Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘spatholouro’

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων (συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2017

Το ιστολόγιο αγαπάει και το ρεμπέτικο και την αναδίφηση σε παλιές εφημερίδες και αρχειακό υλικό. Το σημερινό άρθρο συνδυάζει αυτές τις δυο πτυχές, αφού φωτίζει δυο περιστατικά της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, συμπληρώνοντας τα όσα γνωρίζουμε από την αυτοβιογραφία του Μ.Β. και από το πρόσφατο έργο του Δ. Βαρθαλίτη. Η συνεχής έρευνα του Spatholouro σε παλιές εφημερίδες, άχαρη δουλειά θα την έλεγε κάποιος ή δουλειά μυρμηγκιού κάποιος άλλος, έβγαλε στο φως πολύτιμες πληροφορίες που συμπληρώνουν ή ανατρέπουν τις εξιστορήσεις του Μάρκου.

Το άρθρο λοιπόν γράφτηκε από τον φίλο μας Spatholouro, και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «συλλογές» (τχ. 386, Σεπτέμβριος 2017, σελ. 1021-1024) του Αργύρη Βουρνά. Επειδή το περιοδικό αυτό είναι περιορισμένης κυκλοφορίας (κυρίως μέσω συνδρομητών) έκρινα ότι αξίζει και η διαδικτυακή δημοσίευσή του εδώ. Παρόμοια αναδημοσίευση είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες στο άρθρο για τα Βούρλα.

Μια και το άρθρο είναι μεγάλο, ας μην φλυαρήσω περισσότερο. Δίνω τον λόγο στο Spatholouro.

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων

Η Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη (επιμ. Αγγελική Βέλλου Κάιλ), που πρωτοεκδόθηκε το 1973, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κείμενο, όχι μόνο για όσους ενδιαφέρονται ειδικότερα για το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για μία ζέουσα και συναρπαστική αφήγηση ζωής ενός εμβληματικού εκπροσώπου της λαϊκής τάξης και του λαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Το καίριο αυτό κείμενο έτυχε δικαίως μεγάλης διάδοσης στο ελληνικό κοινό, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε την καριέρα του και στο ξένο κοινό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά (Markos Vamvakaris: The Man and the Bouzouki. Autobiography, μτφρ. Noonie Minogue, 2015).

Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η τελική μορφή του κειμένου που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης δεν είναι ακριβώς αυτή που είτε έγραψε με το χέρι του ο ίδιος ο Βαμβακάρης είτε υπαγόρευσε στους φοιτητές (π.χ. Ν. Γεωργιάδη, Π. Κουνάδη, Κ. Καλαμαρά κ. ά.) που τον ανακάλυψαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η επιμελήτρια της έκδοσης, Αγγελική Βέλλου Κάιλ, συναρμολόγησε κατά την κρίση της το ποικίλο αυτοβιογραφικό υλικό που προέκυψε, τόσο από τα χειρόγραφα τετράδια του Μάρκου Βαμβακάρη και τις απομαγνητοφωνημένες προφορικές εξιστορήσεις του, όσο και από όσα αυτός υπαγόρευσε στους κατά καιρούς «γραμματικούς» του. Έτσι, ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για την έκταση κατά την οποία ενδεχόμενες παρεμβάσεις της επιμελήτριας έχουν ασκήσει μικρή ή μεγαλύτερη επιρροή στην όλη φυσιογνωμία του τελικού κειμένου.

Ένας άλλος προβληματισμός που ενυπάρχει, όσον αφορά γενικότερα τις βιογραφικές αφηγήσεις (άρα προεχόντως και τις ρεμπετοαφηγήσεις), είναι κατά πόσον αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι παρέχουν αξιόπιστη πρόσβαση αφενός στις παντοειδείς βιωμένες πραγματικότητες των υποκειμένων και αφετέρου στην εξωκειμενική πραγματικότητα. Η σχετική προβληματική μεταξύ πραγματικού και επινοημένου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δεν θα επεισέλθουμε. Αρκεί να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι ο αναγνώστης καλό είναι να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, προκειμένου για τον κατά δύναμη διαχωρισμό μεταξύ εξωκειμενικής πραγματικότητας, υποκειμενικής βίωσής της και ενδεχόμενων κατασκευών. Εδώ, άλλωστε, έχουν τη θέση τους τόσο οι μνημονικές παρεμβάσεις όσο και η ίδια η κειμενοποίηση της ρεμπέτικης προφορικότητας, που ενδέχεται να αλλοιώνουν το πραγματολογικό και ιστορικό πεδίο. Η υποψιασμένη αναγνωστική αυτενέργεια θα πρέπει πάντα να διασταυρώνει ό,τι αυτοβιογραφικό διαβάζει με όσα τεκμηριωτικά στοιχεία μπορεί να εντοπίσει, προκειμένου να δοκιμάζει την αξιοπιστία οιασδήποτε αφήγησης ζωής έχει προ οφθαλμών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναδημοσιεύσεις, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 210 Σχόλια »

Το πορνείο των Βούρλων, ο Μανώλης Κανελλής κι ένα ατάσθαλο ιστολόγιο (συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2017

Το ιστολόγιο έχει ασχοληθεί κι άλλη φορά με τα Βούρλα, με αφορμή τη μεγάλη απόδραση των 27 κομμουνιστών κρατουμένων το 1955. Αλλά πριν γίνουν φυλακή τα Βούρλα ήταν, για αρκετά μεγαλύτερο χρονικό διαστημα, πορνείο ή μάλλον ολόκληρος συνοικισμός πορνείων, κλεισμένος με εξωτερικό περιτείχισμα.

Σήμερα δημοσιεύω ένα εκτενές άρθρο, γραμμένο από τον φίλο μας Spatholouro, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «συλλογές» (τχ. 381, Απρίλιος 2017, σελ. 375-379) του Αργύρη Βουρνά. Επειδή το περιοδικό αυτό είναι περιορισμένης κυκλοφορίας, κυρίως μέσω συνδρομητών, έκρινα ότι αξίζει και η διαδικτυακή δημοσίευση του άρθρου.

Συμμερίζομαι τη διαπίστωση του συντάκτη ότι «το Διαδίκτυο ομολογουμένως συγκαταλέγεται μεταξύ των κινήσεων που κάνει όποιος ενδιαφέρεται για κάτι που τον απασχολεί» οπότε δεν είναι περιττή η ανασκευή απόψεων που έχουν δημοσιευτεί σε ιστολόγια -εννοείται βέβαια ότι ευχαρίστως στα σχόλια θα φιλοξενηθεί και οποιαδήποτε απάντηση.

Επειδή στο κείμενο γίνεται αναφορά σε ένα παλιό άρθρο του λογοτέχνη Μανώλη Κανελλή, παρακάλεσα το Spatholouro να πληκτρολογήσει και αυτό το άρθρο, που το δημοσιεύω στο τέλος, μαζί με φωτογραφίες από την αρχική δημοσίευση στην εφημ. Ανεξάρτητος το 1933. Διατηρώ την ορθογραφία κτλ.  αλλά κάνω μια πολύ μικρή επέμβαση στο πρώτο άρθρο, στο σημείο όπου γίνεται λόγος για μια έκφραση παρμένη από τον Δάντη. Προσθέτω το πρωτότυπο τρίστιχο για να φανεί ότι πρόκειται για την πολύ γνωστή έκφραση guarda e passa, που έχει γίνει και με τη μορφή αυτή παροιμιώδης και στα ελληνικά.

Το πορνείο των Βούρλων, ο Μανώλης Κανελλής κι ένα ατάσθαλο ιστολόγιο

Κατά τη διάρκεια της εργώδους ερευνητικής προσπάθειας που καταβάλλεται εδώ κι έναν χρόνο (από τον Σπύρο Παπαϊωάννου και τον υποφαινόμενο), προκειμένου να ανασυσταθεί κατά το μέτρο του εφικτού το χρονικό των «Βούρλων» Δραπετσώνας, δηλαδή του μεγάλου θεσμοθετημένου πορνείου που λειτούργησε εκεί από το 1876 έως το 1941, καμμία πηγή πληροφόρησης δεν κρίθηκε εκ μέρους μας αμελητέα. Πέρα από την κοπιώδη αναδίφηση σε συγχρονικές πηγές (όπως ο ημερήσιος και περιοδικός Τύπος) και παντοειδή φωτογραφικά και άλλα αρχεία, το Διαδίκτυο ομολογουμένως συγκαταλέγεται μεταξύ των κινήσεων που κάνει όποιος ενδιαφέρεται για κάτι που τον απασχολεί, είτε απλώς για να λάβει μία πρώτη και πρόχειρη πληροφόρηση είτε και για ερευνητικούς λόγους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρόσφατη ιστορία, Πειραϊκά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 127 Σχόλια »

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990 (Συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2016

Το ιστολόγιο φιλοξενεί σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Spatholouro, με το πολύ ενδιαφέρον θέμα «Ρεμπέτικο και αριστερά» ή, για να δώσω τον ακριβή τίτλο, «Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990″.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, πρόκειται για «Ομιλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2015 στο πλαίσιο του Κύκλου Ανοικτών Μαθημάτων Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Κοινωνικό-Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Η Λαμπηδόνα» (συντονιστής: Κώστας Στεργιόπουλος). Ίσως δεν παρέλκει να σημειωθεί ότι ο ομιλητής εντρέπεται τις τέτοιες δημόσιες εμφανίσεις και δεν κάνει ποτέ. Ας όψεται ο εξαίρετος Κ. Στεργιόπουλος που με συγκίνησε τόσο με τη δουλειά που κάνει εκεί, ώστε να αφήσω προς στιγμήν το underground».

Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση άρθρα που έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο -σκέφτηκα προς στιγμή να το βάλω σε δύο συνέχειες, αλλά κάτι τέτοιο δεν βολεύει για τα σχόλια. Οπότε, μονοκοπανιά. Κυριακή είναι, υπάρχει ελπίζω περισσότερη άνεση.

Μια και το άρθρο είναι ήδη πολύ μεγάλο, εγώ δεν θα πω τίποτα. Ο λόγος στο spatholouro.

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση (1946-1990)

Το ιστορικό που ακολουθεί επιχειρεί να αναδείξει τη διακύμανση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο τραγούδι,για τη χρονική περίοδο 1946-1990. Το 1946 επιλέχθηκε ως αφετηρία, γιατί τότε είναι, όσο γνωρίζουμε, που γίνονται οι πρώτες αριστερές νύξεις για το ρεμπέτικο, ενώ το 1990 είναι ο «τερματικός» σταθμός μας, καθώς σφραγίζεται με τις απόψεις ενός εμβληματικού αριστερού μουσουργού και διανοητή, του Αλέκου Ξένου.

Πρώτη περίοδος (1946-1967)

Για αναλυτικούς, αλλά και πραγματολογικούς λόγους, διακρίνουμε τρεις «υποπεριόδους»:

  • 1946-1949: οριοθετείται από το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και τη διάλεξη Χατζιδάκι,
  • 1950-1959: συμπίπτει με το μετεμφυλιακό κλίμα,
  • 1960-1967: εδώ τον τόνο δίνει το εγχείρημα Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο.

 

α) 1946-1949

Οι πρώτες νύξεις περί ρεμπέτικου αφορούν τη χασισική του συνιστώσα. Πρόκειται για άρθρα καταγγελίας των κινδύνων διαφθοράς που απειλούν τη νεολαία της εποχής, καθώς η Αθήνα τότε φέρεται να βρίθει από χασισοποτεία, πορνεία, ύποπτα μπαρ κλπ. Ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ Θ. Λιακόπουλος (Ελεύθερη Ελλάδα, 10-1-1946) μέμφεται την ελεύθερη κυκλοφορία τραγουδιών, όπως το «Όταν καπνίζει ο λουλάς», ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Χρ. Πασ. (Νέα Γενιά,  τχ. 67, Μάρτ. 1946), καταγγέλλοντας ότι σε τέτοιους χώρους δημιουργούνται και τα «κουτσαβάκικα τραγούδια (Όταν καπνίζει ο λουλάς κ.ά)». Στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος και για τη σχετική δράση της ΕΠΟΝ επί Κατοχής,  που εκτεινόταν από την έκδοση σχετικών «διαταγών» να κλείσουν τα διάφορα πορνεία, τεκέδες και λέσχες, έως και την καταστροφή των ανυπάκουων κέντρων. Εθεωρείτο ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται  στο πλαίσιο των «γνωστών σατανικών σχεδίων για την εξόντωση του λαού», ενώ κατονομάζονται οι ύμνοι του χασίς «Όταν καπνίζει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες, κέντρα, δρόμους και πλατείες… Ως προς τα ραδιοφωνικά ακροάματα, ο Μ. Βάρβογλης (Ριζοσπάστης, 7-7-1946) φιλοξενεί επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον των μοιρολογιών, των αμανέδων, των ταγκο- σουινκοτράγουδων και λοιπών «μπεκροσέρτικων», για να εισηγηθεί λογοκρισία σε στίχους που «είναι ζήτημα αν θα τ’ άκουγε κανείς σε υπόγειους παραδείσους ή σε δυσώνυμους οίκους!». Η πρώτη παρεμπίπτουσα αναφορά του Φ. Ανωγειανάκη (Ριζοσπάστης, 15-8-1946) στα «σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» θα τα θεωρήσει ως συνέχεια των δημοτικών, από τα οποία όμως λείπει ο δημιουργικός όρος της ομαδικότητας και κοινής ψυχικής ζωής. Είναι πάντως μια «ζωντανή πραγματικότητα» άξια μελέτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 240 Σχόλια »

Η ρεμπέτα, οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2013

Το σημερινό άρθρο, για την ετυμολογία των λέξεων «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο», λογαριάζω να το γράψω εδώ και πολύν καιρό, από τότε που, σε μια συζήτηση πριν από ένα χρόνο και βάλε, ένας επισκέπτης υποστήριξε (σχόλιο αριθ. 103 εδώ) ότι: «Η λέξη “ρεμπέτικος” είναι παραφθορά της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης λογίας “ρεμβαστικός” και προέρχεται από το ρήμα “ρέμβω” ή “ρεμβάζω” απ’ όπου και ο ρέμπελος = ο σπαταλών τον χρόνον αναιτίως, άρα αραχτός και αντικοινωνικός…». Στη συνέχεια έγραψε για το θέμα ο αγαπητός Δύτης των Νιπτήρων, σε ένα δικό του εξαιρετικό άρθρο αλλά και στα έξοχα σχόλια που έγιναν, οπότε θα έλεγε κανείς ότι εξαντλήθηκε το θέμα. Ύστερα όμως ο φίλος Σπύρος Ζερβόπουλος, που έχει εξελιχτεί σε δεινό αναδιφητή των σωμάτων κειμένων, μου έστειλε με ηλεμήνυμα ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, που θα ήταν κρίμα να μη δημοσιευτούν, ενώ η πλάστιγγα έγειρε οριστικά όταν πριν από μερικές μέρες ένας παλιός γνωστός μού ζήτησε τη γνώμη μου για την ετυμολογία της λέξης, επειδή τη χρειαζόταν ένας φοιτητής του σε μια εργασία του. Έτσι, αποφάσισα να γράψω κι εγώ για την ετυμολογία του ρεμπέτη, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν. Ωστόσο, ο έπαινος αξίζει στον Δύτη και στους σχολιαστές του καθώς και στον Σπ. Ζερβόπουλο: εγώ απλώς συνοψίζω.

Πριν προχωρήσουμε, ένα διαφημιστικό διάλειμμα: συνεχίζεται η υποβολή προτάσεων για τη Λέξη της χρονιάς, έχετε καιρό ίσαμε σήμερα στις 11 μ.μ. (ώρα Ελλάδος).

Ξεκινώντας, και πριν μπούμε στο θέμα μας, εύκολα μπορούμε να καταρρίψουμε την «ετυμολογία» που είχε προτείνει ο αρχικός επισκέπτης, ότι τάχα η λέξη ρέμπελος είναι ομόρριζη με τον ρεμπέτη και προέρχεται από το ρήμα «ρέμβω» ή «ρεμβάζω». Ο ρέμπελος είναι βενετικό δάνειο που ανάγεται τελικά στο λατινικό rebellare, από το bellum, πόλεμος. Η λέξη μαρτυρείται αδιατάρακτα στα ιταλικά από τον μεσαίωνα. Αυτή είναι η ομόφωνα αποδεκτή άποψη και δεν μπορεί να κλονιστεί από την ηχητική ομοιότητα ή επειδή σε κάποιον φάνηκε ότι οι ρεμπέτες είναι και ρέμπελοι. Άλλωστε, ρεμπελιό στα μεσαιωνικά ελληνικά δεν σημαίνει αραλίκι αλλά εξέγερση (π.χ. το ρεμπελιό των ποπολάρων).

Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα, την ετυμολογία των λέξεων ‘ρεμπέτης’ και ‘ρεμπέτικο’. Όπως είδαμε, ο επισκέπτης πιο πάνω υποστηρίζει την προέλευση από το ρήμα «ρέμβω» (που σήμαινε, στην αρχαιότητα, μεταξύ άλλων, «περιφέρομαι, περιπλανώμαι»), μια άποψη που, αν και δεν τη δέχεται κανένα μεγάλο λεξικό μας, ακούγεται αρκετά, κυρίως από μελετητές του ρεμπέτικου, σαν τον Κ. Φέρρη, οι οποίοι επιπλέον επικαλούνται το λεξικό του Δουκάγγιου (1688) όπου υπάρχει το λήμμα «ρεμπιτός» (με τη σημασία «πλανημένος»), παραφθορά του «ρεμβός» (ο αναιτίως πλανώμενος). Πηγή του Δουκαγγίου είναι ο Μέρσιος (Meursius ή Johannes van Meurs), o Φλαμανδός ελληνιστής που έγραψε στις αρχές του 17ου αιώνα.

Κοντά σε αυτά, υπάρχει και το ρήμα «ρέμπομαι», πιθανώς μετεξέλιξη του «ρέμβομαι», που υπάρχει και στον Ερωτόκριτο, αλλά και σήμερα στην κρητική διάλεκτο, και που έχει πάρει άλλες σημασίες, κυρίως «νέμομαι» ή και «περηφανεύομαι». Ας πούμε, στον Ερωτόκριτο, «επέτετο κι ερέμπετο στην αρχοντιά την τόση» ή «μα ρέμπεται στις αφεντιές, στα πλούτη ντου καυκάται».

Το κακό με τη «θεωρία των ρεμπετολόγων» είναι ότι αφενός λείπουν εντελώς οι ενδιάμεσοι τύποι από το «ρέμπομαι» και το «ρεμπιτός» του Μεσαίωνα ως τον ρεμπέτη, και αφετέρου ότι η σημασιακή απόσταση μεταξύ του «ρέμπομαι» και του «ρεμπέτης» είναι αρκετά μεγάλη. Την απόσταση αυτή προσπαθούν να τη γεφυρώσουν με κατασκευές όπως ότι «ρέμπομαι» σήμαινε τάχα «ζω μποέμικα», αλλά αυτό δεν προκύπτει από τα κείμενα παρά (μου) φαίνεται σκέτος υποκειμενισμός.

Στη μελέτη του Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα…, ο Πάνος Σαββόπουλος (απλή συνωνυμία με τον Διονύση) απαριθμεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 θεωρίες για την προέλευση της λέξης. Ο Σαββόπουλος τις απορρίπτει και τις δεκαπέντε για να προτείνει μια δέκατη έκτη, η οποία προσπαθεί να θεραπεύσει τα ελαττώματα της «θεωρίας των ρεμπετολόγων», δηλαδή της προέλευσης από το «ρέμπομαι» και/ή το «ρεμπιτός». Αφού επισημάνει ότι η λέξη ρεμπέτικο πρωτοεμφανίζεται στην ετικέτα ενός δίσκου γραμμοφώνου γύρω στο 1910, προτείνει την εξής ιδέα: ότι τη λέξη «ρεμπέτικο» την έπλασε κάποιος έξυπνος διευθυντής εταιρείας δίσκων (ή στέλεχος εταιρείας) στην Πόλη το 1910, που ήταν διαβασμένος και ήξερε το ρέμπομαι και το ρεμπιτός, στο μοντέλο μποέμης -μποέμικο, ρέμπομαι-ρεμπιτός-ρεμπέτικο, και ότι η λέξη «ρεμπέτης» (που άλλωστε, κατά την καταγραφή του Σαββόπουλου, δεν είναι τόσο συχνή στα τραγούδια της πρώτης εποχής) προήλθε υποχωρητικά από τον εμπορικό όρο «ρεμπέτικο». Επισημαίνει επίσης ο Σαββόπουλος ότι τα τραγούδια που πρωτοχαρακτηρίστηκαν «ρεμπέτικα» δεν ήταν ρεμπέτικα (κατά τη δική του γνώμη και ταξινόμηση, βέβαια -ένα από τα δύο τραγούδια ήταν το γνωστό Τικιτάκ, που το ακούμε εδώ σε μεταγενέστερη δωρική εκτέλεση από τον Μάρκο).

Η ιδέα του Σαββόπουλου είναι ευφυέστατη, δεδομένου ότι ξεμπερδεύει μια και καλή με την απουσία ενδιάμεσων τύπων και τη σημασιακή απόσταση: αφού είναι εμπορική ονομασία, πλάσμα της λεξιπλαστικής φαντασίας ενός έξυπνου και μορφωμένου αστού, όλα (ή σχεδόν) επιτρέπονται! Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως η ευφυής θεωρία του Σαββόπουλου περιέχει και το κλειδί για την ανασκευή της: αν η λέξη πλάστηκε «εκ του μηδενός» από έναν λόγιο το 1910, είναι φανερό πως αν βρούμε τη λέξη «ρεμπέτικο» (ή και τη λέξη «ρεμπέτης», που είναι παράγωγό της κατά Σαββόπουλον) σε κείμενο παλιότερο από το 1910 η θεωρία καταρρέει (σαν χάρτινος πύργος, αν σας αρέσουν τα κλισέ).

Τέτοιο κείμενο βρέθηκε (και όχι μόνο ένα), οπότε μπορούμε να βάλουμε στο αρχείο τη θεωρία του Σαββόπουλου. Όπως φανέρωσε πρώτος στο ιστολόγιο του Δύτη των Νιπτήρων ο χρήστης με το ψευδώνυμο spatholouro, που είναι γνωστός μελετητής και συγγραφέας, αλλά δεν θα αποκαλύψω την ταυτότητά του αν εκείνος δεν το θέλει, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1871 εμφανίζεται κατ’ επανάληψη η λέξη «ρεμπέτα». Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται» του Μηνά Χαμουδόπουλου  (1843-1908), που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σμύρνη αλλά μετά το 1880 έζησε στην Πόλη και που βρίσκω να χαρακτηρίζεται, σε ένα βιβλίο του, «Μέγας ρήτωρ της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, δημοσιογράφος, ιστορικός, γεωγράφος, πολιτικός, φορέας της ελληνορθοδόξου παραδόσεως». Ο Χαμουδόπουλος ήταν βεβαίως όλα αυτά, αλλά στα νιάτα του έγραψε και το λαϊκό αυτό μυθιστόρημα, τους Νυκτοκλέπτες, που εντάσσεται στην παράδοση των απόκρυφων μυθιστορημάτων, που διηγούνται με αρκετήν εντυπωσιοθηρική διάθεση ιστορίες με πρωταγωνιστές από τον υπόκοσμο, όπως ήταν τα Μυστήρια των Παρισίων, και που για να γραφτούν χρειάζονταν αστική συγκρότηση, γι’ αυτό και στη γλώσσα μας πρωτοεμφανίστηκαν στη Σμύρνη και στην Πόλη και όχι στην Αθήνα. Νυκτοκλέπται είναι αυτοί που μπαίνουν τη νύχτα σε κοσμηματοπωλεία και άλλα καταστήματα ή σπίτια με πλούσια λεία και κλέβουν. Διαρρήκτες θα τους λέγαμε σήμερα.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που αν δεν το εκδώσει κανείς άλλος σκέφτομαι να το εκδώσω εγώ στο κοντινό μέλλον γιατί έχει φοβερό γλωσσικό ενδιαφέρον και μπορεί να ανατρέψει αρκετές ετυμολογήσεις -ίσως γράψω ειδικό άρθρο για το θέμα. Πιστός στα θέσμια της εποχής, ο Χαμουδόπουλος χρησιμοποιεί αρχαΐζουσα καθαρεύουσα στην αφήγηση και τις περιγραφές, αλλά στους διαλόγους διασώζει (ενδεχομένως) τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην πιάτσα της εποχής, φιλτραρισμένη βέβαια. Δείγμα γραφής:

Ο κάπηλος, όστις εν τω μεταξύ καταλιπών το λογιστήριόν του είχεν έλθει και λάβει μέρος ως ακροατής εις τον διάλογον των δύο τούτων, παρεισέδυ και αυτός εις την ομιλίαν επίκουρος του γέροντος:

— Άκουσε, Παναγιώτη, του είπε, τον Δεσποτόπουλο. Αυτός από πενήντα χρόνια κι εδώθε είναι από τους πρώτους της ρεμπέτας και τ’ όνομά του είναι ξακουσμένο μέσα ‘στην Ανατολή και ‘στα Εφτάνησα. Πίστευσέ τον ό,τι σου λέγει, διότι κι ο διάβολος δεν ξέρει όσα ο Παπούς (όνομα χαϊδευτικόν του Δεσποτόπουλου προσαγορευόμενον ούτω υπό των συντρόφων του νυκτοκλεπτών).

Ο Παπούς λοιπόν είναι «από τους πρώτους της ρεμπέτας», και αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ρεμπέτα, λέξη που εμφανίζεται δεκάδες φορές στο μυθιστόρημα, είναι η πιάτσα, ο υπόκοσμος, ή, όπως το ορίζει ο Χαμουδόπουλος, «το σύνολον των νυκτοκλεπτών», σε επεξήγηση που δίνει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του.

Θα προσέξατε βέβαια ότι ο Χαμουδόπουλος δεν καταγράφει τους τύπους «ρεμπέτης, ρεμπέτικο», αλλά αυτό μικρή σημασία έχει σε πρώτο επίπεδο. Όταν από το 1870 τουλάχιστον (και πιθανότατα από πολλές δεκαετίες νωρίτερα) υπάρχει εδραιωμένη στη σμυρνέικη αργκό η λέξη «ρεμπέτα», είναι πολύ φυσιολογικό να παράχθηκε από εκεί ο ρεμπέτης, κατά το σχήμα «η ρεμπέτα – ο ρεμπέτας – ο ρεμπέτης – το ρεμπέτικο», που το έχουμε ξαναδεί στην παραγωγή «η μάγκα [ομάδα άτακτων πολεμιστών, το θέμα αξίζει άρθρο] – ο μάγκας» και είναι απολύτως αδύνατο, κατά τη γνώμη μου, να υπάρχει άλλη προέλευση του ρεμπέτη εκτός από τη ρεμπέτα.

Να σημειωθεί οτι η λέξη «ρεμπέτα» καταγράφεται και στα μεγάλα λεξικά της δεκαετίας του 1930, τον Δημητράκο και την Πρωία, με τη σημασία «άνθρωπος φυγόπονος και διεφθαρμένος, ρεμπεσκές». Ο Δημητράκος καταγράφει και τον τύπο «ο ρεμπέτας», ενώ κανένα από τα δύο λεξικά δεν καταγράφει τις λέξεις «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο».

Από πού όμως ετυμολογείται η λέξη «ρεμπέτα»; Δύο είναι οι επικρατέστερες θεωρίες. Η μια πιθανή προέλευση είναι από το τουρκικό rabιta, που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία. Το κακό με την άποψη αυτή είναι η αλλαγή τονισμού, αφού η τουρκική λέξη τονίζεται στη λήγουσα, οπότε θα περίμενε κανείς να δώσει στα ελληνικά μια λέξη σαν *ραμπουτάς (όπως από το samata έχουμε ‘σαματάς’). Η άλλη, που τη δέχεται το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη (αν και κατευθείαν για τη λ. ρεμπέτης, χωρίς να αναφέρει τίποτα για τη ρεμπέτα) είναι η προέλευση από τη λέξη rιbat, που σήμαινε ‘στρατιωτικός καταυλισμός, ιδίως μεθοριακός’ αλλά στη συνέχεια, στην ανατολική Μεσόγειο του 19ου αιώνα είχε πάρει τη σημασία «ξενώνας, καραβανσεράι» και «τεκές, άσυλο». Αν σκεφτούμε ότι το τουρκικό rιbat δεν προφέρεται «ριμπάτ» αλλά κάπου ανάμεσα σε «ρεμπάτ» και «ρουμπάτ», δεν απέχουμε πολύ ούτε φωνητικά ούτε σε σημασία. Πάντως, αν δεχτούμε, όπως όλα δείχνουν, ότι ο αρχικός τύπος είναι «η ρεμπέτα» (και μετά «ο ρεμπέτης»), τότε η προέλευση από το rabιta φαίνεται πιθανότερη.

Μια ένσταση που θα μπορούσε να προβληθεί στην προέλευση του ρεμπέτη/ρεμπέτικου από τη ρεμπέτα θα ήταν ίσως ότι οι λέξεις αυτές εισήχθησαν σχετικά όψιμα στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως υποστηρίζει ο Π. Σαββόπουλος στην μελέτη του που ανέφερα πιο πάνω, αλλά και ο καθηγητής Στάθης Gauntlett, ο οποίος, νωρίτερα από τον Σαββόπουλο, είχε επίσης υποστηρίξει ότι ο όρος ρεμπέτικο είναι κατασκευή του τμήματος μάρκετινγκ των δισκογραφικών εταιρειών (Rebetika as a marketing construct). Ωστόσο, αν αναδιφήσουμε τα σώματα κειμένων βρίσκουμε πολλές και στέρεες αναφορές στη ρεμπέτα, που γεφυρώνουν το χρονικό και γεωγραφικό χάσμα από το 1870 και τη Μικρασία ως το 1920 και την ηπειρωτική Ελλάδα. Τα περισσότερα απ’ όσα θα παραθέσω στη συνέχεια, σχεδόν όλα μάλιστα, τα χρωστάω στις έρευνες του δαιμόνιου Spyroszer.

Μετά τον Χαμουδόπουλο βρίσκουμε τη λέξη ρεμπέτα, στο θηλυκό γένος πάντα, στον Ρωμηό του Σουρή.

Στο τεύχος της 16-9-1889, ο Σουρής βάζει τον Τρικούπη να:
Φωνάζει ταγματάρχας και άλλους ανωτέρους,
εδώ κι εκεί σαλπίζει με χίλιαις δυο τρουμπέταις,
κι αμέσως της Ελλάδος καλεί τους Γρεναδιέρους
και τους θωρακοφόρους και όλαις της ρεμπέταις
*
Προσέξτε εδώ: όλες τις ρεμπέτες -> οι ρεμπέτες -> ο ρεμπέτης, να ένας πιθανός τρόπος παραγωγής.

Λίγο αργότερα, στο τεύχος της 29-11-1889, ο Σουρής περιγράφει, με τον δικό του τρόπο, μια θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής:
Αλλά εν μέσω, Περικλή, της θηριώδους πάλης
ως ίππος οιστρηλατηθείς εξώρμησε κι ο Ράλλης
πλην εις την τόσην του ορμήν μια κουτρουβάλα κάνει
και ρίχνει κάτω το κερί του γαύρου Δεληγιάννη,
κι ολίγου δειν του Θοδωρή να κάψη της μπαρμπέταις
για να χαρούν της δεξιάς η παστρικαίς ρεμπέταις.

Και πάλι από τον Ρωμηό, το 1894:
Έξω το πηλίκιον,
το σαχλόν κι ανοίκειον,
κι η κόκκινη γιακέτα
και καθεμιά ρεμπέτα

Και, αρκετά αργότερα, το 1909:
Σ΄ επήραν τα γεράματα, βρε Φασουλή ρεμπέτα,
κι ακόμα για φουστάνια λες και για χορών παρκέτα.

Στην εφημερίδα της Κεφαλλονιάς Ο Κολόμπος, που εξέδιδε το 1891 ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Μολφέτας, σε ηλικία 20 ετών, και συγκεκριμένα στο τεύχος της 6-10-1891, αναγγέλεται η απόφαση του ποιητή να φύγει για την Αθήνα, για να σπουδάσει στη Νομική όπως ήθελε ο πατέρας του, καθώς και η πρόθεσή του να εκδώσει εκεί άλλη σατιρική εφημερίδα, τον Αίσωπο, με τους εξής στίχους:
Σιγά – σιγά θα δης και τον Μολφέτα
να γίνη ένας άνθρωπος τρανός
θ’ αφήση πλέον τη ρεμπέτα
και θα γίνη συγγραφέας κλεινός
και τον Αίσωπο θα βγάνη στην Αθήνα

(αν δεν το κάτση καθώς η Ταορμίνα).
Βλέπουμε εδώ ότι η ρεμπέτα έχει τη σημασία της ανέμελης, της ρέμπελης ζωής, και δεν είναι χαρακτηρισμός προσώπου.

Μετά τον Χαμουδόπουλο, η επόμενη καταγραφή της λέξης ρεμπέτα σε λογοτεχνικό βιβλίο είναι στο Ο Κύριος Πρόεδρος – πρωτότυπον κοινωνικο-πολιτικόν μυθιστόρημα του Γεράσιμου Βώκου (1893, στην Ανέμη).
..Ενθυμείται μίαν φοράν εις τα νειάτα του επί Κουμουνδούρου, όταν ήτο ανθυπολοχαγός και τον είχαν τοποθετήσει στη Βόνιτζα, τι θραύσι έκανε! Τους ετσάκισεν όλους πέρα – πέρα. Καλπονοθεύσεις θέλετε κερατάδες, να καλπονοθεύσεις! Αναποδογύρισε της κάλπαις, τους έβγαλεν όλους έξω και κατόπιν η κάλπαις των υποψηφίων της Κυβερνήσεως ευρέθησαν όλαις γεμάταις από άσπρα, και των αλλωνώνε ντίγκα στα μαύρα, να μα το Χριστό! Αυτό μονάχα; Υπήρχαν χίλια δυο άλλα μέσα. Στα χωριά προ πάντων να έχης ανθρώπους δικούς σου, παλληκαράδες, όχι τίποτα όρνια, τίποτα ρεμπεσκέδες, χουχου! τους φέρνεις όλους άνω – κάτω και με χαστουκιαίς από ‘δώ και με κοντακιαίς από ‘κεί, τον βλέπεις τον χωριάτη και πάει κατ’ ευθείαν με σκυφτό κεφάλι και σε ψηφίζει λέγοντας και ευχαριστώ. Αλλ’ είπεν ο Κούδουνας! Χρειάζονται τα κατάλληλα πρόσωπα, ειδεμή βάλ’ του ρήγανι, δε βγαίνει τίποτε.
Ο αρχειοφύλαξ συνεφώνει πληρέστατα. Η εξουσία! η εξουσία! Ήτο το ασφαλέστερον μέσον επιτυχίας. Φοβίζεις τον κόσμον του παίρνεις τον αέρα! Φαντάσου τώρα εδώ στην Αθήνα μια καλή αστυνομία. Μαζεύη της ρεμπέταις του ο Φερεκίδης να κάνη διαδηλώσεις να φωνάζουν οι λούστροι και οι αφερέγγυοι; Έρχεται η αστυνομία, η έφιππος χωροφυλακή, τους διαλύει αμέσως…     

(σελ. 299-300 του βιβλίου)
Εδώ ο Βώκος χρησιμοποιεί τη λέξη ρεμπέτες, ενικ. η ρεμπέτα, ισοδύναμα με άλλες παρεμφερείς λέξεις όπως κουτσαβάκηδες (σελ. 108), τραμπούκοι (σελ. 181, 182, 307) κλπ.

Σημαντικό είναι κι ένα απόσπασμα από την Πόλη, που το εντόπισε πρώτος ο Νέαρχος Γεωργιάδης (που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή), γραμμένο το 1895, μια περιγραφή ενός πανηγυριού στη Σηλυβρία: «…-Λύσε τον κουρσέ σου, αποτείνεται κυρία τις προς την απέναντι αυτής καθημένην,
αυτό είναι μάτια μου παναΰρι ρεμπέτα, όλα λυμένα…» Παναΰρι ρεμπέτα, που επεξηγείται «άτακτο, χωρίς κανόνες, καθωσπρεπισμούς και επισημότητα».

Να προσθέσω ότι τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, στην Πόλη, κάποιος αρθρογράφος, ο Μιχάλης Σώφρων, υπέγραφε με το ψευδώνυμο ο Ρεμπέτας στο σατυρικόν και γελοιογραφικόν ημερολόγιον Καλλικάντζαρος 1918, που εξέδωσε ο Απ. Μελαχρινός, και σε άλλα έντυπα της Πόλης εκείνης της εποχής. Είναι η πρώτη καταγραφή του αρσενικού τύπου «ο ρεμπέτας» στην ονομαστική. Να σημειώσουμε ότι στις παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη ένα πρόσωπο μιας ιστορίας ονομάζεται «ο Γιάννης ο Ρεμπέτης». Η ιστορία προέρχεται από το Λίμπερδο Γυθείου («Ο Μαμαλιάς ο βρικόλακας», αριθ. 958 στις παραδόσεις), αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτε διαφωτιστικό για το πρόσωπο αυτό.

Δεν έχουν μπει όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας στη θέση τους, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει αμφιβολία για την γενική προέλευση της λέξης. Όπως όλα δείχνουν, από την οικογένεια αυτή εμφανίστηκε πρώτα η ρεμπέτα, αρχικά με τη σημασία του Χαμουδόπουλου (ο υπόκοσμος) μέσα στη σμυρνέικη αργκό, και μετά ως πανελλήνια πια λέξη στις μεταγενέστερες σημασίες του ανθρώπου που δεν τηρεί κανόνες, που ζει ανέμελα, του φυγόπονου. Η λέξη ρεμπέτικο εμφανίζεται, όπως είπαμε, το 1910 στη δισκογραφία, ενώ η λέξη «ο ρεμπέτης» καταγράφεται ακόμα πιο αργά, αν εξαιρέσουμε τον περίεργο «Γιάννη Ρεμπέτη» στις παραδόσεις του Πολίτη.

Τελειώσαμε; Ναι και όχι. Όχι, επειδή έχουμε αφήσει αρκετές άκρες, που ίσως συγυριστούν στη συζήτηση και στα σχόλιά σας, όμως ναι, διότι  νομίζω ότι πειστικά ανιχνεύτηκε η προέλευση των λέξεων «ρεμπέτης, ρεμπέτικο» από τη «ρεμπέτα» και η προέλευση της λ. «ρεμπέτα» από τα τούρκικα, μάλλον από τη λ. rabιta.

Από την άλλη, δεν είπαμε τίποτα για τη φράση «ρεμπέτ ασκέρ», που δεν υπάρχει στα τούρκικα και πρέπει να είναι ελληνικός τουρκοπρεπής σχηματισμός (κατά τις έρευνες του Spyroszer καταγράφεται πρώτη φορά σε εφημερίδα το 1916), ούτε για τη λ. ρεμπεσκές, που σύμφωνα με μια θεωρία προέρχεται από το ρεμπέτ ασκέρ με συμφυρμό -αλλά, όπως θα προσέξατε στο απόσπασμα του Βώκου, απαντά ήδη το 1893, και όχι μόνο εκεί. Και επειδη η εικασία, που τη δέχεται και το λεξικό Μπαμπινιώτη, προυποθέτει ότι η λέξη ρεμπέτης ή ρεμπέτα είχε γίνει ευρέως γνωστή, στη συνέχεια απ’ αυτήν πλάστηκε η ψευδότουρκη φράση ρεμπέτ ασκέρ και ακολούθως προήλθε απ’ αυτην η λ. ρεμπεσκές, μάλλον πρέπει να την απορρίψουμε.

Αλλά ας το αφήσουμε αυτό για κάποια άλλη φορά, ήδη έχουμε πει πάρα πολλά!

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Σώματα κειμένων, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 113 Σχόλια »