Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Gpointofview’

Passing through… (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν στα μέσα Μαΐου κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Tο διήγημα ανήκει στη σειρά «Καθ’ όναρ, καθ’ ύπαρ», που θα πει Στον ύπνο και στον ξύπνιο, όπως και άλλα διηγήματα του Τζι που έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο (το πιο πρόσφατο)

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι και το σημερινό συνδέεται με τραγούδι, ήδη από τον τίτλο, αλλά και με μιαν ακόμα αγάπη του Τζι. Όχι τη θάλασσα, τις γάτες.

Κατ΄όναρ, καθ’ ύπαρ (5)  Passing through

Αντί προλόγου

Στον ύπνο και στον ξύπνιο…

Ηταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, θυμήθηκα πως βγήκα απ’ τα όνειρά μου.

Τα όνειρα πια βαστάνε λίγο, ό,τι προλάβεις να ζήσεις μέσα σ’ αυτά.

Είχα ένα ραντεβού με την πρωταγωνίστρια του βιβλίου του πιο αγαπημένου μου συγγραφέα.

Ηταν σαν ηθοποιός, έπαιζε όποιον ρόλο της ζητούσα, θυμήθηκα όλες τις καλές και τις κακές στιγμές σε όλο το ρεπερτόριό της.

Αρνήθηκε όμως να παίξει τον εαυτό της.

Είναι πολύ νωρίς, μου είπε, δεν γέρασα ακόμα…

Με πήρε ο ύπνος ξανά… περιμένοντας να γεράσει.

I saw Adam leave the garden
with an apple in his hand
I said «»Now that you’re out, what are you gonna do?»»
He said «»Plant some crops and pray for rain,
maybe raise a little Cain
I’m an orphan now and I’m only passing through»»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Διηγήματα, Συνεργασίες, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 66 Σχόλια »

Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε.

1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι

Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. 

 – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! 

 – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. 

 Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του  Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Δυο «ιστορίες με αλάτι» (δυο διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι το καλοκαίρι, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Σήμερα θα δούμε δυο διηγήματα που ανήκουν στη σειρά «Ιστορίες με αλάτι». Όπως λέει ο Τζι είναι «μικρές στιγμές από την ζωή κανονικών, καθημερινών ανθρώπων που δεν μπήκαν ποτέ στο κάδρο της επικαιρότητας. Κατά την γνώμη μου δικαιούνται κι αυτοί τα 15 λεπτά τους στη διασημότητα, όπως έλεγε ο Αντυ Γουόρχολ».

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, και συγκεκριμένα το Sapore di sale (Γεύση από αλάτι) του Τζίνο Πάολι. Το βάζω ανάμεσα στα δυο διηγήματα.

Το αλάτι, ο μπάρμπα-Αντρέας και οι αστακοί

Δεν του άρεσαν οι ρηχές παραλίες, εκεί που το κύμα σβήνει γλυκά στην αμμουδιά. Ηθελε βράχια χαμηλά νάναι το σύνορο ανάμεσα από την ξηρά και το υγρό στοιχείο και μόνο το παιχνιδιάρικο το κύμα να καταργεί το σύνορο με τις μικρές σταγόνες. Τότε, σαν οι σταγόνες βρίσκανε λακούβα πλατειά και χαμηλή, με τον καιρό και με τον ήλιο το αλάτι γίνονταν, πιο αλμυρό και γευστικό απ’ τα συνηθισμένα κι αλλιώτικα κρυσταλλωμένο. Το μάζευε πιτσιρικάς τα καλοκαίρια και τόγλειφε τις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που δεν περπάταγε στ’ αγαπημένα βράχια, τόχε πολύτιμο για να το χαραμίσει στο φαΐ.

Μεγάλος τώρα, με πίεση αρτηριακή και συμφραζόμενα δεν έβαζε αλάτι στο φαΐ του μα κάθε φορά που τόβρισκε ανάμεσα στα βράχια, μάζευε λίγο με τον δείκτη ή με τον δάκτυλο τον μέσο και τόγλειφε να θυμηθεί τη γεύση του. Ετσι και τώρα έβγαλε ένα κομματάκι…

Sapore di sale….
un gusto un po amaro di cose perdute
( μια γεύση από αλάτι…μια επίγευση λίγο πικρή για όσα χάθηκαν )

Σ’αυτά που χάθηκαν κι ο Μπαρμπαντρέας, ο ψαράς, Σμυρνιός την καταγωγή και πολλά μορφωμένος περί την ψαρική την τέχνη, ήρθε με την μικρασιατική καταστροφή και ρίζωσε στον τόπο. Εμενε λίγα σπίτια παραπέρα από το δικό του κι ήταν ο πρώτος που τον πήρε στην βάρκα του να τον μυήσει στης θάλασσας τα κόλπα, θάταν δεν θάταν έξη χρονών. Βαρκάκι εξάπηχο χωρίς μηχανή, μόνο λατίνι και κουπί είχεν ο Μπαρμπαντρέας και μ’ αυτό όργωνε τις ψαροτοπιές του κόλπου εκτελώντας τις παραγγελιές της γιαγιάς του :

«Τι θέλεις κυρά-Λένη ; Συναγρίδα θέλεις ή κάνα ροφό ; Μην πάλε πεθύμησες αστακό ; Πες μου εσύ τι θες κι αύριο θα τόχεις «.

Τα χρόνια του πενήντα, τα νερά ήσαντε ατρύγητα κι αν ήξερες μέρη κι εποχές πήγαινες για στείρες και ροφούς με τη συρτή ή για σαργούς και λεθρίνια με το παραγάδι ή και για χανόπερκες μεγάλες με την καθετή. Αυτό το ψάρεμα έκανε με τα πιτσιρίκια όποτε τάπαιρνε μαζί του, ήταν το πιο εύκολο και το πιο κοντινό. Πρώτα πλάνευε κανένα μικρό χταποδάκι μέσα στο λιμάνι, τόκοβε κομματάκια για δόλωμα και μετά έλαμνε μέχρι τον τόπο κι αμόλαγε τις καθετές. Σκληρό δόλωμα το χταπόδι, το τσιμπάγανε τα γύλια μα δεν έφευγε απ’ τ’ αγκίστρι μέχρι νάρθει η πέρκα  ή ο χάνος με το μεγάλο στόμα και να το καταπιεί. Καμιά φορά πιανότανε και καμιά τσιπούρα μεγάλη κι ήθελε τέχνη να την βγάλεις επάνω με την λεπτή την μεσηνέζα και το μικρό τ’ αγκίστρι. Τον είχε δει να παλεύει κοντά μια ώρα με μια, ίσαμε δυο οκάδες πράμα, μέχρι να την σκάσει και να την βγάλει φούσκα στον αφρό απ’ όπου την εμάζεψε με την απόχη.

Σαν τέλειωνε το ψάρεμα, έβαζε τα ψάρια στο καλάθι και πέρναγε πρώτα απ’ την γιαγιά του να διαλέξει ποιά ήθελε και μετά πήγαινε στον μανάβη για πούλημα. Δεν ήταν μόνο η εκτίμηση που είχε στην γιαγιά του αλλά και η ανάγκη : άνυδρο το μέρος και τα πηγάδια γλυφά, μόνο όσοι είχανε στέρνα πίνανε γλυκό νερό και διατηρούσανε τις γλάστρες με τις ορτανσίες και τις μπιγκόνιες, το γλυφό νερό τις ξέραινε. Ο Μπαρμπαντρέας έστελνε τη γυναίκα του τη θειά Βιολέττα με τον κουβά όποτε είχε ανάγκη από γλυκό νερό κι η υποχρέωση ήταν μεγάλη. Η στέρνα ήταν στο υπόγειο του σπιτιού, βαθειά μέσα στο χώμα, μ’ ένα μικρό χέλι μέσα και πλάκες από μέταλλο για την υγεία του νερού. Δροσερό έβγαινε το βρόχινο νερό που μάζευαν τα κεραμίδια του σπιτιού κι ακούγονταν ήχοι απόκοσμοι από την ηχώ του χώρου, σαν χτύπαγε  το χαρανί στα πέτρινα τοιχώματα κατά την διαδρομή του.

Σαν έφτασε η δεκαετία του εξήντα, τα βαρκάκια απόκτησαν μηχανή και οι ψαράδες πληθύνανε. Επιασε κι ο κόσμος λεφτά κι άρχισε να ζητάει ψάρι σαν πιο υγιεινή τροφή. Γέμισε ο τόπος δίκτυα και παράνομους «ευκόλου αλιείας» όπως λέγανε οι λιμενικοί όσους ψαρεύανε με δυναμίτη ή φλόμο. Ηρθε κι η τράτα κι έσκαψε το βυθό του κόλπου χαλνώντας προαιώνιες ψαροφωλιές και τόπους όπου γένναγαν τα καλαμάρια. Το ψάρι λιγόστεψε κι ο Μπαρμπαντρέας βάρυνε κι έβαλε συνεταίρο και γραμμάτια σε βάρκα μεγαλύτερη, με ντήζελ μηχανή. Ξανοίγονταν τώρα σε τόπους πιο μακρινούς γιατί στα κοντινά τα μέρη ήσαντε πολλά τα εργαλεία και το ψάρι λιγοστό. Τα μάτια δεν τον βοηθάγανε πολύ πιά, ούτε τ’ αφτιά του, άρχισε νάχει περισσότερη εμπιστοσύνη σε όνειρα κι οράματα παρά σ’ αυτά που έβλεπε μεσ’ στην θολούρα του καταρράκτη του ή άκουγε στο βουητό των  αφτιών του.

Ενα πρωΐ σαν ξύπνησε, νωπή είχε ακόμα την μνήμη απ’ τ΄όραμά του, μια μαυροντυμένη άγια γυναίκα τούπε να ρίξει τα δίχτυα του στα βαθειά νερά, σε μέρος πούχε βούρκο. Ο Μπαρμπαντρέας ήτανε σίγουρος πως η Αγία Παρασκευή είχε έρθει στ’ όνειρό του. Ο συνεταίρος του ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε, θα πάει χαμένη η μέρα κι ο κόπος, έλεγε. Ιδρωσε να τον πείσει ο Μπαρμπαντρέας αν κι αυτός ήξερε πως στον βούρκο ψάρι δεν πολυπερπατάει αλλά είχε εμπιστοσύνη στ’ όνειρο. Βαρειά ερχόντουσαν τα δίκτυα και τα συνεταιράκια απορούσαν τι ψάρια νάχανε πιάσει στην βουρκάδα, μέχρι να τα βγάλουν στην επιφάνεια. Ούτε στα πιο τρελλά ονειρά τους δεν τόχαν φανταστεί ! Καμμιά διακοσαριά αστακοί ήταν μπλεγμένοι στα μανά τους. Δεν ήταν δυνατόν να γυρίσουν στο χωριό με τέτοια ψαριά, ξανάριξαν τα δίχτυα τους στον τόπο και τράβηξαν για την μεγάλη πολιτεία, τρείς ώρες με την βάρκα, να ξεπουλήσουν. Γύρισαν πτώμα και γεμάτοι λεφτά. Την επόμενη μέρα τα ίδια. Αλλοι διακόσιοι αστακοί περίμεναν να τους ξεψαρίσουν από τα δίχτυα, ξαναπήγαν στην πολιτεία για πούλημα και τα γραμμάτια ξεπληρώθηκαν. Την τρίτη μερα μια δυσάρεστη έκπληξη τους περίμενε : όλος ο τόπος ήταν ζωσμένος με δίχτυα, οι άλλοι ψαράδες κάτι μυρίστηκαν. Για λίγες μέρες ακόμα η περιοχή έβγαζε ακόμα αστακούς, όχι διακόσιους την φορά αλλά πολύ λιγότερους, μετά σταμάτησε. Ηταν μια κάποια πληθυσμιακή έκρηξη στην περιοχή που δεν επαναλήφθηκε ποτέ ξανά, όσο ο Μπαρμπαντρέας έριχνε τα δίχτυα του, μέχρι να τον πάρει ο Χάρος. Ούτε από άλλους ψαράδες ξανακούστηκε τέτοιο περιστατικό.

Το θαλασσινό αλάτι έλιωσε μέσα στο στόμα του. Η θάλασσα είχε πάρει το σκούρο χρώμα της, αυτό που ταίριαζε με τις αναμνήσεις του και με την επίγευση τ’ αλατιού. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

 

Η κυρά Μαρία

Η κυρά-Μαρία ήταν μια ψηλή – 1,65 μ.- και όμορφη γυναίκα που γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Σε εποχές που ο μέσος όρος του ύψους δεν ξεπερνούσε το ενάμισυ μέτρο, το δικό της καθόριζε και την μοίρα της καθότι οι προτιμήσεις της έπρεπε να περιοριστούν στους διαθέτοντες ανάλογο ύψος άνδρες και να ευοδωθούν γιατί η τσαχπινιά της και οι σχετικά ανοιχτόμυαλοι γονείς της έδιναν μια ευκαιρία να διαλέξει σύζυγο, αλλά όχι δεύτερη. Μετά ακολουθούσε το προξενιό κι η γονική βούληση. Η Μαρία έκανε βόλτες στα βραχάκια της παραλίας του χωριού της πηδώντας σαν ζαρκάδι από το ένα στο άλλο και ψάχνοντας για λακκούβες ταϊσμένες με θαλασσινό νερό που άφηναν  το ίχνος τους σαν κρυσταλλικό αλάτι όταν το νερό εξατμιζότανε. Η γεύση του τρέλλαινε την Μαρία που κάπως έτσι φανταζότανε την γεύση του συντρόφου της.

Η εκλογή της Μαρίας ήταν σύντομη κι αποφασιστική. Οντας ελαφρώς ρομαντική και έχοντας όλες τις νεανικές ευαισθησίες διψασμένες, συγκινήθηκε σφόδρα από τις λογοτεχνικές ικανότητες ενός νέου που είχε όμορφο το πρόσωπο και κατάλληλο ύψος. Μοναδικό του ελάττωμα ήταν πως δεν είχε δημιουργηθεί επαγγελματικά ακόμη, τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντά του δεν τον άφηναν να επιλέξει μια σίγουρη δουλειά.

Οπως γινότανε την εποχή εκείνη, η προτίμηση της Μαρίας ήταν μια λύση στα επαγγελματικά του σχέδια. Στην κουβέντα με τον προσεχώς πεθερό του απαίτησε -και πήρε- για προίκα έναν επαγγελματικό χώρο και την επίπλωσή του, ένα χώρο που προοριζότανε για το καφενείο της αριστοκρατίας του χωριού, όπως και έγινε.  Αριστοκρατία βέβαια στο χωριό ήταν οι καραβοκύρηδες και οι καπετανέοι, η ναυτουριά περιορίστηκε στα υπόλοιπα καφενεία μαζί με τους άλλους εργαζόμενους.

Το κτίριο ήταν ψηλοτάβανο, εντυπωσιακό. Με καθρέπτες γύρω-γύρω ενώ τα τραπέζια περιμετρικά στους τοίχους άφηναν χώρο στο κέντρο για χορό ή και για άλλες εκδηλώσεις. Η Μαρία φανταζότανε τον άντρα της να απαγγέλλει κι αυτή γεμάτη περηφάνεια να κάθεται στην πρώτη γραμμή των επισήμων. Η πραγματικότητα έμελλε να την διαψεύσει οικτρά. Οι καπετανέοι πολύ λίγο καιρό ήταν στην στεριά κι όταν και εάν έβγαιναν εκεί σαν απόμαχοι, προτιμούσαν ν’ ατενίζουν από το σπίτι τους  την θάλασσα αναλογιζόμενοι τα παλιά, παρά την παρουσία τους στο καφενείο- πλην εορτών και εκδηλώσεων βεβαίως. Η υπόλοιπη αριστοκρατία δεν επαρκούσε να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού. Ετσι το υπηρετικόν προσωπικό απελύθη και η Μαρία ανέλαβε την δουλειά των τριών υπαλλήλων, το σκούπισμα, την προετοιμασία της παραγγελίας και την λάντζα. Ο σύζυγος ανέλαβε τον ρόλο του γκαρσονιού και διορίσθηκε άμισθος ανταποκριτής σε τοπικές εφημερίδες περιμένοντας μια αναγνώριση του ταλέντου του που ποτέ δεν ήρθε. Στο καφενείο ήταν το αφεντικό αλλά και το μοναδικό γκαρσόνι, μη έχοντας ούτε Κυριακή ούτε σχόλη.

Η καθημερινότητα στο καφενείο ήταν αρκετά σκληρή.  Νερό τρεχούμενο δεν υπήρχε κι ερχόταν με το χαρανί είτε από την στέρνα, το πόσιμο, είτε από το πηγάδι, το προοριζόμενο για την καθαριότητα. Το ψυγείο λειτουργούσε με πάγο αφού ρεύμα μόνο κάποιες ώρες του εικοσιτετραώρου υπήρχε. Καμινέτο ετοίμαζε τους καφέδες και τα γλυκά ψήνονταν στον φούρνο του χωριού, το πήγαινέλα ήταν στα καθήκοντα του συζύγου. Μόνο το υποβρύχιο, όπως έλεγαν ένα κουταλάκι βανίλια σερβιρισμένο σ’ ένα ποτήρι με κρύο νερό δεν απαιτούσε κόπο στην προετοιμασία.

Η ζωή της Μαρίας περιορίστηκε στο κουζινάκι πίσω από τον μπάγκο του καφενείου και στα δωμάτια ακόμα πιο πίσω ακόμα που ήταν η κατοικία τους. Μόνο το πρωΐ κατά τις δέκα που έκοβε η δουλειά είχε την ευκαιρία να κάνει μια βόλτα στα βραχάκια της θάλασσας, να ξεκουράσει  το βλέμμα της κοιτώντας μακριά, να μυρίσει το ιώδιο και να γευθεί το αγαπημένο της αλάτι από του βράχου τις σχισμάδες. Σαν ήρθαν τα παιδιά και η ελάχιστη αυτή απόδραση από την καθημερινότητα σταμάτησε.

Η οποιαδήποτε πνευματικότητά της τρίφτηκε μαζί με τα φλυτζάνια και τα νεροπότηρα στα βρωμόνερα της λάντζας κι εξαφανίσθηκε. Το βλέμμα της απέκτησε την παγωμένη αδιαφορία του ισοβίτη, αφού δεν ήθελε πια να βγει από το κουζινάκι της ούτε στην  αίθουσα του καφενείου. Από την αίθουσα φαίνονταν μόνο δυο χέρια που έβγαιναν από το κουζινάκι και άφηναν στον μπάγκο την παραγγελιά για να την βάλει στο δίσκο το γκαρσόνι- αφεντικό ή να πάρουν τα χρησιμοποιημένα πιατάκια και ποτήρια. Οποιος γνωστός ή συγγενής ήθελε να την δει, έπρεπε να μπει στο στενόχωρο κουζινάκι και να της μιλήσει ανάμεσα σε γκαζιέρες, ταψιά με γλυκά και την βούτα του νεροχύτη. Ακουγε τον επισκέπτη κουνόντας καταφατικά ή αρνητικά το κεφάλι της, την φωνή της την άκουγαν μόνο τα παιδιά της όπως τα φρόντιζε. Ισως είχε προσαρμοσθεί στις νέες συνήθειες του συζύγου της που είχε απωλέσει παντελώς την ακοή του κι είχε μάθει να διαβάζει τα χείλια του συνομιλητού του. Η συμβολή της Μαρίας σ’ αυτό πρέπει να ήταν μεγάλη και μια ακόμα απόδειξη πως στήριξε την επιλογή της κι ας αποδείχθηκε άτυχη.

Οταν τα παιδιά της μεγάλωσαν η Μαρία άφησε τον εαυτόν της να αρρωστήσει βαριά, μέχρι τότε απαγορευότανε. Εφυγε ήσυχα και δεν έλειψε σε κανέναν που δεν ήξερε τι υπήρχε μέσα στο μισοσκότεινο κουζινάκι του καφενείου.

Το καφενείο έκλεισε κι αυτό.

 

Posted in Διηγήματα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 134 Σχόλια »

Η Λορεντάνα (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτη, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και το προηγούμενο του Μαρτίου αλλά και το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτό αναφέρεται σε ένα γνωστό τραγούδι, στο Αντρέα του Φαμπρίτσιο ντ’ Αντρέ. Στο τέλος υπάρχουν το γιουτουμπάκι και τα λόγια του τραγουδιού (στα ιταλικά βεβαίως). Ο λόγος στον Τζι:

Κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ (3)  Η Λορεντάνα
                                                          Andrea aveva un amore, riccioli neri    Ο Αντρέας είχε μια αγάπη, μαύρα τσουλούφια
Andrea aveva un dolore, riccioli neri    ο Αντρέας είχε  μια θλίψη, μαύρα τσουλούφια

– Δεν θέλω να πεθάνω από ευτυχία, μ’ αρέσει η θλίψη που βγάζει η τσαπατσουλιά σου, την προτιμώ από την παγωμάρα που αναδύεται στα τακτοποιημένα ντουλάπια.

Κοίταξε τα μαλλιά της που κατρακύλαγαν στους ώμους της σε κυματιστές  μπούκλες, ποτέ δεν χρειάσθηκαν κτένισμα.

– Riccioli neri, θυμήθηκε ένα τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ.

– Τι είπες ;

– Τίποτα, κάτι δικό μου…

Κάτι τον έπνιγε, άνοιξε το παράθυρο. Βαριά γκρίζα συννεφιά απ’ έξω, λες και χύμηξε μέσα να καλύψει το κενό. Η Λορεντάνα θορυβήθηκε. Κούνησε το κεφάλι της σαν νάθελε να την διώξει. Τα μαλλιά της ακολούθησαν την κίνηση, κάποια τσουλούφια πέσανε στο πρόσωπό της, τα απομάκρυνε με τα χέρια της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Une mèche de cheveux (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ ενδιάμεσα είχαμε βάλει και δυο ποιήματά του και πριν από ενάμισι μήνα μια μη μυθοπλαστική συνεργασία για το Γαλαξίδι.

Το σημερινό διήγημα μου το έστειλε πριν από λίγες μέρες λέγοντάς μου «κορονοϊός διηγήματα κατεργάζεται» -και πάλι καλά. Ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και ένα προηγούμενο το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Για τους μη γαλλομαθείς ή/και για τους νεότερους, ο τίτλος του διηγήματος είναι και τίτλος ενός τραγουδιού του Ανταμό. Θα πει «μια τούφα απ’ τα μαλλιά» (της). Τον εξηγεί άλλωστε ο Τζι στο τέλος. Πρόσθεσα το γιουτουμπάκι. Αλλά εγώ δεν θα πω άλλα. Του δίνω τον λόγο:

Είναι κάποια τραγούδια που τα σιγοψιθυρίζω συνέχεια, ειδικά αν μου αρέσουν και τα λόγια. Κάποια στιγμή αρχίζω να πλάθω μια ιστορία μ΄αυτά, είτε στον ύπνο μου είτε στο ξύπνιο μου όταν αφαιρούμαι. Στο τέλος μπερδεύονται το όναρ με το ύπαρ και…

 

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

Je sentais ma mémoire prête à tout raconter   
Mais je connaissais l’histoire, j’ai préféré rêver… 

(ψυλιάστηκα πως το μνημονικό μου είναι έτοιμο ν΄αρχίσει το παραμύθι, μα γνωρίζω το στόρυ, προτιμώ να ονειρευτώ)

– Είσαι ο πρώτος και ο μόνος που αφήνω να χαϊδεύει τα μαλλιά μου, του είπε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των παλιών συνηθειών με τα καινούργια συναισθήματα. Αυθόρμητα το μυαλό του πήγε στην γάτα του, κι αυτή δεν δεχότανε χάδια από άλλον, τόσο πιστή κι ελεύθερη μαζί. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, είχε πολλή κίνηση στην εθνική οδό για να μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του. Ενα χαριτωμένο προφίλ φάνηκε, τα μαλλιά της ήταν πιο πίσω. Ηταν ένα από τα ατού της τα μαλλιά αλλά όχι το μόνο, γλυκό πρόσωπο και καλοφιαγμένο κορμάκι συνόδευαν ένα μάγκικο και εντελώς ευθύ  χαρακτήρα, σπάνιο πράγμα για γυναίκα κι ακόμα πιο σπάνιο,  διαμορφωμένο στα είκοσί της.    Δεν τον πείραξε που δεν είδε τα μαλλιά της, του έφτανε η αίσθησή τους στο δεξί του χέρι καθώς τυλίγονταν στο δάκτυλό του με μια περιστροφική κίνηση και ξετυλίγονταν με την αντίθετη φορά. Ηταν ίσια, καστανόξανθα και απίστευτα βαριά.                  

 

rol

Ηξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα. Ενα μήνα τώρα μαζί είχε δει πως τα είχε περί πολλού και είχε εκτιμήσει σωστά την φορά που ήρθε με βρεγμένα μαλλιά για να μην τον αφήσει να περιμένει στο ξαφνικό κάλεσμά του, ούτε μπορούσε να παραβλέψει την «θυσία» της όταν τον άφησε να κόψει μια τούφα δυο πόντους από τον χείμαρο που ξεχυνότανε στην πλάτη της. Φύλαξε το τρόπαιο ευλαβικά στην θήκη που σχημάτιζε το καπάκι του χρυσού ρολογιού τσέπης που είχε από τον παπού του, ένα πολύτιμο αντικείμενο γι αυτόν, μέσα σ’ ένα πολύτιμο αντικείμενο  για τους ρολογάδες και για όλο τον κόσμο… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Γαλαξιδιώτικες λέξεις -και μια ιστορία (μια συνεργασία του Gpointofview)

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι -το τελευταίο πριν από δυόμισι μηνες θα το βρείτε εδώ, όπου και λινκ προς τα προηγούμενα.

Αλλά τα διηγήματα δημοσιεύονται Κυριακή. Σήμερα, μέρα καθημερινή, έχουμε μιαν αλλιώτικη συνεργασία του -που όμως έχει και λογοτεχνική διάσταση, ή έστω αφηγηματική.

Ο Τζι έστειλε μια συνεργασία που εντάσσεται σε μιαν άλλη κατηγορία συνεργασιών που έχουμε καθιερώσει στο ιστολόγιο, με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας. Κι έτσι, αφού απο παιδί παραθερίζει στο Γαλαξίδι, κάθισε και συγκεντρωσε μερικές λέξεις που «τις λένε αλλιώς στο Γαλαξίδι απ’ό,τι στην Αθήνα». Θα προσέξετε ότι η αλιευτική και ναυτική ορολογία έχει παραπάνω από ευπρόσωπη παρουσία στο δείγμα.

Όμως αυτό είναι η αρχή. Διότι, με αφορμή μια λέξη, ένα τοπωνύμιο, το άρθρο μετεξελίσσεται σε αφηγημα για την ιστορία μιας σπηλιάς που σημάδεψε τα καλοκαίρια στο Γαλαξίδι πριν από δεκαετίες. Πείτε το και ανάμνηση παλιών εποχών.

Οπότε, δίνω τον λόγο στον Τζι και στη διπλή συνεργασία του. Bάζω δυο σχόλια σε αγκύλες.

Εκτός από την πρώτη, τουριστική, φωτογραφία, οι υπόλοιπες είναι δικές του.

Λέξεις που δεν ήξερα στην Αθήνα, όπως τις άκουσα στο Γαλαξίδι

Αβέρτο, το = δες μπαλαέρας

Αγάνα, η = το μικρό αγκαθάκι, τα λεπτά κόκαλα των ψαριών

Αγιούτο, το = βοήθεια, ιταλικό «δος μου έν’ αγιούτο»

Αλπή, η = αλεπού

Αναφόρι, το = μικρή ριπή ανέμου, συνήθως προπομπός του μαΐστρου

Αντιμάμαλο, το =  σύγκρουση κυμάτων αντίθετης κατεύθυνσης, συνήθως  κάποια μέτρα από την ακτή καθώς ανακλώνται τα προγενέστερα κύματα

Απάνω πάτος, ο =  επάνω όροφος

Αποχή, η = υποθαλάσσιος γκρεμός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 187 Σχόλια »

Ο μπαρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν μέσα στο καλοκαίρι, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ πιο πρόσφατα βάλαμε και δυο ποιήματά του.

Το σημερινό διήγημα ο Τζι το χαρακτηρίζει «ελαφρώς αντιχουντικό» και διευκρινίζει πως η αφήγηση στηρίζεται, κατά μεγάλο μέρος, σε πραγματικά γεγονότα. Το διήγημα δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά ξέρετε τι λέει ο Οβελίξ για τους Ρωμαίους και για τα στρείδια.

Ο μπάρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας

Η  βαρκούλα, με τους δυο νεαρούς μέσα, γυρίζοντας από το κοντινό ψάρεμα, μέσα στον όρμο του λιμανιού, ήρθε κι έδεσε δίπλα στην καμπινάτη βάρκα. Ο γέρος που ήταν μέσα ρώτησε κλασσικά :
– Είχε τίποτε ;
Ο ένας νεαρός έδειξε στον μπάρμπα- Θύμιο ένα λυθρινάκι ίσαμε το δάκτυλό του :
– Να τέτοια ψάρια είχε…
– Τι να σου κάνει κι ετούτο το πεδίον, απάντησε ο γέρος, ψαρεύεται συνεχώς, δεν αφήνουν τα ψάρια να μεγαλώσουν. Παλαιόθεν είχε καλά ψάρια, μέχρι και αστακούς έπιανα. 
– Αστακούς ;

– Ναι, ερυθροφαίους με κυανάς παρειάς !

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74 | Με ετικέτα: , , | 136 Σχόλια »

Ο θεϊκός Αχιλλέας και ο ανθρώπινος Οδυσσέας (δυο ποιήματα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2020

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι, το τελευταίο πριν απο ένα δίμηνο και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το ιστολόγιο κατά καιρούς δημοσιεύει διηγήματα, πεζογραφήματα και αφηγήματα φίλων, όπως ο Δημήτρης Μαρτίνος ή ο DryHammer, αλλά ως τώρα δίσταζα να δημοσιεύσω ποιήματα φίλων, θεωρώντας ότι δεν προσφέρεται το μέσο. Ο ενδοιασμός ισχύει, αλλά σήμερα κάνουμε μια εξαίρεση, αφού τα δυο έργα του Τζι είναι, ας πούμε, ποιητικοί στοχασμοί πάνω σε ομηρικούς στίχους. (Ο Τζι, που ξέρει τον ενδοιασμό μου, μου τα έστειλε βάζοντας στο μέιλ τίτλο «Στη γραμμή του οφσάιντ»).

Οι δυο φωτογραφίες που συνοδεύουν τα ποιήματα είναι επίσης επιλογή του Τζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ομηρικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 98 Σχόλια »

Η χαμένη ευκαιρία (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από πέντε μήνες, πριν από την καραντίνα δηλαδή, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα είναι πολύς καιρός που μου το έστειλε ο Τζι, αλλά είχε εξαρχής ζητήσει να δημοσιευτεί αμέσως μετά την επέτειο της αποκατάστασης της δημοκρατίας, αφού αυτό είναι το θέμα του διηγήματος -ή μάλλον, όπως λέει ο ίδιος, «Είναι κάπως τολμηρό από πολιτικής και ερωτικής πλευράς καθώς οι περιπέτειες της δημοκρατίας και η εξωσυζυγική σχέση κάποιας αφήνουν την ίδια γεύση καθώς εξελίσσονται παράλληλα».

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Τζι:

Η χαμένη ευκαιρία

Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.

– Ελα τώρα. Μπορείς ;

– Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.

Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, θητεία στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την μετάθεση του στον Πόρο. Πήγε στο νησί, τακτοποιήθηκε σ’ ένα σπίτι και γύρισε. Μόλις που φίλησε την μάνα του, αμέσως πήγε  έναν όροφο πιο πάνω να δει τον φίλο του, μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. Εβλεπε γυναίκα από κοντά μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα, αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε, μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της. Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή». Ωρα πολλή μετά, η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση, μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 156 Σχόλια »

Η Νίτσα, η μανιόλια και τα χόρτα της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Στο σημερινό διήγημα η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1970, οπότε έτσι εξηγείται που η ηρωίδα επιμένει να απαντά «Νίτσα με λένε» -σήμερα, όλα αυτά τα γυναικεία υποκοριστικά, τα θεωρούμενα λαϊκά, όπως Λίτσα, Νίτσα, Ρούλα και τα λοιπά έχουν υποχωρήσει αισθητά.

Επίσης, επειδή λεξιλογούμε, να πω ότι το λουλούδι εγώ το ξέρω μανόλια, έστω κι αν το διεθνές του όνομα είναι magnolia (από τον βοτανολόγο Pierre Magnol). Αλλά, a rose by any other name…

Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή «Νίτσα με λένε».

Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά «νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε». Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της, τυπική.

Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα «παρκάρανε» δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν πού να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τούς έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά:

– Εχεις μητέρα ;

– Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.

– Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.

– Είναι φυλακή.

– Γιατί ;

– Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Ονόματα, Στρατός | Με ετικέτα: | 172 Σχόλια »

Η αλήθεια για την Εύα (εύθυμο διήγημα του gpoint)

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτιο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Το σημερινό διήγημα, σύντομο όπως τα περισσότερα του Τζι, ο ίδιος το χαρακτήρισε «τσιφορικό», κάτι που μου θύμισε πως και τη δική μου πρώτη συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία») την είχε χαρακτηρίσει «με τσιφορικό ύφος» ο άνθρωπος του εκδότη που την είχε διαβάσει. Αλλά νομίζω πως και η Μυθολογία του Αύγουστου Κορτώ τσιφορική μπορεί να χαρακτηριστεί, αν κρίνω από αποσπάσματα που έχω δει. Δεν είναι πάντως υποτιμητικός ο χαρακτηρισμός, κάθε άλλο.

Ο Τζι βάζει και… δυσκλαίμηρον στο διήγημά του: Οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ’ ευθύνη τους. Είπε και ελάλησε, οπότε αμαρτίαν ουκ έχει.

Η αλήθεια για την Εύα

Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε.
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ’ αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος.
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως  και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βίβλος, Διηγήματα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό.

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο  σαν δει την συμφορά σου.

Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί  μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία.  Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει.

Προς την καινούργια συνοικία  της διαδρομής μπαίνουν  κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο  θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα  τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις  ;  Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !.

Καλημέρα !

Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία.
Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες  «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 99 Σχόλια »

Ο Βράκχος (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματά του, το τελευταίο λίγο πριν από τις γιορτές. Εκεί θα βρείτε και λινκ προς τα υπόλοιπα.

(Να σας πω με την ευκαιρία ότι την πρωτοχρονιά ο Αγιοστάζιμπος μού έκανε ένα θαυμάσιο δώρο, δηλαδή επικαιροποίησε τον κατάλογο με τα Περιεχόμενα του ιστολογίου κι έτσι μπορώ να βρίσκω και τα 3647 άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει μέχρι τις 1.1.2019. Έτσι βλέπω ότι τούτο εδώ είναι το πέμπτο διήγημα του Τζι που δημοσιεύουμε).

Στο συνοδευτικό ηλεμήνυμα, ο Τζι λέει: Σου στέλνω κι ένα διήγημα με όσα άκουσα από τον πατέρα μου για το 40-60 και με αληθινά γεγονότα που έζησα και γνώρισα από το 60-99. Θεωρώ πως υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία του Βράκχου με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια αυτά αλλά εγώ σε παραλληλισμούς παραείμαι εύκολος !

Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι και αυτή του Τζι.

Ο Βράκχος

Όταν ο Φαέθων Σκίπερης απέκτησε υιόν, στα τέλη του 1939, άρχισε να κάθεται περισσότερες ώρες το απόγευμα στο καφενείο προσπαθώντας να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του δημόσιου υπάλληλου με τα εκ της χαρτοπαιξίας κέρδη. Όχι τίποτε σοβαροί τζόγοι, κάτι καπίκια από κούπες και πρέφα ίσα-ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα του και η σοκολάτα μαζί με τον πασσατέμπο για την γυναίκα του που τον περίμενε σπίτι κρατώντας συντροφιά στη μάνα του. Τότε ο Φαέθων έπρεπε να βγάζει κάτι περισσότερο για το γαλατάκι του μωρού και τα κατάφερνε, δόξα τω θεώ, λες και τον είχε φιλήσει ο Απόλλωνας και τούχε μεταδώσει την μαντική την τέχνη. Μόνο που έτσι αργούσε περισσότερο τα βράδια και δεν είχε καιρό να συζητήσει με την γυναίκα του για τα βαφτίσια και το όνομα του γιου τους. Τις Κυριακές υποδεχότανε τους συγγενείς του, το Μαρούσι που έμενε τότε εθεωρείτο εξοχή. Ηταν σαν έθιμο να  τους τραπεζώνει, η γυναίκα του ήταν καλή μαγείρισσα και τα έξοδα, συν ένα μικρό κέρδος, βγαίνανε από την χαρτοπαιξία που ακολουθούσε, έτσι ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Τις ελάχιστες φορές που ο Φαέθων έχανε, οι καλοταϊσμένοι συγγενείς δεν καταδέχονταν να του πάρουν λεφτά.

Με το που κηρύχθηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 40 ο Φαέθων βρέθηκε στο μέτωπο, βοηθητικός – αν και υγιέστατος – στην τοπογραφική υπηρεσία του στρατού μαζί με  κάποιον Ερμή, μακρινό συγγενή του, αληθινά βοηθητικός αυτός λόγω κάποιου προβλήματος στο χέρι. Με την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε με τα πόδια μαζί του από την Ηπειρο μέχρι τη Θήβα. Ο Ερμής ήταν που ήξερε τον δρόμο, αλλά έτυχε να έχει κάποιους συγγενείς στη Θήβα κι’ έκατσε να τους δει και να ξεκουραστεί οπότε ο Φαέθων συνέχισε μόνος του. Όταν έφτασε στην Αθήνα, πέρασε από την μάνα του Ερμή και την πληροφόρησε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στο μέτωπο. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόκανε, ήταν η πρώτη πράξη που ικανοποίησε κάτι περίεργες εσωτερικές παρορμήσεις που είχε αποκτήσει. Εν συνεχεία ασχολήθηκε με  τον γιο του. Πολλές φορές δεν είχαν τι να δώσουν να φάει στο μωρό- η κατοχή στην Αθήνα έφερε πραγματική πείνα – και το μόνο που είχαν ήταν κρασί, τα βαρέλια του Φαέθοντα στο υπόγειο  είχανε κάτι τόνους απόθεμα, δεν εύρισκαν όμως τρόφιμα για τράμπα. Ο Φαέθων σκεπτότανε πως ο γιος του ήτανε σκληρός σαν βράχος και έπινε σαν …βάκχος. Απεφάσισε να τον βαπτίσει Βράκχο αγνοώντας μάλλον ότι ένας γιος του Απόλλωνα στην μυθολογία λεγότανε Βράγχος. Ο Βράκχος μεγαλώνοντας έγινε ένα πολύ όμορφο αλλά και πολύ σκληρό στον χαρακτήρα αγόρι, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Σαν μαθητής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα μαθήματα του αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις και να μεγαλώνει την λίστα των επιτυχιών του- οι κακές γλώσσες μιλάνε για κορίτσια που αργότερα έγιναν πολύ διάσημες γυναίκες. Όταν τελείωσε γυμνάσιο και στρατό ο πατέρας του φρόντισε να τον πάρει μαζί του στο υπουργείο σαν δόκιμο υπάλληλο. Εκεί ο καταφερτζής Φαέθοντας είχε καταφέρει να μη χάσει προαγωγή και ήταν βαθμολογικά ανώτερος από τον Ερμή παρ’ ότι ο τελευταίος είχε κάνει ανώτερες σπουδές και ο Φαέθων μόνο γυμνάσιο. Ο Βράκχος τσίνισε πραγματικά. Εγκατέλειψε την πατρική οικία και την δουλειά εκθέτοντας τον πατέρα του στους ανώτερούς του που είχαν εισηγηθεί τον διορισμό του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ζωντοχήρας ερωμένης του. Ο Φαέθων αγνοούσε ότι η ερωμένη του γιου του τον είχε προσλάβει στην δημόσια υπηρεσία που διοικούσε στον Πειραιά. Ο Βράκχος περνούσε από εκεί δυο φορές το μήνα, την πρώτη και την δεκάτη έκτη για να εισπράξει τα μισθά του. Τις άλλες μέρες σηκωνότανε κατά τις δώδεκα – εργαζότανε πυρετωδώς το βράδυ – και πήγαινε για χαρτάκι και καφέ στο καφενείο. Τα πήγαινε αρκετά καλά στα χαρτιά- όχι σαν τον Φαέθοντα βέβαια- αλλά τα κατάφερνε άριστα με τις γυναίκες. Αν η προϊσταμένη του δημοσίου δεν του σιδέρωνε καλά το πουκάμισο, για τιμωρία, δεν την πήγαινε βόλτα το απόγευμα με το αμάξι που του είχε αγοράσει και έβγαινε στο σεργιάνι για κορίτσια  Το βράδι έκανε αποχή. Την επόμενη μέρα όλα τα ρούχα του ήταν στη τρίχα.  Ηταν μια καλή εποχή για τον Βράκχο και θα μπορούσε νάχε κάνει σερμαγιά αν δεν έμπλεκε με τζόκεϋς, προπονητές και άλογα. Πάντως το αυτοκίνητο και τα γκομενάκια που χτύπαγε μ’ αυτό, δεν τόχασε.
Όλα ξεκίνησαν με τον Ερμή που στις αρχές της δεκαετίας του 50 με μια μίζα κέρδισε στον ιππόδρομο περίπου τους μισθούς μιας διετίας. Αντί για καλυβάκι στο οικόπεδό του φύτρωσε διώροφο, με το νοίκι του ενός ορόφου να αβγαταίνει το βιός της οικογενείας του. Ο Φαέθων ζήλεψε κι’ άρχισε τις επισκέψεις στο Δέλτα αλλά εκεί ούτε ο Απόλλων  με τη μαντική του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει. Ο μετρημένος Φαέθων απεσύρθη ταχέως του αθλήματος και επανέκαμψε στις κούπες του και στο κουμκάν. Ο Βράκχος παρακολουθούσε πάντοτε τις δραστηριότητες του πατέρα του και σαν άνθρωπος του τζόγου είχε ενημερωθεί περί το ιπποδρομιακόν παίγνιον. Τυχαία, γύρω στο 65 γνωρίστηκε με ένα προπονητή ο οποίος είχε στη κατοχή του ένα εγκαταλελειμένο αραβικό άλογο. Φορολογικοί λόγοι δεν του επέτρεπαν να εμφανισθεί σαν ιδιοκτήτης και πρότεινε στον Βράκχο να αγοράσει αυτός το μισό και να κάνουνε μαζί την αρπαχτή με το σχέδιό του. Το άλογο ήτανε ξεχασμένο από όλους αφού δυο χρόνια δεν είχε βγει να γκαλοπάρει μέρα στο στίβο, το γύμναζε μόνο νύχτα οπότε δεν ξεχωρίζανε οι δημοσιογράφοι τα άλογα. Τα άλογα βλέπουν στο σκοτάδι και το καβάλαγε πάντοτε ο χειρότερος αναβάτης του Δέλτα – δεν είχε κερδίσει ποτέ ως τότε – με το μεγαλύτερο όμως προσόν : δεν έλεγε ούτε στη μάνα του ποια άλογα είχε γυμνάσει και πως τα πήγαν στις προπονήσεις. Σκέτος τάφος.
Η περίπτωση φάνηκε ενδιαφέρουσα στον Βράκχο μια που είχε και δική του άποψη για την εχεμύθεια του τζόκεϋ, ήταν περίπτωση. Εψησε την προϊσταμένη για το σχετικό κεφάλαιο και άρχισε να συχνάζει στις ιπποδρομίες. Οταν ο προπονητής έκρινε ότι το άλογο ήταν έτοιμο να κερδίσει, το έγραψε στις κούρσες και το ανέθεσε στον αναβάτη που το γύμναζε. Ηταν η τέλεια παραπλάνηση των φιλίππων. Ο ιπποδρομιακός τύπος ανέφερε μόνο τις ψεύτικες ημερήσιες δοκιμές του αλόγου που φυσικά δεν ήταν ελκυστικές και όλοι θεωρούσαν φυσιολογική την ανάθεση του σε τζόκεϋ χαμηλών δυνατοτήτων, ήταν κάτι που συνηθίζεται σε άλογα που δεν έχουν καμία τύχη να κερδίσουν. Ο Βράκχος σαν ιδιοκτήτης ήταν στο πάντοκ για ν’ακούσει τις τελευταίες οδηγίες στον τζόκεϋ :
«Θα ακολουθείς στην αρχή με τα τελευταία άλογα στο κάγκελο και από τη μέση της διαδρομής θα διπλαρώσεις το επτά, το μεγάλο φαβορί. Πρόσεξε να μη πέσεις έξω στη τελευταία στροφή. Θα είσαι μαζί με το επτά μέχρι τα τελευταία εκατό μέτρα και τότε μόνο μίλα του λίγο, ίσα-ίσα να κερδίσεις, δεν θέλω νίκη με μεγάλη διαφορά, να πληρωθούμε καλά και την επόμενη φορά. Τα άλλα άλογα μη τα φοβάσαι, δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί μας. Αϊντε, καλότυχος και θα σε δω στις φωτογραφίες». Ο Βράκχος βγήκε από το πάντοκ και έπαιξε επιδεικτικά λίγα λεφτά στο επτά ώστε να παραπλανήσει και τον τελευταίο άπιστο. Βοηθούσε και η εμφάνιση του αλόγου – ήταν κοντό – αλλά και του τζόκεϋ που ήταν ψηλός για τη δουλειά του. Ο Βράκχος κοίταζε ικανοποιημένος το θέαμα, άλογο και αναβάτης ήταν σαν τον Πάντσο του Θερβάντες πάνω στον γάϊδαρό του, δύσκολα θα στοιχημάτιζε πάνω του μη μεμυημένος παίκτης. Μετά, όταν τα άλογα έπαιρναν τις θέσεις τους στο μηχάνημα της εκκίνησης έκανε σήμα στα  δυο έφηβα ξαδερφάκια του να ποντάρουν χοντρά στο άλογό του. Υπολόγιζε με νίκη να πάρουν σχεδόν όλα τα χρήματα που πονταρίστηκαν, πολύ δύσκολα κάποιος άσχετος θα έβαζε λεφτά στο άλογό τους.
 Όλα πήγαιναν ρολόϊ, κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι και το άλογό του στα μισά της κούρσας βρίσκοντας κάποιο κενό στο κάγκελο προωθήθηκε από την εσωτερική δίπλα στο επτά. Όταν πήρανε τη στροφή το επτά πετάχτηκε στην απώτατη εξωτερική, έξω από το οπτικό πεδίου του τζόκεϋ ενώ τα άλλα άλογα υποχωρούσαν. Ο τζόκεϋ φοβήθηκε μην κερδίσει με διαφορά κι’ άρχισε να πιάνει το άλογό του. Μάταια φώναζε ο προπονητής του «Σπρώξε, σπρώξε», που να ακουστεί μέσα στις τόσες φωνές, αυτός έβλεπε όλο τον στίβο και κατάλαβε ότι κινδυνεύει από το επτά. Όταν ο τζόκεϋ με το άλογο του Βράκχου έφτασε στο τέρμα, σηκώθηκε να πανηγυρίσει τη πρώτη νίκη της ζωής του, στρέφοντας όμως το κεφάλι του δεξιά προς την κερκίδα είδε το επτά να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πάγωσε αλλά τα χειρότερα ήρθαν με την εμφάνιση του φώτο φίνις. Νικητής το επτά. Ο Βράκχος διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά ήξερε ότι το πουλάκι είχε πετάξει. Το άλογο πλέον το δείξανε, το έμαθε όλος ο κόσμος, αλλά δεν κονομήσανε, από δω και πέρα θα παλεύανε να πάρουν πίσω τα έξοδά τους.
Για κάποιο διάστημα ο Βράκχος ξημεροβραδιαζότανε στους σταύλους παρέα με προπονητές, τζόκεϋς, σταυλίτες και γκομενάκια. Πολλές ωραίες μυρουδιές  βγαίνανε από εκεί, μερικές απαραίτητες να βοηθήσουν τους τζόκεϋς να διατηρήσουν χαμηλά το βάρος τους και μαζευότουσαν πολλά κοριτσάκια που κάνανε κρα για ένα «σίγουρο» και λίγη σκόνη άσπρη. Ο Βράκχος ήταν εκτός συναγωνισμού στα κορίτσια με αντιπάλους τους χοντρούς προπονητές, τους άξεστους σταυλίτες και τους αποστεωμένους τζόκεϋς αλλά το ταμείον έγραφε μείον και η προϊσταμένη κρύωνε σιγά-σιγά. Την λύση έδωσε η χούντα, η προϊσταμένη πήρε μετάθεση και ο Βράκχος δεν πήρε χαμπάρι. Όταν πήγε να πάρει τον μισθό του απολύθηκε σαν αδικαιολογήτως μονίμως απών. Κανένας «συνάδελφος» δεν ήξερε την ύπαρξή του ώστε να τον ειδοποιήσει. Μετακόμισε στο Μαρούσι, στο πατρικό του και την έβγαζε στο καφενείο σαν χαρτοπαίκτης. Την καλή πελατεία την είχε όμως ο πατέρας του που είχε βγει πια στη σύνταξη. Ο Βράκχος έστρεψε το ενδιαφέρον του σε μια πολύ όμορφη πιτσιρίκα, είχε ακούσει ότι ήταν και προικού. Στις βόλτες με το αμάξι του συνέβη το μοιραίον και προ του εξώγαμου αρραβωνιάστηκε. Τότε, την ημέρα των αρραβώνων του γνώρισε την μικρή της αδελφή, ακόμα πιο όμορφη και της τάρριξε μπροστά στα μάτια της  εγκύου μνηστής του. Είναι θαύμα πως δεν απέβαλε η κακομοίρα. Πάντως ούτε οι γενναίες επιχορηγήσεις του πεθερού, ούτε η γέννηση του παιδιού του μετά τον γάμο του, ούτε οι αδελφικές τύψεις της μικρής απέτρεψαν το αναπόφευκτο. Μια μέρα η γυναίκα του άφησε την μικρή της αδελφή να της φυλάει το παιδί και γύρισε λίγο νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Βρήκε το παιδί να κλαίει και την αδελφή της γυμνομπλεγμένη με τον Βράκχο. Το διαζύγιο ήταν εκ των ουκ άνευ.
Ο Φαέθων χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε αριστίνδην δημοτικός σύμβουλος. Δεν ήταν ακριβώς χουντικός, ήταν αυτό που λέμε παντός καιρού. Με τα νέα του καθήκοντα αραίωσε τις επισκέψεις στο καφενείο αφήνοντας ζωτικό χώρο στον Βράκχο. Τα κουτσοβόλευε με τις κούπες και κυνηγούσε την καλή στις γυναίκες. Το 72 ένα βράδυ στους Αμπελόκηπους , του έκανε ωτοστόπ μια κοπελιά που πήγαινε Κηφισσιά. Πάντοτε ευγενικός  με τις γυναίκες ο Βράκχος προσφέρθηκε να κάνει τα παραπάνω χιλιόμετρα αποβλέποντας και στα περαιτέρω. Όμως το ίδιο ευγενικά η κοπελιά αρνήθηκε και ο Βράκχος σήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν ήταν πιεστικός με τις γυναίκες, είχε την αρχοντιά του. Γυρίζοντας περασμένα μεσάνυχτα στο Μαρούσι έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών. Τον πήγανε στο τμήμα και του πήρανε κατάθεση. Επιμένανε ιδιαίτερα αν ήξερε την κοπελιά που είχε πάρει ωτοστόπ. Μια πατρική παρέμβαση απλούστευσε τις διαδικασίες γράφτηκε όμως στο βιβλίο συμβάντων. Η κοπελιά ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης και ψάχνανε για τους συνεργούς της.
Λίγο μετά πέτυχε την «καλή» του. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε να μένει κλεισμένη στο σπίτι και να πλένει και να μαγειρεύει για τον αντρούλη της. Καμάρωνε να τον βλέπει να φεύγει απ’ το σπίτι κουστουμαρισμένο στην τρίχα και ποτέ μα ποτέ δεν τον ρώτησε που πάει ή τι ώρα θα γυρίσει. Αυτή τη γυναίκα ο Βράκχος την αγάπησε πραγματικά και της τόδειχνε τις απειροελάχιστες ώρες που ήτανε μαζί της.
Τα επόμενα χρόνια ο Βράκχος ξεκοκάλιζε μια  αναπάντεχη κληρονομιά από το πουθενά, κυριολεκτικά. Κάποιος μακρινός συγγενής της μάνας του, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους τα κακάρωσε στην μακρινή Ουρουγουάη αφήνοντας κληρονόμους τη μάνα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές της. Καμία φυσικά δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει μέχρι εκεί και εύκολα συμφώνησαν να παραιτηθούν υπέρ αυτού αν αναλάμβανε να τις γηροκομήσει. Βάστηξε τον λόγο του μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, εξ άλλου ήταν και η αγαπημένη ασχολία της  συζύγου του.
Και ήρθε η μεταπολίτευση με τη Νέα Δημοκρατία της και μετά το ΠΑΣΟΚ με τα ζιβάγκο του και ο Φαέθων κατάφερε να είναι στον αφρό και στις δυο καταστάσεις.
Ιδιαίτερα όμως με τους νόμους για τους αντιστασιακούς κάτι ανθίστηκε και ζήτησε ένα αντίγραφο συμβάντων από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου. Μη έχοντας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι δουλειά να κάνει ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιου του και κατάφερε μ’ αυτό το χαρτί να τον βγάλει αντιστασιακό. Ο Βράκχος επανήλθε θριαμβευτικά στην υπηρεσία της κάποτε ερωμένης του λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση και αναδρομικά όλες τις προαγωγές ! Σαν εντελώς άσχετος με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, αλλά σε υψηλά κλιμάκια πλέον, ασχολήθηκε με το νεότερο ηλικιακά θηλυκό προσωπικό της υπηρεσίας του ασκώντας την λεγόμενη γοητεία των γκρίζων κροτάφων τα λίγα χρόνια που του έμεναν μέχρι την συνταξιοδότησή του.
Ο Φαέθων πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο του αγαπημένου του προτύπου, του «εθνάρχη». Θεωρούσε ότι είχε πολλά κοινά μαζί του και προσδιόριζε  σαν τα πιο φανερά την αγάπη για τα τραγούδια του Σώτου Παναγόπουλου και για τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν μπορεί θα υπήρχαν και άλλα κρυφά.
Ο Βράκχος λίγο μετά τον θάνατο του δικού του προτύπου, του Ανδρέα, χάθηκε από προσώπου γης. Πάντως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ποτέ ο ίδιος δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα κοινά στοιχεία που είχε με το πρότυπό του.
Κάποιες κακές γλώσσες λένε πως το έσκασε στο εξωτερικό με κάποια μεσόκοπη, ψηλή, αλλοδαπή γυναίκα στο πρότυπο της Δήμητρας αλλά κανείς δεν ξέρει. Ούτε η γυναίκα του απαντάει όταν την ρωτάνε σχετικά, περιμένει καρτερικά σαν Πηνελόπη την επιστροφή του με το καλό.
Η κόρη που απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα, δεν τον γνώρισε ποτέ.

 

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 127 Σχόλια »

Η κόνις η Αφρικανίς (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 9 Δεκεμβρίου, 2018

Τις προαλλες, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα. Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από ένα μήνα, όπου και λινκ προς τα παλιότερα. Επειδή όπου να’ναι θα μπούμε σε εορταστικό κλίμα, οπότε δεν θα ταίριαζε το διήγημα, φοβήθηκα να το αναβάλω για του χρόνου, μην το ξεχασω, και αποφάσισα να το δημοσιεύσω τώρα, πριν τις γιορτές.

H φωτογραφία, όπως και η έμμετρη εισαγωγή εις ύφος Μποστ είναι επίσης του Τζι. Κάποιες μικρές αλλαγές στη γραμματοσειρά δεν ξέρω για ποιο λόγο εμφανίστηκαν, μην τους δίνετε σημασία.

Δεν χρειάζονται άλλα εισαγωγικά, δίνω τον λόγο στον Τζι:

Η κόνις η Αφρικανίς

Νοτιάς στο άστυ το κλεινόν
με σύννεφα προβάλει
και σκόνη από την Αφρική
λεν’ πως θα φέρει πάλι

Και είν’ η σκόνη άριστον
λίπασμα των αγρών
και ορφνοκόκκινος λεκές
των επιφανειών.

Κι ενώ στα σπίτια, στις σκεπές
κανένας δεν τη βλέπει
απ’ το παρμπριζ την όραση
δύσκολα επιτρέπει

Από κοντά διακρίνεται
σε ρούχα απλωμένα
που πρέπει να ξαναπλυθούν,
να είναι καθαρισμένα 

Κακό μεγάλο νόμισε
της Αφρικής την σκόνη
καθένας που την κρίση του
εύκολα διαμορφώνει

Κι όμως όπου εκάθησε
η κόνις η Αφρικανίς
τίποτε το αξιόλογο
δεν έπαθε κανείς 

Ηταν στη δεκαετία του 70  όταν για πρώτη φορά πρόσεξε το φαινόμενο : τα πάντα καλυμένα από μια καφεκόκκινη σκόνη που μας ήρθε -λέει-  από την Αφρική λόγω μετεωρολογικών συνθηκών που επέτρεψαν την μεταφορά της. Διάβασε την σχετική ανακοίνωση :

 Ενα υψηλό βαρομετρικό σύστημα πάνω από τη ΒΔ Αφρική και τη δυτική Μεσόγειο ανύψωσε σκόνη στην ανώτερη ατμόσφαιρα και με νοτιοδυτικούς ανέμους τη μετέφερε προς την ανατολική Μεσόγειο.

Λόγω της περιοχής προέλευσης, η σκόνη είναι ερυθρά. Τα σωματίδια της σκόνης περιέχουν, σε μεγάλο ποσοστό,  πυρίτιο, άργιλο και σίδηρο. Στην περίπτωση μεταφοράς της σκόνης με την παρουσία νεφών και επακόλουθης βροχόπτωσης, τα σωματίδια της σκόνης διαλύονται στις υδροσταγόνες και έτσι επιτυγχάνεται «κατάπτωσή» τους στο έδαφος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται ερυθρωπές λασποβροχές. Τα σωματίδια της αφρικανικής σκόνης, όταν φθάνουν στην Ελλάδα, είναι τα μικρότερα και ελαφρύτερα, διότι τα μεγαλύτερα, ως βαρύτερα, καθιζάνουν καθ’ οδόν. 

Τα συστατικά της σκόνης που περιέχουν σίδηρο θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, αφενός μεν διότι συμβάλλουν στην ανάλογη λίπανση των εδαφών και στην ανάπτυξη των φυτών, αφετέρου δε έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν έναν από του κύριους παράγοντες εμπλουτισμού της θάλασσας σε σίδηρο που απαιτείται για την ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν.


Ολα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, σήμερα μια νέγρα είναι οικεία εικόνα στο πανεπιστήμιο, το 70 όμως οι νέγρες φοιτήτριες ήταν μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού. Η Κόννι ξεχώριζε στην κυριολεξία σαν την μύγα μέσα στο γάλα. Σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητη ούτε στην πατρίδα της, η ομορφιά της ήταν παραπάνω από το συνηθισμένο. Την έβλεπε μια φορά την εβδομάδα -κάθε Τετάρτη- που συνέπιπταν οι ώρες των μαθημάτων τους στο κτίριο της Νομικής, μαγνήτιζε το βλέμμα πολλών καθώς περίμενε έξω από την αίθουσα την έναρξη του μαθήματος. Υστερα ο καθένας έμπαινε στην τάξη του κι αυτός την ξέχναγε απορροφημένος  στο μάθημα  κι έφευγε γρήγορα για το σπίτι ενώ αυτή πάντα είχε κάποιες φίλες, λευκές, να συζητάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 195 Σχόλια »