Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Gpointofview’

Η αλήθεια για την Εύα (εύθυμο διήγημα του gpoint)

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτιο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Το σημερινό διήγημα, σύντομο όπως τα περισσότερα του Τζι, ο ίδιος το χαρακτήρισε «τσιφορικό», κάτι που μου θύμισε πως και τη δική μου πρώτη συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία») την είχε χαρακτηρίσει «με τσιφορικό ύφος» ο άνθρωπος του εκδότη που την είχε διαβάσει. Αλλά νομίζω πως και η Μυθολογία του Αύγουστου Κορτώ τσιφορική μπορεί να χαρακτηριστεί, αν κρίνω από αποσπάσματα που έχω δει. Δεν είναι πάντως υποτιμητικός ο χαρακτηρισμός, κάθε άλλο.

Ο Τζι βάζει και… δυσκλαίμηρον στο διήγημά του: Οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ’ ευθύνη τους. Είπε και ελάλησε, οπότε αμαρτίαν ουκ έχει.

Η αλήθεια για την Εύα

Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε.
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ’ αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος.
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως  και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Βίβλος, Διηγήματα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό.

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο  σαν δει την συμφορά σου.

Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί  μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία.  Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει.

Προς την καινούργια συνοικία  της διαδρομής μπαίνουν  κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο  θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα  τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις  ;  Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !.

Καλημέρα !

Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία.
Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες  «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 99 Σχόλια »

Ο Βράκχος (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματά του, το τελευταίο λίγο πριν από τις γιορτές. Εκεί θα βρείτε και λινκ προς τα υπόλοιπα.

(Να σας πω με την ευκαιρία ότι την πρωτοχρονιά ο Αγιοστάζιμπος μού έκανε ένα θαυμάσιο δώρο, δηλαδή επικαιροποίησε τον κατάλογο με τα Περιεχόμενα του ιστολογίου κι έτσι μπορώ να βρίσκω και τα 3647 άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει μέχρι τις 1.1.2019. Έτσι βλέπω ότι τούτο εδώ είναι το πέμπτο διήγημα του Τζι που δημοσιεύουμε).

Στο συνοδευτικό ηλεμήνυμα, ο Τζι λέει: Σου στέλνω κι ένα διήγημα με όσα άκουσα από τον πατέρα μου για το 40-60 και με αληθινά γεγονότα που έζησα και γνώρισα από το 60-99. Θεωρώ πως υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία του Βράκχου με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια αυτά αλλά εγώ σε παραλληλισμούς παραείμαι εύκολος !

Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι και αυτή του Τζι.

Ο Βράκχος

Όταν ο Φαέθων Σκίπερης απέκτησε υιόν, στα τέλη του 1939, άρχισε να κάθεται περισσότερες ώρες το απόγευμα στο καφενείο προσπαθώντας να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του δημόσιου υπάλληλου με τα εκ της χαρτοπαιξίας κέρδη. Όχι τίποτε σοβαροί τζόγοι, κάτι καπίκια από κούπες και πρέφα ίσα-ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα του και η σοκολάτα μαζί με τον πασσατέμπο για την γυναίκα του που τον περίμενε σπίτι κρατώντας συντροφιά στη μάνα του. Τότε ο Φαέθων έπρεπε να βγάζει κάτι περισσότερο για το γαλατάκι του μωρού και τα κατάφερνε, δόξα τω θεώ, λες και τον είχε φιλήσει ο Απόλλωνας και τούχε μεταδώσει την μαντική την τέχνη. Μόνο που έτσι αργούσε περισσότερο τα βράδια και δεν είχε καιρό να συζητήσει με την γυναίκα του για τα βαφτίσια και το όνομα του γιου τους. Τις Κυριακές υποδεχότανε τους συγγενείς του, το Μαρούσι που έμενε τότε εθεωρείτο εξοχή. Ηταν σαν έθιμο να  τους τραπεζώνει, η γυναίκα του ήταν καλή μαγείρισσα και τα έξοδα, συν ένα μικρό κέρδος, βγαίνανε από την χαρτοπαιξία που ακολουθούσε, έτσι ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Τις ελάχιστες φορές που ο Φαέθων έχανε, οι καλοταϊσμένοι συγγενείς δεν καταδέχονταν να του πάρουν λεφτά.

Με το που κηρύχθηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 40 ο Φαέθων βρέθηκε στο μέτωπο, βοηθητικός – αν και υγιέστατος – στην τοπογραφική υπηρεσία του στρατού μαζί με  κάποιον Ερμή, μακρινό συγγενή του, αληθινά βοηθητικός αυτός λόγω κάποιου προβλήματος στο χέρι. Με την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε με τα πόδια μαζί του από την Ηπειρο μέχρι τη Θήβα. Ο Ερμής ήταν που ήξερε τον δρόμο, αλλά έτυχε να έχει κάποιους συγγενείς στη Θήβα κι’ έκατσε να τους δει και να ξεκουραστεί οπότε ο Φαέθων συνέχισε μόνος του. Όταν έφτασε στην Αθήνα, πέρασε από την μάνα του Ερμή και την πληροφόρησε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στο μέτωπο. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόκανε, ήταν η πρώτη πράξη που ικανοποίησε κάτι περίεργες εσωτερικές παρορμήσεις που είχε αποκτήσει. Εν συνεχεία ασχολήθηκε με  τον γιο του. Πολλές φορές δεν είχαν τι να δώσουν να φάει στο μωρό- η κατοχή στην Αθήνα έφερε πραγματική πείνα – και το μόνο που είχαν ήταν κρασί, τα βαρέλια του Φαέθοντα στο υπόγειο  είχανε κάτι τόνους απόθεμα, δεν εύρισκαν όμως τρόφιμα για τράμπα. Ο Φαέθων σκεπτότανε πως ο γιος του ήτανε σκληρός σαν βράχος και έπινε σαν …βάκχος. Απεφάσισε να τον βαπτίσει Βράκχο αγνοώντας μάλλον ότι ένας γιος του Απόλλωνα στην μυθολογία λεγότανε Βράγχος. Ο Βράκχος μεγαλώνοντας έγινε ένα πολύ όμορφο αλλά και πολύ σκληρό στον χαρακτήρα αγόρι, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Σαν μαθητής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα μαθήματα του αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις και να μεγαλώνει την λίστα των επιτυχιών του- οι κακές γλώσσες μιλάνε για κορίτσια που αργότερα έγιναν πολύ διάσημες γυναίκες. Όταν τελείωσε γυμνάσιο και στρατό ο πατέρας του φρόντισε να τον πάρει μαζί του στο υπουργείο σαν δόκιμο υπάλληλο. Εκεί ο καταφερτζής Φαέθοντας είχε καταφέρει να μη χάσει προαγωγή και ήταν βαθμολογικά ανώτερος από τον Ερμή παρ’ ότι ο τελευταίος είχε κάνει ανώτερες σπουδές και ο Φαέθων μόνο γυμνάσιο. Ο Βράκχος τσίνισε πραγματικά. Εγκατέλειψε την πατρική οικία και την δουλειά εκθέτοντας τον πατέρα του στους ανώτερούς του που είχαν εισηγηθεί τον διορισμό του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ζωντοχήρας ερωμένης του. Ο Φαέθων αγνοούσε ότι η ερωμένη του γιου του τον είχε προσλάβει στην δημόσια υπηρεσία που διοικούσε στον Πειραιά. Ο Βράκχος περνούσε από εκεί δυο φορές το μήνα, την πρώτη και την δεκάτη έκτη για να εισπράξει τα μισθά του. Τις άλλες μέρες σηκωνότανε κατά τις δώδεκα – εργαζότανε πυρετωδώς το βράδυ – και πήγαινε για χαρτάκι και καφέ στο καφενείο. Τα πήγαινε αρκετά καλά στα χαρτιά- όχι σαν τον Φαέθοντα βέβαια- αλλά τα κατάφερνε άριστα με τις γυναίκες. Αν η προϊσταμένη του δημοσίου δεν του σιδέρωνε καλά το πουκάμισο, για τιμωρία, δεν την πήγαινε βόλτα το απόγευμα με το αμάξι που του είχε αγοράσει και έβγαινε στο σεργιάνι για κορίτσια  Το βράδι έκανε αποχή. Την επόμενη μέρα όλα τα ρούχα του ήταν στη τρίχα.  Ηταν μια καλή εποχή για τον Βράκχο και θα μπορούσε νάχε κάνει σερμαγιά αν δεν έμπλεκε με τζόκεϋς, προπονητές και άλογα. Πάντως το αυτοκίνητο και τα γκομενάκια που χτύπαγε μ’ αυτό, δεν τόχασε.
Όλα ξεκίνησαν με τον Ερμή που στις αρχές της δεκαετίας του 50 με μια μίζα κέρδισε στον ιππόδρομο περίπου τους μισθούς μιας διετίας. Αντί για καλυβάκι στο οικόπεδό του φύτρωσε διώροφο, με το νοίκι του ενός ορόφου να αβγαταίνει το βιός της οικογενείας του. Ο Φαέθων ζήλεψε κι’ άρχισε τις επισκέψεις στο Δέλτα αλλά εκεί ούτε ο Απόλλων  με τη μαντική του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει. Ο μετρημένος Φαέθων απεσύρθη ταχέως του αθλήματος και επανέκαμψε στις κούπες του και στο κουμκάν. Ο Βράκχος παρακολουθούσε πάντοτε τις δραστηριότητες του πατέρα του και σαν άνθρωπος του τζόγου είχε ενημερωθεί περί το ιπποδρομιακόν παίγνιον. Τυχαία, γύρω στο 65 γνωρίστηκε με ένα προπονητή ο οποίος είχε στη κατοχή του ένα εγκαταλελειμένο αραβικό άλογο. Φορολογικοί λόγοι δεν του επέτρεπαν να εμφανισθεί σαν ιδιοκτήτης και πρότεινε στον Βράκχο να αγοράσει αυτός το μισό και να κάνουνε μαζί την αρπαχτή με το σχέδιό του. Το άλογο ήτανε ξεχασμένο από όλους αφού δυο χρόνια δεν είχε βγει να γκαλοπάρει μέρα στο στίβο, το γύμναζε μόνο νύχτα οπότε δεν ξεχωρίζανε οι δημοσιογράφοι τα άλογα. Τα άλογα βλέπουν στο σκοτάδι και το καβάλαγε πάντοτε ο χειρότερος αναβάτης του Δέλτα – δεν είχε κερδίσει ποτέ ως τότε – με το μεγαλύτερο όμως προσόν : δεν έλεγε ούτε στη μάνα του ποια άλογα είχε γυμνάσει και πως τα πήγαν στις προπονήσεις. Σκέτος τάφος.
Η περίπτωση φάνηκε ενδιαφέρουσα στον Βράκχο μια που είχε και δική του άποψη για την εχεμύθεια του τζόκεϋ, ήταν περίπτωση. Εψησε την προϊσταμένη για το σχετικό κεφάλαιο και άρχισε να συχνάζει στις ιπποδρομίες. Οταν ο προπονητής έκρινε ότι το άλογο ήταν έτοιμο να κερδίσει, το έγραψε στις κούρσες και το ανέθεσε στον αναβάτη που το γύμναζε. Ηταν η τέλεια παραπλάνηση των φιλίππων. Ο ιπποδρομιακός τύπος ανέφερε μόνο τις ψεύτικες ημερήσιες δοκιμές του αλόγου που φυσικά δεν ήταν ελκυστικές και όλοι θεωρούσαν φυσιολογική την ανάθεση του σε τζόκεϋ χαμηλών δυνατοτήτων, ήταν κάτι που συνηθίζεται σε άλογα που δεν έχουν καμία τύχη να κερδίσουν. Ο Βράκχος σαν ιδιοκτήτης ήταν στο πάντοκ για ν’ακούσει τις τελευταίες οδηγίες στον τζόκεϋ :
«Θα ακολουθείς στην αρχή με τα τελευταία άλογα στο κάγκελο και από τη μέση της διαδρομής θα διπλαρώσεις το επτά, το μεγάλο φαβορί. Πρόσεξε να μη πέσεις έξω στη τελευταία στροφή. Θα είσαι μαζί με το επτά μέχρι τα τελευταία εκατό μέτρα και τότε μόνο μίλα του λίγο, ίσα-ίσα να κερδίσεις, δεν θέλω νίκη με μεγάλη διαφορά, να πληρωθούμε καλά και την επόμενη φορά. Τα άλλα άλογα μη τα φοβάσαι, δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί μας. Αϊντε, καλότυχος και θα σε δω στις φωτογραφίες». Ο Βράκχος βγήκε από το πάντοκ και έπαιξε επιδεικτικά λίγα λεφτά στο επτά ώστε να παραπλανήσει και τον τελευταίο άπιστο. Βοηθούσε και η εμφάνιση του αλόγου – ήταν κοντό – αλλά και του τζόκεϋ που ήταν ψηλός για τη δουλειά του. Ο Βράκχος κοίταζε ικανοποιημένος το θέαμα, άλογο και αναβάτης ήταν σαν τον Πάντσο του Θερβάντες πάνω στον γάϊδαρό του, δύσκολα θα στοιχημάτιζε πάνω του μη μεμυημένος παίκτης. Μετά, όταν τα άλογα έπαιρναν τις θέσεις τους στο μηχάνημα της εκκίνησης έκανε σήμα στα  δυο έφηβα ξαδερφάκια του να ποντάρουν χοντρά στο άλογό του. Υπολόγιζε με νίκη να πάρουν σχεδόν όλα τα χρήματα που πονταρίστηκαν, πολύ δύσκολα κάποιος άσχετος θα έβαζε λεφτά στο άλογό τους.
 Όλα πήγαιναν ρολόϊ, κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι και το άλογό του στα μισά της κούρσας βρίσκοντας κάποιο κενό στο κάγκελο προωθήθηκε από την εσωτερική δίπλα στο επτά. Όταν πήρανε τη στροφή το επτά πετάχτηκε στην απώτατη εξωτερική, έξω από το οπτικό πεδίου του τζόκεϋ ενώ τα άλλα άλογα υποχωρούσαν. Ο τζόκεϋ φοβήθηκε μην κερδίσει με διαφορά κι’ άρχισε να πιάνει το άλογό του. Μάταια φώναζε ο προπονητής του «Σπρώξε, σπρώξε», που να ακουστεί μέσα στις τόσες φωνές, αυτός έβλεπε όλο τον στίβο και κατάλαβε ότι κινδυνεύει από το επτά. Όταν ο τζόκεϋ με το άλογο του Βράκχου έφτασε στο τέρμα, σηκώθηκε να πανηγυρίσει τη πρώτη νίκη της ζωής του, στρέφοντας όμως το κεφάλι του δεξιά προς την κερκίδα είδε το επτά να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πάγωσε αλλά τα χειρότερα ήρθαν με την εμφάνιση του φώτο φίνις. Νικητής το επτά. Ο Βράκχος διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά ήξερε ότι το πουλάκι είχε πετάξει. Το άλογο πλέον το δείξανε, το έμαθε όλος ο κόσμος, αλλά δεν κονομήσανε, από δω και πέρα θα παλεύανε να πάρουν πίσω τα έξοδά τους.
Για κάποιο διάστημα ο Βράκχος ξημεροβραδιαζότανε στους σταύλους παρέα με προπονητές, τζόκεϋς, σταυλίτες και γκομενάκια. Πολλές ωραίες μυρουδιές  βγαίνανε από εκεί, μερικές απαραίτητες να βοηθήσουν τους τζόκεϋς να διατηρήσουν χαμηλά το βάρος τους και μαζευότουσαν πολλά κοριτσάκια που κάνανε κρα για ένα «σίγουρο» και λίγη σκόνη άσπρη. Ο Βράκχος ήταν εκτός συναγωνισμού στα κορίτσια με αντιπάλους τους χοντρούς προπονητές, τους άξεστους σταυλίτες και τους αποστεωμένους τζόκεϋς αλλά το ταμείον έγραφε μείον και η προϊσταμένη κρύωνε σιγά-σιγά. Την λύση έδωσε η χούντα, η προϊσταμένη πήρε μετάθεση και ο Βράκχος δεν πήρε χαμπάρι. Όταν πήγε να πάρει τον μισθό του απολύθηκε σαν αδικαιολογήτως μονίμως απών. Κανένας «συνάδελφος» δεν ήξερε την ύπαρξή του ώστε να τον ειδοποιήσει. Μετακόμισε στο Μαρούσι, στο πατρικό του και την έβγαζε στο καφενείο σαν χαρτοπαίκτης. Την καλή πελατεία την είχε όμως ο πατέρας του που είχε βγει πια στη σύνταξη. Ο Βράκχος έστρεψε το ενδιαφέρον του σε μια πολύ όμορφη πιτσιρίκα, είχε ακούσει ότι ήταν και προικού. Στις βόλτες με το αμάξι του συνέβη το μοιραίον και προ του εξώγαμου αρραβωνιάστηκε. Τότε, την ημέρα των αρραβώνων του γνώρισε την μικρή της αδελφή, ακόμα πιο όμορφη και της τάρριξε μπροστά στα μάτια της  εγκύου μνηστής του. Είναι θαύμα πως δεν απέβαλε η κακομοίρα. Πάντως ούτε οι γενναίες επιχορηγήσεις του πεθερού, ούτε η γέννηση του παιδιού του μετά τον γάμο του, ούτε οι αδελφικές τύψεις της μικρής απέτρεψαν το αναπόφευκτο. Μια μέρα η γυναίκα του άφησε την μικρή της αδελφή να της φυλάει το παιδί και γύρισε λίγο νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Βρήκε το παιδί να κλαίει και την αδελφή της γυμνομπλεγμένη με τον Βράκχο. Το διαζύγιο ήταν εκ των ουκ άνευ.
Ο Φαέθων χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε αριστίνδην δημοτικός σύμβουλος. Δεν ήταν ακριβώς χουντικός, ήταν αυτό που λέμε παντός καιρού. Με τα νέα του καθήκοντα αραίωσε τις επισκέψεις στο καφενείο αφήνοντας ζωτικό χώρο στον Βράκχο. Τα κουτσοβόλευε με τις κούπες και κυνηγούσε την καλή στις γυναίκες. Το 72 ένα βράδυ στους Αμπελόκηπους , του έκανε ωτοστόπ μια κοπελιά που πήγαινε Κηφισσιά. Πάντοτε ευγενικός  με τις γυναίκες ο Βράκχος προσφέρθηκε να κάνει τα παραπάνω χιλιόμετρα αποβλέποντας και στα περαιτέρω. Όμως το ίδιο ευγενικά η κοπελιά αρνήθηκε και ο Βράκχος σήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν ήταν πιεστικός με τις γυναίκες, είχε την αρχοντιά του. Γυρίζοντας περασμένα μεσάνυχτα στο Μαρούσι έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών. Τον πήγανε στο τμήμα και του πήρανε κατάθεση. Επιμένανε ιδιαίτερα αν ήξερε την κοπελιά που είχε πάρει ωτοστόπ. Μια πατρική παρέμβαση απλούστευσε τις διαδικασίες γράφτηκε όμως στο βιβλίο συμβάντων. Η κοπελιά ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης και ψάχνανε για τους συνεργούς της.
Λίγο μετά πέτυχε την «καλή» του. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε να μένει κλεισμένη στο σπίτι και να πλένει και να μαγειρεύει για τον αντρούλη της. Καμάρωνε να τον βλέπει να φεύγει απ’ το σπίτι κουστουμαρισμένο στην τρίχα και ποτέ μα ποτέ δεν τον ρώτησε που πάει ή τι ώρα θα γυρίσει. Αυτή τη γυναίκα ο Βράκχος την αγάπησε πραγματικά και της τόδειχνε τις απειροελάχιστες ώρες που ήτανε μαζί της.
Τα επόμενα χρόνια ο Βράκχος ξεκοκάλιζε μια  αναπάντεχη κληρονομιά από το πουθενά, κυριολεκτικά. Κάποιος μακρινός συγγενής της μάνας του, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους τα κακάρωσε στην μακρινή Ουρουγουάη αφήνοντας κληρονόμους τη μάνα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές της. Καμία φυσικά δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει μέχρι εκεί και εύκολα συμφώνησαν να παραιτηθούν υπέρ αυτού αν αναλάμβανε να τις γηροκομήσει. Βάστηξε τον λόγο του μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, εξ άλλου ήταν και η αγαπημένη ασχολία της  συζύγου του.
Και ήρθε η μεταπολίτευση με τη Νέα Δημοκρατία της και μετά το ΠΑΣΟΚ με τα ζιβάγκο του και ο Φαέθων κατάφερε να είναι στον αφρό και στις δυο καταστάσεις.
Ιδιαίτερα όμως με τους νόμους για τους αντιστασιακούς κάτι ανθίστηκε και ζήτησε ένα αντίγραφο συμβάντων από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου. Μη έχοντας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι δουλειά να κάνει ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιου του και κατάφερε μ’ αυτό το χαρτί να τον βγάλει αντιστασιακό. Ο Βράκχος επανήλθε θριαμβευτικά στην υπηρεσία της κάποτε ερωμένης του λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση και αναδρομικά όλες τις προαγωγές ! Σαν εντελώς άσχετος με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, αλλά σε υψηλά κλιμάκια πλέον, ασχολήθηκε με το νεότερο ηλικιακά θηλυκό προσωπικό της υπηρεσίας του ασκώντας την λεγόμενη γοητεία των γκρίζων κροτάφων τα λίγα χρόνια που του έμεναν μέχρι την συνταξιοδότησή του.
Ο Φαέθων πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο του αγαπημένου του προτύπου, του «εθνάρχη». Θεωρούσε ότι είχε πολλά κοινά μαζί του και προσδιόριζε  σαν τα πιο φανερά την αγάπη για τα τραγούδια του Σώτου Παναγόπουλου και για τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν μπορεί θα υπήρχαν και άλλα κρυφά.
Ο Βράκχος λίγο μετά τον θάνατο του δικού του προτύπου, του Ανδρέα, χάθηκε από προσώπου γης. Πάντως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ποτέ ο ίδιος δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα κοινά στοιχεία που είχε με το πρότυπό του.
Κάποιες κακές γλώσσες λένε πως το έσκασε στο εξωτερικό με κάποια μεσόκοπη, ψηλή, αλλοδαπή γυναίκα στο πρότυπο της Δήμητρας αλλά κανείς δεν ξέρει. Ούτε η γυναίκα του απαντάει όταν την ρωτάνε σχετικά, περιμένει καρτερικά σαν Πηνελόπη την επιστροφή του με το καλό.
Η κόρη που απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα, δεν τον γνώρισε ποτέ.

 

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 127 Σχόλια »

Η κόνις η Αφρικανίς (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 9 Δεκέμβριος, 2018

Τις προαλλες, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα. Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από ένα μήνα, όπου και λινκ προς τα παλιότερα. Επειδή όπου να’ναι θα μπούμε σε εορταστικό κλίμα, οπότε δεν θα ταίριαζε το διήγημα, φοβήθηκα να το αναβάλω για του χρόνου, μην το ξεχασω, και αποφάσισα να το δημοσιεύσω τώρα, πριν τις γιορτές.

H φωτογραφία, όπως και η έμμετρη εισαγωγή εις ύφος Μποστ είναι επίσης του Τζι. Κάποιες μικρές αλλαγές στη γραμματοσειρά δεν ξέρω για ποιο λόγο εμφανίστηκαν, μην τους δίνετε σημασία.

Δεν χρειάζονται άλλα εισαγωγικά, δίνω τον λόγο στον Τζι:

Η κόνις η Αφρικανίς

Νοτιάς στο άστυ το κλεινόν
με σύννεφα προβάλει
και σκόνη από την Αφρική
λεν’ πως θα φέρει πάλι

Και είν’ η σκόνη άριστον
λίπασμα των αγρών
και ορφνοκόκκινος λεκές
των επιφανειών.

Κι ενώ στα σπίτια, στις σκεπές
κανένας δεν τη βλέπει
απ’ το παρμπριζ την όραση
δύσκολα επιτρέπει

Από κοντά διακρίνεται
σε ρούχα απλωμένα
που πρέπει να ξαναπλυθούν,
να είναι καθαρισμένα 

Κακό μεγάλο νόμισε
της Αφρικής την σκόνη
καθένας που την κρίση του
εύκολα διαμορφώνει

Κι όμως όπου εκάθησε
η κόνις η Αφρικανίς
τίποτε το αξιόλογο
δεν έπαθε κανείς 

Ηταν στη δεκαετία του 70  όταν για πρώτη φορά πρόσεξε το φαινόμενο : τα πάντα καλυμένα από μια καφεκόκκινη σκόνη που μας ήρθε -λέει-  από την Αφρική λόγω μετεωρολογικών συνθηκών που επέτρεψαν την μεταφορά της. Διάβασε την σχετική ανακοίνωση :

 Ενα υψηλό βαρομετρικό σύστημα πάνω από τη ΒΔ Αφρική και τη δυτική Μεσόγειο ανύψωσε σκόνη στην ανώτερη ατμόσφαιρα και με νοτιοδυτικούς ανέμους τη μετέφερε προς την ανατολική Μεσόγειο.

Λόγω της περιοχής προέλευσης, η σκόνη είναι ερυθρά. Τα σωματίδια της σκόνης περιέχουν, σε μεγάλο ποσοστό,  πυρίτιο, άργιλο και σίδηρο. Στην περίπτωση μεταφοράς της σκόνης με την παρουσία νεφών και επακόλουθης βροχόπτωσης, τα σωματίδια της σκόνης διαλύονται στις υδροσταγόνες και έτσι επιτυγχάνεται «κατάπτωσή» τους στο έδαφος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται ερυθρωπές λασποβροχές. Τα σωματίδια της αφρικανικής σκόνης, όταν φθάνουν στην Ελλάδα, είναι τα μικρότερα και ελαφρύτερα, διότι τα μεγαλύτερα, ως βαρύτερα, καθιζάνουν καθ’ οδόν. 

Τα συστατικά της σκόνης που περιέχουν σίδηρο θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, αφενός μεν διότι συμβάλλουν στην ανάλογη λίπανση των εδαφών και στην ανάπτυξη των φυτών, αφετέρου δε έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν έναν από του κύριους παράγοντες εμπλουτισμού της θάλασσας σε σίδηρο που απαιτείται για την ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν.


Ολα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, σήμερα μια νέγρα είναι οικεία εικόνα στο πανεπιστήμιο, το 70 όμως οι νέγρες φοιτήτριες ήταν μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού. Η Κόννι ξεχώριζε στην κυριολεξία σαν την μύγα μέσα στο γάλα. Σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητη ούτε στην πατρίδα της, η ομορφιά της ήταν παραπάνω από το συνηθισμένο. Την έβλεπε μια φορά την εβδομάδα -κάθε Τετάρτη- που συνέπιπταν οι ώρες των μαθημάτων τους στο κτίριο της Νομικής, μαγνήτιζε το βλέμμα πολλών καθώς περίμενε έξω από την αίθουσα την έναρξη του μαθήματος. Υστερα ο καθένας έμπαινε στην τάξη του κι αυτός την ξέχναγε απορροφημένος  στο μάθημα  κι έφευγε γρήγορα για το σπίτι ενώ αυτή πάντα είχε κάποιες φίλες, λευκές, να συζητάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 195 Σχόλια »

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική (διήγημα επιστημονικής φαντασίας του gpointofview)

Posted by sarant στο 4 Νοέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, που το χαρακτηρίζει «περίπου επιστημονικής φαντασίας». Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από τρεις μήνες.

Το δημοσιεύω εδώ με χαρά, μαζί με τις εικόνες που έστειλε επίσης ο Τζι. Όμως ο Τζι έστειλε και ένα γιουτουμπάκι, που όπως λέει είναι η καλύτερη εκτέλεση του τραγουδιού του Ντίλαν για να συνοδεύσει την ανάγνωση του διηγήματος:

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική

Η πρώτη φορά που ο Ντιποετμπλού γνώρισε τον ύπνο ήταν με το μεγάλο μπλακ-άουτ στην Νέα Υόρκη. Ολοι φυσικά νόμιζαν στην αρχή πως ήταν μιά συνηθισμένη διακοπή ρεύματος, τρείς- τέσσερις ώρες το πολύ. Ετσι και ο Ντίπυ (χαϊδευτικό του ντιποετμπλού) δεν ανησύχησε, μπορούσε να κάτσει δεκαέξη ώρες σε κατάσταση αναμονής. Μετά κινήθηκε προς την πηγή της ενέργειάς του και συνδέθηκε αλλά τίποτε. Σιγά-σιγά άρχισε να πέφτει η τάση στα κυκλώματά του. Υπολειτουργούσαν τα πάντα επάνω του και ο πρωτότυπος σχεδιασμός του τον οδηγούσε σε άγνωστα πεδία αισθημάτων και γνώσεων, διαρκώς εξασθενούντων. Τελικά –αν είναι ποτέ δυνατόν- έχασε τον έλεγχό του, έπεσε σε ηλεκτρονικό κώμα. Συνδεδεμένος βέβαια, θα ξανάβρισκε τον εαυτό του με την αποκατάσταση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καινούργιες εμπειρίες όμως θα είχαν καταλάβει κάποιο κομμάτι στην πανίσχυρη μνήμη του.

Ο Ντίπυ κατασκευάστηκε γιά να λύσει το μεγάλο πρόβλημα της παγκόσμιας ποίησης, ποιό είναι το αντικειμενικά καλύτερο ποίημα. Ηταν πανίσχυρος στο λογισμικό του, σαν τον Deep Blue των σκακιστών- από κει πήρε άλλωστε και τ’ όνομά του, αλλά και εφοδιασμένος με μιά πρωτότυπη ιδέα γιά την κρίση του. Η πρόσληψη ενός ποιήματος μετατρεπότανε σε τέσσερις από τις βασικές ανθρώπινες αισθήσεις, αφή, όραση, ακοή και όσφρηση. Η ποιοτική και ποσοτική μεταβολή αυτών των παραμέτρων έδινε και την αξιολόγηση του ποιήματος, εξαφανίζοντας κάθε υποκειμενικό δεδομένο. Χρειαζότανε βέβαια ενα «πρότυπο», μιά μονάδα σύγκρισης γιά το ξεκίνημα, αλλά οι σοφοί δεν είχαν πρόβλημα να επιλέξουν την Ιλιάδα σαν σημείο αναφοράς. Δεν υπήρξε καμμία σοβαρή αντίρρηση, όλοι υποκλινόντουσαν μπροστά στο κείμενο που κατέγραψε ο Ομηρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Σίντυ, το δεξί πόδι της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από λίγο καιρό ο φίλος μας ο Τζι. Θυμίζω ότι πριν από ένα εξάμηνο είχαμε δημοσιεύσει κι άλλο διήγημά του, με τίτλο Η θεια.

Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι κι αυτές του Τζι. Δεν άλλαξα την ορθογραφία του κειμένου.

Σίντυ, το δεξί πόδι της

– Σίντυ , ω Σίντυ.

Το δεξί πόδι της Σίντυ είχε μόλις αφήσει το πλακόστρωτο δάπεδο της Φωκίονος Νέγρη έχοντας διασχίσει περίπου το ένα τέταρτο του τόξου που δημιουργεί το πέλμα όταν κάνει ένα βήμα όταν ακούστηκε καθαρά, μα και πνιχτά συγχρόνως μιά αντρική κραυγή:
– Σίντυ, ω Σίντυ
Τα πόδια βέβαια δεν θεωρείται ότι ακούν αλλά αυτή η κραυγή σε κάποια περίεργη συχνότητα βγήκε, σίγουρα δεν έγινε αντιληπτή από κοινά αυτιά. Γιά το δεξί πόδι της Σίντυ ο χρόνος πάγωσε αυτόματα.

Το δεξί πόδι της Σίντυ βρέθηκε με το μεγάλο δάκτυλο σηκωμένο – πάντα συμβαίνει όταν περπατάμε – και τα υπόλοιπα καλοσχηματισμένα μικρά σε μιά γραμμή σαν τα κλωσσόπουλα μιάς πάπιας. Ηταν ένα πόδι πολύ καλοδιατηρημένο γιά την ηλικία του, τυλιγμένο στο μετάξι του καλσόν της και τοποθετημένο σ’ ένα μαλακό μοκασίνι. Το δέρμα του ήταν σε καλή κατάσταση αν εξαιρέσεις κάποιες μικρές πτυχώσεις στην καμάρα του πέλματος που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κάλους αν η Σίντυ δεν τις πρόσεχε, αλλά η Σίντυ μιά φορά τον μήνα μέσα στο ζεστό μπάνιο της πέρναγε τα πέλματά της με θηραϊκή γη, όπως της άρεσε να λέει την ελαφρόπετρα, έτσι η αισθητική κάλυπτε και την ιατρική πλευρά του ζητήματος.

Η Σίντυ στα πενηντατόσα της θύμιζε την Μπριζιτ Μπαρντό στα σαραντατόσα της, τηρουμένων βεβαίως κάποιων αναλογιών. Ηταν σαφώς πιό μικρόσωμη και δεν είχε τόσο πλούσιο στήθος. Αλλά είχε κάτι από την κίνησή της και κυρίως από τον τρόπο που έδενε τα μαλλιά της κώτσο. Πάντοτε κάποια χρυσόξανθα λουγδάκια ξέφευγαν από τις φουρκέτες και τα τσιμπιδάκια δίνοντας ένα ατημέλητο τόνο στο γλυκό της προσωπάκι, ακριβώς όπως και στην Μπεμπέ και σε μεγάλη αντίθεση από τους άψογους, σκουρόχρωμους, στυλιζαρισμένους κώτσους των αμερικανίδων του Χόλλυγουντ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 142 Σχόλια »

Ο χορός των μεταμφιεσμένων (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Τζι ή Gpointofview, που πριν από 3-4 μήνες είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο διήγημά του, μου έστειλε τις προάλλες ένα «αλλιώτικο» διήγημά του όπως λέει.

Όπως θα καταλάβατε ίσως από τον τίτλο, το διήγημα είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη όπερα του Βέρντι -στο πρωτότυπο Un ballo in maschera. Ο Τζι είναι φανατικός βερντιστής και αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η αγαπημένη του βερντική όπερα -κοκκινίζοντας ομολογώ πως μια-δυο φορές την έχω ακούσει και όχι προσεχτικά.

Ο Τζι έχει μεταφερει τα βασικά πρόσωπα της όπερας και την υπόθεση στην εποχή μας και στο καρναβάλι της Πάτρας αλλά εχει αλλάξει την πλοκή εντελώς, δεν πρόκειται δηλαδή για απλή μεταφορά.

Δεν ξέρω αν η οπερα του Βέρντι έχει ανεβεί εκσυγχρονισμένη, κάτι που είναι πάντως πολύ συχνό. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε δει στη Λυρική Σκηνή τον Ριγολέτο μεταφερμένο στη φασιστική Ιταλία του μεσοπολέμου, ενώ υπάρχει και ενα γνωστό ανέβασμά του με μεταφορά στον κόσμο της νιουγιορκέζικης Μαφίας.

Η ίδια η όπερα του Βερντι πέρασε απο σαράντα κύματα. Το λιμπρέτο του Antonio Somma, που μελοποίησε ο Βέρντι, ήταν διασκευή  από λιμπρέτο του Eugène Scribe, που είχε γραφτεί για την όπερα Γουσταύος ο 3ος του Daniel Auber, εμπνευσμένο από πραγματικό περιστατικό, τη δολοφονία του βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύου του 3ου το 1792 σε χορό μεταμφιεσμένων στη Στοκχόλμη. Για να μπορέσει να περάσει τους σκοπέλους της λογοκρισίας, που δεν ήθελε να βλέπει βασιλιάδες να δολοφονουνται επί σκηνής, ο Βέρντι μετέφερε την υπόθεση στην αποικιακή Βοστώνη και αλλαξε το όνομα του Γουσταύου σε Ρικάρντο.

Αλλά αυτά είναι απλώς εγκυκλοπαιδικά, ας δούμε τώρα το διήγημα του Τζι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 98 Σχόλια »

Η θεια (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2018

Τις Κυριακές συνήθως δημοσιεύω στο ιστολόγιο κάτι λογοτεχνικό. Μερικές φορές έχω βάλει και λογοτεχνικά κείμενα δικά μου ή φίλων του ιστολογίου, που σχολιάζουν εδώ ταχτικά, ας πούμε του φίλου μας του Δημήτρη του Μαρτίνου ή του Λεώνικου ή παλιότερα του Ορεσίβιου, αν δεν ξεχνάω και κανέναν.

Ο φίλος μας ο gpointofview, κοινώς Τζι, γράφει διηγήματα και ποιήματα, που τα δημοσιεύει στα ιστολόγιά του (Διηγηματοποίηση και Ποιηματοποίηση). Μου έστειλε για σήμερα ένα δικό του αδημοσίευτο διήγημα, που το δημοσιευω με χαρά, αφού έτσι διορθώνεται η έλλειψη, να μην έχουμε τόσα χρόνια φιλοξενήσει κάτι δικό του. Είναι μάλλον σύντομο, αλλά δεν είναι όλοι φλύαροι σαν εμένα.

Το διήγημα λέγεται «Η θεια», μια λέξη που ο φίλος μας ο Τζι την τονίζει: η θειά. Κανονικά όμως στο μονοτονικό δεν θέλει τόνο, διότι αν βάλεις τόνο τότε θα το προφέρεις δισύλλαβο θει-ά (δείτε τη διαφορά ανάμεσα στο «ποιον είδες» και «το ποιόν του είναι ελεεινό»).

Τη φωτογραφία την πήρα από το ιστολόγιο του Τζι.

Η θεια

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »