Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ποια είναι η λέξη της χρονιάς για το 2022;

Posted by sarant στο 9 Δεκεμβρίου, 2022

Το τέλος της χρονιάς παραδοσιακά είναι καιρός απολογισμών. Το ιστολόγιο προσπαθεί να τηρεί ευλαβικά τις παραδόσεις κι έτσι με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε ένα εγχείρημα που φέτος επαναλαμβάνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, για δέκατη τρίτη χρονιά: πράγματι, ήρθε και φέτος το πλήρωμα του χρόνου για να διαλέξουμε τη Λέξη της Χρονιάς για το 2022.

Όταν λέμε «λέξη της χρονιάς», εννοούμε κάποια λέξη που ακούστηκε πολύ μέσα στη χρονιά που κοντεύει να τελειώσει. Δεν είναι υποχρεωτικό να είναι νεολογισμός· μπορεί να είναι λέξη που υπάρχει ήδη, αλλά να έχει πάρει καινούργια σημασία ή γενικά να σημάδεψε τη χρονιά που τελειώνει. Τη «λέξη» την εννοούμε με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή γίνονται δεκτοί και σύμπλοκοι όροι (το 2018 λέξη της χρονιάς ήταν σύμπλοκος όρος, Συμφωνία των Πρεσπών ενώ το 2017 ξενικός σύμπλοκος όρος, τα φέικ νιουζ) καθώς και ακρώνυμα (το 2014, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο ΕΝΦΙΑ).

Κάθε χρόνο η διαδικασία ξεκινάει περίπου την ίδια εποχή και περιλαμβάνει τρία στάδια, με τρία ισάριθμα άρθρα. Φέτος ξεκινάμε στις 9 Δεκεμβρίου, όπως και πέρυσι.

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, τα περυσινά αποτελέσματα είναι εδώ. Πέρυσι λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε η γυναικοκτονία, με ρεκόρ ψήφων, στη δεύτερη θέση μακράν το εμβόλιο και στην τρίτη ο αρνητής. Τα προπέρσινα αποτελέσματα είναι εδώ. Πρόπερσι λέξη της χρονιάς αναδείχτηκε ο κορονοϊός, ενώ ακολούθησε το λοκντάουν και το σκόιλ ελικικού. Τα αποτελέσματα του 2019 υπάρχουν εδώ. Το 2019 είχατε αναδείξει λέξη της χρονιάς την κανονικότητα, με διαφορά από τη δεύτερη, την αριστεία, και τρίτη τη γυναικοκτονία. Τα αποτελέσματα του 2018 θα τα βρείτε εδώ. Το 2018 ψηφίστηκε λέξη της χρονιάς η Συμφωνία των Πρεσπών, με αρκετή διαφορά από τη δεύτερη τιναφτόρε και από την τρίτη, Μακεδονικό. Τα αποτελέσματα του 2017 θα τα βρείτε εδώ. Το 2017 είχατε ψηφίσει λέξη της χρονιάς τον  όρο φέικ νιουζ ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση είχαμε ισοβαθμία των όρων POS και αντισπισιστής. Τα αποτελέσματα του 2016 θα τα βρείτε εδώ. Λέξη της χρονιάς για το 2016 ψηφίστηκε το Μπρέξιτ και ακολούθησαν πρόσφυγες και χοτ σποτ. Τα αποτελέσματα του 2015 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2015 λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο σύμπλοκος όρος κάπιταλ κοντρόλς, στη δεύτερη θέση είχαμε τον όρο πρώτη φορά αριστερά και στην τρίτη το γκρέξιτ. Τα αποτελέσματα του 2014 θα τα βρείτε εδώ. Το 2014 λέξη της χρονιάς ήταν, όπως είπαμε, ο ΕΝΦΙΑ, ενώ στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι ιπτάμενοι αναρχικοί και στην τρίτη ο ένοικος του τάφου. Τα αποτελέσματα του 2013 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2013, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε το σαξές στόρι, ενώ στη δεύτερη θέση ήρθε η βιαποπουκιανπροέρχεται και στην τριτη θέση τα άκρα/θεωρία των άκρων. Τα αποτελέσματα του 2012 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2012 είχατε ψηφίσει για λέξη της χρονιάς την επαναδιαπραγμάτευση, στη δεύτερη  θέση το εγέρθουτου και στην τρίτη την αλληλεγγύη. Αν θέλετε να πάμε ακόμα πιο πίσω, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας του 2011 βρίσκονται εδώ. Το 2011 πρώτη είχε έρθει, με διαφορά, η λέξη αγανακτισμένοι, ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση ισοβάθμησαν το κούρεμα και το χαράτσι. Τέλος, τα αποτελέσματα, του 2010, βρίσκονται εδώ. Το 2010, πρώτη χρονιά του… θεσμού, είχε έρθει πρώτη η λέξη μνημόνιο, ακολούθησε με μικρή διαφορά το ΔουΝουΤου και την τριάδα έκλεισε η τρόικα. Το 2009 δεν είχε διοργανωθεί διαγωνισμός από το ιστολόγιο.

Ίσως σας κούρασε αυτή η αναδρομή αλλά δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον πιστεύω, έχουμε μια λεξιλογική επισκόπηση της δωδεκαετίας με τον τρόπο αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , | 43 Σχόλια »

Ανάπτυξα ή ανέπτυξα;

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2022

Το συζητήσαμε και στα μεζεδάκια του Σαββάτου, αλλά νομίζω πως σηκώνει να το… αναπτύξω σε άρθρο. Λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, η υπουργός Παιδείας κτλ. κ. Κεραμέως δημοσίευσε το εξής τουίτ, το οποίο προκάλεσε πολλές συζητήσεις.

Bλέπετε υπογραμμισμένη τη λέξη «ανάπτυξα».

Πολλοί σχολιαστές, που σε γενικές γραμμές κατατάσσονταν στην εξ αριστερών αντιπολίτευση, θεώρησαν ότι είναι λάθος ο τύπος «ανάπτυξα», λάθος απαράδεκτο για υπουργό και μάλιστα αρμόδια για την Παιδεία.

Διαφώνησα και έγινε ενδιαφέρων διάλογος με κάποιους, όσο επιτρέπει τον διάλογο το όριο 280 χαρακτήρων του Τουίτερ.

Κατά τη γνώμη μου, ο τύπος «ανάπτυξα» δεν είναι λάθος, διότι η εσωτερική συλλαβική αύξηση δεν είναι υποχρεωτική, μπορεί κανείς να διαλέξει αν θα τη βάλει ή όχι ανάλογα με το ρήμα ή με το ύφος του κειμένου του.

Από την άλλη, η αλήθεια είναι ότι στα σώματα κειμένων της σημερινής γλώσσας οι αναύξητοι τύποι αποτελούν μειοψηφία -και πάλι, όμως, ανάλογα με το ρήμα.

Κι έτσι, παρακινήθηκα να γράψω το σημερινό άρθρο.

Το θέμα της εσωτερικής αύξησης ή όχι στους παρελθοντικούς χρόνους συνδέεται κατά τη γνώμη μου και με τον  σχηματισμό της προστακτικής -τη θέση μου αυτή την έχω αναπτύξει σε παλιότερο άρθρο. Σήμερα ωστόσο θα περιοριστώ στους παρελθοντικούς χρόνους και θ’ αποφύγω να αναφερθώ στην προστακτική.

Για την αύξηση στους παρελθοντικούς χρόνους γενικώς, πολλοί γλωσσολόγοι τη θεωρούν κενό μορφολογικό στοιχείο, απλώς φορέα του τόνου. Πράγματι, στα νέα ελληνικά, όταν το ρήμα είναι δισύλλαβο και ανήκει στην 1η συζυγία, παίρνει ε- μόνο όταν χρειάζεται να φέρει τον τόνο στην προπαραλήγουσα: λέμε έγραψα, αλλά γράψαμε, όχι εγράψαμε, τουλάχιστον στην κοινή νέα ελληνική. Στα αρχαία ελληνικά όμως η αύξηση ήταν υποχρεωτική σε όλα τα πρόσωπα (εγράφομεν), ήταν λοιπόν εγγενές κλιτικό στοιχείο. Εξάλλου, στα νέα ελληνικά, στα τρισύλλαβα ρήματα, όπου υπάρχει φορέας του τόνου, δεν σημειώνεται αύξηση: κέρδισα, πίστευε, πότισα, ενώ στα αρχαία σημειωνόταν. Γι’ αυτό και κάποιοι γλωσσολόγοι αρνούνται ολωσδιόλου τον όρο «αύξηση», αν και οι γραμματικές χρησιμοποιούν, όλες, αυτόν τον όρο.

(Βέβαια, σε πολλές γλωσσικές ποικιλίες της ελληνικής υπάρχει προθηματικό ε- ή τέλος πάντων αύξηση και εκεί που δεν δικαιολογείται στην κοινή, πχ επαίζαμε, επότιζα).

Εσωτερική αύξηση εμφανίζεται σε σύνθετα ρήματα με αρχαίες προθέσεις: διαφέρω – διέφερα / μεταφέρω – μετέφερα. Και πάλι, η αύξηση εμφανίζεται μόνο στα πρόσωπα όπου υπάρχει στο απλό ρήμα: διέφερα, αλλά διαφέραμε. (Τα σύνθετα με άλλα προθήματα δεν εμφανίζουν εσωτερική αύξηση: κακόμαθε, καιρόριχνε, στραβόκοψε).

Η εσωτερική αύξηση δεν εμφανίζεται σε όλα τα σύνθετα ρήματα -ας πούμε, δεν την σχηματίζουν σχεδόν ποτέ ρήματα όπως περιμένω, διαλέγω ή τη σχηματίζουν σπάνια ρήματα όπως συναντώ, απαντώ. Στη μεγάλη πλειοψηφία όμως των ρημάτων, η εσωτερική αύξηση συνηθίζεται από τους περισσότερους ομιλητές.

Το ζήτημα είναι κατά πόσον αυτή η εσωτερική αύξηση θεωρείται υποχρεωτική. Να δούμε τι λένε οι γραμματικές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Η μετάφραση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Posted by sarant στο 7 Δεκεμβρίου, 2022

Την περασμένη Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου, έδωσα μια ομιλία στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μεταφραστικές Σπουδές και Διερμηνεία» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας), ύστερα από πρόσκληση του καθηγητή Νίκου Λαβίδα. Το θέμα ήταν Η μετάφραση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Θα δημοσιευσω εδώ το κείμενο της ομιλίας μου. Σας προειδοποιώ όμως ότι έχω δώσει κι άλλες φορές διάλεξη με το ίδιο θέμα, κι έτσι τα όσα θα διαβάσετε μπορεί να τα έχετε διαβάσει ξανά, παρόλο που κάποια επικαιροποίηση την έχω κάνει. Επίσης, πρόσθεσα κάποια ενδιαφέροντα σημεία που τα είπα εκτός κειμένου. Στην αρχή είχα σκεφτεί να απομαγνητοφωνήσω και τις απαντήσεις που έδωσα σε ερωτήσεις, στο τέλος της συζήτησης, αλλά ήδη το άρθρο έχει φτάσει τις 5000 λέξεις οπότε δεν θέλησα να το βαρύνω κι άλλο.

Καλημέρα σας, σας ευχαριστώ που ήρθατε εδώ για να με ακούσετε, και ευχαριστώ ιδιαίτερα τον κ. Νίκο Λαβίδα που με προσκάλεσε να σας μιλήσω σήμερα. Ως τι να σας μιλήσω όμως; Περγαμηνές ακαδημαϊκές στη μετάφραση δεν έχω, ωστόσο είμαι επαγγελματίας μεταφραστής εδώ και 38 χρόνια, από τα οποία τα 35 στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και τα 33 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επίσης, με ορισμένους από εσάς πρέπει να είμαστε και συνάδελφοι, αφού έχω πτυχίο του Αγγλικού τμήματος της φιλοσοφικής του ΕΚΠΑ.

Ωστόσο, το πρώτο μου πτυχίο, δίπλωμα για την ακρίβεια, το πήρα το 1983 από το ΕΜΠολυτεχνείο, από τη σχολή Χημικών Μηχανικών. Καλώς ή κακώς όμως δεν δούλεψα ποτέ ως χημικός μηχανικός· από το 1984 έκανα μεταφράσεις βιβλίων, λογοτεχνίας και πληροφορικής -την εποχή εκείνη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται οι πρώτοι προσωπικοί υπολογιστές και ο σχετικός εκδοτικός κλάδος γνώριζε ορμητική ανάπτυξη. Μάλλον τυχαία, το 1987 είδα σε μια εφημερίδα μιαν αγγελία για έναν διαγωνισμό που έκανε η μεταφραστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων για τις υπηρεσίες στο Λουξεμβούργο, έδωσα και πέρασα, έπιασα δουλειά τον Ιανουάριο του 1988, υποτίθεται για ένα χρόνο· όμως, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού διότι το 1989 πέρασα σε γενικό διαγωνισμό και από το 1990 εργάζομαι στο ελληνικό μεταφραστικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Μεταφραστικά, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , | 77 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 24 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίστηκε στη μεταπολίτευση και στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Ύστερα από μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, μένει μόνος αφού και άλλες σχέσεις του δεν οδήγησαν σε κάτι μονιμότερο. Πλησιάζουμε πια στο τέλος, έχουμε φτάσει στη δεκαετία του 1990 και ο Δήμος είναι πια συνταξιούχος. Σήμερα μπαίνουμε στο προτελευταίο κεφάλαιο, το 13ο, που τιτλοφορείται Επί τας δυσμάς του βίου και ο ήρωάς μας γίνεται 78 ετών. 

Σήμερα, βέβαια, έχω και τη γιορτή μου, οπότε εύχομαι χρόνια πολλά σε όλους τους συνονόματους και τις συνεορτάζουσες -και ξαναθυμίζω το περυσινό εορταστικό άρθρο μας

ΔΕΚΑ ΤΡΙΑ

ΕΠΙ ΤΑΣ ΔΥΣΜΑΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ

Απόψε, μετά την καθιερωμένη βόλτα του στην πλατεία, μαζεύτηκε νωρίς στο σπίτι. Μέσα του καμάρωνε που διατηρούσε ακόμα τη συνήθεια να περπατά και τώρα που τον πήρανε τα χρόνια. Από τότε που ήταν νέος του άρεσε το περπάτημα, ήταν ακούραστος πεζοπόρος και μια διαδρομή τριών ή πέντε χιλιομέτρων ήταν γι΄ αυτόν παιχνιδάκι. Ο παππούς του, που αν δεν τον χτυπούσε αυτοκίνητο, οπωσδήποτε θα έφτανε τα ενενήντα, έλεγε συχνά «για την καρδιά μου έχω δυο γιατρούς: το δεξί μου πόδι και το αριστερό μου πόδι». Απόψε όμως δεν περπάτησε πολύ. Πήγε κι ήρθε δυο φορές στο μάκρος την πλατεία, που είναι εντούτοις μια από τις μεγαλύτερες των δήμων του Λεκανοπέδιου.

Τελευταία συνήθισε να περιδιαβάζει άσκοπα και με αργό βήμα στους δρόμους της γειτονιάς του, όπου μεγάλωσε και όπου καταστάλαξε και ζει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ιδίως τον συγκινούσαν παλιά σπίτια, μονώροφα ή διώροφα που απόμεναν ακόμα και δεν είχαν δοθεί με αντιπαροχή για να γίνουν πολυκατοικίες. Τα περισσότερα ήταν ακατοίκητα και μερικά σχεδόν ερειπωμένα, γι΄ αυτόν όμως ήταν οι τελευταίοι μάρτυρες της εποχής που ήταν νέος, της εποχής που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια.

Σε πολλά από τα σπίτια αυτά, του Μαυρίδη, του Κοντού, του Παπαδάκη, είχε διασκεδάσει στα πάρτι που οργάνωναν όταν ήταν στο γυμνάσιο ή φοιτητές. Κάποια από τα σπίτια αυτά μπορεί να ήταν εγκαταλελειμμένα και ασυντήρητα, δεν ήταν όμως θλιβερά. Σα να είχαν αφήσει επάνω τους κάποια ίχνη οι άνθρωποι, που έζησαν, τραγούδησαν και χάρηκαν μέσα σ΄ αυτά. Το σπίτι του Μαυρίδη να πούμε, μπορεί να ήταν σχεδόν ερείπιο, τα φυτά στον κήπο να είχαν αγριέψει, μια βαριά αλυσίδα με ένα μεγάλο λουκέτο να έκλεινε την αυλόπορτα, αλλά αυτός θυμόταν τα τρελά πάρτι που κάνανε σ΄ αυτό κι αρνιόταν να το δει θλιβερό.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμά του έβγαλε τα ρούχα του, τα κρέμασε με τάξη στην καθιερωμένη θέση τους, έβαλε τα ρούχα του σπιτιού, κάθισε στο γραφείο του και άνοιξε τον υπολογιστή του. Με εξαίρεση αυτή την τελευταία κίνηση, που την εγκαινίασε πριν δώδεκα χρόνια, όταν ο Αντρέας (ακριβέστερα ο Βλάσης), τον μύησε στον μαγικό κόσμο της Πληροφορικής, όλες οι άλλες επαναλαμβανόταν στερεότυπα επί πενήντα τουλάχιστον χρόνια – έξις, που  του έγινε δευτέρα φύσις.

Άνοιξε το μηχάνημα, μπήκε στο Διαδίκτυο και έψαξε για μηνύματα. Δεν είχε τίποτα το ουσιαστικό, μόνο κάποια διαφημιστικά, κάποια παραπειστικά και άλλα αδιαφόρετα. Βγήκε από το δίκτυο και άνοιξε το φάκελο με τα αρχεία του. Από συνήθεια άρχισε με το αρχείο Memo. Έτσι είχε βαφτίσει (από το memorandum), το «μνημόνιο» του, που είχε αντικαταστήσει το παλιό μπλοκ, που επιγραφόταν επίσης memorandum και όπου κατάστρωνε με το χέρι τον προγραμματισμό του μήνα, της βδομάδας και της μέρας.

Τώρα φυσικά ο προγραμματισμός ήταν ουσιαστικά άσκοπος, μια συνήθεια χωρίς αντικείμενο, καθώς δεν είχε να κάνει απολύτως τίποτα. Από συνήθεια πάντως καταχωρούσε στο Memo πνευματικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, που υποτίθεται πως θα τον ενδιέφεραν: παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις, αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις, καλές ταινίες, νέες εκδόσεις, άσχετα αν δεν τις παρακολούθησε ποτέ.

Από τότε που συνταξιοδοτήθηκε έπαψε να έχει οποιαδήποτε οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα. Με τα χρόνια περιόρισε πολύ και τις άλλες ασχολίες του, αυτές που αποτελούσαν κάποτε τις χαρές της ζωής του. Θέατρο ή κινηματόγραφο, δεν το άντεχε να πάει μονάχος του. Ακόμα και το διάβασμα το παράτησε. Μήνες είχε να αγοράσει κάποιο βιβλίο. Διαπίστωσε πως δυσκολευόταν να διαβάσει κείμενα τυπωμένα με στοιχεία μικρού μεγέθους, των 8 ή μικρότερα. Η πρεσβυωπία του είχε μεγαλώσει, αλλά αντί να αλλάξει γυαλιά, αγόρασε ένα μεγεθυντικό φακό και έτσι πορευόταν.

Έπαψαν να τον θέλγουν πια τα ταξίδια. Αντίθετα τον κούραζαν και του δημιουργούσαν προβλήματα, που δεν αντιμετώπιζε μένοντας στο σπίτι του. Να πούμε, λόγω ηλικίας είχε αλλάξει ο τρόπος που αντιμετώπιζε κάποιες σωματικές του ανάγκες, που όταν ήταν νεότερος δε του δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα. Φυσικά έπαψε να «πετάγεται» με το αυτοκίνητό τους ως το σπίτι του Αντρέα. Από πέρσι μάλιστα έπαψε και να οδηγεί, καθώς η άδεια οδήγησης του είχε λήξει και δε θέλησε να την ανανεώσει παράνομα. Ήταν αντίθετο με τις αρχές του, μολονότι εξακρίβωσε πως κολλητά σχεδόν με το Υπουργείο Μεταφορών, ανθούσαν τουλάχιστον τρεις επιχειρήσεις, που με αντίτιμο διακοσίων, το πολύ, ευρώ σου εξασφάλιζαν άδεια οδήγησης απολύτως έγκυρη, χωρίς να περάσεις από γιατρούς και εξετάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 99 Σχόλια »

Το μεράκι της Μελόνι

Posted by sarant στο 5 Δεκεμβρίου, 2022

Πριν από μερικές εβδομάδες, ο δισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ, ο ιδιοκτήτης (μεταξύ άλλων) του Τουίτερ, έστειλε χιλιάδες ακολούθους του να ψάχνουν στο γκουγκλ όταν εξέπεμψε ένα μήνυμα που απαρτιζόταν όλο κι όλο από μια λέξη, ελληνική κι ελληνικά γραμμένη, «Διαλεκτική».

Συμβαίνει πότε πότε οι πλούσιοι και οι διάσημοι της γης να αντλούν λέξεις κι εκφράσεις από το αρχαιοελληνικό ταμείο, αυτό το έχουμε πια συνηθίσει, αν και εξακολουθεί να μας αρέσει όποτε το βλέπουμε να γίνεται. Και όχι μόνο οι πλούσιοι και οι διάσημοι, αλλά και απλοί άνθρωποι από μέρη μακρινά διαλέγουν κάποτε ελληνικές λέξεις για να τις σταμπάρουν πάνω στα ρούχα τους ή να τις κάνουν τατουάζ στο δέρμα τους -και καμιά φορά λαθεύουν, σαν εκείνον τον κακομοίρη τον Κινέζο, που έβαλε στο γκουγκλ τρανσλέιτ τη λέξη Free για να βρει το ελληνικό αντίστοιχο, κι έτσι βρέθηκε να ποζάρει περήφανος μ’ ένα ΔΩΡΕΑΝ γραμμένο ανεξίτηλα πάνω στο στήθος, και με τι καρδιά να του πεις πως λάθος έκανε αφού του Ανάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές;

Όμως το πρόσφατο περιστατικό με τη Τζόρτζα Μελόνι διαφέρει. Διότι η πρωθυπουργός της Ιταλίας και ηγέτρια του ακροδεξιού κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, που βέβαια στέκεται στη σωστή μεριά της ιστορίας κι έτσι δεν είναι και τόσο ακροδεξιά, ή δεν πειράζει κι αν είναι, χρησιμοποίησε μεν ελληνική λέξη, αλλά όχι αρχαία.

Είπε τις προάλλες η Ιταλίδα πρωθυπουργός, μιλώντας σε ένα οικονομικό συνέδριο ότι η Ιταλία πρέπει να κάνει τις θαρραλέες επιλογές που επί τόσο πολλά χρόνια δεν έγιναν, και συνέχισε:

Questo e’ un tempo nel quale dovremmo utilizzare anche quell’approccio che i greci descrivono benissimo con una parola straordinaria: ‘meraki’, ovvero fare qualcosa con tutto te stesso, con tutta la tua passione e con tutta la tua anima

Κι επειδή δεν ξέρουμε όλοι ιταλικά, μεταφράζω πρόχειρα: Είναι μια στιγμή κατά την οποία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε την προσέγγιση εκείνη που οι Έλληνες την περιγράφουν έξοχα με μια καταπληκτική λέξη, «μεράκι», δηλαδή να κάνεις κάτι με όλο σου το είναι, με όλο σου το πάθος και με όλη σου την ψυχή. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Διαφημίσεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιταλία | Με ετικέτα: , , , , | 227 Σχόλια »

Ένας τραγουδιστής (άρθρο του Γιάννη Καλιόρη για τον Διονύση Σαββόπουλο, το 1965)

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2022

Θα κάνουμε σήμερα μιαν εξαίρεση στις συνήθειες του ιστολογίου, που θέλουν την Κυριακή να δημοσιεύουμε λογοτεχνική ύλη. Θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο, όχι λογοτεχνία λοιπόν, όμως από λογοτεχνικό περιοδικό, από την Επιθεώρηση Τέχνης, το θρυλικό αριστερό λογοτεχνικό και γενικότερα πολιτιστικό περιοδικό, που κυκλοφόρησε από το 1954 έως το 1967. 

Ο λόγος για αυτή την έκτακτη, ας πούμε, δημοσίευση είναι ότι προχτές γιόρτασε τα 78α γενέθλιά του ο Διονύσης Σαββόπουλος, και με την ευκαιρία αυτή ο ηλεφίλος Κωστής Δήμος θυμήθηκε, στη σελίδα του στο Φέισμπουκ, ένα άρθρο του Γιάννη Καλιόρη στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1965, όπου παρουσιάζεται ο Διονύσης Σαββόπουλος, που είχε ήδη κυκλοφορήσει κάποια σαρανταπεντάρια (με δύο ή με τέσσερα τραγούδια το καθένα) αλλά όχι ακόμα μεγάλο δίσκο.

Δανείστηκα το κείμενο από τον Κ. Δήμο, κάνοντας αντιπαραβολή με το πρωτότυπο που έχω στο αρχείο μου. Για εικονογράφηση, επειδή το άρθρο δεν είχε φωτογραφίες ή άλλες εικόνες, πήρα το εξώφυλλο και το σημείωμα από ένα extended 45άρι του Σαββόπουλου. 

Μια και το άρθρο είναι εκτενές, δεν θα πω άλλα, μόνο θα επισημάνω κάτι αξιοπερίεργο. Το τεύχος στο οποίο δημοσιεύτηκε το άρθρο για τον Σαββόπουλο (μαζί με πλουσιότατη λογοτεχνική ύλη: τις Τρεις άδειες καρέκλες του Σκαρίμπα, 33 ποιήματα του Ρίτσου, άρθρο του Καζαντζάκη για τη Θεία Κωμωδία, πεζογράφημα του Β. Βασιλικού κτλ.) είχε χρονολογική ένδειξη Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1965 (άρα ήταν διπλό), αλλά αριθμό τεύχους 130-132, που θα ταίριαζε σε τριπλό τεύχος. Το λαθάκι έμεινε, κι έτσι το επόμενο τεύχος, του Ιανουαρίου 1966, είχε αριθμό 133. 

Το άρθρο του Γιάννη Καλιόρη (διατηρείται η ορθογραφία αλλά με μονοτονικό):

Ένας τραγουδιστής

Μια σύμπτωση οδήγησε κάποιο βράδυ τα βήματά μας στο σπίτι ενός νέου τραγουδιστή — του Διονύση Σαββόπουλου. Είναι ένας νέος εικοσιενός περίπου έτους, ο οποίος σαν τους παλιούς εκείνους «ραψωδούς», τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα —που εκφράζονταν μέσα απ’ όλα τα στοιχεία του τραγουδιού πριν το τελευταίο καταμεριστεί σέ «τομείς»—, γράφει τους στίχους και τη μουσική και τραγουδάει ο ίδιος συνοδεύοντας με την κιθάρα του.

Μας τραγούδησε αρκετά απ’ τα τραγούδια του, με μια φωνή παράξενη, υπόβραχνη, μικρή σε ένταση, μοναδική ωστόσο για ν’ αποδόσει αυτήν ακριβώς τήν «ειδοποιό» αίσθησή τους.

«Φύγαμε από το σπίτι του Σαββόπουλου με το κεφάλι γεμάτο μελωδίες, σφυρίζοντας κάποιο σκοπό που ανελέητα είχε γαντζωθεί πάνω μας».

Ε, λοιπόν όχι, όταν φύγαμε ούτε το κεφάλι μας ήταν γεμάτο μελωδίες, ούτε μας σφηνώθηκε κανένα λάιτ-μοτίβ, απ’ αυτά που τ’ αρπάζουμε στον αέρα και δεν εννοούν να μας εγκαταλείψουν. Γιατί τα τραγούδια του δεν είναι «μελωδικά», δεν μας βομβαρδίζουν με εντυπωσιακές μουσικές φράσεις, που διαθέτοντας «μαγνητικά» σημεία αποτυπώνονται εύκολα –ούτε έχουν την αυστηρά ρυθμική εκείνη σχηματοποίηση, το έξωτερικά «τακτοποιημένο» βάδισμα που κάνει ομαδικό ένα τραγούδι. Είναι από αυτά που δε μας «αρέσουν» γιατί δε χαϊδεύουν γοητευτικά την ακοή μας με γλαφυρές μουσικές αφηγήσεις, δεν μας τυλίγουν με συναισθήματα, δεν μας κατακλύζουν με συγκινήσεις ευκολοσχημάτιστες.

Τα τραγούδια αυτού του είδους, είναι αδύνατο να τα οικειωθούμε σε κάποιο βάθος, με την πρώτη ακρόαση, ή με ακροάσεις ασυνειδητοποίητης προσοχής —αντιστέκονται με πείσμα σε μια τέτοια προσπέλαση. Αλλά όσες φορές τ’ ακούμε με ζωντανή προσοχή, τόσο και εξιχνιάζουμε τις αφανείς τους δυνατότητες, κι ανασύρουμε από μέσα τους τον κρυμμένο πλούτο.

Εκείνο που βασικά χαρακτηρίζει τα τραγούδια του Σαββόπουλου, είναι η οργανική σύνθεση της μουσικής και των στίχων. Πράγματι, εδώ οι στίχοι δεν είναι το πρόσχημα, ή το όχημα έστω, για ν’ αναδειχτεί η μουσική· ούτε πάλι προϋπάρχουν αξιολογικά απ’ αυτήν, ώστε η τελευταία να είναι απλώς ο αγωγός για την μετάδοση κάποιας δικής τους ενέργειας. Το καθένα απ’ τα δυο αυτά στοιχεία μπορεί και λειτουργεί μόνο μέσα στην ενότητά του με το άλλο. Μ’ αυτόν τον τρόπο η σύλληψη του νοήματος ή ενός μηνύματος άν θέλουμε, είναι ταυτόχρονα «εννοιολογική» και μουσική. Έτσι το λεπτόσαρκο μέλος, δέν μπορούμε να το φανταστούμε αυθύπαρκτο, λ.χ. σε διασκευή για σκέτη ορχήστρα, γιατί δεν έχει εκείνη την πληθωρικότητα, που θα του επέτρεπε να αναλυθεί και να ανασυσταθεί εμπλουτισμένο, μέσα στην ενορχήστρωση ή την πολυφωνία —αναδείχνεται μόνο στο βαθμό που αποτελεί σάρκα των συγκεκριμένων στίχων ακριβώς γιατί η σύλληψή τους εκπορεύτηκε, ευθύς εξ αρχής και ταυτόχρονα, από κάποια κοινή συγκινησιακή αφετηρία.

Πέρ’ απ’ αυτά τα στοιχεία, που η παραπέρα ανάλυση και η αξιολόγησή τους ανήκει σ’ ένα μουσικολόγο, τα τραγούδια είναι τέτοια που η διαφάνειά τους, ή καλύτερα η ίδια τους η ζωή, εξαρτάται από τη δική μας προσπάθεια, ν’ αυτενεργήσουμε πάνω τους —όχι μόνο δέν μάς μουδιάζουν, δέν μας αποκαρώνουν με μελωδικές φαντασμαγορίες κ’ εύκολες συγκινήσεις, αλλά προϋποθέτουν και προκαλούν την ενεργό συμμετοχή μας, τη δική μας πρωτοβουλία. Και κάτι περισσότερο —προϋποθέτουν μιαν αίσθηση εσωτερικής ελευθερίας που μόνο μέσα της μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί και να γονιμοποιηθεί ο πλούτος τους.

Θα μπορούσαμε να πούμε, πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου εισβάλλουν απότομα, σχεδόν βάναυσα, στον κόσμο μας τον τακτοποιημένο και προσπαθούν να τον αποταξινομήσουν. Έρχονται αρματωμένα με νοήματα και αιχμές, για να μας εκσφενδονίσουν κάποιες πολύτιμες αισθήσεις και βιώματα ανεκτίμητα, που τα εξευτελίσαμε ή τά «διασκευάσαμε» ξεγελώντας τους εαυτούς μας — φαντάζουν ίδια σατιρικά ή λυρικά, ανάλογα, ξίφη που καμακώνουν τις τύψεις μας για κάποιες ευθύνες που μεταθέσαμε.

Λέξεις με τραχειά αφή, με «άηθες ήθος», μπολιάζονται μέσα τους, κομίζοντα όχι τη γυμνή χυδαιότητα, ή την ακαλαισθησία τους, αλλά το θάνατο μιας ήδη τραυματισμένης απ’ τη βαναυσότητα των ανθρώπινων σχέσεων λυρικής αίσθησης, την ασεβή σπίλωση κάποιας παρθενικής συνείδησης του κόσμου. Λέξεις όπως «νταρντάνα», «σωματική ανάγκη», «νταβατζής», «βλαστημάει», έρχονται απροσδόκητα, κοφτά, ν’ αντιπαραταχθούν σαρκαστικά για να υπενθυμίσουν τα ρήγματα στην «αρμονία» του κόσμου μας και την ασάφεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επετειακά, Περιοδικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 128 Σχόλια »

Αριελικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 3 Δεκεμβρίου, 2022

Θα καταλάβατε πως τα λέω έτσι από το όνομα της καταιγίδας που βέβαια, τουλάχιστον στην Αττική, περισσότερο τη συζητήσαμε για το όνομά της παρά για τη σφοδρότητά της. Ξέρουμε πια πως τα ονόματα των καταιγίδων της χρονιάς τα προτείνουν, εκ περιτροπής, οι μετεωρολογικές υπηρεσίες της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ, και αυτή ήταν πρόταση του Ισραήλ. Πρόκειται για αντρικό όνομα, συνηθισμένο στο Ισραήλ, με αναφορές στη Βίβλο όπου αποτελεί και ένα από τα ονόματα των Ιεροσολύμων -βέβαια στα ελληνικά, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, λέμε Αριήλ, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει ο Άριελ του Σέξπιρ, η γοργόνα Άριελ του Ντίσνεϊ και το απορρυπαντικό Αριέλ, οπότε ξεχάστηκε ο Αριήλ, κι ας λέει ο Ησύχιος στο λεξικό του Αριήλ: ο λέων. Παρόλο λοιπόν που ο προσεκτικός ιστολόγος θα έβαζε τίτλο Αριηλικά μεζεδάκια, εγώ είπα να συνταχθώ με τον πάτερ Απρόσεχτο.

Tο έγραψα έτσι για να θυμίσω ότι, αφού εξακολουθεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα η υπόθεση της Κιβωτού του Κόσμου και να γίνεται συνεχώς αναφορά στον ιδρυτή της, τον πάτερ Αντώνιο, καλά κρατεί και η… πατεριάδα, δηλαδή η συζήτηση για το αν είναι λάθος να λέμε, όπως οι περισσότεροι, «ο πάτερ Αντώνιος», με άκλιτο το προτακτικό.

Στη συζήτηση παρενέβη και ο εθνικός μας γλωσσολόγος, με ουκάζιο που κυκλοφόρησε στο Φέισμπουκ, με την εισαγωγική πρόταση «Πάτερ, άφες αυτοίς». Διαφωνεί ο κ. Μπαμπινιώτης με τη γραμματική του Τριανταφυλλίδη και θεωρεί «κακοποιητές» τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη. Θα περίμενε πάντως κανείς να είχε ο κ. Μπαμπινιώτης περισσότερο τακτ και να μη χρησιμοποιήσει τον όρο «κακοποίηση» για μια γλωσσική επιλογή όταν ο λόγος αφορά μια υπόθεση στην οποία φαίνεται να υπάρχει και πραγματική κακοποίηση παιδιών (την επισήμανση την έκανε ο Άκης Γαβριηλίδης).

* Σε άλλο θέμα, μου γράφει φίλος, που σχολιάζει τον τίτλο είδησης, ότι ο Σωτήρης Τσιόδρας είχε ατύχημα και «υποβλήθηκε σε χειρουργείο».

Λέει ο φίλος: Υποβλήθηκε σε χειρουργείο είναι ισοδύναμο με το υποβλήθηκε σε επέμβαση; Ίσως υπερβάλλω, αλλά όταν το είδα μου φάνηκε περίπου αντίστοιχο με κάτι σαν » το αυτοκίνητό μου υποβλήθηκε σε συνεργείο»

Από την άλλη, συνηθίζουν οι γιατροί να λένε «έχω χειρουργείο» και τη φράση «υποβλήθηκε σε χειρουργείο» τη βρίσκω αρκετά συχνά. Μπορούμε να το θεωρήσουμε και συνεκδοχή, τι λέτε;

* Κι ένα ερώτημα κάθε άλλο παρά επίκαιρο. Ρωτάει εκλεκτός φίλος του ιστολογίου για τους στίχους του θρυλικού τραγουδιού Τα παιδιά του Πειραιά (κι αυτοί του Μάνου Χατζιδάκι):

Όσο κι αν ψάξω
δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να μ’ έχει κάνει
όπως τον Πειραιά…

Έτσι, ή όπως «ο Πειραιάς»;

Εξαρτάται σε τι αναφέρεται η σύγκριση «όπως τον Πειραιά». Αν αναφέρεται στον δεύτερο στίχο, τότε η αιτιατική στέκει. Αν στον τρίτο στίχο, θέλει ονομαστική, αλλά μπορούμε να σκεφτούμε πως υπάρχει έλξη.

Αν η παρομοίωση εισαγόταν με το «σαν», σαν τον Πειραιά, θα είχε άραγε την ίδια παρατήρηση ο φίλος μας; Εσείς τι λέτε;

* Και τα προβληματικά εισαγωγικά της εβδομάδας, σε σουπεράκι για τον Ερντογάν.

Οι λεονταρισμοί είναι οι ψευτοπαλικαριές, τουλάχιστον σύμφωνα με το λεξικό.

Οι «λεονταρισμοί», δηλαδή οι ψευτολεονταρισμοί τι είναι άραγε;

Διπλά ψεύτικές παλικαριές ή… αληθινές;

* Το επόμενο μεζεδάκι δεν είναι φρέσκο, αλλά τώρα το εντόπισε ο φίλος που το στέλνει. Πρόκειται για ένα πολύ κακομεταφρασμένο άρθρο για ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό θέμα, για μια μούμια που φυλάσσεται σε μουσείο στην Πολωνία:

Πολωνοί επιστήμονες, ανακάλυψαν ένα έμβρυο, σε μια μουμιοποιημένη μούμια, ηλικίας άνω των δύο χιλιάδων ετών. Διατηρήθηκε χάρη σε μια πολύ ασυνήθιστη διαδικασία. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, έγινε «τουρσί» σε όξινο περιβάλλον. Αυτή είναι μια διαδικασία παρόμοια με αυτή που διατήρησε τα σώματα των βάλτων μέχρι τις μέρες μας. … το κανάλι γέννησης της νεκρής μητέρας δεν ήταν ανοιχτό

Έχει κι άλλα, αλλά διάλεξα τα πιο χτυπητά. Μου αρέσει πιο πολύ η μουμιοποιημένη μούμια που μου θυμίζει τα νεκρά πτώματα του Μποστ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Ερωτήσεις και απαντήσεις νούμερο έξι

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2022

Νούμερο έξι, επειδή δεν είναι το πρώτο άρθρο της κατηγορίας αυτής, αν και βέβαια πάει αρκετός καιρός από το προηγούμενο αντίστοιχο.

Στις στήλες των χρονογραφημάτων, αν υπάρχουν ακόμα χρονογραφήματα σε εφημερίδες, όσες εφημερίδες υπάρχουν ακόμα, συνέβαινε πότε πότε ο χρονογράφος να δημοσιεύει μία ή περισσότερες επιστολές αναγνωστών, άλλοτε σχολιάζοντας κι ο ίδιος κι άλλοτε παραχωρώντας ολόκληρο τον χώρο της στήλης στους αναγνώστες του. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στα Νέα έβαζε στα χρονογραφήματα αυτά τον τίτλο «Απ’ όσα μου γράφουν». Τέτοια άρθρα, πέρα από την επικοινωνία, έδιναν στον συντάκτη μιαν ανάπαυλα, διότι είναι μεγάλη καταδίκη να πρέπει να γράφεις κάθε μέρα τις εξακόσιες, οχτακόσιες ή χίλιες λέξεις για να γεμίσεις τη στήλη σου.

Εμείς εδώ δεν είμαστε εφημερίδα και δεν γράφουμε χρονογράφημα, όμως έχουμε κάθε μέρα καινούργιο άρθρο (εντάξει, κάποτε επαναλαμβάνουμε παλιά άρθρα, αλλά με μέτρο). Βέβαια, τη γνώμη σας την εκφράζετε στα σχόλια, δημόσια.

Συχνά συμβαίνει όμως να μου κάνουν ερωτήσεις, για γλωσσικά κυρίως θέματα, είτε γνωστοί είτε άγνωστοι, άλλοτε με ηλεμήνυμα (email που λέει ο κ. Μπαμπινιώτης) κι άλλοτε στο Φέισμπουκ. Όταν μπορώ απαντάω, όπως μπορώ, αν και μερικές φορές δεν προλαβαίνω να το κοιτάξω σε βάθος το θέμα. Μια φορά στο τόσο, κρατάω σε ένα αρχείο την ερώτηση και την απάντηση, μήπως και έχει ενδιαφέρον να ξαναδώ το θέμα ή να το αναπτύξω σε άρθρο στο ιστολόγιο, όπως έχω κάνει όχι λίγες φορές.

Πριν από χρόνια σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να βλέπουν κι άλλοι την απάντηση, όχι για να μάθουν αλλά κυρίως γιατί μπορεί να έχουν κάτι να προσθέσουν, κι έτσι βάλαμε τον Ιούνιο του 2015 ένα τέτοιο άρθρο, με ερωτήσεις που μου είχαν γίνει και με τις αντίστοιχες απαντήσεις, και μερικούς μήνες αργότερα ένα ακόμα. Το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής το έβαλα το 2017, το τέταρτο το 2019 και στις αρχές του χρόνου το πέμπτο άρθρο. Σήμερα βάζω το έκτο άρθρο της κατηγορίας αυτής.

Παρουσιάζω λοιπόν 15 ερωτήσεις που μου έγιναν, μαζί με τις απαντήσεις, που εδώ τις έχω ενδεχομένως αναπτύξει κάπως περισσότερο.

Και ξεκινάω με μια ερώτηση που δίστασα αν θα τη συμπεριλάβω γιατί πλησιάζει στο να αποκαλύπτει προσωπικά δεδομένα. Έχει όμως γλωσσικό ενδιαφέρον και αφού το επώνυμο για το οποίο γίνεται λόγος δεν είναι πια και τόσο σπάνιο, και αφού δεν αποκαλύπτω φυσικά το όνομα, θαρρώ ότι δεν έχουμε δεοντολογικό θέμα.

* Λοιπόν, φίλη με το επώνυμο Μαντουβάλου μου γράφει:

Θα σας παρακαλούσα, αν δεν σας είναι κόπος, να μου πείτε σε ποια συλλαβή είναι σωστό να τονίζεται το επώνυμό μου.

Εγώ το έμαθα και το κρατάω Μαντουβάλου, οι περισσότεροι όμως πλέον με λένε Μαντούβαλου.

Kαλημέρα σας.

Ο κανόνας είναι ότι ο τόνος κατεβαίνει στη γενική, αλλά σε αυτόν τον κανόνα υπάρχουν εξαιρέσεις α) για λαϊκές λέξεις και β) για πολυσύλλαβες λέξεις.

Αυτό όμως ισχύει για απλές λέξεις, π.χ. λέμε «του ανθρώπου» αλλά, π.χ. «του αρχοντάνθρωπου», «του παλιοσίδερου», «του σαράβαλου»

Εδώ όμως έχουμε επώνυμο, και τα θηλυκά επώνυμα διατηρούν τον τόνο κατεβασμένο. Λέμε «Η κόρη του Παπαδόπουλου» αλλά «η κυρία Παπαδοπούλου».

Οπότε, Μαντουβάλου. Με εντυπωσιάζει ότι οι περισσότεροι σας αποκαλούν «Μαντούβαλου», ίσως αυτό να οφείλεται στη σχετική σπανιότητα και αδιαφάνεια του επωνύμου, δεν νομίζω να λένε «Η κυρία Γιαννακόπουλου».

Πράγματι, το επώνυμο Μαντούβαλος δεν ανήκει στα πιο γνωστά καλούπια επωνύμων (με καταλήξεις -όπουλος, -άκης κτλ.) ούτε αναλύεται εύκολα.

Αναρωτιέμαι αν έχουν κι άλλες φίλες παρατηρήσει να μην κατεβαίνει ο τόνος στο επώνυμό τους.

Καλημέρα. Έχουμε μια διαφωνία με συνεργάτη Αναζητούμε λοιπόν τον καλύτερο για να μας διαφωτίσει.

Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το per mare per terram εννοώντας με κάθε τρόπο;

Κανονικά όχι. Λέμε «τον αναζητούν per mare per terram», εμείς συνήθως το λέμε αντεστραμμένα, σε ξηρά και θάλασσα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι έχει χρησιμοποιηθεί και με αυτό τον τρόπο. Δες εδώ συζήτηση στο φόρουμ της Λεξιλογίας, για δημοσίευμα της Καθημερινής όπου γράφεται ότι «Μορφωμένοι νέοι, ηλικίας 25 – 35 ετών, προσπαθούν να φύγουν από την Ελλάδα per marem per terras, προσβλέποντας σε μεγαλύτερες αμοιβές, αξιοκρατικότερη αντιμετώπιση, καλύτερη ποιότητα ζωής.»

Βέβαια, η Καθημερινή έχει λάθος τη λατινικούρα, αλλά κι εδώ η σημασία είναι «με κάθε τρόπο». Τι να πω, εγώ θα το απέφευγα.

Καλησπέρα κύριε Σαραντάκο. Άκουσα ένα παρατσούκλι σε χωριό της Κορινθίας «αμπράζος». Έχετε να δώσετε κάποια εξήγηση; Αναφέρονται σε άνθρωπο που είναι τσαπατσούλης. Ευχαριστώ εκ των προτέρων

Καλησπέρα. Υπάρχει και επίθετο, Αμπράζης και Αμπράζος. Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής βρίσκω λήμμα «αμπράζης» με διάφορες (υποτιμητικές) σημασίες, ανάμεσα στις οποίες «άταχτος, απρόσεχτος» και «χονδροειδής» αλλά και «βάναυσος, αγροίκος». Προέρχεται από το αραβοτουρκικό ebras, λεπρώδης, ψωραλέος, λέει το ΙΛΝΕ. (Φαίνεται μεγάλη η σημασιακή μετατόπιση, αλλά στις αρνητικές σημασίες συμβαίνουν αυτά).

Νίκο, γεια-χαρά, πες μου την γνώμη σου

«Μια συγκλονιστική εμπειρία του Θεόφραστου Γέρου ως δάσκαλος στην Πτερούντα της Λέσβου στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής»

είναι σωστό το ως δάσκαλος ή πρέπει να γίνει ως δασκάλου;

Και εδώ:

«αλλά και στην πράξη έδειξε ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες όλου του νησιού με αποτέλεσμα να προβάλει ως λυτρωτική λύση η διάσπαση»

μήπως το να προβάλει θέλει 2 λ γιατί δείχνει διάρκεια;

Καλησπέρα Χ… Επιγραμματικά:

α) στο πρώτο θα έβαζα «ως δασκάλου»

β) στο δεύτερο κάνε το εξής τεστ. Βάλε ένα άλλο ρήμα πχ το «εμφανίζομαι».

Αν σου ταιριάζει «να εμφανιστεί ως λυτρωτική λύση η διάσπαση» τότε θα βαλεις: να προβάλει

Αν σου ταιριάζει «να εμφανίζεται ως λυτρωτική λύση η διάσπαση» θα βάλεις: να προβάλλει

(Όπως καταλάβατε το μήνυμα το έστειλε φίλος από Μυτιλήνη)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Μηνολόγιον Δεκεμβρίου έτους 2022

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2022

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Το μηνολόγιο τούτου του μήνα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και στις 17 του Δεκέμβρη κλείνουν 11 χρόνια από τότε που χάσαμε τον πατέρα μου. Δεν θεώρησα άτοπο να μνημονέψω τον πατέρα μου στο μηνολόγιο, που ήταν άλλωστε δικη του ιδέα: ανάμεσα σε έναν ποιητή που αγαπούσε και σ’ έναν επαναστάτη που θαύμαζε πιστεύω πως θα έχει καλή παρέα.

Πε  1 Παγκόσμια ημέρα κατά του AIDS  και γενέσιον Ιωάννου Συκουτρή
Πα 2 Αντιφώντος   του σοφιστού, Μαρίας Καλογεροπούλου της καλλιφώνου και Διονυσίου Σαββόπουλου της νιότης μας
Σα 3  Αυγούστου Ρενουάρ και γενέσιον Νίνου Ρότα του μουσουργού
Κυ 4 Ο Θωμάς Έδισον εφευρίσκει τον ηλεκτρικόν λαμπτήρα
Δε 5 Θεοφίλου Μόζαρτ τελευτή
Τρ  6 Νικολάου Μύρων και των Διοσκούρων, προστατών των πλοϊζομένων και Αλεξάνδρου Γρηγοροπούλου αναίρεσις
Τε 7 Των τριών Χαρίτων
Πε 8 Δάμωνος και Φιντίου· και Ιωάννου Λένον του πολυκλαύστου αναίρεσις
Πα   9 Ιωάννου Βοκκακίου και της Ανθρωπίνης Κωμωδίας του
Σα 10 Των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τελευτή Άλκη Αλκαίου του στιχουργού
Κυ 11 Γενέσιον Γρηγορίου Μπιθικώτση του αοιδού
Δε 12 Διογένους του  Κυνός
Τρ 13 Γαλιλαίου ταπείνωσις και Μέντη Μποσταντζόγλου τελευτή
Τε 14 Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης
Πε 15 Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Πα 16  Τελευτή Κωνσταντίνου Βάρναλη, ποιητού των Μοιραίων
Σα 17  Δημητρίου Σαραντάκου του συγγραφέως και Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού
Κυ 18 Του χορού του Ζαλόγγου
Δε 19 Προμηθέως καθήλωσις επί του Καυκάσου
Τρ 20 Της εν Επιδαύρω πρώτης Εθνοσυνελεύσεως
Τε 21 Χειμερινόν ηλιοστάσιον 
Πε 22 Ησιόδου του Ασκραίου και των Έργων και Ημερών αυτού
Πα 23 Κρυσταλλοτριόδου της θαυματουργού γενέσιον
Σα 24 Λουδοβίκου Αραγκόν τελευτή
Κυ 25 Γέννησις Ιησού του Ναζωραίου, Ορφέως και Μίθρα
Δε 26 † Ερρίκου Σλήμαν του αρχαιολόγου
Τρ 27 Πινδάρου του Θηβαίου
Τε 28 Κινηματογράφου γέννησις και θανή Θάνου Μικρούτσικου του μέγιστου
Πε 29 Γενέσιον Παύλου Καζάλς
Πα 30 Ίδρυσις Σοβιετικής Ενώσεως
Σα 31 Εφεύρεσις του τηλεσκοπίου

Ο Δεκέμβριος ή Δεκέμβρης είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ημερολογίου μας, παρόλο που το όνομά του παραπέμπει ολοφάνερα στον αριθμό δέκα, decem. Για την ανακολουθία φταίνε οι Ρωμαίοι -διότι τα ονόματα των μηνών, όλα, είναι δάνειο από τα λατινικά. Το παλιό ρωμαϊκό μηνολόγιο άρχιζε από τον Μάρτιο και ο Decem-ber ήταν ο δέκατος μήνας. Όταν αργότερα μεταρρυθμίστηκε το ημερολόγιο και μπήκαν στις δυο πρώτες θέσεις ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, η αντιστοιχία χάλασε και ο Δεκέμβρης είναι πλέον δωδέκατος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 62 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Ανδρέα!

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2022

Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο , στον Θανάση και στον Σταύρο, στον Θωμάστον Στέφανο, στον Χαράλαμπο, στην Παρασκευή και τον Παρασκευά., στον Αντώνη και την Αντωνία. και, το τελευταίο, φέτος τον Μάρτιο, στη Θεοδώρα και στον Θόδωρο.

Σήμερα έχουμε 30 Νοεμβρίου, γιορτάζει ο Ανδρέας και η Ανδριανή ή η Ανδριάνα, οπότε θα τους ευχηθούμε με ένα ακόμα άρθρο της σειράς των ονομάτων.

Το όνομα είναι αρχαίο ελληνικό και προέρχεται από το ουσ. ανήρ, ανδρός, άρα θα σήμαινε «ανδρείος». Ο αρχαίος τύπος ήταν Ανδρεύς, και με αυτό το όνομα βρίσκουμε και μυθολογικά πρόσωπα, όπως τον ιδρυτή του Ορχομενού ή τον βασιλιά της Άνδρου, αλλά και ιστορικά όπως τον τύραννο της Σικυώνας, πρόγονο του Κλεισθένη.

Ωστόσο, η μεγάλη διάδοση του ονόματος στους χριστιανικούς χρόνους οφείλεται στον απόστολο Ανδρέα, τον πρωτόκλητο (φαίνεται πως το ελληνικό αυτό όνομα ήταν διαδεδομένο στους ελληνίζοντες Εβραίους της Ιουδαίας, όπως άλλωστε και το Φίλιππος). Ο απόστολος Ανδρέας σταυρώθηκε το έτος 60 στην Πάτρα, η οποία σήμερα τον έχει και πολιούχο της.

Αρκετούς αιώνες μετά, αναπτύχθηκε στη Δύση η παράδοση ότι ο Ανδρέας ζήτησε να σταυρωθεί σε σταυρό διαφορετικού σχήματος από του Ιησού, αφού δεν ήταν άξιος να βρει τον ίδιο θάνατο, κι έτσι σταυρώθησε σε σταυρό σχήματος Χ (crux decussata). Αυτή η θεωρία επικράτησε κι έτσι ο χιαστός σταυρός ονομάζεται Σταυρός του Αγίου Ανδρέα -κοσμεί, ας πούμε, τη σημαία της Σκωτίας (βλ. εικόνα), όπου ο Άγιος Ανδρέας θεωρείται προστάτης άγιος και η σημερινή μέρα είναι εθνική εορτή.

Είναι επίσης προστάτης άγιος της Ρουμανίας, της Ρωσίας και των Μπαρμπέιντος, αλλά και πολιούχος σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας και αλλού.

Ο Ανδρέας δεν είναι από τα πιο κοινά αντρικά ονόματα. Σε μια μελέτη συχνότητας βρίσκεται στη 19η θέση, ανάμεσα στον Ηλία και στον Απόστολο. Ωστόσο, στην Πάτρα έχει προφανώς μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά δεν έχουν γίνει αναλύσεις της τοπικής συχνότητας των ονομάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εορταστικά, Εορτολόγιο, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 201 Σχόλια »

Και τα πόμολα!

Posted by sarant στο 29 Νοεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 24 ως τώρα. Η εικόνα είναι από τη δημοσίευση στο περιοδικό. 

Μια έκφραση που ακούγεται πολύ συχνά στα σόσιαλ τα τελευταία χρόνια, σε καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες κάθε λογής, ιδίως από παρατρεχάμενους της κυβέρνησης, είναι ότι έχουν φάει ή έφαγαν ή «θα φάνε και τα πόμολα» ή «μέχρι και τα πόμολα». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκουμε και μιμίδια που εικονογραφούν την έκφραση.

Πρόκειται για έκφραση της μόδας λοιπόν, για να δηλωθεί η αχαλίνωτη κατάχρηση δημόσιου χρήματος, εκεί που παλιότερα θα λέγαμε, ας πούμε, «τρώνε με δέκα μασέλες» ή «κλέβουν και της Παναγιάς τα μάτια».

Η απαρχή της φράσης πρέπει να βρίσκεται σε περιπτώσεις διάρρηξης κατά τις οποίες οι κλέφτες αφαιρούν τα πάντα από ένα σπίτι ή κατάστημα: όχι μόνο χρήματα, τιμαλφή και έπιπλα, αλλά ακόμα και τα πόμολα από τις πόρτες, τα οποία και σχετικά χρονοβόρο είναι να ξεβιδωθούν αλλά και μικρότερη αξία έχουν. Πότε πότε βρίσκουμε τέτοιες ειδήσεις στο αστυνομικό δελτίο: έκλεψαν μέχρι και… πόμολα από πολυκατοικίες στη Θεσσαλονίκη.

Την έκφραση «τρώνε/έφαγαν/θα φάνε και τα πόμολα» τη βρίσκουμε πολύ συχνά στο Τουίτερ, αλλά ακόμα και σε δηλώσεις πολιτικών ή στην αρθρογραφία της αντιπολίτευσης (ας πούμε «ο ανασχηματισμός και τα φαγωμένα πόμολα» στην Αυγή ήδη το 2020). Από την άλλη, δεν την έχω βρει καταγραμμένη σε κάποιο έργο αναφοράς. Και βέβαια δεν έχω τέτοια απαίτηση από τα γενικά λεξικά, αφού αυτά δεν καταγράφουν νεόκοπες εκφράσεις της αργκό, αλλά παραξενεύομαι που δεν τη βρίσκω ούτε στο slang.gr, το οποίο καταγράφει μόνο μια λεξιπλασία του Τζίμη Πανούση, όπου πόμολο είναι ο εύκολα χειραγωγούμενος λαός, από το πόπολο και το μόμολο. Αυτό μάλλον δείχνει πως η έκφραση είναι πρόσφατης κοπής, αφού τα τελευταία 3-4 χρόνια το slang.gr υπολειτουργεί.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ας πούμε δυο λόγια για τη λέξη «πόμολο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , | 82 Σχόλια »

45 λέξεις από τη Γορτυνία (μια συνεργασία του Λάμπα)

Posted by sarant στο 28 Νοεμβρίου, 2022

Στις αρχές του μήνα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Κάλαμο (το νησί του Ιονίου), και σας είχα προτρέψει να γράψετε κι εσείς άρθρα λεξιλογικής περιήγησης για την ιδιαίτερη πατρίδα σας. Πρώτος ανταποκρίθηκε ο φίλος μας ο Spiridione, με άρθρο για κερκυραϊκές λέξεις στο έργο του Ιωαν. Καρτάνου, και σήμερα με πολλή χαρά παρουσιάζω μια συνεργασία του φίλου μας του Λάμπα, ο οποίος μας φέρνει σε στεριανό περιβάλλον, αφού διάλεξε 45 λέξεις από τη Γορτυνία. 

Η Γορτυνία ήταν επαρχία του νομού Αρκαδίας, όταν υπήρχαν επαρχίες. Ταυτίζεται περίπου με τον σημερινό καλλικρατικό δήμο Γορτυνίας, που έχει πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Είναι η πιο δυτική από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. 

Λένε ότι το μοραΐτικο ιδίωμα αποτέλεσε τη βάση για την τυποποιημένη ελληνική μετά τη συγκρότηση του κράτους, αλλά αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών ιδιωματισμών που δεν ανήκουν στην κοινή.

Δεν χρειάζονται περισσότερα για εισαγωγή, παραθέτω όσα έγραψε ο φίλος μας ο Λάμπας και περιστασιακά σχολιάζω [μέσα σε αγκύλες]

45 λέξεις από τη Γορτυνία

Τις παρακάτω λέξεις τις έχω συναντήσει όλες στον καθημερινό λόγο. Επειδή όμως το ιδίωμα υποχωρεί και ορισμένες είχα χρόνια να τις ακούσω, χρειάστηκε να συμβουλευτώ, για να επιβεβαιώσω κάποιες σημασίες, το «Τοπικό λεξικό της Γορτυνίας» του Ηλία Καραμάνη και διάφορα τοπικά γλωσσάρια που υπάρχουν στο διαδίκτυο – βρίσκεις, ευτυχώς,  πολλά πλέον.

αναζουπάω = ξαναζωντανεύω, συνέρχομαι από λιποθυμία ή αρρώστια, ανακτώ τις δυνάμεις μου   

Εκεί που την είχαμε για θάνατο, η γριά αναζούπησε!

ανάκαρο (το) = δυνάμεις, αντοχή

Κάποτε τα έκανα όλα μόνος μου, αλλά τώρα πια δεν έχω ανάκαρο.

[Τη βρίσκουμε συχνά και ως νάκαρο, νάκαρα μάλιστα, στον πληθυντικό: δεν έχω νάκαρα]

 ανατσουτσουρώνομαι = αντιδρώ σε έναν κίνδυνο ή μια πρόκληση, παίρνοντας απειλητική στάση.

Έχεις δει τη γάτα πώς ανατσουτσουρώνεται, μόλις δει το φίδι;

Μη μου ανατσουτσουρώνεσαι εμένα!  Δε σε φοβάμαι! 

 βοϊδογλειψιά = η φράντζα. Ο Καραμάνης σημειώνει, εύστοχα νομίζω, ότι η λέξη προέρχεται από το σχήμα που παίρνει το τρίχωμα των νεογέννητων μοσχαριών, όταν τα γλείφει η μάνα τους.

─Ποιος υπουργός είναι ο Τσοβόλας; 

─Αυτός με τη  βοϊδογλειψιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Πελοπόννησος, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2022

Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος».

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η έκδοση αυτή ασφαλώς αποτελεί σημαντικό εκδοτικό και φιλολογικό γεγονός.

Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) με αφιέρωση στην Τέα Ανεμογιάννη και με την υποσημείωση: Ένα κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο που γράφτηκε στο Cambridje [sic], αλλά το υπόλοιπο έργο το άφησε ανέκδοτο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη. Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, ίσως θυμηθείτε τη σκηνή με τους τέσσερις τζουτζέδες του πατέρα του αφηγητή, που είμαι βέβαιος (αλλά δεν μπορώ να το ψάξω τώρα) πως υπάρχει  και στον Καπετάν Μιχάλη.

Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές  αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία.

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα έδωσε στο γεγονός τη σημασία που του αξίζει. Η έκδοση είναι καλαίσθητη και το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι. Αρκετές λέξεις εξηγούνται σε υποσημείωση, με μια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει αστερίσκος ή άλλη ένδειξη στη λέξη που εξηγείται, αλλά στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν οι εξηγήσεις με διαφορετική γραμματοσειρά. Οι εξηγήσεις βασίζονται στο «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» του Β. Γεώργα, ένα πολύ αξιόλογο έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης και που φιλοδοξώ κάποτε να παρουσιάσω εδώ. Για να πάρετε μια ιδέα των λέξεων που εξηγούνται, στο τέλος του αποσπάσματος που θα παραθέσω βάζω όλες μαζί τις εξηγούμενες λέξεις -και σημειώνω και κάποιες παρατηρήσεις.

Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη.

Γεννιέται το ερώτημα, αν προσθέτει κάτι ο Ανήφορος στο έργο του Καζαντζάκη που ξέρουμε (που ξέρουν, όσοι έχουν διαβάσει τα μεγάλα του έργα τουλάχιστον). Ενώ αναγνωρίζω πως είναι σημαντικό γεγονός φιλολογικά, δεν είμαι πεισμένος ότι στέκεται στο ύψος των γνωστών έργων του Καζαντζάκη σαν συνολικό εγχείρημα. Κι ο ίδιος άλλωστε το ίδιο φαίνεται να πίστευε, αφού πήρε σελίδες από το [αποτυχημένο; αποκηρυγμένο;] έργο του και τις ένταξε (σικ, ρε) στον Καπετάν Μιχάλη. Όμως η γνώμη μου αυτή είναι προσωρινή εντύπωση και μπορεί ν’ αλλάξει. Θα άξιζε επίσης να υπάρξει αντιπαραβολή με τον Καπετάν Μιχάλη, κάτι που δεν το κάνουν οι Μαθιουδάκης και Βασιλειάδη στο Επίμετρο, όπου πάντως αναφέρουν πολλά ενδιαφέροντα για την ιστορία του χειρογράφου και την αντιμετώπιση που είχε ως τώρα.

Θα παραθέσω λοιπόν εδώ τις πρώτες σελίδες από τον Ανήφορο (σελ. 29-43 του βιβλίου) και στο τέλος τις Λέξεις που εξηγούνται. Αν μου ξέφυγε κανένα λαθάκι από το Οσιάρ, διορθώστε με.

Πριν προχωρήσω, μια επισήμανση. Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε, όπως είναι ο παλιός δημοτικός-λαϊκός τύπος των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού και του Βάρναλη, όχι «δυνάμεις» που είναι ο κανονικός τύπος της σημερινής κοινής νεοελληνικής, και οπωσδήποτε όχι το αλλόκοτο «δυνάμες». Οπότε, ένα μείον για την επιμέλεια της έκδοσης. Εχω  και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες. Ο λόγος στο άγνωστο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Ο ανήφορος

Ι

Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.

— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφε­ρότητα τον ώμο.

Η κοπέλα τινάχτηκε.

— Ναι, είπε’ και σώπασε.

— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…

Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:

–  Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.

– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.

Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.

Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.

Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:

— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…

Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.

— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.

—  Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».

Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.

— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.

—  Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσά­νυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.

Ο Κοσμάς σώπασε. Τα ξανθά μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, η γλύκα της αδερφής, το γέλιο της, όταν ήταν μικρή… Σα να ’ταν ένα βαθύ μαύρο νερό κι έβλεπε μέσα.

—  Και τώρα; ρώτησε η κοπέλα. Τώρα που πέθανε ο γέρος…

Κάτι ήθελε να πει, μα η φωνή της κόπηκε.

—  Τώρα που πέθανε ο γέρος; Δεν ξέρω’ μα ναι πολύ αργά.

Έκαμε μερικά βήματα στο κατάστρωμα, επεστράτεψε πάλι,

όπως το συνήθιζε, όλες του τις δυνάμες, ησύχασε λίγο. Ξαναγύρισε στην κοπέλα.

— Σε παρακαλώ, της ξανάπε, μην τρομάξεις.

— Μα… έκαμε η κοπέλα.

Ο Κοσμάς άπλωσε το χέρι, σα να ’θελε να της φράξει το στόμα.

—  Όχι, όχι… είπε· δεν πέθανε. Θα δεις.

Κοίταζε ο Κοσμάς πίσω από το Μεγάλο Κάστρο, κατά νότου, το ξακουστό βουνό, το Γιούχτα – τεράστιο θεϊκό κεφάλι, ξαπλω­μένο ψηλά απάνω από τις ελιές και τ’ αμπέλια, με το τραχύ όλο ανήφορο μέτωπο, με την όρθια μύτη, με το φαρδύ κλεισμένο στόμα και τα γένια από βράχους και γκρεμούς που χιμούσαν και κατέβαιναν στον κάμπο. Κείτονταν ανάσκελα, σαν πεθα­μένος, μαρμαρωμένος θεός, γαλαζόμαυρος, κακοτράχαλος, αλαφριά ανασηκωμένος, σα να κοίταζε ακόμα και ν’ αφέντευε την Κρήτη.

«Δεν πέθανε ο γέρος», συλλογίστηκε ξαφνικά ο Κοσμάς, με

τα μάτια καρφωμένα στο ανησυχαστικό μπροστά του βουνό. «Όσο ζει και σαλεύει μέσα μου, δεν πέθανε, όσο ζω και τον συλλογιέμαι δε θα πεθάνει. Οι άλλοι θα τον ξεχάσουν, από μένα κρέμεται η ζωή του. Με κρατάει μα κι εγώ τον κρατώ…»

Ένιωθε τον κύρη στα σωθικά του να πιάνει, ν’ απλώνει ρίζες, να μη θέλει να ξεκολλήσει. Έτσι ήταν πάντα του. Άγριος, αμίλητος κι έκανε κατοχή. Τον θυμάται, μικρός, με τα μαύρα καραμπογιά γένια, με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, βαρύς, λιγομίλητος κι είχε κάμει όρκο να μη γελάσει αν δε λευτε­ρωθεί η Κρήτη. Κι ένα βράδυ, θυμάται ο Κοσμάς, είχε έρθει βεγγέρα σπίτι τους ο θείος ο Δημητρός, ο αδερφός της μητέρας, πρόσχαρος, αγαθός, από άλλο χώμα καμωμένος. Είπε κάτι στην κουβέντα απάνω και γέλασε’ ο κύρης μάζεψε τα χοντρά του φρύδια και πια δε μίλησε. Κι όταν ο θειος έφυγε, στράφηκε κι είδε τον Κοσμά: «Δεν ντρέπεται», είπε, «γέλασε».

Δε μιλούσε, δε γελούσε, κοίταζε τους ανθρώπους και δεν τους ήθελε. Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε· μα μέσα του ένιωθε βαριά κατασκέπαση, ακατανόητη πίκρα, ένα αχ! ανέβαινε στο λαιμό του και τον έπνιγε. Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του, δεν μπορούσε πια να χωρέσει, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του. Και τότε, κάθε έξι μήνες, μεθούσε. Τα μεθύσια αυτά τα θυμάται ακόμα ο Κοσμάς με τρόμο. Είχε τέσσερεις τζουτζέδες, φτωχούς ανθρώπους, που τους έδινε δανεικά όλο το χρόνο, για να τους έχει στην υποταγή του όταν τους ήθελε’ όταν, κάθε έξι μήνες, μεθούσε και του χρειάζουνταν. Καθένας τους είχε και μια χάρη – ο ένας χόρευε καλά, ο άλλος τραγουδούσε, ο άλλος έπαιζε λύρα κι ο τέταρτος έκανε χωρατάδες. Σαν έρχουνταν ο γραμμένος καιρός, ο κύρης έστελνε τον παραγιό στον καθένα και τους μηνούσε: «Χαιρετίσματα», λέει, «από τον καπετάν Μιχάλη, και να κλείσετε το μαγαζί και να κοπιάσετε σπίτι».

Τρόμος τους έπιανε. Έστελναν ανθρώπους, παρακαλούσαν τον κύρη αν ήταν μπορετό ν’ αναβάλει δυο τρεις μέρες, να ετοιμαστούν. Είχαν δουλειά, δεν την τέλειωσαν, η γυναίκα τους ήταν άρρωστη, είχαν να παν στο χωριό να τρυγήσουν. Τίποτα! Έστελνε ο γέρος πάλι τον παραγιό: «Να κοπιάστε, λέει, ευτύς!» Κλειούσαν λοιπόν τα μαγαζάκια τους οι κακόμοιροι κι έγραφαν σ’ ένα κομμάτι χαρτί και το κολνούσαν απόξω: «Θα λείψω οχτώ μέρες», γιατί τόσο βαστούσαν τα μεθύσια του γέρου. Ψώνιζαν μιας βδομάδας πράματα, πήγαιναν σπίτι τους, αποχαιρετούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκαναν το σταυρό τους και κατάφταναν ένας ένας στο σπίτι. Η δούλα τούς κατέβαζε στο υπόγειο· εκεί ταν τα βαρέλια το κρασί, ένα πιθάρι λάδι, ένα πιθάρι ελιές και δυο πιθάρια αλεύρι και στάρι. Είχε σύντοιχα ένα μακρύ πατάρι με μαξιλάρες και μεντέρια και μπροστά ένα μακρύ τραπέζι. 0 γέρος κάθουνταν στη μέση, έβανε δεξά του τους δυο, ζερβά τους άλλους δυο, κατέβαζε η δούλα τους μεζέδες, κινούσαν να σφάζουνται οι όρνιθες στη μέσα αυλή κι άρχιζε το φαγοπότι. Έτρωγαν, έπιναν, δε μιλούσαν. Κανένας από τους τέσσερεις δεν είχε κέφι· καθένας συλλογίζουνταν τις δουλειές του και το σπίτι του κι αγαναχτούσε μα σώπαινε. Σιγά σιγά, με το κρασί, με το φαΐ ζωντάνευαν, θόλωνε το μυαλό, ξεχνούσαν, έκανε νόημα ο γέρος, έπιανε τη λύρα ο λυράρης, ρουφούσε ο τραγουδιστής ένα αυγό να καθαρίσει η φωνή του κι άρχιζε το ξεφάντωμα. Πετιούνταν ο χορευτής, κινούσε τα χωρατά ο χωρατατζής, όλο το υπόγειο βροντούσε κι έτρεμε. Περνούσε η μέρα, έφτανε η νύχτα, ξημέρωνε. Ο γέρος, αγέλα­στος, ακίνητος, έπινε και θωρούσε· δεν τραγουδούσε, δε χόρευε ποτέ του. Ακουμπούσαν στον τοίχο οι καλεσμένοι, ή στον ώμο ο ένας του άλλου, έπαιρναν κλεφτάτα έναν ύπνο και πάλι, με μια σκουντιά του γέρου, τινάζουνταν και ξαναρχινούσε το φαγοπότι. Μέρες τρεις, τέσσερεις, οχτώ. Απάνω στις οχτώ, ο γέρος σηκώνουνταν, άνοιγε την πόρτα, άπλωνε το χέρι: «Φευγάτε!» έλεγε ήσυχα. Ποτέ δε θα τους ξεχάσει ο Κοσμάς τους κακόμοιρους πώς έφευγαν τοίχο τοίχο κι οι τέσσερεις, ο ένας πίσω από τον άλλον, κιτρινοπράσινοι από τους εμετούς και τις αγρυπνίες, άπλυτοι, αξούριστοί, τρεκλίζοντας… Κι ο γέρος καβαλίκευε τη φοράδα του, περνούσε από τους τούρκικους μαχαλάδες, έβγαινε από την πολιτεία και πήγαινε στο μετόχι του να πάρει αγέρα.

Τίναξε ο Κοσμάς θυμωμένος το κεφάλι, σα να ’θελε να πετάξει αποπάνω του τον κύρη, στράφηκε να δει την κοπέλα, να γλυκάνει ο νους του. Την είδε να κάθεται απάνω στην κουλούρα τα σκοινιά, στην πλώρα, και να κοιτάζει με τα μεγάλα μαύρα μάτια της την πολιτεία που όλο και ζύγωνε… Τα βενετσάνικα τείχη, τα χαλασμένα σπίτια, δυο τρεις μιναρέδες κουτσου­ρεμένοι, χωρίς πια μισοφέγγαρο, κι απάνω απ’ όλα μια μεγάλη εκκλησιά με γαλαζόμαυρο τρούλο.

— Είναι η μητρόπολη, ο Άγιος Μηνάς, είπε ο Κοσμάς και κάθισε δίπλα της. Είναι ο προστάτης του Μεγάλου Κάστρου όταν χιμούσαν οι Τούρκοι να πατήσουν την εκκλησιά, αυτός πηδούσε από το κόνισμά του κι όπως ήταν, καβαλάρης, με τα σγουρά κοντά γένια, με την ασημένια αρμάτα, με το μακρύ κοντάρι, πρόβαινε στην πόρτα της εκκλησιάς και χύνουνταν στους Τούρκους…

Έζωσε το χέρι του στη μέση της, ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού της, την παράξενη μυρωδιά της ανάσας της -σα να μύριζε μοσχοκάρυδο και κανέλα- κι άγρια του γεννήθηκε η λαχτάρα ν’ αναποδογυρίσει το αγαπημένο κεφάλι, απάνω στα καραβόσκοινα, να το φιλήσει. Δυο χρόνια τώρα το χαίρεται, κι ακόμα δεν μπορεί να χορτάσει το ζεστό λιανοκόκαλο αυτό κορμί, από χώρα μακρινή, από ξένη ράτσα, από θλιμμένους, κατατρομαγμένους προγόνους.

– Νοεμή, της είπε σιγά, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι, μαζεύτηκε στο στήθος του αντρός

σα να ‘θελε να μπει, να χαθεί μέσα του, να μην υπάρχει.

Το φως τράνεψε, από χλωμό πρωινό τριαντάφυλλο έγινε άγριο ρόδο κάτασπρο κι η θάλασσα γέμισε μαστούς, χοροπηδούσε και δέχουνταν τον ήλιο. Ο Γιούχτας άρχισε ν’ αραιώνει και να χάνεται μέσα στους αχνούς της ζέστας που ανέβαιναν κιόλας από τη γης. Ο ουρανός αποπάνω είχε χάσει τη γλύκα του την πρωινή κι είχε γίνει γαλάζιο ατσάλι.

Κάθε πρωί, είπε η κοπέλα κι αναστέναξε, άνοιγε ο πατέρας μου  το παράθυρο και τον έπαιρναν τα κλάματα. «Τι ομορφιά είναι τούτη», έλεγε, «τι θάμα!» Και τι έβλεπε; Μαύρες καμι­νάδες κι ένα κομμάτι μολυβένιο ουρανό κι ανθρώπους άσκη­μους και κουρελήδες που τουρτούριζαν. Τι θα ’λεγε, Θε μου, αν έβλεπε την Κρήτη!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε αναστενάζοντας ένας γέρος βρακάς, που πρόβαλε το κεφάλι του από το αμπάρι, αναμαλλιασμένο, μαχμουρλίδικο και κοίταξε. Παντέρμη Κρήτη!

Έσκυψε στο αμπάρι.

— Ελάτε, μωρέ παιδιά, να δείτε’ όλο χαλάσματα!

Ένας ναύτης περνούσε:

— Σώπα, γέρο, του φώναξε, σώπα και καλά τα πλερώνουν τώρα οι Φρίτσοι κι οι Φριτσομάνες!

Μα ο γέρος κούνησε το κεφάλι:

— Μωρέ, κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει! Παντέρμη Κρήτη! αναστέναξε πάλι κι έκαμε το σταυρό του’ να ’σουν γυναίκα, θα ’χες πάει στην Παράδεισο· μα ’σαι νησί, κακομοίρα!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε κι ο Κοσμάς, μαρτύρησε πάλι. Εγώ ’μουν τότε ακόμα στην Αθήνα, δε με είχε ακόμα πιάσει η ντροπή, δεν είχα ακόμα πάρει την απόφαση να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να κιντυνέψω κι εγώ, σαν άντρας. Ήταν οι τελευταίες μέρες του Μάη του ’41. Ο ουρανός σκοτείνιασε, γέμισε αεροπλάνα, χύθηκαν όλα, γραμμή, σα γερανοί, κατά την Κρήτη. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήραν σκληρίζοντας τα βουνά, οι άντρες, ξαρμάτωτοι, χιμούσαν και φώναζαν: «Ελευ­θερία ή θάνατος!» Ένας Εγγλέζος αξιωματικός μου δηγόταν, ύστερα από καιρό, στην Αφρική, για την πατρίδα που καίγουνταν. «Κι οι άντρες;» ρώτησα. Ο Εγγλέζος γέλασε: «Κρατούσαν μεγάλες σκουριασμένες μαχαίρες και φώναζαν: ‘Ελευθερία ή θάνατος!” κι έπεφταν απάνω στους αλεξιπτωτιστές». «Και γιατί γελάς;» «Για να μην κλαίω· εμείς φεύγαμε. Σ’ ένα χωριό, στο Λιβυκό πέλαγο, την ώρα που πηδούσα στο καράβι, ένας γέρος καπετάνιος με ρώτησε: “Γιατί φεύγετε;” “Μα δε βλέπεις, καπε­τάνιο; Θα μας σκοτώσουν”. “Ε, κι ύστερα;” έκαμε ο καπετάνιος. “Κι αν φύγεις, δε θα πεθάνεις θαρρείς μια μέρα; Πέθανε τώρα!” “Όσο αργότερα, τόσο καλύτερα”, του αποκρίθηκα. “Τον κακό σου τον καιρό!” μου φώναξε ο γερο-Κρητικός και μου γύρισε τις πλάτες». Ύστερα από καιρό έμαθα πως ο γερο-καπετάνιος αυτός ήταν ο παππούς μου.

— Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα, κοίταξε τον άντρα και του χαμογέλασε για να γλυκάνει λίγο τα λόγια της.

«Έχει δίκιο», συλλογίστηκε ο Κοσμάς, «έχει δίκιο. Βαριά πολύ η ψυχή του Κρητικού, μονόχνοτη, άγρια, σα ρινόκερος».

Θυμήθηκε στην Αφρική, όταν πήγε να πολεμήσει κι αυτός, πώς ξάφνου ανοίχτηκαν τα σπλάχνα του και πετάχτηκαν οι παμπάλαιοι δαιμόνοι. Στην αρχή δεν μπορούσε να δει χωριό να καίγεται, αίμα να χύνεται. Την πρώτη φορά που είδε άνθρωπο σκοτωμένο παραλίγο να λιποθυμήσει. Μα, σιγά σιγά, περιπλέ­χτηκε στο αιματερό παιχνίδι, το πάθος τον κυρίεψε, η προαιώνια σκοτεινή λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώνει ανθρώπους… Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο.

—Έχει δίκιο, μουρμούρισε πάλι και κοίταξε τη γυναίκα με συμπόνια.

— Θαρρώ δε θα βγω από δω ζωντανή, είπε η κοπέλα τόσο σιγά που δεν ακούστηκε.

Οι επιβάτες ξεπρόβαλαν όλοι από τ’ αμπάρια, από τις καμπίνες, μαζώχτηκαν στην πλώρα, κοίταζαν. Έμπαιναν πια στο λιμάνι έλαμψε δεξιά, σφηνωμένο στους βράχους, το πέτρινο λιοντάρι της Βενετιάς με το ανοιχτό Βαγγέλιο στα νύχια. Βούιζε το λιμάνι, μύριζε σάπια λεμόνια, λάδι, κίτρα, χαρούπι… Πίσω η θάλασσα η λουλακιά χόχλαζε. Ο ήλιος πια είχε ανέβει, κι έκαιγε. 0 Κοσμάς πήδηξε στο μόλο, άπλωσε το χέρι, πήρε το χέρι της κοπέλας:

— Πρωτοπάτησε με το δεξό σου πόδι, της είπε σιγά· ευτυ­χισμένη να ’ναι τούτη η στιγμή.

Πρωτοπάτησε με το δεξό της πόδι η κοπέλα, κρεμάστηκε από το μπράτσο του αντρός, εξαντλημένη.

— Κουράστηκα, είπε.

— Κοντά ’ναι το σπίτι, είπε ο Κοσμάς, κάνε κουράγιο. Φτάσαμε.

Προχώρεσαν. Ο Κοσμάς κοίταζε με απληστία τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους. Όλα είχαν γεράσει· οι μαύρες τρίχες άσπρισαν, τα μάγουλα βούλιαξαν, οι μπογιές ξέβαφαν, ξέφτισαν οι τοίχοι, πολλοί γκρεμίστηκαν. Πολλά κατώφλια είχαν χορταριάσει. Πήρε το χέρι της κοπέλας, το ’σφίξε.

— Τούτη είναι η πατρίδα μου, είπε· να, είμαι από τούτο το χώμα που πατούμε.

Η κοπέλα έσκυψε, πήρε από χάμω λίγο χώμα, το ’θρύψε στα δάχτυλά της:

— Είναι ζεστό, είπε· μου αρέσει.

Και θυμήθηκε τη μακρινή δική της πατρίδα, την παγωμένη.

Μπήκαν στα στενά σοκάκια. Ο Κοσμάς είχε αφήσει το μπράτσο της κοπέλας, πήγαινε τώρα λίγο μπροστά· βιάζουνταν. Η καρδιά του χτυπούσε. Πήρε δεξά, έστριψε το δρομάκι· από μακριά ξέκρινε την πατρική πόρτα· κλειστή. Αποπάνω το παράθυρο, κλειστό. Κανένας στο δρόμο. Καμιά φωνή· σα να ονειρεύουνταν. Ζύγωσε στην παλιά δοξαρωτή πόρτα, με το χοντρό σιδερένιο κρικέλι. Τα γόνατά του λύγισαν λίγο. Έκαμε κουράγιο.

Χτύπησε. Βήματα ακούστηκαν στην αυλή, κάποιος στέναξε. Τα βήματα σταμάτησαν, ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε, μια γριούλα πρόβαλε, κάτασπρη, εξαντλημένη, λιωμένη, ντυμένη κατάμαυρα. Μόλις είδε τον άντρα, έσυρε φωνή:

— Παιδί μου! κι άνοιξε την αγκάλη.

Η αδερφή πρόβαλε, λιγνή, λιωμένη κι αυτή, με άσπρες τρίχες τα μάτια της ολάνοιχτα, γεμάτα κακία και πίκρα. Τα στήθια της του κάκου περίμεναν όρθια, χρόνια· έπεσαν.

Χαρές, κλάματα, τα χέρια άδραχναν με λαχτάρα το αγαπη­μένο σώμα.

Μπήκαν μέσα· ένα καντήλι άναβε στην πέρα γωνιά του καναπέ, όπου κάθουνταν πάντα ο γέρος.

Ο Κοσμάς τρόμαξε μια στιγμή, έκαμε το σταυρό του.

— Είπε τίποτα πεθαίνοντας; ρώτησε.

— Όχι, αποκρίθηκε η μάνα· μούγκριζε σα θεριό. Του δώκαμε το κόνισμα της Παναγιάς, το πέταξε.

— Πονούσε;

—  Όχι· από θυμό που πέθαινε.

— Σιγά! είπε η αδερφή, δείχνοντας το καντήλι. Ακούει!

Μα η μάνα είχε τώρα το γιο της, δε φοβόταν εξακολούθησε

δυνατά:

—Έκρυψε το χρυσάφι του όλο μέσα στη γης, να μη χαρούμε. Σούρθηκε όξω στο μετόχι ετοιμοθάνατος, μας έδιωξε όλους, έσκαψε τη γης και το ‘κρύψε. Το βράδυ γύρισε· έπεσε ευχαριστημένος κι άρχισε το ρουχαλητό του θανάτου. Ήρθε ο παπάς να τον μεταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, τον είδε· αγρίεψε: «Φύγε!» του φώναξε. «Την κατάρα σου να ’χω!» «Δε φοβάσαι το Θεό;» του κάνει ο παπάς και του ’δείξε το άγιο δισκοπότηρο. «Δικός μου λογαριασμός!» αποκρίθηκε ο γέρος· «ξεκουμπίσου πό δω!»

Τα μεσάνυχτα άρχισε να χλιμιντράει σαν άλογο· η αδερφή σου κι εγώ μι οι γειτόνισσες μαζευτήκαμε σε μια γωνιά του σπιτιού και τρέμαμε. Αυτός χλιμίντριζε και λέγαμε τώρα θα πέσει το σπίτι να μας πλακώσει. Κι άξαφνα σιωπή. «Πέθανε!» είπε η κυρα-Κατίγκω η γειτόνισσα· «ποια θα πάει να δει;» Μα καμιά δεν τολμούσε. «Πήγαινε εσύ να του κλείσεις τα μάτια», μου κάνει η κυρα-Κατίγκω, «πήγαινε κι είναι αμαρτία». Έκαμα το σταυρό μου, πήγα. Κρατούσε ακόμα τα σίδερα του κρεβατιού και τα ’χε λυγίσει…

Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.

— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.

— Ναι, η γυναίκα μου…

Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:

— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.

— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.

Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.

— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…

-Τι;

— Μην την πνίξει.

— Ποιος;

Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμ­μένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.

Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.

— Χρυσούλα, είπε, έλα!

Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.

— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.

Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.

Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.

— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.

— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.

Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.

— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι.

Ο Κοσμάς άρχισε να τρογυρίζει στο σπίτι κι ήταν η καρδιά του βαριά· ανέβαινε, κατέβαινε, χάδευε αμίλητος τις πόρτες, τα παλιά έπιπλα, το τεράστιο ρολόι του τοίχου, τις ασημένιες πιστόλες τις προγονικές δίπλα στα κονίσματα.

— Κι ο παππούς; ρώτησε.

— Πέρα, στο χωριό· κείτεται του θανατά.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν στο μακρύ παμπάλαιο καναπέ. Η μάνα κοίταζε έξω από το κλειστό παράθυρο, τη χαλικοστρω­μένη αυλή, τις γλάστρες το βασιλικό και πάνω από το πηγάδι την κληματαριά φορτωμένη αγουρίδες. Κάποτε έριχνε και μια λοξή ματιά στην κοπέλα. «Τι να της πω;» συλλογίζουνταν. «Άλλη ράτσα, άλλος θεός την έπλασε αυτή, δεν τη θέλω!» Κι η κοπέλα έβλεπε πέρα από την αυλή, πάνω από την κληματαριά, απέρα­ντους κάμπους χιονισμένους, μαύρες έρημες φάμπρικες και δάση κρουσταλλεμένα και καβαλάρηδες με γυμνά σπαθιά που έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και μάζωναν τους Οβραίους… Και τα χιόνια έλιωναν από το ζεστό αίμα, γίνουνταν λάσπη, και τα κοπάδια, άντρες και γυναικόπαιδα, έσερναν φωνές, μάζωναν τους μπόγους και τα παιδιά τους κι έτρεχαν…

Στράφηκε· είδε τη γριά που την κοίταζε. Έκαμε να της χαμογελάσει, δεν μπόρεσε· τα μάτια της ξαφνικά είχαν βουρ­κώσει. Η γριά τη λυπήθηκε.

— Τι συλλογιέσαι; τη ρώτησε, την πατρίδα σου; Πού γεννήθηκες;

— Μακριά, μακριά, στην Πολωνία. Σε μια μαύρη πολιτεία, με φάμπρικες.

— Τι κάνουν;

— Κανόνια, αεροπλάνα, μηχανές… Μα ο πατέρας μου…

Ήθελε να πει: «Δε μόλευε τα χέρια του φτιάνοντας μηχανές

να σκοτώνουν ανθρώπους, ήταν ραβίνος…» μα πρόλαβε και κρατήθηκε.

— Ο πατέρας σου, τι; ρώτησε η γριά.

— Ήταν καλός άνθρωπος, αποκρίθηκε η κοπέλα στενά­ζοντας.

Η γριά σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό, το ’δωκε στην κοπέλα.

—Έχετε σεις βασιλικό; ρώτησε.

-Όχι.

— Φύτρωσε στον τάφο του Χριστού, είπε η γριά και σώπασε.

Ωστόσο κατάφταναν οι θείοι, οι θείες, οι γειτόνισσες. Γέμισε

το σπίτι. Είχαν ξεχάσει το γέρο, όλοι χαίρουνταν για τον ερχομό του γιου. Και κοίταζαν τη γυναίκα του από την κορυφή ως στα νύχια, σαν ένα όμορφο ζώο περίεργο κι ανησυχαστικό.

Η κυρα-Κατίγκω έσκυψε στο αυτί της γειτόνισσάς της:

— Είδες τι μυρωδιά που βγάνει; είπε. Για ζύγωσε κοντά της.

— Οβραΐλα, μουρμούρισε η γειτόνισσα και σούφρωσε τα χείλια. Έτσι μυρίζουν αυτές.

Ο Κοσμάς, μια στιγμή περνώντας, είδε τη γυναίκα του και την πόνεσε. Σαν πληγωμένος κύκνος του φάνηκε ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι χήνες, πάπιες και καρακάξες. Όλες άπλωναν το λαιμό και την κοίταζαν, έβγαναν μερικές φωνές και τραβούσαν πάλι το λαιμό τους πίσω· και σώπαιναν.

— Άκου πώς τσίρισε το καντήλι! είπε άξαφνα μια γριά και σταυροκοπήθηκε. Κύριε ελέησον!

Όλες στράφηκαν κατά τη γωνιά του καναπέ, όπου άγριο, ασάλευτο μέσα στο μεσόφωτο, έλαμπε το κόκκινο μάτι του καντηλιού.

— Ο γέρος! μουρμούρισε μια παχουλή γυναικούλα και χλώμιασε.

— Πού;

— Να, εκεί, στη γωνιά του καναπέ, διπλοπόδι.

— Άνοιξε το παράθυρο να φύγει! ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές.

Μια γριά γαντζώθηκε από το παράθυρο της αυλής, το άνοιξε’ μπήκε ο ήλιος.

— Βλέπεις τώρα τίποτα, κυρα-Πηνελόπη;

Η στρουμπουλή γειτονοπούλα έκαμε το σταυρό της:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε· έφυγε!

Η Μαρία έφερε τους καφέδες. Μαραμένη, στριμμένη, με μια μαύρη κορδέλα στο λαιμό, για να κρύβει τις ζάρες. Κοίταξε τη Χρυσούλα με μίσος· ήταν πιο νέα, πιο όμορφη και της είχε πάρει τον αδερφό της.

Ο Κοσμάς πλαντούσε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, πήρε τους δρόμους. Ήλιος βαρύς, αποσυνθέτουνταν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φρούτα βρομούσαν και μύριζαν οι δρόμοι. Χαλάσματα, μαγαζιά ετοιμόρροπα, τριμμένα σακάκια, μπαλωμένα παντα­λόνια, φάτσες ρημαγμένες από την πείνα. Μέσα από ψαρά γένια και βουλιαγμένα μάγουλα αναγνώριζε με τρόμο παλιούς συμμαθητές κι άλλαζε δρόμο. «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…» Είχε γεράσει η πολιτεία της παιδικής του ηλικίας και της νιότης, θρύβουνταν κι αυτή, άρχιζε να γίνεται κουρνιαχτός και να σκορπίζεται στον άνεμο.

Μπορούσε άλλη πολιτεία να χτιστεί αποπάνω της μα δε θα ’ταν η δική του· θα ξαναγέμιζαν πάλι οι δρόμοι με νέους μα δε θα ’ταν η δική του νιότη…

Αγαπημένο Κάστρο, μουρμούριζε κοιτάζοντάς το με τρυφερότητα, γεράσαμε…

……..

Γλωσσάρι

απόγειος: για άνεμο που πνέει από τη στεριά, από την ξηρά, που είναι στεριανός

μαυρολογώ: αποκτώ μελανή απόχρωση, γίνομαι σκοτεινός, σκούρος

ασπρολογώ: φαίνομαι άσπρος, ξεχωρίζω για τη λευκότητά μου

διανεύω: κινούμαι ελαφρά, σαλεύω

ανησυχαστικός: που προκαλεί ανησυχία, ανησυχητικός· επίφοβος

βεγγέρα: εσπερινή συγκέντρωση για συζήτηση και διασκέδαση

κατασκέπαση: η δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα έντονης δυσφορίας

στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα

κλειώ: κλείνω κάτι, ενώνω κάτι με κάτι άλλο

μεντέρι: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ ή κρεβατιού, ντιβάνι

μετόχι: κτήμα με σπίτι

αρμάτα: οπλισμός, πανοπλία, πολυτελής ενδυμασία

τρανεύω: ολοκληρώνω τη σωματική ανάπτυξη· αυξάνω, μεγαλώνω’ γίνομαι τρανός

παντέρμος: που είναι εντελώς έρημος, εγκαταλειμμένος

μαχμουρλίδικος: που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια, νωθρότητα, βαρυθυμία

θρύβω: διαλύω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω, συντρίβω κάτι

ξεκρίνω: διακρίνω, ξεχωρίζω με το βλέμμα μου κάτι, βλέπω

δοξαρωτός: που έχει σχήμα τόξου, τοξωτός, καμαρωτός

μολεύω: μολύνω κάποιον ή κάτι· μιαίνω

γρυπός: που είναι γαμψός, κυρτός, καμπύλος

μεσόφωτο: το αμυδρό φως της ατμόσφαιρας κατά το σούρουπο ή την αυγή· ημίφως

διπλοπόδι: καθιστά, με τις κνήμες διασταυρωμένες, οκλαδόν

πλαντώ: κρύβω, εξασθενίζω κάτι, δυσφορώ, δημιουργώ κλίμα δυσφορίας

κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται από το έδαφος

Μια δική μου παρατήρηση στο Γλωσσάρι. Δεν είναι κακό να εξηγούνται τύποι και λέξεις όπως ανησυχαστικός, βεγγέρα, διπλοπόδι, κουρνιαχτός, που τις βρίσκει κανείς σε κάθε λεξικό. Κάποιοι αναγνώστες, ίσως νεότεροι, μπορεί να αγνοούν τη σημασία τους ή να μην είναι βέβαιοι. Ωστόσο, είναι περίεργο, ενώ εξηγείται ο «ανησυχαστικός» και η «βεγγέρα» να μένουν χωρίς εξήγηση οι τζουτζέδες ή η λέξη «σύντοιχα».

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Κρήτη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Πατερικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2022

Που βέβαια τα λέω έτσι επειδή τις προηγούμενες μέρες, πράγμα ασυνήθιστο, κυριάρχησε στη συζήτηση που έγινε στα σόσιαλ ένα θέμα, ας πούμε, γραμματικής. Το θέμα αυτό ήρθε στην επικαιρότητα όχι για καλό, με αφορμή τις καταγγελίες για την κιβωτό του κόσμου και τη διαχείριση του πάτερ Αντώνιου, οπότε βγήκαν στα κεραμίδια οι λαθοθήρες να μας πουν ότι είναι λάθος να αφήνουμε άκλιτο το «πάτερ» και πρέπει να λέμε «ο πατήρ Αντώνιος». Δεν θα ορίσουν τη γλώσσα οι ανελλήνιστοι, απεφάνθη σε τουίτ ο Θάνος Τζήμερος.

Τα έχουμε βεβαίως γράψει εδώ και πολλά χρόνια στο ιστολόγιο, ότι το προτακτικό «πάτερ» ακολουθούμενο από όνομα ιερωμένου δεν είναι λάθος, αντίθετα είναι αυτό που συνιστά η γραμματική του Τριανταφυλλίδη: ο πάτερ Αντώνιος, του πάτερ Ευφρονίου, τον πάτερ Νικόδημο. Για να ξέρετε, λοιπόν, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης που λέει στη Γραμματική του ότι το «πάτερ» είναι άκλιτο προτακτικό είναι ανελλήνιστος, το ίδιο και ο Παπαδιαμάντης ή ο Κόντογλου που μόνο αυτόν τον τύπο χρησιμοποιούσαν, ενώ ο Τζήμερος είναι ο κολοφώνας της ελληνομάθειας.

Κι έτσι, αναπόφευκτα θα έλεγα, πολλοί τρομοκρατημένοι άρχισαν να λένε «ο πατήρ Αντώνιος» αλλά και βεβαίως «του πατήρ Αντωνίου», «τον πατήρ Αντώνιο». Τέλος πάντων, το ιστολόγιο επιμένει στον πάτερ Αντώνιο, αλλά δεν θα ασχοληθεί, τουλάχιστον  σήμερα, με την ουσία της υπόθεσης.

Θα μπορούσα τα σημερινά μεζεδάκια να τα τιτλοφορήσω και «πρεσβυτερικά», αφού έγινε της μόδας και η λέξη «πρεσβυτέρα», αλλά έναν τίτλο έχω.

Και για να κλείσω την εισαγωγή, γιορτάζουν σήμερα ο Στέλιος και η Στέλλα οπότε τους αφιερώνω και το σχετικό άρθρο του ιστολογίου. Χρόνια τους πολλά!

Και ξεκινάμε τα καθαυτό μεζεδάκια μας με ένα πολύ περίεργο άρθρο που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στο in.gr.

Δίνω οθονιά, επειδή στο μεταξύ το κατέβασαν, αν και υπάρχει απόηχος σε διάφορους ιστότοπους που το αναδημοσίευσαν (παράδειγμα). Το άρθρο ξεκινάει λέγοντας για τον Πασχάλη Τερζή και τον «άγνωστο» γιο του, στη συνέχεια όμως θεωρεί αναγκαίο να δώσει βιογραφικά στοιχεία για τον Πασχάλη Τερζή και εκεί τα μπερδεύει και δίνει τα στοιχεία του Πασχάλη Αρβανιτίδη (των Ολύμπιανς)!

Όλα τα βιογραφικά στοιχεία (γεννήθηκε στη Δράμα το 1946 κτλ.) αφορούν τον άλλο Πασχάλη, τον Αρβανιτίδη -ο Τερζής γεννήθηκε το 1949 στη Θεσσαλονίκη και το πραγματικό του όνομα είναι Τερζής.

Το πιο ωραίο ήταν ο τίτλος που εμπνεύστηκε ο φίλος μας ο Δύτης για να παρουσιάσει αυτό το επικό μπέρδεμα στο Τουίτερ, παντρεύοντας μεγάλες επιτυχίες των δυο Πασχάληδων:

Είχε παλιόκαιρο όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο

Έξοχο!

* Σε μια μάλλον παράξενη επιστολή που έστειλε διευθυντής ιδιωτικού σχολείου στους γονείς των μαθητών του με την ευκαιρία της επετείου του Πολυτεχνείου, αναπτύσσονται διάφορα ερωτήματα για το νόημα του Πολυτεχνείου, με διάθεση μάλλον αποδομητική.

Στη συνέχεια της επιστολής, ο κ. διευθυντής επεκτείνει τον  προβληματισμό του στη σφαγή της Τριπολιτσάς και καταλήγει:

Προφανώς τα βασανιστικά ερωτήματα παρά την ύπαρξη πολλών νέων ιστορικών στοιχείων παραμένουν, διότι τα τραύματα για διάφορους λόγους δεν επουλώνονται. Και όσο δεν συζητούνται για να αρχίσει η επούλωσή τους, τόσο πυοραγούν!

Είπαμε, σήμερα δεν συζητάω την ουσία, όσο τις γλωσσικές πτυχές. Οπότε έχω να παρατηρήσω ότι τα τραύματα μπορεί να αιμορραγούν, μπορεί και να πυορροούν, αλλά δεν πυοραγούν (ή πυορραγούν). (Για να είμαι δίκαιος, το «πυορραγεί» βγάζει μερικές γκουγκλιές, αλλά πολύ λίγες).

* Η ΟΠΠΕ (ως γνωστόν πρόκειται για την Ομάδα Παρακολούθησης Πρωτοσέλιδων Εστίας) επισήμανε το εξής απόσπασμα σε πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας:

Η αστική της τάξη δε είναι επίπλαστος (fake) αλλά πατά πολύ γερά στα πόδια της…..

Είναι ή όχι «επίπλαστος» η αστική της τάξη;

Από τα συμφραζόμενα βγαίνει καθαρά ότι δεν είναι. Οπότε το «δε» που βλέπουμε είναι το αρνητικό μόριο και όχι ο εναντιωματικός σύνδεσμος. Αλλά τότε γιατί δεν έγραφε «δεν είναι»; Εδώ το τελικό νι δεν είναι ούτε προαιρετικό, ούτε συνιστώμενο αλλά εντελώς υποχρεωτικό.

Οι περισπωμένες και οι δασείες τη μάραναν την Εστία και το ωμέγα στο «σημαντικότερο»!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , , , , , | 218 Σχόλια »