Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πριν από 50 χρόνια: Ο Μποστ και η κυβέρνηση Τσιριμώκου

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2015

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Εδώ και κάμποσο καιρό ανεβάζω, πότε-πότε, σκίτσα του Μποστ που σχολιάζουν γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια (εδώ το αμέσως προηγούμενο άρθρο αυτής της σειράς).

Ο Αύγουστος του 1965, όπως και ο φετινός, ήταν μήνας μεστός από πολιτικές εξελίξεις, αλλά, σε αντίθεση με τον φετινόν Αύγουστο, ήταν πολύ πιο ταραγμένος, καθώς το ιουλιανό παλατιανό πραξικόπημα με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού είχε πυροδοτήσει μια χωρίς προηγούμενο (και χωρίς επόμενο, ίσως) λαϊκή κινητοποίηση, που εκφράστηκε με καθημερινές μαχητικές διαδηλώσεις επί εβδομήντα συναπτές ημέρες, από τις 15 Ιουλίου έως τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Η κυβέρνηση Νόβα, με το πρώτο κύμα αποστατών,  δεν κατάφερε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή (πήρε 131 ψήφους υπέρ: 98 της ΕΡΕ, 8 από τους Προοδευτικούς του Μαρκεζίνη και 25 «αποστάτες» του Κέντρου). Αυτό έγινε τις πρωινές ώρες της 5ης Αυγούστου 1965. Στη συνέχεια, ο βασιλιάς ξεκίνησε σειρά ακροάσεων με τους πολιτικούς αρχηγούς, θέλοντας να κερδίσει χρόνο ενώ στο παρασκήνιο μεθοδευόταν το επόμενο βήμα. Τελικά, στις 14 Αυγούστου ο Ηλίας Τσιριμώκος και ο Στέφανος Στεφανόπουλος δήλωσαν ότι ανεξαρτητοποιούνται από την Ένωση Κέντρου και στις 17 του μηνός δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Τσιριμώκο.

mpost-tsirim2

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επετειακά, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 23 Comments »

Πάσγουορντ

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2015

Καναδυό μέρες πριν φύγω για διακοπές, πήρα ένα στικάκι για να έχω ιντερνέτ στο λάπτοπ. Το εγκατέστησα για να δω αν δουλεύει, βεβαιώθηκα ότι δουλεύει μια χαρά και το άφησα. Όταν έφτασα στην εξοχή και θέλησα να συνδεθώ, διαπίστωσα ότι δεν είχα σημειώσει τον τετραψήφιο κωδικό, το PIN που λέμε, του στικακιού. Ευτυχώς όμως είχα τα χαρτιά του συμβολαίου που ανέφεραν τον αριθμό της σύνδεσης κι έτσι τηλεφωνώντας στην τεχνική βοήθεια μού έδωσαν τον άλλο κωδικό, τον οχταψήφιο, τον λεγόμενο PUK, κι έτσι αφού έκανα τρεις αποτυχημένες δοκιμές και μπλοκάρισα το παλιό PIN, μπόρεσα να το αλλάξω και να βάλω ένα δικό μου -και για ευκολία, έβαλα το PIN του κινητού μου.

Επειδή κινούμαι και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα έχω δίκαρτο κινητό, αλλά έχω τον ίδιο κωδικό και στις δυο κάρτες μου. Μακάρι όμως να ήταν μόνο αυτοί οι κωδικοί που πρέπει να θυμάμαι. Έχω δυο πιστωτικές κάρτες και μια χρεωστική, που η καθεμιά τους έχει ένα PIN, τετραψήφιο πάλι κωδικό. Στο λάπτοπ μου δεν έχω βάλει κωδικό, αλλά στον υπολογιστή του γραφείου είμαι υποχρεωμένος να έχω, οπότε κάθε μέρα πληκτρολογώ και εκεί έναν οχταψήφιο κωδικό -ή μάλλον οχταχαράκτηρο, αφού υποχρεωτικά ο κωδικός του γραφείου πρέπει να έχει τουλάχιστον οχτώ χαρακτήρες, ανάμικτους γράμματα πεζά και κεφαλαία και αριθμούς. Άλλους κωδικούς έχω για τα δύο σάιτ των τραπεζών όπου έχω λογαριασμούς, και άλλον για το taxis.

Φυσικά, είμαι γραμμένος σε δεκάδες ιστότοπους, όπως στη WordPress, στο google, στο yahoo, στο Facebook, αλλά εκεί, αντίθετα με τις συμβουλές των ειδικών ασφαλείας, έχω έναν κωδικό, τον ίδιο για όλα τα σάιτ, με έξι μόνο χαρακτήρες, έτσι βάζω πάντα τον ίδιο κωδικό. Ωστόσο, μερικοί ιστότοποι θέλουν να έχουν αυξημένη ασφάλεια, οπότε δεν δέχονται κωδικούς των έξι χαρακτήρων παρά επιμένουν σε οχτώ ή και περισσότερους -έτσι, στον βασικό κωδικό των 6 χαρακτήρων προσθέτω άλλους για να ικανοποιήσω τα καπρίτσια του καθενός ιστοτόπου. Για παράδειγμα, σε έναν ιστότοπο wikiκάτι, έχω προσθέσει τους χαρακτήρες W%.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Μεταμπλόγκειν, Υπολογιστικά | Με ετικέτα: , , , | 120 Comments »

Η Αφγανιστανούπολη και πάλι

Posted by sarant στο 26 Αυγούστου, 2015

Το σημερινό άρθρο το επαναλαμβάνω όχι μόνο επειδή, καθώς βρίσκομαι ακόμα σε διακοπές, δεν προλαβαίνω να συντάξω καινούργια κείμενα, αλλά και διότι, δυστυχώς, δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του. Το αρχικό άρθρο το είχα δημοσιεύσει πριν από 5 χρόνια και μία μέρα, σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή, ενώ σήμερα το πρόβλημα των μεταναστών στην Ευρώπη και των προσφύγων από τον εμφύλιο της Συρίας στα νησιά μας έχει οξυνθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο πριν από πέντε χρόνια.

Κάποιοι κάπηλοι πολιτικάντηδες, σαν τον κ. Λοβέρδο αλλά και τον τάχαμ αξιοπρεπέστερο κ. Κ. Μητσοτάκη, υποστήριξαν ότι αυτή η όξυνση του μεταναστευτικού/προσφυγικού οφείλεται στη χαλαρή πολιτική που ακολούθησε η αριστερή κυβέρνηση, εφόσον «δεν έχει συμβεί κάποιο γεωπολιτικό γεγονός στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που να δικαιολογεί αυτήν την αύξηση των ροών που παρατηρούμε τους τελευταίους μήνες«, ένα επιχείρημα που γελοιοποιείται από τα πράγματα αν δούμε την τεράστια αύξηση της μεταναστευτικής ροής και στην Ιταλία ή σε άλλες χώρες. Αλλά η δεξιά μας ήταν ανέκαθεν αντιπροσφυγική, ακόμα και τότε (ή ίσως: ιδίως τότε) που οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες, το 1922 -όπως θα δούμε στο σημερινό μας άρθρο που το παραθέτω αυτούσιο όπως είχε αρχικά δημοσιευτεί.

Φυλλομετρούσα (ηλεκτρονικώς) τις προάλλες μερικά φύλλα της εφημ. Βραδυνή, από το 1923, κάτι άλλο ψάχνοντας, κι έπεσε το μάτι μου στα χρονογραφήματα και τα «παραπολιτικά» σχόλια και μου έκανε εντύπωση το μίσος των χρονογράφων και σχολιογράφων για τους πρόσφυγες που είχαν κατακλύσει την Αθήνα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Και δεν μπόρεσα να μην κάνω παραλληλισμούς με τη σημερινή αντιμεταναστευτική ρητορική των ακροδεξιών από το Διαδίκτυο.

afgan

Να πούμε εδώ για την ιστορία ότι μετά το αποτυχημένο φιλομοναρχικό πραξικόπημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου-Μεταξά τον Οκτώβριο του 1923, παύθηκαν όλες οι αντιβενιζελικές εφημερίδες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα ανεργίας των δημοσιογράφων. Οι άνεργοι δημοσιογράφοι σχημάτισαν συνεταιρισμό, ο οποίος εξέδωσε τη Βραδυνή, η οποία εκείνο τον πρώτο καιρό έβγαινε με υπότιτλο «Εφημερίδα των συντακτών». Πιο σωστά των αντιβενιζελικών συντακτών, αφού στον συνεταιρισμό μόνο αυτοί γίνονταν μέλη. Βέβαια, αργότερα η εφημερίδα απέκτησε κανονικόν ιδιοκτήτη και σιγά-σιγά η στελέχωσή της έπαψε να είναι μονολιθική, όσο κι αν η πολιτική της γραμμή παρέμεινε πάντοτε στη δεξιά ή την κεντροδεξιά πτέρυγα. Όμως, τον πρώτο καιρό, που  η εφημερίδα ήταν το μοναδικό έντυπο της δεξιάς παράταξης, η Βραδυνή είχε δημοσιογραφική σύνθεση αμιγώς αντιβενιζελική -και γραμμή αμιγώς αντιπροσφυγική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Εθνικισμός, Μετανάστες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 80 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή

Posted by sarant στο 25 Αυγούστου, 2015

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή ένατη και είναι η πέμπτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν γαλήνια και ομαλά με εξαίρεση την εγχείρηση κήλης, κατά την οποία παρατηρήθηκε υψηλός μετεγχειρητικός πυρετός που επέμενε αρκετές μέρες. Εκτός από τους γιατρούς της κλινικής ο πυρετός θορύβησε τους επίσης γιατρούς εξαδέλφους του, το Γιάννη τον Δαβάκη και το Μίμη τον Οικονομίδη, που κάναν πρόχειρο ιατρικό συμβούλιο. Ο ποιητής που διατηρούσε το χιούμορ του, βλέποντάς τους σκεπτικούς και προβληματισμένους για την αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, τους είπε

— Μη νοιάζεστε βρε παιδιά, στη νεκροψία θα το βρείτε οπωσδήποτε!

Τελικά όλα πήγαν καλά. Ο πυρετός οφειλόταν σε λοίμωξη της ουρήθρας από τον καθετήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση.

Στα τέλη του 51 πέθανε στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 86 χρονών η πεθερά του. Ο ποιητής την αγαπούσε, για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της, την ικανότητα των χεριών της, (ύφαινε στον αργαλειό με πραγματική τέχνη, κεντούσε, μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού και έβαφε τοίχους και παράθυρα), την πολυπραγμοσύνη και το ανήσυχο πνεύμα της. Από τότε που ξαναεγκαταστάθηκε με τον άντρα της στην πόλη κι όσο ήταν καλά, αλώνιζε με τα πόδια τη Μυτιλήνη, σε επισκέψεις των παλιών της φιλενάδων, ανανεώνοντας μια φιλία χρονολογούμενη από τις αρχές του αιώνα, την οποία είχε διακόψει η μετοικεσία της στη Μόρια. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της η ημιπληγία την καθήλωσε στο κρεβάτι κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 49 Comments »

Τα τζιτζίκια κάνουν τζι

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2015

Κοντεύει να τελειώσει το καλοκαίρι, και άρθρο καλοκαιρινό δεν έχουμε ανεβάσει. Βέβαια, τα καλοκαιρινά άρθρα για να τα γράψεις πρέπει να είσαι πλάι στο κύμα, ή έστω σε διακοπές, και φέτος φάνηκα πολύ ατζαμής ή άτυχος στη χρονοθέτηση των έτσι κι αλλιώς σύντομων διακοπών μου αφού τις κανόνισα μετά τον δεκαπενταύγουστο -και βέβαια, με την πρώτη σταγόνα της διάλυσης της Βουλής λαβώθηκε το έτσι κι αλλιώς περίεργο φετινό καλοκαίρι.

Το οποίο καλοκαίρι, εμείς οι μεσογειακοί τουλάχιστον το έχουμε συνδέσει με έναν συγκεκριμένο ήχο, το τερέτισμα του τζιτζικιού, την ακατάπαυστη μουσική υπόκρουση στις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Τόσο πολύ έχει συνδεθεί με το αιγαιακό τοπίο το τζιτζίκι, που στις αρχές του φετινού καλοκαιριού οι κάτοικοι της Δονούσας, στις μικρές Κυκλάδες, έκαναν έκκληση στους απανταχού φίλους (του νησιού και των τζιτζικιών) να τους στείλουν ταχυδρομικώς τζιτζίκια για να καλυφθεί το ηχητικό κενό!

Δεν ξέρω αν ευοδώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων του μικρού νησιού, πάντως τα τζιτζίκια είναι σχετικά εύκολο να τα πιάσεις, μια και στέκονται ακίνητα στο δέντρο και τραγουδάνε, αν και πιο δύσκολο είναι να τα διακρίνεις, καθώς δεν διαφέρουν και πολύ στο χρώμα από τον κορμό. Τραγουδάνε τα αρσενικά μόνο, λέει η εγκυκλοπαίδεια -και δεν τραγουδάνε, βέβαια, με το στόμα: ο ήχος παράγεται από μεμβράνες που έχουν στην κοιλιά τους. Και φυσικά, τα αρσενικά τερετίζουν όχι για να απολαμβάνουν το τραγούδι τους οι παραθεριστές της Δονούσας αλλά για να προσελκύσουν τα θηλυκά -και κάθε είδος τζιτζικιού βγάζει ξεχωριστό τραγούδι.

Για τον ανθρωπο, βεβαίως, ολα τα τζιτζίκια κάνουν τζι, και ο ήχος αυτός συνέβαλε στη διαμόρφωση της λέξης. Οι αρχαίοι έλεγαν τέττιξ, που και αυτή η λέξη ήταν ηχομιμητική, και από αυτόν τον τέττιγα, με την επίδραση του ήχου τζι-τζι, προέκυψε το τζιτζίκι μας. Μια άλλη λέξη της αρχαίας, που υπάρχει και στη νέα ελληνική, είναι το τερέτισμα, που κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο σήμαινε, μεταξύ άλλων, τα «τεττίγων άσματα», μια σημασία που διατηρείται και σήμερα.

Καθώς το τζιτζίκι ακούγεται να τραγουδάει όλο το καλοκαίρι, που δεν είναι εποχή ανάπαυσης και αναψυχής για τον αγρότη, έδωσε την εντύπωση του ανέμελου γλεντζέ, που αποτυπώθηκε σε έναν από τους γνωστότερους μύθους του Αισώπου και των μεταγενέστερων μυθογράφων, τον μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα. Σε μια από τις αρχαίες παραλλαγές:

Τέττιξ και μύρμηκες

Χειμῶνος ὥρᾳ τὸν σῖτον βραχέντα οἱ μύρμηκες ἔψυχον. Τέττιξ δὲ λιμώττων ᾔτει αὐτοὺς τροφήν. Οἱ δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῷ· Διὰ τί τὸ θέρος οὐ συνῆγες καὶ σὺ τροφήν; Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ᾖδον μουσικῶς. Οἱ δὲ γελάσαντες εἶπον· Ἀλλ᾿ εἰ θέρους ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 230 Comments »

Οι Χαλασοχώρηδες και η εκλογική διαφθορά (Μελέτη του Μάκη Πασχαλίδη)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2015

Ο φίλος του ιστολογίου Μάκης Πασχαλίδης, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη, μού έστειλε μια μελέτη του για τους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, ένα διήγημα που μπορείτε να το διαβάσετε στον παλιό μου ιστότοπο. Το θέμα είναι διπλά επίκαιρο, αφενός επειδή και την περασμένη Κυριακή είχαμε διήγημα του Παπαδιαμάντη και αφετέρου, και κυρίως, διότι η χώρα οδεύει σε πρόωρες εκλογές -και, αν θυμάστε, θέμα του διηγήματος είναι, ακριβώς, οι κομματάρχες και η διαφθορά στις εκλογές της εποχής, σε σημείο που ο Παπαδιαμάντης (που οι απόψεις του στο διήγημα εκφράζονται από το άλτερ έγκο του, τον Λέανδρο Παπαδημούλη) αποκάλεσε «μικρά μελέτη» το διήγημά του.

Α. Κομματάρχες, ψηφοθήρες, δωροδόκοι, μ. ά.

Χαλασοχώρηδες «εκαλούντο οι του κόμματος  του Λάμπρου» (Βατούλα), του «άλλου κόμματος ωνομάσθησαν οι ανδρογυνοχωρίστρες» (του Μανόλη Πολύχρονου).

Με ποιο τρόπο ενεργούσαν οι κομματάρχες Λάμπρος Βατούλας και Μανόλης Πολύχρονος;

Ο Παπαδιαμάντης γράφει: «… είχαν το λύειν και το δεσμείν [το να λύνουν και να δένουν][1] εις τα δύο κόμματα, που έταζαν “φούρνους με καρβέλια”… μεθ’ όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς… Πού επερίσσευε τραμπούκος[2] απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί;… πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο [λεία, λάφυρο]. Έχουν βλέπεις αυτοί οι διάβολοι τον τρόπον να τα κάμνουν πλακάκια [συγκαλύπτουν σκανδαλώδη υπόθεση]. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο…Ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον κ’ έδιδαν λιπαράς διαβεβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς… Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα – Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν.

Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους…       …πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων τους ναύλους και τα χασομέρια των…» [μ. ά., καθώς και τον κάπηλο, στο ταμείο-γραφείο του οποίου:] «το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι….».

Επιπλέον ενεργούσαν τις δωροδοκίες στα δυο πρακτορεία:

«Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον, οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα, αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί, «οι εκλογείς ήκουον “τον κρυφό το λόγο”, εφωδιάζοντο με δύο ή τρία φυσέκια

Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη “κουκουλόσπορο[3]. Ο “βαμβακόσπορος”, τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας.

Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι “βαμβακόσπορο” και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι».) [κατόρθωναν ν’ αποδεικνύουν την αθωότητά τους].

Συνομιλία και αντικείμενα της συναλλαγής (τα χρήματα μ. ά. της δωροδοκίας):

«Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·

Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…
– Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
– Ας φέξει!
– Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.
– Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
– Τι λες και συ, Άγγουρε;… που να ρημάξει το κεφάλι σου!
– Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
– Θέλουμε και προικιά.
– Το τράχωμα, που λένε.
– Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ [μισθός που έπαιρναν επί τουρκοκρατίας οι αρματολοί, φιλοδώρημα ή δωροδοκία]… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…
– Μη μπας και θα με διορίσει εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;
– Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος. Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. “Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω”, εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης. Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής. Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν. Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον. Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.»

Β. Οι υποψήφιοι βουλευτές

Β.1 Γεροντιάδης

«διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα»

«δια το καλόν της πατρίδος»

Ποια ρουσφέτια; Με ποια μέσα; (μετέρχονται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο)

«Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον.
Ψήφοι-διπλά τάλληρα.
Ψηφοφόροι-δεκάρικα (1100 ψήφους x 1200 δεκάρικα=12.000 από 11 δρχ. κατ’ ακριβολογίαν από 10,91 η ψήφος)».

Συντάξεις:
«Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το Απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον».

Ενοικιάσεις δημοσίων κτηρίων:
«Ενοικίασις μιας οικίας ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον … κατώρθωσε ν’ ακυρώσει δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάσει μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν».

Διορισμοί:
«Έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων. Όσον δια την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το “Σχολείο της Αμαλίας”, ως ασφαλέστερον, μη  ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγει».
Εις μικράς ή μεγάλας θέσεις [διόρισε] όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους, ως και δύο κουμπάρους και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους».

Β.2 Αλικιάδης

«..όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων».

Τα λεφτά:

«Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ημπορούσε να του βγάλεις λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το “παρασούβλι”. Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα λάβει δέκα. Εβραίος σωστός.
Ήτον ικανός να εξοδεύσει και δέκα πέντε χιλιάδας και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχει. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας το ολιγώτερον! ήτο πολύ “κωλοπετσωμένος”[καταφερτζής]. Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίσει υπάλληλον, θα του έλεγε “μ’ δίνεις τα μισά;”, πριν αποφασίσει να δώσει μπιλιέτο. Νέτα-σκέτα, “σίγουρες δουλειές”. Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστεί από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψει εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως».

Τα δημόσια έργα:

«Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθεί παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους.                                                                                                             Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως.
Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα: “θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσεις από την ξύλευσιν του δάσους”.
Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ούς ηδύνατό τις να επιθυμήσει διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθεί το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν “αμέτ Μουαμέτ”, να βάλει τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανεί χρήσιμος εις την επαρχίαν του».

Β.3 Γιαννάκος ο Χαρτουλάρης

«Εφυσούσε» (είχε λεφτά, ήταν πλούσιος):
«Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακριά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά-σκυλιά τίποτε.Εφυσούσε”. (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι’ ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου, την λέξιν: “Φυσάει-φυσάει”). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν;»

Κολληγιές συνυποψήφιων:

«Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζομένων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κι έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλιπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν.
      Τώρα, ο καημένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακριά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθεί με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κι έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. “Τόσο το καλύτερο για μας, παιδιά”. Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος και θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώσει ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ’ ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ’ ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ημπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστή ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είναι και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχη τους!».

Γ. Τοκογλύφος, κομματάρχης, εμποροπαντοπώλης, κτηματίας και σύμβουλος του δήμου (“ευκολίας” εις τους χωρικούς, “διάφορο κεφάλι” και ο ορισμός του δικολάβου, μ. ά. )

«Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος “καλός νοικοκύρης”, εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον, ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη “εψωμόφαγε” μετ’ ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειοψηφησάντων και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνει “ευκολίας” εις τους χωρικούς….
Δι’ όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς “το διάφορο κεφάλι[4], είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ’ έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντες προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είναι και οι προστάται των. Ο ίδιος, όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δείνος γεωργού, ο ίδιος θα δανείσει αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώσει, επιφυλαττόμενος μετ’ ου πολύ να του πωλήσει την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχει πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης θα τον μισθώσει, όπως καλλιεργεί αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή άμπελον…
Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθεί του πρώτου καλοθελητού, ορφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και άμπελον. Θα αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα με την επί το χείρον διαφοράν προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγει ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον[5]. Αλλ’ ο δικολάβος είναι το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήσει, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον…».

Δ. «Βαθεία των πραγμάτων μελέτη», περί δωροδοκίας και «άλλων πολύ χειρότερων εκλογικών διαφθορών» (συναλλαγή, ρουσφέτια, δημόσιο και ιδιωτικό χρήμα, πλουτοκρατία, φόροι, μ. ά.)

(πηγή: κεφ. ΙΑ΄, ό. π. και στα ΆΠΑΝΤΑ, τ.2, σελ. 451-456)

«… Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;
Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδει αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: “Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…” Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
– Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
– Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.
– Λοιπόν, αύριον, να έχεις όρεξιν ν’ ακούεις τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτει η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον…
Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.
– Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.
– Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν… Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην….   …διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί…
Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
– Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος…
-…. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;
– Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.||
– Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είναι καλόν τι, λέγω ότι είναι το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράσει ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθεί. Πριν κατέλθει εις τον αγώνα, θα υποδυθεί την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέσει την δημοτικότητα ως κόθορνον[6]. Θα φροντίσει ν’ αποδώσει μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ των δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος, όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσεις το έθνος. Διά να επιθυμήσεις τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρεις πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγει άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύει την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχει την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζει, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγει να ψηφοφορήσει εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσεις τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.
Εάν δεν του δώσεις χρήματα, θα του προσφέρεις γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλεις κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβει ο αντίπαλός σου, όστις θα φορεί τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.
Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν… Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.
– Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
– Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν[7], τον κουτσαβακισμόν[8], την εις τους νόμους απείθειαν… Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος…».

Ε. Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς:

«…(συγγραφεύς, όστις εστοχάσθη να γράψει ηθογραφικήν μελέτην επί εκλογικού θέματος, οφείλει να είναι ο αυτός και υποψήφιος κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας)…»

Στ. Παρέκβαση: Παπαδιαμάντης και Μπαλζάκ (ρεαλισμός και λεπτομέρειες, συμπτώσεις σχεδόν σύγχρονες)

Εισαγωγικά:

Στο διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη υπάρχουν ορισμένες λεπτομέρειες (βλ. το κεφ. Γ. για τον τοκογλύφο παραπάνω) που συμπίπτουν μ’ αυτές του Μπαλζάκ στο βιβλίο του: οι χωριάτες (Γκοβόστης 1987)[9]. Οι δυο συγγραφείς αναφέρονται με μια αντικειμενικότητα κι ένα ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (Μαρξ για τον Μπαλζάκ στο άρθρο), τις οποίες και κριτικάρουν. Υπάρχουν ακόμη λεπτομέρειες των συναλλαγών με συγκεκριμένα ποσά χρημάτων, γεγονός που δείχνει ρεαλιστικά την «αξία» αυτών των συναλλαγών, την οποία τοποθετούν εντός της πραγματικότητας (κατά τη γνώμη μας).
Το παραπάνω απόσπασμα Ε (: Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς…) είναι παρεμφερές μ’ αυτό του Μπαλζάκ, ο οποίος έγραψε για το «δίκιο της κάθε παράταξης» (πλούσιοι και φτωχοί), καθώς και για την ισότητα «μπροστά στην πένα».
Οι αναφορές στους βουλευτές στον Παπαδιαμάντη είναι συγκεκριμένες ενώ στον Μπαλζάκ είναι γενικές (εμφανίζονται στο «δίχτυ» των μεσαζόντων).

Δάνεια, υποθήκες, μεσάζοντες, τοκογλύφοι, μ. ά.:

Περιγράφεται κι από τους δυο συγγραφείς η καταχρέωση του αγρότη με τις υποθήκες, τους πλειστηριασμούς και τις δημοπρατήσεις οικιών και χωραφιών, την τοκογλυφία των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. «Αυτοί οι τύραννοι είναι και προστάται των» των πτωχών και χωρικών, όπως έγραψε παραπάνω ο Παπαδιαμάντης, γεγονός που χαρακτήρισε ο Μπαλζάκ ως «κράτος μεσαζόντων» («εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις») και «αόρατη συμμαχία και έξυπνη τυραννία» (και οι δυο συγγραφείς χρησιμοποιούν την ίδια λέξη!). Επισημαίνεται και από τους δυο, η απόσπαση των χωρικών από το χωράφι και εντέλει η χαμηλή αμοιβή του για το ίδιο χωράφι (επισημαίνεται και από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, τ.3, βλ. στο άρθρο). Οι δυο τοκογλύφοι του Μπαλζάκ (Ριγκού και Γκωμπερτέν) και αυτός του Παπαδιαμάντη (ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος), που εμφανίζονται στις σκηνές, ενεργούσαν ως προς τα παραπάνω με τα ίδια «ανήθικα» μέσα και με σκοπό το κέρδος. Το σύστημα μεσαζόντων (συμπεριλαμβανομένων των κομματαρχών και βουλευτών), περιλαμβάνει την εύνοια προς συγγενείς και φίλους («νεποτισμός»), τον «πατριωτισμό», τον «τοπικισμό» (αφορά την μικρή επαρχιακή πόλη), τις συναλλαγές για τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις μ. ά., πράξεις που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Αν αντικαταστήσουμε αυτούς τους τύραννους (τοκογλύφους κλπ.) με τους σημερινούς τραπεζίτες, τότε οι λεπτομέρειες των δυο συγγραφέων είναι σχεδόν σύγχρονες και οι σημερινοί τραπεζίτες μπορούν ν’ αναζητήσουν, σ’ αυτούς τους δυο συγγραφείς, τους προκατόχους τους στο 19ο αιώνα. «Δεν θα δυσκολευτεί, επίσης, ο μέσος Ελλην τραπεζίτης να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του κυρ Μανουήλου του Στεριωμένου («Οι Χαλασοχώρηδες») έναν εκ των ενδόξων προγόνων του από το σπέρμα των οποίων προέκυψε:…» (Δ. Γκιώνης στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika 20.12.2008).

—————————

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γλωσσάρι

[ πηγή: «Γλωσσάρι» , Άπαντα, Παπαδιαμάντη, τ. 2 http://papadiamantis.net/%E1%BC%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%94%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85-pdf : Ἅπαντα-Δόμου.

«Σημείωση [του επιμελητή Ν.Δ.Τ., ό. π.]: Ορισμένες λέξεις και φράσεις, ιδιαίτερα των Χαλασοχώρηδων, δεν εξηγούνται ικανοποιητικά στο Γλωσσάρι του τόμου αυτού, και θα ήταν μεγάλη χαρά για μένα, αν γίνονταν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης. Συχνότατα αντιγράφω αυτολεξεί τον Ρήγα. Αυτολεξεί επίσης παραθέτω, κατά κανόνα, και τις εξηγήσεις των Σκιαθιτών συνεργατών μου, προπάντων όταν η σημασία είναι αμφίβολη», σελ. 679 ό. π.. Στον τ. 5 (δεύτερη επανέκδοση 2005) έχουν «διορθωθεί ή βελτιωθεί αρκετά λήμματα» μ. ά., σελ. 407 ό. π.)

Ορισμένες λέξεις με πλάγια γράμματα στο πρωτότυπο ερμηνεύονται από τα εξής: α. Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ) των Τεγόπουλου-Φυτράκη (έντυπο και ηλεκτρονικό), β. Δημητράκος, Νέον Λεξικόν (ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν όλης της ελληνικής γλώσσης), επιτομή…, Εκδόσεις «Περγαμηναί» 1957 και γ. ΑΠΘ, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.

Αναπνέω: «μεταφ. ανακουφίζομαι οικονομικώς».
Βαμβακόσπορος: ο, χρήματα, χρηματικό ποσό για δωροδοκία.
Βοτάνι : χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι, «ας δώσει χρήματα».
Διάφορο: κέρδος, το διάφορο κεφάλι : o ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο.
Κοντραπούντους: «Αντί για “κοντραπούντους” της πρώτης δημοσίευσης και των προηγούμενων εκδόσεων, ο ΝΔΤ διορθώνει σε “κοντραμπάντους” που το ερμηνεύει στο Γλωσσάρι “λαθρέμποροι, πειρατές”. Νομίζω ότι αυτοί λέγονται “κοντραμπαντιέρηδες”. Τι μπορεί να σημαίνει το “κοντραπούντους” δεν το ξέρω, ίσως κάτι σχετικό με το “πούντους” (πόντους που λέμε σήμερα).»  Πηγή:.
Κουκουλόσπορος (μεταφ.), τα χρήματα, ιδιαίτερα όταν διατίθενται για δωρο­δοκία.
Λαδιά: με τα μούτρα στη λαδιά, στο «ψητό».
Λιανά, τα: τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα, «πίνουμε, πίνουμε κρασί, μα χρήματα τίποτε», «κάνομε    κόπους, άλλα χρήματα δε βλέπομε».
Μουαμέτ· Αμέτ Μουαμέτ: αμετατρέπτως, ανυποχωρήτως. («Το ΄χ΄ αμέτ Μουαμέτ. Έχει σκοπό αμετάτρεπτο»).
Μούχτι: «τα πολλά χρήματα» , πέφτω με τα μούτρα στο μούχτι.
Μπουλούκια: ή πρώτη δημοσίευση και οι εκδόσεις παρέχουν την lectio difficilior μπουκλούκια, που κατά τα δελτία του Ι.Λ.Α. σημαίνει «κοπριά γουρουνιών, κοπριά στάβλου, σκουπίδια, τόπος απορρίψεως σκουπιδιών», κατά τόν Κουκκίδη «ακαθαρσία, κόπρος, κοπρών, δυσχέ­ρεια» και κατά τον Φραγκούλα «μπερδεμένα».
(Ε)Ξωμερίτης: ο αγρότης , αυτός που διαμένει στην εξοχή.
Ονόρε: για το ονόρε, για τη δόξα, για να τιμηθεί.
Παλιοκαϊάσα, η: κυριολ. παλιοκάικο, σαπιοκάικο, μεταφ. χούφταλο, ερείπιο.
Παρασούβλι: «άσπρο πανί δεμένο στο άκρο γάντζου (καλαμιάς). Το φέρνουν γύρω στο θαλάμι του χταποδιού κι εκείνο βγαίνει έξω (ψεύτικο δόλωμα)».
Πεκούν(ν)ια : τα, χρήματα.
Ρηγάλο: δώρο, φιλοδώρημα.
Σαλπάρω: κλέβω, αρπάζω.
Σιχνάτσα: η, παλιό γαλλικό χαρτονόμισμα μικρής αξίας.
Σκάλα: κοινωνική τάξη.
Σμιγός: ψήφους σμιγούς, ψήφους μεικτούς, με «ναι» και «όχι».
Τραμπούκος: φιλοδώρημα, ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη.
Τράχωμα: προίκα σε μετρητά, «μέτρημα».
Τσομπανοφλοέρα: χωριάτης, αγροίκος.
Φέγγω: ας φέξει, ας πέσει χρήμα.
Φυσάω: έχω λεφτά, είμαι πλούσιος.
Φυσέκι: κύλινδρος κερμάτων τυλιγμένων σε χαρτί με σχήμα φυσιγγίου.
Ψιλούρια: λεφτά, λιανά.
Ψωμοτρώω: «συνηθίζεται στη φράση: Θα τον ψωμοφάει = θα γίνει αιτία να αποθάνει άδικα»
qui veut la fin, veut les moyens: όποιος θέλει να πετύχει κάτι είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τα ανάλογα μέσα.

[1] Τα πλάγια γράμματα είναι στο πρωτότυπο, ερμηνεύονται εντός αγκυλών, [σύμφωνα με το ΜΕΛ, το Δημητράκο και το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, βλ. το Γλωσσάρι στο τέλος], επίσης κάποιες λέξεις υπάρχουν σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο, στο οποίο στηρίχτηκε το παρόν κείμενο και είναι όλο σε εισαγωγικά (σε συντομευμένη μορφή, λόγω έκ τασης του παρόντος κειμένου και γι αυτό καλύτερα να το διαβάσει κανείς στο πρωτότυπο). Σημειώνω ότι πολλές λέξεις τις ερμηνεύει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στην επόμενη ακριβώς πρόταση. Εκτός εισαγωγικών είναι οι επικεφαλίδες, οι υπότιτλοι, οι υποσημειώσεις καθώς η παρέκβαση στο τέλος.

[2] Οι λέξεις με τονισμένα γράμματα ερμηνεύονται στο γλωσσάρι στο τέλος και είναι χαρακτηριστικές του παρόντος αντικειμένου. Θα σημείωνα ότι στις λέξεις αυτές (κλειδιά) βασίζεται το παρόν κείμενο.

[3] Επειδή αυτή η λέξη, όπως και η λέξη βαμβακόσπορος παρακάτω, αναφέρεται στη δωροδοκία [σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής: η προσφορά υλικών ωφελημάτων σε κάποιον, με σκοπό την εξαγορά της συνείδησής του.], παρατίθεται η ερμηνεία του δωροδόκος, (που υπάρχει στον τίτλο, από το ΜΕΛ): αυτός που ενεργεί δωροδοκία σύμφωνα με το Λεξικό του Δημητράκου: ο δια δώρων διαφθειρόμενος και ο δια δώρων διαφθείρων] και δωροδοκώ : προσφέρω σε κάποιον δώρο, για να παραβεί το καθήκον του | διαφθείρω με χρήματα (συνώνυμα: εξαγοράζω, λαδώνω)[ σύμφωνα με το Δημητράκο: λαμβάνω δώρα προς παράβασιν καθήκοντος κ. παθ. διαφθείρομαι δια δώρων κ. επί πραγμάτων : εκτελούμαι κατόπιν δωροδοκίας].Βλ. επίσης στο κεφ. Δ. παρακάτω.

[4] Το «διάφορο» (κέρδος) και το «διάφορο κεφάλι» (ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο) αποτελούν λέξεις κλειδιά για την περίπτωση των τοκογλύφων, αναφέρονται δε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: Στο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» (πρόσφατα αναρτημένο εδώ, βλ. επίσης: Δ. Γκιώνης, «Πλουτοκρατία, ο μόνιμος άρχων» [«Η τοκογλυφία στο έργο του Παπαδιαμάντη»] στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika). Στο διήγημα «Τα Δυο τέρατα» γράφει: «Τα θαλασσοδάνεια, βλέπετε, είχαν τριανταέξ τοις εκατόν και το “διάφορο κεφάλι“». Στο ποσοστό αυτό και στα θαλασσοδάνεια επανέρχεται στα διηγήματα «Ο Γαγάτος και τ’ άλογο», «Τα Βενέτικα» και στο «Νεκρός ταξιδιώτης». Στο «διάφορο κεφάλι» αναφέρεται και στο διήγημα «Το Σπιτάκι στο Λιβάδι». Τέλος σε μια σειρά διηγημάτων αναφέρεται στα δάνεια, στις υποθήκες, καθώς και στους κομματάρχες με τα ρουσφέτια, για τα οποία δε χρειάζονται σχόλια (είναι γνωστά από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Για το ΣΥΡΙΖΑ δε ξέρω, θα δείξει…πάντως τα μνημόνια φέρνουν φτώχεια μ. ά. στους «ψηφοφορούντες»…). Όλες οι παραπάνω αναφορές γίνονται με χιούμορ και ειρωνεία, αλλά και ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (βλ. και την Παρέκβαση του παρόντος κειμένου) στο θέμα που εξετάζουμε και αξίζει κανείς να τα διαβάσει στο πρωτότυπο.

[5] Επισημαίνεται ότι η λέξη δικολάβος αναφέρεται σε διάφορα σημεία του κειμένου και εδώ στην επόμενη πρόταση ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη.

[6] [υπόδημα, που φορούσαν οι ηθοποιοί της αρχαίας τραγωδίας, για να φαίνονται ψηλότεροι | (μτφ.) άνθρωπος αναξιόπιστος (ΜΕΛ). Σύμφωνα με το Δημητράκο: ειδικόν βαρύ υπόδημα δια κυνηγούς ή ιππείς, ως σήμερον ή μπόττα, επιθ., άνθρωπος ευμετάβολος, άνευ χαρακτήρος.]

[7] Η λέξη τραμπούκος υπάρχει στο γλωσσάρι ως φιλοδώρημα (ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη). [Στο (ΜΕΛ) ερμηνεύεται: (ο) ουσ. αυτός που υπηρετεί με αμοιβή ανέντιμους σκοπούς πολιτικής ή παράνομης παράταξης | μπράβος πολιτικού, νταής. Ο τραμπουκισμός ερμηνεύεται: ως η συμπεριφορά τραμπούκου, πράξη, ενέργεια που ταιριάζει σε τραμπούκο.]

[8] [Κουτσαβάκης ερμηνεύεται ως ψευτοπαλ[λ]ι[η]καράς (συνώνυμα: μάγκας, νταής). Κουτσαβάκικος είναι επίθ. που ταιριάζει σε κουτσαβάκη, μάγκικος (ΜΕΛ)].

[9] Στηριζόμαστε στο πρόσφατο άρθρο (υπό δημοσίευση στις Θέσεις) με τίτλο: «Η ταξική σύγκρουση των μικροαγροτών (του πρώτου μισού του δέκατου ένατου αιώνα [όχι και τόσο μακρινού] στη Γαλλία, σύμφωνα με τους Μπαλζάκ, Λούκατς και Μαρξ)». Οι παραπομπές σ’ αυτό θα γίνονται με τη λέξη άρθρο.

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 103 Comments »

Λαϊκοενωτικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2015

Άλλες φορές δυσκολεύομαι να βρω τίτλο της προκοπής για το σαββατιάτικο πολυσυλλεκτικό μας άρθρο, σήμερα όμως η δυσκολία ήταν στο να διαλέξω, αφού ύστερα από τη χτεσινή παραίτηση της κυβέρνησης και τη δρομολόγηση διαδικασιών για πρόωρες εκλογές θα μπορούσα να έχω παραιτημένα ή πρόωρα ή εκλογικά μεζεδάκια, ή και ανεξαρτητοποιημένα ή διασπασμένα αφού το άλλο μεγάλο γεγονός της χτεσινής μέρας ήταν η επισημοποίηση της διάσπασης του κυβερνώντος κόμματος και η συγκρότηση νέας κοινοβουλευτικής ομάδας από τους ανεξαρτητοποιηθέντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που πρόσκεινται στην Αριστερή Πλατφόρμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που θα αποκαλείται Λαϊκή Ενότητα.

Τελικά ο τίτλος του νεοπαγούς σχηματισμού έδωσε την απάντηση, όταν διαπίστωσα ότι η λέξη «λαϊκοενωτικός» δεν γκουγκλίζεται, οπότε είπα να την καπαρώσω (μια χαιρέκακη φωνή ακούγεται από το βάθος «τώρα γκουγκλίζεται!»). Ωστόσο, δεν μπορώ να αποκλείσω να είχε και στο παρελθόν χρησιμοποιηθεί η λέξη «λαϊκοενωτικός», για παράδειγμα σε σχέση με το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα, που είχε ιδρυθεί το 1950 με συγχώνευση του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος του Παναγιώτη (όχι Λαφαζάνη, αλλά) Κανελλόπουλου και ομάδας βουλευτών του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο.

Από την άλλη, ο τίτλος που επέλεξε η νεοπαγής ομάδα ασφαλώς δείχνει μια διάθεση προσεταιρισμού, έστω και σε επίπεδο συμβόλων, του κοινού του ΚΚΕ, αφού η Λαϊκή Ενότητα δεν παραπέμπει μόνο στη Χιλή αλλά και στη Λαϊκή Συσπείρωση, όπως ονομάζονται οι συνδυασμοί που υποστηρίζει πανελλαδικά το ΚΚΕ στην τοπική αυτοδιοίκηση ή στη «λαϊκή συμμαχία», όπως ονομάζεται το νέο καθεστώς που σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΚΚΕ θα αντικαταστήσει την αστική δημοκρατία. Ωστόσο, αν κρίνω από τον εαυτό μου, όσοι έχουν γαλουχηθεί στο ΚΚΕ είναι πιθανότερο να προτιμήσουν, αν θελήσουν να επανακάμψουν, το γνήσιο και όχι τα υποκατάστατα.

Τέλος, ακούω ότι η συντετμημένη μορφή της ονομασίας του νέου κόμματος θα είναι ΛαΕ ή ΛΑΕ. Κόμμα με το όνομα αυτό υπήρχε στη δεκαετία του 1980 (τότε ήταν Λαϊκή Αγωνιστική Ενότητα) και ιδρύθηκε από δύο βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που αποχώρησαν (Ιντζές και Ευαγγελινός) και συνεργάστηκαν με το ΚΚΕ.

Αλλά δεν πολιτικολογούμε σήμερα, ίσως μόνο έμμεσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Ορθογραφικά, Πολιτική, Υπότιτλοι, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , | 116 Comments »

Εφταμηνίτικη πρώτη φορά

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2015

Αυτοί οι Συριζαίοι δεν σεβάστηκαν ούτε τα μπάνια του λαού, ούτε τις διακοπές του υπεύθυνου του ιστολογίου. Οπότε, ενώ κάτι άλλο είχα σκοπό να ανεβάσω σήμερα, το αλλάζω εξαιτίας της επικαιρότητας. Στην αρχή σκέφτηκα να βάλω απλώς μια παράγραφο και μετά να ακούσω τις δικές σας γνώμες, αλλά παρασύρθηκα κι έγραψα λίγο περισσότερα. Περιμένω όμως τα σχόλιά σας.

Τελικά, η πρώτη αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τον έβδομο μήνα της, αφού χτες ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την παραίτηση της κυβέρνησής του και επισκέφτηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προκειμένου να δρομολογηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει το Σύνταγμα, διαδικασίες που φαίνεται πως θα οδηγήσουν σε εκλογές μέσα στον Σεπτέμβριο ή έστω την πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη.

Ταυτόχρονα, επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες της διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ, αφού η Αριστερή Πλατφόρμα ανακοίνωσε ότι θα κατεβεί στις εκλογές με ένα πλατύ, αντιμνημονιακό, προοδευτικό, δημοκρατικό μέτωπο -και όπως συμβαίνει με όλα τα διαζύγια, ακόμα και σε αγαπημένες σχέσεις (κάποιοι θα έλεγαν «ιδίως στις αγαπημένες») θα ακούσουμε στις επόμενες μέρες πικρά λόγια που χαρά θα φέρουν μόνο στους αντιπάλους (ή, μόνο στους άλλους αντιπάλους).

Το ρίσκο που πήρε ο πρωθυπουργός με τις πρόωρες εκλογές δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αποδώσει -υπάρχουν αρκετά ιστορικά προηγούμενα που τέτοιες κινήσεις μετατρέπονται σε μπούμεραγκ. Από την άλλη, μετά τη διαφοροποίηση τόσο μεγάλου αριθμού βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, που ονομάστηκε, ίσως καταχρηστικά, «απώλεια της δεδηλωμένης», η εξέλιξη αυτή ήταν περίπου προδιαγραμμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκλογές, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , | 225 Comments »

Το Φύλλο μηδέν του Ουμπέρτο Έκο

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2015

eko-fillo-midenΤον περασμένο μήνα, στο άρθρο μου για τα «βιβλία για το καλοκαίρι», είχα αναφερθεί στο τελευταίο βιβλίο του  Ουμπέρτο Έκο Φύλλο μηδέν.  Στα σχόλια, ο φίλος μας ο Pedis με κάλεσε να πω τη γνώμη μου για το βιβλίο, ενώ ένας άλλος φίλος σχολίασε ότι δεν είναι βιβλίο «για το καλοκαίρι», αφού μπορείς να το βγάλεις σε μια καθισιά, σ’ ένα απόγευμα. Ο Pedis, πρέπει να πω, σε ένα παλιότερο σχόλιό του είχε κάνει μια εκτενή, αν και όχι πολύ επαινετική, αναφορά στο βιβλίο του Έκο.

Και οι δυο έχουν δίκιο: και ο φίλος που είπε ότι μπορείς να το τελειώσεις γρήγορα, και ο Pedis που δεν ενθουσιάστηκε. Το «Φύλλο μηδέν» δεν είναι σαν τα μυθιστορήματα του Έκο που διαβάσαμε με ενδιαφέρον ή και με απληστία, έργα ογκώδη και πλούσια από το Όνομα του Ρόδου ίσαμε το πιο πρόσφατο Κοιμητήριο της Πράγας (που το παρουσιάσαμε κι εδώ), περνώντας από τον Μπαουντολίνο ή το Εκκρεμές του Φουκώ. Είναι πιο μικρό, από πολλές απόψεις, πιο ρηχό, αν και πιο ευκολοδιάβαστο, τουλάχιστον σε σύγκριση με κάποια παλιότερα, μια και δεν είναι καθόλου μπερδεμένο.

Βέβαια, το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά (και, υποθέτω σε άλλες γλώσσες) με πολλές τυμπανοκρουσίες, και, όπως διαφημίστηκε, σε τιράζ 50.000 αντιτύπων -δεν είναι η πρώτη φορά που το αναξιόλογο έργο ενός ηλικιωμένου μεγάλου συγγραφέα προβάλλεται δυσανάλογα και δέχεται κριτικούς επαίνους που ουσιαστικά αντανακλούν την εκτίμηση προς το σύνολο του έργου του δημιουργού του.

Ο τίτλος εννοεί το δοκιμαστικό φύλλο μιας εφημερίδας, που έχει καθιερωθεί να παίρνει τον αριθμό μηδέν -έτσι ονομάζονται τα φύλλα που ετοιμάζουν οι συντάκτες μιας υπό έκδοση εφημερίδας για να πάρουν το κολάι της δουλειάς, να ρονταριστούν σαν ομάδα, να δουν τι τεχνικά και άλλα προβλήματα υπάρχουν, φύλλα που δεν κυκλοφορούν στα περίπτερα και δεν τα βλέπει το μάτι του αναγνώστη.

Στο μυθιστόρημα, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας αποτυχημένος γραφιάς, ο Κολόνα, που τον πλησιάζει ένας γνωστός του δημοσιογράφος, ο Σιμέι, και του προτείνει να συμμετάσχει στο επιτελείο μιας καινούργιας εφημερίδας, που θα βγάλει κάμποσα δοκιμαστικά φύλλα, όχι όμως σαν προετοιμασία για την κανονική της έκδοση αλλά για να τα χρησιμοποιήσει ο ανώνυμος χρηματοδότης για να εκβιάσει υψηλά ιστάμενους και να πετύχει άλλους επιχειρηματικούς σκοπούς του: εφημερίδα δεν πρόκειται να βγει, και αυτό το μυστικό δεν το ξέρουν οι άλλοι δημοσιογράφοι, που όλοι τους είναι τρίτης και τέταρτης διαλογής. Ο Κολόνα τυπικά θα έχει το ρόλο του συμβούλου σε θέματα σωστού χειρισμού της γλώσσας, αλλά στην πραγματικότητα δουλειά του θα είναι να συγγράψει για λογαριασμό του Σιμέι ένα μυθιστόρημα στο οποίο θα αφηγείται την ιστορία της έκδοσης (που πρόκειται να ματαιωθεί) -ο Κολόνα θα πληρωθεί για να το γράψει, αλλά ο Σιμέι θα το υπογράψει.

Από τους υπόλοιπους συντάκτες ξεχωρίζουν η Μάια, μια νεαρή παραλίγο φιλόλογος, που τα φτιάχνει με τον Κολόνα, και ο Μπραγκαντότσο, που συνεχώς ερευνά θεωρίες συνωμοσίας και παρουσιάζει κομματιαστά στον Κολόνα μια φοβερή αποκάλυψη: ο Ντούτσε δεν είχε εκτελεστεί από παρτιζάνους τις τελευταίες μέρες της κατάρρευσης του Άξονα, ένας σωσίας πήρε τη θέση του -ο αληθινός Μουσολίνι φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό, οι δε ακροδεξιοί προετοίμαζαν μεθοδικά την επάνοδό του. Ωστόσο, πριν ο Μπραγκαντότσο αποφασίσει πώς θα χειριστεί το φοβερό του εύρημα, πέφτει θύμα δολοφονίας -με αποτέλεσμα ο ανώνυμος χρηματοδότης να φοβηθεί και να διακόψει την (υποτιθέμενη) έκδοση κι έτσι να ματαιωθεί και το βιβλίο που θα έγραφε ο Κολόνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική βιβλίου, Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Υποσημειώσεις | Με ετικέτα: , , , | 110 Comments »

Το… προσβλητικό Γιουνανιστάν

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2015

ynuΣτο Διαδίκτυο δημιουργούνται θέματα για ψύλλου πήδημα, οπότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει που, αυγουστιάτικα, έγινε μεγάλη συζήτηση, και όχι μόνο στα κοινωνικά μέσα, για το γεγονός ότι η τουρκική τηλεόραση, κατά τη μετάδοση του φιλικού αγώνα μπάσκετ Τουρκίας-Ελλάδας από το τουρνουά της Κωνσταντινούπολης, στις τριγράμματες συντμήσεις των ονομάτων των χωρών, που εμφανίζονται μαζί με τα εικονίδια των σημαιών των χωρών, χρησιμοποίησε όχι την επίσημη σύντμηση GRE για τη χώρα μας, αλλά τη σύντμηση YUN, από το Yunanistan, όπως λέγεται η Ελλάδα στα τούρκικα.

Είναι αυτό θέμα ικανό να προκαλέσει θόρυβο; Ίσως όχι, αλλά «για ένα όνομα ζούμε» και οι χώρες είναι ευαίσθητες ως προς το όνομά τους (και, ενίοτε, ως προς το όνομα άλλων χωρών). Πάντως, ο Γιώργος Βασιλακόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, που είδα να τον αποκαλούν «ισχυρό άνδρα» του μπάσκετ στην Ελλάδα και θυμάμαι ότι από τη δεκαετία του 1980 τον αποκαλούν έτσι, δήλωσε:

Πρέπει όμως να πω ότι εκνευρίστηκα πολύ από το γεγονός ότι οι Τούρκοι ανέφεραν την Εθνική μας ως Γιουνανιστάν. Δεν έπρεπε ούτε η ΕΡΤ να το δεχθεί, έπρεπε να το καλύψει με κάποιο τρόπο. Είναι ανεπίτρεπτο και απαράδεκτο αυτό που συνέβη.

Όταν ο Γ.Β. λέει ότι η ΕΡΤ έπρεπε «να το καλύψει με κάποιο τρόπο» υποθέτω ότι παραπέμπει σε μια παλιότερη (το 2009) μετάδοση αγώνα της Ελλάδας εναντίον της Ακατονόμαστης χώρας, όπου στην οθόνη της πολωνικής τηλεόρασης εμφανιζόταν η τριγράμματη σύντμηση MKD (ποιος να ξέρει τι σημαίνει αυτό, ίσως Μικάδος), η επίσημη τριγράμματη σύντμηση όπως είναι αναγνωρισμένη από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, και που η ΕΡΤ που αναμετάδιδε τον αγώνα κάλυψε με τσιρότο όπως έκαναν παλιά στις τολμηρές φωτογραφίες έξω από τους κινηματογράφους.

Αλήθεια, είναι τόσο προσβλητικό το YUN ώστε να κατηγορείται η ΕΡΤ που δεν το κάλυψε; Και γιατί κάποιοι να προσβάλλονται;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 155 Comments »

Το ελληνικό πεπόνι και πάλι

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2015

Ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να ετοιμάσω κάτι -κι επειδή λυπόμουν να σπάσω το σερί (που συνεχίζεται αδιατάρακτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014) είπα να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης -καλοκαίρι έχουμε άλλωστε, εποχή επαναλήψεων. Και είναι και η κατάλληλη εποχή για τον καρπό που αποκάλεσα «ελληνικό πεπόνι».

Το σημερινό άρθρο το παρουσίασα στο ιστολόγιο πριν από πέντε χρόνια (παρά κάτι μέρες).  Στη συνέχεια, το συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις. Στη σημερινή αναδημοσίευση έχω ενσωματώσει κάποια πράγματα από την έντυπη μορφή του άρθρου.

800px-WatermelonsΦαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού –όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι –ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παροιμίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 127 Comments »

Φλιμπουστιέροι στα έδρανα

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2015

Πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος, έχω όμως ένα πολιτικογλωσσικό υπόλοιπο από την υπερμαραθώνια συνεδρίαση της Πέμπτης (13 Αυγούστου) που δεν έχει θαρρώ χάσει την (αν)επικαιρότητά του. Το ανεβάζω με αυτόματον πιλότο, μια και λογαριάζω να φύγω από το σπίτι πολλά πρωί και να μη γυρίσω ως το βράδυ.

Η συνεδρίαση εκείνη, θα θυμάστε, ολοκληρώθηκε μετά τις 10 το πρωί της Παρασκευής και κατά τη γνώμη μου η καθυστέρηση σε μεγάλο βαθμό (αλλά όχι αποκλειστικά) οφειλόταν στην παρελκυστική πολιτική της ΠτΒ Ζωής Κωνσταντοπούλου. Τα συζητήσαμε και στο ιστολόγιο, στα σχόλια της ανάρτησης εκείνης της μέρας, οπότε δεν θα είχε νόημα να επανέλθω, αλλά το θέμα έχει, πέρα από το πολιτικό, και γλωσσικό ενδιαφέρον.

Σχολιάζοντας στο Φέισμπουκ έγραψα ότι η εμφάνιση της Ζωής Κωνσταντοπούλου ήταν «αριστούργημα νομότυπης κωλυσιεργίας». Οι Αμερικάνοι, συνέχισα, το λένε αυτό filibustering, ένας όρος που εμφανίστηκε στην κοινοβουλευτική τους πρακτική τον 19ο αιώνα. Θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο σε αυτή τη λέξη.

Σύμφωνα με τον ορισμό της Βικιπαίδειας, filibuster είναι οποιαδήποτε παρελκυστική τακτική αποβλέπει στο να καθυστερήσει την ψηφοφορία επί ενός θέματος. Στην Γερουσία των ΗΠΑ δεν υπάρχει όριο στον χρόνο ομιλίας των γερουσιαστών, κι έτσι, αν δεν συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων, η μειοψηφία μπορεί να καθυστερήσει την ψηφοφορία όσο θέλει ή μάλλον όσο αντέχουν οι αγορητές της -διότι πρέπει να μιλάνε συνεχώς. Το ατομικό ρεκόρ το έχει ο Στρομ Θέρμοντ, γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας με ελαφρώς ρατσιστικές θέσεις, ο οποίος θέλοντας να εμποδίσει το 1957 την ψήφιση του Νόμου για τα Ατομικά Δικαιώματα, που θέσπιζε μέτρα εναντίον του φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες, μίλησε επί 24 ώρες και 13 λεπτά! Για να το καταφέρει αυτό, ανέγνωσε από το βήμα την εκλογική νομοθεσία όλων των πολιτειών των ΗΠΑ (αλφαβητικά) και ύστερα διάβασε διάφορα ιδρυτικά κείμενα του κράτους. Άλλοι κωλυσιεργοί έχουν καταφύγει σε εντελώς άσχετα κείμενα, άλλος διαβάζοντας τραγωδίες του Σέξπιρ (καλό αυτό) και άλλος τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Η κωλυσιεργία γίνεται εφικτή διότι υπάρχει παραθυράκι: η διάταξη που επιτρέπει στους γερουσιαστές να αγορεύουν χωρίς περιορισμό του χρόνου αγόρευσης. Σε άλλα κοινοβουλευτικά σώματα ο χρόνος αγόρευσης είναι περιορισμένος κι έτσι η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει, αλλά οι κωλυσιεργοί βρίσκουν άλλες μεθόδους. Για παράδειγμα, στη γαλλική εθνοσυνέλευση μια μέθοδος κωλυσιεργίας είναι να καταθέτει η αντιπολίτευση πολλές τροπολογίες σε ένα νομοσχέδιο που θέλει να παρεμποδίσει. Πόσο πολλές; Το ρεκόρ, διαβάζω, σημειώθηκε το 2006, όταν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές κατέθεσαν… 137.000 τροπολογίες στο νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση της ενέργειας. Αν τυπώνονταν σε σχεδόν 600 αντίτυπα η καθεμιά (για να διανεμηθούν σε όλους τους βουλευτές), το ύψος της χάρτινης στοίβας θα ήταν τετραπλάσιο από τον πύργο του Άιφελ. Τελικά όμως οι τροπολογίες αποσύρθηκαν, αν και δεν θυμάμαι καλά για ποιο λόγο. Πάντως, στη Γαλλία υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί η χιονοστιβάδα των τροπολογιών, αφού προβλέπεται η δυνατότητα να τεθούν σε μία ενιαία ψηφοφορία όλες οι τροπολογίες τις οποίες δεν δέχεται η κυβέρνηση.

Η κοινοβουλευτική κωλυσιεργία, όμως, είναι αρχαία τακτική, αφού πρώτος τη χρησιμοποίησε επανειλημμένα και με επιτυχία ο Κάτων ο νεότερος, στην αρχαία Ρώμη. Ο Κάτων εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι οι εργασίες της Συγκλήτου έπρεπε να ολοκληρώνονται με τη δύση του ηλίου. Έτσι, π.χ., το 59 π.Χ. μίλησε με τις ώρες και εμπόδισε τη Σύγκλητο να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στον Ιούλιο Καίσαρα να θέσει υποψηφιότητα χωρίς να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Comments »

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2015

Ξέρουμε ότι ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα (του τα ζητούσαν άλλωστε και οι εφημερίδες) και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως και στο καλοκαιρινό Πάσχα, εννοώ τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, που θα το παρουσιάσω σήμερα: τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο Ρεμβασμός υπάρχει στο Διαδίκτυο, τόσο σε πολυτονικό όσο και σε μονοτονικό με φριχτά λάθη. Εδώ τον ανεβάζω από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, αλλά μονοτονισμένον, όχι όμως με το χέρι παρά με αυτόματο μηχανάκι, που κρατάει τους τόνους στα μονοσύλλαβα -κι έτσι θα μπορέσουν να διαβάσουν το κείμενο κι όσοι μπαίνουν από κινητό ή ταμπλέτα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος, αν θυμάμαι καλά, και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα. Νομίζω μάλιστα (αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα) ότι απόγονός του είναι ο Ιωάννης Φραγκούλας που έδωσε πριν από μερικές δεκαετίες τέσσερις τόμους με σκιαθίτικα μελετήματα.

Να προσεχτεί ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών -πάνω κάτω δηλαδή όσο κι ο νικοκύρης του ιστολογίου (αλλά εγώ δεν καπνίζω πια). Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 41 Comments »

Δεκαπενταυγουστιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2015

Πέρυσι τέτοιον καιρό, τα αντίστοιχα μεζεδάκια τα είχα τιτλοφορήσει «δεκαπενταυγουστιανά» και μάλιστα είχα προβληματιστεί μήπως θα έπρεπε να τα πω «δεκαπενταυγουστιάτικα» -οπότε, φέτος υιοθετώ αυτόν τον τίτλο που δεν έχω χρησιμοποιήσει άλλη φορά, παρόλο που τούτος είναι ο έβδομος Δεκαπενταύγουστος του ιστολογίου.

* Τα μεζεδάκια επισημαίνουν λάθη διαφόρων ειδών, λάθη που παραδοσιακά τα χρεώναμε στον δαίμονα του τυπογραφείου (κάποτε θα παρουσιάσω ένα σχετικό άρθρο). Ωστόσο, αν στα παραδοσιακά τυπογραφεία υπήρχε ένας δαίμονας, η σύγχρονη παραγωγή κειμένων ταλανίζεται από πλήθος διαβολάκια -και πρόσφατα αντιλήφθηκα μιαν καινούργια ποικιλία, τον δαιμονάκο του Οσιάρ.

Σε κείμενο για τη βόμβα του Ναγκασάκι, διαβάζουμε (πριν από τη φωτογραφία) ότι η βόμβα ονομαζόταν «Ραΐ Μαη (Χοντρός)», ενώ «ο Γρούμαν ξαναζήτησε την παράδοση της Ιαπωνίας». Ως πηγή δίνεται το βιβλίο του Michael Lee Lanning “Οι 100 μεγαλύτερες μάχες όλων των εποχών”-εκδόσεις Ενάλιος. Προφανώς, τα σφάλματα αυτά δεν υπάρχουν στο βιβλίο. Μάλλον στο πρόγραμμα αναγνώρισης χαρακτήρων (Οσιάρ το λέω εγώ, OCR) πρέπει να χρεωθούν.Έτσι εξηγείται ότι το Fat Man έγινε Ραΐ Μαη -ένα παράδειγμα της φράσης του δαίμονα του Οσιάρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Γραμματική, Λαθολογία, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , | 108 Comments »

 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 8.573 ακόμα followers