Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘χόρτος’

Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2022

Μια φορά, ένας γνωστός, που θεωρούσε πως πρέπει να τρώει κρέας κάθε μέρα, αν όχι σε κάθε γεύμα, στην προτροπή της γυναίκας του να υιοθετήσει πιο υγιεινό διαιτολόγιο, αντέδρασε λέγοντας: Γελάδα είμαι να φάω χόρτα; Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Φυσικά, χόρτα δεν τρώνε μόνο οι γελάδες, και ασφαλώς μπορεί να χορτάσει κανείς χωρίς κρέας, αλλά αν το πάμε ετυμολογικά τότε θα λέγαμε πως μόνο με χόρτα χορταίνει κανείς -ή έστω καταρχήν με χόρτα. Θα την προσέξατε την ομοιότητα των δυο λέξεων άλλωστε, χόρτο ή χορτάρι από τη μια και χορταίνω από την άλλη.

Κι αφού εδώ λεξιλογούμε, ας αφιερώσουμε το άρθρο αυτό στο να διερευνήσουμε, γλωσσικά πάντοτε, πώς χορταίνει κανείς με χόρτα.

Σημερα λέμε το χορτάρι και τα χόρτα, αλλά η λεξιλογική αλυσίδα ξεκινάει στην αρχαιότητα, από τον Όμηρο κιόλας, με μια λέξη γένους αρσενικού. Ο χόρτος λοιπόν, που απαντά δυο φορές στην Ιλιάδα, είναι ο περιφραγμένος περίβολος όπου βόσκουν τα ζώα, ας πούμε στο Λ772-4:

γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Πηλεὺς
πίονα μηρία καῖε βοὸς Διὶ τερπικεραύνῳ
αὐλῆς ἐν χόρτῳ

ή, στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή:

κι ο γέρο αλογολάτης
Πηλέας στο Δία τον κεραυνόχαρο παχιά μεριά από βόδι
έκαιγε μέσα στον αυλόγυρο

Η ελληνική λέξη είναι συγγενική με το λατινικό hortus, αφού και τα δυο ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα *gher- από την οποία και τα garden, jardin κτλ.

Στους επόμενους αιώνες έχουμε μια μικρή μετατόπιση σημασίας, και από τον περιφραγμένο τόπο όπου υπάρχουν και βόσκουν ζώα περνάμε σε οποιονδήποτε βοσκότοπο, σε λιβάδι, σε τόπο χλοερό, συχνά στον πληθυντικό, π.χ. καὶ τείχη χόρτων τ’ εὐδένδρων στον Ευριπίδη (Ιφιγένεια εν Ταύροις 134).

Δεύτερη μετατόπιση σημασίας, πιο σημαντική, η λέξη «χόρτος» από λιβάδι άρχισε να σημαίνει «ζωοτροφή». Ο όρος χρησιμοποιείται αρχικώς για κάθε είδος τροφής ζώου -μάλιστα ο Αισχύλος χρησιμοποιεί τον όρο «λεοντόχορτος» για μιαν αντιλόπη που την κατασπαράζουν τα λιοντάρια, αλλά βέβαια σταδιακά επικράτησε να σημαίνει τη ζωοτροφή των μεγάλων εξημερωμένων ζώων, τον σανό, τη χορτονομή, μάλιστα σε αντιδιαστολή με το σιτηρέσιο των ανθρώπων/στρατιωτών, όπως στον Ηρόδοτο (9.41): σῖτόν τέ σφι ἐσενηνεῖχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῖσι ὑποζυγίοισι.

Και σε μια τρίτη μετατόπιση της σημασίας, από το χόρτο για ζωοτροφή η λέξη σημαίνει το χορτάρι γενικά, που φυτρώνει στη γη, ας πούμε στο κατά Ματθαίον: ὅ τε δὲ ἐβλάστησεν ὁ χόρτος καὶ καρπὸν ἐποίησεν, τότε ἐφάνη καὶ τὰ ζιζάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »