Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στης ακρίβειας τον καιρό

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε την Παρασκευή στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 12 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Και πάλι, οι ισχυρομνήμονες φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου, αφού πριν από μερικά χρόνια είχαμε αφιερώσει άρθρο στην παροιμία «Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ’ αλεύρι«. Επίσης, προσθέτω ένα γιουτουμπάκι στο τέλος.

Στης ακρίβειας τον καιρό

Η λέξη που πρωταγωνιστεί σε πολλές συζητήσεις τις τελευταίες μέρες, είναι η ακρίβεια, η συνεχής αύξηση των τιμών σε αγαθά πρώτης ανάγκης, σαν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, ανάμεσά τους και των επιπτώσεων της πανδημίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 69 Σχόλια »

Ζορζ Μπρασένς, 100 χρόνια

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2021

To 1956 στο θέατρο Μπομπινό

Προχτές συμπληρώθηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου τραγουδοποιού Ζορζ Μπρασένς. Ο Μπρασένς γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1921 στη Σετ, μικρή παραλιακή πόλη της νότιας Γαλλίας (Sète, αν και τότε που γεννήθηκε ο Μπρασένς γραφόταν Cette) και πέθανε μόλις 60 χρονών, κατά σύμπτωση ίδια εποχή, στις 29 Οκτωβρίου 1981.

Ο Μπρασένς άφησε κληρονομιά περισσότερα από 200 τραγούδια, τα περισσότερα σε δικούς του στίχους -στη Γαλλία, άλλωστε, θεωρείται ποιητής- που ακόμα ακούγονται ευρέως και που έχουν γνωρίσει αμέτρητες επανεκτελέσεις και μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες. Πολλά όμως τραγούδια του έχουν μεταφραστεί και ως ποιήματα, χωρίς δηλαδή αυτές οι μεταφράσεις να τραγουδιστούν.

Ένα βιογραφικό άρθρο για τον Μπρασένς, με πολύ υλικό, μπορείτε να βρείτε εδώ.

Αγαπώ πολύ τον Μπρασένς και έχω γράψει αρκετά άρθρα γι’ αυτόν στο ιστολόγιο (βλ. κατάλογο στο τέλος). Για το σημερινό άρθρο διάλεξα να βάλω τραγούδια του μεταφρασμένα στα ελληνικά, είτε τραγουδισμένα είτε όχι.

Και ξεκινάω από το σήμα κατατεθέν, θα λέγαμε, του Μπρασένς, που είναι κατά τη γνώμη μου η Κακή φήμη, La mauvaise réputation.

Tο ακούμε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επετειακά, Εις μνήμην, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 104 Σχόλια »

Μπρασενικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2021

Και έψαχνα να βρω τίτλο, χτες που έγραφα το άρθρο, η Ευγενία Λουπάκη στην εκπομπή της στο Κόκκινο 105.5 έβαλε τραγούδια του Μπρασένς και μάς θύμισε ότι χτες συμπληρώνονταν 100 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου Ζορζ Μπρασένς, στις 22 Οκτωβρίου 1921 στη Σετ της νότιας Γαλλίας. Οπότε, μπρασενικά τα σημερινά μας μεζεδάκια, εις μνήμην, και λέω να το συνεχίσω και αύριο.

Πριν θυμηθώ τον Μπρασένς, είχα σκεφτεί μήπως τα έλεγα «παπανδρεϊκά μεζεδάκια» για να τιμήσω την επάνοδο του Γιώργου Παπανδρέου στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, αφού θα διεκδικήσει την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, αν και βέβαια θα μπορούσε να θεωρηθεί παρέμβαση στα εσωτερικά του κόμματος.

Πάντως, είχε ενδιαφέρον πώς στα κοινωνικά μέσα οι σχολιαστές που είναι φιλικοί προς την κυβέρνηση επιδόθηκαν σε οξύτατες επιθέσεις εναντίον της υποψηφιότητας του Γ. Παπανδρέου. Βέβαια, σημειώθηκαν και κάποια αυτογκόλ, όπως με εκείνον τον κατά δήλωσή του κωμικό, που σχολίασε στο Τουίτερ για «εκείνο το χαζό που υπάρχει μόνο και μόνο λόγω ονόματος» -και όλοι απορούσαν για ποιο λόγο στράφηκε ξαφνικά εναντίον του πρωθυπουργού.

Αλλά ας προχωρήσουμε στα μεζεδάκια μας.

* Μου στέλνουν το εξής απόσπασμα από πρόγραμμα συνεδρίου, που μάλιστα γίνεται σήμερα.

Όπως βλέπετε, στις 12.30 προβλέπεται να μιλήσει ο κ. Π. Γεωργογιάννης, με θέμα: Θεωρία των ζωντανών και νεκρών γλωσσών: Ένα εγχείρημα για την διευκρίνιση χρονιζόντων αντιπαραθέσεων και ισχυρισμών.

Δεν ξέρω τι θα πει ο κ. καθηγητής, και δεν είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσω μαζί του, αλλά η φίλη που μου έστειλε το απόσπασμα επισημαίνει το «χρονιζόντων αντιπαραθέσεων».

Έχουμε λοιπόν ένα ακόμα παράδειγμα του γνωστού και συχνότατου λάθους, του τύπου των «πληγέντων περιοχών»; Μα καλά, δεν πρόσεξαν στο συνέδριο;

Αλλά να προσέξουμε λίγο περισσότερο, διότι δεν είναι απλώς «χρονιζόντων αντιπαραθέσεων» αλλά «χρονιζόντων αντιπαραθέσεων και ισχυρισμών». Το πρώτο θηλυκό, το δεύτερο αρσενικό στο γένος. Με ποιο συμφωνεί η μετοχή;

Με το πιο κοντινό, θα πουν πολλοί, άρα «χρονιζουσών αντιπαραθέσεων και ισχυρισμών». Ωστόσο, αν έχουμε άψυχα διαφορετικού γένους, η συμφωνία γίνεται στο ουδέτερο (λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι, ατάκτως ερριμμένα) άρα στέκει το «χρονιζόντων», οπότε αθώος ο κατηγορούμενος.

Βέβαια, καλύτερο ίσως θα ήταν να αναλυθεί η μετοχή («…που χρονίζουν») ή να μπει επίθετο (χρόνιων).

Πιο κάτω θα δούμε ένα ακόμα συναφές, αλλά πιο σπάνιο παράδειγμα.

* Δεύτερο ερώτημα, που μου το στέλνει ένας αυστηρός φίλος μου, και που θέλω να το βάλω στην κρίση σας.

Διαβάζει ο αυστηρός μου φίλος το εξής απόσπασμα:

Πρόκειται για μια πολύπλοκη αποστολή, που προετοιμαζόταν από τη NASA εδώ και χρόνια και η οποία θα απαιτήσει χειρισμούς υπερβολικά μεγάλης ακρίβειας λόγω των πολλών προγραμματισμένων «ραντεβού» της.

και μου το στέλνει.

«Τι μου ξεφεύγει;» τον ρωτάω.

Και εξηγεί ο αυστηρός μου φίλος:

Αν είναι υπερβολικά μεγάλη η απαιτούμενη ακρίβεια, εξ ορισμού δεν πρόκειται να επιτευχθεί. Εκτός αν είναι σαν το Ça c’est trop bon που λένε τα γαλλάκια.

Είμαι αυστηρός;

Είναι αυστηρός ο φίλος, αλλά δεν έχει άδικο. Ας έγραφε «εξαιρετικά μεγάλης ακρίβειας».

Εσείς τι λέτε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θηλυκό γένος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , | 253 Σχόλια »

Στον ίσκιο των ομπρελών, επί των ξαπλωστρών (άρθρο του Γιάννη Χάρη)

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2021

Το σημερινό άρθρο δεν θα είναι δικό μου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου Γιάννη Χάρη από την Εφημερίδα των Συντακτών, το οποίο εξετάζει μερικές δυσκολοχώνευτες γενικές πληθυντικού και κάνει και ορισμένες άλλες εύστοχες παρατηρήσεις για την εξέλιξη της γλώσσας.

Η αναδημοσίευση δεν γίνεται για να γλιτώσω για μια μέρα το γράψιμο του άρθρου. Το θέμα μας ενδιαφέρει πολύ και μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές στο ιστολόγιο και οι απόψεις του Χάρη δεν διαφέρουν από τις δικές μου Στο τέλος, πάντως, θα πω και μερικά δικά μου.

Προς το παρόν, ο λόγος στον Γιάννη Χάρη -η εικόνα προέρχεται επίσης από την ΕφΣυν:

Στον ίσκιο των ομπρελών, επί των ξαπλωστρών

Υπέροχος Μποστ; Οχι. Τρέχοντα νεοελληνικά. Και λέω νεοελληνικά, και όχι γενικώς ελληνικά, όχι σε αντιδιαστολή με τα αρχαία ελληνικά ή άλλα, μεσαιωνικά φερειπείν, αλλά επειδή είναι ακριβώς νεοελληνικά. Τελευταίας εσοδείας.

Εδώ πλημμύρισε όλη η χώρα, κι εγώ μιλάω για άραγμα στον ίσκιο ομπρελών, επί των ξαπλωστρών; Ε, όσο να μεγαλώσουν τα αειθαλή πλατάνια του Άρχοντα Φαντασμένου, οπότε και θα ζούμε την απόλυτη νιρβάνα, κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια της Πανεπιστημίου, ας περιοριστούμε στις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που μόλις αφήσαμε, πριν από έναν μόλις μήνα.

Και τώρα αναρωτιέμαι σαν πόσο να ξένισαν ώς εδώ οι γενικές «των ομπρελών» και «των ξαπλωστρών». Το «ομπρελών» πάντως το δέχεται ο διορθωτής του υπολογιστή, άρα, ας πούμε, δόκιμο, σωστό, ενώ το «ξαπλωστρών» το κοκκινίζει, άρα αδόκιμο, λάθος. Οντως, κοιτάζω στο γκουγκλ, 1.300.000 «των ομπρελών», 26.500 «των ξαπλωστρών». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Uncategorized | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Φράσεις με δόντια

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2021

Ήλιος με δόντια υπάρχει, αλλά φράσεις με δόντια; Θα θυμάστε ίσως ότι πριν από μερικές μέρες δημοσίευσα ένα άρθρο που είχα αρχίσει να το σκέφτομαι ενώ βρισκόμουν καθηλωμένος στην καρέκλα του οδοντογιατρού.

Μια και αυτή η περιπέτεια τελείωσε, ας πούμε για να ξορκίσω το ενδεχόμενο σύντομης επανάληψής της, γράφω το σημερινό άρθρο κάνοντας μια ανασκόπηση των παροιμιακών εκφράσεων στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δόντια.

Είναι πολλές αυτές οι φράσεις, γι’ αυτό και δεν θα επεκταθώ στα ετυμολογικά και στα άλλα λεξιλογικά του δοντιού, θα περιοριστώ στα φρασεολογικά. Βέβαια, εσείς στα σχόλιά σας είστε ελεύθεροι να προσθέσετε οποιαδήποτε οδοντική πτυχή κρίνετε σκόπιμο. Κι εγώ με την εικονογράφηση του άρθρου δείχνω μια τέτοια πτυχή. Το κτίσμα που βλέπετε σε πρώτο πλάνο στη φωτογραφία, ερείπιο, βρίσκεται στην πόλη του Λουξεμβούργου και λέγεται Κούφιο δόντι, Huelen Zant στα λουξεμβουργιανά ή Dent creuse στα γαλλικά. Είναι ένα απομεινάρι από τα περίφημα τείχη του Λουξεμβούργου που είχαν χαρίσει στην πόλη το προσωνύμιο Γιβραλτάρ του Βορρά, και που γκρεμίστηκαν όταν οι μεγάλες δυνάμεις εγγυήθηκαν την μόνιμη ανεξαρτησία και ουδετερότητα του Μεγάλου Δουκάτου.

Πάμε λοιπόν στα φρασεολογικά μας.

Όπως είπα, με τα δόντια έχουμε πολλές και ποικίλες εκφράσεις. Μερικές εκφράσεις χρησιμοποιούν τον προφανή ρόλο των δοντιών ως επιθετικού ή αμυντικού όπλου. Λέμε, ας πούμε, δείχνω σε κάποιον τα δόντια μου, που σημαίνει ότι του δείχνω τις κακές μου διαθέσεις με απειλητικό τρόπο, ενώ για κάποιον που παλεύει απελπισμένα να καταφέρει κάτι λέμε ότι παλεύει με νύχια και με δόντια -εδώ η εικόνα παραπέμπει σε περικυκλωμένο ζώο. Η εικόνα υπάρχει από την αρχαιότητα, αν σκεφτούμε ότι ο Λουκιανός στους Νεκρικούς Διαλόγους γράφει «τὸ δὲ χρυσίον ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ ἐφύλαττον».

Όταν φοβερίσουμε κάποιον, όταν του μιλήσουμε αυστηρά ή τον απειλήσουμε με στόχο να τον συνετίσουμε ή να τον αναγκάσουμε να κάνει κάτι, λέμε του έτριξα τα δόντια. Ο θυμωμένος άνθρωπος τρίζει αθέλητα τα δόντια του, έτσι το τρίξιμο είναι ένδειξη οργής. Στις Πράξεις Αποστόλων (7.54), τα μέλη του ιουδαϊκού συμβουλίου, ακούγοντας τον Στέφα-
νο να τους κατηγορεί, «ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ’ αὐτόν». Αλλά και τον 12ο αι. ο Ευστάθιος, σχολιάζοντας το ομηρικό «καναχήν οδόντων έχει», σημειώνει «ἄλλος δ’ ἂν εἴποι τις κοινότερον τρίζων. καὶ παρέπεται ἀληθῶς καὶ τοῦτο τοῖς ἄγαν θυμουμένοις, ὡς καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἀχιλλεύς» (Παρεκβολαί εις Ιλιάδα, 4.344).

Όταν λέμε ότι κρατάω κάτι με τα δόντια εννοούμε ότι με μεγάλη δυσκολία ελέγχω ακόμα μια κατάσταση, μόλις και μετά βίας καταφέρνω να συγκρατήσω κάτι για να μην το χάσω. Η συγκράτηση με τα δόντια θεωρείται το έσχατο μέσο, αφού, εννοείται, τα χέρια έχουν αχρηστευθεί, κάτι που μπορεί να παραπέμπει ακόμα και στην ιστορία του Κυναίγειρου
(που επιχείρησε να συγκρατήσει πρώτα με τα χέρια και μετά με τα δόντια το περσικό πλοίο στη μάχη του Μαραθώνα). Με την κρίση της τελευταίας δεκαετίας, εχω ακούσει κάμποσες φορές να λένε «με τα δόντια κρατάω ανοιχτό το μαγαζί».

Από την άλλη, όταν κάποιος σφίγγει τα δόντια, σημαίνει ότι κάνει υπομονή, δεν αφήνει την αγανάκτησή του να ξεσπάσει, δείχνει εγκαρτέρηση, ενδεχομένως ανέχεται κακό φέρσιμο ή προσβολές. Σε μια τέτοια κατάσταση το σφίξιμο των δοντιών είναι αυτόματη φυσική αντίδραση, το ίδιο κι όταν ετοιμαζόμαστε να πονέσουμε, π.χ. στον γιατρό. Οι Βρετανοί λένε σε ανάλογες περιπτώσεις, νομίζω, Stiff upper lip.

Αλλά τα δόντια είναι και ο φράχτης του στόματος. Ξέρουμε το ομηρικό «ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων» (από το Δ της Ιλιάδας), δηλαδή «ποιος λόγος ξέφυγε από το φράχτη του στόματός σου», μια φράση που και σήμερα τη χρησιμοποιούμε.

Την ίδια εικόνα τη βρίσκουμε και στη νεότερη φράση έξω απ’ τα δόντια, π.χ. του μίλησα έξω απ’ τα δόντια, του τα είπα έξω από τα δόντια, δηλ. του μίλησα χωρίς περιστροφές, χωρίς αναστολή από ευγένεια ή φόβο, του είπα σκληρές αλήθειες. Και για κάποιον που συνηθίζει να μιλάει με παρρησία λέμε «μιλάει έξω απ’ τα δόντια» -οι Γάλλοι έχουν αντίστοιχη έκφραση il n’a pas la langue dans sa poche, δεν έχει τη γλώσσα του στην τσέπη.

Αντίθετα βέβαια μέσα απ’ τα δόντια του μιλάει κάποιος που μιλάει χαμηλόφωνα, που δεν ακούγεται καθαρά (και ίσως αυτό το κάνει σκόπιμα) και κατ’ επέκταση που μιλάει με υπονοούμενα, με περιστροφές -που, όπως λέμε, «μασάει τα λόγια του».

Για να θυμηθούμε τον τίτλο του άρθρου, λέμε ήλιος με δόντια για τις παγερές μέρες του χειμώνα, με ηλιοφάνεια αλλά και με τσουχτερό κρύο. Βέβαια, Ήλιος με δόντια είναι και ο τίτλος ενός πολύ καλού μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη -ίσως είναι το καλύτερό του.

Όταν λέμε ότι κάτι δεν είναι για τα δόντια του εννοούμε ότι δεν είναι άξιος ή ικανός να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι που ποθεί. Εδώ έχουμε προφανή μεταφορά από τις σκληρές τροφές που δεν είναι κατάλληλες για ασθενικά δόντια. Η φρ. λέγεται ιδίως σαν περιφρονητική απάντηση σε κάποιον που επιδιώκει γάμο με πρόσωπο κοινωνικά ανώτερο ή σε ηλικιωμένο που προσπαθεί να συνδεθεί με πολύ νεότερή του.

Από την άλλη, έχει δόντι ή έχει γερό δόντι (ή μεγάλο δόντι) κάποιος που έχει ισχυρά μέσα, δυνατούς προστάτες. Συχνά ακούγεται π.χ. ότι για να διοριστεί κάποιος στην τάδε θέση πρέπει να έχει «μεγάλο δόντι». Κάποτε, χαριτολογώντας, το επεκτείνουμε: — Είχε δόντι ο τάδε; — Μόνο δόντι; Χαυλιόδοντα.

Σχετίζεται η παραπάνω έκφραση με μια παλιότερη που δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, κόβουν τα δόντια του, δηλ. έχει μεγάλη δύναμη, μεγάλη επιρροή.

Όταν όμως μας πονάει το δόντι για κάποιον σημαίνει ότι είμαστε ερωτευμένοι με αυτό το πρόσωπο. Κι αυτή η έκφραση νομίζω πως έχει παλιώσει. Ίσως προέρχεται από το ότι ο πονόδοντος είναι πρόχειρη και καλή δικαιολογία για την κακοκεφιά και τους αναστεναγμούς του ερωτευμένου που τον ρωτούν τι έχει. Η έκφραση λέγεται (ή λεγόταν) και με το υποκοριστικό, δηλ. του πονάει το δοντάκι.

Υπάρχει και η έκφραση πονάει δόντι, κόβει κεφάλι, που αποτελεί μετεξέλιξη της έκφρ. πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι. Αυτή τη λέμε όταν αντί να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, καταργούμε το πράγμα που έχει το πρόβλημα, και λέγεται ιδίως όταν οι αρχές παίρνουν απόφαση να καταργηθεί ένας φορέας αντί να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά του.

Η αρχή βρίσκεται σε ευτράπελο μύθο (και ιστορία του Καραγκιόζη) για κομπογιανίτη ή πρωτόπειρο γιατρό που ήθελε
να εφαρμόσει στον πονοκέφαλο τη συνταγή που είχε για τον πονόδοντο («πονάει δόντι βγάζει δόντι»). Η προέλευση εξηγεί και την παραλλαγή, όπου βέβαια δείχνει ακόμα πιο παράλογη. Και σε κάποιο τραγούδι ένας κομπογιανίτης εφαρμόζει την τακτική πονάει δόντι βγάζει μάτι.

Δόντια έχει και ο χάρος, και για κάποιον που διέφυγε από βέβαιο κίνδυνο λέμε ότι γλίτωσε από του χάρου τα δόντια. Αντίστοιχη η αρχαία: «ἐφείλκυσάν με ἐξ αὐτῶν τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν» (Αχιλ. Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.9.3).

Από την άλλη πλευρά, τη φράση με την ψυχή στα δόντια, παραλλαγή της κάπως συχνότερης «με την ψυχή στο στόμα», τη λέμε για κάποιον που αγωνιά στον έσχατο βαθμό ή που κάνει κάτι με μεγάλο άγχος και πολύ βιαστικά. Επίσης, για κάποιον εξαντλημένο, λιπόθυμο από τη μεγάλη κούραση. Κατά τη δοξασία, η ψυχή του ανθρώπου βγαίνει από το στόμα.
εδώ παριστάνεται να έχει κιόλας φτάσει στο στόμα, έτοιμη να βγει. Η φρ. σπάνια λέγεται για πράγματι ετοιμοθάνατους.

Για κάποιον πάνοπλο λέμε ότι είναι οπλισμένος μέχρι τα δόντια ενώ όταν κάποιος απαιτητικός ή μεμψίμοιρος δεν εκτιμά μια ανέλπιστη τύχη ή μια προσφορά που του κάνουμε, αλλά της βρίσκει μικροψεγάδια, λέμε ότι του χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάζει στα δόντια -όταν πρόκειται κάποιος να αγοράσει γάιδαρο, έχει δικαίωμα βέβαια να τον εξετάσει εξονυχιστικά, αλλά όχι όταν του γίνεται δώρο.

Μια πιο παλιά έκφραση είναι δεν έχει να ξύσει το δόντι του, που λέγεται για τους πάμπτωχους. Μια άλλη, επίσης παλιά, λέει αν ξύσει το δόντι του, δικό μου ψωμί θα βρει, που λέγεται για τους αχάριστους, που έχουν «φάει ψωμί» από εμάς.

Κοντεύουμε την εικοσάδα με τις οδοντικές εκφράσεις. Ας βάλουμε κάπου και το οδόντα αντί οδόντος της εκδίκησης, αν και πολύ συχνότερα λέγεται το οφθαλμόν αντί οφθαλμού.

Που μου θυμίζει πως οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν το μάτι είναι πολύ περισσότερες. Όταν κλείσω ραντεβού με τον οφθαλμίατρο ίσως βάλω σχετικό άρθρο.

 

Posted in Λουξεμβούργο, Παροιμίες, Το σώμα μας, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 192 Σχόλια »

Αναζητώντας τον Αρίστατο (του Κώστα Κούρτη)

Posted by sarant στο 20 Οκτωβρίου, 2021

Ο φίλος μας ο ΚΩΣΤΑΣ, ο Κώστας Κούρτης δηλαδή, έβγαλε πριν από λίγο καιρό ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τα οδωνύμια, δηλαδή τα ονόματα των δρόμων, του δήμου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης.

Το έναυσμα για το βιβλίο αυτό τού το έδωσε το όνομα ενός μικρού δρόμου της πόλης του, της οδού Αριστάτου (που έχει πλέον μετονομαστεί σε Χρήστου Ράπτη). Ποιος να ήταν αυτός ο Αρίστατος; Ο Κώστας με είχε ρωτήσει τότε αλλά δεν είχα μπορέσει να βοηθήσω -επανέλαβε την απορία του και σε ένα σχόλιο στο ιστολόγιο.

Άρχισε λοιπόν ο Κώστας να αναζητεί τον Αρίστατο. Δεν τον βρήκε, αλλά η έρευνά του αποδείχτηκε γόνιμη, αφού καρπός της είναι ακριβώς το βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο «ΟΔΟΙπορικό στους ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΥΣ Θεσσαλονίκης» από το Κέντρο Ιστορίας Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (ΚΙΑΘ).

Θα δημοσιεύσω σήμερα τον πρόλογο του Κώστα στο βιβλίο του, στον οποίο αφηγείται ακριβώς την αναζήτηση του Αρίστατου, που οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου. Πιστεύω πως είναι πολύ καλό όταν καταρτισμένοι ερασιτέχνες σαν τον Κώστα, ωθούμενοι από το μεράκι τους και αξιοποιώντας τους πόρους που απλόχερα προσφέρει η νέα τεχνολογία, επιδίδονται σε σοβαρή έρευνα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή για άλλους τομείς ενδιαφερόντων τους και δίνουν έργο που, πέρα από την αυτοτελή αξία του, μπορεί να αξιοποιηθεί και από τους πιο ειδικούς επιστήμονες.

Δεν αλλάζω φυσικά το κείμενο, αλλά προσθέτω στο τέλος ένα επιλογικό σχόλιο.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία,
όμως, δεν την βρήκαμε γραμμένη πουθενά…

Αρίστατος και προς τιμήν του οδός «Αριστάτου», στην Επτάλοφο. Μάλιστα. Έλα μου όμως, όσους δρόμους, στενά και σοκάκια κι αν περπατήσαμε, πουθενά αλλού δεν βρήκαμε οδό Αριστάτου. Ποιος να ήταν άραγε ο Αρίστατος; Όσες εγκυκλοπαίδειες κι αν ανοίξαμε, σε όσα βιβλία κι αν ψάξαμε, Αρίστατο δεν συναντήσαμε. Μην ήταν παράκου- σμα του πρακτικογράφου, όταν βάφτιζαν τους δρόμους; Μην ήταν λάθος του επιγραφοποιού, όταν έφτιαχνε την πινακίδα; Μην, μην, μην …;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 158 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (21) – Πώς είναι οι τουρκολάτρες (ένα γράμμα του Καραϊσκάκη)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό πρώτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σήμερα θα δούμε ένα γράμμα του Καραϊσκάκη, γραμμένο σε μια περίπλοκη και όχι πολύ γνωστή περίοδο της ζωής του και της Επανάστασης του Εικοσιένα, τον Μάιο του 1824. Ο Καραϊσκάκης έχει περάσει από δίκη στο Μεσολόγγι, έχει στερηθεί τα αξιώματά του, ανεβαίνει με το προσωπικό του ασκέρι προς τα Άγραφα, που τα θεωρεί δικαιωματικό του αρματολίκι ενώ με εντολή της Διοίκησης τον κυνηγούν Στορνάρης και Ράγκος, οι οποίοι συνεννοούνται με τον τουρκαλβανό Σούλτζα Κόρτζια. Από εκείνη τη μπερδεμένη περίοδο υπάρχει άφθονο (και αθυρόστομο) γραπτό υλικό στο 11ο κεφάλαιο του Κασομούλη, που όμως είναι αρκετά γνωστό και δημοσιευμένο στο διαδίκτυο, αν και τώρα που το σκέφτομαι θα άξιζε μια αναδημοσίευση.

Στις 15 Μαΐου 1824 ο Καραϊσκάκης έχει φτάσει στη μονη Βράχας στην Ευρυτανία και απο εκεί στέλνει γράμμα προς τους καπεταναίους που τον καταδιώκουν, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στον 4ο τόμο του αρχείου Μαυροκορδάτου, σ. 397-8. Απόσπασμα από το γράμμα αυτό έβαλα στο βιβλίο μου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» και τις προάλλες ο φίλος Αντώνης Παπαβασιλείου από τα Γρεβενά μου ζήτησε ολόκληρο το κείμενο, επειδή έχει αναφορά στα Γρεβενά, οπότε σκέφτηκα να γράψω το σημερινό άρθρο. Δεν αλλάζω ορθογραφία, πλην μονοτονικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 68 Σχόλια »

Τη γραβιέρα τη φέρνει ο γερανός;

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2021

Παράξενο το ερώτημα του τίτλου -ξέρουμε δα πως ο γερανός ή πιο σωστά ο πελαργός φέρνει (ή δεν φέρνει) τα νεογέννητα παιδιά, τι σχέση έχει με το τυρί;

Κάποια σχέση έχει (ή δεν έχει) αλλά θα πρέπει να κάνετε λίγη υπομονή ώσπου να φτάσουμε ως εκεί. Όσο για παραπλανητικούς τίτλους, θα έχετε πια συνηθίσει σε αυτό το ιστολόγιο.

Τη γραβιέρα πάντως την αγαπώ πολύ. Και όταν, πριν από πολλά χρόνια, εγκαταστάθηκα στο εξωτερικό, έπαθα ένα μικρό σοκ όταν διαπίστωσα πως το τυρί που έξω λέγεται gruyère, λέξη που ολοφάνερα συγγενεύει με τη δική μας, μικρή σχέση έχει στη γεύση με τη γραβιέρα.

Βέβαια, συχνά συμβαίνει μια λέξη συγγενική με μιαν άλλη να δηλώνει εντελώς διαφορετικό πράγμα από αυτήν -πολλές φορές ακόμα και η ίδια λέξη μέσα στον χρόνο δηλώνει διαφορετικό πράγμα, ας πούμε διαφορετικόν καρπό.

Τις προάλλες λοιπόν στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το ερώτημα: η ομοιότητα των λέξεων που περιγράφουν τα δυο τυριά πώς συμβιβάζεται με την ανομοιότητα των δύο τυριών; Από τη συζήτηση αυτή αντλώ υλικό για το σημερινό άρθρο.

Μια άποψη, που βρισκει κανείς να επαναλαμβάνεται σε πολλά γευσιγνωστικά άρθρα του Διαδικτύου (παράδειγμα), είναι η εξής:

Ένας γεωπόνος, που θεωρείται και ο θεμελιωτής της τυροκομίας στη χώρα μας, ο Νικόλαος Ζυγούρης, επιχείρησε το 1914 να δημιουργήσει έναν βελτιωμένο τύπο ελληνικού σκληρού τυριού, με βάση τη συνταγή της περίφημης ελβετικής gruyère. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό τυρί τύπου γραβιέρας, στο “γαλακτοκομείο Λάππα” της Μανωλάδας, των τότε βασιλικών κτημάτων, με βασική διαφορά τη χρήση πρόβειου γάλακτος, αντί αγελαδινού. Τα επόμενα χρόνια, και μετά από αρκετούς πειραματισμούς, η παρασκευή του τυριού βελτιώθηκε στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, της οποίας ο Νικόλαος Ζυγούρης ήταν εμπνευστής και πρώτος διευθυντής, το 1917.

Στην πορεία των ετών, η γραβιέρα καθιερώθηκε στην ελληνική τυροκομία, απέκτησε ξεχωριστό χαρακτήρα από την ελβετίδα συνώνυμη και έγινε ένα διαφορετικό τυρί, που δίκαια κατατάσσεται πλέον στην τυροκομική μας παράδοση. Το όνομα “γραβιέρα” επικράτησε για τα τυριά με τον ίδιο τρόπο παρασκευής παντού στη χώρα, που έχουν, βέβαια, μικρές ή μεγαλύτερες διαφορές σε γεύση, υφή και σπανιότερα πρώτη ύλη (γάλα). Οι περιοχές, όμως, που έχουν πιστοποιηθεί ότι παράγουν γραβιέρα Π.Ο.Π. (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) είναι μόνο τρεις: η Κρήτη, η Νάξος και τα Άγραφα. Όσον αφορά τα τελευταία, που η γραβιέρα τους είναι και δυσεύρετη, να πούμε και το εξής: το τυρί Αγράφων ήταν παλαιότερα το μόνο αξιόλογο σκληρό τυρί στην Ελλάδα και αυτό ακριβώς προσπάθησε να βελτιώσει, ώστε να εξαπλώσει την παραγωγή του ο Νικόλαος Ζυγούρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Μίμης Φωτόπουλος: Στο δρόμο για την Ελ Ντάμπα

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2021

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα, τις πρώτες εφτά σελίδες, από το χρονικό «Ελ Ντάμπα» που έγραψε ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986). Ο τίτλος του άρθρου είναι δικός μου, δεν υπάρχει στο βιβλίο.

Ο αγαπημένος κωμικός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και στα Δεκεμβριανά πιάστηκε και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Ελ Ντάμπα, βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Αίγυπτο, 180 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλεξάνδρεια, μαζί με άλλους 8-10.000 Έλληνες αριστερούς. Ο εγκλεισμός διάρκεσε μήνες -ο Φωτόπουλος επέστρεψε τέλη Μαρτίου, άλλοι αργότερα.

Αυτή την περιπέτεια την αφηγείται ο Μίμης Φωτόπουλος στο σύντομο χρονικό Ελ Ντάμπα, από το οποίο θα διαβάσουμε σήμερα τις πρώτες σελίδες, που περιγράφουν τη σύλληψή του. (Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο μπορείτε να βρείτε και εδώ).

Ο Φωτόπουλος έγραφε και ποιήματα -η πρώτη του συλλογή, Μπουλούκια, κυκλοφόρησε το 1940 ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως και αυτοβιογραφικά έργα. Επίσης έφτιαχνε και κολλάζ χρησιμοποιώντας γραμματόσημα.

Το χρονικό του για την Ελ Ντάμπα το είχα διαβάσει παλιά, σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Στο πρόσφατο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο είδα πως έχει επανεκδοθεί από τα 24 γράμματα, όπως και το σύνολο του έργου του Φωτόπουλου, και το πήρα.

Για την Ελ Ντάμπα έχει γράψει και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

Μεταφέρω το κείμενο χωρίς αλλαγές στην ορθογραφία (ήταν ήδη μονοτονικό, αν και υποθέτω ότι στην πρώτη έκδοση θα είχε πολυτονικό).

 

-Και καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;

-Ναι.

Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:

-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κά­ψανε το σπίτι;

-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλη­μένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

-Τότε, γιατί;

-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώ­σουν.

-Από τους Γερμανούς;

-Όχι, αυτοί τους… ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε…

-Τότε από ποιους;

-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».

-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;

-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».

-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;

-Όχι, για την ελευθερία.

-Ποια ελευθερία;

-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες εί­ναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από

αρχαιοτάτων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.

Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθά­ριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.

-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;

-Από την Αγγλία!

-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;

-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέ­φτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.

-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;

-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καί­νε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.

Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρί­ζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.

Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυ­νομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε… διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυρός, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παι­διών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η… μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλι­ώτικος. Κάτι έχει καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας…

Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπί­δες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.

Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέ­σον» πανάκριβα.

Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κά­τασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγι­άδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;

Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.

 

 

Και περνούσαν οι μέρες μέσα στη ρημαγμένη στη μα­τωμένη, στην πεινασμένη Αθήνα, ανάμεσα σε εγγλέζικα τανκς, που ξερνούσανε θάνατο, ανάμεσα σε εγγλέζικα αεροπλάνα κι γαζώνανε με σφαίρες τα σπίτια, ανάμεσα σε μαυραγορίτες και παραρτήματα. Πού και πού άκουγες πως κάποιον γνωστό σου τον… έφαγε μια «αδέσποτη». Το φουκαρά! Έκανε τόσον αγώνα να γλιτώσει από την πείνα, από τους Γερμανούς, από τους τσολιάδες, από τα μπλόκα και τώρα, στο τέλος, να πάει από μιαν αδέσποτη! Μόνο λίγες σταγόνες αίμα είχανε ραντίσει το πεζοδρό­μιο, που σε λίγο θα τις πατούσανε και θα σβήνανε κι αυ­τές για πάντα. Μπορεί και να ’ναι καλύτερα έτσι… Ποιος ξέρει, τι θα τραβήξουμε εμείς ακόμα.

Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήταν δυο ώρες «ανακωχής», στην Αθήνα. Κι έπαιρνα τους δρό­μους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου: «Πιάστε τον, πιάστε τον» κι ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σε έναν άνθρωπο.

-Τι ’ναι, βρε παιδιά;

-Κουκουές.

-Πιάστε τον!

Έφτανε κάποιος να πετάξει τη λέξη «Κουκουές», και ριχνόντουσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» να σε λιντσά­ρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!

Ο περίπατός μου ήτανε πάντα ως το καμένο μου σπίτι. Ένα καθημερινό προσκύνημα. Δεν ήθελα να το πιστέψω ακόμα, πως το κάψανε, νόμιζα πως όλη τούτη η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης που θα περνούσε γρήγορα. Ξεκλεί­δωνα την πόρτα, (γιατί οι Εγγλέζοι του ’χάνε ρίξει από πάνω εμπρηστικές, κι απέξω είχε μείνει σχεδόν ανέπαφο) κι έμπαινα στα ερείπια. Ο ουρανός έριχνε αρκετό φως, κι εγώ έψαχνα μέσα στις στάχτες, κι όλο ανασκάλευα μη και βρω «κάτι». Τι να ’βρισκα! Δεν υπήρχε περίπτωση να βρω τίποτα, γιατί, φυσικά, πολύτιμους λίθους, που δεν καιγόντουσαν, δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι μας. Ωστόσο, έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, με μιαν ήρεμη απελπισία…

 

 

Κι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο κα­μένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθει­ες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλες εποχές, ειρηνικές. Ποτέ πιτσιρίκος, δεν

είχα αποκτήσει τα παιχνίδια που ήθελα, κι ωστόσο, όλες οι φτωχές μου Πρωτοχρονιές, καθώς τις σκεφτόμουνα, μπροστά σε τούτη δω μου φαινόντουσαν τρισευτυχισμέ­νες. Το όνειρό μου ήταν πάντα ένα ωραίο πατίνι, μα ποτέ δεν μπόρεσα να τα’ αποκτήσω και μου ’χε μείνει ο καη­μός του. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα, και χαμογελούσα πικρά…

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυ­ρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης». Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατωσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

-Τι τρέχει, κύριε Αποστόλη; Του λέω.

-Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κι έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό που τον συνόδευε.

Εκείνος, που το πηλήκιό του είχε ένα στέμμα που έμοιαζε με μεγάλο καβούρι, έβγαλε μια πιστόλα δυο σπι­θαμές, τη γύρισε καταπάνω μου, με βάλανε μπροστά, και προχωρήσαμε. Σε κανέναν από τους γύρω δεν έκα­νε εντύπωση, το γεγονός, συνηθισμένα πράματα, εκείνη την εποχή.

Μόλις προχωρήσαμε κάμποσα μέτρα, ο Αποστόλης έγνεψε στον ανθυπολοχαγό, να βάλει στη θήκη του το πιστόλι και του ’δωσε να καταλάβει, πως δεν ήμουνα και τόσο επικίνδυνος! Έτσι γλίτωσα το ρεζιλίκι της πομπής μου, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα στους δρόμους.

Μπρος, λοιπόν, εγώ, πίσω οι… ήρωες, φτάσαμε, κά­ποτε, στο σπίτι της Μαρίκας Κοτοπούλη, που στο ισόγειό ί ου είχε εγκατασταθεί το συσσίτιο των ηθοποιών. Εκείνη την ώρα την περιμένανε κάτι ν’ αρπάξουν, πεντέξι απο­τυχημένοι ηθοποιοί κι ένας… επιτυχημένος υποβολέας. Ο Αποστόλης κάτι… υπέβαλε στο αφτί του υποβολέα, κι αυτός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί ντρεπότανε, φαίνεται -είχαμε συνεργαστεί αρμονικά πολλές φορές-,του είπε ένα «ναι». Κανένας από τους «αποτυχημένους» δεν μου μίλησε.

-Μα τι συμβαίνει, κύριε Αποστόλη; Ξαναρωτάω.

-Προχώρα! Ήταν η απάντηση.

Είχε πάρει… γραμμή από τον υποβολέα, και ήτανε αινιγματικά χαρούμενος. Όλοι όσοι δουλεύουν κοντά στους ηθοποιούς, στο βάθος τους μισούνε. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, μα ποτέ δε μ’ απασχόλησε ιδιαίτερα, ώστε να καθίσω να το αναλύσω.

Προχώρησα με τη συνοδεία μου, ελπίζοντας πως μπορεί και να συναντούσαμε κανέναν… πετυχημένο ηθοποιό, κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μας, να… μ’ ελευθερώσει από τον ταξιθέτη, του κάκου όμως. Κανείς στον ορίζοντα.

Φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ανοίξανε μια πόρτα, ανεβήκαμε κάτι σκάλες και μπήκαμε σε μιαν ευρύχωρη κάμαρα, που στο βάθος της, μπροστά σε’ ένα γραφείο, καθόταν ένας αξιωματικός. Συζητούσε με δυο κυρίες, που καπνίζανε με πάθος, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάνω έτσι και, μνήσθητί μου Κύριε! Τι είδα; Ήτανε δυο ηθοποιές, γηράσασαι εν πολλαίς αμαρτίαις, και πολύ εθνικόφρονες κι οι δυο τους. Φυσικό, δα. Η μια, πριν από λίγο καιρό, είχε φίλο έναν Καραμπινιέρο… βλάχο, που ασφαλώς θα παρασημοφορήθηκε μόνο και μόνο γιατί το μπορούσε κι έκανε… παρέα μαζί της. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε σε ίδιο θίασο, με την εν λόγω «κυρία», μα γύ­ρισε αλλού το κεφάλι της, μόλις με αντίκρισε. Ο Αποστόλης, εξυπηρετικότατος, έτρεξε και κάτι υπέβαλε στ’ αφτί του αξιωματικού. Εκείνος έκοψε αμέσως το κωμικό χαμό­γελο του Δον Ζουάν, που είχε απλωθεί στα χείλη του, τα σούφρωσε, με κοίταξε παγερά, και μου σφύριξε σαν φίδι:

-Ώστε έτσι, λοιπόν; Λαοκρατία;

-Εσύ δεν φώναξες μέσα στους δρόμους «Λαοκρα­τία!»;

-Ποτέ. Όχι, πως δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά αντιπα­θώ, γενικά, τις φωνές. Μου αρέσει, να μιλάω λίγο, σιγά και απλά.

-Εδώ, βρε, το βεβαιώνει αξιόπιστος μάρτυς.

-Ο κύριος Αποστόλης;

-Μάλιστα!

-Μα αυτός ήτανε στο ΕΑΜ του θεάτρου.

-Ήτανε, αλλά προχθές… ανένηψε…

-Κατάλαβα…

-Πάρτε τον!

Και με πήρανε. Οι… κυρίες είχανε μείνει βουβές.

Η μικρή πορεία μας στην περιοχή Κολωνακίου συ­νεχίστηκε. Αμίλητοι πάντα, και οι τρεις, φτάσαμε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, στην οδό Βαλαωρίτου. Εδώ, ο Απο­στόλης ήτανε πιο γνωστός, είχε περισσότερο θάρρος, και γρήγορα, για να τελειώνει με μένα, κόλλησε πάλι στ’ αφτί ενός αστυνόμου. Εκείνος με παράδωσε σε έναν αρχιφύλακα να μου κάνει έρευνα. Έγραψε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο, ακουμπισμένο σαν ευαγγέλιο σε ένα προσκυνητάρι, και με πλησίασε βαρετά. Θα ’χε κουραστεί, φαίνεται, από τις… έρευνες. Ήτανε ψηλός και μαύρος, σαν βυζαντινός καλόγερος, κακόγευστος σαν μεταλλικό νερό, και πικρός σαν κινίνο. Μια στιγμή, σταμάτησε το ψάξιμο αγριεμένος:

-Τι είναι αυτό;

-Ποιο;

-Αυτό το κόκκινο κομμάτι που βγαίνει από το παντε­λόνι σου… Τι είναι; Ξαναβρυχήθηκε.

-Α, αυτό; Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!

-Αρχιφύλαξ!

-Μάλιστα, κύριε αρχιφύλακα, δεν είναι κόκκινη ση­μαία!

-Και γιατί φοράς κόκκινη πιτζάμα;

-Δεν είναι μόνο κόκκινη, έχει και μαύρα και άσπρα. Κατοχή, βλέπετε, είχε μια παλιά ρόμπα η μάνα μου, και μου την έραψε πιτζάμα. Κι επειδή, σήμερα, κρύωνα πολύ, ι ην άφησα από μέσα. Να κιόλας που θα μου χρειαστεί. Και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου για να δει και τα’ άλλα χρώματα να ησυχάσει.

Ο Αποστόλης, αφού τον βάλανε και υπέγραψε κάτι, ίφυγε γρήγορα γρήγορα, για να πάει να ψαρέψει κι άλ­λους. Ο Ανθυπολοχαγός στάθηκε λίγο και με κοίταξε.

-Θέλεις, μου λέει, να πάω σπίτι σου να πω τίποτα;

Περίεργο! Όταν με έπιασε με τον Αποστόλη, ήταν

άγριος σαν τον Μεγαλέξανδρο. Τώρα, είχε γίνει γλυκός σαν λουκούμι. Δεν καταλαβαίνω καλά τι μου συμβαίνει! Το ίδιο και οι σκύλοι, από μακριά με γαβγίζουνε, κι όταν με πλησιάσουνε μου κουνάνε χαρούμενοι την ουρά τους.

-Σ’ ευχαριστώ, του λέω. Τι να τους πεις… πες τους πως με πιάσανε. Μένω προσωρινά εκεί, στην οδό Καρνεάδου…

Posted in Αναμνήσεις, Εμφύλιος, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Μεζεδάκια που χορεύουν μπάλο

Posted by sarant στο 16 Οκτωβρίου, 2021

Διότι βέβαια η Αττικη αλλά και πολλές αλλες περιοχές της χώρας δοκιμάστηκαν τις τελευταίες μέρες από την καταιγίδα που, για κάποιο λόγο, ονομάστηκε Μπάλος ή Μπάλλος αν προτιμάτε την ορθογραφία που επικράτησε στα περισσότερα μέσα, σε αντίθεση με τη σχολική ορθογραφία αλλά κλείνοντας το μάτι στον Μπαμπινιώτη (ο οποίος το γράφει έτσι στο λεξικό του διότι ο μπάλος, όπως και το μπαλέτο και οι λέξεις της οικογένειας είναι αντιδάνεια, αφού το ιταλικό ballare ανάγεται στο υστερολατινικό ballare το οποίο θεωρείται δάνειο από το αρχαίο βαλλίζω),

Γιατί όμως μπάλος (ή έστω μπάλλος); Ποια λογική έχει η ονοματοδοσία αυτή; Αναρωτήθηκα στο Τουίτερ αν η επόμενη καταιγίδα, μετά τον Μπάλο, θα ονομαστεί τάχα Πεντοζάλης (αν το πάμε με τους χορούς) ή Βρώμικο ψωμί (αν το πάμε με τους δίσκους του Σαββόπουλου). Κάποιος μου απάντησε «μόνο Πυρρίχιος να μην ονομαστεί», ενώ ένας άλλος μου υπέδειξε μιαν άλλη δυνατότητα: να ονομαστεί Φαλάσαρνα, θυμίζοντάς μου ότι Μπάλος είναι και μια διάσημη ακρογιαλιά στην Κρήτη.

Μου είπαν ότι ονομάστηκε έτσι η καταιγίδα επειδή η ΕΜΥ στο θέμα αυτό συνεργάζεται με την κυπριακή και την ισραηλινή μετεωρολογική υπηρεσία, και ότι επιλέγονται ονόματα κατά προτίμηση από τη μυθολογία. Όμως αυτό, ενώ ίσως εξηγεί γιατί Μπ- (αφού στο λατινικό αλφάβητο είναι B και προηγήθηκε η καταιγίδα Αθηνά) δεν εξηγεί τι το μυθολογικό έχει ο Μπάλος!

* Αν δεν ενέσκηπτε ο Μπάλος, τα σημερινά μεζεδάκια θα είχαν κατά πάσα πιθανότητα τίτλο «Μεζεδάκια κάτω από τον πλάτανο», διότι δυο μέρες πριν ενσκήψει ο Μπάλος ενέσκηψε ο Μπακογιάννης και ανακοίνωσε μεγαλεπήβολα σχέδια για (πολλοστή) ανάπλαση της πολύπαθης Πανεπιστημίου, που περιλαμβάνουν τη φύτευση 86 πλατάνων.

Και σε ένα «σκονάκι» που δημοσίευσαν οι υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων, με ερωτήσεις και απαντήσεις για το θέμα, διαβάσαμε ότι τα πλατάνια «αποτελούν μέρος της αστικής πανίδας της Αττικής» και ότι «είναι αειθαλή».

Διπλό το μαργαριτάρι, διότι βέβαια η πανίδα αφορά τα ζώα, όχι τα φυτά. Και όπως ξέρουμε τα πλατάνια είναι φυλλοβόλα, με εξαίρεση ένα είδος πλατάνου που δεν ευδοκιμεί στην Ελλάδα αλλά στην Αμερική.

Έγινε πολύ γέλιο στα σόσιαλ με τα πλατάνια και την πανίδα, και τελικά το διόρθωσαν, εν μέρει όμως. Έσβησαν δηλαδή το «είναι αειθαλή και καθώς» αλλά η αναφορά στην αστική πανίδα παρέμεινε!

Tελικά, αφού συνεχιζόταν το δούλεμα για την πανίδα, το διόρθωσαν κι αυτό σε «αστικής χλωρίδας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Λάθη του κορέκτορα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , , , | 219 Σχόλια »

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 11 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Οι ισχυρομνήμονες παλαιοί φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου. Πράγματι, ενώ το βουλεβάρτο είναι σήμερα λέξη της επικαιρότητας λόγω των εξαγγελιών του δημάρχου Αθηναίων, στο ιστολόγιο έχουμε ήδη βάλει ένα άρθρο με τα λεξιλογικά της λέξης αυτής, σε ανύποπτο χρόνο και με άλλη αφορμή. Οπότε, το λεξιλογικό κομμάτι είναι επανάληψη. 

Σημειώνεται ότι το άρθρο γράφτηκε πριν από τη νεροποντή που πλημμύρισε την Αττική -διαφορετικά, μπορεί σήμερα να γράφαμε για τα λεξιλογικά της γόνδολας. 

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Μεγάλη εντύπωση προκάλεσαν οι νέες ανακοινώσεις του δημάρχου Αθηναίων για το σχέδιο ανάπλασης της οδού Πανεπιστημίου. Θα φυτευτούν 86 πλάτανοι, διαβάσαμε, που θα δώσουν «την αίσθηση ενός αστικού βουλεβάρτου που θα είναι αντάξιο με τα αντίστοιχα που υπάρχουν σε πόλεις της Ευρώπης, στο Βερολίνο για παράδειγμα». Η αρχική μάλιστα ανακοίνωση του δήμου ήταν τόσο προχειρογραμμένη που αφενός επέμενε πως τα πλατάνια είναι δέντρα αειθαλή (ενώ όσοι έχουν δει ελληνικό πλάτανο ξέρουν ότι τα φύλλα του όχι μόνο πέφτουν αλλά και προκαλούν κάμποσα προβλήματα, στις πλατείες των χωριών, με την ολισθηρότητά τους) ενώ αφετέρου υποστήριζε ότι αποτελούν στοιχείο της… αστικής πανίδας ανατρέποντας όλα όσα ξέραμε για το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Ομάδες, πόλεις και περιφέρειες, μια τοπογραφία του ελληνικού ποδοσφαίρου

Posted by sarant στο 14 Οκτωβρίου, 2021

Τις προάλλες ήμουν καθηλωμένος στην καρέκλα του οδοντογιατρού, και για να περάσει η ώρα προσπαθούσα να σκέφτομαι διάφορα άσχετα, οπότε είπα να θυμηθώ ποιες είναι οι 14 ομάδες της Σούπερ Λίγκας (της Α’ Εθνικής, που λέμε εμείς οι παλιοί). Και ενώ ο γιατρός σκάλιζε, εγώ τις μετρούσα και τις ξαναμετρούσα και τις έβγαζα 13 -τελικά, αντιλήφθηκα ότι είχα ξεχάσει τον Ατρόμητο, συγγνώμη ζητώ από τους Περιστεριώτες φίλους.

Αν πάτε στο σχετικό άρθρο της Βικιπαίδειας, θα δείτε ότι έχει έναν χάρτη με τις ομάδες της Α’ Εθνικής (είπαμε, Σούπερ Λίγκα τη λένε τώρα) και τις αντίστοιχες πόλεις.

Ο χάρτης όμως είναι λειψός, έχει λάθος, διότι, αν μετρήσετε, έχει μόνο 13 ομάδες. Ποια λείπει;

Δεν έχει νόημα να σας βάλω κουίζ (άλλωστε δεν βρίσκεστε στην καρέκλα του οδοντογιατρού) οπότε θα το πάρει το ποτάμι. Από τον χάρτη της Βικιπαίδειας λείπει ο Παναιτωλικός στο Αγρίνιο. Παρακαλούνται οι βικιπαιδιστές να τον προσθέσουν -θα το έκανα εγώ, αλλά ξεπερνάει τις τεχνικές μου δεξιότητες.

Αν κοιτάξετε τον χάρτη, θα δείτε ότι από τις 14 ομάδες έχουμε 6 στην Αθήνα και τον Πειραιά, 2 στη Θεσσαλονίκη και 6 στην επαρχία (προσθέτοντας τον ξεχασμένο Παναιτωλικό).

Το ποσοστό 42% για τις ομάδες του Λεκανοπεδίου είναι βέβαια πολύ υψηλό, αλλά όπως θα δούμε παρακάτω άλλες χρονιές ήταν και ψηλότερο.

Γενικά, το ελληνικό ποδόσφαιρο ή μάλλον η ελληνική μεγάλη κατηγορία χαρακτηρίζεται από μόνιμο υδροκεφαλισμό αφού περίπου οι μισές ομάδες προέρχονται από το Λεκανοπέδιο Αττικής. Και βεβαια, αν μετρήσουμε τίτλους πρωταθλητή, τότε η κυριαρχία της Αττικής γίνεται ακόμα πιο καταθλιπτική, αφού στα 60+ πρωταθλήματα Α’ Εθνικής μόνο 4 φορές έχουν κατακτήσει τον τίτλο ομάδες εκτός Αττικής: τρεις φορές ο ΠΑΟΚ (1976, 1985, 2019) και μία φορά η Λάρισα (1988) -όπου 1988 σημαίνει 1987-88 και ούτω καθεξής.

Στην Ευρώπη υπάρχουν πολλές χώρες με πολύ πιο αποκεντρωμένα πρωταθλήματα. Καμιά ίσως δεν είναι τόσο αποκεντρωμένη όσο η Γαλλία, όπου οι 20 ομάδες της Ligue 1 εκπροσωπούν 20 διαφορετικές πόλεις και όχι μόνο φέτος, αλλά πάντοτε. Νομίζω ότι ποτε δεν έχει συμβεί στη Γαλλία να έχει μια πόλη 2 ομάδες στην Ligue 1. Το Παρίσι έχει βέβαια την Παρί Σεν Ζερμέν που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια και με τη βοήθεια των πετροδολαρίων, αλλά δεύτερη ομάδα του Παρισιού (η FC Paris) μόλις πρόσφατα ανέβηκε στη δεύτερη κατηγορία (Ligue 2) -και ούτε υπάρχει κάποια ομάδα του  ευρύτερου Παρισιού, ας πούμε της Ιλ ντε Φρανς, στη μεγάλη κατηγορία.

Αποκεντρωμένη είναι και η γερμανική Μπουντεσλίγκα, όπου μάλιστα οι ομάδες της πρωτεύουσας δεν κυριαρχούν, κάτι που μπορούμε να το αποδώσουμε και στις ιδιαιτερότητες της μεταπολεμικής ιστορίας του Βερολίνου και της Γερμανίας. Στην Αγγλία, αντίθετα, το ευρύτερο Λονδίνο έχει 7 ομάδες από τις 20 της Πρέμιερ Λιγκ (αν μετρήσουμε και τη Μπρέντφορντ για πρωτευουσιάνα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Στατιστική | Με ετικέτα: , , | 237 Σχόλια »

Η αξία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2021

Τις μέρες αυτές απεργούν οι εκπαιδευτικοί και διαμαρτύρονται για την αξιολόγηση και τις λοιπές αλλαγές που προωθεί το υπουργείο Παιδείας. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο κλάδος, όπως φαίνεται, είναι κατηγορηματικά αντίθετος με τις επιχειρούμενες αλλαγές και μάλιστα σε ποσοστό 90%, δεν πρόκειται δηλαδή για αντίθεση μόνο σε επίπεδο συνδικαλιστικών ηγεσιών που αφήνει αδιάφορη τη βάση.

Στο ιστολόγιο βέβαια λεξιλογούμε. Μάλιστα για την αξιολόγηση έχουμε ήδη λεξιλογήσει, σε άρθρο του 2017, πριν από τεσσεράμισι χρόνια. Τότε βέβαια γινόταν λόγος για μιαν άλλη αξιολόγηση: την αξιολόγηση των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης από τους «θεσμούς». Το πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό, αν και βέβαια τα λεξιλογικά δεν αλλάζουν.

Στο ιστολόγιο έχουμε πολλούς φίλους σχολιαστές (και φίλες σχολιάστριες) που είναι μάχιμοι εκπαιδευτικοί ή που έχουν πια αφυπηρετήσει, πρόσφατα ή εδώ και αρκετά χρόνια. Είναι λοιπόν προνομιακός τόπος για κάθε συζήτηση σχετικά με την εκπαίδευση -και για έναν ακόμα λόγο, ότι μας διαβάζουν αφανώς, χωρις να σχολιάζουν, πολλοί εκπαιδευτικοί ακόμα, αν τουλάχιστον κρίνω από τα μέιλ που παίρνω κατά καιρούς.

Οπότε, στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβω τα λεξιλογικά του παλιότερου άρθρου μας και θα παραθέσω και μια τοποθέτηση της Β’ ΕΛΜΕ Έβρου για την αξιολόγηση και τις λοιπές αλλαγές που προωθούνται. Θέλω όμως να δω τα δικά σας σχόλια, από εκπαιδευτικούς και μη.

Η αξιολόγηση φαίνεται λέξη αρχαία αλλά δεν είναι. Απ’ όλη την οικογένεια των λέξεων στην οποία ανήκει, μονάχα το επίθετο αξιόλογος έχει αρχαίες περγαμηνές, μια και προήλθε με συναρπαγή από τη φράση άξιος λόγου και είχε και στην αρχαιότητα σημασία παρόμοια με τη σημερινή –αξιολογώτατον χαρακτηρίζει ο Θουκυδίδης τον Πελοποννησιακό πόλεμο στο προοίμιο του έργου του.

Η αξιολόγηση όμως όχι μόνο δεν είναι λέξη αρχαία, αλλά επιπλέον όπως φαίνεται δεν πλάσθηκε ούτε από τους μεταγενέστερους ούτε καν από τους λόγιους του 19ου αιώνα, καθώς απουσιάζει από τη Συναγωγή νέων λέξεων του Κουμανούδη, και με βάση μιαν αναζήτηση στα σώματα κειμένων φαίνεται πως πρόκειται για λέξη του 20ού αιώνα, που φτιάχτηκε ως μεταφραστικό δάνειο πάνω στο πρότυπο του αγγλ. evaluation, ίσως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Για μας τους αιωνοφάγους Έλληνες λοιπόν, η αξιολόγηση είναι καινούργια λέξη. Για την έννοια αυτή λέγαμε παλιότερα αποτίμηση.

Αρχαία είναι όμως η λέξη άξιος, ο προπάτορας της αξιολόγησης. Ανάγεται στο ρήμα άγω, μέσω ενός αμάρτυρου τύπου *άγ-τιος, *άκ-τιος, και η αρχική του σημασία ήταν «αυτός που έχει ίδιο βάρος με κάτι άλλο» ή «ισότιμο με κάτι άλλο»: στην προτελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, στους αθλητικούς αγώνες στη μνήμη του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας αθλοθέτησε ένα λεβέτι «βοός άξιον» -που θ’ άξιζε όσο ένα βόδι. Στη συνέχεια, η λέξη πήρε τη σημασία «που έχει αξία», «που του πρέπει να…», ενώ χρησίμεψε ως πρώτο συνθετικό για δεκάδες σύνθετα επίθετα, από τον αξιαγάπητο ως τον αξιόχρεο, περνώντας από τον αξιοδάκρυτο, τον αξιέπαινο, τον αξιοθρήνητο ή τον αξιοκατάκριτο –δεν συνδέεται δηλαδή μόνο με θετικές σημασίες.

Η έκφραση άξιον εστίν, με τη σημασία «αξίζει, ταιριάζει», αποτέλεσε την αρχή ενός μεγαλυναρίου της Παναγίας («άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον») και δόθηκε ως τίτλος σε μιαν αγιονορείτικη εικόνα της Θεοτόκου, που με θαυματουργό τρόπο υποτίθεται πως συνδέθηκε με τη γέννηση του ύμνου –και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη οικογένεια εικόνων· από εκεί, βέβαια, και ο τίτλος του ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη, που το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης σε μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της έντεχνης λαϊκής μουσικής του 20ού αιώνα.

Να σημειώσουμε και τον μεσαιωνικό τύπο άξος, που τον βρίσκουμε όχι μόνο σε δημοτικά τραγούδια αλλά και στην ποίηση του Βάρναλη (Κρεβάτι εσύ, όπου γνώρισα το μέγα σκίρτημα, άξο / της Άγιας Τράπεζας μικρή αδερφή να σε φωνάξω), ενώ μεσαιωνικό είναι και το ρήμα αξίζω, που μερικοί κακώς το συντάσσουν με γενική, επηρεασμένοι από τη σύνταξη του επιθέτου όπου η γενική έχει τη θέση της. Έτσι, λέμε απορίας άξιο, άξιος της τύχης του, άξιος λόγου, άξιος του ονόματός του, αλλά αξίζει τον κόπο, αξίζει τα λεφτά του, δεν αξίζει φράγκο.

Στην ίδια οικογένεια έχουμε και την αξία, το ρήμα αξιώ (αξιώνω σήμερα), την αξίωση, το αξίωμα και τον αξιωματικό. Ο Μαρξ μάς δίδαξε για τον νόμο της αξίας, τον αυθόρμητο ρυθμιστή της οικονομίας στον καπιταλισμό, για το χρήμα ως μέτρο της αξίας και για την υπεραξία που παράγουν οι εργαζόμενοι και που την ιδιοποιείται ο κεφαλαιοκράτης, ο κάτοχος των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ διέκρινε σε κάθε εμπόρευμα δύο διαστάσεις της αξίας, την αξία χρήσης και την ανταλλαχτική αξία. Στο Ψαράκι της γυάλας, ο Μάριος Χάκκας διακρίνει και μια τρίτη διάσταση, την παραλλαχτική· έτσι, ο διστακτικός αριστερός συμμετέχει στις διαδηλώσεις των ιουλιανών κρατώντας ένα καρπούζι παραμάσχαλα, για να φαντάζει νοικοκύρης άνθρωπος.

Για την αξιολόγηση ειδικά των εκπαιδευτικών, που προβάλλεται από κάποιους ως πανάκεια που θα λύσει όλα τα προβλήματα της εκπαίδευσης, σε εκείνο το παλιό άρθρο ο φίλος μας ο Γιάννης Κ. είχε γράψει: Αξιολόγηση εκπαιδευτικών; Ναι, απαραιτήτως. Αλλά όχι ελληνικού τύπου, με βάση τα φρονήματα του εκπαιδευτικού, τους πολιτικούς του προστάτες και μπαρμπάδες στην Κορώνη που τυχόν διαθέτει. Τριάντα χρόνια στον χώρο, μιλάω μετά λόγου γνώσεως. Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτή τη σουί γκένερις χώρα δικτυωμένοι και με άκρες είναι οι άχρηστοι, οι τεμπέληδες και οι αργόμισθοι. Οι άλλοι παιδεύονται με ίδιες δυνάμεις και εξαρτώνται από τα κέφια των κλικών και των καρεκλοκένταυρων. Για ποια αξιολόγηση μιλάμε, λοιπόν; Την αντικειμενική, που αποσκοπεί στη βελτίωση της εκπαίδευσης ή στην «αξιολόγηση», που αποσκοπεί στις απολύσεις των «άλλων» και στην προώθηση των «ημέτερων»; Τα αυτονόητα των πολιτισμένων χωρών δεν είναι αυτονόητα σ’ αυτή τη μαγική χώρα.

Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια, τότε που μια δασκάλα από τη Ραφήνα είχε ξεκινήσει έναν εντελώς αβάσιμο θόρυβο ότι τάχα η νέα γραμματική του δημοτικού… καταργεί το η και το ω (η γνωστή «Φωνηεντιάδα») κάποιοι είχαν γράψει ότι «αν υπήρχε αξιολόγηση η συγκεκριμένη δασκάλα θα είχε απολυθεί». Εγώ πάλι υπέθεσα, βάσιμα νομίζω, ότι θα είχε αξιολογηθεί με πολύ καλό βαθμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 5

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την πέμπτη συνέχεια, με την οποία περνάμε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην». Εδώ ο πατέρας μου σκιαγραφεί ορισμένους καθηγητές που τον επηρέασαν και τους αγάπησε. Στη σημερινή συνέχεια θα δούμε ένα σύντομο πορτρέτο του Γιώργου Βαλέτα κι ένα εκτενέστατο του Μίλτη Παρασκευαΐδη, για τον οποίο ο πατέρας μου έχει γράψει σε ολα τα έργα του που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα -κι έτσι, μοιραία, υπάρχουν επαναλήψεις. Το σημερινό άρθρο συνοδεύεται από αρκετά τεκμήρια και γι’ αυτό είναι κάπως βαρύ. 

ΙΙ

Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην

Μη έχοντας τεκμηριωμένα στοιχεία για όλους τους καθηγητές που είχαμε στο Γυμνάσιο και πρέπει συνολικά να ξεπερνούν τους τριάντα, μνημονεύω παρακάτω μόνον έξι από αυτούς. Αν τώρα έχω επιμείνει στη σκιαγράφηση των τριών από τους έξι, αυτό έγινε όχι γιατί ήταν οι μόνοι σπουδαίοι  καθηγητές που είχαμε, αλλά γιατί είναι οι μόνοι που τους γνώρισα από κοντά και τους αγάπησα.

Για τους άλλους τρεις, επίσης εξαιρετικούς παιδαγωγούς και επιστήμονες, αναφέρω μόνο βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, που μου έδωσε ο Κώστας Μίσσιος ή βρήκα στην αξιόλογη περιοδική έκδοση «Παιδαγωγικό Βήμα Αιγαίου» του Αρ. Γκουτζαμάνη και σε άλλα περιοδικά της Λέσβου, όπως τα «Μανταμαδιώτικα».

 

Γιώργος Βαλέτας

Τον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή, εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

 

Μίλτης Παρασκευαΐδης

Με την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος Κανόνης, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »