Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, και πιο πρόσφατα δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου.
Σήμερα παρουσιάζω ένα δικό του διήγημα, πολιτικής φαντασίας θα το έλεγα. Βέβαια, το παιγνιώδες ύφος παραμένει, όπως και τα εξαιρετικά λογοπαίγνια, από την αρχή ως το τέλος. Eγώ έβαλα μόνο τη φωτογραφία του δρόνου.
Πετούν και μας ψεκάζουν
«Δις-κλαίει-μηρόν» : Αντενδείκνυται για τους μισούς αναγνώστες, αλλά επειδή δεν τους ξέρω όλους τους, δεκτό και το βρίσιμο αν θίχτηκαν κάποιοι, μια και το ‘κάνω χιούμορ’ είναι ανεπαρκής δικαιολογία.
Ήταν εννιά και τέταρτο το πρωί όταν ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην ταράτσα. Ήταν λιακάδα αλλά με κάποια ψύχρα εκεί πάνω. Από τις σκάλες κατέβηκε στον πέμπτο, πήρε το ασανσέρ για το ισόγειο και βγήκε στο δρόμο. Ότι που άρχιζε η πρωινή κίνηση στην πολυκατοικία. Θεωρούσε εξυπνάδα του να μένει σε πολυκατοικία γραφείων. Δεν ενοχλούσε, δεν τον ενοχλούσαν κι ήταν και σχεδόν στο κέντρο. Ο δρόμος είχε ακόμα σκιά. Εκεί έβλεπαν τον ήλιο μετά τις 11. Κατηφόρισε. Στον δεύτερο του απέναντι, η κυρία Ελισάβετ κοσκίνιζε στο μπαλκόνι την άμμο από ένα κουτί της γάτας. Σήκωσε κεφάλι και χέρι και την καλημέρισε για να του επιστρέψει μια μισόξινη «..λημέρα». Από τότε που έμαθε πως τη βάφτισε «γατομμυριούχα» για τις έξη γάτες της, του μιλούσε μόνο υποχρεωτικά κι εκείνος χαιρόταν που στραβομουτσούνιαζε όποτε την χαιρετούσε. Δυο γωνιές παρακάτω σταμάτησε, πήρε δυό καφέδες και τράβηξε για το εστιατόριο παρακάτω να πιεί πρωινό καφέ με το Μάκη πού ξεκινούσε εκείνη την ώρα τις προετοιμασίες για τα μεσημεριανά και κάποια βραδινά. Πέρασε μπροστά από το «Άρτος, Γαλακτοκομικά, …, …, Καπνός-Τσιγάρα» κι ο Γιάκωβος ο Θρακιώτης στο ταμείο έκανε πως δεν τον κοίταξε από τη τζαμόπορτα που πήρε καφέ απ’ αλλού. Εκείνος ένιωσε το βλέμμα στο σβέρκο του έτσι όπως ένιωνε και το δήθεν αδιάφορο βλέμμα των μπάτσων. «Πρέπει να ’ναι ρουφιάνος» σκέφτηκε για πολλοστή φορά, αλλά δεν έδωσε σημασία και προχώρησε.
Στην πόρτα του «Εστιατόριον – Ταβέρνα Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» κοντοστάθηκε. Το σκουτεράκι του Μάκη έλειπε αλλά η πόρτα άνοιξε. Προχώρησε μέσα, ακούμπησε τους καφέδες στο πάσο κι έκατσε.
«Πού ‘ναι ρε το μηχανάκι σου; Στο κλέψανε;»
«Καλημέρα, είπαμε!»
Ο Μάκης, διπίθαμος και αεικίνητος, πήρε τον καφέ του μέσα και συνέχισε τα κοψίματα.
«Όχι ρε, μου το ‘ριξε προχτές το βράδυ ο αέρας και μου ‘σπασε τον καθρέφτη, ένα φλάς και λίγο από πλαστικά και το πήγα να το σουλουπώσουν. Όποτε φυσάει πιο δυνατά μου το ρίχνει, αλλά τούτη ήταν καλή.»
«Η αβάσταχτη ελαφρότητά του είναι. Πάρε κάνα πιο μεγάλο να κρατιέται.»
«Το ξέρω, αλλά έλα που είναι βολικό και χώνεται. Το πρωί για μέσα στην αγορά είναι τέλειο. Μέχρι μέσα στα μαγαζιά μπαίνω.»
Από τη μισάνοιχτη πόρτα άκουσαν τις φωνές του Γιάκωβου.
«Με ποιόν τά βαλε πάλι ο παλαβός;» ρώτησε ο Μάκης από την κουζίνα.
«Δεν έχει σημασία, φτάνει κάτι να ‘χει για να τρώγεται και να φωνάζει.»
«Είναι κι αδελφόθεος ή μου φαίνεται;»
«Έ;»
«Είναι θεούσος με τους σταυρούς και τα εικονίσματα, αλλά είναι και μια κουτσομπόλα… Άπαπα! Μη σε πιάσει στο στόμα του! Σαν κάτι κακές αδερφές! Μόνο να κατηγοράει, όποιον και να ‘ναι. Ά ναι! Και να κάνει και αποκαλύψεις! Ξέρει εκείνος! Χειρότερα κι από κάποιους του σιναφιού σου που βγαίνουν στην τηλεόραση. Εγώ σου λέω πως το ψιλοπάει…»
«Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει τι κάνει στο κρεβάτι του. Μαγκούφης είναι, ποιόνε να ‘χει να τσακώνεται… θα νιώθει και τίποτας που ξέπεσε στο general store, και πρέπει να βρίσκει κάποιο τρόπο να τους μειώσει όλους για να φανεί σπουδαίος. Κακογερνάει και, κάνει και χάλια καφέ…»
«Ποιος τον γαμεί αυτόνα. Πολύ ασχοληθήκαμε! Για δες εδώ τι γίνεται!» κι έγνεψε από το πάσο που είχε βγει, προς το δρόμο.
Μια ζουμερή γειτόνισσα περνούσε έξω από τη τζαμαρία.
«Ξαπλώσου στο ταψί, ξαπλώσου στο ταψί…» τραγούδησε φωναχτά ο μάγειρας.
«Πού θα βρεις ταψί να με χωρέσει ρε μπασμένο;» τον αντιπείραξε γελώντας εκείνη.
«Μπασμένο, μπασμένο αλλά το κοντοσούβλι ξέρεις από πού βγήκε;»
«Ξέρω πού μπήκε! Πάω να πληρώσω τη δόση του δάνειου» σοβάρεψε εκείνη και τάχυνε το βήμα.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »






* Η αστεία επιγραφή της εβδομάδας, που φαίνεται αυθεντική, από την εξώπορτα μονοκατοικίας.
Η γιορτή της Ουμανιτέ τα τελευταία χρόνια γίνεται σε ένα πάρκο κοντά στην Κουρνέβ, έναν από τους σχετικά λίγους πλέον δήμους της περιφέρειας του Παρισιού, της κάποτε «κόκκινης ζώνης», που εξακολουθούν να έχουν κομμουνιστή δήμαρχο. Το κάποτε κραταιό Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας έχει τα τελευταία 35 χρόνια μπει σε περίοδο αργής αλλ’ αδυσώπητης παρακμής -στις πρόσφατες ευρωεκλογές έμεινε στο 2,5% αν και στις εθνικές εκλογές, εξαιτίας του ιδιόμορφου γαλλικού εκλογικού συστήματος με μονοεδρικές περιφέρειες και εκλογή σε δύο γύρους, διατηρεί ακόμα κοινοβουλευτική ομάδα, έστω και με δυσκολία. Ωστόσο, όπως τα παλιά αρχοντικά που έχουν ρημάξει αλλά ακόμα στέκουν όρθια, έχει κάτι κρατήσει από τα παλιά μεγαλεία.
Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη
Πριν από πέντε περίπου χρόνια, στην αρχή της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ, ένας λογαριασμός του Φέισμπουκ που ανήκε στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το συντηρητικό κόμμα που είναι πρώτη δύναμη σε επίπεδο ΕΕ, παρουσίασε την εικόνα που βλέπετε αριστερά, με τα 11 πορτρέτα, τιτλοφορώντας την «11 σπουδαίοι Έλληνες, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος».
Οι συλλήψεις άρχισαν στα μέσα Μαΐου του 1945. Από τους πρώτους που πιάστηκαν, ήταν ο γραμματέας του Συμ-βουλίου Περιοχής Αιγαίου της ΕΠΟΝ, Θάνος. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο, ξανθό παλληκάρι από την Κατερίνη, σοβαρό και λιγομίλητο για την ηλικία του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Δάμπασης. Οι μπουραντάδες βασάνισαν απάνθρωπα το Θάνο, σε σημείο που τρελλάθηκε. Ύστερ’ απ’ αυτό τον άφησαν ελεύθερο. Ήταν μια καλά υπολογισμένη ενέργεια, που αποσκοπούσε στην τρομοκράτηση του πληθυσμού και ιδιαίτερα των νέων. Η προβολή των αποτελεσμάτων, που είχε η μεταχείριση από μέρους τους ενός νέου παλληκαριού, που πριν τη σύλληψή του ήταν απόλυτα γερό, πίστευαν πως θα τρόμαζε και τον πιο θαρραλέο. Επιλέξανε το Θάνο σαν θύμα – πειραματόζωο, γιατί ήταν ξένος, χωρίς συγγενείς στο νησί, που ενδεχόμενα θα δημιουργούσαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Τον Θάνο τον περιθάλψανε οι συναγωνιστές του της ΕΠΟΝ, που ειδοποιήσανε και τον πατέρα του, γιατρό στη Θεσσαλονίκη κι ήρθε και τον πήρε. Ένα μήνα αργότερα μαθεύτηκε πως ο Θάνος αυτοκτόνησε. Ήταν εικοσιπέντε χρονών.
Διότι είναι γεγονός ότι οι αλχημιστές της Αιγύπτου, με κορυφαίο τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη είχαν από τον 3ο κιόλας αιώνα αναπτύξει τη χημεία, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Ζώσιμος, «την ιεράν και θείαν τέχνην της του χρυσού και αργύρου ποιήσεως». Όταν κυριεύουν την Αίγυπτο οι Άραβες, δανείζονται τις γνώσεις των Αλεξανδρινών μαζί και τη λέξη. Τώρα, η σκυτάλη της επιστημονικής πρωτοπορίας περνάει στους Άραβες, που ονομάζουν kimiya τη φιλοσοφική λίθο αλλά και την τέχνη της αναζήτησής της. Η λέξη, μαζί με το αραβικό άρθρο, al-kimiya, περνάει στα μεσαιωνικά λατινικά, alchimia, και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (alchemy, alchimie, κτλ.) απ’ όπου επέστρεψε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο. Βέβαια, όταν με τον καιρό αναπτύχθηκε η επιστήμη της χημείας, η αλχημεία έμεινε να σημαίνει τις αναζητήσεις των αλχημιστών, ενώ στη νεότερη χρήση έχει πάρει (συνήθως στον πληθυντικό) τη σημασία του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων με ανορθόδοξο τρόπο, με σκοπό την παραπλάνηση, όπως λ.χ. όταν η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί «με στατιστικές αλχημείες» να εμφανίσει μειωμένη την ανεργία.
Ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης ανέφερε ένα διήγημα του Κώστα Μάκιστου με παρόμοιο θέμα, και είχε την καλοσύνη να το πληκτρολογήσει για το ιστολόγιο.
Το ζαχαροπλαστείο της φωτογραφίας, βέβαια, πήρε το όνομά του από την παριζιάνικη πλατεία, την πλατεία Πιγκάλ (
Εις όσας ενορίας δεν διενεμήθησαν την 1ην του νέου έτους οι μποναμάδες του δημάρχου Αθηναίων θα διανεμηθούν σήμερον Κυριακήν και μετά την θείαν λειτουργίαν από τας ειδικάς επιτροπάς. Μέχρι τούδε πολλαί χιλιάδες πτωχών παιδιών έλαβον το πακέττο του μποναμά σε σύκα, σταφίδες και άλλους ξηρούς καρπούς. Επίσης, τα απορώτερα παιδιά έλαβαν παιγνίδια και ενδύματα.