Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ranele’

Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2017

Την περασμένη Κυριακή παρουσιάσαμε δυο ιστορίες από τα Ουράλια, του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, σε μετάφραση της φίλης μας Ranele από τα ρώσικα. Συνεχίζω και τελειώνω σήμερα με τις άλλες δύο.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω στην πρώτη από τις δύο σημερινές ιστορίες είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος.

Το πέτρινο λουλούδι

Δεν ήτανε μονάχα οι λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου που ήτανε ξακουστοί για την τέχνη τους. Λένε, πως την ίδια τέχνη κατείχαν και στα δικά μας τα εργοστάσια. Η μόνη διαφορά ήτανε πως οι δικοί μας δουλεύανε περισσότερο τον μαλαχίτη, επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα και βρισκότανε σε αφθονία στα μέρη μας. Από τούτον τον μαλαχίτη σκαλίζανε και διάφορα ταιριαστά πράματα που φορές, άκου το, απορούσες πώς τα΄χανε συλλάβει με τη φαντασία τους.

Εκείνα τα χρόνια ζούσε ένας μάστορας ονόματι Προκόπιτς. Σε τούτην την τέχνη ήτανε πρώτος. Κανείς δεν μπόραγε να του παραβγεί. Όμως είχε τα χρονάκια του.

Έτσι, λοιπόν, ο εργοστασιάρχης διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια για να τα μάθει την τέχνη του.

-Ας τους παραδώκει όλα του τα μυστικά ως και το τελευταίο του κόλπο.

Μόνο που ο Προκόπιτς, είτε ήτανε σφιχτός στο να μοιραστεί τα μυστικά της τέχνης του, είτε συνέβαινε τίποτες άλλο, τέλος πάντων δεν ξεβγήκε καθόλου καλός δάσκαλος. Ήτανε νευρικός και βίαιος. Πρώτα στόλιζε το κεφάλι του αγοριού με καρούμπαλα, πάγαινε να του ξεριζώσει και τ΄αφτιά του ύστερις το απαράταγε και έλεγε στον επιστάτη:

-Δεν μου κάμνει του λόγου του… Δεν έχει μήτε μάτι ικανό, μήτε χέρι που να πιάνει. Χαμένος κόπος.

Ως φαίνεται ο επιστάτης διατάχθηκε να ικανοποιεί την κάθε παραξενιά του γερο-μάστορα σε τούτο το ζήτημα.

-Ό, τι ειπείς, αφού δεν κάμνει ετούτος… θα σου δώκουμε άλλονε… – Και του ΄στελνε άλλο παλικαράκι.

Τα αγόρια σαν μάθανε τι γίνεται στου Προκόπιτς… από νωρίς ξεσηκώνανε θρήνο μην πέσουνε στα χέρια του. Μήτε οι πατεράδες μήτε οι μανάδες στέργανε να στείλουνε τα παιδούλια τους στα κάτεργα που δε βγάζανε πουθενά. Αρχίνησε, λοιπόν, ο καθείς όπως μπόραγε να γλιτώνει το τέκνο του. Να ειπούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλεύεις μαλαχίτη ήτανε σκάρτη τέχνη, σκέτο φαρμάκι. Γι΄αυτό ο κοσμάκης φυλαγότανε. Ο επιστάτης όμως δεν αλησμονούσε την εντολή του εργοστασιάρχη –  συνέχισε να του στέλνει μαθητούδια. Εκείνος με τη σειρά του παίδευε το παλικαράκι και ύστερα το γύριζε πίσω στον επιστάτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2017

Η φίλη μας η Ranele, που μας είχε στείλει πριν από δυο μήνες τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα Σάνκια του Ζαχάρ Πριλέπιν, μου έστειλε τέσσερις ιστορίες από τα Ουράλια του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, πάλι σε δική της μετάφραση. Το συνολικό κείμενο είναι πολύ μεγάλο, οπότε αποφάσισα να τις παρουσιάσω σε δύο δόσεις, δύο ιστορίες τούτη την Κυριακή και τις δύο άλλες την επόμενη. Βοηθάει σ’ αυτό το γεγονός ότι η πρώτη και η δεύτερη ιστορία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, το ίδιο και οι δυο επόμενες.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω σε δικό του κείμενο, που θα το δούμε την επόμενη Κυριακή, είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη. Η Ranele μού έστειλε κι ένα δικό της εκτενές σημείωμα για τη ζωή και το έργο του, αλλά επειδή ήδη το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο αποφάσισα να μην το δημοσιεύσω.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος. Ο μαλαχίτης, που πρωταγωνιστεί στις ιστορίες, είναι ορυκτό του χαλκού με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα. Στα Ουράλια υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματά του.

 

 

Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού

Κάποτε δύο άντρες από το εργοστάσιό μας πάγαιναν στα λιβάδια τους να ιδούν αν έφτασε ο καιρός για κόσισμα(*).

Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

Ήτανε γιορτή και σχόλη. Είχε δυνατό λιοπύρι και μια κουφόβραση άλλο πράμα. Και οι δυο τους δουλεύανε μες στα ορυχεία των Αλωνιών. Σπάγανε τον μαλαχίτη και τον αζουρίτη – μεταλλεύματα πλούσια σε χαλκό. Πού και πού βρίσκανε και αυτοφυή χαλκό σε κόκκους ή σε περίτεχνους κρυστάλλους, καμιά φορά τους τυχαίνανε κι άλλα πετρώματα.

Ένας από αυτούς, ο νεαρός, ήτανε ανύπαντρος, μα τα μάτια του ήδη είχανε πάρει μιαν πράσινη μαλαχιτένια απόχρωση. Ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων. Τα μάτια του, αλλά και τα μάγουλά του, είχαν αποχτήσει ακόμη πιο γκριζοπράσινη απόχρωση ωσάν της μούχλας. Και έβηχε σερί εκείνος ο κακομοίρης.

Μες στο δάσος ήταν σκέτη καλοσύνη. Τα πουλάκια τιτίβιζαν χαρμόσυνα, η γης ανέδιδε μια λεπτή ευωδιά. Εκεί που λες, τους έπιασε νύστα. Με τα πολλά με τα λίγα φτάσανε ίσαμε το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Εκείνον τον καιρό αυτού μέσα βγάζανε μεταλλεύματα σιδήρου. Με το που ξάπλωσανε χάμω στο χορτάρι κάτω από μια σουρβιά, ευθύς τους πήρε ο ύπνος. Μόνο που ο νεαρός κάποια στιγμή πετάχτηκε απάνου σαν να του΄δωκε κανείς μια γερή σπρωξιά στα παΐδια. Κοίταξε ολόγυρα και τι να ιδεί; Ακριβώς μπροστά του απάνω σε ένα σωρό από πέτρες, σιμά στο μεγάλο βράχο καθότανε μια γυναίκα. Καθότανε αυτού με την πλάτη της γυρισμένη στο νεαρό, μα από την πλεξούδα της ήτανε ολοφάνερο πως επρόκειτο για νεαρή κοπέλα. Η πλεξούδα της ήτανε μαύρη κατράμι και δεν πήγαινε πέρα δώθε όπως στα κορίτσια μας, σάμπως ήτανε γερά κολλημένη πάνω στη ράχη της. Στο τελείωμά της είχε κορδέλες που φαντάζανε άλλοτε κόκκινες και άλλοτε πράσινες. Λάμπανε και κουδουνίζανε σαν ελάσματα χαλκού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »