Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘1917’

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Το Πάσχα του 1967 (φουτουριστικόν διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2018

Παράξενος ακούγεται ο τίτλος του σημερινού άρθρου: το Πάσχα του 1967 συνέβη πριν από πολλά χρόνια, 51 για την ακρίβεια -άλλοι από εμάς ήμασταν παιδιά τότε, άλλοι αγέννητοι, άλλοι έφηβοι ή νέοι. Πώς μπορούμε να λέμε για φουτουριστικό διήγημα; Το κλειδί ίσως το δίνει η ίδια η λέξη, φουτουριστικόΝ: αυτό το τελικό Ν, αφού δεν είναι σε τίτλο μεζεδοπωλείου, μας υποβάλλει την ιδέα ότι το κείμενο που θα δουμε γράφτηκε πριν από ακόμα περισσότερα χρόνια, σε μια εποχή που το 1967 ήταν μακρινό μέλλον.

Και έτσι είναι -θα δούμε ένα χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος στις 3 Απριλίου 1917. Ο συγγραφέας του, ο γνωστος δημοσιογράφος Τίμος Σταθόπουλος, φαντάζεται πώς θα είναι το Πάσχα σε πενήντα χρόνια από τότε, το 1967.

Δεν πρόκειται για εμπεριστατωμένη μελλοντολογική μελέτη, μάλλον για ένα χρονογράφημα γραμμένο για να περάσει η ώρα και να κλεισει η στήλη. Το πρόσεξα καθώς φυλλομετρούσα παλιές εφημερίδες για να βρω κάτι άλλο, επειδή πάντοτε μου τραβάνε την προσοχή οι προσπάθειες να προβλεφθεί το μέλλον, είτε σοβαρές είτε επιπόλαιες. Καλύτερα θα ηταν να το εχω βρει πέρυσι, που είχαμε στρογγυλή απόσταση 100 χρόνων από το 1917 και 50 χρόνων από το 1967, αλλά το βρήκα τώρα και δεν θέλω να το κρατήσω έως το Πάσχα του 2067 διοτι έχω προγραμματίσει κάτι άλλο για τότε.

Δυο λόγια για τον συγγραφέα. Ο Τίμος Σταθόπουλος γεννηθηκε στην Καλαμάτα το 1874 και κατά περιόδους διετέλεσε αρχισυντάκτης στην Πατρίδα και στην Ακρόπολι. Κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος, κατά περιόδους, στο Νέον Άστυ και στο Έθνος. Συνήθως υπέγραφε ΤΙΜ.ΣΤΑΘ., όπως και σε αυτό το χρονογράφημα. Πέθανε το 1923.

Το κείμενο γράφεται Απριλιο του 1917, ενώ μαίνεται ο μεγαλος ευρωπαϊκός πόλεμος που αργότερα ονομάστηκε «1ος Παγκόσμιος» και που εδω ο Σταθόπουλος τον προβλέπει τριακονταετή. Η Ελλάδα είναι κομμένη στα δύο, το κράτος των Αθηνών με τον βασιλιά και της Θεσσαλονίκης με τον Βενιζέλο. Σε λίγους μήνες, οι γαλλικές λόγχες θα διώξουν τον Κωνσταντίνο και θα φέρουν την επανένωση.

Το πραγματικο Πάσχα του 1967, φυσικά, ήταν πένθιμο για τη χωρα μας, αφού έπεσε στις 30 Απριλίου, εννιά μέρες από την απριλιανή δικτατορία -Πάσχα χωρίς Ανάσταση.

Μονοτονίζω αλλά, κατ’ εξαίρεση ίσως, διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ TOY 1967

(Φουτουριστικόν διήγημα)

Το μεσημέρι της 2ας Απριλίου του έτους 1967, ημέρας του Πάσχα, η πατριαρχική οι­κογένεια του γέρο-Δημήτρη εκάθισε στο τραπέζι, σκεπασμένο από Πασχαλινά τρόφιμα της εποχής. Το τραπέζι ήτο σκεπασμένο με πιατέλες γεμάτες πορτοκάλια, ελιές, μαρούλια, ξεφλουδισμένα κουκιά, σύκα ξερά, καρύδια, μύγδαλα, φουντούκια, σταφίδες και άλλα διάφορα εκλεκτά προϊόντα της γης. Ο παππούς έκαμε το σταυρό του και είπε :

—     Εμπρός, παιδιά. Χριστός Ανέστη…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μελλοντολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »