Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Corto’

Η ρεβάνς (διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα)

Posted by sarant στο 18 Απριλίου, 2021

Διήγημα του Σκαριμπα δεν έχουμε βάλει ποτέ στο ιστολόγιο. Την παράλειψη αυτή τη θεραπεύουμε σήμερα χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μας του Κόρτο, που μας δίνει μάλιστα ένα διήγημα δυσεύρετο, τουλάχιστο σε αυτή τη μορφή που το δημοσιεύουμε. Αφορμή ήταν η αναφορά, στο ιστολόγιο, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Γίνομαι άντρας» του Παναγιώτη Τούντα.

Ο Κόρτο έδωσε ολοκληρωμένη δουλειά, με πρόλογο δικό του, οπότε του δίνω αμέσως τον λόγο.

Το ακόλουθο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα με τίτλο «η Ρεβάνς» εντοπίστηκε στον τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1955», ο οποίος ανήκε σε μία σειρά ετησίων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών εκδόσεων υπό την διεύθυνση του Αρ. Ν. Μαυρίδη με έδρα την Αθήνα (Θεμιστοκλέους 11). Ο εν λόγω τόμος είναι ο 12ος της σειράς.

Κατόπιν διερευνήσεως διαπιστώθηκε ότι το εκεί δημοσιευμένο διήγημα του Σκαρίμπα αποτελεί την πρωταρχική μορφή μίας μεταγενέστερης εκδοχής του, με τίτλο «Πατς και Απαγάι», η οποία περιλαμβάνεται σήμερα στην έκδοση «Ο κύριος του Τζακ/ Πατς κι απαγάι», από τις εκδόσεις Νεφέλη (1996, Αθήνα) με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα και σε επιμέλεια της κ. Κατερίνας Κωστίου.

Από το πλούσιο και κατατοπιστικό σημείωμα της επιμελήτριας στην έκδοση της Νεφέλης μαθαίνουμε ότι η τελική μορφή του διηγήματος (ως «Πατς και απαγάι») δημοσιεύθηκε το 1957. Πρόκειται για μία εκδοχή πιο κατεργασμένη, με πιο συνεκτική δομή, χωρίς περιττές παρεκβάσεις και χωρίς λεπτομέρειες οι οποίες στην αρχική μορφή του διηγήματος ενδεχομένως προκαλούν απορίες. Από την κα Κωστίου μαθαίνουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Σκαρίμπας είχε αντιρρήσεις σε σχέση με την επανέκδοση αρχικών μορφών των έργων του, όταν είχε ήδη προβεί σε δημοσίευση μίας τελικής, πιο κατασταλαγμένης εκδοχής. Μάλιστα όταν το 1976 οι εκδόσεις «Κάκτος» εξέδωσαν το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» σε μία ξεπερασμένη κατά τον συγγραφέα εκδοχή του 1960 (και εφόσον είχαν μεσολαβήσει στο μεταξύ δύο νέες επεξεργασμένες εκδόσεις, το 1961 και το 1973), ο συγγραφέας οργίστηκε με τον εκδότη και απαίτησε επανόρθωση του λάθους. Ας σημειωθεί ότι το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το πρώτο μέρος του «Πατς και Απαγάι» (ή τέλος πάντων της «Ρεβάνς»). Τα δύο κείμενα γίνονται πιο κατανοητά, τόσο ως προς την πλοκή, όσο και ως προς την λογοτεχνική τους συνάφεια, όταν διαβαστούν με την σειρά –ωστόσο η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή της «Ρεβάνς» μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομο ανάγνωσμα.

Ωστόσο χωρίς να παραβλεφθούν τα παραπάνω, με επιφύλαξη έστω, θεωρήθηκε σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η αρχική μορφή του διηγήματος, («η Ρεβάνς») παρά τις πιθανές ατέλειές του σε σχέση με την μεταγενέστερη εκδοχή («Πατς και Απαγάι»), διότι αποτελεί ένα σπουδαίο φιλολογικό τεκμήριο: Η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή είναι πολύ εκτενέστερη από την μεταγενέστερη και συνεπώς το διήγημα, έστω και ακατέργαστο, πέραν της λογοτεχνικής του αξίας, μάς παραδίδει έναν σημαντικό πλούτο λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την μάγκικη αργκό και τις εικόνες ενός Πειραιά, στα τελειώματα μιας εποχής κατά την οποία επιζούσαν ακόμη τα στερεότυπα μοτίβα του μεσοπολεμικού υποκόσμου. Αποτελεί δηλαδή ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιδράσεως της λαϊκής ή λαϊκότροπης καλλιτεχνικής παραγωγής (ρεμπέτικο τραγούδι, επιθεώρηση, μάγκικα χρονογραφήματα κλπ) στην λόγια μεταπολεμική λογοτεχνία. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και το γεγονός ότι στο διήγημα αναφέρονται δύο γνωστά λαϊκά/ ρεμπέτικα τραγούδια της επώνυμης δημιουργίας.

Οι υποσημειώσεις με αστερίσκο ανήκουν στον ίδιον τον Σκαρίμπα. Οι υποσημειώσεις με αριθμούς είναι δικές μου. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Το σκίτσο που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Μιχάλη Νικολινάκου και απεικονίζει τον Σκαρίμπα. Ο Μιχάλης Νικολινάκος (1923-1994) υπήρξε διάσημος ηθοποιός του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου, μαθητής του Δημήτρη Ροντήρη. Συγχρόνως υπήρξε ικανότατος ζωγράφος και σκιτσογράφος, συνεργάτης διαφόρων εντύπων. Ξεχωρίζουν οι καρικατούρες του και τα πορτραίτα του, ιδίως προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου και της πολιτικής.

 

Η ΡΕΒΑΝΣ

Εκείνο τ’ απόγιεμα ήσαν όλα γλυκά κι’ όλ’ ανάκατα. Πού ήταν – τούτη- κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να της ξαναπαρουσιαστώ πάλι έτσ’ όμορφος –έτσι καγκελοφρύδης, σπαθάτος –σα νάχα κρυφά ξεκαρφιτσωθεί (και δραπέτεψα) από κάνα κουτί ζαχαράτων. Η μέση μου –δαχτυλένια- με χώριζε σαν καμμιά σφήκα στα δύο μου, και τα μαλλιά μου (τσουλούφι –φλου- με αφέλειες) μ’ έδειχναν σαν κοριτσίστικο αγόρι… Αμάν, αδερφάκι· το πρόσωπό μου είχε το σχήμα καρδιάς.

Ξεμπαρκάροντας, άναψα κι’ ένα –μεγκλάν- τσιγαράκι.

Στη στροφή του δρόμου –εκεί- κοντοστάθηκα, κι’ έρριξα τη ματιά μου του μάκρου. Η θάλασσα εβόα. Οι γλάροι πάνωθε βούταγαν κάθετα, ίδιες βολίδες, στα κύματα, και στο Νοτιά τα πρώτα σύννεφα ανέβαιναν πάνω απ’ τα όρη σαν χνώτα. Σκέφτηκα τον καπτα-Γκίκα, στο κόττερο: «Νοτιοανατολικά, χαμηλόν φράγμα νεφών. (Θα κατέγραφε στο «Ημερολόγιό» του σκυμμένος). Δύσις, απειλητική…»

Και ξανάειδα, το καράβι μου -αρόδο. Γύρωθέ του, ο Σαρωνικός αφρολόγαε, στις χλαλοές του λεβάντε, ενώ αυτό –φουνταριστό- σκαμπανεύενε τραβερσομένο σταβέντο.

Τράβηξα μια βαθειά ρουφηξιά και τόξεψα τον καπνό –όξω- ίσια. Απέξαπόστειλα σφυριχτό –μπρος- το σάλιο μου. Σύγχρονα και τα βιολιά του φτινοπώρου, άρχισαν το σιγανό κούρντισμά τους. Το όλον μου, εμίλειε…

Ωστόσο, δεν παραστεκόμαν καλά. Είχ’ από ψες που σαν νάχα –λες- «τσιμπηθεί» που –Θέ μου και σχώρνα με- ένοιωθα κάποια λαχτάρα έσωθέ μου. Νάταν λες μόνο η ιδέα μου; Ή μην το «ύφον» μου έμπαινε ως είδος μόλυνση εντός μου; Θού Κύριε φυλακήν και λοιπά… Το φαΐ που με τάισε, ανάδινε μια ταγκίλα απ΄ το λάδι της, και τα ρούχα της «σπίρτιζαν» γιαχνισμένο κρεμμύδι.

Κι’ εγώ –τι οίστρος!- την τύλωσα εκειχάμω, σελέμης!…Κεφτεδάκια και πατσαδάκι γιαχνί: «Βρε Σταυρούλα, βρε κύλα μου κι’ άλλο κατοσταράκι ρετσίνα»…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Αναζητώντας τον χορό Romaica (μια συνεργασία του Corto)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2021

Ο φίλος μας ο Corto μού έστειλε το άρθρο που θα δημοσιεύσω σήμερα, που γεννήθηκε από ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων του πρίγκιπα Ν. Σούτσου, μεγάλου λογοθέτη της Μολδαβίας. Παραθέτω το κείμενο που μου έστειλε ο Corto και στο τέλος λέω τη γνώμη μου.

Με την άδεια του Νίκου, καταθέτω ένα ερώτημα ιστορικού και φιλολογικού χαρακτήρα, συγκεντρώνοντας και όλα τα σχετικά στοιχεία που μπόρεσα να μαζέψω. Υπερευχαριστώ τον Νίκο για την προθυμία του να φιλοξενήσει το ερώτημά μου! Ευχαριστώ επίσης και τους φίλους αναγνώστες για την υπομονή τους!

Καταθέτω το ζήτημα το οποίο με απασχόλησε με τον φίλο μου (και συνάδελφό μου) Σ.Β.:

Η σύζυγος του φίλου μου, η οποία είναι από την Ρουμανία και έχει σπουδάσει ιστορία, διαβάζει το εξής έργο:

Memoriile Principelui Nicolae Suțu mare Logofăt al Moldovei

Το βιβλίο αποτελεί μετάφραση από τα γαλλικά, όπου κυκλοφόρησε με τίτλο:

Mémoires du prince Nicolas Soutzo, grand-logothète de Moldavie, 1798-1871

Πρόκειται (από όσο κατάλαβα) για απομνημονεύματα του πρίγκηπα Νικολάου Σούτσου, που έδρασε στις Παρίστριες ηγεμονίες (και μάλιστα έτυχε και σε επιδημία χολέρας). Το κείμενο αυτό, το οποίον θεωρείται σπουδαιότατο ιστορικό κειμήλιο για την πολιτική της εποχής στην οποίαν αναφέρεται, γράφηκε κατά πάσαν πιθανότητα στα γαλλικά και πρωτοεκδόθηκε σε αυτήν την γλώσσα, μετά τον θάνατό του, το έτος 1899 από τον Παναγιώτη Ρίζο στην Βιέννη.

Σε μια συζήτηση για το βιβλίο, προέκυψε η εξής απορία:

Στο παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζεται λιθογραφία Ελλήνων ψαράδων (μάλλον της Προποντίδος ή της Κωνσταντινουπόλεως) οι οποίοι χορεύουν χορό τον οποίον η λεζάντα αποκαλεί «ROMAICA«.

Iδού η λιθογραφία:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Αναμνήσεις, Λαογραφία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 159 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »