Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χρηστικό Λεξικό’

Υπάρχει λέξη «απεύθυνση»;

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2019

Όπως οι άνθρωποι, έτσι κι οι λέξεις μπορεί ξαφνικά, αναπάντεχα, να βρεθούν κάτω από το φως των προβολέων της επικαιρότητας και ν’ αποτελέσουν αντικείμενο γενικής προσοχής.

Αυτό συνέβη προχτές με τη λέξη «απεύθυνση». Τη χρησιμοποίησε, δυο φορές, ο Αλέξης Τσίπρας, σε τηλεοπτικές δηλώσεις, σε σχέση με την πρόσκληση που αποφάσισε να απευθύνει ο ΣΥΡΙΖΑ στις προοδευτικές δυναμεις. Η λέξη φαίνεται πως ξένισε κάποιους, οι οποίοι εξέφρασαν, άλλοι καλοπροαίρετα κι άλλοι όχι, την απορία τους.

Κι έτσι βρήκαμε θέμα για το σημερινό μας άρθρο -κάτι άλλο είχα σκοπό να γράψω, αλλά με ρώτησαν απ’ το πρωί κάμποσοι φίλοι και γνωστοί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση», οπότε κατάλαβα πως έπρεπε να γράψω κατι.

Ή μάλλον, δεν θα το γράψω κυρίως εγώ: θα αντιγράψω δυο ωραιότατα σεντόνια από τη Λεξιλογία που ανιχνεύουν εξαιρετικά την ιστορία της λέξης, κι εγώ θα κάνω μερικά γενικότερα σχόλια.

Το ερώτημα «Υπάρχει η λέξη Χ;» διατυπώνεται συχνά σε διαδικτυακές συζητήσεις. Νιώθει κανείς τον πειρασμό να πει ότι πρόκειται για ένα «μη ερώτημα» ή έστω για ένα ερώτημα που απαντιέται με το που τίθεται. Ωστόσο, καλό είναι να αντισταθούμε στον πειρασμό: δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα και δεν θα συμφωνήσω με την άποψη «ο εντοπισμός και μόνο μιας λέξης αποδείχνει την ύπαρξή της», που τη θεωρώ ελαφρώς αγοραία. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η λέξη «λαντάμι» κι ας την έχω χρησιμοποιήσει (σαν παράδειγμα ανύπαρκτης λέξης). Δεν υπάρχει ούτε η λέξη «σαβίνι» κι ας την έχει χρησιμοποιήσει ο αγαπημένος μου Ν. Λαπαθιώτης στο διάσημο υπερλεξιστικό (αβάν λα λετρ) σονέτο του «Βάο γάο δάο»:

Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι
με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.

Πέρα από παρόμοιες πεποιημένες λέξεις, υπάρχουν και οι ευκαιριακοί σχηματισμοί. Υπάρχει λέξη «ατσιγαροποίηση»; Θα πείτε όχι, και πράγματι η λέξη δεν γκουγκλίζεται [«τώρα γκουγκλίζεται!» ακούγεται μια μεταλλική φωνή από ψηλά]. Μπορεί όμως να τη χρησιμοποιήσει κάποιος σε ένδειξη διαμαρτυρίας που τον μποδίζουν να καπνίζει. Υπάρχει λέξη «αγνωριστοποίηση»; Πριν βιαστείτε να πείτε επίσης «όχι», να σας πω ότι αυτή γκουγκλίζεται (λίγο) και λεγόταν πολύ πριν από 90 χρόνια. Είχε κερδίσει ο Βενιζέλος τις εκλογές με το σύνθημα να κάνει την Ελλάδα αγνώριστη. Και στη συνέχεια, όποτε η αντιπολίτευση κατάγγελνε διάφορα σκάνδαλα και κακώς κείμενα, έλεγε «ένα ακόμη δείγμα αγνωριστοποιήσεως της χώρας».

Φυσικά, τις λέξεις αυτές δεν θα τις συμπεριλάβει κανένα λεξικό, διότι τα λεξικά δεν είναι «θησαυροί» να καταγράφουν ό,τι λέγεται έστω και άπαξ -και δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Τέτοιες λέξεις, που έχουν μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις σε σώματα κειμένων και που δεν καταγράφονται σε λεξικα αλλά ούτε και σε γλωσσάρια, ακόμα κι αν είναι κανονικά σχηματισμένες, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε «πρακτικά ανύπαρκτες».

Συνήθως όμως το ερώτημα «υπάρχει η λέξη τάδε;» διατυπώνεται για νεολογισμούς που δεν τους εχουμε συναντήσει ξανά, αλλά που -στατιστικά να το δούμε- έχουν αρκετά μεγάλη διάδοση. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι «η τάδε λέξη δεν υπάρχει» τη διατυπώνει κάποιος όχι επειδή έχει κάνει έρευνα στα σώματα κειμένων και έχει βρει μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις της, αλλά επειδή, απλούστατα, δεν του αρέσει η λέξη!

Το έχουμε δει πολλές φορές αυτό. Άλλος λέει ότι δεν υπάρχει η λέξη «δημοφιλία», άλλος ότι δεν υπάρχει το «διακύβευμα», άλλος επιμένει πως δεν υπάρχει η λέξη «γενόσημα» ενώ, πολύ πρόσφατα και πολύ χαρακτηριστικά, ένα σωρό σεξιστές ανέβηκαν στα κάγκελα ωρυόμενοι πως δεν υπάρχει λέξη «γυναικοκτονία».

Στην πραγματικότητα, όταν μια λέξη καταγράφεται σε έγκυρο λεξικό, δεν δικαιούται κανεις να τη θεωρεί ούτε ανύπαρκτη ούτε αδόκιμη. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν η λέξη έχει ικανές ανευρέσεις στα σώματα κειμένων -διότι μπορεί ένας όρος να είναι σχετικά καινούργιος και να μην έχει προλάβει να αποθησαυριστεί στα λεξικά ή μπορεί να ανήκει σε ειδική ορολογία οπότε ενδέχεται να μην έχει θέση σε γενικά λεξικά.

Απ’ αυτή την άποψη, η απεύθυνση έχει εντάξει τα χαρτιά της. Καταγράφεται στα καινούργια λεξικά μας, όπως επιμελώς κατέγραψε ο Νίκος Λίγγρης προχτές στη Λεξιλογία:

Λεξικό της Ακαδημίας

απεύθυνση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ενέργεια που στοχεύει στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος και τη δραστηριοποίηση ομάδων ή των αρμοδίων: δημόσια/ευρεία/κοινωνική/μονομερής/πολιτική/συστηματική ~. στους/(σπανιότ.) προς τους τοπικούς φορείς. Η μαζική ~ της τηλεόρασης (στο ευρύ κοινό). Μήνυμα ειρήνης διεθνούς ~ης. Πρωτοβουλίες και ~ύνσεις. Βλ. απήχηση. 2. εκφορά λόγου με συγκεκριμένο αποδέκτη. Πβ. προσφώνηση. [< μτγν. απεύθυνσις ‘διευθέτηση’, γαλλ. adressage]

ΜΗΛΝΕΓ-Πατάκης

απεύθυνση και <λόγ.> απεύθυνσις, η (ουσ.).

1) (+γεν.πράγμ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.προσ.})
Το να στείλει κάποιος γραπτό ή προφορικό μήνυμα σε κπν, συνήθως επισήμως, με σκοπό να διατυπώσει απόψεις, να υποβάλει αιτήματα ή να θέσει ερωτήματα, να προτρέψει, να κάνει προτάσεις, να εξηγήσει κτ, να εκφράσει τα συναισθήματά του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση ερωτημάτων από το κοινό προς τους ομιλητές | η απεύθυνση διαγγέλματος από τον πρωθυπουργό προς τον ελληνικό λαό | απεύθυνση έκκλησης προς τις αρχές | απεύθυνση πρόσκλησης συμμετοχής στο σωματείο εργαζομένων

2) (+γεν.προσ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.})
Το να έλθει κάποιος σε επικοινωνία με κπν ή να στραφεί σε κπν, προφορικά ή γραπτά, συνήθως για μια πληροφορία, για τη διατύπωση ερωτημάτων ή απόψεων, για την υποβολή αιτήματος, για βοήθεια, για κάποια συναλλαγή, για κάποια δήλωσή του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση του προέδρου προς τα μέλη του κόμματος | η απεύθυνση των κομμάτων στους ψηφοφόρους | απεύθυνση εκπαιδευτικών σε παιδιά νηπιακής ηλικίας
«Κείμενο απεύθυνσης στις συνελεύσεις γειτονιάς» (διαδίκτυο)
«Απεύθυνση της Λαϊκής Συνέλευσης σε τοπικά μαγαζιά για την κάλυψη αναγκών» (διαδίκτυο)

3)
(κατ’ επέκτ.)
Η αποστολή ενός μηνύματος κυρίως με τρόπους και ενέργειες πέραν της γλωσσικής επικοινωνίας
Χρήσεις :
«Αριστερή ψήφος διπλής απεύθυνσης» (στο διαδίκτυο, τίτλος άρθρου του Γ. Ρούση, «topontiki.gr»)
«Πρόκειται λοιπόν κυρίως για κρίση κοινωνικής απεύθυνσης και πολιτικού προσανατολισμού του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε αποτέλεσμα να “χάσει την ψυχή του” και μαζί της το 1/5 της εκλογικής του δύναμης μετά το 1993» (διαδίκτυο)

[ΕΤΥΜ σημασ. δάν.: < ελνστ. ἀπεύθυνσις ‘προσαρμογή, διευθέτηση’ με προσαρμ. στη δημοτική < γαλλ. adressage].

Βλέπετε πως η απεύθυνση έχει περγαμηνές ελληνιστικές, αν και βέβαια με άλλη σημασία αφού τότε σήμαινε «διευθέτηση» ή και «ίσιωμα». Θα δούμε όμως πως έχει μπει στη γλώσσα μας όχι πριν από 1-2 δεκαετίες, αλλά αρκετά παλιότερα.

Πάλι από τη Λεξιλογία, αντιγράφω εκτενέστατη λεξικογραφική έρευνα του Ζάζουλα, που δείχνει πως η λέξη έχει μπει στη γλώσσα, σποραδικά βέβαια, από το σωτήριον έτος 1900:

Επειδή διαπίστωσα και αλλού μια αδικαιολόγητη αλλεργία απέναντι στην απεύθυνση, ας καταγράψω και εδώ κάποια ευρήματα που δείχνουν ότι, με ακριβώς τη σημερινή σημασία της, καθόλου νεολογισμός δεν είναι η απεύθυνση και δηλώνει το προφανές: “η ενέργεια και/ή το αποτέλεσμα του απευθύνω / απευθύνομαι (με τη σημερινή σημασία των ρημάτων αυτών)”.

  1. 1900, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 660, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά δανειστού και οφειλέτου»
  2. 16/02/1905, εφημ. Σκριπ, σελ. 1: «Πολυάριθμος ομάς εκ των μελών της κοινότητος, συνέταξεν αναφοράν προς τον Τσάρον, διά της οποίας λέγει ότι αι αιματηραί τραγωδίαι της Πετρουπόλεως, της Άπω Ανατολής και του Κρεμλίνου καταδεικνύουσιν ότι αι παρούσαι της χώρας συνθήκαι είνε ανώμαλοι και ότι πρέπει να ζητηθή νέον της καταστάσεως φάρμακον, και ως τοιούτον η απεύθυνσις αύτη προτείνει την κλήσιν των αντιπροσώπων της ρωσσικής κοινωνίας, όπως διευθετήσουν τα πράγματα κατά τρόπον τοιούτον, ώστε να μη επαναληφθώσιν εις το μέλλον παρόμοια γεγονότα.»
  3. 1923, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 18, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά προσεπικληθέντος και παρεμβάντος»
  4. 1923, Εφημερίς της Ελληνικής και Γαλλικής Νομολογίας, σελ. 323, ευρετήριο νομολογίας: «μη απεύθυνσις εφέσεως κατά πάντων διαδίκων»
  5. 1953, Η κυρωτική λειτουργία του Δικαίου ως προφύλαξις / Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, σελ. 202: «Έπειτα, επί ωρισμένων ιδία ποινών, είναι απαραίτητον, εφ’ όσον είναι δυνατόν, κατά την στιγμήν ή, κυρίως, κατά την διάρκειαν της εκτελέσεως αυτών, να μη συμβαίνη, ώστε να γεννώνται, λόγω των εν γένει συνθηκών αυτής, εις τον διά της ποινής πληττόμενον τοιαύται ψυχικαί συνέπειαι —π.χ. αγανάκτησις, μίσος, αορίστου μάλιστα απευθύνσεως—, οίαι μοιραίως επιφέρουν ολικήν ή μερικήν εξουδετέρωσιν του εκ της εκτελέσεως της ποινής προσδοκωμένου ψυχολογικού προς —ειδικήν— πρόληψιν εξαναγκασμού.»
  6. 14/12/1963, πρόταση του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κ. Στυλ. Μπούτη για την υπόθεση των αιματηρών επεισοδίων της 22ας Μαΐου: «[…] και επήλθεν ο θάνατος του ειρημένου παθόντος τας πρωινάς ώρας της 27ης Μαΐου 1963, ούτως από κοινού, καθ’ α προερρέθη, μετά των συγκατηγορουμένων του Εμμανουήλ Καπελώνη, Ξενοφώντος Γιοσμά και άλλων αγνώστων μέχρι στιγμής τη ανακρίσει συνενόχων του διά κοινής προσπαθείας, αλλά και κατ’ ιδίαν έκαστος εκ προθέσεως προεκάλεσαν εις τους ανωτέρω δράστας (φυσικούς αυτουργούς) διά συμβουλών, πειθούς, φορτικότητος, παροχής και υποσχέσεως δώρων, εκφράσεως επιθυμίας και δι’ απευθύνσεως της προσταγής προς τον οδηγόν του θανατηφόρου τρικύκλου Σπυρίδωνα Κοτζαμάνην επί λέξεσι “βάλε εμπρός, τι κάθεσε, έρχονται”, εν τη εννοία της υποδείξεως προς εκκίνησιν του τρικύκλου διά την πρόσπτωσίν του κατά του διερχομένου παθόντος Γρηγορίου Λαμπράκη, […].»
  7. 29/12/1964, διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τα γεγονότα της 22ας Μαΐου 1963: «Από της ενάρξεως των ομιλιών τούτων […] ήρξαντο και αι, εις μεγαλυτέραν έκτασιν, αποδοκιμασίαι των εκτός του μεγάρου και εις τα πέριξ πεζοδρόμια συγκεντρωθέντων αντιφρονούντων διά της απευθύνσεως ύβρεων, συνθημάτων και απειλών κατά των εντός της αιθούσης συγκεντρωμένων […].»
  8. 24/05/1972, αποφάσεις 2337/1972 και 2338/1972 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: «Η δ’ έννοια του “διαδίκου” εν αυτή λαμβάνεται ουχί μόνον βάσει του τυπικού κριτηρίου, ήτοι της κατ’ αυτού απευθύνσεως της αιτήσεως, αλλά βάσει της αυθορμήτου ή μετά κλήσιν προσελεύσεώς του εις την αναφερομένην εις αυτόν δίκην […].»
  9. 1973, Αναμνηστικός τόμος καθηγητού Εμμ. Μιχελάκη (Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων), σελ. 508: «Ζήτημα γεννάται εάν είναι απαραίτητος η απεύθυνσις της αιτήσεως ή τουλάχιστον η επίδοσης αύτης μετά κλήσεως προς συζήτησιν προς τους αναγγελθέντας νομίμως και εμπροθέσμως δανειστάς.»
  10. 1999, Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα / επιμ. Δημήτρης Χριστόπουλος (Κριτική), σελ. 147: «[…] η ΟΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει τον ιδεολογικό της ρόλο με έντονη έκφραση εθνικιστικών τάσεων και με απόπειρες για κοινωνική παρέμβαση, δηλ. για μαζική απεύθυνση στους πολίτες, στους οποίους παρέχει ιδεολογικές υπηρεσίες, επιχειρώντας να δείξει […].»
  11. 31/10-01/11/2003, Ευαγγελικά 1901 – Ορεστειακά 1903: νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις / επιμ. Ουρανία Καϊάφα (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας — Σχολή Μωραΐτη), σελ. 140: «Π.χ., η Κλυταιμνήστρα σαφώς μπαίνει μέσα για το φόνο, μετά την απεύθυνσή της στην Κασσάνδρα, αλλά πουθενά δεν δηλώνεται αυτό στο χειρόγραφο.»
  12. 2007, Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα : Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945 / επιμ. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (Βιβλιόραμα), σελ. 48: «Η κοινωνική τους απεύθυνση και το πολιτικό στελεχικό τους δυναμικό συγκροτούνταν κυρίως από νέους διανοουμένους, πολιτευτές και φοιτητές αλλά και μικρούς επιχειρηματίες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων η ιδεολογική ασάφεια, η απουσία οργανωτικών δομών, η συσπείρωση γύρω από κάποια έντυπα, που εκθείαζαν ενέργειες δολιοφθοράς οι οποίες συνήθως δεν γίνονταν, ή προγράμματα με χαρακτηριστικό τη γενικόλογη πολυσυλλεκτική απεύθυνση.»
  13. 2006, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης : Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης / Έλλη Φιλοκύπρου (Ελληνικά Γράμματα), σελ. 120: «Μια αιτία του περιορισμού της ανιχνεύεται ίσως στο ερώτημα στο οποίο οδηγείται η απεύθυνση του ομιλητή προς την ψυχή του: “μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;/ ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;” Τα όσα θα καλούνταν να πει η ψυχή αφορούν μάλλον έναν απολογισμό, τον οποίο δεν μπορεί να κάνει.»
  14. 2004, περιοδ. Ελληνικά, τόμος 54, τεύχος 2ο (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών), Διακειμενικά και ανθρωπολογικά στοιχεία στην Ευγένα του Θεόδωρου Μοντσελέζε / Γιώργος Πεφάνης, σελ. 295: «Στις συνήθεις εισαγωγικές προσφωνήσεις των νεκρών αντιστοιχεί η εισαγωγική για το δεύτερο μέρος προσφώνηση στον εαυτό, με την τριπλή παρουσία του συναισθηματικά φορτισμένου “Οϊμένα” (στ. 653, 655). Η καταληκτική προσφώνηση γίνεται έμμεσα με την απεύθυνση προς τον Χάρο (στ. 759-760). Οι δύο αυτές προσφωνήσεις πλαισιώνουν το κυρίως αφηγηματικό τμήμα του θρήνου, έτσι ώστε να ισχύει και εδώ η τυπική τριαδική δομή: εισαγωγική προσφώνηση – κύριο αφηγηματικό τμήμα – καταληκτική προσαγόρευση.»
  15. 2005, Γιώργος Λίκος: μια παρουσίαση / ανθολ.-επιμ. Χρήστος Δανιήλ (Γαβριηλίδης), σελ. 26: «Κάποια άλλα σημεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου του Λίκου και που, αν και εντοπίζονται και στο έργο των υπολοίπων μεταπολεμικών ποιητών, λαμβάνουν ιδιαίτερη ανάπτυξη και συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικής του ποιητικής είναι α) η εμφάνιση του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου, β) ο εξομολογητικός τόνος και η απεύθυνση στο δεύτερο πρόσωπο και γ) η ιδιαίτερη και έντονη εικονοπλαστική του ικανότητα.»
  16. 2008, Five seasons of the Russian avant-garde (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης — Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης), σελ. 170: «Περιορίζοντας τη χρωματική του κλίμακα στα καθαρά χρώματα —κόκκινο, λευκό και μαύρο— ανέδειξε τη βασική κονστρουκτιβιστική παλέτα της επαναστατικής τέχνης, εγκαινιάζοντας μία νέα πολιτισμική παράδοση με εξαιρετική διεισδυτικότητα και ανθεκτικότητα καθώς εξασφάλιζε μέσω της λιτής μορφολογίας την άμεση απεύθυνση και ερμηνεία του εκπεμπόμενου μηνύματος.»
  17. 2007, Στέφανος: τιμητική προσφορά στον Βάλτερ Πούχνερ / επιμ. Ιωσήφ Βιβιλάκης (Ergo), σελ. 991: «Εάν ένας δραματικός διάλογος, για να είναι καλός, πρέπει να χαρακτηρίζεται από οικονομία των μέσων (των διατυπώσεων, των περιγραφών, των αφηγήσεων ή των απευθύνσεων), ο περιεκτικός στοχασμός ανάγει μοιραία αυτήν την οικονομία σε απόλυτη αρχή. Μας το δείχνουν ο Δάσκαλος στο Παραμύθι χωρίς όνομα (σ. 87): “Οι ήρωες κι οι μάρτυρες θένε ιδέες για να γεννηθούνε…”, η Κλυταιμνήστρα στο Γράμμα στον Ορέστη (σ. 27): “Εμάς τις γυναίκες μας αφήνουν να διαλέγουμε μόνο το νυφικό μας, […]”.»
  18. Και από τον Εθνικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας (ΕΘΕΓ) του Ινστιτούτου Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ):
    1. Γιατί τόσο η επιθυμία-μου όσο και ο φόβος-μου έχουνε συγκεκριμένη κατεύθυνση και απεύθυνση.
    2. Εδώ, τα πράγματα είναι πολύ πιο κοινωνικά, η απεύθυνση συλλογική, η μνήμη παρούσα και οι συμπεριφορές συνειδητές στον ιστορικό και τον παρόντα χρόνο, με διαδικασίες πολύ πιο άμεσες, αφού το έργο το δημιουργεί ο καλλιτέχνης στη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά θα μπορούσε να το είχε δημιουργήσει και ένας ολόκληρος λαός που λειτουργεί κάτω από κοινούς τρόπους στην ψυχαγωγία.
    3. Επομένως, με το δεδομένο ότι δεν έχει υποχρέωση ο Βουλευτής να προσέλθει στην προκαταρκτική εξέταση, η μόνη ασφαλιστική δικλίδα της σοβαρής απεύθυνσης μιας αίτησης προς τη Βουλή είναι η ρύθμιση η οποία γίνεται, ότι δηλαδή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απευθύνεται στη Βουλή και ζητεί να δοθεί η άδεια για την ποινική δίωξη.

Σε μια προηγούμενη συζήτηση στη Λεξιλογία, το 2011, γινόταν λόγος για την απόδοση του αγγλικού όρου outreach, στη φράση I have been broadening my outreach, και τότε πρότεινα, όχι πολύ θαρρετά είναι η αλήθεια, τον όρο «απεύθυνση» («Λέγεται πάντως τα τελευταία χρόνια και η απεύθυνση», είπα -διότι τον όρο τον χρησιμοποιούσα ήδη κάμποσα χρόνια ακριβώς για να αποδίδω το outreach) και διαπίστωσα  πως δεν τον είχαν όλοι συναντήσει -τότε. Σήμερα, η απεύθυνση είναι πιστεύω γνωστή σε ευρύτερο κοινό -σα να λέμε, διευρύνθηκε η απεύθυνσή της.

Οπότε, για ν’ ανακεφαλαιώσω, η λέξη «απεύθυνση» υπάρχει, αν και εγώ δεν θα έλεγα «αποφάσισε την απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος» διότι αποφεύγω τις ονοματικές φράσεις. Πολύ προτιμότερες βρίσκω τις ρηματικές φράσεις, «αποφάσισε ν’ απευθύνει πλατύ κάλεσμα». Αλλά η πλατιά απεύθυνση (ή έστω ευρεία απεύθυνση αν θέλουμε λογιότερο ύφος) σαφώς και στέκει και μπορεί να την έχω χρησιμοποιήσει κι εγώ μεταφράζοντας κάπου το wide outreach.

Και το περίεργο είναι πως εκείνοι που διαμαρτύρονται για κακόζηλους νεολογισμούς όταν διαβάζουν πότε τη δημοφιλία, πότε το διακύβευμα, πότε τη γυναικοκτονία και πότε την απεύθυνση, συχνά είναι οι ίδιοι που θρηνούν για τη λεξιπενία που μαστίζει την εποχή μας και ιδίως τη νεολαία. Δεν είναι κάπως αντιφατικό αυτό;

 

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 177 Σχόλια »

Τα ρο της ηχορύπανσης

Posted by sarant στο 30 Μαρτίου, 2018

Πριν από μερικές μέρες, σε μια ομάδα του Φέισμπουκ όπου συζητάμε για τη γλώσσα, τα Υπογλώσσια, ο φίλος Θ. Αναγνωστόπουλος αναρωτήθηκε αν θα διατηρηθει στη λέξη «αντιρατσιστικός» ο κανόνας (της αρχαίας) που επιβάλλει τον διπλασιασμό του ρο, αν δηλαδή πρέπει να γράψουμε «αντιρρατσιστικός». Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για πολλές άλλες σύνθετες λέξεις που το β’ συνθετικό τους αρχίζει από ρο, οπότε θυμήθηκα ένα παλιότερο σημείωμα που είχα γράψει (πριν αρχίσει να λειτουργεί το ιστολόγιο) για τα ρο της ηχορύπανσης -ηχορύπανση ή ηχορρύπανση;

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στα αρχαία ελληνικά, όταν σε μια σύνθετη λέξη το β’ συνθετικό αρχιζει από ρο ενώ το α’ συνθετικό λήγει σε βραχύ φωνήεν, αυτό το αρκτικό ρο διπλασιάζεται. Έτσι, γράφουμε: απορρίπτω, αμφίρροπος, διαρρέω, επίρρημα. Το ίδιο ισχύει και στα σύνθετα με το α- στερητικό: άρρητος.

Γιατί γίνεται αυτό, δεν το ξέρω -σε άρθρο του Θ. Μωυσιάδη, απ’ όπου αντλώ υλικό, αναφέρεται ότι «το αρκτικό -ρ- διπλασιάζεται λόγω αφομοιώσεων με σιγημένο φθόγγο και με συχνό αποτέλεσμα την άρση των αλλεπαλλήλων βραχειών συλλαβών» που δεν με κάνει και πολύ σοφότερο.

Να πούμε εδώ ότι συχνά επικρατει η αντίληψη πως διπλασιάζονται όλα τα αρχικά ρο στη σύνθεση, και αυτό διοτι είναι πολύ σπάνιες οι αρχαίες σύνθετες λέξεις όπου το α’ συνθετικό λήγει σε μακρό φωνήεν κι έτσι δεν διπλασιάζουν το ρο: εύρυθμος (αλλά άρρυθμος), εύρωστος (αλλά άρρωστος), αείροος (αλλά επιρροή). Εννοείται ότι όταν το α’ συνθετικό λήγει σε σύμφωνο, το ρο δεν διπλασιάζεται (εκροή) εκτός βέβαια όταν έχουμε διπλασιασμό λόγω σύνθεσης (συν+ράπτω = συρράπτω).

Τις λέξεις που τις κληρονομήσαμε απο τα αρχαία, τις διατηρούμε έτσι. Το ερώτημα είναι, τι κάνουμε με τις νεότερες λέξεις, σε μια γλώσσα όπου το διπλό ρο δεν δηλώνεται στην προφορά και όπου δεν έχουμε μακρά ή βραχέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Πότε απολογούμαστε;

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αρχικά το ειχα εντάξει στα προχτεσινά μεζεδάκια, τελικά ομως αποφάσισα να το αυτονομήσω επειδή επιανε πολύ χώρο στην πιατέλα, αφού μάλιστα το ενδιαφέρον που παρουσιάζει δεν είναι απλώς επικαιρικό.

Βέβαια, η αφορμή για να τεθεί το ζήτημα ήταν ένα μικρογεγονός της επικαιρότητας, και μάλιστα της διαδικτυακής, από εκείνα που όταν σκάνε προκαλούν μεγάλο θόρυβο («σάλο» κατά το κλισέ) αλλά την επομένη ή τη μεθεπομένη έχουν ξεχαστεί κι έρχεται η σειρά για να «προκαλέσει σάλο» κάποιο άλλο συμβάν, ίνα πληρωθεί το ρηθέν «κάθε θάμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερις».

Την περασμένη βδομάδα λοιπόν είχαμε τη διαγραφή της Έλλης Παπαγγελή από τη ΝΔ, επειδή αποκάλεσε (περίπου) Βούλγαρους τους οπαδούς του ΠΑΟΚ σε ένα σχόλιό της στο Τουίτερ ή στη σελίδα της στο Φεισμπουκ. Η Έλλη Παπαγγελή είναι μοντέλο και συχνά εκφράζει ακραίες δεξιές θέσεις, καμιά φορά με αφέλεια, όπως όταν έγραψε ότι στα δεκαπέντε χρονια της διάβασε τον Μαρξ και τον απέρριψε και άλλοτε με σοβαρότητα, όπως όταν κατήγγειλε τη «μυθολογία» του Πολυτεχνείου.

Γράφω «περίπου» διοτι αν κατάλαβα καλά, η Ε.Π. σχολίαζε μια ανακοίνωση συλλογής υπογραφών μιας μερίδας φανατικών Παοκτζήδων, η οποία έλεγε ότι, σε περιπτωση που η ομάδα τιμωρηθεί τελεσίδικα, εκείνοι θα αγνοήσουν την πρόσκληση σε ενδεχόμενη επιστράτευση: «εμείς δεν πολεμάμε για την Ελλάδα σας«. Απαντώντας σε αυτό, η Ε.Π. σχολίασε «Θα πάνε στον πόλεμο, αλλά με το βουλγαρικό στρατόπεδο» (ή κάτι τέτοιο).

Προτιμώ να μη σχολιάσω ούτε τη μια ουτε την άλλη τοποθέτηση, πάντως θέλω να επισημάνω ότι με ενόχλησε το γεγονός ότι τα περισσότερα διαδικτυακά άρθρα που κάλυπταν τις δηλώσεις της κ. Παπαγγελή συνόδευαν το άρθρο με κάποια ημίγυμνη ή αποκαλυπτική φωτογραφία της, κάτι που το βρίσκω σεξιστικό -και θα παρακαλέσω στα σχόλια να μην βάλετε τέτοιες φωτογραφίες. Κάποιοι, σε παρομοιες συζητήσεις, αντέταξαν ότι «μόνο τέτοιες φωτογραφίες βγάζει», που ίσως θυμίζει, αν και δεν είναι εντελώς ίδια περιπτωση, το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, εκείνος είναι αράπης». Αλλά πλατειάζω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ξενισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 122 Σχόλια »

Ο τρόμος για την απλοποίηση και για τις αλλαγές της ορθογραφίας

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2017

Κυκλοφόρησε αρκετά στο Φέισμπουκ ένα κείμενο, που το βλέπετε σε εικόνα αριστερά και που θα το μεταγράψω πιο κάτω -ίσως  ο συντάκτης του να είναι δάσκαλος, αν και αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Κάποιος φίλος μού ζήτησε να το σχολιάσω -κι έτσι έχουμε το σημερινό άρθρο, αν και τα θέματα αυτά τα έχουμε συζητήσει πολλές φορές στο παρελθόν και θα τα συζητήσουμε ξανά στο μέλλον -αλλά γλωσσικό ιστολόγιο είμαστε, αν ήμασταν ποδοσφαιρικό θα συζητούσαμε για μπάλα.

Ο άγνωστος συντάκτης λοιπόν, ίσως δάσκαλος, στο καλογραμμένο κειμενάκι του συγκέντρωσε 14 λέξεις που η ορθογραφία τους έχει αλλάξει ή που ο συντάκτης νομίζει ότι έχει άλλάξει, στην κατεύθυνση της απλοποίησης. Θεωρεί ότι η απλοποίηση αυτή της ορθογραφίας συνιστά κατακρεούργηση της γλώσσας (!) και εκφράζει την έντονη δυσφορία του που νιώθει ανορθόγραφος και «αναγκάζεται να ανοίξει λεξικό ακόμα και για την πιο απλή λέξη».

Αλλά ας δούμε πρώτα το κείμενο:

Ενός λεπτού σιγή για εκείνο το μαντήλι που ξηλώθηκε κι έμεινε «μαντίλι», για την εταιρεία που διαλύθηκε κι έγινε «εταιρία», για τη βρωμιά που λερώθηκε κι έγινε «βρομιά», για τον χλωμό που τρόμαξε κι έγινε «χλομός», για το πηρούνι που έσπασε κι έγινε «πιρούνι», για το συγγνώμη που, έλεος, γίνεται «συγνώμη», για το ρήμα γλυτώνω που δε γλύτωσε κι έγινε «γλιτώνω», για το παληκάρι που λύγισε κι έγινε «παλικάρι», για την μπύρα που ξίνισε κι έμεινε «μπίρα», για την χρεωκοπία που έγινε «χρεοκοπία» και τη φοβόμαστε περισσότερο, για την περηφάνεια που ντροπιάστηκε κι έγινε «περηφάνια» για τον Μανώλη που παλεύει για να μη γίνει «Μανόλης», για τη ζήλεια που ζήλεψε κι έγινε «ζήλια», για το κτήριο που γκρεμίστηκε κι έγινε «κτίριο»…
Και για όλα εκείνα τα θύματα της απλοποίησης/κατακρεούργησης της ελληνικής γλώσσας, που μας κάνουν να νιώθουμε ανορθόγραφοι και να ανοίγουμε λεξικό ακόμη και για την πιο απλή λέξη!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσική αλλαγή, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 250 Σχόλια »

Καραμπινάτο με καραμπίνα;

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2016

Με ρώτησε χτες το πρωί ο φίλος Μπάμπης Μεταξάς (που έχει γράψει το ωραίο βιβλίο για τους Μπαγιάτηδες και τους χαμουτζήδες) πώς καταλήξαμε να χαρακτηρίζουμε «καραμπινάτο» κάτι που είναι ολοφάνερο, εξοφθαλμο, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ήμουν στο αεροδρόμιο εκείνη την ώρα, του είπα λοιπόν πως θα το ψάξω. Το έψαξα και βγήκε άρθρο. Οπότε, σας το παρουσιάζω.

Αλλά αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις. Λοιπόν, το επίθετο «καραμπινάτος», της καθομιλουμένης γλώσσας, λέγεται, σύμφωνα με το ΛΚΝ, για κτ. που παρουσιάζεται σε οξεία ή σοβαρή μορφή: Έπαθε μια γρίπη καραμπινάτη. Πρόκειται για καραμπινάτη υπόθεση λαθρεμπορίου / περίπτωση φοροδιαφυγής. Τα ίδια περίπου και στον Μπαμπινιώτη.

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας βρίσκουμε κάμποσες καλοδιαλεγμένες περιπτώσεις χρήσης: καραμπινάτη αδικία, απατη, παρανομία (= εξόφθαλμη, κατάφωρη)’ καραμπινάτο λάθος, σκάνδαλο (κραυγαλέο)’ καραμπινάτα ψέματα (= απροκάλυπτα)’ καραμπινάτη περίπτωση (= κλασική, τυπική).

Τα λεξικά δεν καταγράφουν μια από τις πιο… καραμπινάτες περιπτώσεις χρήσεις του επιθ. «καραμπινάτος»: το καραμπινάτο πέναλτι στο ποδόσφαιρο, που βέβαια το λέμε έτσι κυρίως όταν δεν το δώσει ο διαιτητής. Λέγεται επίσης και πέναλτι μαρς, δάνειο από την ταβλαδορική ορολογία.

Συμφωνούμε για τη χρήση της λέξης, αλλά τα δυο από τα τρία μεγάλα λεξικά μας δεν λένε τίποτε για την προέλευσή της -ολοφάνερα, προέρχεται από την καραμπίνα, αλλά γιατί ονομάστηκε έτσι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 200 Σχόλια »

Ελληνικούρες και λαθοθηρία

Posted by sarant στο 15 Απρίλιος, 2016

Τις προάλλες, το tvxs.gr δημοσίευσε ένα άρθρο της κ. Ιφιγένειας Κοντού με τίτλο Τι σημαίνουν επιτέλους αυτές οι «ελληνικούρες»;  Το άρθρο παρουσιάζει ορισμένες αρχαίες ή αρχαιοπρεπείς φράσεις που τις χρησιμοποιούμε συχνά στον λόγο μας, και που συχνά, σύμφωνα με την αρθρογράφο, τις μετατρέπουμε σε μαργαριτάρια -δηλαδή κάνουμε λάθος (ή «λάθος») στη μορφή ή τη σημασία τους. Το θέμα φυσικά ενδιαφέρει το ιστολόγιό μας, άλλωστε το συζητήσαμε επιτροχάδην σε κάποια σχόλια (άλλου άρθρου, βέβαια), οπότε δεν είναι περιττό να πω τη γνώμη μου ή να θυμίσω άρθρα που έχουμε ήδη δημοσιεύσει για ορισμένες από αυτές τις φράσεις. Καναδυό φίλοι μάλιστα μού το ζήτησαν ρητά.

Θα αναδημοσιεύσω το ψαχνό από το άρθρο της κ. Κοντού, με τα δικά μου σχόλια κάτω από κάθε παράγραφο, με πλάγιους χαρακτήρες. Να πω πάντως ότι είναι γραμμένο σε ανάλαφρο στιλ, χωρίς να εκτοξεύει χαρακτηρισμούς για αγραμματοσύνη όσων δεν συμφωνούν με τις επιλογές της συντάκτριας, αλλά και χωρίς, κατά τη γνώμη μου, να αποφεύγει κάποια υπερβολική εμμονή στην αρχική μορφή των φράσεων αγνοώντας ότι μέσα στους αιώνες μπορεί κι αυτές να αλλάζουν κάπως μορφή, όσο κι αν παραμένουν απολιθώματα. Απολιθώματα που να αλλάζουν; Οξύμωρο, θα πείτε. Όχι και τόσο. Εάν η αρχαια φράση στέκει αυτοτελώς (π.χ. «άμμες δε γ’ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες» ή «μολών λαβέ»), ασφαλώς θα μείνει αμετάβλητη. Αν όμως εντάσσεται σε νεοελληνική φράση, τότε δεν αποκλείεται να υποστεί κάποια (συνήθως μικρή) τροποποίηση, με τον ίδιο τρόπο που όταν οι παλιοί μαστόροι έπαιρναν αγκωνάρια από ένα παλιότερο σπίτι για να τα χρησιμοποιήσουν σε ένα καινούργιο, τα λείαιναν στις γωνιές για να ταιριάξουν πιο αρμονικά με το νέο κτίσμα.

Μερικές φορές μάλιστα, η λείανση αυτή έχει συντελεστεί εδώ και αιώνες, και την αρχαία φράση την έχουν χρησιμοποιήσει, τροποποιημένη, άλλοι επίσης αρχαίοι συγγραφείς -τότε είναι κάπως κωμικό να επανερχόμαστε στην αρχική μορφή, τάχα ότι είναι πιο αυθεντική. Θα δούμε μερικά τέτοια παραδείγματα στο άρθρο της κ. Κοντού.

Ξεκινάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 207 Σχόλια »

Ποιος είναι ο καθημαγμένος;

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2015

Με ρωτάει ένας φίλος αν είναι σωστός ο τύπος που άκουσε τις προάλλες σε κάποιο δελτίο ειδήσεων μεγάλου καναλιού, ότι η κρίση «έχει καθημάξει τη χώρα».  Θα μπορούσα να το περάσω σε μεζεδάκι, αλλά τελικά αποφάσισα να αφιερώσω σ’ αυτό το ερώτημα το σημερινό μου σημείωμα.

Ξεκινώντας, να πω ότι ο τύπος «έχει καθημάξει» είναι αντικανονικός, παρόλο που βγάζει καμιά εκατοστή γκουγκλιές. Σχηματίστηκε, εύλογα αλλά όχι κανονικά, από τη μετοχή «καθημαγμένος», που δεν είναι πια μετοχή βέβαια, αφού μόνο ως επίθετο χρησιμοποιείται και αφού οι περισσότεροι που τη χρησιμοποιούν δεν ξέρουν καν σε ποιο ρήμα αναφέρεται. (Εσείς το ξέρετε; Αν όχι, προσπαθήστε να το μαντέψετε).

Εύλογα λοιπόν, κάποιος που σκέφτεται ότι η χώρα είναι καθημαγμένη και που θέλει να διατυπώσει τη φράση ενεργητικά, προσπαθεί να βρει τον ενεργητικό παρακείμενο κι έτσι πλάθει το «έχω καθημάξει». Πολύ πιο συνηθισμένο παράδειγμα τέτοιου αντικανονικού σχηματισμού έχουμε στην περίπτωση του «απηυδισμένος», από τον οποίο επίσης κάποιοι πλάθουν τον τύπο «έχω *απηυδήσει» και κάποιοι λιγότεροι πλάθουν και ενεστώτα, «*απηυδώ». Ωστόσο, στο σχηματισμό της αρχαίας μετοχής του παρακειμένου μπαίνει στη μέση η χρονική αύξηση. Το ρήμα είναι απαυδώ (αυδή είναι πανάρχαια λέξη για τη φωνή, που επιβιώνει στον άναυδο, τον άφωνο), απηύδησα στον αόριστο, αλλά «έχω απαυδήσει» στον νεοελληνικό παρακείμενο. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα με ένα πιο κοινόχρηστο ρήμα, λέμε «αφηρημένος» που είναι το ρήμα «αφαιρούμαι» αλλά βέβαια δεν λέμε «αφηρώ». Μπορούμε να πούμε «αφαιρεμένος», όχι όμως «έχω αφηρεθεί». Γι’ αυτό και δεν λέμε «έχω απηυδήσει» αλλά «έχω απαυδήσει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Τα φόρα στη φόρα με φόρα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2015

Κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, την πρώτη στο εξωτερικό μετά τον σχηματισμό της αριστερής κυβέρνησης (θέλω να το ακούω, που έλεγε η διαφήμιση), ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε «την ανάγκη συντονισμένης στάσης των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Κύπρου στα ευρωπαϊκά φόρα».

Θα διαφωνήσω μαζί του -όχι στην ουσία της τοποθέτησής του, αλλά στον τύπο του πληθυντικού που χρησιμοποίησε («τα φόρα»). Και βέβαια, ο Αλεξης Τσίπρας δεν είναι ο μοναδικός που κλίνει με τον τρόπο αυτό τη συγκεκριμένη λέξη: αρκετοί θεωρούν ότι έτσι πρέπει να κλίνεται -είτε επειδή θυμούνται πώς κλινόταν στα λατινικά, είτε (το πιθανότερο) επειδή στα αγγλικά η λέξη forum έχει διπλό πληθυντικό, τον λαϊκό (forums) και τον περίπλοκο (fora), και δανείζονται τον περίπλοκο τύπο.

Στα ελληνικά, λέμε φόρουμ στον ενικό. Η λέξη, πέρα από την παλιά ιστορική της σημασία, του ρωμαϊκού forum/φόρουμ, χρησιμοποιείται πολύ τα τελευταία χρόνια με δυο βασικές σημασίες: αφενός, φόρουμ είναι μια διάσκεψη, μια οργανωμένη συζήτηση, συχνά σε διεθνές επίπεδο, για ανταλλαγή απόψεων κυρίως, αλλά κατ’ επέκταση και για λήψη αποφάσεων. Αφετέρου, στο Διαδίκτυο, έχουμε τα ιντερνετικά φόρουμ, χώρους δημόσιων συζητήσεων, τα μέλη των οποίων ανταλλάσσουν απόψεις -άλλοτε με άξονα ένα συγκεκριμένο θέμα και άλλοτε χωρίς τέτοιον περιορισμό· για παράδειγμα, η Λεξιλογία είναι το μεγαλύτερο και εγκυρότερο μεταφραστικό φόρουμ, ενώ το phorum.gr είναι κοινότητα γενικού  χαρακτήρα. Και τα θεματικά και τα μη θεματικά φόρουμ διαιρούνται πάντοτε σε επιμέρους ενότητες, και φυσικά ακόμα και στα θεματικά φόρουμ υπάρχουν, σχεδόν πάντοτε, ενότητες για συζητήσεις επί παντός του επιστητού ή τουλάχιστον για θέματα έξω από το βασικό αντικείμενο του φόρουμ. Υπάρχει κι άλλη μια χρήση της λέξης φόρουμ, παρακλάδι της πρώτης σημασίας: οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινές απόψεις, για συζήτηση και δράση, π.χ. το Φιλελεύθερο Φόρουμ ή το Φόρουμ Μεταναστών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γλωσσικά δάνεια, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 153 Σχόλια »

Η ψαλίδα δε λέει να κλείσει

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2015

psalidΈχουμε μπει πια στην τελική ευθεία προς τις εκλογές: την Κυριακή θα πάμε στις κάλπες. Το ιστολόγιο πολιτικολογεί αλλά και λεξιλογεί, και ένας τρόπος για να τα συνδυάσει κανείς αυτά τα δύο είναι να εξετάζει τις λέξεις της πολιτικής επικαιρότητας.

Μια από τις λέξεις που ακούστηκαν πολύ μέσα στην προεκλογική περίοδο από τα δελτία ειδήσεων και γενικά από τα μέσα ενημέρωσης, ήταν η ψαλίδα. Τα μεγάλα κανάλια προσπαθούσαν επί εβδομάδες να μας πείσουν ότι «κλείνει η ψαλίδα» ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, δηλαδή ότι μειώνεται το δημοσκοπικό προβάδισμα ανάμεσα στα δυο μεγαλύτερα κόμματα, υπονοώντας έτσι ότι η διαφορά είναι στα όρια του στατιστικού σφάλματος ή τέλος πάντων αναστρέψιμη.

Δεν ξέρω αν το προσέξατε όμως, εδώ και μερικές μέρες δεν ακούμε τίποτα για την ψαλίδα που κλείνει, αντίθετα όλοι φαίνεται να το έχουν πάρει απόφαση ότι η πρώτη θέση έχει κριθεί -και τώρα η αβεβαιότητα έγκειται στο αν θα κατορθώσει ο ΣΥΡΙΖΑ να πάρει αυτοδύναμη πλειοψηφία στη Βουλή.

Ψαλίδα λοιπόν είναι η διαφορά ανάμεσα σε δύο τιμές. Ψαλίδα είναι βέβαια και το εργαλείο της εικόνας, με τις δυο μεταλλικές λεπίδες -ένα μεγάλο ψαλίδι ή ένα ψαλίδι για ειδικές χρήσεις, ας πούμε η προβατοψαλίδα με την οποία κουρεύουν τα πρόβατα. Η μεταφορά είναι πολύ παραστατική: η μεγαλύτερη τιμή είναι η επάνω λεπίδα της ψαλίδας, η μικρότερη είναι η κάτω λεπίδα. Όταν η ψαλίδα κλείνει, η διαφορά ανάμεσα στις δυο τιμές μειώνεται· όταν ανοίγει, η διαφορά μεγαλώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 197 Σχόλια »