Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χρήστος Τσατσαρώνης’

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου – Rio de Janeiro blues (δυο ιστορίες του Χρήστου Τσατσαρώνη)

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2018

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο διηγήματα του φίλου μας Χρήστου Τσατσαρώνη, που μου τα έστειλε για να τα δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, να τα αναδημοσιεύσω πιο σωστά αφού έχουν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Ο Χρήστος σχολιάζει και στο ιστολόγιο, αν και όχι τόσο συχνά, οπότε το όνομά του θα είναι γνωστό στους ταχτικούς αναγνώστες, όχι όμως και το έργο του.

Τα διηγήματά του ο Χρ. Τσατσαρώνης τα αποκαλεί «Ιστορίες μακρόχρονης και δυσβάστακτης θλίψης» (badsadstories είναι η διεύθυνση του ιστολογίου του) αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αξίζουν την προσοχή μας. Και στα δύο διηγήματα προτάσσεται μια σύντομη εισαγωγική παράγραφος του συγγραφέα με πλάγιους χαρακτήρες.

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου

Διότι, μόνον εγώ αγαπητοί αναγνώστες, όπως και σε άλλα κείμενα θα έχετε διαπιστώσει, μόνον εγώ ξέρω – μα και έχω το θάρρος να σας λέω – την αλήθεια! Ιδού:

Όταν ο Πέτρος μπήκε στην εφηβεία, το συμβούλιο του χωριού (μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας – κολλεκτίβας), αποφάσισε να του αναθέσει πιο υπεύθυνα καθήκοντα στις κοινές εργασίες. Και συγκεκριμένα, να βοσκά τα πρόβατα στο βουνό. Ο Πέτρος ήταν ένα έξυπνο, εργατικό και φιλότιμο παιδί. Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα. Ήτανε ψεύτης φοβερός, τερατολόγος, παραμυθάς. Τους είχε φλομώσει στο ψέμμα όλους. Κι ήτανε και καλός ο μπαγάσας. Όλοι την πατάγανε και τον πιστεύαν. Είπανε «Άσε, θα μεγαλώσει και θα του περάσει. Άσε, με τη δουλειά θα του περάσει».

Μα πού; Από την πρώτη μέρα, εκεί που βόσκαγε τα πρόβατα, μπήκε ο διάβολος μέσα του, πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού, έκανε τα χέρια του χωνί και βάλθηκε να φωνάζει προς τα κάτω, στον κάμπο, στο χωριό:

«Λύκος! Λύκος!»

Τρελλάθηκαν οι χωρικοί. Αρπάξαν τα μπαστούνια, αρπάξαν τα τουφέκια. Τρέξανε πάνω στο βουνό. Μα όταν φτάσανε πουθενά λύκος. Τα προβατάκια βοσκούσαν ήσυχα κι ο Πέτρος κυλιόταν κάτω από τα γέλια. Του κάνανε σοβαρή παρατήρηση και φύγαν θυμωμένοι.

Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Φώναξε ο Πέτρος με φωνή σπαρακτική:

«Λύκος! Αλήθεια μωρέ τούτη τη φορά σας λέω, λύκος, λύκος, λύκος!»

Θέλοντας και μη οι χωρικοί, αρπάξαν τις μαγκούρες, αρπάξανε τα δίκαννα, τρέξανε πάνω. Πάλι τα ίδια. Λύκος πουθενά κι ο Πέτρος ξελιγωμένος από τα γέλια. Ο πρόεδρος τοις κοινοτικής συνέλευσης, βράζοντας από θυμό, του έκανε δριμεία παρατήρηση και του δήλωσε ξεκάθαρα πως θά ‘χε μία μόνο, τελευταία ευκαιρία. Με ένα ακόμα λάθος θα τον διώχναν από το χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 92 Σχόλια »