Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πώς βέλαζε το αρχαιοελληνικό πρόβατο; (Γιάννης Χάρης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2016

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου Γιάννη Χάρη, που το δημοσίευσε το Σάββατο στην Εφημερίδα των Συντακτών και μετά το αναδημοσίευσε στο ιστολόγιό του, επειδή αφορά ένα θέμα που το συζητάμε ταχτικά στο ιστολόγιο αλλά για το οποίο δεν έχω γράψει ως τώρα ειδικό άρθρο -και δεν έχω γράψει επειδή δεν αισθάνομαι ότι κατέχω καλά το θέμα: την προφορά των αρχαίων ελληνικών.

Θα μπορούσα να περιμένω ως την επόμενη εβδομάδα, όπου ο Γιάννης θα δημοσιεύσει τη συνέχεια του άρθρου του, αλλά νομίζω ότι και έτσι αναπτύσσει πειστικά τα επιχειρήματά του. Επιπλέον, στο τέλος του άρθρου λέω και δυο δικά μου λόγια και προσθέτω κι ένα πολύ ενδιαφέρον λινκ.

Πώς βέλαζε το αρχαιοελληνικό πρόβατο;

Ὁ δ’ ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ βῆ λέγων βαδίζει! γράφει σε μια κωμωδία του ο Κρατίνος τον 5ο αιώνα π.Χ. Ώστε βη βη κάναν τα αρχαία πρόβατά μας; Και πού η αδιατάραχτη συνέχεια κτλ.;

Μην ταραζόμαστε. Μπέε μπέε κάναν κι εκείνα, σαν τα νεοελληνικά πρόβατά μας, αφού το β προφερόταν μπ, και το η σαν μακρό ε, δηλαδή εε.

Έτσι και η αρχαία αγελάδα, που τους παλιούς τους χρόνους μυκάται, κάνει δηλαδή μυ, και η αρχαία κατσίκα, που μηκάται, κάνει δηλαδή μη, δεν έκαναν ίδια και οι δυο τους [mi], αλλά μου η μία, και μέε η άλλη, σαν τις σημερινές, αφού το υ προφερόταν ου, και το η, όπως είπαμε ήδη, εε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , , | 206 Comments »

Δαμόκλειος κόφτης

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2016

koftiΤο άρθρο γράφεται ενώ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η συνεδρίαση στη Βουλή σχετικά με το πολυνομοσχέδιο που έφερε η κυβέρνηση ενόψει της κρίσιμης συνεδρίασης της Ευρωομάδας, αλλά όλα δείχνουν πως το νομοσχέδιο θα συγκεντρώσει την πλειοψηφία των βουλευτών. Λιγότερο βέβαιο είναι το αν, πότε και πώς θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, καθώς και το ποια θα είναι τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του νομοσχεδίου.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Και σε λεξιλογικό επίπεδο, μια πολύ πιθανή συνέπεια του πολυνομοσχεδίου και της σχετικής συζήτησης, είναι ότι μας χάρισε μια από τις λέξεις της χρονιάς. Και εννοώ βέβαια τη λέξη του τίτλου, τον κόφτη. (Kι άλλη μια λέξη γεννήθηκε από το πολυνομοσχέδιο, και εννοώ τη λέξη υπερταμείο, αλλά δεν νομίζω να πιάσει τη δημοτικότητα του κόφτη).

Φυσικά, πρόκειται για ανεπίσημη ονομασία, που όμως καθιερώθηκε ακαριαία, σε σημείο που να είναι δύσκολο να θυμηθούμε πώς είναι η επίσημη ονομασία του μηχανισμού αυτού. Αν δεν κάνω λάθος, στο νομοσχέδιο ονομάζεται Μηχανισμός Αυτόματης Δημοσιονομικής Σταθεροποίησης ή ίσως Μηχανισμός Αυτόματης Δημοσιονομικής Διόρθωσης, αλλά δεν ξέρω ποιο από τα δύο, διότι δεν διάβασα το νομοσχέδιο (οι βουλευτές πάντως που το ψήφισαν ή το καταψήφισαν το διάβασαν, διότι βέβαια δεν είχε έκταση 7500 σελίδες όπως επικράτησε να λέγεται: το νομοσχέδιο ήταν γύρω στις 400 σελίδες, μαζί με την εισηγητική έκθεση, τα υπόλοιπα ήταν τεχνικά παραρτήματα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 323 Comments »

Το περίπτερο (Δημήτρης Μαρτίνος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2016

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος είχε δημοσιεύσει εδώ, σε συνεχόμενα σχόλια, πριν από μερικές μέρες, το αφήγημά του «Το γριπάκι», όπου περιγράφει ιστορίες από νεανικά καλοκαίρια στα Θερμιά. Του ζήτησα να μου το στείλει ολόκληρο να το βάλω κάποια στιγμή το καλοκαίρι, κι έτσι έγινε, και μαζί μού έστειλε κι ένα μικρότερο, το Περίπτερο, που το παρουσιάζω σήμερα.

Μια και ο Δημήτρης είναι παλιός συνάδελφος, και είναι και μεγαλύτερός μου, από σεβασμό δεν αλλάζω το πολυτονικό που διαλέγει να χρησιμοποιεί, παρόλο που η γλώσσα του είναι καθαρή, στρωτή νεοελληνική, δηλαδή δεν έχει ανάγκη τα αλεξαντριανά σκουληκάκια σε τίποτα. (Τελικά, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έστειλε μονοτονισμένο το κείμενο και το βάζω στο τέλος για όσους διαβάζουν από κινητές συσκευές και έχουν πρόβλημα με τους τονισμένους χαρακτήρες).

Νησιώτικο το αφήγημα και ψαράδικο, έχει και την ανάλογη ορολογία. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε στο τέλος λέω δυο πράγματα.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης τοῦ ᾿79, τελευταῖο Σαββατοκύριακο. Μὲ δυὸ φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, γιὰ τὰ Θερμιὰ μὲ τὸ Ἅγιος Γεώργιος, τὸ πρῶτο, τὸ μικρὸ φερυμπὼτ τοῦ Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικὸς στὸ βαπόρι ἕνας ᾿ξάδερφος καὶ μᾶς προσκαλεῖ γιὰ καφὲ στὸ σαλόνι τῆς πρώτης θέσης. Μετὰ τὰ γενικὰ ἡ κουβέντα γυρίζει στὸ ψάρεμα.

-«Τί γίνεται ρὲ ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» μὲ ρωτάει.

-«Νὰ σοῦ πῶ», τοῦ ἀπαντῶ. «Ἔχω βρεῖ ἕνα περίπτερο κάτω ἀπ᾿ τὸ Φανάρι. Θὰ περάσω τ᾿ ἀπόγεμα νὰ πάρω δυὸ σαργούς, ἴσαμ᾿ ἑνάμισι κιλὸ κι οἱ δυὸ μαζί.»

-«Καλὰ, δεμένα τά ᾿χεις;» ξαναρωτάει ὁ ᾿ξάδερφος.

-«Αὔριο τ᾿ ἀπόγεμα ποὺ θὰ γυρίζουμε θὰ σοῦ πῶ», τοῦ ξαναλέω.

Δὲν συνήθιζα νὰ κάνω «δηλώσεις» τέτοιου εἴδους πρὶν ἀπὸ τὸ ψάρεμα, γιατὶ εἶχα ἀρκετὴ πεῖρα ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ξέρω πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ἀβέβαιο. Ἐκτὸς αὐτὰ ποὺ λέγαν οἱ παλιοί: «τὰ ψάρια στὸ γιαλό, τὸ τσουκάλι στὴ φωτιὰ» ἢ «τοῦ κυνηγοῦ καὶ τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο δέκα φορὲς εἶν᾿ ἀδειανὸ καὶ μιὰ φορὰ γεμᾶτο» εἶχα καὶ ὁ ἴδιος «πικρὰν πεῖραν». Δὲν ξεχνοῦσα τὸ κάζο ποὺ εἴχαμε πάθει λίγα  χρόνια πρίν. Ἐκεῖ κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70 εἴχαμε φτιάξει στὸ Μέριχα μιὰ παρέα νεανική, φοιτητὲς οἱ περισσότεροι, τὴν περίφημη «κουσέρβα». Τ᾿ ὄνομα τὸ «κλέψαμε» ἀπὸ τοὺς ψαράδες ποὺ ὀνόμαζαν ἔτσι τοὺς περιστασιακοὺς συνεταιρισμοὺς ποὺ ἔκαναν, ὅποτε μαζεύονταν γιὰ νὰ κάνουν ψαρέματα ποὺ ἤθελαν πολλὰ χέρια ἢ πολλὰ σκάφη.

Βασικές μας ἀσχολίες τὸ ψαροντούφεκο καὶ τὸ «καμάκι». Τὸ ψαροντούφεκο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διασκέδαση ποὺ μᾶς ἔδινε,  τροφοδοτοῦσε  τὶς βραδινές μας κρασοκατανύξεις μὲ λαχταριστοὺς θαλασσινοὺς μεζέδες.  Συνήθως ὅ,τι πιάναμε  τὰ πηγαίναμε στὶς ταβέρνες τῆς κυρα-Ρήνης ἤ τῆς Καλλιόπης ποὺ μᾶς τά ᾿φτιαχναν καὶ παίρναμε ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τὶς σαλάτες καὶ τὸ κρασί. Ἔτσι τὴ βγάζαμε πολὺ φτηνά, γιατὶ τὰ λεφτά μας ἦταν λιγοστά. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὸ ρεφενὲ τὸν πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία, οἰκογενειάρχες, ἐργαζὸμενοι, πιὸ ἄνετοι οἰκονομικὰ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ φοιτηταριό, ποὺ γουστάρανε τὴν παρέα μας καὶ συχνὰ μᾶς συντρόφευαν σ᾿ αὐτὲς τὶς κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ἀκολουθοῦσε γλέντι, μὲ κασέτες  τὶς περισσότερες φορές, ἐνῶ, πιὸ σπάνια, σὲ  εἰδικὲς περιπτώσεις, παίρναμε  τὰ βιολιά. Τὰ γλέντια αὐτὰ κρατοῦσαν μέχρι τὸ πρωὶ συνήθως καὶ ξενυχτούσαμε ὅλο το Μέριχα μὲ τὶς φωνές, τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια μας. Κανένας ὅμως δὲ μᾶς γκρίνιαζε, γιατὶ χαιρόταν ποὺ ἐμεῖς οἱ «ἀξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ πίναμε καφὲ στὸν καφενὲ τοῦ Μάρκου κοντὰ στὴ θάλασσα, πέρασε ὁ Μανώλας μὲ τὸ παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιὸς ψαράς, παραγαδιάρης καὶ «φουσεκάς». Παρ᾿ ὅλο πού ᾿χε γιὸ πιὸ μεγάλον ἀπὸ μᾶς, γούσταρε τὴν παρέα μας καὶ πάντα εἶχε ἕτοιμο τὸ καλαμποῦρι γιὰ νὰ μᾶς πειράξει, συνήθως γιὰ τὶς τουρίστριες πού, ὅπως εἴπαμε, ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς βασικές μας ἀσχολίες. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως μᾶς ζύγωσε μὲ ὕφος συνωμοτικὸ καὶ μᾶς εἶπε μὲ χαμηλὴ φωνή:

«Ρὲ σεῖς, ἔχω σκοτώσει κάτι ψάρια ἐκειδὰ στὴν ξέρα τοῦ Μπιλίνου, ἀπὸ τὴ μέσα μεριά, στὸ μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα ποὺ βγήκανε στὸν ἀφρό, ὅμως τὰ πιὸ πολλὰ βουλιάξανε. Άντέτε νὰ τὰ μαζέψετε, δὲν εἶναι βαθιὰ, πεντέξι ὀργιές. Ὅμως τὸ νοῦ σας, τσιμουδιὰ σὲ κανέναν!»

Στὸ λεπτὸ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση καὶ κανονίστηκε ποιοὶ θὰ πήγαιναν. Ἐγὼ εἶχα κάποια δουλειὰ καὶ δὲ θὰ πήγαινα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, ἐκτὸς ἀπ᾿  τὴ δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κιόλας γιατὶ μοῦ ᾿χε πεῖ ὁ Δημήτρης, ὁ γιὸς τοῦ Μανώλα, πὼς μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε βουτήξει γιὰ σκοτωμένα ψάρια, ἦρθε μούρη μὲ μούρη μ᾿ ἕνα σκυλόψαρο ποὺ εἶχε πάει νὰ τὰ φάει.  Ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ μὴν πάει ὁλόκληρη ἡ παρέα γιὰ νὰ μὴν ἁπλώσει πολὺ τὸ πράμα καὶ μαθευτεῖ. Ἐξ ἄλλου τὰ ψάρια περίμεναν ἐκεῖ, σκοτωμένα, κι οὔτε κυνῆγι ἤθελαν, οὔτε ντουφέκισμα.

Ὅπως κι ἔγινε. Ὅσοι πῆγαν μάζεψαν τὰ ψάρια στὸ ἅψε-σβῆσε καὶ μετὰ ἄρχισαν νὰ τὰ τρυποῦν μὲ τὸ καμάκι πάνω στὴ βάρκα. Σὲ λίγη σχετικὰ ὥρα  γύρισαν στὸ λιμάνι, ὅπου εἶχε μαζευτεῖ καὶ ἡ ὑπόλοιπη παρέα μαζὶ μὲ τοὺς συνηθισμένους περίεργους. Καθὼς  τοὺς εἶδαν νὰ γυρίζουν νωρὶς ἄρχισαν τὰ σχόλια τοῦ τύπου «νηστικοὶ θὰ μείνουμε ἀπόψε»  ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρανε τί ἔτρεχε ἀκριβῶς. Μόλις ὅμως εἴδανε τὰ ψάρια μείνανε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτό. Ἕνας εἶπε μάλιστα: «Γιὰ δὲς ἀστεῖα-ἀστεῖα οἱ μαλάκες!», φράση ποὺ ἔμεινε παροιμιώδης γιὰ τὴν παρέα καὶ τὴ θυμόμαστε ἀκόμα, ὅποτε βρισκόμαστε ὅσοι ἔχουμε ἀπομείνει.

Τὸ βράδυ ἀκολούθησε ψαροφαγία καὶ οἰνοποσία, ὅπου καὶ ἀποφασίστηκε μεγάλη ἐξόρμηση γιὰ τὴν ἄλλη μέρα. Θὰ πήγαινε ὅλη ἡ ὁμάδα σὲ πλήρη σύνθεση καὶ μάλιστα μὲ δυὸ βάρκες,  ἐπειδὴ δὲ χωρούσαμε σὲ μιά. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Κώστας, ποὺ δὲν ἤξερε τὸ μυστικὸ τῆς τελευταίας ψαριᾶς, προσφέρθηκε νὰ κάνει τὸ μάγειρα: «Ρὲ σεῖς δὲν ἐρχόσαστε αὔριο στὸ σπίτι μου, στὴν Πισκοπή; Θὰ πάρω τὸ καζάνι τοῦ πανηγυριοῦ ὰπὸ τὸν Ἅι-Βλάση καὶ θὰ φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας τὴν ποσότητα τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει ἡ μισὴ ὁμάδα σὲ λίγη ὥρα, ἦταν σίγουρος πὼς τὴν ἑπομένη, ποὺ θά ᾿μαστε ὅλοι καὶ μάλιστα ἀπὸ νωρίς, θὰ σηκώναμε ὅλη τὴ θάλασσα. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ἄλλη μέρα φορτώθηκε τὸ καζάνι (ποὺ μέσα του βράζανε ὁλάκερο ἀρνὶ ἢ κατσίκι στὰ πανηγύρια), καθάρισε καὶ μισὸ τσουβάλι πατάτες καὶ κρεμμύδια γιὰ την κακκαβιὰ καὶ μᾶς περίμενε νὰ φέρουμε τὰ ψάρια. Κι ὁ διάολος τά ᾿φερε ὅλα στραβὰ τὴ μέρα ἐκείνη.Ὄχι μόνο δὲν πιάσαμε τὰ ψάρια τῆς προηγούμενης μέρας, ἀλλὰ οὔτε αὐτὰ ποὺ πιάναμε τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἔτσι τὸ βράδυ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καζούρα, φάγαμε μπριζόλες καὶ πατάτες τηγανητές. Ὅσο γιὰ τὰ κρεμμύδια, βάλαμε ὅσα μπορέσαμε στὴ σαλάτα καὶ τὰ ὑπόλοιπα μείνανε γιὰ κατάπλασμα!

Ὁ ξάδερφος, ἄν καὶ ἔλειπε ὅταν ἔγιναν αὐτὰ ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ἤξερε τὴν ἱστορία γιατὶ  ἄκουγε νὰ τὴ λέμε συχνὰ ὅποτε μαζευόμαστε. Ἄν καὶ μεγαλύτερός μας, ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τὸν περίγυρο τῆς παρέας κι  ὅποτε ξεμπαρκάριζε καὶ βρισκόταν  στὸ νησὶ  ἐρχόταν στὰ γλέντια μας. Δὲν εἶπε  τίποτα, μονάχα μὲ κοίταξε μ᾿ ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο σὰ νὰ μοῦ ᾿λεγε: «Καλά, αὐτὰ ποὺ λὲς μᾶς τά ᾿παν κι ἄλλοι»  καὶ φύλαξε τὸ δούλεμα γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἐγὼ πάλι, δὲν ξέρω γιατί, εἶχα μιὰ σιγουριὰ ὅτι τὰ ψάρια θά ᾿ταν ἐκεῖ νὰ μὲ περιμένουν.Ὄχι χωρὶς λόγο βέβαια. Πρὶν ἀπὸ κανα μήνα εἶχα ἀνακαλύψει, κάτω ἀπὸ τὸ Φανάρι, στὴ μπούκα τοῦ λιμανιοῦ, μιὰ τρύπα γεμάτη σαργούς. Τὴν πρώτη φορὰ εἶχα χτυπήσει ἕναν γὺρω στὰ τρία τέταρτα. Ξαναπῆγα ἄλλα δυὸ Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στὸ νησί). Τὴ μιὰ φορὰ πῆρα ἕναν καὶ τὴν ἄλλη δυό: ἕναν στὸν πηγαιμὸ (ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μέριχα πρὸς τὴν Πισκοπὴ) κι ἕναν στὸ γυρισμὸ στὴ βάρκα (τὴ φουντάριζα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Φανάρι). Ὅλα τὰ ψάρια ἦταν μεγάλα, πάνω ἀπὸ μισόκιλο. Τὸ Φανάρι ἦταν τότε φοβερὸς ψαρότοπος. Ὁ βυθὸς πανέμορφος, γεμᾶτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στὸ βυθὸ ἀπὸ τὴ μανία τῆς θάλασσας ποὺ σφυροκοπάει τὸν κάβο χιλιάδες, ἑκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορὲς εἶχα μείνει νὰ κοιτάζω ἔκπληκτος τὸν πλοῦτο τῶν ψαριῶν, χωρὶς τελικὰ νὰ πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στεῖρες, συναγρίδες ὅλα μαζὶ σ᾿ ἕνα μαγικὸ μπαλέτο τοῦ βυθοῦ καὶ νὰ μὴν ξέρεις ποῦ νὰ πρωτοβουτήξεις. Στὸ τέλος, ὅταν τ᾿ ἀποφάσιζες νὰ βουτήξεις, τά ᾿βλεπες νὰ σκορπίζουν σιγὰ σιγὰ καὶ νὰ κατηφορίζουν στὸ γαλάζιο χάος. Ἡ τρύπα ἐκείνη ὅμως ἦταν ἀλλιώτικη. Οἱ σαργοὶ τριγύριζαν ἀπ᾿ ἔξω καὶ μόλις βούταγα ἔμπαιναν μέσα καὶ τριγύρναγαν στὸ βάθος της. Φακὸ δὲν εἶχα (τότε τὰ ψάρια ἦταν πιὸ ἀπονήρευτα καὶ δὲν χρειαζόταν).  Ἔβαζα μέσα τὸ κεφάλι καὶ μόλις συνήθιζαν τὰ μάτια στὸ μισοσκόταδο ἔβλεπα τὶς ἀσημένιες σιλουέτες καὶ ντουφέκιζα. Τότε δὲν ἤξερα τί γίνεται. Σήμερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, εἶμαι σίγουρος πὼς κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῆς τρύπας, στὰ σκοτεινά, θαλάμιαζε ἕνας μεγάλος ροφός. Γι᾿ αὐτὸ «κοπάδιαζαν» ἐκεῖ οἱ σαργοί, ἀναγκάζοντάς με νὰ τὴν ὀνοματίσω «περίπτερο».

Τὸ ἀπόγευμα συναντηθήκαμε μὲ τὴν παρέα στὸ μόλο, μπροστὰ στὴ βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρὰ Θεοῦ, μὲ μιὰν ἀραιὴ συννεφιά. Ἡ γλύκα τῆς ἀρχῆς τοῦ φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στὸν τόπο σταμάτησα τὴ βάρκα κι οὔτε ποὺ φουντάραμε τὸ σίδερο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἄλλοι δυὸ εἶχαν ἔρθει γιὰ παρέα καὶ θά ᾿μεναν στὴ βάρκα.

Τότε δὲν εἶχαν βγεῖ ἀκόμα τὰ καινούργια ψαροντούφεκα μὲ τὶς μακριὲς λεπτὲς βέργες ποὺ καταλήγουν σὲ αἰχμή, τὶς ταϊτιέν, καὶ ψάρευα μὲ τρίαινα. Δὲν ξέρω γιατί, ἴσως κάτι μέσα μου, αὐτὸ τὸ ἔνστικτο τοῦ κυνηγοῦ τὸ ἀρχέγονο, μ᾿ ἔκανε νὰ ξεβιδώσω τὴν τρίαινα καὶ νὰ βάλω τὴ δελφινιέρα. Μόλις ἔπεσα στὴ θάλασσα εἶδα ἀμέσως τὰ γνωστὰ σημάδια τῆς τρύπας. Τὴν εἶχα μάθει πιὰ τόσο καλὰ ποὺ σταμάτησα τὴ βάρκα σχεδὸν ἀπὸ πάνω. Πῆρα δυὸ-τρεῖς βαθειὲς ἀνάσες καὶ βούτησα. Μόλις ἔφτασα στὴν τρύπα καὶ κοίταξα μέσα ἦταν πιὸ σκοτεινὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες φορές. Ὁ φθινοπωριάτικος ἥλιος μὲ τὴν ἀραιὴ συννεφιὰ δὲ φώτιζε καὶ τόσο καλά. Γρήγορα ὅμως τὰ μάτια μου συνήθισαν καὶ ξεχώρισαν μιὰ κίνηση στὸ βάθος. Χωρὶς ἀργοπορία σημάδεψα πρὸς τὰ ᾿κεῖ,  ντουφέκισα κι ἀμέσως τράβηξα τὸ κορδὸνι τῆς βέργας. Ἡ βέργα ὅμως δὲν ἐρχόταν. Γιὰ κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μὴπως τὸ ψάρι ποὺ χτύπησα  ἦταν ροφὸς κι εἶχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπὸν μέσα στὴν τρύπα, ὅσο πιὸ βαθιὰ χωροῦσα καὶ κατάφερα νὰ πιάσω τὴ βέργα. Μὲ δυὸ-τρία ἀπότομα κουνήματα κατάφερα νὰ τὴν ξεμπλέξω καὶ τὸτε τί νὰ δῶ: δυὸ μεγάλοι σαργοί, ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στὴ βέργα!

Ἀνέβαινα κρατώντας μὲ τὰ δυό μου χέρια τὴ βέργα ὰπὸ τὶς ἄκρες της καὶ τὰ ψάρια ἀνάμεσα. Ἔτσι ξεμπρόβαλα μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ μὲ τὰ χέρια στὴν ἀνάταση καὶ μιὰ κραυγὴ θριάμβου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὶς φωνὲς τῶν δυὸ φίλων ἀπὸ τὴ βάρκα.

Δημήτρης  Στεφ. Μαρτῖνος

 

Λεξιλογικά-φρασεολογικά

Να πω δυο πράγματα λεξιλογικά, παρόλο που το ψάρεμα δεν είναι καθόλου το φόρτε μου -ουσιαστικά δεν έχω ψαρέψει ποτέ.

* Ο συγγραφέας παραθέτει τη γνωστή παροιμία για «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο». Να προσθέσω κι άλλες δύο που τις βρίσκω στα Κεφαλονίτικα γνωμικά του Λουκάτου, ο οποίος έχει και την παραπάνω.

«Του κυνηγού και του ψαρά, έρμο είναι το σπίτι του», αλλά και:

«Το ψάρι θέλει πομονή και το κυνήγι πείσμα», μια ακόμα από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο, που εδώ φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη.

* φουσεκάς, ο ψαράς που δουλεύει με δυναμίτη (φουσέκι)

* κουσέρβα, μια πολύ ενδιαφέρουσα λέξη που είναι δάνειο από τα βενετικά -και βέβαια, από την ίδια ρίζα, αλλά από τα γαλλικά, έχουμε δανειστεί την πολύ πιο κοινή κονσέρβα.

Κουσέρβα στο αφήγημα του Δημήτρη είναι οι περιστασιακοί συνεταιρισμοί που έκαναν οι ψαράδες όταν μια αλιευτική εξόρμηση χρειαζόταν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη. Η σημασία αυτή πράγματι υπάρχει, αλλά η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία, τα πλοία που πηγαίνουν μαζί ή το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Ο όρος υπάρχει στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, όπου ο ναυτικός μπαρμπα-Στεφανής, αγανακτισμένος από το εκλογικό ψηστήρι που του κάνει ο κυρ Μανώλης, εξεγείρεται και αρχίζει να του τα ψέλνει, χρησιμοποιώντας αρμαθιά ναυτικούς όρους, και λέει, ανάμεσα στα άλλα: «Για καμιά τσομπανοφλοέρα με πήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σε τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;»

Αλλά και στο διήγημα «Για τα ονόματα», ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει δυο φιλους που παίρνουν γραμμή τα σπίτια όσων γιορτάζουν για να δεχτούν κεράσματα: συνήθιζον οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον

Μονοτονική μορφή

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης του ’79, τελευταίο Σαββατοκύριακο. Με δυο φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, για τα Θερμιά με το Άγιος Γεώργιος, το πρώτο, το μικρό φερυμπώτ του Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικός στο βαπόρι ένας ’ξάδερφος και μας προσκαλεί για καφέ στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Μετά τα γενικά η κουβέντα γυρίζει στο ψάρεμα.

 

-«Τι γίνεται ρε ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» με ρωτάει.

-«Να σου πω» του απαντώ. «Έχω βρει ένα περίπτερο κάτω απ’ το Φανάρι. Θα περάσω τ’ απόγεμα να πάρω δυο σαργούς, ίσαμ’ ενάμισι κιλό κι οι δυο μαζί.»

-«Καλά δεμένα τα ’χεις;» ξαναρωτάει ο ’ξάδερφος.

-«Αύριο τ’ απόγεμα που θα γυρίζουμε θα σου πω» του ξαναλέω.

Δεν συνήθιζα να κάνω «δηλώσεις» τέτοιου είδους πριν από το ψάρεμα, γιατί είχα αρκετή πείρα ο ίδιος για να ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβέβαιο. Εκτός αυτά που λέγαν οι παλιοί: «τα ψάρια στο γιαλό, το τσουκάλι στη φωτιά» ή «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο» είχα και ο ίδιος «πικράν πείραν». Δεν ξεχνούσα το κάζο που είχαμε πάθει λίγα χρόνια πριν. Εκεί κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαμε φτιάξει στο Μέριχα μια παρέα νεανική, φοιτητές οι περισσότεροι, την περίφημη «κουσέρβα». Τ’ όνομα το «κλέψαμε» από τους ψαράδες που ονόμαζαν έτσι τους περιστασιακούς συνεταιρισμούς που έκαναν, όποτε μαζεύονταν για να κάνουν ψαρέματα που ήθελαν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη.

Βασικές μας ασχολίες το ψαροντούφεκο και το «καμάκι». Το ψαροντούφεκο, εκτός από τη διασκέδαση που μας έδινε, τροφοδοτούσε τις βραδυνές μας κρασοκατανύξεις με λαχταριστούς θαλασσινούς μεζέδες. Συνήθως ό,τι πιάναμε τα πηγαίναμε στις ταβέρνες της κυρα-Ρήνης ή της Καλλιόπης που μας τα ’φτιαχναν και παίρναμε από το μαγαζί τις σαλάτες και το κρασί. Έτσι τη βγάζαμε πολύ φτηνά, γιατί τα λεφτά μας ήταν λιγοστά. Τις πιο πολλές φορές το ρεφενέ τον πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στην ηλικία, οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, πιο άνετοι οικονομικά από εμάς το φοιτηταριό, που γουστάρανε την παρέα μας και συχνά μας συντρόφευαν σ’ αυτές τις κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ακολουθούσε γλέντι, με κασέτες τις περισσότερες φορές, ενώ πιο σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις, παίρναμε τα βιολιά. Τα γλέντια αυτά κρατούσαν μέχρι το πρωί συνήθως και ξενυχτούσαμε όλο το Μέριχα με τις φωνές, τους χορούς και τα τραγούδια μας. Κανένας όμως δε μας γκρίνιαζε, γιατί χαιρόταν που εμείς οι «αξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μια μέρα, εκεί που πίναμε καφέ στον καφενέ του Μάρκου κοντά στη θάλασσα, πέρασε ο Μανώλας με το παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιός ψαράς, παραγαδιάρης και «φουσεκάς». Παρ’ όλο που ’χε γιό πιο μεγάλον από μας, γούσταρε την παρέα μας και πάντα είχε έτοιμο το καλαμπούρι για να μας πειράξει, συνήθως για τις τουρίστριες που, όπως είπαμε, ήταν μια από τις βασικές μας ασχολίες. Αυτή τη φορά όμως μας ζύγωσε με ύφος συνωμοτικό και μας είπε με χαμηλή φωνή:

«Ρε σεις, έχω σκοτώσει κάτι ψάρια εκειδά στη ξέρα του Μπιλίνου, από τη μέσα μεριά, στο μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα που βγήκανε στον αφρό, όμως τα πιο πολλά βουλιάξανε. Αντέτε να τα μαζέψετε, δεν είναι βαθειά, πεντέξι οργιές. Όμως το νου σας, τσιμουδιά σε κανέναν!»

Στο λεπτό πάρθηκε η απόφαση και κανονίστηκε ποιοι θα πήγαιναν. Εγώ είχα κάποια δουλειά και δε θα πήγαινα. Η αλήθεια είναι πως, εκτός απ’ τη δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κι’ όλας γιατί μού ’χε πει ο Δημήτρης, ο γιός του Μανώλα, πως μια φορά που είχε βουτήξει για σκοτωμένα ψάρια, ήρθε μούρη με μούρη μ’ ένα σκυλόψαρο που είχε πάει να τα φάει. Έτσι αποφασίστηκε να μην πάει ολόκληρη η παρέα για να μην απλώσει πολύ το πράμα και μαθευτεί. Εξ άλλου τα ψάρια περίμεναν εκεί, σκοτωμένα κι ούτε κυνήγι ήθελαν, ούτε ντουφέκισμα.

Όπως κι έγινε. Όσοι πήγαν μάζεψαν τα ψάρια στο άψε-σβύσε και μετά άρχισαν να τα τρυπούν με το καμάκι πάνω στη βάρκα. Σε λίγη σχετικά ώρα γύρισαν στο λιμάνι, όπου είχε μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα μαζί με τους συνηθισμένους περίεργους. Καθώς τους είδαν να γυρίζουν νωρίς άρχισαν τα σχόλια του τύπου «νηστικοί θα μείνουμε απόψε» από εκείνους που δεν ξέρανε τι έτρεχε ακριβώς. Μόλις όμως είδανε τα ψάρια μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Ένας είπε μάλιστα: «Για δες αστεία-αστεία οι μαλάκες!», φράση που έμεινε παροιμιώδης για την παρέα και τη θυμόμαστε ακόμα, όποτε βρισκόμαστε όσοι έχουμε απομείνει.

Το βράδυ ακολούθησε ψαροφαγία και οινοποσία, όπου και αποφασίστηκε μεγάλη εξόρμηση για την άλλη μέρα. Θα πήγαινε όλη η ομάδα σε πλήρη σύνθεση και μάλιστα με δυο βάρκες, επειδή δε χωρούσαμε σε μια. Ακούγοντας αυτά ο Κώστας, που δεν ήξερε το μυστικό της τελευταίας ψαριάς, προσφέρθηκε να κάνει το μάγειρα: «Ρε σεις δεν ερχόσαστε αύριο στο σπίτι μου, στη Πισκοπή; Θα πάρω το καζάνι του πανηγυριού από τον Άι-Βλάση και θα φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας την ποσότητα των ψαριών που είχε πιάσει η μισή ομάδα σε λίγη ώρα, ήταν σίγουρος πως την επομένη, που θα ’μαστε όλοι και μάλιστα από νωρίς, θα σηκώναμε όλη τη θάλασσα. Γι’ αυτό την άλλη μέρα φορτώθηκε το καζάνι (που μέσα του βράζανε ολάκερο αρνί ή κατσίκι στα πανηγύρια), καθάρισε και μισό τσουβάλι πατάτες και κρεμμύδια για την κακκαβιά και μας περίμενε να φέρουμε τα ψάρια. Κι ο διάολος τα ’φερε όλα στραβά τη μέρα εκείνη. Όχι μόνο δεν πιάσαμε τα ψάρια της προηγούμενης μέρας, αλλά ούτε αυτά που πιάναμε τις πιο πολλές φορές. Έτσι το βράδυ, εκτός από την καζούρα, φάγαμε μπριζόλες και πατάτες τηγανητές. Όσο για τα κρεμμύδια, βάλαμε όσα μπορέσαμε στη σαλάτα και τα υπόλοιπα μείνανε για κατάπλασμα!

Ο ξάδερφος, αν και έλειπε όταν έγιναν αυτά που γράφω παραπάνω, την ήξερε την ιστορία γιατί άκουγε να τη λέμε συχνά όποτε μαζευόμαστε. Αν και μεγαλύτερός μας, ήταν κι αυτός ένας από τον περίγυρο της παρέας κι όποτε ξεμπαρκάριζε και βρισκόταν στο νησί ερχόταν στα γλέντια μας. Δε είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο σα να μού ’λεγε: «Καλά αυτά που λες μας τα ’παν κι άλλοι» και φύλαξε το δούλεμα για το ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ πάλι, δεν ξέρω γιατί, είχα μια σιγουριά ότι τα ψάρια θα ’ταν εκεί να με περιμένουν. Όχι χωρίς λόγο βέβαια. Πριν από κανα μήνα είχα ανακαλύψει, κάτω από το Φανάρι στη μπούκα του λιμανιού, μια τρύπα γεμάτη σαργούς. Την πρώτη φορά είχα χτυπήσει έναν γύρω στα τρία τέταρτα. Ξαναπήγα άλλα δυο Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στο νησί). Τη μια φορά πήρα έναν και την άλλη δυο: έναν στο πηγαιμό (από τη μεριά του Μέριχα προς τη Πισκοπή) κι έναν στο γυρισμό στη βάρκα (τη φουντάριζα λίγο πριν από το Φανάρι). Όλα τα ψάρια ήταν μεγάλα, πάνω από μισόκιλο. Το Φανάρι ήταν τότε φοβερός ψαρότοπος. Ο βυθός πανέμορφος, γεμάτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στο βυθό από τη μανία της θάλασσας που σφυροκοπάει τον κάβο χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορές είχα μείνει να κοιτάζω έκπληκτος τον πλούτο των ψαριών, χωρίς τελικά να πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στήρες, συναγρίδες όλα μαζί σ’ ένα μαγικό μπαλέτο του βυθού και να μην ξέρεις πού να πρωτοβουτήξεις. Στο τέλος, όταν τ’ αποφάσιζες να βουτήξεις, τα ’βλεπες να σκορπίζουν σιγά-σιγά και να κατηφορίζουν στο γαλάζιο χάος. Η τρύπα εκείνη όμως ήταν αλλιώτικη. Οι σαργοί τριγύριζαν απ’ έξω και μόλις βούταγα έμπαιναν μέσα και τριγύρναγαν στο βάθος της. Φακό δεν είχα (τότε τα ψάρια ήταν πιο απονήρευτα και δεν χρειαζόταν). Έβαζα μέσα το κεφάλι και μόλις συνήθιζαν τα μάτια στο μισοσκόταδο έβλεπα τις ασημένιες σιλουέτες και ντουφέκιζα. Τότε δεν ήξερα τι γίνεται. Σήμερα όμως, μετά από τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, είμαι σίγουρος πως κάπου εκεί στο βάθος της τρύπας, στα σκοτεινά, θαλάμιαζε ένας μεγάλος ροφός. Γι’ αυτό «κοπάδιαζαν» εκεί οι σαργοί, αναγκάζοντάς με να την ονοματίσω «περίπτερο».

Το απόγευμα συναντηθήκαμε με την παρέα στο μόλο, μπροστά στη βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρά Θεού με μιαν αραιή συννεφιά. Η γλύκα της αρχής του φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στον τόπο σταμάτησα τη βάρκα κι ούτε που φουντάραμε το σίδερο. Έτσι κι αλλιώς οι άλλοι δυο είχαν έρθει για παρέα και θα ’μεναν στη βάρκα.

Τότε δεν είχαν βγει ακόμα τα καινούργια ψαροντούφεκα με τις μακριές λεπτές βέργες που καταλήγουν σε αιχμή, τις ταϊτιέν και ψάρευα με τρίαινα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι μέσα μου, αυτό το ένστικτο του κυνηγού το αρχέγονο, μ’ έκανε να ξεβιδώσω την τρίαινα και να βάλω τη δελφινιέρα. Μόλις έπεσα στη θάλασσα είδα αμέσως τα γνωστά σημάδια της τρύπας. Την είχα μάθει πια τόσο καλά που σταμάτησα τη βάρκα σχεδόν από πάνω. Πήρα δυο-τρεις βαθειές ανάσες και βούτησα. Μόλις έφτασα στην τρύπα και κοίταξα μέσα ήταν πιο σκοτεινά από τις άλλες φορές. Ο φθινοπωριάτικος ήλιος με την αραιή συννεφιά δε φώτιζε και τόσο καλά. Γρήγορα όμως τα μάτια μου συνήθισαν και ξεχώρισαν μια κίνηση στο βάθος. Χωρίς αργοπορία σημάδεψα προς τα ’κει, ντουφέκισα κι αμέσως τράβηξα το κορδόνι της βέργας. Η βέργα όμως δεν ερχόταν. Για κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μήπως το ψάρι που χτύπησα ήταν ροφός κι είχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπόν μέσα στην τρύπα, όσο πιο βαθειά χωρούσα και κατάφερα να πιάσω τη βέργα. Με δυο-τρία απότομα κουνήματα κατάφερα να την ξεμπλέξω και τότε τι να δω: δυο μεγάλοι σαργοί, ο ένας δίπλα στον άλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στη βέργα!

Ανέβαινα κρατώντας με τα δυο μου χέρια τη βέργα από τις άκρες της και τα ψάρια ανάμεσα. Έτσι ξεμπρόβαλα μέσα από το νερό με τα χέρια στην ανάταση και μια κραυγή θριάμβου που ενώθηκε με τις φωνές των δυο φίλων από τη βάρκα.

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , | 142 Comments »

Ελενοκωσταντινικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2016

Μια και σήμερα είναι 21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης, και γιορτάζει η μισή Ελλάδα, σκέφτηκα να αφιερώσω τα σημερινά μεζεδάκια σε όσες και όσους γιορτάζουν, θυμίζοντας παράλληλα ότι έχουμε στο ιστολόγιο γράψει σχετικά άρθρα, σε προηγούμενες χρονιές, και για τον Κώστα αλλά και για την Ελένη. Οπότε, χρόνια σας πολλά κυρίες και κύριοι!

Και ξεκινάμε με ένα μακάβριο μεζεδάκι, ένα τσαπατσούλικο άρθρο για δολοφονίες γατιών στο Λονδίνο, και συγκεκριμένα στη νομανσλανδιανή συνοικία που λέγεται Croydon South London, στην οποία επικρατεί ιδιότυπο νομισματικό καθεστώς αφού άλλοτε χρησιμοποιούνται δολάρια και άλλοτε ευρώ αλλά ποτέ λίρες, και όπου οι γάτες έχουν απροσδιόριστο φύλο (ο Oreo, μια γάτα Σιάμ που βρέθηκε σε έναν κήπο επίσης αποκεφαλισμένη, φάε τη σκόνη μας Σρέντινγκερ). Όμως η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αφού ήδη στο προοίμιο του άρθρου διαβάζουμε ότι «Oι Νew York Times ξετυλίγουν το κουφάρι των μαζικών και αποτρόπαιων δολοφονιών…» Το κουβάρι βέβαια -και αφού μιλάμε για σκοτωμένες γάτες η αβλεψία είναι καίρια.

* Η αλλαγή φύλου της εβδομάδας σε άρθρο του Έθνους για τη ζεταίμ του Φρανσουά Ολάντ, τη Ζιλί Γκαγιέ: Παρόλο που ο φίλος της Ζιλί, Οντρέ Μαρνέ, ο οποίος έχει δειπνήσει με το ζευγάρι είπε «δε νομίζω ότι μιλάνε συχνά για πολιτική» αυτό δεν απέκλεισε μια άλλη αποκάλυψη του βιβλίου, την τοποθέτηση της Μιριάμ Ελ Κομρί (που με το νομοσχέδιο της οδήγησε όλη τη χώρα της στους δρόμους) ήταν πρόταση της…Ζιλί.

Η σύνταξη κάπως κουτσαίνει, αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι «ο φίλος» της Ζιλί, Οντρέ Μαρνέ, είναι η ηθοποιός Audrey Marnay, που τη βλέπετε εδώ. Το όνομα Audrey άλλωστε είναι μόνο γυναικείο στα γαλλικά.

* Όμως γονατογραφήματα δεν γράφονται μόνο στα ελληνικά. Φίλη μού στέλνει συνέντευξη της Τζαμάλας, της νικήτριας του πρόσφατου διαγωνισμού της Γιουροβίζιον, γραμμένη σε μαργαριταρένια αγγλικά. Το πιο αστείο λάθος, όπως συχνά συμβαίνει, έτυχε στην περιγραφή μιας τραγικής στιγμής:

It seemed to me, that the tragedy has been forgotten, nobody remembers of the 10 thousand Crimean Tatar people, died in the wagons and then in Central Asia. Their soles weren’t rested. Just about half a year ago I decided to write a song about this. At first, I named it “Душі” (Ukrainian word for ‘soles’), the text is in Ukrainian, and the chorus in the Crimean Tatar language.

Ήθελε να γράψει souls (ψυχές) και έγραψε soles (σόλες, πατούσες), που ταιριάζει κατά περίεργο τρόπο στην πρόταση. Και πιο κάτω, Душі είναι βέβαια οι ψυχές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Comments »

Τα Ρίχτερ μετά τη δίκη

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2016

Πριν από μερικούς μήνες, ενώ γινόταν στο Ρέθυμνο η δίκη του Χάινς Ρίχτερ, είχα γράψει το άρθρο «Τα Ρίχτερ της δίκης«, κάνοντας ένα μάλλον εύκολο λογοπαίγνιο με το όνομα του Γερμανού ιστορικού. Η δίκη τελείωσε, ο Γερμανός καθηγητής, όπως ήταν αναμενόμενο, αθωώθηκε, αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.

Αντίθετα, αμέσως μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης (η οποία, αν θυμάμαι καλά, εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου) ο καθηγητής Ρίχτερ, αναγνωρισμένος πλέον εξαιτίας της δίωξής του ως «γνώστης των ελληνικών θεμάτων» άρχισε μια ομοβροντία δημοσιεύσεων, συνεντεύξεων και δηλώσεων στις οποίες πρόβαλε θέσεις καινοφανείς και απαράδεκτες.

Έτσι, με άρθρα του στο Σπίγκελ, στο Φόκους και στη Βελτ, όλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την αθώωσή του, ο καθηγητής Ρίχτερ υποστήριξε ότι όχι μόνο δεν υφίσταται θέμα γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα αλλά και στην πραγματικότητα, όπως προέκυψε ύστερα από πολυπλοκους υπολογισμούς του καθηγητή Ρίχτερ, η Ελλάδα είναι εκείνη που οφείλει ένα σεβαστό ποσό προς το γερμανικό κράτος!

Επιπλέον, ο καθηγητής Ρίχτερ συμμετείχε σε σύσκεψη στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, στην οποία ενημέρωσε στελέχη της γερμανικής δημόσιας διοίκησης για τα πορίσματά του, έστω κι αν η γερμανική κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτηση βουλευτών του Κόμματος της Αριστεράς, παρουσίασε ως ασήμαντο το θέμα.

Τέλος, την περασμένη Κυριακή, ο Γερμανός καθηγητής έδωσε συνέντευξη στην Καθημερινή, στην οποία υποστηρίζει τις ίδιες απαράδεκτες θέσεις και αναφέρεται και στο ενδεχόμενο να του αφαιρεθεί ο τίτλος του δόκτορα επί τιμή που του έχει απονεμηθεί από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τότε που γινόταν ακόμα η δίκη, αλλά και πριν γίνει, είχα τοποθετηθεί και είχα θεωρήσει απαράδεκτη τη δίωξη του κ. Ρίχτερ. Μήπως αισθάνομαι τώρα άσχημα, μήπως μετανιώνω για τη θέση που πήρα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ελευθερία του λόγου, Ιστορία, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , | 244 Comments »

Γιατί κάνουμε την πάπια;

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2016

Ξέρετε βέβαια τι σημαίνει η έκφραση «κάνω την πάπια». Σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό, προσποιούμαι ότι δεν γνωρίζω, δεν καταλαβαίνω κάτι, αποφεύγω να πάρω θέση. Συνώνυμη έκφραση είναι «κάνω το κορόιδο».

Το ερώτημα του τίτλου είναι παραπλανητικό -δεν θα διερευνήσουμε για ποιο λόγο προσποιούμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι μας λένε, άλλωστε υπάρχουν πολλοί λόγοι ανάλογα με την περίσταση. Στο άρθρο μας θα εξετάσουμε, απλούστατα, την προέλευση της φράσης «κάνει την πάπια». Θα απαντήσουμε στο… φλέγον ερώτημα «Γιατί το λέμε έτσι;»

Δεν θυμάμαι αν το έχουμε αναφέρει ξανά στο ιστολόγιο, αλλά για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη αλλά εντελώς αστήρικτη εξήγηση που οφείλεται, όπως και οι περισσότερες ευφάνταστες αλλ’ εντελώς αστήρικτες ανάλογες εξηγήσεις, στον Τάκη Νατσούλη. Ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης είχε εκδώσει το ογκώδες βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις», στο οποίο έχει συγκεντρώσει άφθονο υλικό αλλά έχει το κακό ελάττωμα να προτείνει διάφορες αστήρικτες θεωρίες για να εξηγήσει πώς γεννήθηκαν διάφορες γνωστές φράσεις, θεωρίες που τις έβγαλε από τη γόνιμη φαντασία του. Κι όπως είναι πιο εντυπωσιακό να ισχυρίζεσαι ότι η οικογένειά σου έχει τις ρίζες της σε βυζαντινούς άρχοντες, παρόμοια κάνει περισσότερο εφέ να λες ότι η τάδε φράση έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα ή στη φραγκοκρατία, αντί να πεις ότι πρόκειται π.χ. για κοινή παρατήρηση ή (θου κύριε!) ότι δεν είναι σαφές το πώς γεννήθηκε η φράση.

Αυτή την αναζήτηση εντυπωσιακών αλλ’ αστήρικτων ιστοριών για να εξηγηθεί η προέλευση μιας έκφρασης, τη λέμε «νατσουλισμό» στο ιστολόγιο. Και για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια νατσουλική εξήγηση.

Τη θυμήθηκα πριν από κάμποσες μέρες, όταν διάβασα ένα άρθρο του thetoc.gr, με τίτλο «Δεν κάνει την πάπια, είναι αθώα», το οποίο, με πλούσια εικονογράφηση και ανάλαφρο στιλ, προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση εννιά γνωστών εκφράσεων -και νατσουλίζει ασύστολα στις περισσότερες. Δεν θα ασχοληθώ όμως με τις άλλες εκφράσεις, διότι η κάθε μία θέλει χωριστό άρθρο. Αρκεί να επισημάνω ότι για την τρελοκαμπέρω έχουμε αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον αεροπόρο Νότη Καμπέρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 302 Comments »

Την πρώτη μέρα στο στρατό μού κόψαν τα μαλλιά μου: Στιχάκια του στρατού

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2016

Λέγοντας στιχάκια του στρατού, εννοώ την ανώνυμη στιχουργική δημιουργία που κυκλοφορεί στα στρατόπεδα, ιδίως στα κέντρα νεοσυλλέκτων, και διαδίδεται από στόμα σε στόμα και από σειρά προς σειρά. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα στιχάκια του στρατού είναι δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα, που μοιάζουν με τα δίστιχα του λαϊκού ημεροδείκτη, αλλά έχουν επίσης υπόγειες και έμμεσες συγγένειες με τα στιχάκια της φυλακής, τα δίστιχα του μπαγλαμά, και τελικά με τα δημοτικά τραγούδια.

Τουλάχιστον αυτό ίσχυε τις παλιότερες δεκαετίες, τότε που η θητεία διαρκούσε κοντά στα δυο χρόνια ή και παραπάνω. Τα νεότερα χρόνια, έχει επίσης εμφανιστεί ένα άλλο είδος στρατιωτικών δίστιχων, τα στιχάκια που ξεκινάνε με τις λέξεις «Περπατώ εις το δάσος», και που τα είχαμε παρουσιάσει αναλυτικά σε παλιότερο άρθρο.

Τα στιχάκια του στρατού έχουν τραβήξει την προσοχή των μελετητών, άλλοτε αυτοτελώς και άλλοτε στο πλαίσιο ευρύτερων εργασιών. Πρώτη πρέπει να έγραψε γι’ αυτά η Ειρήνη Σπανδωνίδη, που το 1935 σε τόμο κρητικών τραγουδιών παρουσίασε και στιχάκια κρητικών φαντάρων μαζεμένα το 1916-20. Ο Δημ. Λουκάτος έγραψε για τη «Στρατιωτική λαογραφία» στη Νέα Εστία, ενώ με τον ίδιο τίτλο δημοσίευσε μελέτη ο Ν. Κοσμάς στην Ηπειρωτική Εστία το 1954 (καταγραφή 1939). Ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος έγραψε για τα «Λαογραφικά της στρατιωτικής ζωής» στη Νέα Εστία το 1965 (αργότερα στο περιοδικό Λαογραφία). Ο Κώστας Αθανασόπουλος έβγαλε βιβλίο για τη Γλώσσα του στρατού, όπου έχει και για τα στιχάκια. Το υλικό του το έχει μαζέψει στη δεκ. 1960. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έγραψε στη Διαγώνιο και ανατύπωσε το υλικό αυτό (μαζεμένο στη δεκαετία του 1970) σε φυλλάδιο με τίτλο Στιχάκια του στρατού. Θα είναι και άλλοι που τους ξεχνάω.

Όταν πήγα φαντάρος το 1984-86 έβγαλα ένα βιβλίο, «Μετά την αποψίλωση«, με διηγήματα και άλλο υλικό, μαζί και στιχάκια του στρατού. Τα μάζεψα εγώ ο ίδιος, αλλά είχα τη βοήθεια και από φίλους ή άλλους πληροφορητές. Χάρη σε κάποιον φίλο γνώρισα και έναν φαντάρο που έγραφε ο ίδιος στιχάκια, τον Μανώλη από τη Νάξο, ένα νεαρό παιδί (εγώ πήγα φαντάρος σε σχετικά, αν και όχι πολύ, μεγάλη ηλικία, πάντως μετά τις σπουδές και την πρόσθετη αναβολή για αναζήτηση μεταπτυχιακών). Ο Μανώλης μου έδωσε το τετράδιό του και το ενσωμάτωσα στη συλλογή μου -γι’ αυτό και θα δείτε σε κάμποσα στιχάκια να αναφέρεται η Νάξος. Κι επειδή παρουσιάστηκα στη Σπάρτη, γι’ αυτό και υπάρχουν και κάποιες αναφορές στης Σπάρτης τα βουνά ή στο Ξεροκάμπι, αν και εμφανίζονται επίσης διάφορες άλλες φανταροπεριοχες της χώρας. Να σημειώσω ότι από εκείνο το βιβλίο μου έχω ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο το Μικρό φανταρίστικο λεξικό, καθώς και το διήγημα Το φάντασμα στα πορτοκάλια.

Μερικά από τα στιχάκια του στρατού της συλλογής μου είχα βάλει σε ένα παλιότερο άρθρο, αλλά όχι όλο το υλικό, οπότε δεν βλάφτει να τα δημοσιεύσω τώρα όλα να τα έχουμε συγκεντρωμένα. Παρουσιάζω λοιπόν εδώ τα 328 στιχάκια που είχα δημοσιεύσει στο βιβλίο μου. Επειδή το άρθρο έχει παραμακρύνει, παραλείπω τον πρόλογο που είχα βάλει στο βιβλίο, αλλά αφήνω τον σύντομο επίλογο.

Έχω αριθμήσει τα στιχάκια για ευκολία αναφοράς (στο βιβλίο δεν είναι αριθμημένα). Όπως θα δείτε, από ένα σημείο και μετά μπαίνουν σε αλφαβητική σειρά (περίπου). Σε 2-3 περιπτώσεις μεσολαβεί αστερίσκος ανάμεσα σε δυο δίστιχα: τούτο σημαίνει πως τα δίστιχα αυτά αποτελούν ενότητα.

Θα αναγνωρίσετε επιρροές από δημοτικά, ρεμπέτικα και νεότερα τραγούδια, από ποίηση (υπάρχει ένα αυτούσιο του Βάρναλη, που το βρήκα σε φαντάρικο τεφτεράκι με ανορθογραφίες υπεράνω πάσης υποψίας), από τα δίστιχα του λαϊκού ημεροδείκτη. Υπάρχουν βέβαια και άφθονες επαναλήψεις με παραλλαγές. Έχω βάλει κι ένα δικό μου, αλλά δεν λέω ποιο είναι.

Αν θέλετε, μπορείτε να αναφέρετε δικά σας στιχάκια που δεν τα έχει ο κατάλογος. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε κάποιο από τον κατάλογο που σας άρεσε πολύ. Τέλος, οι νεότεροι (ας πούμε, όσοι υπηρέτησαν τη θητεία τους τούτον τον αιώνα) ας μας πουν αν ακόμα ακουγονται τέτοια 15σύλλαβα στιχάκια στα κέντρα και στις μονάδες.

  1. Του στρατού τα βάσανα αρχίζω με παράπονα
    με μάτια βουρκωμένα
    και του στρατού τα βάσανα τα γράφω ένα-ένα
  1. Ήμουν δεκαεννιά χρονώ μέσα στην πρώτη νιότη
    σαν ήρθε η διαταγή να πάω για στρατιώτης

  1. Μαύρος βαρύς ο ουρανός στις πέντε του Απρίλη
    την ώρα που στεκόμουνα απέξω από την πύλη

  1. Στο Κέντρο όταν πήγαινα για να υπηρετήσω
    ενόμιζα πως ήτανε ταβέρνα να γλεντήσω
  1. Ημέρα Τρίτη ήτανε που μπήκα μες το κέντρο
    με βάλανε και έτρεχα σαν το Θανάση Βέγγο

  1. Την πύλη σαν επέρναγα ήρθανε δυο πουλάκια
    το ένα μού λέει υπομονή και τ’ άλλο δυο χρονάκια

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 233 Comments »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έβδομο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα είναι σύζυγος πλέον του εφοριακού Κωστάκη, και έχουμε σταματήσει μόλις αρχίζει η Κατοχή. Να προειδοποιήσω ότι η νουβέλα έχει ακόμα ένα κεφάλαιο κι έναν επίλογο, που μάλλον θα τα παρουσιάσω μαζί τη μεθεπόμενη Τρίτη.

7

mimis_jpeg_χχsmallΤα πρώτα δύο χρόνια της Κατοχής πέρασαν ήσυχα. Η Μαρίνα πίστευε στην τελική νίκη των Γερμανών και προσπάθησε να δημιουργήσει κοσμικές σχέσεις μαζί τους. Ο επιφυλακτικός και διορατικότερος Κωστάκης για πρώτη φορά δεν συντάχθηκε μαζί της

— Καλοί κι άγιοι οι Γερμανοί Μαρινάκι μου, αλλά στο τέλος θα χάσουν. Για σκέψου: Αγγλία, Αμερική και Ρωσία τους πολεμάν. Αργά ή γρήγορα θα νικηθούν. Γι΄ αυτό μη μιλάς πολύ.

Απροσδόκητα η Μαρίνα τον άκουσε. Οι βεγγέρες με τους Γερμανούς αξιωματικούς σταμάτησαν, μόλο που συνέχιζαν να χαιρετιούνται εγκάρδια όταν συναντιόντουσαν στο δρόμο. Άλλωστε τον τρίτο χρόνο της Κατοχής τα πράγματα στα προάστεια της Αθήνας αγρίεψαν. Ολόκληρες γειτονιές ήταν ανεξάρτητες από τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Ακόμα και στο Νέο Ηράκλειο τα βράδια ακουγόταν όχι μόνο το χωνί, που τους γέμιζε φόβο, αλλά καμιά φορά και το ελασίτικο ντουφέκι.

Αυτό που έκανε έξω φρενών τη Μαρίνα ήταν πως ο αδερφός της ο Γιώργος, ένας υπαλληλάκος του Δήμου Νέας Ιωνίας κι η γυναίκα του μια αμόρφωτη προσφυγοπούλα, που είχε ανοίξει ψιλικατζίδικο στα σύνορα Νέας Ιωνίας και Νέου Ηράκλειου, για να συμπληρώνει τον πενιχρό μισθό του αντρός της, ήταν στο ΕΑΜ και μάλιστα στελέχη! Αν ήταν ποτέ δυνατό δυο φτωχοί κι ασήμαντοι άνθρωποι, όχι μόνο να τολμούν  να έχουν διαφορετικήν άποψη αλλά όπως φαινόταν είχαν και κάποιαν εξουσία. Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Από αυτόν και μόνο το λόγο μίσησε ακόμα περισσότερο τους  εαμίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 257 Comments »

Παλαιά και νέα δεξιά

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2016

Πριν από μερικές μέρες ιδρύθηκε ένα νέο πολιτικό κόμμα, το τρίτο που βλέπει το φως μετά τις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου -είχαν προηγηθεί η Εθνική Ενότητα των Μπαλτάκου-Καρατζαφέρη και η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Αυτή η πρόσκαιρη ισορροπία αριστεράς-δεξιάς στις μετεκλογικές ιδρύσεις δεν υπάρχει πια και η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά προς τα δεξιά, αφού το νεοπαγές κόμμα όχι μόνο είναι δεξιό αλλά και φαίνεται: ο τίτλος του είναι Νέα Δεξιά, ιδρυτής του δε ο Φαήλος Κρανιδιώτης, παλιό εξέχον στέλεχος του ακροδεξιού-εθνικιστικού Δικτύου 21 και πρώην πρωτοπαλίκαρο του Αντώνη Σαμαρά.

Είναι και φαίνεται δεξιό το νέο κόμμα, και το φωνάζει. Σε κείμενο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο Φ. Κρανιδιώτης έγραψε, ανάμεσα σε άλλα, ότι «Η Δεξιά δεν μπορεί να είναι μόνο κατ’ όνομα ή με συνθετικά που την ακυρώνουν», εννοώντας μάλλον τον όρο «κεντροδεξιά».

Αν δεν με απατά η μνήμη μου, με εξαίρεση την Πατριωτική Δεξιά του καταδικασμένου για εκβιασμούς εκδότη Γρηγόρη Μιχαλόπουλου, που πήρε μέρος στις εκλογές του 1985 και απέσπασε μόλις 177 ψήφους, ποτέ ως τώρα δεν είχαμε στη χώρα μας κόμμα που να περιέχει τη λέξη «Δεξιά» στον τίτλο του, ενώ πάρα πολλά ήταν τα κόμματα που ο τίτλος τους είχε τη λέξη «Αριστερά» ή «Κέντρο» ή κάποιο παράγωγο. Βέβαια, η επιλογή του τίτλου δεν αποσκοπεί μόνο στο να διατρανώσει χωρίς αναστολές την ιδεολογική τοποθέτηση του νέου κόμματος, αλλά επίσης (ίσως και περισσότερο) στο να έχει το ίδιο ακρώνυμο (Ν.Δ.) με τη Νέα Δημοκρατία, από την οποία διαγράφτηκε πρόσφατα για ακραίες τοποθετήσεις ο ιδρυτής της Νέας Δεξιάς.

(Για να κάνω μια παρένθεση: αναρωτιέμαι αν υπάρχει κοπιράιτ στα ακρώνυμα, κι αν θα γίνει δεκτός ο τίτλος του νέου κόμματος. Η αλήθεια είναι πως αν κάποιος επιχειρούσε να ιδρύσει ένα ΚΚΕ (Κοινωνιστικό Κίνημα Ελλήνων) ή ένα ΠΑΣΟΚ (Προοδευτικό Αγωνιστικό Σοσιαλιστικό Οικολογικό Κόμμα), η ονομασία μάλλον δεν θα γινόταν δεκτή, αλλά στην προκειμένη περίπτωση των Ν.Δ. η προσπάθεια απομίμησης δεν είναι τόσο σαφής, ιδίως αν το νέο κόμμα δεν εμφανίσει ακρώνυμο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , | 285 Comments »

Τα σύννεφα, αδερφάκια μου θλιμμένα

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2016

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ -ποιητικό: ποιος γνωστός ποιητής έγραψε τον παραπάνω στίχο; Θα ήταν καλό κουίζ, διότι προς το παρόν ο στίχος δεν γκουγκλίζεται  («Λάθος!», ακούγεται μια φωνή από ψηλά, «τώρα γκουγκλίζεται!») αλλά αφενός κουίζ βάλαμε τις προάλλες και αφετέρου θέλω να γράψω το άρθρο. Όμως, αν θέλετε μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής θα μπορούσε να είναι, και όταν θα προχωρήσετε την ανάγνωση του άρθρου θα δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Τον στίχο αυτόν, τον βρήκα σε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη -και σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είναι του Βάρναλη, πιο κάτω θα φανερώσω τον ποιητή. Κι ενώ ο Βάρναλης στο χρονογράφημά του αναφέρει ποιού ποιητή είναι, στάθηκε πολύ δύσκολο να βρω το συγκεκριμένο ποίημα. Και ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον αυτή η φιλολογική αναζήτηση -αν πάλι τη βρίσκετε βαρετή, ελπίζω να σας αρέσει το χρονογράφημα που θα αναδημοσιεύσω.

Αυτόν τον καιρό, πρέπει να το έχω ξαναπεί, ετοιμάζω έναν τόμο με τα «Αττικά» χρονογραφήματα του Βάρναλη (θα βγει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο). Με τον όρο αυτό εννοώ τα χρονογραφήματα που έχουν ως θέμα τους την Αθήνα, τα προάστια και τις εξοχές της Αττικής, γραμμένα στην περίοδο 1939-1958. Στον τόμο αυτόν έχω εντάξει και τα «μετεωρολογικά» χρονογραφήματα, εκείνα δηλαδή που έχουν θέμα τους τον καιρό, επειδή συνήθως οι αναφορές στον καιρό και οι αναφορές στην πόλη συμφύρονται. Στον καιρό είναι αφιερωμένο και το σημερινό χρονογράφημα, στο οποίο ο Βάρναλης (διότι αυτός είναι ο ήρωας του χρονογραφήματος) χαίρεται μιαν απρόσμενη ιουνιάτικη βροχή και νοσταλγεί το φθινόπωρο καλοκαιριάτικα.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη είναι γεμάτα από φιλολογικές αναφορές, και μια από τις ευχάριστες δυσκολίες που έχω σαν επιμελητής των κειμένων είναι να βρω όσο περισσότερες μπορώ -όλες, ει δυνατόν.

Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στις 25 Ιουνίου 1942 στην Πρωία, με την οποία συνεργαζόταν ο Βάρναλης από τη δεκαετία του 1930, έχοντας αναλάβει από το 1939 και το καθημερινό χρονογράφημα. Μέσα στην κατοχή, βέβαια, η θεματολογία των χρονογραφημάτων ήταν αναγκαστικά περιορισμένη, κι έτσι είναι αυξημένο το ποσοστό των κειμένων που έχουν ως αντικείμενο τον καιρό και παρόμοια θέματα. Και η υπόλοιπη εφημερίδα άλλωστε, καθώς η ειδησεογραφία της σχετικά με τον πόλεμο ερχόταν από τους Γερμανούς ενώ η εσωτερική πολιτική επικαιρότητα ήταν ανύπαρκτη, είχε αυξημένο ποσοστό φιλολογικής ύλης.

Ας δούμε λοιπόν το χρονογράφημα του Βάρναλη που έχει, Ιούνιο μήνα, τον παράταιρο τίτλο «Φθινόπωρο». Έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν αντικατόπτριζε τις προτιμήσεις του Βάρναλη αλλά της εφημερίδας. Έχω προσθέσει και τρεις υποσημειώσεις, ενώ μια τέταρτη, αυτή για τον στίχο του τίτλου, θα τη συζητήσουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

-«Όνειρον φθινοπωρινής νυκτός και πρωίας»! Πρωτοβρόχια στην καρδιά του καλοκαιριού. Δροσιές και ρίγη –λουτρό της ψυχής!

Έτσι μουρμούριζε στην ταράτσα του προχτές το απόγευμα ο κεραυνωμένος των κυνικών καυμάτων, τσίτσιδος, μονάχα με το βρακάκι του μπάνιου. Και χτυπούσε χαρούμενος τα χέρια του στο στήθος, καθώς τον κατάβρεχε το ουράνιο ποτιστήρι και το κορμί του έπινε τη βροχή, όπως το διψασμένο χώμα! Γύρω οι κήποι, τα δέντρα και προπαντός τα ξερά χορτάρια κι η γης ολάκερη μοσκοβολούσανε τη χαρακτηριστική μυρωδιά της βρεμένης εξοχής, που κανείς Βιργίλιος δεν μπόρεσε να την τραγουδήσει. Ακόμα κι οι στέρφες ντοματιές του μπαλκονιού του ζωηρέψανε, σταθήκανε ντούρες, κι ενώ ήταν έτοιμος να τις ξεριζώσει, τις άφησε να παίξουν το διακοσμητικό τους ρόλο στο πανηγύρι της πλάσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Comments »

Μεσομαγιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2016

Ο μήνας έχει δεκατέσσερις, βρισκόμαστε λοιπόν στα μισά του Μάη, δεν είναι κακή ιδέα να ονοματίσουμε έτσι το σημερινό μας άρθρο -κατά σύμπτωση, πριν από έξι μήνες, το αντίστοιχο άρθρο είχε τίτλο «Μεσονοεμβριανά μεζεδάκια» και είχα τότε σχολιάσει ότι ήταν τόσο γλυκός ο καιρός εκείνες τις μέρες που θα μπορούσα να τα έχω πει και «μεσομαγιάτικα».

* Η μαργαριταλιευτική εβδομάδα ξεκίνησε με την κατεπείγουσα συνεδρίαση της Βουλής το περασμένο σαββατοκύριακο για ψήφιση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου (γι’ αυτό και τα προηγούμενα μεζεδάκια μας τα είχα πει «ασφαλιστικά»), αλλά η ψαριά δεν ήταν πολύ σπουδαία.

* Πρόσεξα πάντως ένα διασκεδαστικό λαθάκι που δείχνει τι γίνεται όταν κονταροχτυπιέται το απολιθωμένο κλισέ με τη ζωντανή γλώσσα.

Μιλάει ο βουλευτής των Κεντρώων Μάριος Γεωργιάδης και κατηγορεί την κυβέρνηση για την αύξηση των συντελεστών φορολογίας: «Μέσα σε μία νυκτή κάνατε το 26% 29%» -υβρίδιο του «μέσα σε μία νύκτα/νύχτα» και του «εν μια/μιά νυκτί». (Νυκτή θα το γράψουμε με αυτή τη σύνταξη).

Οι παλιοί βεβαίως του ιστολογίου θα θυμηθούν και τους νύκτορες του Γκιουλέκα.

* Κατά τα άλλα, ο βουλευτής Μπουκώρος της ΝΔ είπε για κάποιους που «υποθάλπΤουν», λαθάκι που δεν είναι καν πρωτότυπο.

* Για να μη λέτε ότι κρύβω τα συριζέικα μαργαριτάρια, η βουλευτίνα (έτσι αυτοπροσδιορίστηκε στην ομιλία της και μπράβο της) του ΣΥΡΙΖΑ Ελισάβετ Σκούφα ανέφερε ότι «δινόντουσαν αφειδώλως υπέρογκα εφάπαξ».

Λέξη «αφειδώλως» δεν υπάρχει στα λεξικά ή στη γραμματεία, προφανώς έχουμε υποσυνείδητη διασταύρωση του «αφειδώς» και του «ασυστόλως». (Οπότε ίσως να τη γράφαμε αφειδόλως; ) Βέβαια, βρίσκω ότι σε κάποιον αρχαίο κώδικα υπάρχει ο τύπος «αφειδώλως» αλλά οι εκδότες το διορθώνουν σε «αφειδώς».

* Όταν μίλησε η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, το σουπεράκι που ανέφερε το όνομά της στην τηλεόραση της βουλής την έγραψε «Ελισσάβετ». Δεν υπάρχει λόγος για δεύτερο σίγμα, εκτός αν θέλουμε να δείξουμε αρχοντιά, κιμπαριλίκι ορθογραφικό. Με ένα σίγμα γράφεται η Ελισάβετ, που είναι όνομα εβραϊκής αρχής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , | 202 Comments »

Το περιφρονημένο φρούτο που μου αρέσει

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2016

Τις προάλλες μαζέψαμε ένα καφασάκι μούσμουλα από τη μουσμουλιά μας. Εμφανισιακά δεν έλεγαν και πολλά, αλλ’ από γεύση ήταν άλλο πράμα -γλυκύτατα. Τα τσάκισα λοιπόν, και με την ευκαιρία θυμήθηκα πως, αφού είναι η εποχή τους, ταιριάζει να επαναλάβω το άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια. Να το επαναλάβω, αλλά με αρκετές διαφορές -στην ουσία παίρνω τη μορφή του κειμένου που δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«, και κάνω και σ’ αυτήν μερικές αλλαγές.

Eriobotrya_japonica_JPG1bΤο μούσμουλο το λέω «περιφρονημένο» επειδή, αν κάνουμε ψηφοφορία για το λιγότερο αγαπημένο φρούτο, έχει σοβαρή πιθανότητα να βρεθεί σε μια από τις πρώτες, δηλαδή τις τελευταίες, θέσεις. Το περιφρονημένο αυτό φρούτο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, έχει κάποιους φανατικούς φίλους αλλά ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 280 Comments »

Ποιοι το είπαν; (Προεκλογικό κουιζάκι)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2016

Question_mark_(black_on_white)Καιρό έχουμε να βάλουμε κουίζ. Τα αποφεύγω, παρόλο που είναι εύκολα στο στήσιμο, επειδή σας έχει φοβηθεί το μάτι μου, βρίσκετε τις απαντήσεις αμέσως. Τέλος πάντων, ας προχωρήσουμε, αν και δεν πιστεύω ότι και το σημερινό θα αντέξει πολύ.

Πριν από δυόμισι χρόνια είχαμε βάλει ένα κουίζ με ερώτημα «Ποιος το είπε;» -σας ζητούσα να βρείτε ποιος πολιτικός είχε κάνει κάποιες δηλώσεις. Είχα σκοπό να βάλω κι άλλα κουίζ της ίδιας κατηγορίας, αλλά το αμέλησα.

Συνεχίζω τώρα, με την ερώτηση σε πληθυντικό αριθμό: ποιοι το είπαν; Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από ένα προεκλογικό πρόγραμμα και θα σας ζητήσω να βρείτε ποιο πολιτικό κόμμα (ελληνικό ή ξένο) είχε παρουσιάσει αυτές τις θέσεις.

Προειδοποιώ ότι έχω κάνει μικρές αλλαγές στο κείμενο για να αφαιρέσω κάποιες λέξεις που έδιναν πολλές πληροφορίες. Όταν βρείτε τη σωστή απάντηση, θα παραθέσω το κείμενο αυτούσιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκλογές, Κουίζ | Με ετικέτα: | 284 Comments »

Καραμπινάτο με καραμπίνα;

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2016

Με ρώτησε χτες το πρωί ο φίλος Μπάμπης Μεταξάς (που έχει γράψει το ωραίο βιβλίο για τους Μπαγιάτηδες και τους χαμουτζήδες) πώς καταλήξαμε να χαρακτηρίζουμε «καραμπινάτο» κάτι που είναι ολοφάνερο, εξοφθαλμο, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ήμουν στο αεροδρόμιο εκείνη την ώρα, του είπα λοιπόν πως θα το ψάξω. Το έψαξα και βγήκε άρθρο. Οπότε, σας το παρουσιάζω.

Αλλά αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις. Λοιπόν, το επίθετο «καραμπινάτος», της καθομιλουμένης γλώσσας, λέγεται, σύμφωνα με το ΛΚΝ, για κτ. που παρουσιάζεται σε οξεία ή σοβαρή μορφή: Έπαθε μια γρίπη καραμπινάτη. Πρόκειται για καραμπινάτη υπόθεση λαθρεμπορίου / περίπτωση φοροδιαφυγής. Τα ίδια περίπου και στον Μπαμπινιώτη.

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας βρίσκουμε κάμποσες καλοδιαλεγμένες περιπτώσεις χρήσης: καραμπινάτη αδικία, απατη, παρανομία (= εξόφθαλμη, κατάφωρη)’ καραμπινάτο λάθος, σκάνδαλο (κραυγαλέο)’ καραμπινάτα ψέματα (= απροκάλυπτα)’ καραμπινάτη περίπτωση (= κλασική, τυπική).

Τα λεξικά δεν καταγράφουν μια από τις πιο… καραμπινάτες περιπτώσεις χρήσεις του επιθ. «καραμπινάτος»: το καραμπινάτο πέναλτι στο ποδόσφαιρο, που βέβαια το λέμε έτσι κυρίως όταν δεν το δώσει ο διαιτητής. Λέγεται επίσης και πέναλτι μαρς, δάνειο από την ταβλαδορική ορολογία.

Συμφωνούμε για τη χρήση της λέξης, αλλά τα δυο από τα τρία μεγάλα λεξικά μας δεν λένε τίποτε για την προέλευσή της -ολοφάνερα, προέρχεται από την καραμπίνα, αλλά γιατί ονομάστηκε έτσι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 200 Comments »

 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 8.885 ακόμα followers