Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χαλκίδα’

Οδός Αφάντων (ένα αφήγημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου)

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2021

Μου έστειλαν προ καιρού το πρώτο τεύχος ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού, με τίτλο Αντίθετα Ρεύματα, με εκδότη τον Λεωνίδα Ιωαννίδη.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, κάτι που το υπαινίσσεται και ο τίτλος του. Όπως αναφέρει ο εκδότης στο σημείωμά του: Σαλπάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι μας -τη Χαλκίδα, και πλέουμε καταμεσής στα επικίνδυνα αντίθετα ρεύματα του Εύριπου, που πολλά βαπόρια έχουνε παρασύρει στα βράχια. Αλλά εμείς τα ξορκίσαμε. Βαφτίσαμε το καραβάκι «Αντίθετα Ρεύματα».

Το περιοδικό θα είναι τριμηνιαίο («περίπου», κατά το σημείωμα του εκδότη) οπότε ίσως αυτές τις μέρες να κυκλοφορήσει και δεύτερο τεύχος, αν και ομολογώ πως δεν βρήκα κάποια παρουσία του περιοδικού στον Ιστό για περισσότερες πληροφορίες.

Στο πρώτο τεύχος υπάρχουν αρκετές αξιόλογες συνεργασίες, όπως του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τέσσερα ποιήματα και συνέντευξη -το ένα από τα ποιήματα το βρήκα να αναδημοσιεύεται εδώ.

Στο οπισθόφυλλο, δυο στροφές από το ποίημα «Φαντασία» του Γιάννη Σκαρίμπα.

Διάλεξα να παρουσιάσω ένα σύντομο αφήγημα του πολύ αγαπητού Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, επειδή μου αρέσουν τα πεζά με αναμνήσεις και τα πολεογραφικά κείμενα, και αυτό το αφήγημα συνδυάζει τα δυο αυτά στοιχεία. Αγαπώ βέβαια και τον Παπαδιαμάντη, όπως και τον Σκαρίμπα, οπότε το καλό τριτώνει διότι ο Τριανταφυλλόπουλος έχει εντάξει παπαδιαμαντικές και σκαριμπικές λέξεις στα κείμενά του γενικώς, και στο πεζό αυτό ειδικώς.

Κεντρικός δρόμος της Χαλκίδας είναι η οδός Αβάντων. Ο Τριανταφυλλόπουλος παίρνει αφορμή από το λάθος κάποιου (μη Χαλκιδαίου, βεβαίως) που την πληκτρολόγησε «Αφάντων» και θυμάται πώς ήταν στο παρελθόν ο δρόμος αυτός καθώς και πολλούς γνωστούς και φίλους του, που τον περπατούσαν, και που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οπότε, μας λέει, τελικά δικαιολογείται η παρονομασία.

Όπως λέει ο εκδότης στο σημείωμά του, το περιοδικό δέχεται το σύστημα τονισμού που προτιμά ο κάθε συνεργάτης, κι έτσι το πεζογράφημα του Ν.Δ.Τ. τυπώθηκε σε πολυτονικό αλλά σχεδόν όλα τα άλλα κείμενα είναι στο μονοτονικό. Στο δικό μας ιστολόγιο γενικά προτιμάμε το μονοτονικό, αλλά εδώ μονοτόνισα το κείμενο και για τεχνικούς λόγους. Κατά τα άλλα, διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Στο τέλος του άρθρου, παραθέτω χάρτη της Χαλκίδας με σημειωμένη την οδό Αβάντων.

 

Oδός Αφάντων

Γελάσαμε στην αρχή η Λαμπρινή κι ελόγου μου με την παρανάγνωση Αφάντων αντί Αβάντων, ύστερα όμως σοβαρευτήκαμε. Πώς είχα την απαίτηση ο φοιτητής καν η φοιτήτρια που πληκτρο­λόγησαν το περί Σκαρίμπα παλαιό κείμενό μου να γνωρίζουν, εκεί στην Πάτρα, τους ομηρικούς Άβαντες της Χαλκίδας και την φερώνυμή τους οδό της πόλης;

Κατόπι χαμογέλασα αλλιώς: όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παρανάγνωση ήταν σωστή. Τουλάχιστον για έμενα και ενδεχομένως για όσους κουβαλούν χρόνια περισσότερα από ογδόντα. Ναι, οδός Αφάντων προσώπων, κτισμάτων και καταστάσεων.

*

Στα σχολικά, τα φοιτητικά και τα ναυτικά μου χρόνια η Αβάντων ήταν η κεντρική αρτηρία -η λέξη να εννοηθεί ανατομικά- της πόλης. Για τους περισσότερους συμπολίτες εκείνου του καιρού «νυφοπάζαρο». Χαρακτηρισμός απολύτως αποδεκτός από τη νε­ολαία των μεγάλων τάξεων των τότε Εξαταξίων Γυμνασίων Αρρένων και Θηλέων, από τούς λογής λογής φοιτητές -εκείνοι των στρατιωτικών σχολών με τις στολές τους- από τούς νεόκοπους μόνιμους ή έφεδρους αξιωματικούς, τούς ποδοσφαιριστές και κάθε είδους αθλητές της στεριάς και της θαλάσσου. Πού ’ναι τους τώρα;

Για εμένα, απελπισμένον από τούς δίχως ανταπόκριση έρωτές μου, η Αβάντων ήταν το μεγάλο αντιφάρμακο, αληθινά «οδός ονείρων», που δεν ήταν άλλα από τα βιβλία και τα περιοδικά. Εκεί το βιβλιοπωλείο του Πανταζή όπου γνώρισα τον Ιούλιο Βερν και λίγο παραπέρα, σχεδόν απέναντι από το ιερό του Αγίου Νικολάου, το νεώτερο του Μόσχου. Η προθήκη του, που θα λήστευα δίχως τύ­ψεις αν ήμουν θαρραλέος, ιρίδιζε χάρη στα μαγικά εξώφυλλα των νεανικών εκδόσεων Αλικιώτη. Παρέκει το κατάστημα Σιαμέλα, πού δεν το στιμάριζα για τα καραμελοειδή του αλλά γιατί ήταν πρα­κτορείο Τύπου. Φλετούραγε η καρδιά μου όταν, ε-πι-τέ-λους, έφτανε το πολυπόθητο νέο τεύχος, πάντοτε με συναρπαστικό εξώφυλλο, των κατά δυστυχίαν άτακτων και βραχύβιων «Προσκοπικών Σελίδων». Ωστόσο για τους αναγνωστικούς μου έρωτες εκείνων των χρόνων έχω αλλού μιλήσει. Τώρα απομένει να πω ότι τα κτίσματα και όσοι στεγάζονταν εκεί, οι διαμεσολαβητές των ονείρων μας, έχουν έκλείψει «ωσεί χόρτος».

Είπα «τα κτίσματα». Στην Αβάντων, εκεί που διασταυρώνεται με τη Βώκου, ήταν το σπίτι της Φιγιέττας Πνευματικού, ιδεατής και ιδανικής ερωμένης του Σκαρίμπα, που απήλθε νέα, αφού του πήρε τον νου. Μυθολογείται πως η αρχόντισσα κυρά τον δέχτηκε μια φορά στο σπίτι -ναι, εκεί στην Αβάντων- και τον έκαμε να χάσει τη λαλιά του με ένα «καλημέρα σας, κύριε Σκαρίμπα» και εκείνος κατέβηκε τις σκάλες με τα γόνατα να τρέμουν, πανευτυχής και τρισδυστυχισμένος. Φευγάτος πια κι αυτός, φευγάτο και το σπίτι.

Στην Αβάντων η Alliance Française, όπου φοίτησα χρόνια και χρόνια δίχως να προκόψω, κι ας πήρα την πρώτη χρονιά από τα χέρια του φιλοπαπαδιαμαντικού Οκταβίου Μερλιέ το πρώτο βραβείο. Στεγαζόταν η A.F. σε κτίριο που ήταν δίπλα στο Γυμνάσιο Αρρένων. Απέναντι από την πόρτα του Γυμνασίου το ποδηλατά­δικο του Παρασκευά, όπου χώνονταν κρυφά οι τελειόφοιτοι για να φουμάρουν. Πάει το ποδηλατάδικο, ο καιρός έδιωξε την A.F., αφά­νισε τον χώρο του Β’ Γυμνασίου Αρρένων.

Ωστόσο κάποτε ο χρόνος αποφασίζει να παίξει. Κολλητή σχεδόν στο αρχοντικό της Φιγιέττας ήταν μια παράγκα, όπου στεγαζόταν ο μικροπωλητής Παπίγκης. Δυστυχής άνθρωπος. Η στέγη της παράγκας, από λαμαρίνα, δεχόταν βροχή τις πέτρες της αλαναρίας που συνοδεύονταν από τον έμμετρο εμπαιγμό:

Σιδεροκέφαλε Παπίγκη Καραγκιόζη.

Η παράγκα σώζεται! Ό παλιός της όμως ένοικος και οι βασανιστές του ταξιδέψαν ανεπίστροφα.

 

*    *

Κατηφορίζω συχνά την Αβάντων. Μια κατεβασιά διαφορετική από εκείνη της παράλληλης Νεοφύτου. Στη Νεοφύτου τραγουδώ εντός μου προσκοπικά τραγούδια – εκεί βρίσκονταν η Πρώτη και η Τρίτη ομάδα Προσκόπων. Όταν κατεβαίνω, τώρα, την Αβάντων, παίζω τύμπανο με τη γλώσσα και τα δόντια μου. Φτάνοντας στο σημείο του πάλαι ποτέ αρχοντικού της Φιγιέττας, κάμνω νοερά στροφή της κεφαλής δεξιά, για να τιμήσω όχι το ίνδαλμα του Σκαρίμπα, αλλά την οικογένεια του Καλλισθένη Μουστάκα, που η θελκτική κόρη του Ασπασία παντρεύτηκε τον γοητευτικότατο αρχιτυμπανιστή της πόλης Χρήστο Αστερίου. Έτσι, τυμπανίζοντας, κατέβαινε κι εκείνος την Αβάντων με το σχολείο, μπορεί και να την ανέβαινε με τη φιλαρμονική, και ξέροντας ότι η Ασπασία ήταν πίσω από την χαραμάδα των παντζουριών έκανε τα μαγικά του με τα τυμπανόξυλα. Έφυγαν με τα σύννεφα.

Εξακολουθώ να κατηφορίζω. Στη μέση περίπου της Αβάντων, δεξιά όπως την κατεβαίνουμε, ήταν μια μάντρα όπου έπαιζε Καραγκιόζη ο Μάνθος ο Ψηλέας. Το φόρτε του ήταν οι ηρωικές παραστάσεις και οι «αποθεώσεις». Πού πήγαν εκείνα τα παλληκάρια;

Απόμεινε τάχα κανένας που να θυμάται ότι μ’ ένα φύσημα του Μπαρμπαγιώργου όλη ή φρουρά του σαραγιού – κι ο αρχηγός της Πεπόνιας- στρώνονταν στο χώμα;

 

*    *  *

Ανεβοκατεβαίνω και τώρα την Αβάντων. Πού και πού με χαιρετάει κάποιος ή κάποιοι, παλαιοί μαθητές και μαθήτριές μου. Οι συμμαθητές μου στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων άμοροι όλοι τους. Χρό­νια έχω ν’ αντιπλωρίσω έστω και έναν. Από το Β’ Γυμνάσιο βλέπω τους κάπως μεγαλύτερούς μου Απόστολο Τούντα, έφεδρο σημαι­οφόρο του Βασιλικού Ναυτικού όπως κι ελόγου μου και τον Γιάννη Καλαμακίδη, δικηγόρο και κάποτε σπουδαίο παίχτη του Ολυμπια­κού Χαλκίδος. Ευγνώμονες μαθητές του πατέρα μου. Συναντώ συχνά τον Νίκο Καθαροσπόρη, καλόν στα νιάτα παίχτη της καλα­θοσφαίρισης -στο ίδιο θρανίο της Όγδοης Γυμνασίου- και τον Παναγιώτη Μάγειρα, ποδοσφαιριστή το πάλαι και τραγουδιστή. Οι άλλοι πού δρα-να-πέ-τε-ψαν;

Ναι, ναι, το πέτυχε όποιος ή όποια πληκτρολόγησε το κείμενό μου! Οδός Αφάντων…

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά, Πεζογραφία, Πολεογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 95 Σχόλια »

Η ρεβάνς (διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα)

Posted by sarant στο 18 Απριλίου, 2021

Διήγημα του Σκαριμπα δεν έχουμε βάλει ποτέ στο ιστολόγιο. Την παράλειψη αυτή τη θεραπεύουμε σήμερα χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μας του Κόρτο, που μας δίνει μάλιστα ένα διήγημα δυσεύρετο, τουλάχιστο σε αυτή τη μορφή που το δημοσιεύουμε. Αφορμή ήταν η αναφορά, στο ιστολόγιο, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Γίνομαι άντρας» του Παναγιώτη Τούντα.

Ο Κόρτο έδωσε ολοκληρωμένη δουλειά, με πρόλογο δικό του, οπότε του δίνω αμέσως τον λόγο.

Το ακόλουθο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα με τίτλο «η Ρεβάνς» εντοπίστηκε στον τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1955», ο οποίος ανήκε σε μία σειρά ετησίων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών εκδόσεων υπό την διεύθυνση του Αρ. Ν. Μαυρίδη με έδρα την Αθήνα (Θεμιστοκλέους 11). Ο εν λόγω τόμος είναι ο 12ος της σειράς.

Κατόπιν διερευνήσεως διαπιστώθηκε ότι το εκεί δημοσιευμένο διήγημα του Σκαρίμπα αποτελεί την πρωταρχική μορφή μίας μεταγενέστερης εκδοχής του, με τίτλο «Πατς και Απαγάι», η οποία περιλαμβάνεται σήμερα στην έκδοση «Ο κύριος του Τζακ/ Πατς κι απαγάι», από τις εκδόσεις Νεφέλη (1996, Αθήνα) με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα και σε επιμέλεια της κ. Κατερίνας Κωστίου.

Από το πλούσιο και κατατοπιστικό σημείωμα της επιμελήτριας στην έκδοση της Νεφέλης μαθαίνουμε ότι η τελική μορφή του διηγήματος (ως «Πατς και απαγάι») δημοσιεύθηκε το 1957. Πρόκειται για μία εκδοχή πιο κατεργασμένη, με πιο συνεκτική δομή, χωρίς περιττές παρεκβάσεις και χωρίς λεπτομέρειες οι οποίες στην αρχική μορφή του διηγήματος ενδεχομένως προκαλούν απορίες. Από την κα Κωστίου μαθαίνουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Σκαρίμπας είχε αντιρρήσεις σε σχέση με την επανέκδοση αρχικών μορφών των έργων του, όταν είχε ήδη προβεί σε δημοσίευση μίας τελικής, πιο κατασταλαγμένης εκδοχής. Μάλιστα όταν το 1976 οι εκδόσεις «Κάκτος» εξέδωσαν το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» σε μία ξεπερασμένη κατά τον συγγραφέα εκδοχή του 1960 (και εφόσον είχαν μεσολαβήσει στο μεταξύ δύο νέες επεξεργασμένες εκδόσεις, το 1961 και το 1973), ο συγγραφέας οργίστηκε με τον εκδότη και απαίτησε επανόρθωση του λάθους. Ας σημειωθεί ότι το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το πρώτο μέρος του «Πατς και Απαγάι» (ή τέλος πάντων της «Ρεβάνς»). Τα δύο κείμενα γίνονται πιο κατανοητά, τόσο ως προς την πλοκή, όσο και ως προς την λογοτεχνική τους συνάφεια, όταν διαβαστούν με την σειρά –ωστόσο η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή της «Ρεβάνς» μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομο ανάγνωσμα.

Ωστόσο χωρίς να παραβλεφθούν τα παραπάνω, με επιφύλαξη έστω, θεωρήθηκε σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η αρχική μορφή του διηγήματος, («η Ρεβάνς») παρά τις πιθανές ατέλειές του σε σχέση με την μεταγενέστερη εκδοχή («Πατς και Απαγάι»), διότι αποτελεί ένα σπουδαίο φιλολογικό τεκμήριο: Η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή είναι πολύ εκτενέστερη από την μεταγενέστερη και συνεπώς το διήγημα, έστω και ακατέργαστο, πέραν της λογοτεχνικής του αξίας, μάς παραδίδει έναν σημαντικό πλούτο λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την μάγκικη αργκό και τις εικόνες ενός Πειραιά, στα τελειώματα μιας εποχής κατά την οποία επιζούσαν ακόμη τα στερεότυπα μοτίβα του μεσοπολεμικού υποκόσμου. Αποτελεί δηλαδή ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιδράσεως της λαϊκής ή λαϊκότροπης καλλιτεχνικής παραγωγής (ρεμπέτικο τραγούδι, επιθεώρηση, μάγκικα χρονογραφήματα κλπ) στην λόγια μεταπολεμική λογοτεχνία. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και το γεγονός ότι στο διήγημα αναφέρονται δύο γνωστά λαϊκά/ ρεμπέτικα τραγούδια της επώνυμης δημιουργίας.

Οι υποσημειώσεις με αστερίσκο ανήκουν στον ίδιον τον Σκαρίμπα. Οι υποσημειώσεις με αριθμούς είναι δικές μου. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Το σκίτσο που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Μιχάλη Νικολινάκου και απεικονίζει τον Σκαρίμπα. Ο Μιχάλης Νικολινάκος (1923-1994) υπήρξε διάσημος ηθοποιός του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου, μαθητής του Δημήτρη Ροντήρη. Συγχρόνως υπήρξε ικανότατος ζωγράφος και σκιτσογράφος, συνεργάτης διαφόρων εντύπων. Ξεχωρίζουν οι καρικατούρες του και τα πορτραίτα του, ιδίως προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου και της πολιτικής.

 

Η ΡΕΒΑΝΣ

Εκείνο τ’ απόγιεμα ήσαν όλα γλυκά κι’ όλ’ ανάκατα. Πού ήταν – τούτη- κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να της ξαναπαρουσιαστώ πάλι έτσ’ όμορφος –έτσι καγκελοφρύδης, σπαθάτος –σα νάχα κρυφά ξεκαρφιτσωθεί (και δραπέτεψα) από κάνα κουτί ζαχαράτων. Η μέση μου –δαχτυλένια- με χώριζε σαν καμμιά σφήκα στα δύο μου, και τα μαλλιά μου (τσουλούφι –φλου- με αφέλειες) μ’ έδειχναν σαν κοριτσίστικο αγόρι… Αμάν, αδερφάκι· το πρόσωπό μου είχε το σχήμα καρδιάς.

Ξεμπαρκάροντας, άναψα κι’ ένα –μεγκλάν- τσιγαράκι.

Στη στροφή του δρόμου –εκεί- κοντοστάθηκα, κι’ έρριξα τη ματιά μου του μάκρου. Η θάλασσα εβόα. Οι γλάροι πάνωθε βούταγαν κάθετα, ίδιες βολίδες, στα κύματα, και στο Νοτιά τα πρώτα σύννεφα ανέβαιναν πάνω απ’ τα όρη σαν χνώτα. Σκέφτηκα τον καπτα-Γκίκα, στο κόττερο: «Νοτιοανατολικά, χαμηλόν φράγμα νεφών. (Θα κατέγραφε στο «Ημερολόγιό» του σκυμμένος). Δύσις, απειλητική…»

Και ξανάειδα, το καράβι μου -αρόδο. Γύρωθέ του, ο Σαρωνικός αφρολόγαε, στις χλαλοές του λεβάντε, ενώ αυτό –φουνταριστό- σκαμπανεύενε τραβερσομένο σταβέντο.

Τράβηξα μια βαθειά ρουφηξιά και τόξεψα τον καπνό –όξω- ίσια. Απέξαπόστειλα σφυριχτό –μπρος- το σάλιο μου. Σύγχρονα και τα βιολιά του φτινοπώρου, άρχισαν το σιγανό κούρντισμά τους. Το όλον μου, εμίλειε…

Ωστόσο, δεν παραστεκόμαν καλά. Είχ’ από ψες που σαν νάχα –λες- «τσιμπηθεί» που –Θέ μου και σχώρνα με- ένοιωθα κάποια λαχτάρα έσωθέ μου. Νάταν λες μόνο η ιδέα μου; Ή μην το «ύφον» μου έμπαινε ως είδος μόλυνση εντός μου; Θού Κύριε φυλακήν και λοιπά… Το φαΐ που με τάισε, ανάδινε μια ταγκίλα απ΄ το λάδι της, και τα ρούχα της «σπίρτιζαν» γιαχνισμένο κρεμμύδι.

Κι’ εγώ –τι οίστρος!- την τύλωσα εκειχάμω, σελέμης!…Κεφτεδάκια και πατσαδάκι γιαχνί: «Βρε Σταυρούλα, βρε κύλα μου κι’ άλλο κατοσταράκι ρετσίνα»…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Ταξιδεύοντας με τη Λούση

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2018

Τα τελευταία χρόνια η Λούση με συντροφεύει σε όλα τα ταξίδια που κάνω με το αυτοκίνητο. Με τον καιρό, η συντροφιά της μού έχει γίνει απαραίτητη. Μαζί της αισθάνομαι σιγουριά και απολαμβάνω περισσότερο τη διαδρομή και το οδήγημα, παρόλο που, για να τα λέμε όλα, στην αρχή με εκνεύριζε η πολυλογία της και η μανία της να θέλει να υποδεικνύει συνεχώς από πού να στρίψω και ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω -ακόμα κι όταν επιστρέφουμε στο σπίτι, κι έχουμε κάνει χίλιες φορές την ίδια διαδρομή, και ξέρει ότι έχω κι εγώ τις προτιμήσεις μου και προτιμώ να παίρνω άλλον δρομο από εκείνον που αρέσει σ’ εκείνην.

Ωστόσο, προτιμώ να την έχω δίπλα μου και να φλυαρεί παρά να λείπει. Κανα-δυο φορές που δεν την είχα στο πλάι μου αισθανόμουν σαν ψάρι έξω απ’ το νερό κι έκανα απανωτές γκάφες. Χίλιες φορές καλύτερα με τη Λούση, λοιπόν -αφού αναρωτιέμαι πώς ταξίδευα πριν μπει στη ζωή μου.

Θα το καταλαβατε, η Λούση, ο αχώριστος συντροφος στα ταξίδια μου, δεν είναι θηλυκο, δεν είναι άνθρωπος, είναι η συσκευή gps που έχω για να με βοηθάει στην πλοήγηση.

Τη λέω Λούση επειδή έτσι έλεγε τη δική του συσκευή ένας φίλος μου Άγγλος με τον οποίο κάναμε παλιότερα πολλά ταξίδια, πάντοτε με το δικό του αμαξι, που ήταν πιο άνετο. Η δικια του η Λούση είχε γεράσει, ήταν παλιό μοντέλο και δεν ανανέωνε τους χάρτες του αυτόματα -θυμαμαι μια φορά που είχαμε ταλαιπωρηθεί στα περίχωρα του Νανσύ, ψάχνοντας την rue de College. Ξέραμε περίπου πού είναι, αλλά η Λούση μάς έστελνε σε άλλα μέρη μακρινά. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είχε φτιαχτεί τα τελευταία χρόνια, οταν χτίστηκε και το κολέγιο, κι έτσι δεν βρισκόταν στους χάρτες της Λούσης -πώς να τον βρει η φουκαριάρα;

Κι έτσι, όταν αποφάσισα να πάρω κι εγώ μια συσκευή gps για το αυτοκίνητό μου, την έβγαλα Λούση. Τα καινούργια αυτοκίνητα έχουν ενσωματωμένο το σύστημα πλοήγησης, όμως εγώ έχω παλιό μοντέλο, κι έτσι τη συσκευή τη στηρίζω με μια βεντούζα στο παρμπριζ. Βέβαια, όταν κινούμαι σε κοντινές και γνωστές διαδρομες, η Λούση κοιμάται στο ντουλαπάκι της. Αναλαμβάνει δράση μόνο όταν πηγαίνω μακριά ή όταν δεν ξέρω τον δρόμο.

Θα μου πείτε, την ίδια δουλειά την κάνει και το google maps, και μάλιστα την κάνει και καλύτερα, τουλάχιστον στην Αθήνα, διότι ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο για την κίνηση και το παίρνει υπόψη του στις διαδρομές που προτεινει. Ωστόσο, μέχρι πρότινος το σμαρτόφωνο δεν προσφερόταν για μεγάλα ταξίδια αφού πλήρωνες την περιαγωγή, χώρια που η μπαταρία του άδειαζε γρήγορα. Στην Ελλάδα πάντως, χρησιμοποιώ το google maps.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Καθημερινότητα, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Για τα Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2015

Την περασμένη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου είχα πάει στη Χαλκίδα όπου πήρα μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου «Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά» του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο που έχει ήδη δώσει μερικά πολύ καλά βιβλία (ένα από τα οποία είχαμε παρουσιάσει παλιότερα εδώ, το περίφημο Γκιακ του Παπαμάρκου).

Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο ερευνητής του ΕΙΕ Κώστας Τσικνάκης και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρώην διευθυντής της Νέας Εστίας (όπου είχαν αρχικά δημοσιευτεί τα κείμενα που αποτέλεσαν το κυρίως σώμα του βιβλίου).

xalkis

Στο τέλος της εκδήλωσης μίλησε και ο ΝΔΤριανταφυλλόπουλος, που τον βλέπουμε πρώτο από αριστερά στη φωτογραφία (δεύτερος ο Κ. Τσικνάκης, τρίτος ο Στ. Ζουμπουλάκης).

Το καλό βιβλιοπωλείο Διάμετρος γέμισε με κόσμο και στο τέλος έγινε και ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Παραθέτω σήμερα την ομιλία μου στην εκδήλωση της Χαλκίδας -ακριβέστερα, μεταφέρω το κείμενο που είχα γράψει, που δεν είναι εντελώς ίδιο με αυτό που εκφώνησα αφού σε κάποια σημεία έκανα παρεκβάσεις ενώ καναδυό σημεία του γραπτού τα παρέλειψα επειδή μου φάνηκε πως είχα αργήσει. Κάποιαν άλλη φορά ίσως απομαγνητοφωνήσω μερικά από όσα είπε ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος στο τέλος για τις συνήθειες των παιδιών που πέρασαν την εφηβεία τους στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια.

(Μια σύμβαση: στο γραπτό κείμενο αναφέρομαι στον Νίκο Τριανταφυλλόπουλο με το τριγράμματο αρκτικόλεξο ΝΔΤ, αλλά βέβαια στην ομιλία έλεγα ολόκληρο το επώνυμό του ή «ο συγγραφέας»).

Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά

Είναι για μένα μεγάλη τιμή και μεγάλη χαρά που παίρνω μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, ενός συγγραφέα που συστηματικά παρακολουθώ (αν και συστηματικά δεν θα πει ανελλιπώς, διότι είναι πολυγραφότατος) και που τον εκτιμώ βαθύτατα για το έργο που έχει προσφέρει. Είναι επίσης η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά διότι ως τώρα η επικοινωνία μας γινόταν γραπτώς ή τηλεφωνικώς. Ο ΝΔΤ είναι γνωστός βέβαια για το παπαδιαμαντικό του έργο, έργο ζωής, και όταν είχα την τύχη, σκαλίζοντας παλιά περιοδικά, να βρω έναν αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τη Νοσταλγία του Γιάννη, στον Τριανταφυλλόπουλο απευθύνθηκα για να πιστοποιήσει την πατρότητά του. Ωστόσο, ο ΝΔΤ δεν έχει γράψει μόνο για τον Παπαδιαμάντη, και το σημερινό βιβλίο δεν είναι παρά ένα από τα πολλά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , | 48 Σχόλια »

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια απρόβλεπτη ρίμα

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2013

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια σπάνια ρίμα

MylonΣε ένα ποίημά του, σατιρικό και αυτοσαρκαστικό, γραμμένο το 1937, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης περιγράφει πώς (φαντάζεται ότι) θα αντιδράσουν οι φίλοι και οι γνωστοί του σαν μαθευτεί η είδηση του θανάτου του, ποιοι θα έρθουν στην κηδεία του και τι θα γράψουν οι εφημερίδες και η κριτική. Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής, αλλά σώθηκε χρονοσημασμένο στο τμήμα του αρχείου του που υπάρχει στο ΕΛΙΑ. Αργότερα, ο Άρης Δικταίος συμπεριέλαβε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη μια μεταγενέστερη επεξεργασία του ίδιου ποιήματος, συντομότερη και με αρκετές διαφορές.

Όμως στο θέμα αυτό έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο, στο οποίο σας παραπέμπω.

Θα εστιάσω τώρα τον φακό σε ένα από τα πρόσωπα που μνημονεύει ο Λαπαθιώτης ανάμεσα σε εκείνους που θα έρθουν στην κηδεία του:

Θα είναι κι ο Μήτσος με το Χάρη,
και πέντε-δέκα συγγενείς,
–κι ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης:
άλλος κανείς, κανείς, κανείς…

Ο Μήτσος είναι ο Παπανικολάου, ο Χάρης είναι ο Σταματίου, ο αρχισυντάκτης του Μπουκέτου. Στη δεύτερη βερσιόν του ποιήματος, οι λιγοστοί πενθούντες γίνονται άξαφνα πολλοί, αλλά τα πρόσωπα αλλάζουν:

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

Πάλι αναφέρεται κάποιος Χάρης, αλλά (εικάζω ότι) τώρα πρόκειται για τον Πέτρο Χάρη της Νέας Εστίας, όπως φαίνεται και από τους άλλους συμπενθούντες (Σικελιανό, Κλ. Παράσχο, Τάκη Παπατζώνη, Λιλή Ιακωβίδου).

Ο Μυλωνογιάννης όμως, ο κοινός παράγοντας των δύο εκδοχών, φιγουράρει και σ’ ένα άλλο σημείο της πρώτης εκδοχής του ποιήματος:

Ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει, αράδα, σ’ όσους βρίσκει:
– Τι φοβερό! Τι φοβερό!…

Και παρατώντας και Σκαρίμπαν,
και στίχους και πολιτική,
και το παιδί του, και το σύμπαν,
θα μου σκαρώσει κριτική!

Η πρωτότυπη ρίμα Σκαρίμπαν-σύμπαν με είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοδιάβασα το ποίημα, και αναρωτήθηκα αν το σύμπαν μπήκε για να βρει ρίμα στον Σκαρίμπα (που αλλιώς μόνο με τη λίμπα και τη μπιρίμπα ριμάρει) ή αν υπήρχε κάποια άλλη, πιο ουσιαστική, αιτία. Απάντηση δεν βρήκα, μέχρι προχτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »