Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘1918’

Οι Δώδεκα του Αλέξανδρου Μπλοκ σε δυο μεταφράσεις κι ένα απόσπασμα

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από δυο μήνες έκλεισαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το σημερινό μας άρθρο έρχεται να τιμήσει μιαν άλλη επέτειο, φιλολογική, που είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης: τα 100 χρόνια από το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλέξανδρου Μπλοκ, που θεωρειται το εμβληματικό ποίημα της Οχτωβριανής Επανάστασης και που δημοσιεύτηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1918.

Κορυφαία μορφή του ρωσικού συμβολισμού, ο Αλέξανδρος Μπλοκ γεννήθηκε το 1880 στην Πετρούπολη, σε οικογένεια διανοούμενων, ανατράφηκε αριστοκρατικά, παντρεύτηκε την κόρη του διάσημου χημικού Μεντελέγιεφ και είχε δραστήρια συμμετοχή στο ποιητικό κίνημα του συμβολισμού και στην πνευματική ζωή της προεπαναστατικής Ρωσίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους φίλους του αλλά και με το κοινό του, αγκάλιασε την Οκτωβριανή επανάσταση, που την έβλεπε σαν κάτι το μεσσιανικό. Γρήγορα απογοητεύτηκε από τα πάντα, σταμάτησε να γράφει και πέθανε το 1921 από απροσδιόριστη αρρώστια. (Βρίσκω πως ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιωτης, συμβολιστής κι αυτος, έχει πολλά κοινά στη ζωή του).

Ο Μπλοκ θεωρούσε πως οι Δώδεκα ήταν το αριστούργημά του. Παρουσιάζει 12 μπολσεβίκους στρατιώτες που διασχίζουν στους δρόμους της επαναστατημένης Πετρούπολης μέσα στη χιονοθύελλα, κάπως σαν τους Δώδεκα Αποστόλους. Χρησιμοποιεί γλώσσα σε διάφορα επίπεδα ύφους, δανείζεται εκφράσεις από την αργκό των προλεταριακών στρωμάτων ή μοτίβα από λαϊκά τραγούδια, δίνει τρομερή σημασία στις παρηχήσεις και στον ρυθμο και γι’ αυτό η μετάφρασή του είναι πρόκληση.

Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές έχει μεταφράσει και παρουσιάσει στο ιστολόγιο κείμενα ρωσικής λογοτεχνίας (παράδειγμα) μού έστειλε το ποίημα του Μπλοκ σε δική της μετάφραση, με αντικριστό το ρωσικό πρωτότυπο, αλλά και στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω τα τρία κείμενα (πρωτότυπο και δύο μεταφράσματα) σε τρίστηλο, όπως μού τα έστειλε η Ρανέλε, για να είναι πιο ευχερής η αντιπαραβολή, αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω καλά τον πίνακα ώστε να διατηρείται η στοίχιση στην οθόνη. Έτσι, έσπασα τον τρίστηλο πίνακα σε δύο δίστηλους πίνακες, πρώτα η μετάφραση της Ρανέλε και δίπλα το πρωτότυπο και μετά το πρωτότυπο με τη μετάφραση του Μπλάνα. H Ρανέλε μου έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου, το τέλος του ποιήματος. Αυτό το παραθέτω μόνο του, στο τέλος.

Επειδή από html και πίνακες είμαι ανίδεος, η παρουσίαση δεν βγήκε όπως το ήθελα, και δυσκολεύει το διάβασμα του ποιήματος. Ζητώ συγγνώμη.

 

Οι Δώδεκα, Αλεξάντρ Μπλοκ, μτφρ. Ranele

 

1

Μαύρο, μαύρο βράδυ.
Άσπρο χιόνι σαν το χάδι.
Ο αέρας το ρημάδι
ρίχνει καταγής, ξυρίζει σαν ξυράφι!
Ο αέρας το ρημάδι
λυσσομανά σ΄ολόκληρη την πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Σκούζει ο βοριάς σαν το σκυλί
Παντού το χιόνι το λευκό
Από κάτω κρύβει το γυαλί
Ολισθηρό, σκληρό
Όποιος περνά, γλιστρά
– βρε, τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Ανάμεσα στα κτήρια αντικρινά
Έχει τεντωθεί ένα σκοινί.
Στο σκοινί κρέμεται ένα πανό ψηλά:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση!»
Μια γριούλα απορεί, μοιρολογεί
Τι σημαίνουν τούτα στο μυαλό της δεν χωρεί,
Για τούτο το ακαταλαβίστικο πανό
Γιατί χαλάστηκε τόσο πανί γερό;
Ένα σωρό φασκιά
θα΄βγαιναν για τα παιδιά.
Αφού υπάρχουν τόσα ξυπόλυτα και γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Η γριούλα αδέξια σαν την κλώσα
Τσαλαβουτά η καημένη μες στις χιονοστιβάδες
-Παναγιά προστάτιδα, βοήθα!
-Οι Μπολσεβίκοι θα μας βάλουν σε μπελάδες!Ο αέρας μαστιγώνει!
Το κρύο δυναμώνει!
Ένας αστός πάνω στο σταυροδρόμι
Τη μύτη του χώνει μες στο πανωφόρι.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος είναι αυτός ο μαλλιάς
Που ρητορεύει χαμηλόφωνα;
–          Προδοσία!
–          Πάει η Ρωσία!
Θα΄ναι κανένας γραφιάς,
ο μπλαμπλάς…Νάτος και ένας ρασοφόρος –
Σούρνεται άκρη άκρη κλεφτά…
Από τι δεν είσαι ελπιδοφόρος,
Σύντροφε παπά;Θυμάσαι τα παλιά
Πίσω εσύ, η κοιλιά μπροστά
με το σταυρό να λαμποκοπά
προχωρούσες ανάμεσα στο λαό αλαζονικά;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να και μια δεσποινίς με το γουναρικό
Παραπονιέται και ρωτάει το διπλανό:
– Κλαίμε σερί, τι θα απογίνουμε χωρίς…
Γλίστρησε και τσουπ  πάρ΄την κάτω
Ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά καταγής
-Άους! -Τράβα, σήκωσέ την, να χαρείς!Ο αέρας όλο ζαβολιά
Φυσάει άγρια και χαρωπά
Σηκώνει τους ποδόγυρους
Θερίζει τους περαστικούς
Σκίζει, τσαλακώνει,
Παίρνει και σηκώνει
Ένα τεράστιο πανό που διακηρύσσει:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση»…
Και κάτι σπαράγματα λόγων στριφογυρίζει:
…Ιδρύσαμε κι εμείς συνδικάτο, αδερφάκι…
…Να μες στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι…
… Συζητήσαμε –
αποφασίσαμε:
δεκάρικο για μια ωρίτσα,
για μια νύχτα, κορίτσα–
χωρίς παζάρι
ένα κοσιπεντάρι …
…Και άντε στο κρεβατάκι
να πιάσουμε το παραδάκι…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Σκοτεινιάζει.
Ο δρόμος αδειάζει.
Ένας αλήτης
Καμπουριάζει.
Ο αέρας περουνιάζει…
Βρε, το φουκαρά!
Έλα πιο κοντά –
Δώσ΄μου δυο φιλιά…
Πρώτα το ψωμί ή τα λεφτά!
Τα θες μπροστά;
Έμπα μέσα, φουκαρά!Μαύρος κατάμαυρος ο ουρανός.
Μαύρη, θλιβερή οργή
Βράζει μες στην ψυχή…
Μαύρη, ιερή οργή…Σύντροφε! Μάτια
Τέσσερα!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2
Ο αγέρας σεριανίζει,
Το χιονάκι πεταρίζει.
Μια ντουζίνα ανθρώπων βαδίζει.
Μαύρες τελαμώνες σταυρωτά
Όλα τα φώτα της πόλης ανοιχτά…Μες στο στόμα τσιγαράκι,
Βαλμένο μόρτικα το καπελάκι.
θα΄ταν του σκοινιού και του παλουκιού παλιά!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Κρυώνω, σύντροφοι, πολύ!
2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Ο Βάνια και η Κάτια καλοπερνούν στο καπηλειό…
– Εκείνη έχει κομπόδεμα γερό!
-Και ο Βάνια δεν είναι πια κάνα μπατιράκι…
-Ήταν δικός μας, μα σε άλλους πήγε φανταράκι!- Για τόλμα,  Βάνκα, μπάσταρδε, αστέ,
να φιλήσεις το δικό μου το αμόρε!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Η Κατίνα με τον Βάνια έχουνε δουλειά –
Τι δουλειά; Τι δουλειά;
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!
— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Παντού τριγύρω αναμμένα φώτα
Πάνω στους ώμους τελαμώνα…
Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!Σύντροφε, μη δειλιάζεις, κράτα γερά
Στην Αγία Ρούσια ας ρίξουμε καμιά τουφεκιά –
Στην πατροπαράδοτη και οπισθοδρομικιά
Στην καλυβένια και ξυλένια
Στην καλοθρεμμένη με τα οπίσθια παχιά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3
Σαν πήγανε παιδιά φαντάροι
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Να χάσουν το θερμό κεφάλι!
Αχ, μωρέ, τι συφορά,
Η ζωή είναι γλυκιά!
Τρύπες, μπαλώματα στη χλαίνη,
Τουφέκι αυστριακό στο χέρι!Για να σκάσουν επιτέλους οι αστοί
Φωτιά στον κόσμο θα βάλουμε χιαστί,
Φωτιά στο αίμα και στα μπατζάκια σας –
Κύριε, ελέησον μας!
3
Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!
4Το χιόνι στροβιλίζεται,
Ο αμαξάς ωρύεται,
Ο Βάνκα με την Κάτια
Στ΄αμάξι  χαριεντίζεται –
Φαναράκι μου λαμπρό,
Φέγγε τον κοσμάκη μην πατώ…
Άκρη, βρε τον παλαβό!Μες στη χλαίνη στρατιωτική
Έχει φάτσα μουρόχαβλη
Στρίψε, στρίψε το μουστάκι,
Μπας και γίνεις πιο αντράκι.
Πες κανένα αστειάκι,
Να γελάσει το γκομενάκι.Κοίτα πως κορδώνεται!
Κοίτα πως καμώνεται!
Αγκαλιάζει τη χαζούλα,
Ξεμυαλίζει την Καιτούλα…Γέρνει πίσω το κεφάλι,
Στα δοντάκια μαργαριτάρι
Αχ Κατίνα, Κατινάκι
Παχουλό γλυκό μουτράκι…
4Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…
5.

Αχ, Κατίνα μου γλυκιά,
στο λαιμό δεν έχει γιάνει
Η ουλή απ΄το σουγιά.
Και στον κόρφο σου ματώνει
Εκείνη κει η γρατσουνιά!

Πω, πω, πω,
χορεύει το μωρό!
Τι κορμί, θα τρελαθώ!

Νταντελένια κιλοτάκια
φόραγε ακόλαστα –
Με τα αξιωματάκια
Γλένταγε  αχόρταγα –
Κατίνα μου γλυκιά,
πάν΄όλ΄αυτά!

Πω, πω, πω,
κάνει νάζι το μωρό!
Πάει η καρδιά μου, θα χαθώ!

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμήσου, Κατινάκι,  το γαλονά –
Που για σένα έφαγε τη μαχαιριά…
Μπας και τα ξέχασες, μωρή χαζοβιόλα;
Μπας και τά΄χασες τα μυαλά σου όλα;Πω, πω, πω,
κάνε μου το ψυχικό!
Να πλαγιάσω με μωρό!Κάλτσες μάλλινες φορούσε,
Σοκολάτες μασουλούσε,
Με ευέλπιδες γλεντούσε –
Τώρα ξέπεσε πιο χαμηλά
Με φαντάρους το γλεντά;Πω, πω, πω,
Είσαι κόλαση, κουκλί!
Βούτα μες στην αμαρτία
ν΄αλαφρώσει η ψυχή!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
… Και πάλι καλπάζει ο αμαξάς.
Τρέχει, ωρύεται ο φωνακλάς…
Σταμάτα, σου λένε,  κερατά!
Πετράκη, πίσω, Αντρέα μπροστά!…Μπαμ , πέφτει ο πυροβολισμός!
Σύννεφο χιονιού ο κουρνιαχτός! …
Σβέλτα! Ο Βάνια γίνεται μπουχός…
Ρίξ΄του ξανά! Σημάδεψέ τον ακριβώς!…
Μπαμ , να σου γίνει μάθημα το πάθημα,
………………………………………………………………
Μη σαλιαρίζεις με του αλλουνού το αίσθημα!…
Φτου! Την έκανε το ρεμάλι του κερατά,
Σε κανονίζω αύριο, βρε μασκαρά!Πού΄ναι η Κατίνα; – Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στην κεφαλή!
Δε μιλάς, Κατίνα; – Μουγκό  το στόμα…
Καλά να πάθεις, παλιοβρόμα!Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Οι δώδεκα πάλι πιάνουν βήμα σταθερό,
Πίσω από τους ώμους ένα τουφέκι φονικό.
Μοναχά ο δόλιος ο φονιάς
Έχασε το κέφι του μεμιάς…Τρέχει να ξεφύγει από το κακό
Το βήμα βιάζει, χαλάει το ρυθμό
Έδεσε το μαντίλι γύρω από το λαιμό –
Πού να συνέλθει από τον καημό;…-Τι συμβαίνει, φιλαράκο;
-Σύντροφε, τι δε μιλιέσαι;
-Πού΄ν’το κέφι σου, Πετράκο;
Την Κατίνα συλλογιέσαι;
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, συντρόφοι μου καλοί,
Την κοπελιά αυτήν
πολύ την λαχταρούσα
Νύχτα μαύρη μεθυστική
Αγκαλιά με αυτήν
Συχνά πυκνά γλυκοπερνούσα…-Με μεθούσε η τσαχπινιά
Μες στα μάτια της τα φλογερά
Και η κόκκινη ελιά,
Πάνω στον ώμο της δεξιά,
Πάει, την σκότωσα, ο καταραμένος,
Απ΄τη ζήλια τυφλωμένος!-Κοίτα τον, τι λέει ο βλάκας,
Μπας και είσαι ντιπ μαλάκας;
-Είναι ώρα για κουβέντα;
Τι την μπλέκεις την ψυχή;
-Ίσιαξε το κορμί σου σβέλτα
-Κράτα ψηλά την κεφαλή!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν είναι ώρα για νταλκάδες,
Ούτε για το ντάντεμα, μωρέ,
Μη μας βάζεις σε μπελάδες
Σύντροφέ μας, ακριβέ!Ο Πετρής επιβραδύνει
Τα γοργά του βήματα…
Τους νταλκάδες τους αφήνει
Ξαναβρίσκει της  χαράς πατήματα …Βρε! Κάπου να ξεσπάσουμε
την πλάκα μας να σπάσουμε!Βρε, κόσμε, αμπαρώστε τα νοικοκυριά,
Απόψε θα πλιατσικολογήσουμε γερά!
Ξεκλειδώστε τα κελάρια με τα κρασιά-
Απόψε θα  τα σπάσει όλα η φτωχολογιά!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8
Αχ, αμάν! Φαρμάκι η ζωή
Αχ, αμάν! Βαρεμάρα βαρετή
Βαρεμάρα που ανοίγει πληγή!Για να ξεχαστώ
Θα γλεντήσω τον καιρό…Για να ξεχαστώ
Το κεφάλι θα χτυπώ…Για να ξεχαστώ
πασατέμπο θα μασουλώ…Για να ξεχαστώ
Το σουγιά μου θα μεταχειριστώ! …Βρε αστέ, με του σπουργίτη την καρδιά!
Άι φεύγα! Μην τραβήξω καμιά μαχαιριά
Για να ξεχάσω την αγάπη μου παλιά,
Με τα φρύδια μαύρα και καμαρωτά…

Γαλήνευσον, Κύριε, την ψυχήν του δούλου σου…

Ρύσαι με εκ της πλήξεως τρομερής !

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης δεν ηχεί,
Πάνω απ΄τον πύργο του Νέβα απλώνεται σιγή
Δεν υπάρχει πια η αστυφυλακή
Σπάστε τα, παιδιά, χωρίς κρασί!
Στο σταυροδρόμι στέκεται ένας αστός
Μες στο παλτό του ζαρώνοντας τα μέλη
Και δίπλα του τρίβεται ένας βρομερός
Κοπρίτης με την ουρά στα σκέλη.

Στέκεται λοιπόν ο αστός σαν τον κοπρίτη νηστικός,
Σάμπως ερωτηματικό βουβός ζαρώνοντας τα μέλη
Και σαν κοπρίτης ο κόσμος ο παλιός
Κρύβεται πίσω του με την ουρά στα σκέλη.

9
Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.
10
Δυναμώνει ο χιονιάς
Δυσκολεύουν τα πατήματα!
Από το χιόνι δε θωράς
Μες στα δυο βήματα!Απάνω το χιόνι σηκώνεται,
Ο χιονοστρόβιλος ορθώνεται…-Πω τι θύελλα ΄ναι αυτή, σώσον μας, Χριστέ!
-Βρε,  Πετρή! Τα΄χεις χάσει!
Τάχα πότε σε έχει σώσει, βρε αδερφέ,
Το χρυσό εικονοστάσι;Πόσο ανερμάτιστος πες να΄σαι,
Σκέψου κομματάκι  λογικά-
Ή τα χέρια σου δε στάζουν αίμα
Για της Κατίνας την αγκαλιά;-Κράτα βήμα επαναστατικό!
Κυνήγα τον άγρυπνο εχθρό!
Εμπρός, εμπρός, ωρέ
Εργαζόμενε λαέ!
10Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!
11
…Προχωρούν χωρίς όσια και ιερά
Και οι δώδεκα μπροστά.
Έτοιμοι για όλα τα στραβά,
Δίχως λύπηση καμιά…Τα σιδερένια τους τουφέκια
Σημαδεύουν τον αόρατο εχθρό …
Μες στα σκοτεινά σοκάκια,
Όπου η χιονοθύελλα λυσσομανά
Μες στις στοιβάδες από χιόνια –
Όπου το πόδι πατά στα μαλακά…
Ως σταθερός προσανατολισμός
Η κόκκινη παντιέρα τους καλεί
Ο ρυθμικός τους βηματισμός
Γύρω γύρω αντηχεί
Ο άσπονδος εχθρός
Όπου να΄ναι θα φανεί…Η θύελλα τους τυφλώνει
Τους ρίχνει μες στα μάτια χιόνι
μέρα νύχτα τους παγώνει …Εμπρός, εμπρός ωρέ
Ω εργαζόμενε λαέ!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά…
– Άλτ! Ποιος σαλεύει εκεί πέρα;
Κανείς. Είν΄ το παιχνίδι του αέρα
που φλερτάρει χαρωπά
με την κόκκινη παντιέρα…

Μπροστά ορθώνεται  βουνό το χιόνι,
– Φανερώσου όποιος κρύβεται εκεί!…
Ενώ ξοπίσω τους χωλαίνει
Μονάχα ένα ψωριάρικο θεονήστικο σκυλί…

-Ξεκουμπίσου, χολεριασμένο,
Αλλιώς δε γλιτώνεις από ξιφολόγχη αιχμηρή!
Ρε παλιέ κόσμε, σαν το σκυλί αρρωστημένο
Χάσου, αλλιώς σε περιμένει η στιβαρή πυγμή!

Ο σκύλος ξεπαγιασμένος χωρίς αφεντικά –
Γρυλλίζει σαν τον πεινασμένο λύκο απειλητικά –
Με την ουρά στα σκέλη τους ακολουθεί από κοντά…
-Βρε μίλα, ποιος είσαι; Αναφέρσου κανονικά!

12
… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?
– Ποιος ανεμίζει άραγε την κόκκινη παντιέρα;
– Πού να τον δεις  με τούτο το σκοτάδι,
– Νάτος! Κινείται σαν τον ίσκιο εκεί πέρα,
Κρύβεται πίσω απ΄τα σπίτια, το ρημάδι;-Θα σε πιάσω πού θα μου πας,
Κάλλιο παραδώσου ζωντανός
-Ρε άνθρωπε, μη μου το χαλάς,
Βγες, αλλιώς θα πέσει ο πυροβολισμός!Μπαμ αναμπάμ ! – μονάχα η ηχώ
Αντιλαλεί στο δρόμο σκοτεινό
Και η θύελλα σφυρά μελωδικά
Γελώντας μαζί τους μοχθηράΜπαμ- μπαμ – αναμπάμ!
Μπαμ- μπαμ – αναμπάμ…
… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά –
Από πίσω το θεονήστικο σκυλί τους ακολουθά,
Μπροστά με την ματοβαμμένη παντιέρα ψηλά
Αόρατος  μες στο χιονιά
Άτρωτος στην τουφεκιά
Μες στη θύελλα με την ανάλαφρη πατημασιά
Πάνω  στου χιονιού την μαργαριταρένια απλωσιά
Στεφανωμένος με τα ρόδα τα λευκά
Ο Ιησούς Χριστός φαντάζει αμυδρά.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

Και τώρα πάλι σε δίστηλο, η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα (εκδ. Γκοβόστης) μαζί με το ρωσικό πρωτότυπο:

 

Δώδεκα, Αλέξανδρος Μπλοκ, μτφρ. Γ. Μπλάνας

1

Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2

Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!

Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!

Μπαμ, μπαμ, μπαμ!

Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!

2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3

Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!

Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!

3

Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!

Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!

4

Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…

4

Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…

Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…

Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…

5

Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!

Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.

Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8

Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…

Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…

Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…

Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!

Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…

Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!

Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.

Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά

9

Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.

Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.

10

Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…

Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-

Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!

Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!

10

Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…

— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?

— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!

11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…

Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…

Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!

…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;

12

… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…

— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!

… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

 

Η μετάφραση της Ranele μού φαίνεται πιο πιστή, αλλά βρίσκω πως ο Μπλάνας έχει συνολικά πιο πετυχημένες ποιητικές επιλογές -αν και σε ορισμένα σημεία μού αρέσουν περισσότερο οι λύσεις που βρήκε η Ranele.

Η οποία μού έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου -το τέλος του ποιήματος. Νομίζω πως το φινάλε του Ρίτσου, με το «Ιησούς Χριστός» απαραιτητα στην ονομαστική, όπως και στα ρώσικα, είναι το πιο πετυχημένο από τα τρία.

Οι Δώδεκα [απόσπασμα]

[απόδοση: Γιάννης Ρίτσος]

 

Πρώτος, δεύτερος, τρίτος,
τέταρτος, πέμπτος, έκτος,
έβδομος, όγδοος, ένατος,
δέκατος, ενδέκατος…
Δώδεκα.

Με βήμα σίγουρο, βαδίζουν πέρα… Πέρα…

-Τις ει; Τις ει; Έβγα όξω!
Τσιμουδιά!…

Ο άνεμος μόνο με την κόκκινη παντιέρα, παίζει μπροστά…
Μπροστά το χιόνι, στοίβες χιόνι, παγωμένο.

-Τις ει;

Ποιος είναι μες στο χιόνι; Έβγα από κει.

Τίποτα, μόνο ένα σκυλί ξεπηδισμένο
τραβάει κουτσαίνοντας, ψωριάρικο σκυλί…
-Όξω σου λέω, για ξεκουμπίσου κασιδιάρη
μ’ αυτή τη λόγχη το λαιμό σου γαργαλώ!
Κόσμε παλιέ, σκύλε μαγκούφη και ψωριάρη
χάσου από μπρος μου, αλλιώς στο χώμα σε πατώ.
Δείχνει τα δόντια, όμοιος με πεινασμένο λύκο
πεσμένη η ουρά του, μα ούτε ρούπι παρακεί.
-Σκύλε ορφανέ, σκύλε λιμάρη,
Ε, άιντε σήκω,
Έι, αποκρίσου το λοιπόν…

Τις ει; Τις ει;

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη παντιέρα;
…Για κοίτα ντε… τι σκοτεινιά, τι σκοτεινιά…
-Ποιος με το βήμα έτσι γοργό φτάνει από πέρα
τοίχο τον τοίχο στων σπιτιώνε τη σκιά;

Δε μου γλιτώνεις
σού μυρίζεται κουμπούρα
τη ζωή σου αν θες, κάλλιο τα χέρια σου ψηλά
Έι! ΄Ει! συντρόφι, σού το λέω, θάν τα βρεις σκούρα
έβγα σού λέω
αλλιώς θα ρίξω στα στραβά,

Τραχ ταχ ταχ …
Κι αντηχεί, Θέ μου, μόνο η ηχώ, σπίτι το σπίτι…
μόνο ο σαρκασμός του ανέμου
σβήνει στου χιονιού την κοίτη…
Τραχ, ταχ, ταχ…
Τράχ, ταχ, ταχ…
Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Advertisements

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 68 Σχόλια »