Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Χόρχε Λουίς Μπόρχες’

Ο Ιούδας όπως τον είδε ο Κώστας Βάρναλης

Posted by sarant στο 17 Απρίλιος, 2017

Ακόμα η πασχαλινή αύρα δεν έχει φύγει, η μέρα είναι αργία με χαλαρούς ρυθμούς, σαν Κυριακή, οπότε ταιριάζει μια αναφορά στον τρόπο που είδε η λογοτεχνία τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον μαθητή που πρόδωσε τον Ιησού. Παίρνω αφορμή από κάποια σχόλια που έγιναν στο προχτεσινό μας άρθρο που ήταν αφιερωμένο στο απεχθές έθιμο του καψίματος του Ιούδα.

Πολλοί λογοτέχνες προχώρησαν πέρα από τα όσα παραδίδονται στα Ευαγγέλια, είδαν την πράξη του Ιούδα όχι σαν προδοσία για το χρήμα αλλά σαν αποτέλεσμα άλυτων εσωτερικών αντιφάσεων. Το θέμα είναι εκτενές και δεν έχω σκοπό να το αναλύσω, απλώς θα αναφέρω τον τρόπο που είδε τον Ιούδα ο Νίκος Καζαντζάκης στον Τελευταίο πειρασμό ή ο Μπόρχες στο διήγημά του για τα τρία πρόσωπα του Ιούδα.

Όμως αντί για φιλολογική ανάλυση, προτιμώ να παραθέσω ένα ολόκληρο ποίημα, που δείχνει την πρόσληψη του Ιούδα από τον Κώστα Βάρναλη.

Θα διαβάσουμε σήμερα την ενότητα «Η αγωνία του Ιούδα» από το πρώτο μέρος των Σκλάβων Πολιορκημένων του Βάρναλη, μια εισαγωγή σε (ποιητικό) πεζό ακολουθούμενη από 13 πεντάστιχες στροφές. Θεωρώ ότι πρόκειται για ποίημα εκτυφλωτικής ποιητικής αρτιότητας στο δύσκολο πεντάστιχο που κι άλλη φορά το έχει χρησιμοποιήσει ο Βάρναλης στην ίδια ποιητική σύνθεση, και ιδίως στους «Πόνους της Παναγιάς». Στο τέλος σχολιάζω κάποια λεξιλογικά.

Η Αγωνία του Ιούδα
Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, —
την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Πασχαλινά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 79 Σχόλια »