Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ψυρρή’

Μεζεδάκια με καύσωνα

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2022

Ποιον καύσωνα; θα αναρωτηθείτε δικαίως, αφού στην Αττική τουλάχιστον η θερμοκρασία αυτές τις μέρες κινείται στα χαμηλά τριαντάρια. Σωστά, αλλά εγώ αυτές τις μέρες δεν βρίσκομαι στην Αττική αλλά στην Εσπερία -και παρόλο που, κατά κανόνα, η Ελλάδα έχει μεγαλύτερη θερμοκρασία από τη Δυτική Ευρώπη, τις μέρες τούτες συναντάμε την εξαίρεση κι έτσι σε πολλές περιοχές της Γαλλίας περιμένουμε σαραντάρια για σήμερα. Χώρια που, κατά την υποκειμενική μου αίσθηση τουλάχιστον, οι 35 βαθμοί της Αττικής αντέχονται πιο εύκολα από τους 30 της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά διαβάζω ότι σε λίγες μέρες θα έχει και η Αττική καύσωνα, οπότε γίνεται ακόμα πιο επίκαιρος ο τίτλος.

* Και ξεκινάμε με ένα φρέσκο από τον Εκατομμυριούχο, που το ψάρεψε ο φίλος μας ο Σταύρος και που το συζητήσαμε ήδη στα σχόλια προηγούμενου άρθρου, αξίζει όμως ν’ αναβαθμιστεί και να συμπεριληφθεί εδώ για να το δουν κι άλλοι, επειδή κατά κοινή ομολογία η νέα περίοδος του παιχνιδιού αυτού βαρύνεται με λάθη και απροσεξίες, ενώ, απ’ όσο θυμάμαι, στην πρώτη του περίοδο η επιμέλεια των ερωτήσεων ήταν σχεδόν υποδειγματική.

Λοιπόν, σε μια πρόσφατη εκπομπή τέθηκε η ερώτηση «Σε ποια πόλη της Καλιφόρνιας βρίσκεται η κοιλάδα της Σιλικόνης;»

Όμως, όπως έχουμε γράψει κάμποσες φορές (διότι το λάθος είναι συνηθισμένο), η Silicon Valley δεν είναι η κοιλάδα της Σιλικόνης, η οποία στα αγγλικά γράφεται Silicone.

Στη Silicon Valley το silicon σημαίνει πυρίτιο, το χημικό στοιχείο που χρησιμοποιείται στα τσιπάκια των υπολογιστών, άρα Κοιλάδα του Πυριτίου.

Η σιλικόνη είναι βεβαια παράγωγο του πυριτίου, και γι’ αυτό ονομάστηκε silicone, αλλά έχει άλλες χρήσεις, εκτός πληροφορικής.

Το αστείο είναι ότι  στην Καλιφόρνια υπάρχει και Κοιλάδα της Σιλικόνης (Silicone Valley), η Κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, που θεωρείται το Χόλιγουντ του πορνογραφικού κινηματογράφου (καταλαβαίνουμε πώς ονοματίστηκε έτσι, φυσικά στ’ αστεία και σε αντιδιαστολή με την παλιότερη και γνωστότερη Κοιλάδα του Πυριτίου).

Πιο αστείο είναι ότι η πραγματική Κοιλάδα της Σιλικόνης βρίσκεται κοντά στο Λος Άντζελες, που ήταν μια από τις επιλογές στο ερώτημα που τέθηκε στο παιχνίδι. Οπότε, αν κάποιος παίχτης απαντούσε «Λος Άντζελες» επειδή είχε υπόψη του και την άλλη κοιλάδα, θα έβρισκε ή όχι το δίκιο του; Ευτυχώς στο παιχνίδι ο παίχτης απάντησε «Σαν Φρανσίσκο» που ήταν η «σωστή» απάντηση, τουλάχιστον για την Κοιλάδα του Πυριτίου.

* Ήταν όμως; Καταρχάς δεν μου αρέσει η διατύπωση «σε ποια πολη βρίσκεται» μια κοιλάδα, γενικά μια περιοχή. Ασφαλώς η Κοιλάδα του Πυριτίου βρίσκεται κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά υπάρχει και η πόλη του San Jose, όπως κι αν προφέρεται, που δεν είναι και μικρή, που βρίσκεται μέσα στην κοιλάδα.

* Αύριο έχουμε και τον δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών. Ελπίζω ο καύσωνας (που όμως θα σπάσει, αφού περιμένουμε καταιγίδα) να μην εμποδίσει τους ψηφοφόρους να προσέλθουν μαζικά στις κάλπες, ιδίως τους νέους, ώστε η Αριστερά να ολοκληρώσει την πολύ καλή της εμφάνιση του πρώτου γύρου. Εδώ όμως μεζεδολογούμε, κι έχω ένα μεζεδάκι από την Αυγή, σε ρεπορτάζ για τον πρώτο γύρο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 124 Σχόλια »

Μιχαήλ Μητσάκης: Θεάματα του Ψυρρή

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2022

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα αθηναιογραφικό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, ενός συγγραφέα που δεν τον έχουμε παρουσιάσει όσο του αξίζει στο ιστολόγιο, αν και πριν από 6 χρόνια είχαμε δημοσιεύσει ένα ακόμα αθηναιογραφικό σκίτσο του, τον Καβγά.

Ο Μητσάκης (1863; – 1916) είναι από τους λογοτέχνες μας που βασανίστηκαν από ψυχική ασθένεια και μάλιστα τελείωσε τις μέρες του στο Δρομοκαΐτειο, όπως νωρίτερα ο Βιζυηνός και αργότερα ο Φιλύρας. Έγραφε σε αρκετά βαριά καθαρεύουσα, αλλά στους διαλόγους αποτυπώνει το μάγκικο ιδίωμα της εποχής. (Σαν ενδιαφέρον γλωσσικό πείραμα, ο Μητσάκης έχει γράψει το ίδιο μικρό διήγημα σε δύο γλωσσικές ποικιλίες, καθαρεύουσα και δημοτική).

Εδώ και λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Γιάννης Π. έχει φτιάξει στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο ένα αφιέρωμα στον Μιχ. Μητσάκη, στο οποίο συγκεντρώνει (νομίζω) σχεδόν το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου μαζί με άλλο υλικό. Αναδημοσιεύω λοιπόν σήμερα ένα διήγημα από το αφιέρωμα αυτό του Λ.Ιστ. και με την ευκαιρία σας προτρέπω να το βάλετε στους σελιδοδείκτες σας. Πριν ανοίξω το ιστολόγιο, στον παλιό μου ιστότοπο είχα τα Κείμενα Μαζί, όπου ο Γιάννης Π. ήταν ένας από τους κορυφαίους συντελεστές -τον τελευταίο καιρό σχεδόν ο μόνος. Αργότερα είχε την πολύ καλή ιδέα να φτιάξει το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, στο οποίο μετέφερε όλη την ύλη από τον παλιό μου ιστότοπο και άρχισε να προσθέτει κι άλλα.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» έτος Γ’ αριθ. 10 (10 Σεπτεμβρίου 1890). Η εδώ ψηφιοποίηση έγινε από το βιβλίο «ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ, τακτοποιημένα και φροντισμένα από τον Δημ. Ταγκόπουλον, Τόμος πρώτος, ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ», έκδοσις της εταιρείας ΤΥΠΟΣ, 1920. Έγινε μεταφορά στο μονοτονικό. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου εκτός από την ορθογραφία του ρ. είναι και του πληθυντικού των άρθρων.

Θεάματα του Ψυρρή

Εκ του στενού, ως τουρκικής πόλεως, δρομίσκου του Ψυρρή, συρφετός διέρχεται, ποικίλος, άνθρωποι και κτήνη, παιδία και γυναίκες, νοικοκυραίοι και εργάται, λαϊκόν πλήθος, πηγαίνον ή ερχόμενον, διαφοροτρόπως ενδυμένον, ως εν απόκρεω προχείρω, πληρούν βόμβου την μικράν οδόν. Κορασίδες, φέρουσαι τας στάμνας των εις χείρας, διευθύνονται συχνά, προς την πλησίον βρύσιν της πλατείας, δια να τας γεμίσουν, μαθηταί επιστρέφοντες εκ του σχολείου, οψοκομισταί, λούστροι, πλύστραι, μοδιστρούλες, εμποροϋπάλληλοι, δικηγόροι ενίοτε με δικογραφίας υπομάλλης, εξερχόμενοι του κοντινού κακουργιοδικείου, ρασσοφόροι κάποτε, βρακάδες πού και πού, στρατιωτών πηλίκια και αρβύλαι, κανέν μαύρο τσεμπέρι γραίας, ιθαγενών αθηναίων φουσκωμένα προς τα οπίσω πανταλόνια, φθάνοντα μέχρι του γόνατος και μόνον, πολύχρωμοι κνημίδες υποκάτω, εμφανίζονται, κινούνται, σπεύδουν, βραδυπορούν, διασχίζουν τον δρομίσκον, βυθίζονται εις τας λοιπάς της συνοικίας ατραπούς, λαβυρινθώδεις, στενάς επίσης αλλά ζωτικωτάτας αρτηρίας, υπηρετούσας την ερμαϊκήν ταινίαν, την Βλασσαρούν, τον Άγιον Φίλιππον, το Γεράνι, την πλατείαν της Ελευθερίας, την λεωφόρον Πειραιώς, τα μέρη του σιδηροδρόμου. Άμαξαι ή κάρρα παταγούν περιοδικώς, κυλίονται με προσοχήν, μόλις χωρούντα να περάσουν, καταλαμβάνοντα όλον το πλάτος του σοκακιού, με τους τροχούς των συμπιεζομένους από τα εκατέρωθεν λιθόστρωτα. Ομάδες καρπαθίων, λατόμων ως επιτοπολύ, εκ των ασχολουμένων εις τα πέριξ της πόλεως νταμάρια, επανακάμπτοντες εκείθεν, δια να αναπαυθούν και διασκεδάσουν, αύριον Κυριακήν, επιδεικνύουν λυγιζόμενα τα υψηλά των αναστήματα και την ιδιόρρυθμον αμφίεσίν των. Πλανόδιοι οπωροπώλαι οδηγούν αργά αργά τα βασταγούδια των, φορτωμένα με σταφύλια ιδίως και τις εξ αυτών, εκαβαλίκευσε το ιδικόν του εις τα νώτα, όπισθεν των κοφινίων, κι εποχείτο με τα μικρά του σκέλη ψαύοντα την γην. Εντός των γύρω μαγαζείων, ισογείων ή υπογείων πάντοτε, εργάζονται οι ένοικοι μικροπαντοπώλαι, μικροψιλικοπώλαι, μικροκαπνοπώλαι, εις χρυσοχόος εκθέτων αναμίξ επί των θαμβών υέλων του δακτυλίδια προϊστορικά, αλύσσεις παναρχαίας, ασημένια κουταλάκια του γλυκού και εικόνας αγίων, ταβερνιάρηδες ή κρεοπώλαι ή μανάβηδες. Ο γείτων μάγειρος, ο Τάσσος, έχει ανοικτόν το μαγειρείον του, και κάθητ’ έμπροσθεν αυτού, κοντός, χονδρός, με την μακράν ποδιάν του, τους νευρώδεις βραχίονας, οίτινες μόνου του υποκαμίσου την περίπτυξιν ανέχονται. Του καφφενείου του κυρ Πολύχρονη οι θαμώνες, στριμόνοντ’ επί του πεζοδρομίου, μόλις κρασπεδούντος την οδόν, το πολύ δύο σπιθαμών εκτάσεως, επιτελούντες θαύματα ισορροπίας, με τον κορμόν των και τους δύο πόδας της καρέγλας επ’ αυτού, τους δ’ ιδικούς των και τους δύο άλλους της, εντός του οχετού του παραρρέοντος οι πλείστοι. Μία φεσού, διήλθε προ μικρού, στολισμένη, εύσωμος, σείουσα το παππάζι της, κυμαίνουσα τα πυγαία, μεγαλοπρεπώς. Από του ενός μέρους εις το άλλο διαμείβονται συνομιλίαι, διάλογοι, συνάπτονται, αστεία πολλάκις, απευθύνονται, ανταλλάσσονται φωναί και επικλήσεις, θορυβώδεις, εύθυμοι, κραυγαστικαί συνήθως, εν οικειότητι ως οικογενειακή. Εις υψηλός λοιδωρικιώτης, επέρασεν αρτίως, φέρων περί τον αυχένα τυλιγμένον ζωντανόν αρνίον, όπερ εκράτει εκατέρωθεν διά των χειρών, άγων φαίνετ’ αυτό κάπου προς πώλησιν ο άνθρωπος. Και υπήρξε γέλως σιγηλός επί στιγμήν, και βλέμματα ειρωνικά τριγύρω, διά τον τρόπον ον εκράτει το σφακτόν, με το κεφάλι του προβάλλον παραλλήλως προς το ιδικόν του, εκ πλαγίου. Δύο κουτσαβάκηδες διήλασαν συγχρόνως, περιπλέγδην, ως μισομεθυσμένοι, την ρεπούμπλικαν στραβά, κάτω τους γύρους, τρικλίζοντες προσποιητά και επιδεικτικώς, τραγουδούντες διά λάρυγγος βραγχώδους οιδαλέου άσμα, αρτίτοκον γέννημα των ρυακίων του Ψυρρή:

Βάρα με το στυλέτο
Κι όσο αίμα τρέξη πιέτο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »