Ένα φυσιολογικό παιδί, του Βασίλη Παλαιοκώστα (απόσπασμα)
Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2025
Ο δραπέτης Βασίλης Παλαιοκώστας παραμένει ασύλληπτος από το 2009, όταν απέδρασε με ελικόπτερο από τις φυλακές μαζί με τον Αλκέτ Ριτζάι. Ήταν η δεύτερη φορά που χρησιμοποιούσε αυτή την κινηματογραφική μέθοδο απόδρασης. Από τότε παραμένει ασύλληπτος και η τελευταία φορά που επιβεβαιωμένα θεάθηκε ήταν το 2011.
Στο ιστολόγιο έχουμε ασχοληθεί μία φορά με τον Παλαιοκώστα, πριν από 16 χρόνια, λίγες μέρες μετά την απόδρασή του. Τότε, όλα τα μέσα έλεγαν πως «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά», μια φράση που κάποτε λέγεται με καμάρι αλλά συνήθως σχετλιαστικά, και που συνήθως είναι ανακριβής και στη μια και στην άλλη περίπτωση. Εμένα με εκνευρίζει το ανακριβές «μόνο στην Ελλάδα» και στην περίπτωση του Παλαιοκώστα θυμόμουν ότι υπήρχε ένας Γάλλος που είχε επίσης κάνει πολλές κινηματογραφικές αποδράσεις με ελικόπτερο, ο Πασκάλ Παγιέ. Εγραψα λοιπόν ένα σύντομο άρθρο για να δείξω πως και αλλού συμβαίνουν αυτά, με τίτλο Παγιέ-Παλαιοκώστας 3-2.
Σήμερα θα ασχοληθούμε και πάλι με τον Βασίλη Παλαιοκώστα: θα παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο του. Ήδη το 2019 ο ασύλληπτος Παλαιοκώστας κυκλοφόρησε, από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, το πολύ ενδιαφέρον αυτοβιογραφικό βιβλίο Μια φυσιολογική ζωή όπου αφηγείται την εκτός νόμου ζωή του, τις ληστείες και τις αποδράσεις του («Δράσεις και αποδράσεις ενός επικηρυγμένου» είναι ο υπότιτλος). Το να κυκλοφορεί βιβλίο ένας καταζητούμενος (με επικήρυξη 1 εκατομμυρίου) είναι ασφαλώς ρίσκο, αλλά δεν ήταν το πρώτο που πήρε στη ζωή του ο συγγραφέας.
Πέρυσι, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε δεύτερο βιβλίο του Παλαιοκώστα, με τον παρεμφερή τίτλο Ένα φυσιολογικό παιδί και υπότιτλο Ιστορίες από μια άλλη εποχή.
Σε αυτό ο Παλαιοκώστας αφηγείται την παιδική και εφηβική του ηλικία, μέχρι τα χρόνια που πήγε φαντάρος. Γεννήθηκε το 1966 σε μια φτωχή ποιμενική οικογένεια, που περνούσε τα καλοκαίρια στα Πλατανάκια της Πίνδου και τους χειμώνες στο Ανταλλάξιμο του νομού Τρικάλων μέχρι το 1976 περίπου, οπότε η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην πόλη, στα Τρίκαλα.
Στην αρχή είχα σκεφτεί να παρουσιάσω ένα καλογραμμένο επεισόδιο που περιγράφει πώς ο αφηγητής με τον αδελφό του έκαναν καταδρομική επιχείρηση σε ένα εκτροφείο φασιανών, που προορίζονταν για θηράματα από πλούσιους Αθηναίους ενώ οι χωριάτες της περιοχής απαγορευόταν να τα κυνηγήσουν.
Έπειτα όμως αποφάσισα να παραθέσω το κεφάλαιο που περιγράφει ένα γεγονός γνωστό σε όλους, την Επιστράτευση του ’74, όπως την έζησαν οι τσοπάνηδες στην Πίνδο και ο οχτάχρονος αφηγητής.
Ο Παλαιοκώστας διαβάζεται ευχάριστα. Γράφει με άνεση, κάνει παρεκβάσεις κοινωνικής κριτικής ή φιλοσοφικές, κάποτε παίρνει λογιότερο ύφος και δεν αποφεύγει τον στόμφο ή τη φλυαρία. Του δίνω τον λόγο:
Η επιστράτευση
Τ’ ΑΪ-ΛΙΑ ΤΟΥ ’74 έλαχε να μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Ήμουν οχτώ χρονών τότε. Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εκείνη τη χρονιά, η 20ή του Ιούλη μάς βρήκε, μικρούς μεγάλους, πανέτοιμους για το πανηγύρι. Καλοντυμένοι, με μπόλικη διάθεση για γλέντι, συγκεντρωθήκαμε απ’ το πρωί στην πλατεία του Άι-Λια για τα καθιερωμένα τελετουργικά. Όλα κι όλοι στις θέσεις τους. Η εκκλησία καθαρισμένη μέσα έξω, τα πεζούλια του προαυλίου φρεσκοασβεστωμένα, οι καντινιέρηδες κουβάλησαν μπόλικο πάγο απ’ το βουνό κι ένα σκασμό μπύρες απ’ το Μοσχόφυτο, σφάξανε τ’ αρνιά για να τα ψήσουν το μεσημέρι, ενώ οι οργανοπαίχτες τοποθέτησαν σε στρατηγικά σημεία τα μεγάλα ηχεία τους, στερέωσαν τα καλώδια με τις λάμπες ψηλά στα κλωνάρια του νεαρού πλατάνου και βρίσκονταν σε αναμονή.
Κάποια στιγμή, κι ενώ η θεία λειτουργία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ένας αναβρασμός, που αρχικά εκδηλώθηκε στο εσωτερικό της εκκλησίας, εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρο το προαύλιο. Οι άντρες, με ασυνήθιστη κινητικότητα και μια ταραχή ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, στήναν μικρά πηγαδάκια, κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα. Οι γυναίκες φαίνονταν τρομαγμένες και κάποιες άρχισαν να κλαίνε.
Η πρώτη μας σκέψη ήταν πως κάποιος αμαρτωλός «αμνός του Θεού» τα κακάρωσε μέσα στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας! Όμως, αυτή η πιθανότητα σύντομα ξεθώριασε. Γιατί εκείνοι που απόμειναν μέσα στην εκκλησία, δεν άργησαν να βγουν και να ενσωματωθούν στα πηγαδάκια – μαζί τους κι ο παπάς. Πήγαμε κι εμείς κοντά σ’ ένα πηγαδάκι και στήσαμε αυτί. Μια λέξη ακούγαμε συχνά πυκνά: «επιστράτευση»! Δεν ξέραμε τι ακριβώς σήμαινε, αλλά δεν μας φαινόταν και τόσο καλό! Μέχρι που ακούσαμε καθαρά τη λέξη «πόλεμος». Αυτό ξέραμε τι περίπου σήμαινε και, ναι, ήταν κακό.
Η αναμπουμπούλα καταλάγιασε κάπως όταν εμπεδώθηκε απ’ όλους ότι δεν επρόκειτο για κάποια κακόγουστη φάρσα, αλλά η επιστράτευση ήταν γεγονός αμετάκλητο. Την προφορική διαταγή επιστράτευσης έλαβε και μετέφερε στον παπά ο άνθρωπος που είχε στο σπίτι του το κοινοτικό τηλέφωνο για την εξυπηρέτηση όλων των κατοίκων του οικισμού. Το τηλεφωνικό φιρμάνι ήταν λιτό και σαφές: «Οι ενήλικες άντρες, απαξάπαντες, υποχρεούνται να παρουσιαστούν εντός της ημέρας στον σταθμό της Μ.Ο.Μ.Α., στο Βαθύρεμα. Ο καθένας είναι υποχρεωμένος να φέρει μαζί του ένα υποζύγιο σαμαρωμένο κι ένα ζεύγος σκαπανικών – φτυάρι γκασμά».
Όσοι πληρούσαν τις ηλικιακές προϋποθέσεις της «ανωτέρας διαταγής» έφυγαν βιαστικά να μαζέψουν τα υποζύγιά τους, που εκείνο τον καιρό ήταν ξαμολημένα στους γύρω λόφους. Η λειτουργία διακόπηκε οριστικά. Ο παπάς, αντί να καθίσει και να εμψυχώσει τις γυναίκες, το ’σκασε! Κατηφόρισε τρέχοντας το μονοπάτι να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στην οικογένειά του, κάτω στο Μοσχόφυτο. Όπως ήταν φυσικό, το πανηγύρι ματαιώθηκε κι αυτό. Οι οργανοπαίχτες ξεκίνησαν να μαζεύουν άρον άρον τα κλαπατσίμπαλά τους, για ν’ ακολουθήσουν τον παπά. Οι γυναίκες, μαζί τους κι εμείς τα παιδιά, παραμείναμε στην πλατεία, αναμένοντας τους άντρες να επιστρέψουν. Όσοι είχαν δεμένα ή περιορισμένα τα υποζύγιά τους και δεν χρειάστηκε να τ’ αναζητήσουν επέστρεψαν πολύ γρήγορα. Οι τελευταίοι έφτασαν μετά από δύο ίσως και τρεις ώρες. Μαζί τους κι ο πατέρας μου Λεωνίδας με το μουλάρι μας σαμαρωμένο και τα δύο σκαπανικά δεμένα στο σαμάρι του.
Ο προαύλιος χώρος κατακλύστηκε από άλογα και μουλάρια. Των Ανθρώπων οι φωνές, μπερδεμένες με μεταλλικούς θορύβους χαλιναριών, χλιμιντρίσματα κι οπλές ιπποειδών, δημιουργούσαν απερίγραπτη οχλαγωγία. Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο, οι άντρες που κλήθηκαν για επιστράτευση -καμιά σαρανταριά στο σύνολο- βάλθηκαν να παρηγορούν τις γυναίκες τους, που πλάνταζαν στο κλάμα. Παράλληλα, ορμηνεύαν τα παιδιά τους, ιδιαίτερα τα αγόρια, πώς πρέπει να συμπεριφέρονται για όσο καιρό εκείνοι θα λείπανε στον πόλεμο, έναν πόλεμο που τον είχαν ως δεδομένο!
Πριν αναχωρήσουν κάναν ένα μίνι συμβούλιο στο κέντρο της πλατείας. Τους ακούγαμε να κουβεντιάζουν φωναχτά. Ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, λέγαν ότι ξέσπασε πόλεμος με τους Τούρκους σε κάποιο ελληνικό νησί. Δεν γνώριζαν τίποτα περισσότερο. Για ένα φαίνονταν σίγουροι. Το νησί λεγόταν Κύπρος! Κύπρο εμείς ονομάζαμε το βαρύ μπρούτζινο καμπανοειδές κουδούνι που φορούσαν στον λαιμό οι τράγοι, γι’ αυτό τ’ όνομα μας φαινόταν κομμάτι αστείο.
Ως και σήμερα, όλες αυτές οι εικόνες παραμένουν αναλλοίωτες στη μνήμη μου και βαθιά χαραγμένες στην ψυχή μου. Ωστόσο, βρίσκω πως είναι ακατόρθωτο να μεταφερθούν σ’ ένα άψυχο χαρτί μέσω του γραπτού λόγου, ιδιαίτερα αυτό που επακολούθησε.
Απ’ τον λόφο του Άι-Λια ως το Πλατανόρεμα, μεσολαβούσε μια κατηφορική πλαγιά, καμιά τρακοσαριά μέτρα, γεμάτη κοντόσωμα σφενδάμια, φτελιάδες και πολλά γραβίδια. Ένα πετρώδες, στενό, φιδογυριστό μονοπάτι, που τα αμέτρητα ζικ ζακ του άλλαζαν κάθε δέκα μέτρα την πορεία του, ξεκινούσε απ’ την άκρη της πλατείας και, αφού διέσχιζε ολόκληρη την πλαγιά, κατέληγε στο γεφύρι του ποταμιού – όπου συνέχιζε μέχρι το Μοσχόφυτο. Οι άντρες που κίνησαν για τον πόλεμο ήταν ακόμα ντυμένοι τα καλά τους. Το σκληροτράχηλο παράστημά τους είχε μια πρωτόγονη αξιοπρέπεια. Δεν πρόδιδε κανέναν φόβο. Ένας-ένας, κρατώντας τα υποζύγιά τους απ’ το καπίστρι, μπήκαν στο μονοπάτι σε φάλαγγα -κατ’ άντρα και μουλάρι- και κατηφόρισαν προς το Πλατανόρεμα. Εμείς οι υπόλοιποι, γερμένοι κι ακουμπισμένοι στο προστατευτικό πέτρινο τοιχίο της πλατείας, βουβοί και με σφιγμένη καρδιά, αγναντεύαμε το καραβάνι να ξεμακραίνει. Το μόνο που ακουγόταν πια ήταν μεταλλικοί ήχοι από χαλινάρια και πέταλα μουλαριών, που τρίβονταν πάνω στο πετρώδες μονοπάτι. Ώσπου ξαφνικά κι αναπάντεχα, κάποιος απ’ τους αποχωρήσαντες, που η φωνή του ανάσταινε νεκρούς, ξεκίνησε να τραγουδά ένα αργόσυρτο κλέφτικο που εξυμνούσε τους κλέφτες στα βουνά – ούτε θυμάμαι τα λόγια του ούτε το ξανάκουσα ποτέ άλλοτε. Στη στιγμή, όλοι οι υπόλοιποι συντονίστηκαν μαζί του και τον ακολούθησαν. Σείστηκε με μιας η γη! Ο βγαλμένος μέσα από σαράντα στήθια βουνίσιων αντρών ήχος του τραγουδιού ξεχύθηκε κάτω στο Πλατανόρεμα, πλημμυρίζοντας όλες τις ρεματιές και τα βαθιά φαράγγια. Το Προσήλιο, η τσακισμένη κάθετα κοκκινοπλαγιά του απέναντι βουνού, λειτουργώντας σαν ηχητικό κάτοπτρο, αντιλαλούσε τη φωνή τους ταξιδεύοντας την ως απάνω, στα υψίπεδα και τις ψηλές κορφές. Θαρρούσες πως στο τραγούδισμά τους συμμετείχε ολόκληρη η Πίνδος! Το ξάφνιασμα ήταν αιφνίδιο και ισχυρό. Ο χρόνος σταμάτησε. Η ανάσα κόπηκε. Συναισθήματα και σκέψεις νέκρωσαν. Λες κι ένα χέρι μάς άρπαξε από καυτή έρημο και μας πέταξε σε παγωμένη λίμνη. Μια μαγική ένταση διαχεόταν στην ατμόσφαιρα, διαπερνώντας σαν αιχμηρό βέλος πέρα ως πέρα τις καρδιές μας. Στεκόμασταν εκεί ψηλά εμβρόντητοι και μουδιασμένοι, μια να τους βλέπουμε και μια να τους χάνουμε ανάμεσα στα δέντρα, με το δυνατό τραγούδισμά τους να περονιάζει την ψυχή μας. Συγκλονιστικό. Καθηλωτικό. Και κάτι παραπάνω…
Τότε, μόλις στα οχτώ μου, ό,τι καταλάβαινα κι ό,τι ένιωθα ήταν απόρροια της εικόνας που είχα στα μάτια μου, των συναισθημάτων που μου προκαλούσαν τα συμβάντα της στιγμής και της ενέργειας που εισέπραττα απ’ το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω μου. Αυτό που καταλάβαινα και ένιωθα εκείνη τη στιγμή ήταν αφοπλιστικά συγκινητικό. Διαπότιζε όλο μου το είναι προκαλώντας ρίγη στο κορμί μου. Όμως το μυαλό μου δεν είχε τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τόσο σύνθετες υποθέσεις όπως ο πόλεμος, πόσο μάλλον να σταθεί κριτικά απέναντι σ’ ένα τέτοιο γεγονός. Όχι για το τι είναι ο πόλεμος και τι ακριβώς συμβαίνει στη διάρκειά του -το ήξερα καλά αυτό, το είχαμε στα περισσότερα παιχνίδια μας και ήταν πολύ απλό, ο ένας σκοτώνει τον άλλο-, αλλά τι είναι αυτό που τον προκαλεί. Η αιτία του πολέμου φάνταζε στο μυαλό μου ως αναπόδραστο γεγονός. Σαν ένα καταστροφικό φυσικό φαινόμενο, που ο άνθρωπος είναι αδύνατον να αποφύγει. Πως δεν ευθύνεται κανείς για το ξέσπασμα ενός πολέμου, αλλά κάποιο φυσικό αίτιο παρακινεί τους ανθρώπους να σκοτώνονται μεταξύ τους. Χρόνια αργότερα, όταν τα γεγονότα της παγκόσμιας επικαιρότητας αφορούσαν πολεμικές συρράξεις, αυτές οι εικόνες θα επέστρεφαν στο μυαλό μου. Και πάντοτε είχα μια απορία. Αν οι σαράντα αγνοί κι ανεπιτήδευτοι κτηνοτρόφοι που τότε πήγαιναν στον πόλεμο κατανοούσαν κάτι περισσότερο από εμένα το οχτάχρονο. Κάτι πέρα απ’ το απλοϊκό: «Οι Τούρκοι περάσαν τα ελληνικά σύνορα και πρέπει να τους πολεμήσουμε».
Αναρωτιόντουσαν άραγε γιατί οι Τούρκοι πέρασαν τα σύνορα; Τους τσίμπησε η μύγα του πολέμου; Ποιοι άραγε είναι αυτοί που δημιουργούν τις συνθήκες να ξεσπάσει ένας πόλεμος και γιατί τις δημιουργούν; Ποιος ο βαθύτερος λόγος που έπρεπε εκείνοι να συμμετάσχουν σ’ έναν πόλεμο που λάμβανε χώρα σε κάποιο νησί, το οποίο βρίσκεται κάπου στις ακτές της Μέσης Ανατολής; Γνώριζαν τάχα ότι καμία μύγα δεν τσίμπησε τους αντιμαχόμενους, αλλά ο πόλεμος ήταν απόρροια εγκληματικών πολιτικών επιλογών μιας χούφτας τοξικών-ταξικών σκουληκιών, που διαχρονικά ρημάζουν οικονομικά τις χώρες που ονομάζουν πατρίδες και ασελγούν ξεδιάντροπα και κατ’ επανάληψη στις ψυχές των λαών τους; Είχαν την ελάχιστη έστω υποψία ότι στον τόπο που λέγεται Ελλάδα οι Εφιάλτες δεν πέθαναν ποτέ και τώρα, όντας πολυάριθμοι, στήσανε τα καρτέρια τους παραμονεύοντας το κάθε τους βήμα; Κι ότι το πιο τραγικό και πιθανότερο σενάριο για εκείνους θα ήταν να αφεθούν έρμαια στα χέρια κάποιου ανόητου επαγγελματία καραβανά, που θα τους οδηγούσε να σφαγιαστούν μέσα σε μια στιγμή απ’ τον εχθρό; Για να ’χουν έτσι τη δυνατότητα οι ίδιοι αυτοί Εφιάλτες, με κάθε επισημότητα και περίσσια υποκρισία, να καταθέτουν στη μνήμη τους στεφάνι μπροστά στον άγνωστο -γνωστό μαλάκα γι’ αυτούς- στρατιώτη;
Έναν τέτοιο ανόητο νεαρό καραβανά έβγαλε και ο συνοικισμός μας. Βέεεβαια! Ποτέ δεν έλειπε απ’ το πανηγύρι του Άι-Λια. Με παράστημα και βλέμμα σταβλίσιου δαμαλιού, ατσαλάκωτη καλοκαιρινή στολή, πλάκα τα γαλόνια κι έτοιμο να δώσει στρατιωτικό παράγγελμα «προοοσχήηη!», έκανε παταγώδη εμφάνιση. Έμπαινε στον χορό και με απαράμιλλο ζήλο χόρευε πάντοτε το ίδιο τραγούδι. Δεν χρειαζόταν να το παραγγείλει. Ξέραν οι οργανοπαίχτες. Μ’ ένα νεύμα του ξεκίναγαν να λαλούν το ηρωικότατο τσάμικο: «Όρε Γρίβα μ’, σε θέλ’ ο Βασιλιάς… για να σε κάνει στρατηγό να διευθύνεις τον στρατό…» κι άλλες γενναίες παπαριές!
Το γκοτζιλοθρεμμένο όρθιο δαμάλι τα ’νιωθε βαθιά στην πατριωτική ψυχή του τα λόγια του τραγουδιού. Στ’ άκουσμά τους αναριγούσε, φτερούγιζε η καρδούλα του. Το νόημά τους τον συγκλόνιζε πατόκορφα. Χόρευε και σφύραγε κι αναστέναζε εκστασιασμένο. Κλότσαγε και φρούμαζε όπως το ζαβό μουλάρι. Κλότσαγαν και τα ογκώδη βαριά ξίγκια του που πετάγονταν όξω απ’ το ιδρωμένο χακί πουκάμισο… και του ’πεφτε το παντελόνι προς τα κάτω… και φαινόταν τ’ άσπρο σώβρακο Μινέρβα… και μας χαμογελούσαν τα καλοθρεμμένα τριχωτά κωλομέρια του… και μη χειρότερα… να σε κόβ’ η νίλα. Πανέτοιμος να διευθύνει τον στρατό! Του Βασιλιά η πρόσκληση του ‘λειπε προς το παρόν. Μια φλόγα μια φλογέρα… πέρα για πέρα!
Πόσους στ’ αλήθεια τέτοιους μπουνταλάδες καραβανάδες, που ονειρεύονταν μια πρόσκληση κάποιου Βασιλιά, δεν συνάντησα κατά τη στρατιωτική μου θητεία! Και πόσο κόσμο θα παίρναν στον λαιμό τους, αν ποτέ ξεσπούσε πόλεμος, τούτα τα ανόητα δαμαλοπαίδια, που το μόνο που ξέραν να κάνουν καλά ήταν να υπηρετούν ιεραρχίες! Μήπως και τα αλλοτινά χαΐρια τους δεν μας τα παρουσιάζει η καλομονταρισμένη ιστορία ως τρανά κατορθώματα υψηλού πατριωτικού φρονήματος ανδρών; Τι είν’ το φρόνημα και τι είν’ η μαλακία! Μ’ αυτό το χαρμάνι χτίζονται όλα τα βασίλεια…
Στο προηγούμενο βιβλίο μου, στην προσπάθειά μου να διακωμωδήσω τα περί πατρίδας και συνόρων, παρουσίασα έναν Έλληνα στρατιώτη να φυλά τα σύνορα της πατρίδας του, αγναντεύοντας την Κόκκινη Θάλασσα. Τότε, μου διέφυγε το ιστορικό γεγονός ότι στον πόλεμο της Κορέας, πολλοί Έλληνες -χωρίς κανείς να τους ρωτήσει και χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν πού πηγαίνουν- φορτώθηκαν σε τρένα, πλοία κι αεροπλάνα και στάλθηκαν στη χερσόνησο της Κορέας, για να πολεμήσουν τον εχθρό της πατρίδας, γιατί εκείνο τον καιρό τα συμφέροντα της έφταναν ως τις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού!
Ποιων εχθρών; Ποιας πατρίδας; Ποιων συμφερόντων; Ρωτάω…
Όσον αφορά τους ταλαίπωρους χωριάτες, εκτός του ότι επιστράτευαν τους ίδιους, επιστράτευαν και τα υποζύγιά τους. Αναρωτιέμαι, θα φορτώνανε σε καράβια τα γαϊδορομούλαρα να τα πάνε στην Κύπρο; Για τις απροστάτευτες οικογένειες που αφήναν πίσω τους, ένα υποζύγιο, ακόμα κι ένα φτυάρι κι ένας γκασμάς, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Ενώ όσοι παίρνουν αποφάσεις και δίνουν διαταγές σε καιρούς πολέμου -οι ίδιοι αυτοί δηλαδή συμμορίτες που σε καιρό ειρήνης καταληστεύουν πατρίδες και λαούς- έχουν αραγμένα έξω απ’ τα σπίτια τους τα κρατικά αυτοκίνητα με τους οδηγούς στο τιμόνι, τα ελικόπτερα στις ταράτσες με αναμμένες μηχανές και τα πολυτελή καράβια τους με σηκωμένα τα πανιά, έτοιμα να σαλπάρουν, ανά πάσα ώρα και στιγμή, για τις νήσους «οφ σορ», μακριά από εμπόλεμες ζώνες…
Συνοψίζοντας, θα πω τα εξής: Στα μέρη των αγράμματων με την απελέκητη ψυχή κτηνοτροφών, δεν πάτησε ποτέ ένοπλος Τούρκος ούτε διανοήθηκε να στείλει μπουγιουρντί επιστράτευσης στους προγόνους τους το οθωμανικό κράτος. Το ’74, το φτωχικό χωριό τους δεν είχε ούτε δρόμο ούτε ρεύμα και οι περισσότεροι δεν είχαν δει θάλασσα στη ζωή τους. Οποιαδήποτε αλλαγή συνόρων ή πολιτεύματος στην Ελλάδα τη μαθαίνανε μετά από μήνες κι ούτε είχε τον παραμικρό αντίκτυπο στην καθημερινότητα τους. Έχοντας δικά τους όπλα και ταμπουρωμένοι στ αφιλόξενα εδάφη τους, δεν θα τολμούσε να ζυγώσει κανένας κατακτητής. Αυτοί, λοιπόν, οι αγροίκοι, που πειθαρχούσαν στα πρωτόγονα ένστικτα της ατόφιας αλήθειας και της άδολης δικαιοσύνης, αν μπορούσαν να συλλάβουν τις πραγματικές διαστάσεις της απάτης που συντελείται διαχρονικά ερήμην και εις βάρος του ελληνικού’ λαού απ’ τους κρατούντες, θα τους έστελναν το δικό τους φιρμάνι, που θα ’λεγε τα εξής:
«Δεν έχουμε καμιά αντίρρηση να μπούμε στην πρώτη γραμμή και να πεθάνουμε, προκειμένου να υπερασπιστούμε την όποια πατρίδα και τα όποια συμφέροντα της, με μια προϋπόθεση: Την ώρα της μάχης, θέλουμε να βλέπουμε τις πλάτες τις δικές σας και των παιδιών σας!»
Φυσικά, θα μπορούσαν να τους αγνοήσουν επιδεικτικά. Να πάρουν τα κοπάδια τους, ν’ ανέβουν πάνω στις ράχες και να κάνουν το κορόιδο.
«Ποια επιστράτευση; Ουδέν ακούσαμε, ουδέν είδαμε!»
Ή πάλι να ψάχνουν ακόμα τα αχαλίνωτα υποζύγιά τους! Εντούτοις, με την αφέλεια ότι θα υπερασπιστούν αγνή πατρίδα με αγνούς ανθρώπους κι όχι τα συμφέροντα μιας χούφτας βδελυρών σκουληκιών, κι επειδή εκείνοι οι άντρες δεν ήταν κιοτήδες ούτε λέρωναν ποτέ τα βρακιά τους, όπως οι αυτοεξόριστοι Εφιάλτες, κίνησαν για να ριχτούν στον πόλεμο συντεταγμένα και τραγουδώντας. Κατάφεραν έτσι το ακατόρθωτο. Να μετουσιώσουν σε γιορτή ένα τόσο δυσάρεστο -γι’ αυτούς, τις οικογένειές τους και τον τόπο τους- γεγονός. Συναισθήματα όπως θλίψη, κατήφεια, αγωνία, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, έγιναν συγκίνηση, περηφάνια, ελπίδα. Πολύ εύστοχα το έθεσε ο στιχουργός και ποιητής Άλκης Αλκαίος: «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι». Πόσο δίκιο είχε!







Δύτης των νιπτήρων said
Λίγο κραυγαλέος αλλά ωραίος.
Κουνελόγατος said
Τώρα μόνον επιφωνήματα. Ουπς. Σμπαρακουάκ!!!
Πέπε said
Έχει μια αγνότητα το πάθος του, αλλά δεν το λες και λογοτεχνία. Πάντως χαίρομαι που διάβασα το απόσπασμα, ευχαριστούμε Νίκο. Για το πρώτο του βιβλίο είχα ακούσει ενθουσιώη σχόλια από φίλους.
Ερωτηματικό;
νίλα = ?
ΓΤ said
Του ‘πεφτε το παντελόνι προς τα κάτω. Προς τα πού θα του ‘πεφτε;
Λάμπας said
Κλαπατσίμπαλα; Κλαπατσίμπανα.
«Κύπρο εμείς ονομάζαμε το βαρύ μπρούτζινο καμπανοειδές κουδούνι που φορούσαν στον λαιμό οι τράγοι»
Νομίζω πως είναι αυτό που εμείς λέμε μπουζούκα (σε γενικές γραμμές, το πλουσιότατο κτηνοτροφικό λεξιλόγιο δεν το κατέχω, δεν είχαμε κτηνοτρόφους στην οικογένεια).
Γενικά, με ενοχλεί ο εξωραϊσμός των ποινικών, και ειδικότερα η προσπάθεια του συγκεκριμένου να παραστήσει το διανοούμενο.
Πέπε said
4
Όχι μωρέ, εγώ το καταλαβαίνω. Δεν του ‘πεφτε κάτω, να ξεβρακωθεί, απλώς χαμήλωνε (κατά τον υδραυλικό τρόπο).
Πουλ-πουλ said
Εγραψα λοιπόν γράψει ένα σύντομο άρθρο
Στην κατεβασιά με τα μουλάρια και το κλέφτικο τραγούδι έπρεπε να τελειώνει το διήγημα, οπότε θα δραπετεύαμε από τις χύδην αμπελοφιλοσοφίες και το κλισέ της κακομοιριάς του Αλκαίου.
Καλημέρα
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΖΑΚΟΣ said
Εξαιρετικό το βρίσκω το κείμενο Νίκο. Δεν ξέρω αν και το υπόλοιπο βιβλίο
είναι στο ίδιο επίπεδο αλλά νομίζω ότι ο «εγκληματίας» αυτός είναι
καλύτερος από πολλούς σύγχρονους γραφιάδες.
Στις Κυρ 6 Απρ 2025 στις 9:41 π.μ., ο/η Οι λέξεις έχουν τη δική τους
ΓΤ said
Εγραψα λοιπόν γράψει Νά και το άτονο κεφαλαίο! 😜
Stazybο Hοrn said
Ως τη μέση, που ξεκίνησε το δασκαλίστικο ύφος, ήταν μια χαρά.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τη διόρθωση!
Είμαι σε εκδρομή, οπότε ως το βράδυ θα είμαι ωσεί παρών
Παναγιώτης Κ. said
Ο συγγραφέας είχε την ανάγκη να εκφραστεί αξιοποιώντας τον ελεύθερο χρόνο του και μάλλον τα κατάφερε.
Το δεύτερο μισό κατά βάση αποτελεί εκλογίκευση της παράνομης δράσης του. Κατά το κοινώς λεγόμενο «τα χώνει». Ξέρει ότι οι συμπατριώτες του βλέπουν με θαυμασμό εκείνον που «τα χώνει». Είναι ο ανέξοδος τρόπος να υπάρχεις.
Τον φαντάζομαι να έχει αλλάξει τη φάτσα του, να έχει ψεύτικη ταυτότητα και να πορεύεται αξιοποιώντας την λεία των ληστειών που έκανε.
Μπορεί όμως να δουλεύει παριστάνοντας τον Αλβανό.
Πέπε said
Του Παλαιοκώστα τα πεπραγμένα δεν τα θυμάμαι ακριβώς, μόνο το ελικόπτερο. Αλλά θυμάμαι ότι ήταν αγαπητός στα μέρη του, περίπου σαν λαϊκός ήρωας.
Δεν έχω καταλάβει το νομικό σκέλος τού να είναι καταζητούμενος και να βγάζει βιβλία σε εκδοτικό οίκο. Υπάρχει εκδοτικό απόρρητο, σαν το ιατρικό;
Πάντως υποθέτω ότι θα βρίσκεται κάπου μακριά από την Ελλάδα.
Έχει άραγε συνωμοσιολογήσει κανείς μήπως τα βιβλία του είναι φέικ; Ή να ξεκινήσω πρώτος;
spyridos said
«Τον φαντάζομαι να έχει αλλάξει τη φάτσα του, να έχει ψεύτικη ταυτότητα και να πορεύεται αξιοποιώντας την λεία των ληστειών που έκανε.
Μπορεί όμως να δουλεύει παριστάνοντας τον Αλβανό.»
Η ζηλοφθονία για όποιον δεν συμβιβάζεται είναι γνωστή. Ο ρατσισμός τι χρειαζόταν;
Προτείνω σκληρότερο και ίσιο στρώμα. Επίσης όταν περπατάτε δεν χρειάζεται να κοιτάτε τις μύτες των παπουτσιών σας.
Ο ουρανός είναι πάντα πανέμορφος.
spyridos said
Ο Π κυκλοφορεί κανονικά στα μέρη του.
Ούτε μεταμφίεση ούτε τίποτα.
spyridos said
5
μπουζούκα
Η τροκάνα δεν είναι το μεγάλο κουδούνι;
Υπάρχει κάποιος που τα ξέρει;
Παναγιώτης Κ. said
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
5
Ναι και κυπριά κι εδώ, στην Ήπειρο πχ. Ο Κ. Κρυστάλλης (Η δασκαλα):
Ουδέ βάβισμα σκύλλου, ουδ’ αγωγιάτη σαλαγή, ουδέ κυπρί ζώου δεν αγροικάτο.
Παλιά, μια φορά στην Αράχωβα, ο κουδουνάρης μάστορας, είχε στη σειρά μπρος στο χαρκιδειό του, τα κουδούνια κατά μέγεθος, με τα ονόματά τους και τις τιμές. Δε θυμάμαι πώς τα έλεγε εκεί, αλλά κυπρί, κύπρο, τροκάνι, τροκάνα, μού είναι γνωστά σαν ονομασίες των κουδουνιών. Είναι κι άλλα, θα μου έρθουν, θα γκουγκλίσω κιόλας 🙂
ΓΤ said
«Το βιβλίο αυτό έφτασε στα χέρια μας από δικηγόρο των Αθηνών, που και αυτή με τη σειρά της το παρέλαβε σε φάκελο που έφτασε (άγνωστο πώς) στο γραφείο της. Ο φάκελος περιείχε, εκτός από το κείμενο του βιβλίου, και μία ιδιόχειρη επιστολή του συγγραφέα με το παλαμικό του αποτύπωμα, η οποία εξουσιοδοτούσε τη δικηγόρο να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση του βιβλίου του. Εμείς στις Εκδόσεις των Συναδέλφων ούτε γραφολόγοι είμαστε ούτε και έχουμε (προφανώς!) κάποιο αρχείο αποτυπωμάτων, αλλά το κείμενο του βιβλίου, με τις τόσες λεπτομέρειες που δεν μπορεί να τις γνωρίζει τρίτος, και το περιεχόμενο του κειμένου της επιστολής συνηγορούν στο γεγονός ότι είναι γνήσια».
https://popaganda.gr/art/ekdoseis-synadelfwn-interview/
Jorge said
Ο Παλαιοκώστας συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία για να γίνει μύθος.
Μένει να δούμε το τέλος, που δεν θα είναι καλό.
Μόνο και μόνο γιατί γελοιοποιεί το κράτος.
Καλή ώρα ο Ντίλιντζερ και πόσοι άλλοι σε χαλεπούς καιρούς
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Στην Κρήτη τα σφυρήλατα κουδούνια λέγονται λέρια ή σκλαβέρια και χρησιμοποιούνται στα πρόβατα και στα κατσίκια αντίστοιχα. Το λέρι έχει φάρδος μικρότερο του ύψους του ενώ το σκλαβέρι έχει φάρδος μεγαλύτερο του ύψους του. Τα χυτά κουδούνια στην Ελλάδα είναι τα κυπριά, τα διπλοκούδουνα τα καμπανέλια και οι σβώλοι.
koudounia.com
Τσοκάνι (το): Το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.
spyridos said
Σχετικό
Wall st.: Πως χάθηκαν 6 τρισ. δολάρια
Theo said
Αξιόλογο σαν μαρτυρία το πρώτο μισό, έχει μια συγγραφική φλέβα ο Παλαιοκώστας, αλλά χιλιοειπωμένα πράγματα στο δεύτερο μισό, σε μια προσπάθεια αυτοδικαίωσης και αποδοχής των πράξεών του από τους αναγνώστες.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
>> πολλοί Έλληνες -χωρίς κανείς να τους ρωτήσει και χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν πού πηγαίνουν- φορτώθηκαν σε τρένα, πλοία κι αεροπλάνα και στάλθηκαν στη χερσόνησο της Κορέας, για να πολεμήσουν τον εχθρό της πατρίδας, γιατί εκείνο τον καιρό τα συμφέροντα της έφταναν ως τις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού!
Κι ο στρατός μας που πήγε στην Κορέα
να πολεμήσει για ψηλά ιδανικά
έβαψε τους κίτρινους στο αίμα δείχνοντάς τους τί θα πει λευτεριά (Εμβατήριο που τραγουδούσαν υποχρεωτικά οι Έλληνες στρατιώτες μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974)
1950-1953: Ο Πόλεμος στην Κορέα (Τότε που βάψαμε- κι εμείς- τους κίτρινους στο αίμα και… φαλήρισε οικονομικά η Ελλάδα!)
7 >>και το κλισέ της κακομοιριάς του Αλκαίου
!
Jago said
Το θυμάμαι το ελικόπτερο του Παλαιοκώστα, είχα ανεβεί στην Ακρόπολη με ένα φίλο και απορήσαμε που πετούσε τόσο κοντά. Αργότερα το βράδυ μάθαμε τις λεπτομέρειες της απόδρασης, ήταν τεράστια ξεφτίλα.
ΓΤ said
Πέθανε ο Τάσος Πορφύρης.
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!
“Ως και σήμερα, όλες αυτές οι εικόνες παραμένουν αναλλοίωτες στη μνήμη μου και βαθιά χαραγμένες στην ψυχή μου. Ωστόσο, βρίσκω πως είναι ακατόρθωτο να μεταφερθούν σ’ ένα άψυχο χαρτί μέσω του γραπτού λόγου, ιδιαίτερα αυτό που επακολούθησε.”
Έπεται μακρόσυρτη -φυσιολατρική- περιγραφή της ανεξίτηλης συγκίνησης που γέννησε φυσικότατα στην φυσιολογική οχτάχρονη ψυχή του συγγραφέως το “Συγκλονιστικό. Καθηλωτικό. Και κάτι παραπάνω…”, “αργόσυρτο κλέφτικο που εξυμνούσε τους κλέφτες στα βουνά” το οποίο τραγούδησαν οι 40 κτηνοτρόφοι που είχαν “την αφέλεια ότι θα υπερασπιστούν αγνή πατρίδα με αγνούς ανθρώπους κι όχι τα συμφέροντα μιας χούφτας βδελυρών σκουληκιών”, το οποίο, όπως και ο ίδιος ο Κλέφτης χαρακτηριστικά επισημαίνει, χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη του, όπως φυσικά και σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο που εντυπωσιάζει διηγούμενος με πολλή φυσικότητα: Μου έμεινε αξέχαστο ένα τραγούδι του οποίου “ – ούτε θυμάμαι τα λόγια του ούτε το ξανάκουσα ποτέ άλλοτε”
Ας θυμηθούμε λοιπόν αφορμής δοθείσης και ένα σχετικό δημώδες φερόμενο και ως κλέφτικο, παρότι φουλ ποιμενικό και κάθε άλλο παρά υμνητικό για τα “κατορθώματα” των ζωοκλεφτών (: ‘να δώσει ο Θιος κι η Παναγιά/ να ψοφήσουν τα σκυλιά- ωρ’ κείνα και τα ταίρια τους/ μέσα στα λημέρια τους’) :
https://www.youtube.com/watch?v=0hdhYmH19dc ΛΑΓΙΑΡΝΙ (ΚΛΕΦΤΕΣ ΒΓΗΚΑΝ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ) [Κλέφτικο] Νταλγκάς Αντών. V-50911 1929/ https://www.youtube.com/watch?v=86Ilt8JTiJk ΚΛΕΦΤΕΣ ΒΓΗΚΑΝ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΙΝΤΑΝΑΣ
Εδώ το ίδιο κατακλεμμένο Λαγιαρνί, το έχον χρυσόμαλλο δέρας, στις παραλλαγές Μπούλκω και Γκόλφω:
https://www.youtube.com/watch?v=t5_dvr1AjN8 ΛΑΓΙΑΡΝΙ – Ηπειρώτικα τραγούδια (Γρηγόρης Καψάλης)
https://www.youtube.com/watch?v=NbnZ_le0010 ΤΟ ΛΑΓΙΑΡΝΙ: Μ. ΚΕΡΕΣΤΕΝΤΖΗ / https://www.youtube.com/watch?v=9FI4vUEu2VA Το λαγιαρνί (Θ. Σακελλαρίδη) – Κωστής Στελλάκης (1928)
Συμπέρασμα: Κλέφτες μπαίνουν στη γραφή/ μ’ ένα λόγων ριφιφί-διότι κάνοντας τον μάγκα/ κονομάνε κι άλλα φράγκα.
freierdenker said
Το πρώτο μισό είναι πολύ καλό. Μιλάει για απλά πράγματα, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι ήταν και απλή υπόθεση να γραφτεί. Υποθέτω ότι η ποιότητα αντανακλά πολύ διάβασμα και εσωτερικό διαλογισμό, πράγματα για τα οποία στις μέρες μας, δυστυχώς, μόνο οι φυλακισμένοι ή οι εξόριστοι βρίσκουν χρόνο.
Το δεύτερο μέρος του αποσπάσματος είναι πρόβλημα, και συμβαίνει συχνά σε πολλούς καλλιτέχνες. Γράφεις μπανάλ ή/και χυδαία χωρίς να καταλαβαίνεις ότι δεν λειτουργεί. Χρόνης Μίσσιος το πρώτο όνομα που μου ήρθε στο μυαλό, αλλά τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά και πάνε πολύ ψηλά στην λογοτεχνική ιεραρχία.
Μια λύση σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να διαχωρίσεις τις δυο γραφές. Δηλαδή, λες είμαι καλός καλλιτέχνης αλλά μέτριος διανοούμενος, κρατάω αυτές τις δυο λειτουργίες χωριστά. Αυτό βέβαια προϋποθέτει μια δόση αυτογνωσίας, ή να παίρνεις υπόψη σου την γνώμη κάποιων που εμπιστεύεσαι.
Εδώ πάντως ο συγγραφέας αυτόν τον διαχωρισμό μέχρι ένα σημείο το πέτυχε. Μπορεί τα δυο κομμάτια να είναι δίπλα δίπλα στο ίδιο βιβλίο, αλλά είναι διακριτά.
Πέπε said
27
Νομίζω ότι κάλλιστα μπορεί κανείς να θυμάται, στο περίπου, το νόημα ενός τραγουδιού όταν έχει ξεχάσει τους στίχους του. Και εφόσον έχει πιάσει -έστω και στο περίπου- τα λόγια τη στιγμή της ακρόασης, και πάλι μπορεί να θυμάται την αίσθηση που του προκάλεσαν.
Όταν ένας εξηντάρης αφηγείται αναμνήσεις από την ηλικία των οχτώ ετών, προφανώς πρόκειται για αναμνήσεις τις οποίες σ’ όλα αυτά τα χρόνια έχει ξαναεπισκεφθεί. Σ’ αυτή την περίπτωση, πολλές φορές αυτό που θυμόμαστε δεν είναι το αρχικό γεγονός αλλά η εμπειρεία της προηγούμενης ανάκλησης της ανάμνησης της προπροηγούμενης ανάκλησης της ανάμνησης κ.ο.κ. Αλλά όλο αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, ανθρώπινο, θα έλεγα μάλλον αναπόφευκτο. Αυτό σημαίνει απομνημονεύματα, αλλιώς κάνεις έρευνα και ασχολείσαι πλέον με τα γεγονότα και όχι με τις αναμνήσεις σου.
Να σημειώσω επίσης, σχετικά με τη λέξη «κλέφτικο» (τραγούδι), ότι όταν μιλάμε για δημοτική μουσική συνήθως δεν έχει την ίδια σημασία όπως όταν μιλάμε για δημοτική ποίηση. Σημαίνει ένα είδος αργών μη χορευτικών σκοπών, στους οποίους τραγουδιούνται συνήθως λόγια όντως κλέφτικα (της κλεφτουριάς), αλλά σαφώς όχι μόνο. Καλαματιανά σαν το «μαύρη ζωή που κάνουμε» δε θεωρούνται κλέφτικα μ’ αυτή την έννοια. Ομολογώ βέβαια ότι δεν άνοιξα τα λινκ ν’ ακούσω τι σκοποί είναι αυτοί.
Και επίσης να σημειώσω ότι η λέξη κλέφτης σήμαινε απλώς ληστής, όχι κάτι άλλο, αλλά οι προεπαναστατικοί ληστές ηρωοποιήθηκαν λόγω της δράσης τους. Και κανέναν τυχάρπαστο ληστή όμως, χωρίς ίχνος ευγένειας και ηρωισμού, πάλι κλέφτη τον έλεγαν. Και μετεπαναστατικά, ληστές σαν τον λήσταρχο Γιαγκούλα, πάλι κλέφτες τούς έλεγαν, και άλλοι ήταν (ή θεωρούνταν) ευγενείς γενναίοι ήρωες και άλλοι τομάρια.
Theo said
@24:
Το τραγουδούσε κάποιος μακαρίτης που είχε υπηρετήσει στην αεροπορία. Μάλλον ήταν ο ύμνος της Σχολής Ικάρων μέχρι το 1974:
Είμαστ’ όλοι παιδιά του Ικάρου
κι ατσαλένια έχουμε φτερά
…
και το σμήνος που πήγε στην Κορέα
πολεμούσε για τα ιδανικά
κι είχε βάψει τους κίτρινους στο αίμα
δείχνοντάς τους τι θα πει ελευθεριά.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
>> με την απελέκητη ψυχή κτηνοτροφών,
κτηνοτρόφων
30, κι αν έστελναν και ναύτες τότε, θα το είχαν κι αυτό προσαρμόσει/προσθέσει μετά, στον «ύμνο» του ναυτικού.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
26 ΓΤ
>>Πέθανε ο Τάσος Πορφύρης
Γενεαλογία (στον ποιητή Τάσο Πορφύρη)
από τον Βασίλη Νιτσιάκο
(Και κάπως ταιριάζει στο σημερινό)
…«Ντάσιο μου», θα σ’ έλεγε η γιαγιά μου. Πεκειπέδω από το σύνορο. Ντασιουρία και αγάπη. Το ίδιο είναι. Ντασιουρόι και αγαπώ. Το ίδιο είναι. Κι αλίμονο σε αυτούς που δεν τη γνώρισαν. Που δεν την είδαν να κόβει σύνορα. Δεν την άκουσαν να παίζει το βιολί. Το πιο γλυκό. Αυτό του Χρήστου Μπράβου. Ο έρωτας κι ο θάνατος. Τα δύο διδυμάρια. Χιόνι σεντόνι τρυφερό. Ανάβουνε φωτιές στον άλλο κόσμο. Κάνει κρύο τσουχτερό. Τύλιξέ τον, θα κρυώσει. Είπε η κυρά του στην κηδεία του Γιάννου του Περατιανού. Και κούμπωσε το τελευταίο κουμπί στο σακάκι του πεθαμένου. Περαστικά δεν είχε ίτσι ντίπου. Εβαλε δύο μήλα κόκκινα για χαιρετήματα. Ναι. Κλαίουσες ιτιές οι μοιρολογίστρες. Καλαμάς κι Αχέροντας. Μηλιώνης. Παρών και κλινικά Ηπειρώτης. Κι ο Γιάννης το μαντίλι του. Τα φαρμακεία της Πατρίδας. Ο Λούσιας απ’ τα Γιάννινα κι ο Κουτσογιάννης. Χρήστο Βασίλης. Γκούρο Γιάννης. Σπιτόφιδα φιλότιμα. Τσάμηδες καημοί. Οσμάν Τάκας. Σαν τελευταία πεθυμιά, Σαν τελευταία χάρη. Ηρθε καιρός που δεν φτάνει ο λόγος μας. Χρειάζονται χαρτιά. Ακούς, Τάσο μου; Χαρτιά. Υπογραφές. Και πώς να βάζουνε οι μπάμπες μας; Τις βάζουνε σταυρό. Σταυρό στο μέτωπο, σταυρό και στ’ άγια χέρια. Των γυναικών, Μιχάλη. Στο Μετζιτιέ και στον Αντώνη Πότση. Απέκει αντάρτες προδομένοι. Καλύτερη είναι η λησμονιά. Γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη. Γράψε λησμονιά και κυπαρίσσι. Στον άλλο κόσμο που θα πας να γίνεις σύννεφο άσπρο. Να έρχεσαι απ’ το Πάπιγκο. Να βρέχεις το Πωγώνι. Τον Αθω τον εργάτη στην Αθήνα. Να θυμάσαι. Μνήμα μπροστά και μνήμη πίσω. Ντιάλι θιμ ‘ Σωτήρη. Ν’ ακούω καλά τ’ όνομα σου. Στην Πόβλα, στη Σωτήρα Απέκει. Πριονάδες να κόβουν τον καιρό. Να κόβουνε το χρόνο. Κοίτα οι νεκροί είναι εδώ ανάμεσά μας. Χίνκα, Λαλεζα, Ζωργιάνη. Τους νεκρούς σας και τα μάτια σας.
Τάσο απόστασες; Οι αποστάσεις…
Ξαπόστασε Τάσο μου. …
Spiridione said
19. Ενδιαφέρουσα συνέντευξη. Και λένε ότι το βιβλίο δεν έχει συγγραφικά δικαιώματα. Και το 2ο βιβλίο βρέθηκε σε στικάκι έξω απο τον εκδοτικό οίκο.
Το 1ο βιβλίο υπάρχει και στο Internet Archive
https://archive.org/details/u-2019-4-1
ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said
Το πρώτο μέρος πραγματικά πολύ ωραίο.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
34 Α!!!!!!!!!!! Ωραίο!!
Γιατί, το ιστολόγιο που δημοσιεύει γραφές κακούργου! 🙂
Αμ αυτοί που τα διαβάζουν και σχολιάζουν κιόλας;;
Πισμάνης said
Ο Προφήτης Ηλίας στά Πλατανάκια.
ΓΤ said
Η ΑΕΛ επέστρεψε στα μεγάλα σαλόνια.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
>> του Άι-Λια
Πάω κατά τον Άι Λια κι εγώ, πάντα υπάρχει ένας και στα ρέματα, εκτός από κορφές.
Ν΄ακούσω του νερού κλαγγή και του πουλιού τραγούδι
Απρίλης είναι και γελά κι αναριγούν οι κλώνοι
ΓΤ said
Διοικητής Εθνικής Τράπεζας: 1.440.878€/έτος
Χαρούλα said
Αναρωτιέμαι πως θα το αντιμετώπιζα αν δεν ήξερα ποιός το έγραψε και κάποια από αυτά που έκανε στην ζωή του.
Κάτι βέβαια που πολλές φορές συμβαίνει και με ήδη γνωστούς γραφιάδες.
Διάβασα έναν απλό κείμενο λιτό σαν ημερολόγιο, που δεν προσπαθεί να παραστήσει το σπουδαίο. Περισσότερο ένοιωσα την ανάγκη του να ακουστεί, παρά να δοξαστεί με αυτό.
Ναι, στο τέλος παρουσιάζεται ένας «αναρχικός», ένας λαϊκιστής πολιτικός, κάποιος που έχει άποψη που είναι μοναδική και σωστή.
Παρόλα αυτά, μπράβο του που κάθεται και γράφει. Θα μπορούσε να ασχολείται με πιο ανούσια πράγματα.
sarant said
Eυχαριστώ για τα νεότερα!
13-19 Αν δείτε και αποσπάσματα από μια επιστολή του στην Ελευθεροτυπία το 2009 (την έχει η Βικιπαίδεια στο λήμμα Παλαιοκώστας) το στιλ γραφής μοιάζει πολύ
33 Συνεπές είναι να μην έχει συγγραφικά
36 Φτωχικός ναός
Μπετατζής said
Αντίθετα με τον στόμφο του ΒΠ, το Καταζητείται του Κώστα Σαμαρά είναι νευρώδες, γροθιά στο στομάχι, τρέχει με ρυθμούς πολυβόλου και αξίζει τόσο σαν ντοκουμέντο /βιογραφία όσο και σαν λογοτεχνία. Βγήκε το 1999. Ο Σαμαράς έδειξε τον (λογοτεχνικό) δρόμο στον ΒΠ αλλά ο μαθητής δεν ξεπέρασε τον δάσκαλο.
sarant said
42 Και όχι μόνο τον λογοτεχνικό δρόμο.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Ακόμη τρία αποσπάσματα από το βιβλίο
Προδημοσίευση «Εφ.Συν.» 26.06.24
https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/437914_ena-fysiologiko-paidi-toy-basili-palaiokosta
sarant said
44 A μπράβο
Μαρία said
43 «Με τον Νίκο Παλαιοκώστα όταν γνωριστήκαμε, είχα πάνω κάτω τις ίδιες εμπειρίες. Μόνο που εγώ ήμουν πιο οργανωτικός και εκείνος πιο αυθόρμητος και κάπου το συνδυάζαμε. Ο Βασίλης πήρε και από τους δύο. Εγώ όμως δεν είχα κάποιο μέντορα, ενώ ο Παλαιόκωστας είχε. Αφού του έκανα εκπαίδευση. Αυτοκίνητα, μηχανές, όπλα, οδήγηση, τακτικές. Του ‘κόβε και τα έπαιρνε τα γράμματα». https://www.reader.gr/specials/kostas-samaras-me-tis-apodraseis-moy-isos-boithisa-na-anabathmistoyn-oi-kloybes/555841
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
46, αυτό διάβαζα τώρα, κι αυτό:
Η σχέση μου με τον Βασίλη ξεκίνησε ως εξής: Ήμουν ο δάσκαλος και εκείνος ήταν ο μαθητής και θα πρέπει να ομολογήσω ότι ο μαθητής ξεπέρασε τον δάσκαλο. Από εκεί και πέρα μακάρι να την βγάλει καθαρή» πρόσθεσε ακόμη. «Είχαμε φτάσει μέχρι το Μεξικό και διάφορες χώρες της Ευρώπης σε μία προσπάθεια να βρούμε κάπου να ζήσουμε στη νομιμότητα» είπε ακόμη. «Οι στόχοι μας ήταν οι τράπεζες. Δεν μπήκαμε ποτέ σε σπίτια και δεν πήγαμε ποτέ σε φτωχούς»
https://www.ethnos.gr/greece/article/44665/kostassamarasobasilhspalaiokostashtanmathhthsmoyvid
dimosioshoros said
Ενδιαφέρουσα περίπτωση.
ΓΤ said
Εξαιρετική αφίσα για το «Άσυλο Ανιάτων» από το Αρχείο71 ακριβώς απέναντι από το γαμημένο ίδρυμα. Έεεεεεετσι!
ΓΤ said
Δεν ξεχνάμε τη μούγγα Σαραντάκου για το «κυρία πρέσβυ» του Μπουκάλα στην Ακαδημία Αθηνών.
Αλφα_Χι said
36. 41.
Είχα πάει στην περιοχή αυτή, από το φράγμα Μεσοχώρας, στο χωριό Σπίτια και στην κορυφή Χατζή. Είναι πολύ ωραία.
Και ένα βίντεο της διαδρομής από συλλόγους της περιοχής.
ΓΤ said
Λεβαδειακός-Πανσερραϊκός 3-0
Άρης-ΟΦΗ 2-0
Λαμία-Καλλιθέα 0-2
Βόλος-Παναιτωλικός 0-0
ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ 2-1
ΠΑΟ-ΑΕΚ 3-1
sarant said
51 Μπράβο ρε συ!
50 Χμμμ… Αυτός δεν είναι ο επίσημος θηλυκός τύπος;
ΓΤ said
53 Ντάκμαν
Ναι, ναι, έγιναν κλαίουσες απ’ τα γέλια οι φιστικιές σου.
spyridos said
42
Αυτό του Σαμαρά περισσότερο λογοτεχνία και λιγότερο ντοκουμέντο.
Του Π. αντίστροφα.
ofakiris said
Καλημέρα!
Εκδόσεις των Συναδέλφων
«Έχουμε μια άλλη αντίληψη για τον συνδικαλισμό. Αγωνιζόμαστε για να κάνουμε ξανά το συνδικαλισμό μια όμορφη λέξη».
Υπάρχει λοιπόν ελπίδα για ένα άλλο τρόπο σχέσεων και ζωής.
Ανέκαθεν αναρωτιόμουνα γιατί οι αγρότες του ΚΚΕ (ή άλλοι αριστεροί) δεν δημιουργούν μια κολεκτίβα με τα χαρακτηριστικά των Εκδόσεων των Συναδέλφων και στόχο το να δώσουν δείγματα μιας άλλης ποιότητας στις σχέσεις παραγωγής και συμβίωσης των ανθρώπων.
Θα είχε ενδιαφέρον και ανταπόκριση από τον κόσμο πιστεύω.
Alexis said
Μ’ ένα νεύμα του ξεκίναγαν να λαλούν το ηρωικότατο τσάμικο: «Όρε Γρίβα μ’, σε θέλ’ ο Βασιλιάς… για να σε κάνει στρατηγό να διευθύνεις τον στρατό…» κι άλλες γενναίες παπαριές!
Χμμμ… όχι ακριβώς παπαριές. Εδώ ο ΒΠ πιάνεται αδιάβαστος για την ιστορία του τραγουδιού.
Alexis said
Ξαναβάζω το λινκ γιατί έγινε λάθος…
spyridos said
57
Εδώ κάνεις το ίδιο λάθος που κάνουν κάτι «ετυμολογιστές» που μας λένε ότι αν αναλύσουν τη λέξη μας λέει κάτι άλλο,
ή
κάποιοι ειδικοί «ευχολόγοι» που επίσης αναλύουν την ευχή μας και λένε ότι σημαίνει κάτι άλλο,
ή
κάποιοι «ωρολογιστές» που επιμένουν ότι στις 12¨01 το μεσημέρι πρέπει να λέμε καλησπέρα.
Δεν μας ενδιαφέρει ή τον Π. εδώ ποιά ήταν η ιστορία του και τι σήμαινε αρχικά το τραγούδι.
Αλλά τι πιστεύουν ότι σημαίνει εκείνοι που το τραγουδούν και το χορεύουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
spyridos said
sarant said
60 Είχε κρατηθεί
59 Κι εγώ πιστεύω ότι η ιστορία του τραγουδιού, εφόσον δεν είναι ευρέως γνωστή, δεν επηρεάζει τη σημασία. Έχει ενδιαφέρον, αλλά ως εκεί
Alexis said
Ας γίνω λίγο ΓΤ: ☺️
Στην αρχική σελίδα στις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» διαβάζουμε: Καλωσορίσατε στο πιο υποψιασμένο βιβλιωπωλείο της Αθήνας
Σωτήρς said
Δεν έχω διαβάσει κανένα του βιβλίο αλλά για το πρώτο θυμάμαι θριαμβευτικά σχόλια στα βιβλιοπωλεία. Είχα την εντύπωση ότι αυτός που γράφει τον πρόλογο/εισαγωγή είναι που μετέγραψε και τα κείμενα του ληστή πέρα από την επιμέλεια.
Στην επιστράτευση του 1940 η γιαγιά μου ήταν επτά χρονών και θυμόταν ότι στην πλατεία οι άντρες τραγούδησαν και χόρεψαν το «Παιδιά μ’ γιατί είστε ανάλλαγα». Τώρα αν εσύ ακούς το τραγούδι από μακριά χάνονται οι στίχοι και μένει η μελωδία.
Τον Ιούλιο του 1974, εξαιτίας της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε επιστράτευση και η δύναμη του Στρατού αυξήθηκε σε 200.000 άνδρες. Το 2002 ήρθη πλήρως το καθεστώς παρατεταμένης επιστράτευσης, το οποίο είχε κηρυχθεί στην Ελλάδα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Alexis said
#61: Η ιστορία δεν επηρεάζει τη σημασία; Μα πώς θα καταλάβει κανείς τι λέει αν δεν ξέρει πότε και για ποιον γράφτηκε; Ο χαρακτηρισμός «γενναίες παπαριές» είναι αν μη τι άλλο ανιστόρητος.
Ότι το οικειοποιήθηκαν οι φιλοβασιλικοί-ακροδεξιοί είναι άλλο καπέλο. Δεν αμφιβάλλει κανείς γι’ αυτό, ούτε για το ποιόν αυτών που το χόρευαν κατά παραγγελία. Όμως αυτό δεν είναι «σημασία», αυτό είναι η εκ των υστέρων καπηλεία.
spyridos said
«Η ιστορία δεν επηρεάζει τη σημασία»
Όχι
Η μουσική και τα τραγούδια είναι γλώσσα κι αυτά.
99+% των φυσικών ομιλητών δεν ξέρουν την ιστορία ή την ετυμολογία των λέξεων που χρησιμοποιούν και αυτό δεν επηρεάζει τη σημερινή τους σημασία.
Μπορώ εγώ ο ολιγογράμματος πχ
να πω για κάποιον ότι είναι εμπαθής και ο καθένας θα καταλάβει τη σύγχρονη έννοια της λέξης.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζω και δεν γνωρίζω για να είμαι ειλικρινής, ούτε την ετυμολογία, ούτε την ιστορία της, ούτε τις πρότερες σημασίες της, ούτε τις σημασίες της και αν έχει δανειστεί σε άλλες γλώσσες.
Το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά δεν το έχω δει ούτε με κιάλι
και από Αγγλικά είμαι ρεμάλι.
Έτσι ο Π. αλλά και οι τραγουδιστές στη σκηνή που περιγράφει έχουν στο νου μια συγκεκριμένη σημασία του τραγουδιού.
Οπότε δεν υπάρχει σημασιακό λάθος στην επικοινωνία τους.
Ότι παλιότερα είχε μια άλλη σημασία την οποία δεν γνωρίζουν, είναι τροφή για λαογράφους, ιστορικούς κτλ, αλλά δεν τους αφορά.
Πέπε said
65
Έτσι.
Κατά καιρούς διάφορα τραγούδια έχουν αποκτήσει χαρακτήρα συμβόλου και παντιέρας. Όταν κάποιος τα χρησιμοποιεί έτσι, το νόημά τους (μέσα στη συγκεκριμένη χρήση εκείνη την ώρα) είναι αυτό που νομίζει αυτός.
Δε μαζεύτηκαν οι φοιτητές στην ταράτσα της Νομικής να ψάλουν τα κατορθώματα δυο σογιών που αλληλοσφάζονταν σε βεντέτες (Πότε θα κάνει ξαστεριά), ούτε χιλιάδες οπαδοί του Αντρέα Παπανδρέου στις πλατείες να ψάλουν τον ήλιο, την άνοιξη και τον έρωτα (Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο).
Συνήθως η δεύτερη αυτή σημασία (του συμβόλου – παντιέρας) προκύπτει από κάποιες χαρακτηριστικές λέξεις του τραγουδιού αν αγνοήσουμε το συμφραζόμενό τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποτε απλή παρανόηση, άλλοτε σκόπιμη καπηλεία, κι άλλοτε πάλι συνειδητή αλλά καλοπροαίρετη επιλογή να υπογραμμίσω αυτές ακριβώς τις λέξεις, επειδή μπορούν να σημαίνουν και αυτό που θέλω εγώ να πω ή ν’ ακούσω, όσο κι αν γνωρίζω ότι «ο ποιητής» άλλο ήθελε να πει.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
64# Αλέξη, εδώ και κάμποσες δεκαετίες κανείς δεν διανοείται σοβαρά να συνδέσει τη σβάστικα με τους αρχαίους της συμβολισμούς (ευημερία, αρμονία, ειρήνη κλπ). Για κάποιο λόγο που μου διαφεύγει, όλος ο κόσμος τη συνδέει με καταστροφή, ρατσισμό και θάνατο. Η σβάστικα έχει πλέον αποκλειστικά και μόνο αυτή τη σημασία. Έτσι και με τον Γρίβα. Παρότι ήταν υβριστικό για τον βασιλιά, από τη στιγμή που οι ηλίθιοι βασιλόφρονες το έκαναν ύμνο τους, έχει πλέον μόνο αυτή την απόχρωση.
Όπως τα λέει ο Σπυρίδος.
Πέπε said
24
Μισοθυμάμαι να το λένε άνθρωποι που το ‘χαν προλάβει στον καιρό του. Η μελωδία υπάρχει περίπτωση να είναι αυτή;
spyridos said
Κι ο στρατός μας που πήγε στην Κορέα
να πολεμήσει για ψιλά και δανεικά.
«έβαψε τους κίτρινους στο αίμα δείχνοντάς τους τί θα πει λευτεριά «
Μπολιτιζμός χτισμένος σε σε στέρεα χρηστιανικά θεμέλια, όχι μαλακίες.
Theo said
@60:
Και για τον Στεφανάκο έχει γράψει παρόμοια ο Β. Παλαιοκώστας:
Μήπως δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς όσα λεν διάφοροι πρωταγωνιστές του κόσμου της παρανομίας για τους συμπρωταγωνιστές τους;
spyridos said
Μήπως δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς όσα λεν διάφοροι. (τελεία)
Μπορούμε να διασταυρώνουμε και να διαβάζουμε κριτικά κάθε χαρακτηρισμό ή περιγραφή.
evamaten said
1,10
Πράγματι ωραία γράφει (κι ας γίνεται πομπώδης σε κάποια σημεία – νομίζω ο στόμφος κάπως ταιριάζει σε έναν άνθρωπο με αυτές τις εμπειρίες. Αλλά δεν έχω διαβάσει και τον Σαμαρά, που λέει ο Μπετατζής)
4
Περίμενα να σχολιάσεις το αιφνίδιο ξάφνιασμα 🙂
evamaten said
65 66,67
Ωραία τα λέτε
Alexis said
#67: Αφού το λέει και ο Πέπε στο #66 θα το δεχτώ, εσένα δεν σε εμπιστεύομαι γιατί είσαι γνωστό αναρχικό στοιχείο 😅
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
74# Βλέπω ο Πέπε πήρε προαγωγή. Εκτός από παγκοσμίως άγνωστος φιλόλογος τώρα είναι και παγκοσμίως άγνωστο αναρχικό στοιχείο, εφόσον λέει τα ίδια με γνωστά αναρχικά στοιχεία. Θα ενημερώσω αρμοδίως.
BLOG_OTI_NANAI said
Μου είχε διαφύγει το άρθρο αυτό. Ασφαλώς να πω πως όταν θέλεις να δεις την κατάντια μιας χώρας, μιας κοινωνίας, την διαπιστώνεις από την ηρωοποίηση του βόθρου. Το ανώριμο κοινωνικά χαμίνι θέλει τσαμπουκάδες, Κασιδιάρηδες, Παλαιοκώστες, Τραμπ… Όμως, δεν είναι δυνατόν να θαυμάζεις την βρώμα του βόθρου, παρά μόνο αν ανήκεις εκεί. Αλλιώς σου είναι εμετική.
Απορώ πραγματικά για την χωρίς όρια κτηνωδία των θαυμαστών της βρώμας του βόθρου, όταν επικαλούνται τα σχόλια του απαχθέντα ο οποίος από τον τρόμο που βίωσε μην τυχόν και εκνευρίσει τους απαγωγείς και ξανασυμβούν τα ίδια, σχεδόν είπε ότι η απαγωγή των δύο μηνών, ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής του…
Και βεβαίως εκτός από το γεγονός ότι ήταν ένα κάθαρμα από μικρό παιδί, ήταν πάντα βαριά οπλισμένος και ασφαλώς οι χειροβομβίδες αν τυχόν εκραγούν, δεν κάνουν διακρίσεις «καλών» και «κακών», όπως και οι ρουκέτες της 17Ν.
Ο ακροδεξιός μαλάκας θαυμάζει τον εγκληματία χρυσαυγίτη, ο ακροαριστερός μαλάκας, θαυμάζει έναν απαγωγέα και βαριά οπλισμένο απαγωγέα. Άλλωστε από το ιδεολογικό παρελθόν και των δύο, δεν απορούμε για ποιον λόγο δημιούργησαν μόνο φονικές δικτατορίες.
Το να κάτσω να διαβάσω μισή παράγραφο με αμπελοφιλοσοφίες ενός καριόλη σαν τον Παλαιοκώστα ή τον Κουφοντίνα, ξεπερνάει κάθε λογική. Καλύτερα να κάτσω να διαβάσω τα άπαντα ενός ταξιτζή ή νταλικέρη, που τουλάχιστον δεν είναι ούτε δολοφόνος, ούτε εγκληματίας…
Προφανώς κάνω εξαίρεση για άτομα όπως ο Νίκος που διαβάζουν βιβλία επειδή είναι μέρος της δουλειάς τους ή της κύριας ασχολίας τους.
Stazybο Hοrn said
Εδώ πάει ο θάνατος του αδερφού του:
https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/470431_pethane-o-nikos-palaiokostas
Jorge said
Ποιος θα φανεί να βγάλει βόλτα το σκύλο, ποιος να καλλιεργήσει το μποστάνι;