Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Διαβολικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 21 Οκτώβριος, 2017

Ο τίτλος του άρθρου είναι φυσικά εμπνευσμένος από την επίσκεψη Τσίπρα στην Αμερική και τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ.

Στην κοινή συνέντευξη τύπου που έδωσαν οι δυο τους, η πρώτη ερώτηση από τον Αμερικανό δημοσιογράφο Τζον Ρόμπερτς προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ήταν αν, μετά τη συνάντησή του με τον Τραμπ, εξακολουθεί να θεωρεί σωστή τη δήλωση που είχε κάνει πριν από τις αμερικανικές εκλογές I hope we won’t face this evil, ή αν άλλαξε γνώμη. «Μακάρι να το ήξερα αυτό πριν μιλήσω», είπε γελώντας ο Τραμπ, ενώ ο Τσίπρας απάντησε (στα ελληνικά, που δεν πολυακούγονται εξαιτίας της διερμηνείας) ότι «μπορεί ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει ο Τραμπ τα πράγματα να φαίνεται διαβολικός αλλά γίνεται για καλό» -ή κάτι τέτοιο. Και τι άλλο να πει, δηλαδή.

* Βέβαια, η επίσκεψη Τσίπρα έχει ήδη δώσει ένα ζουμερό θέμα συζήτησης στη μπλογκόσφαιρα, με την κακομεταφρασμένη και πειραγμένη παροιμία που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός στην εκδήλωση στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, «We have already eaten the camel, now we have the queue», αντί να πει για γάιδαρο και για tail. Αλλά στο θέμα αυτό αφιερώσαμε το χτεσινό μας άρθρο, οπότε δεν θα το επαναλάβουμε σήμερα. Και βέβαια, καθώς έχει φύγει ένα πλούσιο πιάτο από την πιατέλα μας, μπορεί να βρείτε το σημερινό μενού κάπως λειψό.

* Ήθελα να βάλω, αλλά δυστυχώς δεν την αποθήκευσα εκείνη τη στιγμή που την είδα, μια ωραία φωτοσοπιά με ένα πακέτο τσιγάρα Camel όπου όμως η καμήλα έχει αντικατασταθεί με γαϊδούρι -όποιος το έχει κρατήσει, ας το βάλει στα σχόλια -το πρόσθεσα εδώ αριστερά.

* Ένα μεταφραστικό από τα ρεπορτάζ τα σχετικά με την επίσκεψη Τσίπρα, που όμως ευτυχώς διορθώθηκε -κι ετσι άφησε ίχνη μόνο στο google ή σε ιστότοπους που αναδημοσιεύουν υλικό.

Στην αρχική διατύπωση του άρθρου, «στους ροζ κήπους του Λευκού Οίκου επισφραγίστηκε το μεγάλο παζάρι της ελληνικής κυβέρνησης με τον Ντόναλντ Τραμπ».

Οι ροζ κήποι δεν είναι (απαραίτητα) ροζ, είναι οι rose gardens, δηλαδή οι κήποι με τριαντάφυλλα, τα οποία βγαίνουν σε πολλά χρώματα. Τελικά το κατάλαβαν και έσβησαν τη λέξη «ροζ».

* Για να μείνουμε στην επίσκεψη ή στον απόηχό της, η γενικομανία της εβδομάδας εμφανίστηκε στο δελτίο τύπου της Νέας Δημοκρατίας για την επίσκεψη Τσίπρα, όπου διαβάζουμε:

Δυστυχώς, από τις δηλώσεις που ακολούθησαν της συνάντησης, φαίνεται μέχρι στιγμής ότι το μόνο χειροπιαστό αποτέλεσμα της επίσκεψης αφορά μια συμφωνία υψηλότατου κόστους για την αναβάθμιση των ελληνικών αεροσκαφών F 16.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Ορθογραφικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Η ουρά του γαϊδάρου (και της καμήλας)

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2017

Πολύς θόρυβος έγινε στη μπλογκόσφαιρα με την παροιμία που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός στο τέλος της ομιλίας του στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, στην Ουάσινγκτον, της τελευταία μέρα της πενθήμερης επίσκεψής του στις ΗΠΑ. Αρχικά είχα σκεφτεί να το αφήσω για τ’ αυριανά μεζεδάκια, μετά όμως είδα ότι έχει αρκετό ψαχνό για κανονικό άρθρο, οπότε και το παρουσιάζω.

Λοιπόν, στο τέλος της συζήτησής του με τους δημοσιογράφους στο Μπρούκινγκς, και απαντώντας στην τελευταία ερώτηση, που είχε να κάνει με τη θέση του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο Αλέξης Τσίπρας, αφού είπε ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει το 80% των υποχρεώσεών της, οπότε δεν έχει τίποτα να φοβάται, συνέχισε:

There is an expression in Greece, “We have already eaten the camel, now we have the queue».

Μπορείτε να το ακούσετε κι εσείς, στο βίντεο αυτής της σελίδας, στο 1.12.00.

Προφανώς, κάτι δεν πάει καλά: η φράση του πρωθυπουργού έχει πρόβλημα, και μάλιστα διπλό, ένα μεταφραστικό κι ένα περιεχομένου.

Όπως όλοι ξέρουμε, η έκφραση (ή παροιμία, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους δεν είναι καθόλου καθαρή και ειδικά τούτη εδώ στέκεται ιππαστί πάνω στη διαχωριστική γραμμή) είναι: Φάγαμε τον γάιδαρο και μας απόμεινε η ουρά.

Όπως σωστά λέει ο φίλος μου ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία (συμπέσαμε στο θέμα, οπότε σε μεγάλο βαθμό λέμε τα ίδια) υπάρχουν κάμποσες παραλλαγές στην έκφραση. Μπορεί ας πούμε να διατυπωθεί ως ερώτηση, που εμπεριέχει και προτροπή: Εδώ φάγαμε τον γάιδαρο, στην ουρά θα κολλήσουμε; Υπάρχουν επίσης παραλλαγές όπου αντί για τον γάιδαρο εμφανίζεται το βόδι: Φάγαμε το βόδι και μας έμεινε η ουρά.

Να προσθέσω ότι στα κιτάπια μου βρίσκω και παραλλαγές όπου το μικρό εμπόδιο (η ουρά) ματαιώνει το συνολικό εγχείρημα: «όλο το γομάρι τόφαγε και στην ουρά απόστασε» ή «έφαγε το γάιδαρο και κόμπωσε στην ουρά του». Ωστόσο, δεν βρίσκω πουθενά παραλλαγή με καμήλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ευτράπελα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 276 Σχόλια »

Φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο

Posted by sarant στο 19 Οκτώβριος, 2017

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε συζητήσει στο ιστολόγιο για τους «χιονοκλώνους«, όπως είχα αποδώσει τον αγγλικό όρο snowclone, δηλαδή φραστικά μοτίβα που έχουν έναν σταθερό πυρήνα και ενα μεταβλητό κομμάτι που διαμορφώνεται κατά τις ανάγκες της στιγμής, όπως π.χ. τις φράσεις του τύπου «από το Χ στο Υ ένα Ζ δρόμος» (π.χ. από τον Λοβέρδο στον Κατρούγκαλο ένα μνημόνιο δρόμος).

Σε εκείνο το άρθρο προτάθηκαν και μερικές φράσεις που κατά τη γνώμη μου δεν είναι χιονόκλωνοι, είναι σκέτα κλισέ, παγιωμένες φράσεις, παροιμιακές θα μπορούσαμε να τις πούμε, που θα μπορούσαν και να λεξικογραφηθούν. Μερικές τέτοιες φράσεις, που χρησιμοποιούνται κυρίως στο Φέισμπουκ, στο Τουίτερ και στα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είχα μαζέψει κι εγώ παλιότερα, αν και καθόλου συστηματικά.

Ένας φίλος, που δεν σχολιάζει στο ιστολόγιο αλλά μάς παρακολουθεί σιωπηρά, με έπεισε να παρουσιάσω το υλικό που έχω μαζέψει, έστω και άψητο. «Θα το συμπληρώσει η συλλογική σοφία του ιστολογίου», είπε.

Οπότε, παρουσιάζω το (ημιτελές) φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο, με καμιά δεκαπενταριά λήμματα μόνο, περιμένοντας να το συμπληρώσετε και σε πλάτος (προσθέτοντας νέα λήμματα) αλλά και σε βάθος (συνεισφέροντας σε υπάρχοντα λήμματα, π.χ. με έναν καλύτερο ορισμό ή με παραδειγματικές φράσεις).

Στη συζήτηση με αυτόν τον φίλο μου είχα εκφράσει τον ενδοιασμό ότι ιδιαίτερη επίδοση στη χρήση τέτοιων κλισέ και παγιωμένων φράσεων έχουν οι κάπως νεότεροι χρήστες του Διαδικτύου. Ελπίζω να με διαψεύσετε.

Φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο

* έλεος κάπου. Αναφώνηση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει αγανάκτηση, ειλικρινή ή ειρωνική, για όσα εξωφρενικά προηγήθηκαν. Π.χ. Δηλαδή σοβαρά, ποσοι πιστεύεις ότι θα «πάνε να αλλάξουν το φύλο τους» για πλακα; Έλεος κάπου. Και ειρωνικά: Ναι, πες μας τώρα ότι το FBI ξέρει καλύτερα από τον Σκάι, έλεος κάπου.

Λέγεται και αντεστραμμένο: κάπου έλεος, ενώ γράφεται και με εξεζητημένα γκρίκλις: eleow kapoy.
Κατα το slang.gr, το «κάπου» λειτουργεί υπονομευτικά, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι έχουν δίκιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Κλισέ, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 192 Σχόλια »

Λέξεις της Νικαριάς (μια συνεργασία του Ροβυθέ)

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2017

Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.

 

Λέξεις της Νικαριάς

Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού,  όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.

Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.

 

ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).

μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.

παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.

ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).

παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).

[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]

παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος  (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).

καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.

[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].

λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.

[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].

βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).

[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]

σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).

γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).

ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)

πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».

θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).

καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).

σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).

μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.

 λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.

μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.

ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).

ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…

περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)

βαβάτσινο: το βατόμουρο

[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]

 πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.

ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).

σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)

κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)

σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).

κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».

[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]

σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.

συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί . Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).

λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.

συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί,  αντιλαμβάνομαι κάτι.

φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).

τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)

χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.

σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος

σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.

φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.

Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.

Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».

Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 85 Σχόλια »

Ή ποτέ σου δεν τις έφαγες ή ποτέ σου δεν τις μέτρησες

Posted by sarant στο 17 Οκτώβριος, 2017

Ο μύθος λέει πως δίκαζαν κάποιον, και ο πασάς ή ο καδής (ή ο δικαστής, μην κολλάμε σε λεπτομέρειες) ατάραχος απάγγειλε την ποινή:

– Εκατό βουρδουλιές!

Και ύστερα, όπως θέλει το έθιμο, ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να πει τίποτα.

– Ή ποτέ σου δεν τις έφαγες ή ποτέ σου δεν τις μέτρησες, αφέντη, είπε εκείνος -κι έγινε παροιμία.

Δεν την έβγαλα από το μυαλό μου την ιστορία, την αφηγείται ο Γιάννης Βλαχογιάννης στην Ιστορική Ανθολογία του.

Η ιστορία αυτή μού ήρθε στο νου καθώς διάβαζα για την απόρριψη της αίτησης αναστολής της φυλάκισης της Ηριάννας Β.Λ. μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση στο Εφετείο. Παρόλο που, μεταξύ μας, δεν ήμουν και πολύ αισιόδοξος για την αίσια έκβαση της υπόθεσης, αυτό που κυρίως με εξόργισε ήταν τα αυτάρεσκα σχόλια του εισαγγελέα, ότι «δεν αποδείχτηκε ανεπανόρθωτη βλάβη» στη διδακτορική διατριβή της Ηριάννας αν συνεχιστεί η φυλάκιση έως την εκδίκαση της έφεσης.

Κοινώς, δεν χάθηκε ο κόσμος κι αν καθίσεις μέσα άλλους έξι μήνες τζάμπα και βερεσέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Από το 1909 στο 1959

Posted by sarant στο 16 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο είναι το δεύτερο μέρος ενός παλιότερου, αλλά όχι πολύ παλιού άρθρου, που είχαμε δημοσιεύσει τον Γενάρη.

Σε εκείνο το πρώτο άρθρο είχα ξεκινήσει να φτιάχνω έναν κατάλογο για τα 100+1 χρόνια από το 1859 ως το 1959 (που γεννήθηκα), βάζοντας πλάι σε κάθε χρονιά κάποιον (ή κάποιους) που γεννήθηκε εκείνη τη χρονιά, κάποιον οικείο σε μένα ή σημαντικόν κατά τη γνώμη μου. Επειδή όμως ο κατάλογος παραμάκραινε τον έκοψα στη μέση και στο πρώτο άρθρο είχα βάλει τα 51 χρόνια από το 1859 ως το 1909 αφήνοντας για άλλη φορά τη συνέχεια.

Η άλλη φορά ήρθε σήμερα. Βέβαια, όταν έγραφα το πρώτο άρθρο δεν είχα υποσχεθεί ρητά ότι θα είχε συνέχεια, αντίθετα είχα κρατήσει μιαν επιφύλαξη («και βλέπουμε αν θα υπάρξει συνέχεια κάποτε»). Ο λόγος που ήμουν επιφυλακτικός είναι ότι το δεύτερο μισό της εκατονταετίας αυτής (101 χρόνια, αλλά τέλος πάντων) είναι χρόνια κοντινά μας, οπότε δεν υπάρχει αρκετή απόσταση, κι έπειτα πληθαίνουν οι οικείοι. Τελικά όμως είπα να μην αφήσω να σέρνεται το μισό άρθρο χωρίς το ταίρι του.

Σε αντίθεση με το πρώτο άρθρο, που είχε γεννηθέντες από το 1859 ως το 1909, εδώ υπάρχουν αρκετοί (που έχουν γεννηθεί από τη δεκαετία του 1920 και μετά) που βρίσκονται ακόμα στη ζωή -προς το τέλος, φυσικά, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία. Όπου δεν δηλώνω χρονολογία θανάτου, σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός ζει ακόμα -ελπίζω να μην έχω κάνει κανένα λάθος.

Για λόγους… αριθμητικής ομοιοκαταληξίας έχουμε πάλι 51 χρόνια, από το 1909 ως το 1959 -το 1909 επαναλαμβάνεται από το προηγούμενο άρθρο.

1909 Ο Γιώργος Κοτζιούλας († 1956). Και ο Ρίτσος, βέβαια (†1990) και ο Τσιφόρος († 1970), αλλά για μένα πιο οικείος ο Κοτζιούλας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Χρονολογίες | Με ετικέτα: , | 136 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Εξωγήινα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2017

Ο τίτλος του σημερινού πολυσυλλεκτικού άρθρου μας με τα φαιδρά και τα παράλογα, κυρίως γλωσσικά, που μάζεψα ή που μου στείλατε την προηγούμενη βδομάδα είναι βέβαια παρμένος από τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη διόρθωση της ταυτότητας φύλου στη Βουλή, και ειδικότερα από την ομιλία του Κ. Μητσοτάκη, αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος, θέλοντας να επιχειρηματολογήσει για την ανάγκη να υπάρχει κάποιο επιπλέον στάδιο ελέγχου πριν από τη διόρθωση της ταυτότητας φύλου, είπε ότι είχε συζητήσει με έναν γιατρό ο οποίος του αφηγήθηκε την εξής ιστορία:

Μου διηγήθηκε, λοιπόν, μια ιστορία για ένα νέο παιδί, ο οποίος τον βρήκε και του ζήτησε να συνηγορήσει στην αλλαγή φύλου, επειδή ανέβηκε στον Υμηττό και του το είπε ένας εξωγήινος. Πραματική ιστορία, κύριε Υπουργέ.

Φυσικά έπεσε πολύ γέλιο και στην αίθουσα της Βουλής και στα κοινωνικά μέσα, με μιμίδια όπως αυτά που βλέπετε αριστερά.

Οπότε, εκεί ψηλά στον Υμηττό δεν υπάρχει απλώς κάποιο μυστικό, όπως επέμενε η Νανά Μούσχουρη, υπάρχουν και εξωγήινοι που σε πείθουν να αλλάξεις φύλο. Από τις διάφορες ατάκες που κυκλοφόρησαν, γέλασα περισσότερο με εκείνην που παρουσιάζει τον Κ. Μητσοτάκη να δεσμεύεται ότι «μέσα σε ένα μήνα θα έχουμε καθαρίσει τον Υμηττό από εξωγήινους», υπαινιγμός για τη δήλωσή του ότι θα καθαρίσει τα Εξάρχεια.

Το αστείο έχει και τη σοβαρή πλευρά του, που είναι ότι η χρήση τέτοιων γελοίων επιχειρημάτων υποτιμάει βαθύτατα τα άτομα που θέλουν να κάνουν διόρθωση ταυτότητας φύλου. Κάτι άλλωστε που συνέβη και με επιχειρήματα αλλων στελεχών της ΝΔ, όπως ότι «οι ισοβίτες θα κάνουν αλλαγή ταυτότητας φύλου για να μετάγονται στις γυναικείες φυλακές» (αυτό το είπε ο Άδωνης) ή ότι κάποιοι θα αλλάζουν ταυτότητα φύλου για να αποφεύγουν τη στράτευση.

Αλλά με την ίδια λογική, αφού είναι γνωστό ότι πολλοί γάμοι είναι εικονικοί, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί και εικονικά διαζύγια -για φορολογικούς λόγους- γιατί να μην μπει προϋπόθεση για τον γάμο ή για το διαζύγιο μια γνωμάτευση εμπειρογνωμονα ο οποίος θα βεβαιώνει ότι διέγνωσε ειλικρινή επιθυμία των δύο ενδιαφερομένων να παντρευτούν ή, αντίστοιχα, να χωρίσουν;

Τέλος πάντων, στο σαββατιάτικο άρθρο συνηθως δεν σχολιάζω επί της ουσίας, οπότε ας μην το συνεχίσω -περναμε στα μεζεδάκια μας.

* Φίλος που παρακολουθεί τη γλωσσικήν επικαιρότητα, μου έστειλε χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου στο οποίο χρησιμοποιείται ο όρος «δουξουδουά» για την επιλογή «Δ.Ξ/Δ.Α.» (Δεν ξέρω / Δεν απαντώ) των δημοσκοπήσεων και με ρώτησε αν είναι καινούργιος ο όρος. Όχι ακριβώς, αφού το slang.gr τον έχει καταγράψει πριν από τρία χρόνια.

* Μια άλλη φίλη, που έχει το περίεργο χόμπι να παρακολουθεί τις επιστολές αναγνωστών της Καθημερινής, μου έδειξε μια επιστολή με γλωσσικό ενδιαφέρον:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Ευπρεπισμός, Καβαφικά, Μαργαριτάρια, Μεταγραφή ξένων ονομάτων, Μεζεδάκια, Μουστάκια της Τζοκόντας, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Ελάτε να μαζέψουμε ορθογραφικά λάθη

Posted by sarant στο 12 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο θα το γράψετε εσείς ή τουλάχιστον θα το γράψουμε όλοι μαζί.

Μου γράφει ένας φίλος, γλωσσολόγος και πανεπιστημιακός, και με ρωτάει αν έχω υπόψη μου κάποιον πίνακα λέξεων που γράφονται συχνά ανορθόγραφα, αν υπάρχει κάποια σχετική εργασία.

Δεν είναι απαραίτητο, μου λέει, να είναι κάτι πολύ επιστημονικό, θα μπορούσε π.χ. να είναι και η υποκειμενική εντύπωση κάποιου εκπαιδευτικού, που έχει δει άπειρα γραπτά.

Με δυο λόγια, ο φίλος μου αναζητεί έναν κατάλογο λέξεων που να εμφανίζονται συχνά ανορθόγραφες (απ’ αυτές που κάνουν διάφορους να κλαίγονται ότι οι Έλληνες δεν ξέρουν ορθογραφία, σημειώνει με ένα χαμογελάκι) αλλά ταυτόχρονα να έχουν μία σαφώς αποδεκτή σωστή ορθογραφία, δηλαδή δεν τον ενδιαφέρουν οι περιπτώσεις όπως ο ορθοπ*δικός όπου υπάρχουν δυο εξίσου συχνές παραλλαγές ή, θα πρόσθετα εγώ, το α*γό (αυγό ή αβγό) ή το τρένο/τραίνο.

Ο φίλος μου θέλει λέξεις που να μην υπάρχει αμφιβολία ή διχογνωμία (στα λεξικά) για τη σωστή τους ορθογραφία αλλά να γράφονται συχνά με λάθος τρόπο.

Νομίζω επίσης ότι τον φίλο μου δεν τον ενδιαφέρουν τόσο πολύ κάποιες λέξεις των οποίων η σωστή ορθογραφία δεν είναι ευρέως γνωστή -μια τέτοια είναι η λέξη «μυροβλύτης», για την οποία έχουμε γράψει παλιότερα, την οποία πολύς κόσμος τη γράφει «μυροβλήτης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ορθογραφικά, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: | 367 Σχόλια »

Ο κατασκευασμένος Σουρής και η Athens Review of Books

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2017

Η προεργασία και η συγκέντρωση υλικού για το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα έγινε στις αρχές Αυγούστου. Όμως, έκρινα καλύτερο να αναβάλω τη δημοσίευση για μετά τις διακοπές, όχι μόνο επειδή έτσι θα διάβαζαν το άρθρο περισσότεροι αλλά, επίσης, και κυρίως, με την ελπίδα ότι από τον σχολιασμό σας θα φωτίζονταν κάποια σημεία που δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Βέβαια, με την επιλογή αυτή το άρθρο έχασε σε επικαιρότητα, αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι το κυρίαρχο.

Το διπλό καλοκαιρινό τεύχος (τχ. 86, Ιούλιος-Αύγουστος 2017) της βιβλιοφιλικής επιθεώρησης Athens Review of Books περιέχει ένα μικρό αφιέρωμα στον Γεώργιο Σουρή. Αν βρείτε το τεύχος σε κάποιο βιβλιοπωλείο που στοκάρει τα τεύχη αξίζει να το φυλλομετρήσετε. Μπορεί το άρθρο του καθηγητή Δ. Δημηρούλη («Εθνικός ποιητής άνευ χαρτοφυλακίου») να είναι μάλλον διεκπεραιωτικό, αλλά μας αποζημιώνει μια συνέντευξη του Σουρή στον Μήτσο Χατζόπουλο και, κυρίως, ένα ενδιαφέρον άρθρο του Σωτήρη Τσέλικα για τις σχέσεις Σουρή και Ροΐδη -μακάρι να αξιωθώ κάποια Κυριακή να το παρουσιάσω σχολιασμένο.

Ωστόσο, πλάι σ’ αυτά τα αδιάφορα ή ενδιαφέροντα, το περιοδικό περιλαμβανει και μια σελίδα με ανθολόγηση ποιημάτων του Σουρή, και αυτή θα μας απασχολήσει στο σημερινό σημείωμα. Και θα μας απασχολήσει επειδή ο «ανθολόγος» του περιοδικού, αντί να ανοίξει ένα βιβλίο, ας πούμε μιαν ανθολογία ποίησης, και να διαλέξει ποιήματα του Σουρή, προφανώς εναπόθεσε τις ελπίδες του στο Γκουγκλ και παρέθεσε ό,τι ψάρεψε από το Διαδίκτυο -στίχους του Σουρή, βεβαίως, αλλά και παραποιημένους στίχους του Σουρή, όπως επίσης και ψευδεπίγραφους στίχους, που αποδίδονται στον Σουρή ενώ δεν είναι δικοί του.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, αν γενικά στο Διαδίκτυο υπάρχει η τάση να αποδίδονται διάφορα βαθυστόχαστα αποφθέγματα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τα είπαν (αυτά τα λέμε «αποφεύγματα» στο ιστολόγιο), στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο υπάρχει μια παράπλευρη τάση να αποδίδεται το οποιοδήποτε χιουμοριστικό (βάλτε και όσα εισαγωγικά θέλετε) στιχούργημα στον Γεώργιο Σουρή. Κάποιες φορές η παραχάραξη είναι εύκολο να αποκαλυφθεί, όπως πριν απο μερικά χρόνια που ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης είχε αποδώσει στον Σουρή κάποιους πασίγνωστους στίχοςυ του Αλέξ. Σούτσου. Αυτό ανασκευάστηκε εύκολα. Άλλα πλαστουργήματα αποδεικνύονται σκληρότερα καρύδια, όπως το κατασκευασμένο ποίημα «Ποιος είδε κράτος λιγοστό», που κυκλοφορεί από το 2011 στο Διαδίκτυο και αποτελεί συρραφή από στίχους του Σουρή και άλλους που δεν έχει διαπιστωθεί σε ποιον ανήκουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σουρής, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 152 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 12 – Τα καμώματα του Αλκιβιάδη

Posted by sarant στο 10 Οκτώβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο και στον Πλούταρχο. Η σημερινή ιστορία είναι φυσικά αντλημένη από τον «Αλκιβιάδη» του Πλουτάρχου.

Χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της κλασικής εποχής ήταν ο Αλκιβιάδης, γιος του Κλεινία. Δεν ήταν μόνο απόγονος (από πατέρα και μάνα) λαμπρών οικογενειών της Αθήνας, αλλά ήταν και προικισμένος με όλες τις χάρες. Όμορφος, γερός, δυνατός, έξυπνος και θαρραλέος.

Ο παππούς του, που λεγόταν επίσης Αλκιβιάδης, ήταν φίλος του Κλεισθένη και συνεργάστηκε μαζί του στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Ο πατέρας του Κλεινίας, στενός φίλος του Περικλή, αναδείχτηκε ήρωας στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία στη μάχη της Κορώνειας. Η μητέρα του, Δεινομάχη, εξ άλλου, καταγόταν από την περίφημη γενιά των Αλκμαιωνιδών.

Το κακό ήταν πως χήρεψε νωρίς, όταν ο γιος της ήταν μόνο πέντε χρονών και την κηδεμονία του Αλκιβιάδη την ανέλαβε ο Περικλής, που εξασφάλισε μεν στον μικρό άνετη ζωή και λαμπρή μόρφωση, αλλά κατά τα λοιπά, απορροφημένος από την πολιτική, δε νοιάστηκε πολύ για τον γιο του φίλου του, όπως άλλωστε δεν ασχολήθηκε και με τα δικά του παιδιά. Απλώς ανέθεσε το μικρό στις φροντίδες ενός δούλου του από τη Θράκη, που δεν είχε όμως την απαιτούμενη επιβολή.

Έτσι ο Αλκιβιάδης, από τη φύση του ατίθασος και ανυπάκουος, μεγαλώνοντας έγινε θρασύς, αλαζονικός, ανεύθυνος, επηρμένος, εγωιστής, με μια λέξη ανυπόφορος. Ταυτόχρονα όμως ήταν έξυπνος, γενναίος, ανοιχτοχέρης και πολύ όμορφο παλικάρι. Και όπως ξέρουμε οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το κάλλος και εύκολα συγχωρούσαν τα λάθη ή τις παρεκτροπές κάποιου, φτάνει να ήταν ωραίος.

Τρανό παράδειγμα η ωραία Ελένη. Και τι δεν έκανε: μοίχεψε, άρπαξε τα λεφτά του άντρα της φεύγοντας με τον εραστή της, συντάχθηκε με τους Τρώες όταν οι Αχαιοί πολιορκούσαν την Τροία και στο τέλος ο Μενέλαος, σαν έπεσε η Τροία, όχι μόνο δεν την έσφαξε, μα την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στη Σπάρτη «δόξη και τιμή», έχοντάς την κορώνα στο κεφάλι του, που εκείνη είχε φροντίσει να στολιστεί και με άλλα εξαρτήματα…. Έτσι και με τον Αλκιβιάδη. Παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, επειδή κυρίως ήταν ωραίο παιδί, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στην Αθήνα.

Τα ελαττώματά του δεν μπόρεσε να περιορίσει ούτε ο ίδιος ο Σωκράτης, όταν ο φέρελπις νέος, στα δεκαπέντε του χρόνια, έγινε μαθητής του. Βεβαίως πολλές φορές οι αυστηρές νουθεσίες του δάσκαλου έκαναν τον μαθητή να δακρύζει και για λίγο διάστημα συμπεριφερόταν σωστά και υπεύθυνα, σύντομα όμως ξανάμπλεκε με τους φίλους του, που τον ξεμυάλιζαν και άρχιζε πάλι τις ασωτείες.  Συχνά ο Σωκράτης τον κυνηγούσε «σα να ήταν δραπέτης δούλος», για να τον πείσει να έρθει στα μαθήματά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 142 Σχόλια »

Πλωμαρίτικα – Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2017

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με μια συνεργασία του φιλου μας του Γιάννη Μαλλιαρού με λέξεις από τη διάλεκτο του Πλωμαριού -βλέπετε, η Μυτιλήνη είναι μεγάλο νησί, που μάλιστα ακόμα έχει δυσπρόσιτα μέρη και δύσκολες συγκοινωνίες, πόσο μάλλον πριν από δυο τρεις αιώνες. Όπως έλεγε κι ένας φίλος του πατέρα μου σε μια ουζοκατάνυξη, θυμωμένος που κοτζάμ νησί έγινε ένας μόνο δήμος σύμφωνα με την καλλικρατική ντιρεχτίβα, «ο Ραγκούσης θαρρούσε πως όλα τα νησιά είναι μια κουτσουλιά σαν την Πάρο» -αλλά πλατειάζω με άσχετα, ίσως επειδή ο φίλος μας ο Γιάννης παρέδωσε έτοιμη δουλειά, ακόμα και με εισαγωγή. Οπότε του δίνω το λόγο, θυμίζοντας πως παρόμοιες συνεργασίες είναι πάντοτε καλοδεχούμενενες. Σχολιάζω κι εγώ, σε αγκύλες, με πλάγια και καναδυό φορές παρασύρθηκα και φλυάρησα πολύ -ας μου συγχωρεθεί, ένεκα η εντοπιότητα.

Τα πλωμαρίτικα – Γιάννης Μαλλιαρός

Η αρχή έγινε με την ντοπιολαλιά των Θερμιών (Κύθνου) που ετοίμασε ο Δημήτρης Μαρτίνος. Ο Νικοκύρης εκεί έκανε πρόσκληση σε όποιον ήθελε να προσθέσει και τα δικά του, από την περιοχή του κι έτσι υπήρξε συνέχεια με τη Σιφνέικη από το σχολιαστή με το χρηστώνυμο Κουτρούφι. Μιας και την εποχή εκείνη ήμουνα στο χωριό σκεφτόμουνα διάφορες λέξεις που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια παρόμοια δουλειά για τη διάλεκτο του Πλωμαριού και των χωριών του (όσο κι αν υπάρχουν διαφορές, σε γενικές γραμμές είναι κοινή). Βέβαια, ούτε γλωσσολόγος είμαι, ούτε φιλόλογος κι έτσι από ετυμολόγηση δεν έχουμε, αν και είναι σίγουρο πως πολλές έχουν τουρκική αρχή. Εν τω μεταξύ, με το που τα ετοιμάζω, να και διαλεκτικά του Ξηρόμερου από τον Αλέξη! Εκεί ο Νικοκύρης θυμήθηκε πως παλιότερα είχε βάλει κι Αμοργιανά.

Οι λέξεις που θα παρουσιάσω είναι λέξεις που είτε έχουν χαθεί (εγώ επειδή έχω φύγει αρκετά χρόνια – μου λένε ότι – έχω κρατήσει την παλιά μορφή της γλώσσας) είτε είναι κοινές με άλλες περιοχές αλλά έχουν ειδική σημασία. Τον τελευταίο καιρό βοήθησα να ετοιμαστεί ένα σχετικό βιβλίο (είναι σε διαδικασία εκτύπωσης) αλλά οι λέξεις που διάλεξα δεν είν’ από κει παρμένες (αν και σίγουρα θα υπάρχουν εκεί πολλές αν όχι και όλες). Τη σημασία τους την έχω από τα χρόνια που έζησα εκεί (μέχρι τα 18 μου, το 1977). Από τότε πάω τα καλοκαίρια, αλλά η γλώσσα έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. Όμως η απουσία μου έχει το καλό να κρατάω τις παλιές λέξεις και εκφράσεις, πολλές φορές με κοιτάνε παραξενεμένοι που τις χρησιμοποιώ.

Για ξεκίνημα να πω πως στην περιοχή συνηθίζεται η μετατροπή του τ σε κ και του κ σε τσ. Έτσι θυμάμαι να γράφει κάποιος παλιά στο «Δημοκράτη» (εφημερίδα της Μυτιλήνης): Θα γίνου σαν τ’ς Πλουμαρίτις. Θε λέγ’ του στήλου – σκήλου τσι του σκύλου – στσύλου. Θα λεγ’ του τυρί – κυρί τσι του κηρί – τσηρί. (ναι, ξέρω πως για ν’ ακουστούν οι ήχοι έτσι όπως βγαίνουν από μας δεν είν’ εύκολο. Το τσ ας πούμε στα παραπάνω είναι παχύ. Υπάρχουν δυο τριών λογιών λ ή ν και πάει λέγοντας). Ο φίλος μου ο Γιάννης απ’ τα Τρίκαλα (αλλά και άλλοι Θεσσαλοί) μου λέει πολλές φορές πόσο όμοια του φαίνεται η διάλεκτος η δικιά μας με τη δικιά τους! Το λέει ο Γιάννης γιατί συνηθίζουμε να κόβουμε τα φωνήεντα; Εμ τα κ τσ κλπ πώς τα ακούει; π.χ. «πικ’νό φικ’νό τσι φκ’νό» (=πετεινό φετινό και φτηνό) ή «ακή μ’ τσ’ απακή μ’, πάκ’σα του κακί μ’» (= απ’ εαυτού μου και μόνο πάτησα το γατί μου).

Η πλάκα είναι πως παλιότερα υπήρχαν αρχαιοελληνικές λέξεις που είχαν επιβιώσει στη γλώσσα μας αλλά χάθηκαν και άλλαξαν με σύγχρονες της κοινής ελληνικής. Η θεια μου η Αμερσούδα (όχι αυτή του τραγουδιού αλλά όντως θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου) συχνά έλεγε «πιασ’ μουρί του χλιάρ από τ’ αρμάρ» (=πιάσε το κουτάλι απ’ το ντουλάπι). Σήμερα δεν ακούγεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυτιλήνη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

Σκάκι στην εξορία και στις φυλακές

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2017

Αυτόν τον τίτλο είχε ένα αφιέρωμα που επρόκειτο να παρουσιαστεί χτες στο φεστιβάλ Σπούτνικ, της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο άλσος Στρατού, στο Γουδί. Ο σκακιστής Κοσμάς Κέφαλος, που ήταν υπεύθυνος του αφιερώματος, μου είχε ζητήσει να παρευρεθώ, αλλά δεν μπόρεσα επειδή δεν βρίσκομαι στην Αθήνα. Λυπήθηκα πολύ, μια και εκτός των άλλων, θα απαγγελλόταν, από τον Στέφανο Ληναίο, και ένα ποίημα του παππού μου ακριβώς με θέμα το σκάκι πίσω από τα σύρματα. Το φεστιβάλ Σπούτνικ θα συνεχιστει και σήμερα, και σας συνιστώ να πάτε -μάλιστα οι σκακιστές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στις 7 μ.μ. διαγωνισμό λύσης προβλημάτων, ο οποίος γίνεται με καινούργια φόρμουλα, πολύ θεαματική, σε στιλ νοκάουτ -στην εποχή μου δεν είχαμε τέτοιες μοντερνιές. Γενικά το σκάκι είχε περίοπτη θέση στα φεστιβάλ των νεολαιών, ιδίως των νεολαιών της Αριστεράς, και κάθε χρόνο έχει τη θέση του στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες μικρές διορθώσεις και προσθήκες, το προχτεσινό δημοσίευμα του Κ. Κέφαλου στην εφημερίδα Αυγή, με τίτλο «Ψυχή σε στρατό απο ψίχα». Στο τέλος προσθέτω και μερικά ακόμα.

Σκακιστικό σχολειό ο Αϊ – Στράτης

Ο Στέλιος Ευκαρπίδης εκτοπίστηκε στα 18 του, το 1947, στον Αϊ – Στράτη. Οι σκηνές τους ήταν σε μια ρεματιά γεμάτη υγρασία. Θυμάται πως οι αφάνες που έβαζαν κάτω από την κουβέρτα είχαν γίνει σώμα συμπαγές, σαν στρώμα.

Συνθήκες άθλιες, αλλά και ένα δώρο: ο νεαρός Στέλιος βρέθηκε στην ίδια σκηνή με τον Θανάση Βασίλα (1908-1956), έναν λαμπρό επιστήμονα -με καθοριστική συμβολή στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωριών της ανατολικής Χαλκιδικής, μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1932- και έναν από τους καλύτερους βορειοελλαδίτες σκακιστές της εποχής εκείνης. Ο χρόνος περίσσευε, το μυαλό σε αυτές τις ηλικίες είναι «σφουγγάρι», ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να τον μυήσει στο παιχνίδι και η οικογένεια έστελνε, παρά την οικονομική ανέχεια, σκακιέρες και βιβλία για μελέτη. Γρήγορα έγινε πολύ καλός σκακιστής και, εκτός από τον δάσκαλο, άρχισε να παίζει και με άλλους. Όπως θυμάται, το σκάκι ήταν πολύ διαδεδομένο στον Αϊ – Στράτη. Έμεινε εκεί για περισσότερο από τρία χρόνια.

Αντιθέτως, το 1950, που τον πήγαν στη Μακρόνησο, αντιμετώπισε μια πολύ πιο σκληρή κατάσταση. Έφυγε με σπασμένα πλευρά και αιμοπτύσεις…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 99 Σχόλια »