Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Dryhammer’

Από το πρωί ως αργά το απόγευμα (τρεις ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πέρυσι ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας και φέτος την άνοιξη δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας

Σήμερα κάνουμε ρελάνς, με τρεις ιστορίες, δυο σύντομες και μία μεγαλύτερη. Όπως λέει ο Ξεροσφύρης, αρχικά είχε σκοπό να γράψει 4 ή 5 μικροδιηγήματα, μπονζάι όπως τα λέει ο Γιάννης Πατίλης που μελετάει και αναδεικνύει το είδος, οι οποίες να εκτυλίσσονται από το πρωί έως το βράδυ της ίδιας μέρας.

Όμως δεν κάνει πάντα ό,τι θέλει ο συγγραφέας με το υλικό του. Τελικά, η τρίτη ιστορία δεν βολευόταν στα στενά όρια του μπονζάι, ήθελε να μεγαλώσει και το κατάφερε, και πολύ καλά έκανε εδώ που τα λέμε. Η τέταρτη πάλι, εξελίχτηκε περίεργα κι έτσι η ολοκλήρωσή της αναβλήθηκε γι’ άλλη φορά. Οπότε, ο φίλος μας μου έστειλε τις τρεις ιστορίες, όχι «μέχρι το βράδυ» αλλά «ως αργά το απόγευμα».

Έχει μια ακόμα πρωτοτυπία η σημερινή δημοσίευση. Οι δυο πρώτες ιστορίες έχουν αφιέρωση -σε τρεις καλούς φίλους/φίλες μας.

Ο λόγος στον Dryhammer:

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 

Α) ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Το φως της μέρας και κάποιοι πρωινοί θόρυβοι προσπαθούσαν να τον ξυπνήσουν. Εκείνος αρνιόταν. Ήθελε να κρατήσει αυτή τη γλυκιά χαύνωση, να βουλιάξει μέσα της πριν πάρει ο εγκέφαλος τα ηνία και, πού ξέρεις, να ξεκλέψει καμιά ωρίτσα πρωινό ακαμάτικο ύπνο.

Σιγόλιωνε πίσω απ’ τα κλεισμένα του βλέφαρα, όταν την ένιωσε ν’  απομακρύνει τα εμπόδια των ρούχων και να κάθεται μαλακά πάνω του. Δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Εκείνη στηρίχτηκε στις κλείδες του κι έσκυψε και τούδωσε ένα απαλό φιλάκι στα χείλη.

Επιτέλους μισάνοιξε τα μάτια, κι από τις χαραμάδες τους είδε τα μελιά της μάτια που περίμεναν διστακτικά. Όταν αυτή βεβαιώθηκε πως είναι ξυπνός, έσκυψε πάλι και συνέχισε να του δίνει πεταχτά φιλάκια στα ζυγωματικά, στο σαγόνι, στο λαιμό. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να τρίβουν τις μύτες τους σαν τους Εσκιμώους.

Εκείνος εξακολουθούσε να μην ανοίγει τα μάτια, αλλά τώρα χαμογελούσε, κι εκείνη σα να γουργούρισε.

Τα χέρια του, οδηγημένα από τον ήχο της, άρχισαν να την χαϊδεύουν με τρυφεράδα και βία κάτω απ’ το σαγόνι, στα μάγουλα και μετά από το κεφάλι της να κατεβαίνουν στη ραχοκοκαλιά της μέχρι κάτω και πάλι πίσω και ξανά και ξανά. Εκείνη στριφογύριζε πάνω του κι έβγαζε μικρούς κοφτούς ευχαριστημένους ήχους και γουργουρητά, κι εκείνος ρουθούνιζε, όντες συνεπαρμένοι ο ένας από το ρυθμό του άλλου.

Κάποια στιγμή εκείνη απόδωκε και σηκώθηκε. Κατέβηκε από το κρεβάτι και βγήκε απ΄ το δωμάτιο.

Τώρα τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Σηκώθηκε μ΄ έναν αναστεναγμό και ράθυμα τράβηξε για την κουζίνα.

Εκείνη τον περίμενε, με τα μελιά της μάτια καρφωμένα στα δικά του και σχεδόν χαϊδεύοντας την κάσα της πόρτας με το λαγόνι της. Όταν εκείνος μπήκε στην κουζίνα, εκείνη τρίφτηκε πάλι πάνω του με νάζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Της τρικυμίας και της παλίρροιας (δυο ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου και πιο πρόσφατα ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας.

Λίγο πριν από την κορονομεγαλοβδομάδα, ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης μου έστειλε τις ιστορίες που θα διαβάσετε σήμερα, που πέρασε πια η πασχαλινή περίοδος.

Είναι δυο ανεξάρτητα διηγήματα, που όμως γράφτηκαν μαζί. Ο Ξεροσφύρης μού άφησε την επιλογή είτε να τα παρουσιάσω ενιαία είτε χωριστά σε δυο δημοσιεύσεις, αφού και τα δυο είναι μεγαλούτσικα.

Προτίμησα ωστόσο να τα βάλω και τα δύο μαζί αφενός επειδή λόγω εγκλεισμού έχουμε και καιρό για διάβασμα και όρεξη για ταξίδια, και αφετέρου επειδή μου άρεσε πολύ ο τίτλος. Αλλά θα σας αρέσουν και τα διηγήματα, εγώ σαν να ταξίδεψα στα μέρη εκείνα.

Τα λεξιλογικά κτλ. είναι επίσης του Ξεροσφύρη. Εγώ απλώς κοπυπαστώνω.

 

Της τρικυμίας και της παλίρροιας

(μετά στοιχείων ναυτιλίας και ναυτικής τέχνης)

[Στις επεξηγήσεις, είτε μέσα στο κείμενο είτε στις σημειώσεις, προτίμησα να γίνεται κατανοητό αυτό που περιγράφω παρά να είναι 100% ακριβές. Οι γνώστες δεν τις έχουν ανάγκη άλλωστε.]

Α. Της τρικυμίας

Πρέπει νάτανε μέσα Οκτώβρη του ’94 στο Τσιγκτάο. Είχαμε ξεφορτώσει σιτάρι από το Βανκούβερ, δηλαδή οι Κινέζοι είχαν μπει και το ξεφόρτωναν, με σιλό από το ντόκο, με δεκάδες εργάτες να σκουπίζουν και να μαζεύουν κάθε σπυρί, κι εμείς κάναμε αργά σπατσαμέντο(1), καθώς ένα ένα άδειαζαν τα αμπάρια. Το σιτάρι ήταν καλό φορτίο για ξεφόρτωμα. Οι Κινέζοι τα έγλυφαν τ’ αμπάρια, ζημιές δεν έκανε, κι έτσι μ’ ένα σκούπισμα και μια μάνικα, το αμπάρι ήταν καθαρό και θα παίρναμε τ’ αμπαριάτικα(2) με τα ψέματα. Αυτές οι δουλειές βέβαια γίνονται στο πέλαγο, όταν ξέρεις τι θα φορτώσεις για να κάνεις την ανάλογη προετοιμασία, από πού για να ξέρεις πόσο χρόνο έχεις για να τα κάνεις, και πού θα το πάς το φορτίο γιατί ο καθένας έχει τις δικές του απαιτήσεις. Ακόμα και τα σιτηρά, που απαιτούν το αμπάρι να γίνει σαλόνι, αλλιώς είναι να το πας επισιτιστική βοήθεια στον τρίτο κόσμο, που τα πασαλείβεις όπως όπως κι είναι και β’ διαλογής, κι αλλιώς το καλό για καμιά πχ Ιαπωνία που μπαίνει ο σερβέγιορ, ο επιθεωρητής να πούμε, με την καραμπίνα και ρίχνει με ψιλό σκάγι στις απρόσιτες γωνιές για να δει αν θα πέσει καμιά φλούδα κάτω και να σε κόψει. Οπότε, όσο πλησιάζει το τέλος, η έννοια της κουβέρτας είναι το επόμενο ταξίδι.

Κι η γέφυρα την ίδια έννοια έχει αλλά στα πιο σοβαρά, να βγει η ρότα, να λογαριάσουν τα μίλια, τα καύσιμα, τις προμήθειες, το χρόνο, τους καιρούς, το βύθισμα άρα και την ποσότητα του φορτίου.  Η ρότα θα δώσει τα μίλια της απόστασης. Η ταχύτητα του πλοίου (αυτή που δόθηκε στους ναυλωτές, που μπορεί να διαφέρει λίγο από την πραγματική) μαζί με τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες κατά τόπο και εποχή,  και τον (περίπου) χρόνο.  Αυτά θα μεταφραστούν σε κατανάλωση καυσίμων (ντίζελ για τις ηλεκτρομηχανές και φούελ για την κύρια) πραγματική και δηλωμένη, και αφού δηλωθούν και τα υπόλοιπα στα τάγκια, το από πού και πότε θα κάνομε μπόνκερ(3), που το πληρώνουν οι ναυλωτές. Οι προμήθειες, τα στόρια και το γλυκό νερό, είναι προϋπολογισμένα να επαρκούν για κάποιο χρόνο ώστε να μπορεί το βαπόρι να τα πάρει πριν ξεμείνει κι αναγκαστεί να πάρει ό,τι νάναι κι απ’ όπου νάναι (σε ποιότητα γι αυτούς που θα τα καταναλώσουν και κυρίως σε τιμή για την κομπανία). Τα βυθίσματα είναι άλλο βάσανο. Πέρα από το βάθος του κάθε λιμανιού (που κι αυτό διαφέρει από ντόκο σε ντόκο), κάθε θάλασσα δεν έχει το ίδιο ποσοστό σε αλάτι ούτε την ίδια θερμοκρασία άρα ούτε την ίδια πυκνότητα το νερό, άρα ούτε την ίδια άνωση. Αν το λιμάνι είναι σε ποτάμι ή περνάς τον  Παναμά που το νερό είναι γλυκό και σε τροπικό πλάτος, ακόμα χειρότερα. Από αυτό καθορίζεται πόσο φορτίο μπορείς να φορτώσεις. Οπότε όσο νωρίτερα τα ξέρει ο καπετάνιος, η εταιρεία και (τα δηλωμένα) ο ναυλωτής τόσο το καλύτερο για όλους για να κάνουν τα κουμάντα τους.

Η μηχανή κοίταζε τις προμήθειές της αλλά εκείνοι στις 10+ μέρες που κάτσαμε στο λιμάνι είχαν αλλάξει ένα χιτώνιο σ΄ έναν κύλινδρο της κύριας μηχανής, είχαν ανεβάσει το παλιό στο κατάστρωμα της πρύμης να στερεωθεί κάπου που να μην εμποδίζει μέχρι να πουληθεί κάπου (συνήθως για μέταλλο) και λογαριάζανε τα έξτρα που θα παίρνανε για την επισκευή.

Και όλοι φυσικά με το μυαλό στο επόμενο λιμάνι και στον καιρό της διαδρομής.

Άμα το βαπόρι φύγει από λιμάνι της Άπω Ανατολής, που δεν έχει χύμα φορτία(4), χωρίς ναύλο, ταξιδεύει με  “Vancouver orders” δηλαδή τράβα προς Βανκούβερ να περάσεις τον Ειρηνικό, και βλέπουμε στο δρόμο.

Μ΄ αυτά και μ’ εκείνα, την άλλη μέρα θα φεύγαμε και κανείς δεν ήξερε τίποτα.

 

Επιστρέφοντας από το κοφιτάιμ των 10, μια κλεφτή ματιά στο Νο 3 (το μεσαίο από τα 5 αμπάρια) που είχε μείνει τελευταίο, να δούμε ως που βαστάνε, και πιάσαμε πάλι τα κλεισίματα. Άξαφνα από το μεγάφωνο της πλώρης ακούγεται η φωνή του καπετάνιου:

«Γραμματέα, ανέβα στη γέφυρα να πάρεις το ναύλο!»

Στους έλληνες (εγώ κι ο λοστρόμος) ψιλοαναστάτωση. Στους άλλους απορία. Ο γραμματικός στραβομουτσούνιασε. Σε αντίθεση με τον καπετάνιο που ήταν πιο όξω καρδιά και ανοιχτός άνθρωπος, εκείνος ήταν περισσότερο κρυψίνους και δεν ήθελε με τίποτα το πλήρωμα να ξέρει τα του βαποριού. Εξουσία μέσω της άγνοιας; Η χωριάτικη εκδοχή του «διαίρει και βασίλευε»; Οι τσοπάνηδες πρόγονοι; Ο θεός κι η ψυχή του…

Αργά ανέβηκε στη γέφυρα, και σε λίγο ακούστηκε από το μεγάφωνο: «Βανκούβερ, σούρφανο για το Μαρόκο»

Ρώτησα το λοστρόμο «μπόση(5), τι είναι το σούρφανο;»

«Θειάφι, μου λέει, και τ΄ αμπάρια θα θένε ασβέστωμα»

«Έ;»

«Ε να, περνάμε το αμπάρι με ασβέστη αντί για μπογιά, για να μη φάει το θειάφι τα σίδερα. Μια δόση θυμάμαι στο …»

Ούτε κι άκουγα  παρακάτω. Στο Βανκούβερ είχα ξαναπάει και μ΄ άρεσε, ήξερα και τα κατατόπια, δεν είχα θέμα γλώσσας, μια χαρά. Και στο βάθος το εξωτικό Μαρόκο…

 

Το μεσημέρι στη τραπεζαρία, ο καπετάνιος έδειξε και μια άλλη διάσταση του ταξιδιού. Μπαίνοντας για φαγητό λέει του μαρκόνη:

«Εμείς, μεγάλε, καθαρίσαμε!» και κάνει κι ένα κοφτό τρίψιμο της μιας παλάμης στην άλλη όπως όταν αποτινάζεις τις σκόνες.

«Τι λες καπετάνιε; Πώς;»

«Ε, ώσπου να πάγομεν στο Βανκούβερ, καμιά βδομάδα φόρτωση, να κατέβομεν  να περάσομεν τον  Πάναμα, να κροσάρομεν και τον Ατλαντικό, θα φτάσομεν Μαρόκο καλό Δεκέμβρη και Χριστούγεννα θα κάμομεν σπίτι μας!»

Πράγματι, όλοι σχεδόν οι έλληνες είχαμε μπει  στο βαπόρι, στα μισά του Μάη, οπότε φτάνοντας στο Μαρόκο το Δεκέμβρη κλείναμε εφτάμηνο (ή έστω πάνω από «έξη και δεκάξι») και μπορούσαμε να ξεμπαρκάρομε κι από λιμάνι κοντινό στην Ελλάδα, με φτηνό (για την εταιρεία) εισιτήριο για τα πήγαιν΄ έλα της αλλαγής πληρώματος.

«Γι αυτό σου λέω καθαρίσαμε!» και ξανάτριψε τα χέρια.

 

Την άλλη  μέρα, όντως φεύγαμε. Το ταξίδι μέχρι το Βανκούβερ θα κρατούσε 18 -20 μέρες. Μια και το βαπόρι ήταν ξεφόρτωτο, για να περάσει τον ωκεανό χωρίς να είναι μπαούλο, θα σαβουρώναμε εκτός από τα τάγκια και το τριάρι. Είναι το μεσαίο και μεγαλύτερο από τα πέντε αμπάρια του βαποριού, και γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και δεξαμενή  έρματος. Με γεμάτο κι εκείνο, το βαπόρι έχει σε σαβούρα περίπου το ένα τρίτο του ωφέλιμου φορτίου του και «πατάει». Μερικές μέρες πριν το λιμάνι θα το αδειάζαμε για να ασβεστωθεί. Σφραγισμένο κανονικά, το γέμισαν θάλασσα μέχρι να αρχίσει να βγαίνει νερό από τα εξαεριστικά που λειτουργούσαν εν προκειμένω σαν υπερχείλιση, και κάθε μερικές μέρες θα έτρωγε κι ένα συμπλήρωμα για να αναπληρώνεται το νερό που έφευγε από το μπότζι του ταξιδιού, ώστε να είναι πάντα γεμάτο ξέχειλο και να μην έχει ελεύθερη επιφάνεια να κουνιέται.

Στο μεταξύ οι κάβοι τυλίχτηκαν και κατέβηκαν στο πούπι(6) , και το χιτώνιο στερεώθηκε με σκοινιά σε μάπες στη βάση της καπνοδόχου, να μην είναι μες στη μέση. Άμα λέμε χιτώνιο, εννοούμε έναν κούφιο κύλινδρο  διαστάσεων μεγαλύτερων από σιδερένιο βαρέλι  με πάχος πεντέξι πόντους και διάφορα ανοίγματα (θυρίδες), που σφηνώνεται στον κύλινδρο και μέσα στο οποίο ανεβοκατεβαίνει το πιστόνι (έμβολο). Καμιά τριανταριά πόντους από τη βάση του, έχει ένα δαχτυλίδι ύψους τουλάχιστο είκοσι πόντους από δόντια τέσσερεις πέντε πόντους βαθιά σαν γρανάζωμα, όχι για να γυρίζει αλλά για να σφηνώνει στη βάση του.  Οπότε μιλάμε για κάτι μεγάλο και βαρύ που επιπλέον κυλάει όταν είναι ελεύθερο.

Ησυχάσαμε και μ΄ αυτό και άρχισε το ασβέστωμα των αμπαριών με βούρτσες στα χαμηλά και σπρέι στα ψηλά και τελευταίο το πάτωμα του αμπαριού, το  πανιόλο. Ο ασβέστης πριν στεγνώσει  δίνει την εντύπωση πως απλά έβρεξες τον τοίχο και μετά βγαίνει η ασπρίλα του. Περνιόταν όλο το αμπάρι και την επομένη ακόμα ήταν μισοδιάφανο. Ο καπετάνιος το ‘βλεπε κι ήταν μέσα στη γρίνα

«Ετσιγκουνευτήκετεν τον ασβέστη και δεν πιάνει; Να το περάσετε κι άλλο χέρι» τρωγότανε του γραμματικού.

Μετά από δυο τρία χέρια το κατάλαβε αλλά τόπε μόνο σε μένα.

«Εκάμαμεν μαλακία.  Δεν είναι Μέξικο πού ‘χει σαράντα βαθμούς και στεγνώνει σε μισή ώρα».

Ήμασταν μετά τη μέση του Οκτώβρη, και σε μέρη με πιο κρύο και πιο υγρό κλίμα από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Εκείνος, χρόνια να ταξιδεύει κεντρική και νότια Αμερική, είχε συνηθίσει σε άλλα δεδομένα.

Όντως, μετά από τρείς τέσσερεις μέρες με τα αμπάρια ανοιχτά, στέγνωσε και φάνηκε.

«Δεν πειράζει, επροστατέψαμεν το βαπόρι από το θειάφι».

Ο γραμματικός τον άκουγε και μασούσε τα μουστάκια του. Για να τον παρηγορήσω κάποια στιγμή του το ‘πα:

«Εμένα μου το ‘πε πως ‘εκάμαμεν μαλακία’ με τον ασβέστη».

Άνοιξαν τα μάτια του

«Το ‘πε;»

«Το ‘πε! Και δεν είναι λέει Μεξικό που στεγνώνει τσακ μπαμ!»

«Έ, μα!»

 

Με όλα αυτά είχαμε περάσει την χερσόνησο της Κορέας και πλέαμε πάνω από την Ιαπωνία για να περάσουμε από το στενό Τσουγκάρου, ανάμεσα στα νησιά Χόνσου και Χοκάιντο και να βγούμε στον ωκεανό. Φυσικά το είχαμε εξελληνίσει σε ‘τσουκαρού’. Ο καιρός όλο αυτό το διάστημα ήταν μουντός, συννεφιασμένος (βαθύ φθινόπωρο είπαμε) αλλά χωρίς  βροχή, ευτυχώς για τον ασβέστη, ούτε καμιά ιδιαίτερη θάλασσα. Παραόξω όμως; Ο Ειρηνικός, μόνο κατ όνομα είναι ειρηνικός κι αυτό γιατί «Ο Μαγγελάνος ήτανε κωλόφαρδος που τον επέρασεν από τα τροπικά και χωρίς τυφώνες, αλλιώς ποτές του (δ)έ θα ‘φτανεν με το καΐκι(7) ως την Αμερική».

«Και μετά την Τσουκαρού, καπετάνιο, θα κάνομε τόξο;»

«Ελωλάθηκες Γιώργη, που θα κάμομεν τόξο  Νοέμβρη μήνα κι αξεφόρτωτοι; Θα ζωγραφίσομεν ένα τόξο να το δίνομεν στους ναυλωτές, κι εμείς θα πάγομεν από πιο χαμηλά».

Επειδή η Γή δεν είναι επίπεδη, όπως στους χάρτες, αλλά σχεδόν σφαίρα, σε μεγάλες αποστάσεις πχ στο πέρασμα ενός ωκεανού, για να πας από ένα σημείο στο άλλο, η συντομότερη διαδρομή δεν είναι η ευθεία που ενώνει στο χάρτη τα δυο σημεία, αλλά τόξο μέγιστου κύκλου. Η διαφορά είναι αξιόλογη, αλλά σε οδηγεί σε μεγαλύτερα πλάτη και, τέτοια εποχή ειδικά, σε άσκημους καιρούς. Οπότε σχεδιάζεις στο χάρτη το τόξο (δηλαδή μια τεθλασμένη που να προσεγγίζει την καμπύλη του θεωρητικού τόξου) με υπολογισμούς σφαιρικής τριγωνομετρίας (το GPS το κάνει αυτόματα) για να δίνεις στίγματα από κει, και πας στην σχεδόν ευθεία σε μικρότερα πλάτη που είναι πιο καλός ο καιρός. Τότε ακόμα δεν μπορούσαν να παρακολουθούν την πορεία του πλοίου σε πραγματικούς χρόνους από δορυφόρο, και δέχονταν τα στίγματα που έδινε το βαπόρι, ενώ την διαφορά στο χρόνο του ταξιδιού την αποσοβούσαν οι κακοί καιροί στους οποίους (θεωρητικά) ταξίδευες που μείωναν την ταχύτητα πλεύσης, και στην κατανάλωση τα καβατζωμένα καύσιμα. Φυσικά η εταιρεία ήξερε και τις δύο θέσεις και συνθήκες και καταναλώσεις αλλά κι οι αρχικαπετάνιοι των γραφείων είχανε καπετανέψει πριν γίνουν ναύαρχοι (όπως κι οι παλιοί εφοπλιστές) και ξέρανε τα πώς και τα γιατί. Χαρακτηριστικά ένας αρχικαπετάνιος (που μετά έγινε και εφοπλιστής) έλεγε στους καπετάνιους ειδικά στους νέους:

«Γιά δε, εγώ κάθομαι στο γραφείο, και θα σου ρίξω και τις παναγιές σου άμα λάχει, αλλά εσύ είσαι μέσα στο βαπόρι κι εσύ το ταξιδεύεις, δεν είμαι εγώ, γι αυτό κοίτα να κάμεις το κουμάντο σου».

Ήδη, όπου βολούσε ο καιρός και τα ρεύματα, κοιτάγαμε να κλέψομε κάνα μίλι να το χουμε για παρακάτω.

 

Τα στενά της Τσουκαρούς, δεν είναι και τόσο στενά, είναι από 20 χιλιόμετρα και πάνω το φάρδος τους, αλλά έχει πολλή κίνηση από ταχύτατα φέριμπότ  που τα διασχίζουν συνέχεια ενώνοντας μεγάλες πόλεις της Ιαπωνίας εκατέρωθεν, κίνηση από ποντοπόρα που πάνε ή έρχονται από τον Ειρηνικό, και συνήθως λίγη ή περισσότερη ομίχλη. Ευτυχώς τα περάσαμε μέρα, με μια ψιλή θολούρα έτσι για το καλό, χωρίς όμως κάτι το αξιοσημείωτο. Και μπροστά μας πια ο ωκεανός, με τα ελάχιστα ως καθόλου βαπόρια στο δρόμο μας, ουρανός και θάλασσα και συννεφιά, περιμένοντας φουρτούνες.

Ντούκου ντούκου η προπέλα, ώρα μπρός και μέρα πίσω, όλο πηγαίναμε και πηγαιμό δεν είχαμε. Βαριά σύννεφα, καμιά ψιχάλα, ολίγη θάλασσα το πολύ εξάρι εφτάρι κι αυτό γιά στη μάσκα γιά δευτερόπρυμο(8), κι ο μαρκόνης να βγάζει στο φαξιμάιλ(9) χάρτες καιρού. Στο βορρά ήταν συνέχεια ζωγραφισμένα ψυχρά μέτωπα που σάρωναν τον ωκεανό και κάποια μεγάλα που φτάνανε μέχρι κάτω. Αυτά τα μέτωπα τα καταιγιδοφόρα είναι καμπύλες από βορρά προς νότο και έχουν στην κυρτή μεριά δόντια. Τά ‘βλεπε ο καπετάνιος και γρίνιαζε του μαρκόνη:

«Τι μου τις φέρνεις τις πριόνες ετούτες; Όλος ο ωκεανός γεμάτος πριόνες και θες να περάσομεν κι από μέσα!»

Ο μαρκόνης τσίμπαγε:

«Μα καπετάνιο, εγώ τις βγάζω;»

«Να μη μου ξαναφέρεις πριόνες!» και στο καπάκι «Εμείς μεγάλε, καθαρίσαμε!» και ξεσκόνιζε το χέρι του, αφήνοντας τον ασυρματιστή με σουφρωμένα φρύδια να μισοχαμογελά αμήχανα.

Εμάς βέβαια μας πιάνανε οι ουρές τους που ήταν πιο ξεθυμασμένες και το σουέλ(10) τους αλλά δεν ήταν κάτι το τόσο φοβερό. Άμα τα πράματα ζόριζαν, την πέφταμε ή στον καναπέ πού ήταν κάθετα στο κρεβάτι (αυτό έχει πάντα κατεύθυνση πλώρα-πρύμα) ή σηκώναμε την έξω πλευρά του στρώματος με το σωσίβιο (δεν ήταν κουλούρα, ήταν γιλέκο -λάιφ τζάκετ) και σφηνώναμε με το μπουλμέ (τον τοίχο) για να κουνιόμαστε μαζί με το βαπόρι χωρίς να κουτρουβαλάμε. Ξανάδαμε ό,τι βιντεοκασέτες είχαμε, διαβάσαμε μέχρι τις ετικέτες από τα σώβρακα κι αγάντα να περάσει ο καιρός.

Εγώ, πονηρεμένος από την άλλη φορά, είχα αγοράσει από το Βανκούβερ ένα πάζλ ένα μέτρο επί ανάμισι, δέκα χιλιάδες κομμάτια, έστρωσα στο πάτωμα της καμπίνας κάτι παλιούς χάρτες από την ανάποδη, και βάλθηκα να το πολεμώ. Κάποτε ζαβλάκωνα κι έπεφτα για ύπνο. Ήταν κι οι μέρες των 23 ωρών που φεύγαν πιο γρήγορα, ήρθε κι η μέρα πίσω με τις αλχημείες του σεφ, που έπρεπε να σκεφτεί κάτι εκτός εδεσματολογίου κι έφτιαξε ένα τούβλο με τρύπες δίκην παστίτσιου, κι όλο και  πλησιάζαμε.

 

Πεντέξι μέρες πριν το Βανκούβερ, ξασαβουρώσαμε το τριάρι, το ξεπλύναμε από τη θάλασσα με γλυκό νερό και το ασβεστώσαμε. Αφήσαμε στο πανιόλο τα άδεια βαρέλια του ασβέστη και κάποια με σκουπίδια για να τ΄ ανεβάσουμε στα στενά πριν το λιμάνι με το γκρένι που δεν θάχε το ελάχιστο κούνημα.  Το βαπόρι μόνο με τις δεξαμενές έρματος ήταν σαν μπαούλο που πλέει αλλά οι πριόνες είχαν περάσει και παλεβότανε. Σε μιάμιση μέρα θα μπαίναμε στα στενά Juan de Fuca μεταξύ Vancouver Island του Καναδά και πολιτείας Ουάσιγκτον της Αμερικής. Κι εκεί προς το μεσημέρι, κρι κρι κρι το νάφτεξ(11) στη γέφυρα, έβγαζε μαντάτα. Πάνω πάνω και στη μέση, υπογραμμισμένο πάνω και κάτω, HURRICANE WARNING κι από κάτω ένα δελτίο χέστα κι άστα. Ένα βαθύ χαμηλό με ανέμους 60 – 70 κόμβους (110 – 130 χλμ/ώρα) και κύματα ανάλογου μεγέθους, θα ανέβαινε από νότο προς βορρά με καμιά δεκαπενταριά μίλια ταχύτητα, και η πορεία του θα διασταυρωνόταν με τη δικιά μας. Τα βάλαμε κάτω. Εκεί είναι τώρα, εδώ είμαστε εμείς, με τόσα πάει εκείνο, με τόσα πάμε εμείς, όταν θα περάσουμε από το διάβα του αυτό θα έχει φτάσει στα βορεινά του Vancouver Island, κάπου 180 μίλια μακριά.

«Θα μας αφήκει κάνα σουέλ, στου διαβόλου τη μάνα».

«Καλά, εδωνά πάνω βγάζει τυφώνες, κοντά πενήντα πλάτος;»

«Χοντρή καταιγίδα είναι, αλλά δεν μπορεί να το βαφτίσει tropical storm εδώ που είναι, και το λέει τυφώνα λόγω έντασης ανέμου. Μποτσάρετεν τα πράματά σας καλού κακού».

Κατά το μούχρωμα ο καιρός όσο πήγαινε και χαλούσε. Οχτώ εννιά το βράδυ είχε γίνει δεκάρι γεμάτο και γύριζε από τη μάσκα στη μπάντα. Το βαπόρι χτυπιόταν και στραμπουλιόταν, βουτούσε και σηκωνόταν, η προπέλα ξενέριζε και κακάριζε το γκόβερνορ(12), κι εμείς βαστιόμαστε απ όπου μπορούσαμε να μην έρθομε κάτω. Στις έντεκα είχαμε 65 μίλια αέρα κι ο καπετάνιος γύρισε το βαπόρι κατά το νοτιά.

«Το γαμημένο δεν επέρασεν, κατσικώθηκεν και μας επερίμενε. Πορεία για Χιλή!». Το ‘φερε να τον έχουμε δευτερόπρυμο, έτσι κι αλλιώς ήμαστε μακριά από στεριές, και συγχρόνως να απομακρυνόμαστε κι από τη φουρτούνα. Το κουνολόγημα εξακολούθησε βέβαια αλλά η ταλάντωση γινόταν σε πιο βολική κατεύθυνση.

Στις δώδεκα κατέβηκα στην καμπίνα. Στο δρόμο πήγαινα με ανοιχτά χέρια και κρατιόμουνα από τις δυό πλευρές του αλουέ (του διαδρόμου)  για να φτάσω όρθιος. Ό,τι δεν ήτανε δεμένο ήταν πεσμένο και κουτρουβαλούσε ή γλιστρούσε πέρα δώθε στο πάτωμα. Το πάζλ (κι ήτανε καμωμένο πάνω απ΄ τα μισά, τρομάρα μου) είχε γίνει ένα βουναλάκι από κομματάκια που γλιστρούσαν μαζί με τους χάρτες. Πού και πού αναπηδούσαν καθώς φαίνεται πως είχε λακκούβες ο δρόμος. Χωρίς να γδυθώ πήγα και σφήνωσα στην κόχη στρώμα-μπουλμές κι έκλεισα τα μάτια χωρίς να κοιμάμαι. Κατά τις μία παρά άκουσα κάτι να χτυπάει δυνατά στην πρύμη. Δεν ήταν κρότος με ρυθμό, χτυπούσε ακανόνιστα αλλά δυνατά, σαν κάτι να κοπανιόταν, αλλά αντιλαλούσε το κομοδέσιο ή έτσι μου φάνηκε καθώς ο ήχος μέσα από τα σίδερα πρέπει να  ‘φτανε μέχρι την πλώρη. Σε κάνα δεκάλεπτο μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γραμματικός:

«Γιώργη, ντύσου κι έλα στην πρύμη».

«Τι χτυπάει καπτα-Χρήστο;»

«Το χιτώνιο τά ‘σπασε και κουτρουβαλά».

Έβαλα παπούτσια και μπουφάν και κατέβηκα χορεύοντας στην πρύμη. Όσοι δεν είχαν βάρδιες ήταν εκεί. Το βαπόρι χόρευε και το χιτώνιο κυλούσε και στριφογύριζε (εξαιτίας των γραναζιών που του δίναν μια κωνικάδα) και γλιστρούσε πάνω στη βρεμένη λαμαρίνα και κοπανούσε σε ότι βρισκόταν στο δρόμο του. Αν ήταν ρέλι ή λαμαρίνα έκανε λακκούβα κι όπου άγγιζε, τουλάχιστο έσπαγε τη μπογιά.

Πρέπει, κατά την διάρκεια του ταξιδιού, σιγά σιγά με το κούνημα, να λασκάρανε τα σκοινιά που το δέσανε και να τρωγότανε εκεί που τρίβανε στις γωνιές των χειλιών του κι όταν δυνάμωσε το κούνημα, έχοντας μπόσικα να κινηθεί, κάποια στιγμή τά ΄κοψε και λευτερώθηκε.

Στην αρχή είπαν να ρίξουν τίποτα ξύλα στο διάβα του μπας και το σταματήσουν, (όχι τίποτα της προκοπής, σανίδια από παλέτες) αλλά κάτι το κενό λόγω των γραναζιών, κάτι η φόρα που έπεφτε πάνω τους, κάτι οι λακκούβες που πέφταμε καθώς ξενέριζε η πρύμη, κάτι το πείσμα του να μη θέλει να ξαναμπεί στα δεσμά, πότε τα απόφευγε και πότε περνούσε από πάνω τους κυλώντας ή και πηδώντας. Στην πλώρη είχαμε πιο σοβαρά ξύλα αλλά ποιος θα πήγαινε νυχτιάτικα και με τέτοια θύελλα, που δε θάφτανε ποτέ, χώρια πως δεν ξέραμε σε τι κατάσταση ήταν το καμπούνι(13) , που το πιο πιθανό ήταν να τα είχε φέρει όλα κάτω και να ήταν μαντάρα. Άρχισαν να πέφτουν ιδέες.

«Να κόψουμε τα ρέλια να πάει στη θάλασσα».

«Ίντα λές που θα το πετάξομε στη θάλασσα».

«Να σωριάσουμε κάνα κάβο μπροστά του να φρακάρει»

«Οι κάβοι είναι στο πούπι, μόνο αυτοί στις ανέμες(14)»

Ξετυλίξαμε ένα κάβο από την ανέμη, και σιγά σιγά με πηδήματα κάναμε ένα σωρουδάκι στο δρόμο του, κι άλλο ένα παρακεί κι όταν κάπως άρχισε να αργοπορεί και να γυρεύει να σταματήσει, ρίξαμε ένα βιλάι(15) να περάσει μέσα από τον κύλινδρο. Στην άλλη άκρη του βιλαγιού ήταν δεμένη η γάσα (η θηλιά) του κάβου που πέρασε κι αυτή μέσα από το χιτώνιο, κεφαλώθηκε σε μια μπίντα, και με το βίρα έμεινε το χιτώνιο να τραμπαλίζεται αλλά να μην φεύγει. Περάσαμε και τον άλλο κάβο, τον κεφαλώσαμε αλλού και μόλις τεζάρισαν και οι δύο το χιτώνιο ακινητοποιήθηκε σχεδόν στον αέρα. Σφηνώσαμε και τα ξύλα από κάτω, δέσαμε κι άλλα σκοινά από τις θυρίδες του να γίνει βράχος κι ανακουφισμένοι, μουσκεμένοι, ζαλισμένοι γυρίσαμε στις καμπίνες μας. Είχε πάει κοντά τρείς. Γδύθηκα κι  έπεσα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του νεκρού.

Το πρωί ήπια καφέ σ΄ ένα πλαστικό σέικερ, να φτάνει κάτω από τη μέση, κι ανέβηκα στη γέφυρα. Μετά από έξη ώρες πορεία προς το νοτιά, είχαμε ξαναγυρίσει βορεινά με τον καιρό στη μάσκα, να ξαναβρεθούμε κοντά στον προορισμό μας. Ο άνεμος ήτανε στο εννιά με δέκα ακόμα, αλλά η θάλασσα είχε πιο πολύ. Το άδειο βαπόρι ακόμα στραμπουλιότανε  αλλά  η γενική εικόνα ήταν πως γύρευε να στρώσει. Το νάφτεξ είχε ξεράσει τη νύχτα ειδοποίηση πως το χαμηλό είχε μείνει στάσιμο και απομακρυνόταν με 5 μίλια την ώρα προς το βοριά.

«Καλά και μας τόπανε…»

Ο μάγειρας έφτιαξε φαί της τρικυμίας. Πίτσα που είναι ξεροφάι και μπαίνει στο φούρνο και, στον πάτο ενός μεγάλου καζανιού, φασόλια άσπρα σε ελάχιστο ζουμί, που τα σέρβιρε σε όποιον ήθελε με τρυπητή κουτάλα. Εννοείται πως τρώγαμε στα όρθια κι ο καπετάνιος κέρναγε σ΄ όποιον ήθελε κι ένα ούζο για το στανιάρισμα.

 

Το απόγεμα πια είχε εμφανώς βελτιωθεί μετά από είκοσι ώρες χτυπολόγημα. Ήμαστε στο εξάρι κι έπεφτε, είχαμε έρθει στην πορεία μας, μέχρι που την άλλη μέρα έβγαλε κι ήλιο, μετά από πάνω από μήνα. Είχαμε να δούμε λιακάδα από πριν να πάμε στο Τσινγκτάο. Μπαίνοντας πια στα στενά του Ιωάννη Φωκά που είχε κόψει καλά καλά, ανοίξαμε και τα αμπάρια να δούμε τι γίνεται και να στεγνώσουν από τις όποιες υγρασίες. Είχαμε το φόβο πως θα είχε ρίξει και κουτρουβαλήσει τα βαρέλια στο τριάρι και θα θέλαμε να το πιάσομε από την αρχή. Απεναντίας, όλα ήταν στη θέση τους, όπως τα είχαμε αφήσει. Στη μέση του βαποριού και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας δεν είχαν πάρει χαμπάρι.

«Την άλλη φορά θα’ ρθω εδώ να κοιμηθώ» είπε ο γραμματικός.

Στο υπόλοιπο πλοίο, ό,τι μπορούσε να πέσει, επειδή ήταν πλημμελώς στερεωμένο, είχε πέσει.

Στην καμπίνα, μάζεψα το πάζλ στη σακούλα του, το έβαλα στο κουτί του κι όλο μαζί στη βαλίτσα. Όταν τον επόμενο Αύγουστο ξεμπάρκαρα, το πήγα στην αποθήκη. Ακόμα εκεί είναι. Έχω μείνει με την αίσθηση πως ένα ή δυό κομμάτια έχουν χαθεί. Θα το μάθουν κάποια στιγμή οι αρχαιολόγοι.

Το χιτώνιο το δώσαμε στο Βανκούβερ για μέταλλο.

[Σχόλιο δικό μου: Η περιπέτεια με το χιτώνιο που λύθηκε, μού θύμισε μιαν άλλη ιστορία που έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, ένα απόσπασμα από το 1793 του Βίκτωρος Ουγκό, όπου περιγράφεται ανάλογη περίπτωση, με κανόνι όμως και σε ξύλινο ιστιοφόρο, 200 χρόνια πριν]

 

Β. Της παλίρροιας

Η Savannah της Georgia, ήτανε το έκτο και τελευταίο λιμάνι εκφόρτωσης σ΄ εκείνο το ταξίδι. Ναύλο δεν είχαμε ακόμα,  και οι οδηγίες από το γραφείο ήταν να κατηφορίσομε να μπούμε στον Κόλπο (του Μεξικού) με σκοπό να κάτσομε να περιμένομε στη ράδα της Νέας Ορλεάνης ή όπως το λέγανε New Orleans orders. Ξεκινήσαμε να περιπλεύσομε τις ακτές της Αμερικής.  Με το γκολφστρίμ κόντρα να μας κόβει το δρόμο στο μισό, είπαμε να πάμε πιο κοντά στην ακτή μπας και πιάναμε το αντίρρευμα(16) και πάρομε κάνα μίλι. Μια μέρα μετά ήρθε το μαντάτο. Προορισμός Νιού Άμστερνταμ στη Γουιάνα, φορτίο βωξίτης για το Κόρπους Κρίστι του Τέξας. Θεωρούνταν καλά νέα. Μέτριο σε διάρκεια ταξίδι, εννιά δέκα μέρες, το φορτίο χώμα, δεν θέλει και πολλά πολλά στο αμπάρι, δεν είναι σιτηρά, κι άλλο τόσο μέχρι την Αμερική, φάγαμε ένα μήνα. Η Αμερική προτιμιόταν σαν προορισμός γιατί ερχόταν δολάρια στο βαπόρι, γιατί είναι καλή για ψώνια πάσης φύσεως (ήτανε, και ίσως είναι ακόμα η πιο φτηνή χώρα του δυτικού κόσμου), είναι βολική στο ξεμπαρκάρισμα για όσους μετράνε μέρες, και ειδικά στον Κόλπο, βρίσκονταν εύκολα φορτία για Κεντρική και Νότια Αμερική. Καλά όλ΄ αυτά αλλά να πάμε πρώτα στη Γουιάνα. Κανείς δεν είχε πάει ούτε και ξέρανε κανέναν να πήγε. Ο μαρκόνης ρωτούσε τους ασυρματιστές από άλλα πλοία της εταιρείας μήπως ξέρανε κάτι, αλλά δεν είχε τύχει σε κανένα. Δεν χαλιόταν όμως κανείς, Νότια Αμερική είναι, δίπλα στη Βενεζουέλα, ό,τι και νάναι Λατίνα είναι.

 

Εμένα με εξιτάριζε το ταξίδι αυτό, γιατί μέχρι τότε από ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, είχα πάει μόνο σε λιμάνια της Αμερικής και του Καναδά, καλά κι άγια αλλά γούσταρα να πάω και μια στη Λατίνα, στην Κεντρική ή στη Νότια Αμερική. Στα Ισπανικά δεν ήξερα ούτε να κλάσω, αλλά σίγουρα θα τα μάθαινα εύκολα, τις παίρνω τις γλώσσες άμα έχω καλούς δασκάλους, γιατί τη θέληση την είχα. Κάτι ελάχιστα από τα βαπορίσια τα έμαθα ακούγοντας τους άλλους, κάτι από ένα ναύτη Σαλβαδοριάνο, κάτι από το δόκιμο της γέφυρας που ήταν μισός Έλληνας μισός Βενεζουελάνος, θα την έβρισκα την άκρη, κι αν όχι εγώ ο Οδυσσέας κι ο Βενιαμίν(17) σίγουρα. Το μόνο πού μάθαμε στις δέκα μέρες του ταξιδιού είναι, πως από τις τρείς Γουιάνες εμείς πηγαίναμε στην πρώην Βρετανική Γουιάνα, που είχε γίνει ανεξάρτητη κι έκοψε το βρετανική κι έμεινε σκέτη, ενώ δίπλα η πρώην ολλανδική λεγόταν Σουρινάμ και παραδίπλα η γαλλική παρέμεινε  Γαλλική. Με βάση το χάρτη, το Νιού Άμστερνταμ ήταν μέσα σ΄ ένα ποτάμι, ήταν η δεύτερη πόλη της χώρας μετά την πρωτεύουσα Τζορτζτάουν, και μάλλον θάχε ιδρυθεί από Ολλανδούς (ήτανε και κοντά στο Σουρινάμ), αλλά τη γλίτωσε όταν έγινε εγγλέζικη και δεν έγινε Νέα Υόρκη.

 

Τραβήξαμε νοτιοανατολικά, περάσαμε έξω από τα Προσήνεμα και τα Υπήνεμα Νησιά(18), και μετά ντουγρού τον κατήφορο για Γουιάνα (ή Γκουαγιάνα  όπως την έλεγε Βενεζουελάνικα ο δόκιμος –από καιρό καπετάνιος τώρα πια).

Ζέστη, ήλιος αμείλικτος αλλά δεν ήταν και Ερυθρά Θάλασσα, παλευόταν (λέμε τώρα). Κάποια στιγμή μας ήρθε κι ένα νάφτεξ πως  η Μονσεράτ ήταν στις κακές της(19) και όποιος είναι εκεί κοντά να βαρδάρει(20), αλλά περνούσαμε από μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Ήδη πλησιάζοντας, πέρα από τη θολή γραμμή που έδειχνε την παρουσία στεριάς μέσα στην τροπική αχλή, θόλωναν και καφέδιζαν τα νερά δηλώνοντας πως υπάρχει ποτάμι. Μπήκαμε αργά στο ποτάμι, πήραμε και πιλότο αλλά ήταν της συμφοράς. Το κουμάντο το έκανε από το VHF ο καπετάνιος ενός ελληνικού πλοίου που ήταν στο βάθος σαν βαπόρι-μάνα. Μας περίμενε, μας έπιασε στο ραντάρ και έδινε οδηγίες σε μας και εντολές στον πιλότο.  Τι γίνεται εδώ; Τέλος πάντων, περάσαμε κάτι γαριδόμαντρες σχεδόν έξω  και προχωρώντας παραμέσα είδαμε  ένα εξηνταπεντάρι(21) με γκρένια, αγκυροβολημένο μπρος πίσω. Θα πέφταμε δίπλα του. Αυτό ήταν η μάνα. Κάναμε αναστροφή να έχουμε την πλώρη προς τον ωκεανό, ρίξαμε κι άγκυρα, δέσαμε σε κάτι σημαδούρες μπρος πίσω, και δώσαμε κάβους, σπρινγκ και κουτούκια(22) στη μάνα για να κολλήσομε.

 

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση για τα τι και τα πως της χώρας και της φόρτωσης. Η πρώην Βρετανική Γουιάνα, έγινε ανεξάρτητη το 1966 κι από αποικία έγινε προτεκτοράτο. Δηλαδή στα κοιτάσματα τουλάχιστον του βωξίτη (αλλά υποθέτω κάτι ανάλογο και στα άλλα ορυκτά) το κουμάντο το έκανε μια εταιρεία (αγγλο-ολλανδο- γάλλων και δεν ξέρω τι άλλο) που είχε και έλεγχε τα ορυχεία κι ήταν κράτος εν κράτει. Φόρτωνε από κει βωξίτη για τα εργοστάσια (δικά της αλλά και άλλων) σε Αμερική και αλλού εκεί κοντά (π.χ. Τζαμάικα) , από κει έπαιρνε αλουμίνα και την πήγαινε στα εργοστάσια της στην Αφρική (νομίζω Νιγηρία) να γίνει αλουμίνιο. Μέσα στην εταιρεία ήταν κι ο Κουμάνταρος, που ο εφοπλιστικός κλάδος των εταιριών του είχε αναλάβει τον κύκλο των μεταφορών, Γουιάνα –Αμερική (ή όπου) – Νιγηρία και πίσω Γουιάνα. Είχε εγκαταστήσει ένα βαπόρι σαν πλωτή αποθήκη για να μην σταματάει η ροή μεταλλεύματος που κατέβαινε το ποτάμι με μπάριζες (μαούνες) από τα ορυχεία. Αυτό, είχε ρίξει τέσσερεις άγκυρες, δυό  μπρος δυό πίσω, κι ήταν εκεί με χρονοναύλωση για δέκα χρόνια. Τα πλοία που θα έρχονταν φόρτωναν από αυτό κι απευθείας από τις μαούνες. Ο καπετάνιος του Κουμάνταρου ήταν γενικός δερβέναγάς στο Νιου Άμστερνταμ κι αν κάποιος αμφέβαλλε έπρεπε να τον ακούσει να ξεχέζει τον λιμενάρχη στο VHF. Εμείς πού μπλεκόμαστε σ΄ αυτό; Τα πλοία του Κουμάνταρου που είχαν αναλάβει τις μεταφορές, είχαν αθροίσει καθυστερήσεις, από τρικυμίες, στα λιμάνια (ιδίως της Νιγηρίας) κι έτσι ναύλωσαν ένα βαπόρι από αλλού για ένα ταξίδι, για να καλύψουν το κενό πριν φανεί στα εργοστάσια. (23)

 

Η μάνα ήταν μάνα σε όλα. Το νταλαβέρι με τις αρχές, προμήθειες αν χρειαζόταν,  γινόταν μέσω του καπετάνιου της, είχε και καμιά εικοσαριά κοπέλες πλέον των μονίμων του πληρώματός της, για τις ανάγκες των πλοίων που θα ερχόταν να φορτώσουν. Ανέβαιναν στο βαπόρι εγκαθίσταντο, ναυλωνόταν και με τον απόπλου επέστρεφαν στη μάνα, μέχρι να έρθει καινούργιο βαπόρι για φόρτωση. Ήταν σκούρες, αλλά όχι με το κοκκινωπό σκούρο της Λατίνας, ούτε με το αφρικάνικο καφέ-μαύρο αλλά με το πρασινωπό σκούρο της Ινδίας και του Πακιστάν. Επιπλέον μιλούσαν πολύ καλά αγγλικά και μεταξύ τους σε κάποια άλλη γλώσσα που δεν ισπάνιζε (όπως την άκουγα τουλάχιστον). Όταν μπήκαν -μόλις άνοιξαν δίαυλοι συγκοινωνίας με τη μάνα, δηλαδή αμέσως- πήγαν στο καπνιστήριο του πληρώματος και, περιμένοντας να τελειώσουν οι διαδικασίες του κατάπλου για να αγκαζαριστούν, άνοιξαν τηλεόραση. Στο κανάλι (ένα από δύο που έπιανε στο βαπόρι) μια παρουσιάστρια με σαρί και τη βούλα στο κούτελο μιλούσε σε ακατάληπτη γλώσσα και από κάτω τα γράμματα ήταν ινδικά! Οι εγγλέζοι όταν πήγανε, είχαν εποικίσει το μέρος με Ινδούς που οι απόγονοί τους αντιπροσώπευαν το μισό πληθυσμό της χώρας. Χαράς την τύχη! Η μόνη χώρα της Νότιας Αμερικής που πήγα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν αγγλόφωνη και την κατοικούσαν Ινδοί! (Εντάξει μετά πήγα σε κάνα δυό της Κεντρικής και κάπως ισοφάρισα).

 

Εγώ πάντως ήθελα να βγω και έξω. Για τουρισμό και ψώνια. Ήρθε μια λάντζα που κρατιόταν με το ζόρι, μας πήρε, περάσαμε κάτω από μια γέφυρα (που ενώνει με την κωμόπολη Rosignol –να κι η γέφυρα του Ροσινιόλ στου διαβόλου τη μάνα-) και φτάσαμε σ΄ ένα  μικρό μόλο για μια βάρκα. Η λάντζα συγκρατιόταν στη θέση της με τη μηχανή και η πλώρη της άφριζε από το ρεύμα του ποταμού. Βγήκα έξω, συργιάνισα λίγο, μια κωμόπολη ήταν με ένα δυό δρόμους άσφαλτο και οι άλλοι πατημένο χώμα, πήγα για ποτό, έκανα τα κουμάντα μου υπό την αιγίδα του Κουμάνταρου, και κατά τις 10-11 επέστρεψα στο βαπόρι. Η φόρτωση είχε αρχίσει από ώρα. Από μακριά φαινόταν στα φώτα των δύο πλοίων, ένα σύννεφο από τη σκόνη του βωξίτη που είναι ένα κόκκινο ψιλό χώμα που κιόλας είχε κοκκινίσει τα πάντα. Από μια μεριά του βαποριού είχε δέσει μια μπάριζα που την ξεφορτώναμε στο δικό μας με τα γκρένια μας (που είχαν και χούφτες) κι από την άλλη μας φόρτωνε η μάνα με τα δικά της. Ένα από τα γκρένια μας είχε πάθει κάποια βλάβη και τρέχανε όλοι μαζί, καπετάνιος, γραμματικός, μηχανικοί και ο ηλεκτρολόγος να τη φτιάξουνε, ενώ κανόνισαν να φορτώσουν με άλλο γκρένι ένα διπλανό αμπάρι για να μη χρεωθούμε καθυστέρηση. Εγώ όταν είδα πως δε με χρειάζονταν, πήγα στην καμπίνα, φαμελίτης γαρ.

 

Η φόρτωση κράτησε καμιά βδομάδα. Πάνω στα ορυχεία είχαν κάποια απεργία και δεν κατέβαιναν μπάριζες ή κατέβαιναν αραιότερα, ο καπετάνιος της μάνας γαμοσταύριζε επί δικαίων και αδίκων γιατί οι καθυστερήσεις οφειλόταν σε κείνους, αλλά φορτώναμε από κει, κι όλο και χαμήλωνε το δικό μας κι όλο και ψήλωνε το άλλο που άδειαζε. Εμείς, δημόσιοι υπάλληλοι. Δουλειά στο ωράριο και μετά σπίτι. Στο μεταξύ δεν ήταν και για έξω γιατί δεν είχε και τίποτα, το κεχρί ήταν στην ταΐστρα, και επιπλέον τα πηγαινέλα με τη λάντζα ήταν ολίγον ρίσκο. Το ποτάμι είχε πολλά κουράγια και δυό φορές τη μέρα τα νερά άλλαζαν πορεία. Είχε ισχυρό ρεύμα τόσο προς τα μέσα από τον ωκεανό που έκανε τα νερά να τρέχουν ανάποδα προς τα ανάντη, τόσο που, όσο γέμιζε το φεγγάρι έκανε την πλώρη μας να αφρίζει λες και ταξιδεύαμε. Όταν γύριζε προς τα έξω, το νερό που επέστρεφε, μαζί με τη ροή του ποταμού έκαναν να αφρίζει και η πρύμη.

 

Το τελευταίο βράδυ είχε ρομαντική πανσέληνο. Το ποτάμι άφριζε(24). Το επόμενο μεσημέρι θα φεύγαμε. Είχαμε αδειάσει όλη τη μάνα και περιμέναμε μια δυό μαουνιές για να κομπλετάρουμε(25).  Αγκαλίτσες στα ρέλια, «Θα με θυμάσαι καθόλου;» κι άλλα μελό μέχρι να πάμε κι εμείς κι αυτές παρακάτω… Ίσα να ξεγελιέται η μοναξιά μας και η μιζέρια τους. Λυσσιασμένα κρεβάτια του αποχαιρετισμού και το πρωί wash & go.

 

Πράγματι το πρωί μαζέψαν τα μπογαλάκια τους, και μετά το κοφιτάιμ των δέκα επέστρεψαν στη βάση. Μόλις που προλάβανε. Το ρεύμα είχε μπατάρει προς τον ωκεανό. Από τη γέφυρα που ετοιμαζόταν σιγά σιγά για τον απόπλου, βλέπω τη μάνα να γυρεύει να ανοίξει μ΄ ένα απότομο στρίψιμο, και μπίνν, μπάμ, να σπάνε πρώτα τα κουτούκια και μετά οι κάβοι ένας ένας που μας δένανε μαζί της. Σε κάθε σπάσιμο τρώγαμε κι ένα τράνταγμα κι ένα τελευταίο προς τα μπρός σαν να βρήκαμε σε τοίχο. Μετά σπάσανε κι οι πρυμιοί κάβοι που μας δένανε με την  πρυμιά τσαμαδούρα. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας στο δρόμο του κάβου που έσπασε πρώτος γιατί μετά όλοι χώθηκαν στα αποθηκάκια στη βάση των γκρενιών (στα mast house), ή στο κομοδέσιο, στο καμπούνι, από την άλλη μεριά του αμπαριού περιμένοντας να περάσει το κακό. Δε βάστηξε ούτε πέντε λεπτά, αλλά τρία στα τέσσερα σκοινιά του βαποριού ήταν σπασμένα γιατί, με το να δώσομε κάβους και κουτούκια στη μάνα είχαμε χρησιμοποιήσει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και μάλιστα δε κάποια χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο άκρα του κάβου που είχαν γάσα. Η μηχανή ευτυχώς είχε ετοιμαστεί για απόπλου και είχε ατμό(26) και την βάλαμε μπροστά και με dead slow astern και slow astern(27) κρατιόμαστε στη θέση μας μέχρι να δούμε τι  θα κάνουμε.

 

Επικοινωνίες με τη μάνα που είχε πάθει κι εκείνη. Τι συνέβη: Με την απεργία στα ορυχεία, δεν κατέβαιναν φορτία, κι όταν έληξε κατέβαιναν λίγα μέχρι να επανέλθουν στους ρυθμούς τους. Ωστόσο, εμείς φορτώναμε από τη μάνα που δεν συμπλήρωνε, με αποτέλεσμα να γίνει μπαούλο. Στο τέλος την είχαμε αδειάσει τελείως και περιμέναμε την τελευταία μπάριζα να μας κομπλετάρει. Εμείς πατημένοι, μας έλειπαν κάτω από 3000 τόνοι από τους 33000 που θα παίρναμε, εκείνοι άδειοι όταν το ρεύμα φούσκωσε με όλα τα κουράγια του (πανσέληνος είπαμε αποβραδίς), και επιπλέον και τη ροή του ποταμού, τους τόστριψε, έσπασε τις καδένες  από τις δύο άγκυρες, μια πλώρα μια πρύμα διαγώνια και το βαπόρι ευθυγραμμίστηκε απότομα ανάμεσα στις άλλες δύο που απόμειναν. Αυτό άνοιξε το κενό ανάμεσά μας κι άρχισαν να σπάνε οι κάβοι. Στη πραγματικότητα εκείνο έφυγε από μας. Εμείς μόνοι μας φύγαμε προς τα μπρός λευτερωμένοι από το άλλο, κόψαμε και τους πρυμιούς κάβους και κουτουλήσαμε στην πλωριά τσαμαδούρα μέχρι που μας σταμάτησε η άκυρα που είχε έρθει στο πλάι και προς τα πίσω σαν να ήταν σπρινγκ.

 

Δεν θα κομπλετάραμε. Κλείσιμο τα αμπάρια και να φύγουμε. Οδηγίες από τον άλλο καπετάνιο. «Κράτα μέση στο ποτάμι, βάρδαρε 2 στάδια(28) τις γαριδόμαντρες, κι έρχεται πιλοτίνα(29) στο δρόμο να σου δώσει τα clearance από το Λιμεναρχείο. Ό,τι χαρτί σου λειφτεί, Cargo Manifest και τα ρέστα, θα το πάρεις στο Corpus Christi από τον ατζέντη. Θα πάνε εκείνα πριν από σένα». Γενικός δερβέναγας είπαμε.

 

Κάναμε πίσω κι άλλο, ξεμπλέξαμε και πήραμε πάνω την άγκυρα και δρόμο. Στα μισά μας πρόλαβε μια πιλοτίνα, της ρίξαμε βιλάι, μας έδεσε σε μια σακούλα ό,τι χαρτιά ήταν να μας δώσει χωρίς να σταματήσουμε και πάμε παρακάτω. Είχα μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή και άδειασα το φιλμ τραβώντας τους σπασμένους κάβους και τις γρατζουνιές που έκαναν καθώς χτυπούσαν στο πλοίο, για λογαριασμό του καπετάνιου.

Σπατσαμέντο εν κινήσει. Την άλλη μέρα άρχισε το συμμάζεμα. Να δούμε πόσοι κάβοι βγαίνουν από τα αποκόμματα, να ματιστούν όσοι ματίζονται, να γίνουν γάσες σε όλους για να ‘χουμε να δέσουμε στην Αμερική που θα μας φέρνανε καινούργιους. Ωστόσο, μάνικα με θάλασσα  να πλυθεί το βαπόρι από τους βωξίτες και μετά με λίγο γλυκό νερό τα μέρη που θέλανε βάψιμο. Είχαμε μιάμιση μέρα που φύγαμε όταν κάποιος παρατήρησε πως το βαπόρι ήταν έμπλωρο(30), κοινώς μπρουμούτιζε. Φαινόταν κι από το ότι πήγαινε λίγο πιο αργά από το κανονικό. Πήγε ο γραμματικός να δει κι ανακάλυψε πως, όταν κουτουλήσαμε με την πλωριά τσαμαδούρα την γυρίσαμε ανάποδα και το σίδερο που προεξέχει από κάτω μας έκανε μια τρύπα στο φορπικ(31). Δεν ήταν μεγάλη αλλά έμπαζε νερά μια κι ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και γι αυτό μπρουμουτίσαμε. Άδειασμα με τις αντλίες να ισιώσομε και κάθε μέρα μέχρι το Corpus Christi, την αδειάζαμε για να ξαναπάρει νερά τη νύχτα. Όταν θα ξεφορτώναμε που θάταν το βαπόρι ψηλά, θα το σουζάραμε με τη σαβούρα  να βγει η τρύπα πάνω απ΄ το νερό να την κολλήσομε. Δεν ήταν και τόσο χαμηλά για να ρίξουν τσιμέντο ταχείας πήξεως(32) μέχρι να τη σκεπάσει.

 

Έτσι τραβηχτήκαμε μέχρι το λιμάνι. Μόλις φτάσαμε στο Σώμα του Χριστού, ο καπετάνιος μου έδωσε λεφτά να πάω με ταξί στην πόλη να του εμφανίσω δυό φορές το φιλμ με την καταγραφή των ζημιών και να πάρω καινούργιο. Η Αμερική ήταν Αμερική. Εμπορικά κέντρα για ψώνια, ωραία μπαρ, μουσικές, ζέστη, και λόγω γειτνίασης με το Μεξικό πολλοί ισπανόφωνοι. Περνούσε γρήγορα ο καιρός γιατί είχε βγει ήδη το επόμενο ναύλο. Πορτ Κάιζερ στη Τζαμάικα να φορτώσουμε αλουμίνα για  Δουνκέρκη, Γαλλία. Άψογα και στο βάθος Ευρώπη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σπατσαμέντο: Η διαδικασία για το κλείσιμο των αμπαριών μετά το πέρας φόρτωσης ή εκφόρτωσης και η προετοιμασία για τον απόπλου.

2. Αμπαριάτικα: Για τον καθαρισμό και τη συντήρηση των αμπαριών μεταξύ εκφόρτωσης και φόρτωσης δίνεται (ακόμα άραγε;) ένα ποσό που μοιράζεται στο πλήρωμα της κουβέρτας.

3. Μπόνκερ (Bunker): Ανεφοδιασμός σε καύσιμα, κατά λέξη ανθράκευση. Από την (υπόγεια) καρβουναποθήκη ονομάσανε και το καταφύγιο – αμπρί.

4. Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν, Βιετνάμ, εισάγουν πρώτες ύλες με Bulk Carriers (τα και σκατοκουβαλίστρες), και εξάγουν έτοιμα προϊόντα με κοντεινεράδικα (και αυτοκινητάδικα)

5. Επίσημα boatswain αλλά και bosun, ο ναύκληρος (λοστρόμος) γίνεται boss και καλείται μπόσης που τα περιέχει όλα.

6. Πούπι (poop) ή κάσσαρο ελληνιστί επίστεγο: Στα παλιά πλοία ήταν η υπερκατασκευή στη πρύμη. Στα νεότερα είναι ο αποθηκευτικός κάτω από το κατάστρωμα της πρύμης.

7. Το μεγάλο από τα καράβια του Μαγγελάνου ήτανε 140 τόνοι κι ένα μέτριο βαπόρι σημερινό σαράντα πενήντα χιλιάδες, οπότε καΐκι.

8. Η μάσκα είναι η πλευρά της πλώρης κι ο καιρός στη μάσκα είναι όταν έρχεται από μπροστά αλλά υπό γωνία όχι κατάπλωρα. Δευτερόπρυμος είναι όταν έρχεται υπό γωνία στην πρύμη. Σε δυνατούς καιρούς αποφεύγεται με αλλαγή πορείας να έρχεται ο καιρός από το πλάι λόγω έντονων διατοιχίσεων (μπότζι), και φροντίζεται για λιγότερη καταπόνηση του πλοίου, να έρχεται ή στη μάσκα ή δευτερόπρυμος.

9. Το φαξιμάιλ (facsimile) ουσιαστικά είναι (ήταν;) μια μορφή φαξ που μέσω ασυρμάτου λάμβανε σε ειδικό χαρτί (που η μια του όψη είχε σκόνη μέταλλου έτσι που με μια ακίδα που το σάρωνε να καίγεται σχηματίζοντας) εικόνες, εν προκειμένω χάρτες καιρού που εξέδιδαν διάφορες υπηρεσίες. Για τον Ειρηνικό παίρναμε δελτίο από τη βάση των Αμερικάνων στο Γκουάμ που, στην μεγάλη του έκδοση έφτανε μέχρι το τακούνι της Ιταλικής μπότας στα δυτικά και στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ από την άλλη, κι έτσι βλέπαμε και τον καιρό της Ελλάδας.

10. Σουέλ (swell) ή αποθαλασσία ή και καραντί: Ο κυματισμός που προκαλείται από κάποια καταιγίδα κάπου μακριά και ταξιδεύει μέχρι να σβήσει αφού στην ανοιχτή θάλασσα δεν έχει στεριές να τον ανακόψουν. Κύμα βουβό (χωρίς κορυφές) χωρίς άνεμο, συχνά μεγάλο σε ύψος και μήκος που ταλανίζει το πλοίο.

11. Νάφτεξ – NAVTEX(NAVigational TEleX): Συσκευή που λαμβάνει και εκτυπώνει (σε θερμικό χαρτί) αυτόματα ειδοποιήσεις για διάφορα που αφορούν τη ναυσιπλοΐα (σβήσιμο φάρων, ναυάγια, εκρήξεις ηφαιστείων, αποκλεισμός περιοχών στη θάλασσα, δελτία καιρού, κλπ κλπ) που τις εκδίδουν οι υδρογραφικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της περιοχής όπου αναφέρονται.

12. Γκόβερνορ (Governor): Ρυθμιστής στροφών. Μηχανισμός που φροντίζει ώστε όταν η προπέλα βγει έξω από το νερό, πού δεν βρίσκει πια αντίσταση, να μην ανέβουν οι στροφές της και προκαλέσει ζημιά.

13. Καμπούνι ελληνιστί πρόστεγο: Η υπερκατασκευή στην πλώρη, κάποτε εντευκτήριο των ναυτών, τώρα αποθηκευτικός χώρος για εργαλεία και υλικά της κουβέρτας και γραφείο του λοστρόμου.

14. Ανέμη είναι το βίντζι που τυλίγει και ξετυλίγει τους κάβους. Υπάρχουν σε κάθε ανέμη από ένα ή δύο κάβοι μόνιμα τυλιγμένοι πάνω τους και από δύο ανέμες σε πλώρη και πρύμη.

15. Βιλάι (heaving line): Το σκοινί με τον κόμπο στην άκρη που πετάνε από το βαπόρι για να δώσουν κάβο στη στεριά ή στο άλλο βαπόρι.

16. Όταν τα ισχυρά ρεύματα όπως το γκολφστριμ περνάνε δίπλα από τη στεριά, δημιουργείται αντίρευμα από το νερό που εκτοπίζεται (κάτι σαν το αντιμάμαλο), με κατεύθυνση αντίθετη από κείνη του κυρίως ρεύματος.

17. Ο Οδυσσέας Γκραντ κι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος απεικονίζονται στα χαρτονομίσματα των 50 και 100 δολαρίων αντίστοιχα.

18. Windward και Leeward Islands αντίστοιχα, ένα κολιέ από νησιά που χωρίζουν την Καραϊβική από τον Ατλαντικό.

19. Τον Ιούλιο του 1995 εξερράγη το ηφαίστειο που είναι στο νησί Μονσεράτ, κι ακόμα δεν έχουν συνεφέρει από τότε. Εμείς περάσαμε ένα χρόνο μετά κι η ειδοποίηση ήταν πως κάπνιζε απειλητικά.

20. Εδώ το βαρδάρω με την έννοια του απομακρύνομαι (από το πρόσταγμα «βάρδα»).

21. Εξηνταπεντάρι δλδ χωρητικότητας 65.000 τόνων με εφτά αμπάρια.

22. Στο δέσιμο, κάβος λέγεται το σκοινί που δίνεται από την πλώρη ή την πρύμη υπό γωνία στην κάθετο του πλοίου για να το φέρει και να το συγκρατήσει στο μόλο (ή όπου δένει). Σπρινγκ είναι το σκοινί που φεύγει παράλληλα με το πλοίο και το συγκρατεί στο μπρος πίσω κατά τον διαμήκη άξονα. Τα κάθετα στο πλοίο σκοινιά που συχνά δίνονται και από τη μέση του πλοίου για να το δέσουν σφιχτά στο ντόκο (ή όπου) λέγονται κουτούκια.

23. Μπήκα στο Google maps (και στο Earth) για να ξαναδώ το μέρος και ανακάλυψα ότι υπάρχει ακόμα τερματικός σταθμός φόρτωσης βωξίτη, αλλά τον έχουν πάει πιο έξω, μετά τις γαριδομάντρες. Φαίνεται πως δεν αρέσει ο βωξίτης στις γαρίδες. Έχει και φωτογραφίες σύγχρονες, με ένα βαπόρι που φορτώνει βωξίτη, χωρίς μάνα αλλά μ΄ ένα πλωτό γερανό που το φορτώνει από μια (καινούργια) μπάριζα. Το βαπόρι της φωτογραφίας είναι ελληνικό (με σημαία Λιβερίας) περίπου 30-35.000 τόνων, μ΄ εκείνα τα κάγκελα στα πλαϊνά της κουβέρτας για να μπορεί να φορτώσει χαβαλέ ξύλα.

24. Η μέγιστη ένταση στα παλιρροϊκά φαινόμενα παρατηρείται κατά την πανσέληνο και (λιγότερο) στη νέα σελήνη, λόγω βαρυτικής έλξης της Σελήνης στα νερά της Γής. Η ελάχιστη στα τέταρτα (πρώτο και τελευταίο).

25. Κομπλετάρισμα: Η πλήρης φόρτωση του συμφωνηθέντος φορτίου. Συχνά σημαίνει συμπληρώματα στα ήδη γεμάτα αμπάρια από λίγο, για λόγους ευστάθειας.

26. Ο ατμός είναι η «μίζα» που βάζει μπροστά την κύρια μηχανή του πλοίου, τη σταματά και την αναστρέφει όπου χρειάζεται.

27. Dead Slow Astern: Η ελάχιστη δυνατή ταχύτητα προς τα πίσω, όσο που να κινείται το πλοίο. Slow Astern: Ήρεμα πίσω δηλ. πολύ αργά προς τα πίσω. Η μηχανή και η προπέλα γυρίζουν ανάποδα, για ελιγμούς σε απόπλου και κατάπλου. Εδώ χρησίμευε για να εξισορροπεί το ρεύμα και να συγκρατεί το πλοίο στη θέση του.

28. Στάδιο: 1/10 του ναυτικού μιλίου περίπου 185 μέτρα. Με το μάτι μια βαποριά περίπου (ένα μήκος πλοίου).

29. Πιλοτίνα (pilot boat): Ταχύπλοο που φέρνει και παίρνει τον πλοηγό στα βαπόρια. Άλλοτε ιδιαίτερο, άλλοτε του Λιμενικού ή της Ακτοφυλακής, ανάλογα πως είναι μοιρασμένες οι υπηρεσίες σε κάθε χώρα.

30. Όταν η πλώρη του πλοίου είναι πιο χαμηλά από την πρύμη, (βουτάει με τη μούρη) το πλοίο είναι εμπλωρο, όταν αντίθετα η πρύμη είναι πιο χαμηλά είναι έμπρυμο. Φυσιολογικά πρέπει να είναι κάνα δυό ποδάρια έμπρυμο (30-60 εκ να γέρνει προς τα πίσω) για να ταξιδεύει χωρίς απώλειες. Αν σε ακινησία είναι ίσιο, μόλις ξεκινήσει η προπέλα, κάθεται κάνα ποδάρι η πρύμη.

31. Fore peak tank: Πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης δηλαδή μια δεξαμενή κάτω από την πλώρη που γεμίζει νερό στο σαβούρωμα για ευστάθεια κατά μήκος.

32. «…σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά…» Ν. Καββαδίας Το καραντί. Στα ποστάλια κάποιας ηλικίας που χρόνια πηγαινόφερναν τον κόσμο στα νησιά του, όλη νύχτα δούλευε η μπετονιέρα…

 

Posted in Αμερική, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Πετούν και μας ψεκάζουν (διήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, και πιο πρόσφατα δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου.

Σήμερα παρουσιάζω ένα δικό του διήγημα, πολιτικής φαντασίας θα το έλεγα. Βέβαια, το παιγνιώδες ύφος παραμένει, όπως και τα εξαιρετικά λογοπαίγνια, από την αρχή ως το τέλος. Eγώ έβαλα μόνο τη φωτογραφία του δρόνου.

Πετούν και μας ψεκάζουν

«Δις-κλαίει-μηρόν» :  Αντενδείκνυται για τους μισούς αναγνώστες, αλλά επειδή δεν τους ξέρω όλους τους, δεκτό και το βρίσιμο αν θίχτηκαν κάποιοι, μια και το ‘κάνω χιούμορ’ είναι ανεπαρκής δικαιολογία.

Ήταν εννιά και τέταρτο το πρωί όταν ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην ταράτσα. Ήταν λιακάδα αλλά με κάποια ψύχρα εκεί πάνω. Από τις σκάλες κατέβηκε στον πέμπτο, πήρε το ασανσέρ για το ισόγειο και βγήκε στο δρόμο. Ότι που άρχιζε η πρωινή κίνηση στην πολυκατοικία. Θεωρούσε εξυπνάδα του να μένει σε πολυκατοικία γραφείων. Δεν ενοχλούσε, δεν τον ενοχλούσαν κι ήταν και σχεδόν στο κέντρο. Ο δρόμος είχε ακόμα σκιά. Εκεί έβλεπαν τον ήλιο μετά τις 11. Κατηφόρισε. Στον δεύτερο του απέναντι, η κυρία Ελισάβετ κοσκίνιζε στο μπαλκόνι την άμμο από ένα κουτί της γάτας. Σήκωσε κεφάλι και χέρι και την καλημέρισε για να του επιστρέψει μια μισόξινη «..λημέρα». Από τότε που έμαθε πως τη βάφτισε «γατομμυριούχα» για τις έξη γάτες της, του μιλούσε μόνο υποχρεωτικά κι εκείνος χαιρόταν που στραβομουτσούνιαζε όποτε την χαιρετούσε.  Δυο γωνιές παρακάτω σταμάτησε, πήρε δυό καφέδες και τράβηξε για το εστιατόριο παρακάτω να πιεί πρωινό καφέ με το Μάκη πού ξεκινούσε εκείνη την ώρα τις προετοιμασίες  για τα μεσημεριανά και κάποια βραδινά. Πέρασε μπροστά από το «Άρτος, Γαλακτοκομικά, …, …, Καπνός-Τσιγάρα» κι ο Γιάκωβος ο Θρακιώτης στο ταμείο έκανε πως δεν τον κοίταξε από τη τζαμόπορτα που πήρε καφέ απ’ αλλού. Εκείνος ένιωσε το βλέμμα στο σβέρκο του έτσι όπως ένιωνε και το δήθεν αδιάφορο βλέμμα των μπάτσων. «Πρέπει να ’ναι ρουφιάνος» σκέφτηκε για πολλοστή φορά, αλλά δεν έδωσε σημασία και προχώρησε.

 

Στην πόρτα του «Εστιατόριον – Ταβέρνα   Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» κοντοστάθηκε. Το σκουτεράκι του Μάκη έλειπε αλλά η πόρτα άνοιξε. Προχώρησε μέσα, ακούμπησε τους καφέδες στο πάσο κι έκατσε.

«Πού ‘ναι ρε το μηχανάκι σου; Στο κλέψανε;»

«Καλημέρα, είπαμε!»

Ο Μάκης, διπίθαμος και αεικίνητος, πήρε τον καφέ του μέσα και συνέχισε τα κοψίματα.

«Όχι ρε, μου το ‘ριξε προχτές το βράδυ ο αέρας και μου ‘σπασε τον καθρέφτη, ένα φλάς και λίγο από  πλαστικά και το πήγα να το σουλουπώσουν. Όποτε φυσάει πιο δυνατά μου το ρίχνει, αλλά τούτη ήταν καλή.»

«Η αβάσταχτη ελαφρότητά του είναι. Πάρε κάνα πιο μεγάλο να κρατιέται.»

«Το ξέρω, αλλά έλα που είναι βολικό και χώνεται. Το πρωί για μέσα στην αγορά είναι τέλειο. Μέχρι μέσα στα μαγαζιά μπαίνω.»

Από τη μισάνοιχτη πόρτα άκουσαν τις φωνές του Γιάκωβου.

«Με ποιόν τά βαλε πάλι ο παλαβός;» ρώτησε ο Μάκης από την κουζίνα.

«Δεν έχει σημασία, φτάνει κάτι να ‘χει για να τρώγεται και να φωνάζει.»

«Είναι κι αδελφόθεος ή μου φαίνεται;»

«Έ;»

«Είναι θεούσος με τους σταυρούς και τα εικονίσματα, αλλά είναι και μια κουτσομπόλα… Άπαπα! Μη σε πιάσει στο στόμα του! Σαν κάτι κακές αδερφές! Μόνο να κατηγοράει, όποιον και να ‘ναι. Ά ναι! Και να κάνει και αποκαλύψεις! Ξέρει εκείνος!  Χειρότερα κι από κάποιους του σιναφιού σου που βγαίνουν στην τηλεόραση. Εγώ σου λέω πως το ψιλοπάει…»

«Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει τι κάνει στο κρεβάτι του. Μαγκούφης είναι, ποιόνε να ‘χει να τσακώνεται… θα νιώθει και τίποτας που ξέπεσε στο general store, και πρέπει να βρίσκει κάποιο τρόπο να τους μειώσει όλους για να φανεί σπουδαίος. Κακογερνάει και, κάνει και χάλια καφέ…»

«Ποιος τον γαμεί αυτόνα. Πολύ ασχοληθήκαμε! Για δες εδώ τι γίνεται!» κι έγνεψε από το πάσο που είχε βγει, προς το δρόμο.

Μια ζουμερή γειτόνισσα περνούσε έξω από τη τζαμαρία.

«Ξαπλώσου στο ταψί, ξαπλώσου στο ταψί…» τραγούδησε φωναχτά ο μάγειρας.

«Πού θα βρεις ταψί να με χωρέσει ρε μπασμένο;» τον αντιπείραξε γελώντας εκείνη.

«Μπασμένο, μπασμένο αλλά το κοντοσούβλι ξέρεις από πού βγήκε;»

«Ξέρω πού μπήκε! Πάω να πληρώσω τη δόση του δάνειου» σοβάρεψε εκείνη και τάχυνε το βήμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοπαίγνια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: | 134 Σχόλια »

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτωβρίου, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 208 Σχόλια »