αόρατη συμμαχία και έξυπνη τυραννία» (και οι δυο συγγραφείς χρησιμοποιούν την ίδια λέξη!). Επισημαίνεται και από τους δυο, η απόσπαση των χωρικών από το χωράφι και εντέλει η χαμηλή αμοιβή του για το ίδιο χωράφι (επισημαίνεται και από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, τ.3, βλ. στο άρθρο). Οι δυο τοκογλύφοι του Μπαλζάκ (Ριγκού και Γκωμπερτέν) και αυτός του Παπαδιαμάντη (ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος), που εμφανίζονται στις σκηνές, ενεργούσαν ως προς τα παραπάνω με τα ίδια «ανήθικα» μέσα και με σκοπό το κέρδος. Το σύστημα μεσαζόντων (συμπεριλαμβανομένων των κομματαρχών και βουλευτών), περιλαμβάνει την εύνοια προς συγγενείς και φίλους («νεποτισμός»), τον «πατριωτισμό», τον «τοπικισμό» (αφορά την μικρή επαρχιακή πόλη), τις συναλλαγές για τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις μ. ά., πράξεις που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Αν αντικαταστήσουμε αυτούς τους τύραννους (τοκογλύφους κλπ.) με τους σημερινούς τραπεζίτες, τότε οι λεπτομέρειες των δυο συγγραφέων είναι σχεδόν σύγχρονες και οι σημερινοί τραπεζίτες μπορούν ν’ αναζητήσουν, σ’ αυτούς τους δυο συγγραφείς, τους προκατόχους τους στο 19ο αιώνα. «Δεν θα δυσκολευτεί, επίσης, ο μέσος Ελλην τραπεζίτης να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του κυρ Μανουήλου του Στεριωμένου («Οι Χαλασοχώρηδες») έναν εκ των ενδόξων προγόνων του από το σπέρμα των οποίων προέκυψε:…» (Δ. Γκιώνης στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika 20.12.2008).

—————————

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γλωσσάρι

[ πηγή: «Γλωσσάρι» , Άπαντα, Παπαδιαμάντη, τ. 2 http://papadiamantis.net/%E1%BC%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%94%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85-pdf : Ἅπαντα-Δόμου.

«Σημείωση [του επιμελητή Ν.Δ.Τ., ό. π.]: Ορισμένες λέξεις και φράσεις, ιδιαίτερα των Χαλασοχώρηδων, δεν εξηγούνται ικανοποιητικά στο Γλωσσάρι του τόμου αυτού, και θα ήταν μεγάλη χαρά για μένα, αν γίνονταν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης. Συχνότατα αντιγράφω αυτολεξεί τον Ρήγα. Αυτολεξεί επίσης παραθέτω, κατά κανόνα, και τις εξηγήσεις των Σκιαθιτών συνεργατών μου, προπάντων όταν η σημασία είναι αμφίβολη», σελ. 679 ό. π.. Στον τ. 5 (δεύτερη επανέκδοση 2005) έχουν «διορθωθεί ή βελτιωθεί αρκετά λήμματα» μ. ά., σελ. 407 ό. π.)

Ορισμένες λέξεις με πλάγια γράμματα στο πρωτότυπο ερμηνεύονται από τα εξής: α. Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ) των Τεγόπουλου-Φυτράκη (έντυπο και ηλεκτρονικό), β. Δημητράκος, Νέον Λεξικόν (ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν όλης της ελληνικής γλώσσης), επιτομή…, Εκδόσεις «Περγαμηναί» 1957 και γ. ΑΠΘ, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.

Αναπνέω: «μεταφ. ανακουφίζομαι οικονομικώς».
Βαμβακόσπορος: ο, χρήματα, χρηματικό ποσό για δωροδοκία.
Βοτάνι : χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι, «ας δώσει χρήματα».
Διάφορο: κέρδος, το διάφορο κεφάλι : o ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο.
Κοντραπούντους: «Αντί για “κοντραπούντους” της πρώτης δημοσίευσης και των προηγούμενων εκδόσεων, ο ΝΔΤ διορθώνει σε “κοντραμπάντους” που το ερμηνεύει στο Γλωσσάρι “λαθρέμποροι, πειρατές”. Νομίζω ότι αυτοί λέγονται “κοντραμπαντιέρηδες”. Τι μπορεί να σημαίνει το “κοντραπούντους” δεν το ξέρω, ίσως κάτι σχετικό με το “πούντους” (πόντους που λέμε σήμερα).»  Πηγή:.
Κουκουλόσπορος (μεταφ.), τα χρήματα, ιδιαίτερα όταν διατίθενται για δωρο­δοκία.
Λαδιά: με τα μούτρα στη λαδιά, στο «ψητό».
Λιανά, τα: τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα, «πίνουμε, πίνουμε κρασί, μα χρήματα τίποτε», «κάνομε    κόπους, άλλα χρήματα δε βλέπομε».
Μουαμέτ· Αμέτ Μουαμέτ: αμετατρέπτως, ανυποχωρήτως. («Το ΄χ΄ αμέτ Μουαμέτ. Έχει σκοπό αμετάτρεπτο»).
Μούχτι: «τα πολλά χρήματα» , πέφτω με τα μούτρα στο μούχτι.
Μπουλούκια: ή πρώτη δημοσίευση και οι εκδόσεις παρέχουν την lectio difficilior μπουκλούκια, που κατά τα δελτία του Ι.Λ.Α. σημαίνει «κοπριά γουρουνιών, κοπριά στάβλου, σκουπίδια, τόπος απορρίψεως σκουπιδιών», κατά τόν Κουκκίδη «ακαθαρσία, κόπρος, κοπρών, δυσχέ­ρεια» και κατά τον Φραγκούλα «μπερδεμένα».
(Ε)Ξωμερίτης: ο αγρότης , αυτός που διαμένει στην εξοχή.
Ονόρε: για το ονόρε, για τη δόξα, για να τιμηθεί.
Παλιοκαϊάσα, η: κυριολ. παλιοκάικο, σαπιοκάικο, μεταφ. χούφταλο, ερείπιο.
Παρασούβλι: «άσπρο πανί δεμένο στο άκρο γάντζου (καλαμιάς). Το φέρνουν γύρω στο θαλάμι του χταποδιού κι εκείνο βγαίνει έξω (ψεύτικο δόλωμα)».
Πεκούν(ν)ια : τα, χρήματα.
Ρηγάλο: δώρο, φιλοδώρημα.
Σαλπάρω: κλέβω, αρπάζω.
Σιχνάτσα: η, παλιό γαλλικό χαρτονόμισμα μικρής αξίας.
Σκάλα: κοινωνική τάξη.
Σμιγός: ψήφους σμιγούς, ψήφους μεικτούς, με «ναι» και «όχι».
Τραμπούκος: φιλοδώρημα, ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη.
Τράχωμα: προίκα σε μετρητά, «μέτρημα».
Τσομπανοφλοέρα: χωριάτης, αγροίκος.
Φέγγω: ας φέξει, ας πέσει χρήμα.
Φυσάω: έχω λεφτά, είμαι πλούσιος.
Φυσέκι: κύλινδρος κερμάτων τυλιγμένων σε χαρτί με σχήμα φυσιγγίου.
Ψιλούρια: λεφτά, λιανά.
Ψωμοτρώω: «συνηθίζεται στη φράση: Θα τον ψωμοφάει = θα γίνει αιτία να αποθάνει άδικα»
qui veut la fin, veut les moyens: όποιος θέλει να πετύχει κάτι είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τα ανάλογα μέσα.

[1] Τα πλάγια γράμματα είναι στο πρωτότυπο, ερμηνεύονται εντός αγκυλών, [σύμφωνα με το ΜΕΛ, το Δημητράκο και το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, βλ. το Γλωσσάρι στο τέλος], επίσης κάποιες λέξεις υπάρχουν σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο, στο οποίο στηρίχτηκε το παρόν κείμενο και είναι όλο σε εισαγωγικά (σε συντομευμένη μορφή, λόγω έκ τασης του παρόντος κειμένου και γι αυτό καλύτερα να το διαβάσει κανείς στο πρωτότυπο). Σημειώνω ότι πολλές λέξεις τις ερμηνεύει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στην επόμενη ακριβώς πρόταση. Εκτός εισαγωγικών είναι οι επικεφαλίδες, οι υπότιτλοι, οι υποσημειώσεις καθώς η παρέκβαση στο τέλος.

[2] Οι λέξεις με τονισμένα γράμματα ερμηνεύονται στο γλωσσάρι στο τέλος και είναι χαρακτηριστικές του παρόντος αντικειμένου. Θα σημείωνα ότι στις λέξεις αυτές (κλειδιά) βασίζεται το παρόν κείμενο.

[3] Επειδή αυτή η λέξη, όπως και η λέξη βαμβακόσπορος παρακάτω, αναφέρεται στη δωροδοκία [σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής: η προσφορά υλικών ωφελημάτων σε κάποιον, με σκοπό την εξαγορά της συνείδησής του.], παρατίθεται η ερμηνεία του δωροδόκος, (που υπάρχει στον τίτλο, από το ΜΕΛ): αυτός που ενεργεί δωροδοκία σύμφωνα με το Λεξικό του Δημητράκου: ο δια δώρων διαφθειρόμενος και ο δια δώρων διαφθείρων] και δωροδοκώ : προσφέρω σε κάποιον δώρο, για να παραβεί το καθήκον του | διαφθείρω με χρήματα (συνώνυμα: εξαγοράζω, λαδώνω)[ σύμφωνα με το Δημητράκο: λαμβάνω δώρα προς παράβασιν καθήκοντος κ. παθ. διαφθείρομαι δια δώρων κ. επί πραγμάτων : εκτελούμαι κατόπιν δωροδοκίας].Βλ. επίσης στο κεφ. Δ. παρακάτω.

[4] Το «διάφορο» (κέρδος) και το «διάφορο κεφάλι» (ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο) αποτελούν λέξεις κλειδιά για την περίπτωση των τοκογλύφων, αναφέρονται δε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: Στο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» (πρόσφατα αναρτημένο εδώ, βλ. επίσης: Δ. Γκιώνης, «Πλουτοκρατία, ο μόνιμος άρχων» [«Η τοκογλυφία στο έργο του Παπαδιαμάντη»] στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika). Στο διήγημα «Τα Δυο τέρατα» γράφει: «Τα θαλασσοδάνεια, βλέπετε, είχαν τριανταέξ τοις εκατόν και το “διάφορο κεφάλι“». Στο ποσοστό αυτό και στα θαλασσοδάνεια επανέρχεται στα διηγήματα «Ο Γαγάτος και τ’ άλογο», «Τα Βενέτικα» και στο «Νεκρός ταξιδιώτης». Στο «διάφορο κεφάλι» αναφέρεται και στο διήγημα «Το Σπιτάκι στο Λιβάδι». Τέλος σε μια σειρά διηγημάτων αναφέρεται στα δάνεια, στις υποθήκες, καθώς και στους κομματάρχες με τα ρουσφέτια, για τα οποία δε χρειάζονται σχόλια (είναι γνωστά από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Για το ΣΥΡΙΖΑ δε ξέρω, θα δείξει…πάντως τα μνημόνια φέρνουν φτώχεια μ. ά. στους «ψηφοφορούντες»…). Όλες οι παραπάνω αναφορές γίνονται με χιούμορ και ειρωνεία, αλλά και ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (βλ. και την Παρέκβαση του παρόντος κειμένου) στο θέμα που εξετάζουμε και αξίζει κανείς να τα διαβάσει στο πρωτότυπο.

[5] Επισημαίνεται ότι η λέξη δικολάβος αναφέρεται σε διάφορα σημεία του κειμένου και εδώ στην επόμενη πρόταση ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη.

[6] [υπόδημα, που φορούσαν οι ηθοποιοί της αρχαίας τραγωδίας, για να φαίνονται ψηλότεροι | (μτφ.) άνθρωπος αναξιόπιστος (ΜΕΛ). Σύμφωνα με το Δημητράκο: ειδικόν βαρύ υπόδημα δια κυνηγούς ή ιππείς, ως σήμερον ή μπόττα, επιθ., άνθρωπος ευμετάβολος, άνευ χαρακτήρος.]

[7] Η λέξη τραμπούκος υπάρχει στο γλωσσάρι ως φιλοδώρημα (ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη). [Στο (ΜΕΛ) ερμηνεύεται: (ο) ουσ. αυτός που υπηρετεί με αμοιβή ανέντιμους σκοπούς πολιτικής ή παράνομης παράταξης | μπράβος πολιτικού, νταής. Ο τραμπουκισμός ερμηνεύεται: ως η συμπεριφορά τραμπούκου, πράξη, ενέργεια που ταιριάζει σε τραμπούκο.]

[8] [Κουτσαβάκης ερμηνεύεται ως ψευτοπαλ[λ]ι[η]καράς (συνώνυμα: μάγκας, νταής). Κουτσαβάκικος είναι επίθ. που ταιριάζει σε κουτσαβάκη, μάγκικος (ΜΕΛ)].

[9] Στηριζόμαστε στο πρόσφατο άρθρο (υπό δημοσίευση στις Θέσεις) με τίτλο: «Η ταξική σύγκρουση των μικροαγροτών (του πρώτου μισού του δέκατου ένατου αιώνα [όχι και τόσο μακρινού] στη Γαλλία, σύμφωνα με τους Μπαλζάκ, Λούκατς και Μαρξ)». Οι παραπομπές σ’ αυτό θα γίνονται με τη λέξη άρθρο.

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Ψήφοι και κάλπες

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2014

Το ιστολόγιο συνεχίζει σε εκλογικό κλίμα κι έτσι σήμερα ξαναδημοσιεύω, με αλλαγές και προσθήκες, ένα άρθρο που αρχικά είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια, δηλαδή την παραμονή των προηγούμενων ευρωπαϊκών εκλογών. Από τότε το κοινό του ιστολογίου έχει ανανεωθεί αρκετά, κι έτσι ελπίζω ότι πολλοί δεν έχετε διαβάσει το παλιότερο άρθρο (ή δεν το θυμάστε).

kalpiΤο χτεσινό άρθρο, κι αυτό εκλογολεξιλογικό, λεγόταν «Χαλαρά στην κάλπη», αλλά είχε επικεντρωθεί στην πρώτη από αυτές τις λέξεις και αγνόησε την κάλπη. Το σημερινό άρθρο ξεκινάει από εκεί.

Η λέξη κάλπη εμφανίζεται πρώτη φορά τα ελληνιστικά χρόνια, παράλληλος τύπος του αρχαίου «κάλπις», που είναι λέξη ομηρική. Σήμερα η κάλπη είναι ένα μεγάλο κιβώτιο, σε σχήμα κύβου, ξύλινο ή από διαφανές πλαστικό, με μια σχισμή στην επάνω πλευρά του για να ρίχνουμε τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο. Στην αρχαιότητα, βέβαια, η κάλπις ήταν άλλοτε κανάτι για νερό (με αυτή τη σημασία στον Όμηρο), άλλοτε αγγείο που το χρησιμοποιούσαν σαν τεφροδόχο, αλλά επίσης και μια λήκυθος όπου έβαζαν κλήρους, και από εκεί και η σημασία της ψηφοδόχου.

Στις πρώτες εκλογικές διαδικασίες του νεοελληνικού κράτους, που γίνονταν με σφαιρίδια, οι κάλπες ήταν ορθογώνια μεταλλικά κουτιά. Υπήρχε μία κάλπη για τον κάθε υποψήφιο. Εσωτερικά, η κάλπη ήταν χωρισμένη στα δύο. Στο δεξιό μέρος, που είχε χρώμα λευκό, ήταν το Ναι· στο αριστερό, που είχε χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του. Όπως γράφει ο Παπαδιαμάντης στους Χαλασοχώρηδες: Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμέναι όπως ήσαν διά του χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκαί και μαύραι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δέσμιους με την αυτήν άλυσιν, κύπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν αγγαρείαν εις τον ναύσταθμον.

Όταν τελείωνε η ψηφοφορία, άνοιγαν τις κάλπες και μετρούσαν τα Ναι και τα Όχι για κάθε υποψήφιο και εκλέγονταν αυτοί με το μεγαλύτερο θετικό ισοζύγιο. Μια λεπτομέρεια είναι ότι σε περίπτωση που το άθροισμα των Ναι και των Όχι ήταν μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφισάντων, τα πλεονάζοντα σφαιρίδια αφαιρούνταν από το Ναι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 198 Σχόλια »

Κουκί χωρίς ρεβίθι

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2013

broadbeansDM1606_468x441Πριν από καμιά σαρανταριά μέρες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα ρεβίθια, που είχε τον τίτλο «Ρεβίθι χωρίς κουκί«, και είχα υποσχεθεί ότι σε επόμενο άρθρο θα ασχολιόμουν και με το κουκί, που μάλιστα έχει περισσότερο γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και θα πούμε τώρα μερικά πράγματα για το κουκί, αν και μερικά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερα άρθρα.

Το κουκί είναι ο καρπός της κουκιάς, που είναι ποώδες ετήσιο φυτό. Η αρχαία του ονομασία είναι «κύαμος», τόσο για το φυτό, όσο και τον καρπό, και είναι λέξη με αβέβαιη ετυμολογία -θα μπορούσε να συνδέεται με το ρήμα κύω/κυώ, απ’ όπου και η κύηση. Η λέξη εμφανίζεται και στον Όμηρο: στην Ιλιάδα εμφανίζονται, σε μια παρομοίωση, «κύαμοι μελανόχροες ή ερέβινθοι», μαύρα κουκια ή ρεβίθια (Ν589).

Οι αρχαίοι τα κουκιά τα έτρωγαν, τα χρησιμοποιούσαν και για ζωοτροφές, όμως τα είχαν και για μιαν άλλη χρήση. Όπως ξέρετε, και θα το πούμε και παρακάτω, τις ψήφους τις λέμε και κουκιά, αλλά τα κουκιά τα χρησιμοποιούσαν ήδη οι αρχαίοι Αθηναίοι για την εκλογή των δημοσίων αρχόντων –όχι όμως με ψηφοφορία, αλλά με κλήρο. Όσοι τραβούσαν άσπρο κουκί εκλέγονταν στο αξίωμα, με μαύρο αποτύγχαναν. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά κείμενα της κλασικής περιόδου (Αριστοφάνη, Ηρόδοτο, Ανδοκίδη ή και σε μεταγενέστερους όπως ο Πλούταρχος) διαβάζουμε «τω κυάμω λαχών»· το ρήμα ‘λαγχάνω’ που χρησιμοποιείται μας δείχνει καθαρά, αν δεν κάνω λάθος, ότι επρόκειτο για κλήρωση και όχι για ψηφοφορία. Ο Αριστοφάνης έχει και το σκωπτικό «κυαμοτρώξ», κατά λέξη αυτός που τρέφεται με κουκιά, όπου εννοεί τους δικομανείς Αθηναίους, είτε επειδή, όπως παραδίδεται, οι δικαστές έτρωγαν κουκιά είτε επειδή βιοπορίζονταν από τον μισθό των δικαστών, που κληρώνονταν με κουκιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 138 Σχόλια »

Παπαδιαμάντης θύμα κοπτοραπτικής

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2011

Κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες στο Διαδίκτυο, έχοντας αναπαραχθεί σε εκατοντάδες (κυριολεκτώ) ιστολόγια, ένα κείμενο που αποδίδεται στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένο  το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις, που υποτίθεται πως δείχνει ότι η διαφθορά είναι διαχρονική στη χώρα μας. Δεν είναι μεγάλο, το αναπαράγω εδώ, όπως το βρήκα σε χτεσινή δημοσίευση της (μπρρρ…) Ανεξάρτητης Κίνησης Στρατιωτικών (αλλά το ίδιο κι απαράλλαχτο υπάρχει σε εκατοντάδες, ξαναλέω ιστολόγια):

Τις ημύνθη περί πάτρης; 

Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.

Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι ‘γυφτοχαρατζήδες’, τώρα σε ‘αθεώνουν’ οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθροχειρίες, Μεταμπλόγκειν, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 40 Σχόλια »