Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χάρι Πότερ, είκοσι χρόνια μετά

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2017

Την επέτειο την είχα προσέξει αλλά τελικά μού ξέφυγε -το σημερινό άρθρο έπρεπε να δημοσιευτεί χτες. Ποιαν επέτειο; θα αναρωτηθείτε. Σαν χτες πριν από 20 χρόνια, στις 26 Ιουνίου 1997, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Τζ.Κ.Ρόουλινγκ «Ο Χάρι Πότερ και η φιλοσοφική λίθος», το πρώτο από τα βιβλία της εξαιρετικά επιτυχημένης σειράς εφηβικών βιβλίων με ήρωα τον Χάρι Πότερ.

Ακολούθησαν άλλα έξι βιβλία, σύνολο εφτά, που όλα τους έγιναν πρωτοφανή μπεστ-σέλερ και βέβαια μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, καθώς και ηλεκτρονικά παιχνίδια και άλλα παραφερνάλια με τους ήρωες του Χόγκουαρτς και τον κόσμο των μάγων που δημιούργησε η Τζ.Κ.Ρόουλινγκ. Θα έλεγε κανείς ότι η πρωτοφανής εμπορική επιτυχία θα δελέαζε τη συγγραφέα να αθετήσει το αρχικό της σχέδιο και να παρατείνει με κάποιο τρόπο τη λογοτεχνική ζωή του ήρωά της, αλλά η Ρόουλινγκ αντιστάθηκε στον πειρασμό. Το έβδομο βιβλίο της σειράς κυκλοφόρησε το 2007 και από τότε δεν δόθηκε συνέχεια, αν εξαιρέσουμε ένα θεατρικό έργο που ανεβηκε πέρυσι και παρουσιάζει τον ενήλικο Χάρι Πότερ να έρχεται σε σύγκρουση με τον έφηβο γιο του.

Το βιβλίο «Ο Χάρι Πότερ και το καταραμένο παιδί», που κυκλοφόρησε με αφορμή το θεατρικό έργο («σενάριο της πρόβας» χαρακτηρίζεται) το είχαμε παρουσιάσει πέρυσι τον Νοέμβριο, και βέβαια με την ευκαιρία αυτή είχα γράψει κι εγώ τη γνώμη μου για ολόκληρη τη σειρά των βιβλίων και είχατε κι εσείς πει τη δική σας, οπότε σήμερα για να τιμήσω την επέτειο έπρεπε να βρω κάτι άλλο.

Σκέφτηκα λοιπόν, τιμής ένεκεν, να αναδημοσιεύσω τρία από τα (αρκετά) παλιά άρθρα που είχα γράψει την περίοδο 2005-2008 στον παλιό μου ιστότοπο σχετικά με διάφορα μεταφραστικά προβλήματα των (ελληνικών) βιβλίων του Χάρι Πότερ.

Όπως είχα γράψει τότε, πολλοί ενήλικες αρέσκονται να αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τα παιδικά έργα και ειδικότερα τον Χάρι Πότερ· δεν συμμερίζομαι την άποψή τους. Αν όμως για τα παιδιά μου ο κόσμος του Χάρι Πότερ είναι μαγευτικός, για μένα σαν μεταφραστή παρουσιάζει ενδιαφέρον και σε ένα άλλο επίπεδο: με ενδιαφέρει πολύ να δω πώς αντιμετωπίστηκαν τα εκατοντάδες λογοπαίγνια της συγγραφέας στην ελληνική μετάφραση, ενδεχομένως δε και σε άλλες γλώσσες.

Γιατί αυτό είναι το εντυπωσιακό στοιχείο με τον Χάρι Πότερ. Χάρη στην τεράστια του δημοτικότητα, και πριν ακόμα έρθει η κινηματογραφική μεταφορά να την εκτινάξει στα ύψη, κάθε νέος τόμος της σειράς μεταφράζεται πολύ γρήγορα από τα αγγλικά σε δεκάδες γλώσσες στις οποίες και κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα. Επιπλέον, χάρη στο Internet υπάρχει μια αφοσιωμένη διεθνής κοινότητα φανατικών του Χάρι Πότερ που διυλίζουν την κάθε λέξη, που λέει ο λόγος, με αποτέλεσμα το έργο των μεταφραστών να διευκολύνεται τελικά.

Το σύνολο των χαριποτερικών άρθρων μου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Για το έβδομο βιβλίο (που κυκλοφόρησε το 2007) είχα γράψει κάμποσα άρθρα, που τα βρισκετε εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Ο σουλτάνος και οι αρένες

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα διαβάσαμε την είδηση για την εκστρατεία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εναντίον της λέξης «Arena» (αρένα), που χρησιμοποιείται σε όλη την Ευρώπη για να ονομαστούν νεόχτιστες αθλητικές εγκαταστάσεις, συνήθως σε συνδυασμό με το όνομα του σπόνσορα, που έχει πληρώσει αδρά για το προνόμιο αυτό.

Μιλώντας λοιπόν στην τελετή παράδοσης πτυχίων σε σπουδαστές θρησκευτικών σχολών (ή κάτι τέτοιο) ο Τούρκος Πρόεδρος εξέφρασε τη διαφωνία του με τη χρήση του όρου «Αρένα» στις ονομασίες σταδίων, διότι, όπως είπε, η λέξη αυτή δεν ανήκει στην τουρκική γλώσσα και επιπλέον παραπέμπει σε βάρβαρα έθιμα, αφού στις αρένες της ρωμαϊκής εποχής  διαμελίζονταν άνθρωποι μπροστά σε θεατές.

Δεν είχα προλάβει να το σχολιάσω τότε, αλλά αφού το θέμα παραμένει στην επικαιρότητα, ας το συζητήσουμε σήμερα. Θα ελεγα ότι επί του γλωσσικού ο σουλτάνος έχει κάποιο δίκιο, με την έννοια ότι, παρόλο που στο μυαλό το δικό μου η λέξη «αρένα» παραπέμπει κυρίως στις ισπανικές ταυρομαχίες, είναι αλήθεια πως η λέξη είναι συνδεδεμένη με τους Ρωμαίους μονομάχους. Όπως είχα γράψει σε ανύποπτο χρόνο: Στα λατινικά υπήρχαν δυο λέξεις για την άμμο, sabulum για τη χοντρή άμμο και (h)arena για τη λεπτή. Από την πρώτη λέξη προέκυψε η σημερινή γαλλική sable, ενώ από τη δεύτερη η σημερινή ισπανική arena. Θα καταλάβατε βέβαια ότι και η δική μας αρένα, ο στίβος της ταυρομαχίας δηλαδή, αλλά και ο τόπος όπου μάτωναν και πέθαιναν οι Ρωμαίοι μονομάχοι, από αυτή την arena προέρχεται, επειδή ο στίβος ήταν στρωμένος με λεπτήν άμμο. Τώρα τελευταία έχει γίνει της μόδας να ονοματίζονται αρένες τα νεόδμητα υπερσύγχρονα γήπεδα ποδοσφαίρου, ιδίως στη Γερμανία: όχι παράλογο· εκεί αναμετριούνται οι σύγχρονοι μονομάχοι και το πλήθος πάλι για άρτον και θεάματα κραυγάζει, τότε στο Κολοσσαίο, σήμερα στο Φέλτινς Αρένα του Γκελζενκίρχεν ή την Αλιάντς Αρένα του Μονάχου· έχουμε κι εμείς στη Λάρισα την ΑΕΛ Αρένα.

Ο Ερντογάν λοιπόν έχει δίκιο ότι η arena συνδέεται με τους Ρωμαίους μονομάχους και έχει κάθε δικαίωμα να μην του αρέσει η λέξη και να διαφωνεί με τη χρήση της στις ονομασίες σταδίων.

Όμως, έχει δίκιο ίσαμε εκεί. Από εκεί και πέρα, δεν έχει δίκιο. Και θα διαβάσατε ίσως τα «παραπέρα». Συνέχισε την ομιλία του λέγοντας ότι έδωσε οδηγίες στον υπουργό Αθλητισμού να αφαιρεθεί η λέξη Arena από τις ονομασίες των αθλητικών εγκαταστάσεων. Βλέπουμε εδώ ολοκάθαρη τη διαφορά που έχει ενα αυταρχικό καθεστώς -η καθε επιθυμία του ισχυρού ηγέτη, το κάθε καπρίτσιο του, είναι ή γίνεται νόμος, χωρίς μάλιστα να χάνεται άδικα χρόνος σε νομοθετικές και κοινοβουλευτικές φιοριτούρες. Η όλη αντίδραση θυμίζει τις φαιδρές πρωτοβουλίες του Παττακού επί χούντας.

Είτε επειδή υποχρεώθηκαν είτε επειδή ξέρουν καλά ότι στη σημερινή Τουρκία είναι ανθυγιεινό να διαφωνείς με τον ηγέτη, οι ιθύνοντες της Γαλατά Σαράι έσπευσαν να αλλάξουν την ονομασία του σταδίου τους από Turk Telekom Arena σε Turk Telekom Stadium και το ίδιο έπραξε και η Μπεσικτάς, που μετονόμασε το ολοκαίνουργιο στάδιό της από Vodafone Arena σε Vodafone Park. Αν δεν κάνω λάθος, η Ulker Sports Arena, που ανήκει στην μπασκετική Φενέρμπαχτσε,  εξακολουθεί προς το παρόν να αντιστέκεται.

Θα μου πείτε, και με το δίκιο σας, ότι οι εναλλακτικές λύσεις (Stadium, Park) δεν είναι λιγότερο ξενόφερτες από την Arena, δεν επιχειρήθηκε δηλαδή η επιβολή κάποιας αυθεντικά τουρκικής λέξης. Ωστόσο, φαίνεται ότι η Αρένα ήταν η κορφή του παγόβουνου, δηλαδή φαίνεται πως υπάρχει πράγματι γενικευμένο σχέδιο του Τούρκου ηγέτη να καταπολεμήσει τις ξένες γλωσσικές επιρροές, σε κατεύθυνση αντίθετη από την ιστορική και αναπάντεχα επιτυχημένη γλωσσική μεταρρύθμιση του Κεμάλ Ατατούρκ στη δεκαετία του 1920 -ένα θέμα για το οποίο δεν θα πω περισσότερα, αν και θα άξιζε χωριστό άρθρο .

Δημοσιεύω στα επόμενα ένα άρθρο του περιοδικού Εκόνομιστ -δικό του είναι και το σκίτσο- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδέχομαι το περιεχόμενο. Βρήκα τη μετάφραση σε κυπριακόν ιστότοπο, αλλά είδα ότι θέλει μερεμέτια (π.χ. το «εναντίον πολιτισμών και πολιτισμών») κι έτσι διόρθωσα κάμποσα πράγματα. Προσθέτω και ένα-δυο πράγματα σε αγκύλες. Στο αγγλικό άρθρο υπάρχει και ο όρος Turkic languages, γνωστό μεταφραστικό αγκάθι, που προτίμησα να το αποδώσω «τουρκικές γλώσσες» και όχι «τουρκογενείς» ή «τουρανικές». Το συζητάμε αν θέλετε στα σχόλια.

Το άρθρο του Εκόνομιστ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , | 153 Σχόλια »

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017

Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: | 123 Σχόλια »

Παρατασιούχα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2017

Το ιστολόγιο παρακολουθεί όσο μπορεί τη γλωσσική επικαιρότητα και ένα από τα πάγια καθήκοντά του είναι να καταγράφει νέους όρους, όποτε και όταν αντιλαμβάνεται τη γέννησή τους. Τις μέρες αυτές τα σκουπίδια στοιβάζονται στους δρόμους χωρίς να τα μαζεύει κανείς, διότι απεργούν οι εργαζόμενοι καθαριότητας αφού το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε αντισυνταγματικές τις αλλεπάλληλες παρατάσεις των συμβάσεών τους με τους Δήμους, αλλά και την πληρωμή των δεδουλευμένων τους. Κι έτσι, έσβησαν οι προοπτικές των παρατασιούχων, δηλαδή των συμβασιούχων εργαζομένων που η σύμβαση εργασίας τους είχε πάρει παράταση.

Περισσότερα για την υπόθεση δεν θα γράψω, τουλάχιστον σήμερα, καταγράφω όμως τη γέννηση του όρου, που δεν θα πρέπει να έχει και πολύ καιρό που φτιάχτηκε -αν έχετε κάποια παλιότερη καταγραφή της, θα με ενδιέφερε. Ο παρατασιούχος φτιάχτηκε πάνω στο πατρόν του συμβασιούχου και βρίσκω ότι είναι οικονομική λύση αν θέλουμε μονολεκτικόν όρο. Να έχουμε τη λέξη στο νου μας όταν κάνουμε την καταγραφή των λέξεων της χρονιάς.

Και προχωράμε στα μεζεδάκια μας.

* Φίλος επισημαίνει τίτλο του δελτίου ειδήσεων του Αντένα την περασμένη Παρασκευή. Με φόντο τον πύργο της φονικής πυρκαγιάς στο Λονδίνο, πέφτουν στη μέση της οθόνης τίτλοι με τα αίτια της φωτιάς: ΕΥΦΛΕΚΤΟ ΜΟΝΩΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ….  ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ

Προφανώς ολιγωρία. Αναρωτιέμαι μηπως το λάθος έγινε από λογισμικό αναγνώρισης φωνής.

* Πάλι από δελτίο ειδήσεωντου Αντένα, την Κυριακή το βράδυ -αυτό το άκουσα εγώ.

Ο δημοσιογράφος είπε «όπως βλέπουμε στις εικόνες, που έχουν επεξεργαστεί, …» διότι πράγματι οι εικόνες είχαν πιξελαρισμένα τα πρόσωπα.

Οι εικόνες δεν έχουν επεξεργαστεί τίποτα. Ο τεχνικός του σταθμού έχει επεξεργαστεί τις εικόνες ή οι εικόνες έχουν υποστεί επεξεργασία.

* Τα άχρηστα εισαγωγικά της εβδομάδας, σε άρθρο της Lifo για έναν αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Ιταλών και Γάλλων βετεράνων, που έγινε με σκοπό να ενισχυθούν τα θύματα του τρομοκρατικού χτυπήματος στη Νίκαια της Γαλλίας.

Διαβάζουμε λοιπόν ότι

Λίγες ημέρες πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος από την τρομοκρατική ενέργεια που σημειώθηκε το περασμένο καλοκαίρι στην Νίκαια της Γαλλίας, βετεράνοι και παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές της χώρας, «αντιμετώπισαν» σε φιλική αναμέτρηση, ομάδα επιλέκτων από την Ιταλία

Για ποιο λόγο μπήκαν τα εισαγωγικά στο «αντιμετώπισαν»; Δεν τους αντιμετώπισαν; Δεν είναι το ρήμα καθιερωμένο για αθλητικές αναμετρήσεις;

Προσέξτε επίσης το «βετεράνοι και παλαίμαχοι» ποδοσφαιριστές. Όπως λέμε ότι κήρυξαν «μορατόριουμ και εκεχειρία»! Και ως παρωνυχίδα προσέξτε και το άχρηστο κόμμα πριν από το ρήμα «αντιμετώπισαν».

Και ακόμα πιο άχρηστα, έως και παραπλανητικά, είναι τα εισαγωγικά στην καταληκτική πρόταση:

Η φιλική αναμέτρηση διεξήχθη στο χωρητικότητας 36.000 θεατών «Allianz Riviera» και οι Γάλλοι «νίκησαν» τους Ιταλούς με 4-1.

Τι σημαίνουν τα εισαγωγικά στο «νίκησαν»; Δεν νίκησαν τίμια; Ήταν σικέ το ματς; Τι ξέρει ο συντάκτης του άρθρου και δεν το λέει καθαρά;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 207 Σχόλια »

Η χαμένη τιμή της Ηριάννας Β.Λ.

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2017

Στο μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», που η δράση του εκτυλίσσεται στη Δυτική Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του 1970, μια απολιτική νοικοκυρά μπλέκει με την αστυνομία και διασύρεται από τον κίτρινο τύπο επειδή έκανε το έγκλημα να συνδεθεί ερωτικά με έναν ληστή τραπεζών, ύποπτο για τρομοκρατία. Ομολογώ πως δεν θυμάμαι αν το έχω διαβάσει, ασφαλώς όμως έχω δει την ταινία που γυρίστηκε το 1975 από τον Φόλκερ Σλέντορφ και τη Μαργκαρέτε φον Τρότα με βάση το μυθιστόρημα.

Βρίσκω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος και της ταινίας έχει κάποιες ομοιότητες με μια υπόθεση που διαδραματίζεται αυτές τις μέρες στη χώρα μας, στην πραγματική ζωή, παρόλο που υπάρχουν πολλές και βασικές διαφορές μεταξύ τους -γι’ αυτό και έβαλα αυτόν τον τίτλο στο σημερινό άρθρο, που είναι αφιερωμένο στην υπόθεση της πανεπιστημιακού Ηριάννας Β.Λ. και στη χαμένη ελευθερία της.

Τον Μάρτιο του 2011 δυνάμεις των ΕΚΑΜ μπαίνουν ξημερώματα στο διαμέρισμα του φοιτητή του ΕΜΠ Κώστα Π. που θεωρείται ύποπτος για συμμετοχή στην οργάνωση Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς (ΣΠΦ). Μαζί του βρίσκεται η φοιτήτρια της Φιλοσοφικής και φίλη του Ηριάννα Β.Λ. που είχε κοιμηθεί μαζί του εκείνο το βράδυ. Η Ηριάννα προσάγεται, δίνει DNA και τα λοιπά, και αφήνεται ελεύθερη. Δυο χρόνια αργότερα, το 2013, ενώ ο φοιτητής δικάζεται, απαγγέλλεται κατηγορία στην Ηριάννα με βάση ένα αμφιλεγόμενο δείγμα DNA που βρέθηκε πάνω στη γεμιστήρα όπλου που υποτίθεται ότι έχει σχέση με την υπόθεση της ΣΠΦ.

Η Ηριάννα αφήνεται ελεύθερη με περιοριστικούς όρους και συνεχίζει τις σπουδές της και την έρευνά της ενώ τελικά ο Κώστας Π. αθωώνεται τελεσίδικα αφού δεν αποδείχτηκε καμιά συμμετοχή του στην οργάνωση ΣΠΦ, μόνο φιλικές σχέσεις με κάποια μέλη της.

Ωστόσο, τον Ιούνιο του 2017 η Ηριάννα δικάζεται και προς γενική έκπληξη καταδικάζεται σε 13 χρόνια φυλάκιση για οπλοκατοχή, χωρίς να της αναγνωριστούν ελαφρυντικά, χωρίς η έφεσή της να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, χωρίς να γίνει δεκτή η αίτηση της οικογένειας να εξεταστεί το αμφιλεγόμενο δείγμα DNA από δικόν τους εμπειρογνώμονα (η αστυνομία απάντησε ότι «τελείωσε»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαιώματα, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , , , , | 244 Σχόλια »

Τα μάτια και το διασάκι

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2017

Διασταυρώθηκα τις προάλλες με μια νεανική παρέα στο δρόμο. Ήταν ένα αγόρι, πανύψηλο όπως τα περισσότερα της γενιάς του, και τρία κορίτσια. Συζητούσαν για ντυσίματα, αλλά δεν πρόσεξα τι έλεγαν. Μόλις έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο, μία από τις κοπέλες φώναξε, διαμαρτυρόμενη:

– Τι κοιτάζεις, ρε, τι κοιτάζεις;

Δεν ήθελα να γυρίσω να κοιτάξω κι εγώ, πάντως το αγόρι απάντησε μάλλον ατάραχο

– Τα μάτια τα έχουμε για να κοιτάζουμε· αλλιώς θα αγγίζαμε με τα χέρια.

Δεν δόθηκε συνέχεια στη συζήτηση, τουλάχιστον ώσπου ν’ απομακρυνθούν.

Ήταν νέα παιδιά, κάτω από τα είκοσι, οπότε στις παρέες τους δεν θα συνηθιζόταν η στερεότυπη απάντηση που είχα ακούσει μικρός:

– Για τα πάντα υπάρχει νόμος, για τα μάτια όχι όμως.

Την παροιμιώδη αυτή φράση την είχα πρωτακούσει από τη γιαγιά μου, και πάνε πολλά χρόνια που δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει, ωστόσο γκουγκλίζοντας τη βρίσκω να χρησιμοποιείται αρκετά, ιδίως ως εισαγωγή σε φωτογραφίες που δείχνουν άντρες να ρίχνουν αμήχανα, λάγνα ή έκπληκτα βλέμματα σε καλλίγραμμες και όχι βαριά ντυμένες γυναίκες, συχνά σε αθλητικές συναντήσεις.

Η φράση που μας απασχολεί σήμερα θα μπορούσε ίσως να μπει λεζάντα και στη διάσημη φωτογραφία αριστερά, όπου η Σοφία Λόρεν λοξοκοιτάζει επιτιμητικά το αποκαλυπτικό ντεκολτέ της Τζέιν Μάνσφιλντ.

Όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι δεν θα επεκταθούμε στις καλλίγραμμες και στα κάλλη τους. Επιστρέφουμε στη φράση, που μου έδινε ανέκαθεν την εντύπωση πως έχει φτιαχτεί στο σχολείο ή σε αστικό περιβάλλον, δεν είναι δηλαδή αυθεντικά λαϊκή. Ίσως την εντύπωση αυτή να μου τη δημιουργεί η ρίμα, που είναι πρωτότυπη αλλά πεποιημένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 132 Σχόλια »

Καλό καίρι!

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2017

Σύμφωνα με πληροφορίες από το Αστεροσκοπείο, στις 07.24 σήμερα το πρωί είχαμε το θερινό ηλιοστάσιο κι έτσι μπήκαμε επισήμως στο καλοκαίρι, ένα ορόσημο που σημαδεύεται από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια μέρες της χρονιάς. Το ιστολόγιο θα σας ευχηθεί αναδημοσιεύοντας ένα προπέρσινο άρθρο με τα λεξιλογικά του καλοκαιριού, μια και είπαμε ότι φέτος έχουμε μπει σε τροχιά επαναλήψεων.

Όμως, ενώ αναδημοσιεύω χωρίς πολλές αλλαγές το προπέρσινο άρθρο, αλλάζω τον τίτλο, για να ειρωνευτώ αυτήν τη γλωσσοδιορθωτική ανοησία που ακούστηκε πρόσφατα με τις πανελλήνιες εξετάσεις, ότι τάχαμ είναι λάθος, διότι πλεονασμός, να ευχόμαστε «καλή επιτυχία» αφού η επιτυχία είναι ούτως ή άλλως κάτι θετικό. Αν τραβήξουμε αυτή τη λογική λίγο πιο πέρα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως είναι πλεονασμός να ευχόμαστε «καλό καλοκαίρι» διότι το καλοκαίρι έχει μέσα του το «καλό».

Πράγματι, το καλοκαίρι είναι λέξη μεσαιωνική και προέκυψε «εκ συναρπαγής» που λένε οι φιλόλογοι, δηλαδή από συγχώνευση σε μια λέξη της φράσης «καλός καιρός». Ήδη σε κάποιο ελληνολατινικό γλωσσάρι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδεται ο τύπος «καλόκαιρος» με την επεξήγηση bonum tempus, ενώ σε κείμενο του 9ου αιώνα απαντά ο τύπος «καλοκαίριον» -από εκεί είναι εύκολο, καλοκαίριν, καλοκαίρι. Το πιάσαμε το υπονοούμενο, το καλοκαίρι κάνει καλό καιρό!

Η αρχαία λέξη έχει διατηρηθεί κι αυτή, θέρος. Είναι ήδη ομηρική (ουτ’ εν θέρει, ουδ’ εν οπώρη στην Οδύσσεια, όπου οπώρα το φθινόπωρο) και προέρχεται από ινδοευρωπαϊκή ρίζα που δηλώνει τη ζέστη και τη θερμότητα -από την οποία άλλωστε προέρχεται και η λέξη «θερμός». Θέρος όμως είναι και ο θερισμός: θέρος-τρύγος-πόλεμος λέει η παροιμία για τις τρεις μεγάλες αναστατώσεις της παλιάς εποχής. Άραγε να ονομάστηκε το καλοκαίρι από τον θερισμό, να σημαίνει «εποχή του θερισμού»; Όχι, το αντίστροφο συνέβη, η αρχική σημασία του ρήματος «θερίζω» ήταν «περνώ το καλοκαίρι» και μετά πήρε τη σημασία «δρέπω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 174 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 4 – Δημώναξ

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Είχαμε δει ιστορίες από τον Ηρόδοτο, σήμερα περνάμε σε ιστορίες από τον Λουκιανό. Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται στο έργο του Λουκιανού «Δημώνακτος βίος».

Όπως γράφω στην εισαγωγή οι Αρχαίοι ημών δεν ήταν καθόλου σοβαροφανείς, αλλά εύθυμοι και ιλαροί. Τέτοιος ιλαρός φιλόσοφος ήταν ο Δημώναξ, Κύπριος από μεγάλη οικογένεια, που έζησε στην Αθήνα τον 2ον αιώνα της χρονολογίας μας. Ο σκώπτης των πάντων Λουκιανός, μιλά για τον Δημώνακτα με μεγάλο σεβασμό και του αφιερώνει ιδιαίτερο βιβλίο, από το οποίο πήρα όσα θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο Δημώναξ ήταν κυνικός φιλόσοφος, μολονότι αποδεχόταν και τις απόψεις άλλων φιλοσοφικών σχολών. Όπως έλεγε «σεβόταν τον Σωκράτη, θαύμαζε τον Διογένη και αγαπούσε τον Αρίστιππο». Ήταν ιλαρός, ακέραιος, μετριόφρων και πολύ ελευθερόστομος. Για την τσουχτερή γλώσσα του και από το γεγονός ότι δεν τηρούσε  τους λατρευτικούς κανόνες, δεν θυσίαζε στους θεούς, ούτε προσευχόταν, κατηγορήθηκε για άθεος, εκείνος όμως παρουσιάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου και με την απολογία του προκάλεσε τον θαυμασμό όλων. Από τότε οι Αθηναίοι του έδειχναν μεγάλο σεβασμό και στο πέρασμα του οι άρχοντες και οι απλοί πολίτες σηκώνονταν όρθιοι για να τον χαιρετήσουν.

Η ελευθεροστομία του εξόργισε κάποτε έναν ολυμπιονίκη, που μη έχοντας επιχειρήματα να τον αντικρούσει χτύπησε το Δημώνακτα με μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Όσοι ήταν μπροστά αγανάκτησαν και θέλησαν να τιμωρήσουν τον δράστη φωνάζοντας:

«στον ανθύπατο να πάμε, στον ανθύπατο»

Ο Δημώναξ όμως είχε αντίρρηση

«όχι στον ανθύπατο αλλά στον γιατρό» τους είπε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Η τούμπα και η βεντέτα

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2017

Τι το κοινό να έχουν τάχα οι λέξεις του τίτλου; Με μια πρώτη ματιά, δύσκολο είναι να βρεθεί κοινό στοιχείο ανάμεσα σε… σε τι, αλήθεια; Ποιες είναι οι σημασίες των λέξεων αυτών;

Με το που κάνουμε την ερώτηση, βρίσκουμε και τον δρόμο προς την απάντηση. Δεν υπάρχει μία βεντέτα, έχουμε δυο λέξεις που γράφονται με τον ιδιο τρόπο, δυο ξεχωριστά λήμματα στο λεξικό: αφενός το έθιμο της αντεκδίκησης ιδίως στην Κρήτη και στη Μάνη, αφετέρου το διάσημο πρόσωπο από τον κινηματογράφο ή τον χώρο του θεάματος και του αθλητισμού και κατ’ επέκταση κάποιον που φέρεται υπεροπτικά, που βεντετίζει.

Παρόμοια, η τούμπα μπορεί να είναι το πέσιμο, το αναποδογύρισμα, είναι όμως και το χάλκινο πνευστο μουσικό όργανο. (Υπάρχει και μια τρίτη τούμπα, ο λόφος που έχει δημιουργηθεί από συσσωρευμένα χώματα -ας την αφήσουμε προς το παρόν).

Το ενδιαφέρον με αυτά τα ζευγάρια λέξεων είναι ότι ενώ γράφονται με τον ίδιο τρόπο (είναι ομόγραφα), κανονικά δεν προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Κανονικά, η βεντέτα/αντεκδίκηση προφέρεται με έρρινο το ντ, βενdέτα, ενώ η βεντέτα/διάσημος με άρρινο το ντ, βεdέτα.

Προσέξτε ότι χρησιμοποιώ το «κανονικά» για να υπονοήσω την επιφύλαξή μου ως προς το αν όλοι ή οι συντριπτικά περισσότεροι οι φυσικοί ομιλητες της ελληνικής όντως συμπεριφέρονται έτσι.

Αν συμβουλευτείτε τις λέξεις στο ΛΚΝ, που δίνει και τη φωνητική μεταγραφή των λημμάτων, θα δείτε ότι η τούμπα/αναποδογύρισμα μεταγράφεται [túmba] (το ίδιο και η τούμπα/λόφος) ενώ η τούμπα/χάλκινο πνευστό μεταγράφεται [túba]. Η βεντέτα/αντεκδίκηση μεταγράφεται [vendéta] αλλά για την άλλη βεντέτα περιέργως το ΛΚΝ δεν δίνει φωνητική μεταγραφή, μάλλον απο αβλεψία. Κανονικά θα ήταν [vedéta].

Τα δυο αυτά ζευγάρια «ομόγραφων αλλά κανονικά όχι ομόηχων» λέξεων είναι αρκετά γνωστά και στοιχηματίζω πως τα έχουμε συζητήσει κι εδώ σε σχόλια. Τα συνάντησα ξανά σε ένα ενδιαφέρον βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που θα παρουσιάσω σήμερα. Ο τίτλος του είναι «Πώς το είπες;» με υπότιτλο «Κανόνες εκφοράς ελληνικής γλώσσας». Συγγραφέας ο επικοινωνιολόγος Μάνος Σιφονιός, που μου το χάρισε τις προάλλες. Αλλά δεν το χάρισε μόνο σε μένα, διότι εκτός από την έντυπη μορφή του το βιβλίο κυκλοφορεί και σε ηλεκτρονική μορφή, το δε ηλεβιβλίο διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να το διαβάσετε στον ιστότοπο postoeipes.gr, που είναι αφιερωμένος στο βιβλίο.

Μπορείτε να φυλλομετρήσετε το βιβλίο του Σιφονιού -έτσι κι αλλιώς δεν είναι μεγάλο, μαζί με προλόγους και επίμετρο δεν φτάνει τις 90 σελίδες. Είναι οργανωμένο σε μικρά κεφάλαια, με ευρηματικούς τίτλους (π.χ. Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδγιά; ή Και πώς λέμε μαdάμ τις ξένες λέξεις;), γραμμένο ανάλαφρα και με χιούμορ. Δίνει αρκετες αφορμές για προβληματισμό και πιστεύω πως καλά θα έκαναν να το διαβάσουν όλοι όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με την εκφορά λόγου. Από την άλλη, υπάρχουν σημεία που δεν συμφωνώ και θα τα αναφέρω στη συνέχεια -μοιραία, σε αυτά θα δώσω μεγαλύτερη έκταση.

Η βεντέτα και η τούμπα βρίσκονται στη σελίδα 32 του βιβλίου, στο κεφάλαιο για τον τρόπο προφοράς των ξένων λέξεων που έχουν σύμπλεγμα μπ, γκ, ντ.

Ο Σιφονιός δίνει και άλλα δύο παραδείγματα «ομόγραφων αλλά κανονικά όχι ομόηχων» λέξεων.

  •  την καμπάνα όπου όταν πρόκειται για το σήμαντρο προφέρεται ένρινα, καμbάνα, ενώ όταν δηλώνει το παραλιακό κατάλυμα «πρέπει να» εκφέρεται άρρινα, καbάνα, και
  • το ντάμπινγκ, όπου όταν πρόκειται για την τακτική να προσφέρονται εμπορεύματα σε τιμή χαμηλότερη του κόστους (dumping) η λέξη «πρέπει να» εκφέρεται «ξεχωρίζοντας ελαφρά» τα μ και π, ντάμ-πινγκ, ενώ όταν πρόκειται για την αντιγραφή οπτικοακουστικού μέσου (dubbing) «πρέπει να εκφέρεται» άρρινα. Τα εισαγωγικά που βάζω δηλώνουν ότι έχω επιφυλάξεις.

Θα επιστρέψω στα ένρινα και στα άρρινα, αλλά θέλω να αναφέρω και μια άλλη κατηγορία «ομόγραφων αλλά όχι ομόηχων» λέξεων, όπου η μη ομοηχία οφείλεται στο φαινόμενο της συνίζησης, δηλαδή η προφορά της λέξης διαφέρει ανάλογα με το αν προφέρεται ή όχι ασυνίζητη η λέξη.

Ο τίτλος του σχετικού κεφαλαίου είναι: Με σκι-ά-ζεις και με σκιά-ζεις. Πράγματι, όταν προφέρουμε το «σκιάζω» τρισύλλαβο, χωρίς συνίζηση, σκι-ά-ζω, σημαίνει «κάνω σκιά». Όταν το προφέρουμε δισύλλαβο, με συνίζηση, σημαίνει «τρομάζω κάποιον». (Παρεμπιπτόντως, η ετυμολογία των λέξεων είναι η ίδια, η σκιά).

Έχουμε αρκετά τέτοια ζευγάρια. Να ποια δίνει ο Σιφονιός, με πρώτη την συνιζημένη εκφορά.

  • άδεια (αδειανή) αλλά άδει-α (συγκατάθεση, διοικητική πράξη κτλ.)
  • ακρίβεια (υψηλές τιμές) αλλά ακρίβει-α (σωστή μέτρηση)
  • βιάζομαι (είμαι βιαστικός) αλλά βι-άζομαι (υφίσταμαι βία)
  • έννοια (νοιάξιμο, και έγνοια) αλλά έννοι-α (νόημα)
  • ήπια (αόριστος του πίνω) αλλά ήπι-α (επίθ. ήπιος)
  • λόγια (λέξεις) αλλά λόγι-α (καλλιεργημένα, έντεχνα)
  • μαλλάκια (μαλλιά) αλλά μαλάκι-α (θαλασσινά)
  • ποιον (ερωτηματική αντωνυμία) αλλά ποι-όν (το ποιόν, ιδιότητα)
  • σκιάζω (τρομάζω) αλλά σκι-άζω (κάνω σκιά)

Βέβαια, τα μαλλάκια δεν είναι ομόγραφα με τα μαλάκια, ούτε και το ποιόν με το «ποιον;» (που δεν παίρνει τόνο στο σημερινό σύστημα).

Ο Σιφονιός δίνει και μια άλλη περίπτωση, το «μοιάζω» (φαίνομαι ίδιος) και το μι-άζω (= μολύνω). Μου φαίνεται όμως πως δεν υπάρχει τέτοια λέξη, μιαίνω λέμε.

Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να βρείτε άλλα ζευγάρια «ομόγραφων αλλά όχι ομόηχων» λέξεων. Εγώ το μόνο που βρήκα, αν και δεν αφιέρωσα πολύ χρόνο στην έρευνα, είναι το ζευγάρι σκιας (ο αγριάνθρωπος) – σκιάς (γενική του «σκιά») όπου βέβαια υπάρχει διαφορά στον τονισμό. Ο σκιας δεν βγαίνει από το σκιάζω αλλά είναι τουρκικό δάνειο.

Ας επιστρέψουμε όμως στα ένρινα, που τα έχουμε τόσες φορές συζητήσει κι εδώ.

Τα συμπλέγματα μπ, ντ και γκ (ή γγ) τα εξετάζει ο Σιφονιός από τη σελ. 23 και μετά. Αυτά προφέρονται άλλοτε ένρινα (μb, νd, νg, π.χ. αμbέλι, ένdομο, ανgάθι) και άλλοτε άρρινα π.χ. στην αρχή της λέξης (bαίνω, dύνω, gαρίζω). Υπάρχει κι ένας τρίτος τρόπος εκφοράς, με χωριστά τα δύο σύμφωνα, που κανονικά μόνο σε ξένες λέξεις ακούγεται (π.χ. ίν-τερνετ, όχι ίνdερνετ ή ίdερνετ).

Εκτός από τη αρχή της λέξης, άρρινα προφέρονται τα μπ, γκ, ντ και όταν τα συναντάμε σε σύνθετες λέξεις που το δεύτερο συνθετικό τους αρχίζει από τα συμπλέγματα αυτά, π.χ. ξαναbήκα, καραbογιά, ξεdύνω, ή σε περιπτώσεις χρονικής αύξησης (π.χ. έdυσα), καθώς και όταν (σελ. 26) τα συναντάμε στη δεύτερη συλλαβή λέξης που και η πρώτη συλλαβή της αρχίζει από αυτό το σύμπλεγμα, πχ. μπαbάς, νταdά, γκάgαρος. (Να σημειωθεί εδώ ότι η λέξη μπαμπάς έχει γαλλική ετυμολογία -όπως γράφει ο Σιφονιός- μόνο αν εννοεί το γλύκισμα. Αν σημαίνει τον πατέρα, είναι τουρκικό δάνειο).

Τα πράγματα μπλέκουν όταν έχουμε δάνεια από ξένες γλώσσες. Ο Σιφονιός διακρίνει περιπτώσεις ανάλογα με το πώς γράφεται η ξένη λέξη.

Όταν στην ξένη λέξη έχουμε b, g, d τα αντίστοιχα ελληνικά δάνεια τα προφέρουμε άρρινα: βίdεο (και όχι βίνdεο), μαdάμ, ζιgολό.

Όμως όταν στην ξένη λέξη έχουμε mb, nd, ng τα αντίστοιχα δάνεια τα προφέρουμε ένρινα: ζαμbόν, στάνdαρ, μαρένgα.

Όταν στην ξένη λέξη έχουμε mp, nt, ο Σιφονιός κάνει την εύστοχη παρατήρηση ότι όταν το δάνειο είναι παλιό και η λέξη έχει τριφτεί στα ελληνικά, τότε το σύμπλεγμα nt, mp της ξένης λέξης το προφέρουμε νd και μb, και όχι ν-τ και μ-π.

Δηλαδή, λέμε π.χ.. κάμπος προφέροντας κάμbος, παρόλο που προέρχεται απο το λατινικό campus ή ρομανdικός (παρά το romantique)  ή φανdάρος (παρά το fantaria)

Ωστόσο, για πιο νέα δάνεια ο ίδιος συνιστά την χωριστή προφορά, όπως στο ίν-τερνετ, αλλά και στη σαμ-πάνια ή την αν-τίκα, ακόμα και στο ντοκουμέν-το.

Εδώ έχουμε επιφυλάξεις. Καταρχάς, θα ήταν ουτοπικό αλλά και καταρχήν απαράδεκτο να πρέπει να ξέρεις πώς γράφεται μια ξένη λέξη για να μπορέσεις να μιλήσεις τη δική σου γλώσσα. Έπειτα, παρόλο που και το ΛΚΝ, συμφωνώντας με τον Σιφονιό, δίνει την προφορά dokuménto (ν-τ δηλαδή) ή [kompanía] (μ-π δηλαδή) πολύ αμφιβάλλω αν η πλειοψηφία των φυσικών ομιλητών συμπεριφέρεται έτσι. Αν θυμηθούμε τη Μπέλλου να τραγουδάει, νομίζω ότι προφέρει την κουβέντα όπως και τα ντοκουμέντα, δηλαδή προφέρει dokuménda, το ίδιο και με την κομπανία. Πολλοί προφέρουν «σαμ-πάνια» επειδή ξέρουν τη γαλλική λέξη, λιγότεροι όμως αν-τίκα.

Εσείς πώς τα προφέρετε αυτά;

Σαμ-πάνια, σαμbάνια ή σαbάνια;
Αν-τίκα, ανdίκα ή αdίκα;
Ντοκουμέν-το, ντοκουμένdo ή ντοκουμέdο;
Κομ-πανία, κομbανία ή κοbανία;

Εγώ ταλαντεύομαι ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο για τη σαμπάνια, ίσως και για την αντίκα, αλλά στις άλλες δύο περιπτώσεις τα προφέρω ένρινα, όχι χωρισμένα.

Να πω παρεμπιπτόντως ότι έχει λάθος ο Σιφονιός όταν λέει ότι η μαρμάγκα προφέρεται άρρινη (μαρμάgα) επειδη ετυμολογείται από το αλβανικό merimage. Σύμφωνα με το ΛΚΝ η αλβανική λέξη γράφεται merimang(ë), έρρινη δηλαδή, ενώ κατά το ΛΚΝ πάλι η ελληνική λέξη προφέρεται έρρινη, [marmáŋga]. Υπάρχουν και κάποιες άλλες ετυμολογικές παρατηρήσεις, ας πούμε η ομπρέλα ή το τσιμπούσι ΔΕΝ είναι αντιδάνεια.

Βέβαια, όταν βλέπουμε ντ, μπ και γκ γραμμένο δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να διακρίνουμε αν θα προφερθεί d, νd ή ν-τ. Δεν ξέρω πώς προφέρανε πριν από εκατό χρόνια την Αντάντ (Entente, άρα κανονικά αν-ταν-τ, υποθέτω όμως ότι θα προφερόταν ανdάνd ή αdάd από τους μη γαλλομαθείς) θυμάμαι όμως επιστολές γλωσσομαθών ακροατών να διεκτραγωδούν το πώς προφέρει ο εκφωνητής του τρίτου προγράμματος της ραδιοφωνίας το «αντάντε» (είναι andante, ανdάν-τε λοιπόν).

Υπάρχει πάντως στα νέα ελληνικά (εκτός ιδιωμάτων των νησιών) μια βραδεία πορεία προς την απορρινοποιημένη προφορά. Την αναγνωρίζει και ο Σιφονιός αυτή την τάση όταν λέει πως όσο πιο λαϊκή είναι μια λέξη, τόσο πιθανότερο να προφέρεται με b, g, d. Λέει χαρακτηριστικά ότι ο Ευάνgελος προφέρεται σαφώς έρρινα, έτσι κι έτσι ο Βανgέλης, αν όμως προφέρουμε έρρινα τον Βαgέλα θα μας δείρει. Θεωρώ ότι η τάση αυτή όλο και περισσότερο θα απερρινοποιεί λέξεις.

Προχωρώντας σε άλλα θέματα, ο Σιφονιός πολύ σωστά (σελ. 35) μας συνιστά να μην προφέρουμε το παχύ σ στο σόου, ενώ παρέλειψε να επισημάνει και το γαλλικό ge στο μοντάζ, όπως το προφέρουν μερικοί για να δείξουν ότι ξέρουν γαλλικά. Μας θυμίζει επίσης (σελ. 39) ότι προφέρουμε αζβέστης, κόζμος, προζγείωση, πρόζληψη, ειζροή και επισημαίνει βέβαια ότι αυτό δεν ισχύει συνηθως για τις ξένες λέξεις, κι έτσι προφέρουμε σλόγκαν, σνίτσελ, σνομπ, ισλάμ, Μαράσλειο.

Να σχολιάσω εδώ πως όλο και συχνότερα ακούω από νέους προφορές όπως κόσ-μος (και όχι κόζμος). Μάλλον έχουμε εδώ την εκδίκηση του γραπτού λόγου. Εννοώ ότι ο νέος προφέρει αυτό που διαβάζει, ενώ παλιά που ήμασταν ολιγογράμματοι γράφαμε αυτό που προφέραμε. Κι έτσι ενώ παλιά γράφαμε π.χ. «ψάργια» επειδή έτσι το προφέραμε, σήμερα προφέρουν κάποιοι «κόσ-μος» επειδή έτσι το διαβάζουν.

Ασχολείται επίσης ο Σιφονιός (σελ. 53) με τη συνίζηση και τα λάθη υπερδιόρθωσης (προφέρουμε αδι-άβατος, αλλά αδγιάβαστος), με τα διπλά σύμφωνα (σελ. 61) που δεν προφέρονται εκτός από ορισμένες λόγιες λέξεις όπου ακούγονται ελαφρότατα (εκκεντρικός, παμμέγιστος -εδώ ανήκει και η ευφορία που προφέρεται διαφορετικά από την εφορία) και με το τελικό ν (σελ. 65).

Θα διαφωνήσω μαζί του εκεί που λέει (σελ. 66) ότι μπορούμε να πούμε «μη πας» και οτι διαφέρει σε σημασία από το «μην πας». Στα δικά μου τα αυτιά, φράσεις όπως «μη πας», «δε πιστεύω» δεν είναι φυσιολογικά ελληνικά.

Επίσης, ενώ συμφωνώ (σελ. 43) πως όταν προφέρουμε την Πέμπτη στην ουσία δεν προφέρουμε το π, δηλ. προφέρουμε Πέμτη (ή έστω, προφέρουμε πολύ αχνά το π), διαφωνώ ότι η κάμψη ακούγεται «κάμση» η ο κομψός «κομσός».

Αυτά βεβαίως ενέχουν και μπόλικον υποκειμενισμό, και μπορεί εσείς κάποια πράγματα να τα προφέρετε διαφορετικά -θυμάστε πόσο είχαμε διαφωνήσει με την προφορά της Βιέννης, αν την προφέρουμε συνιζημένη (Βjένη) ή ασυνίζητη.

Ο Σιφονιός δεν πρόσεξα να ασχολείται με τη Βιέννη, όμως το βιβλίο του έχει και άλλα ενδιαφέροντα θέματα και είναι γραμμένο με κέφι αλλά και με γνώση των πηγών. Εγώ περισσότερα δεν θα γράψω, διότι ήδη ξεπέρασα κατά πολύ το καλοκαιρινό μου όριο, αλλά εσείς μπορείτε να δείτε και το υπόλοιπο βιβλίο και να κάνετε σχόλια.

 

 

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ομόηχα, Παρουσίαση βιβλίου, Φωνητική | Με ετικέτα: , , | 183 Σχόλια »

Στην Αλκυονίδα για τον Βάρναλη και την ΕΣΣΔ

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2017

Την Πέμπτη που μας πέρασε, 15 του μηνός, μίλησα στην Αλκυονίδα, στην παρουσίαση του βιβλίου «Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ», που κυκλοφόρησε το 2014 σε δική μου επιμέλεια από τις εκδόσεις Αρχείο και περιέχει τις εντυπώσεις του Κώστα Βάρναλη από το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ το 1934, όταν είχε προσκληθεί να παρακολουθήσει το 1ο Συνέδριο της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων.

Όπως είπα και στην ομιλία μου, ήταν για μένα πολύ συγκινητικό να ξαναβρεθώ σε έναν από τους χώρους που είχα πολύ αγαπήσει στα νιάτα μου, στα φοιτητικά μου χρόνια. Η Αλκυονίς, εμβληματικός κινηματογράφος του καλού μη εμπορικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1970-80, είχε πάψει να λειτουργεί. Πρόσφατα εμφανίστηκε και πάλι ανακαινισμένη και ξανάρχισε τις προβολές, ταυτόχρονα με εκδηλώσεις σαν την παρουσίαση του βιβλίου του Βάρναλη, που ήταν ενταγμένη σε σειρά εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής επανάστασης. Να αναφέρω ότι το επόμενο Σάββατο θα παρουσιαστεί στην Αλκυονίδα το βιβλίο με τις εντυπώσεις του Δημήτρη Γληνού από την ΕΣΣΔ.

Θέλω εδώ να ευχαριστήσω τον Βελισσάριο Κοσυβάκη της New Star, της εταιρείας που διευθύνει την Αλκυονίδα (αλλά και το Στούντιο, επίσης εμβληματικό κινηματογράφο της εποχής εκείνης), για την τέλεια οργάνωση της εκδήλωσης, που περιλάμβανε και δύο μουσικές εκπλήξεις, δύο τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Βάρναλη. Μάλιστα ένα από αυτά, ο Οχτώβρης, παίχτηκε για πρώτη φορά. Έπαιξαν ο Βαγγέλης Προδρόμου και ο Δημήτρης Σίντας και χόρεψε η Άννα Λιανοπούλου. Αποσπάσματα από το έργο του Βάρναλη διάβασε ο ηθοποιός Γιώργος Ζιώγαλας.

Θα παραθέσω πιο κάτω το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου, αν όμως είστε οπτικοακουστικοί τύποι υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης χάρη στον ιστότοπο ibdb.gr, που ειδικεύεται σε βιντεοσκοπήσεις βιβλιοπαρουσιάσεων.

Η σελίδα του βίντεο εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, ΕΣΣΔ, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Καταιγιστικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2017

Δεν τα λέω έτσι επειδή σερβίρονται με ταχύτατους ρυθμούς, πού τέτοια τύχη, αλλά διότι καθώς τα γράφω ακούω βροντές και βλέπω αστραπές καθώς ξέσπασε το άξαφνο καλοκαιρινό μπουρίνι.

Ξεκινάμε με τα ορντέβρ και με ένα ρεπορτάζ για τις αλλαγές στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλαγές που κινούνται, θα μπορούσε να πει κανείς, σε… αντικαφασική κατεύθυνση. Διαβάζω ότι:

«Μαχαιριά» στην ελληνική ευρηματικότητα αποτελεί ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, κυρίως για τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που στερούνται νόμιμης θέσης στάθμευσης και εφεύρουν διάφορους τρόπους για να εξασφαλίζουν μόνιμα μια θέση πάρκινγκ έξω από το σπίτι τους!

Όχι όμως. Το ρήμα είναι «εφευρίσκω», ο τύπος «εφεύρω» σκέτος δεν στέκεται παρά μόνο με «να» και «θα». Κι αν σας φαίνεται κάπως σκονισμένο το «εφευρίσκουν», που συμφωνώ, υπάρχουν ευτυχώς πολλά άλλα συνώνυμα, από τα κάπως πιο επίσημα (π.χ. επινοούν) ως τα πιο ζωντανά και λαϊκά (μηχανεύονται, σκαρφίζονται) που νομίζω πως ταιριάζουν στην περίσταση, που δεν έχουμε δα και καμιά εφεύρεση περιωπής.

* Όμως, πέρα από το γλωσσικό λαθάκι, το πιο εντυπωσιακό είναι αυτό που γράφει ο φίλος μας ο Στάζιμπος στο σχόλιο 49, ότι δηλαδή η είδηση είναι ΟΛΗ κατασκευασμένη – λάθος. Δεν υπάρχει «νέος ΚΟΚ», η δε ποινή των 400 ευρώ ισχύει από το 2007!

* Δεν το άκουσα με τ’ αυτιά μου, αλλά μου το μετέδωσαν δυο φίλοι, οπότε μάλλον θα είναι αληθινό. Μεσημεριανές ειδήσεις στον «Σκάι» πριν από μερικές μέρες:

«Η κ. Μέι θα συναντηθεί με την αυτού μεγαλειότης τη βασίλισσα Ελισάβετ».

Δύο κοτσάνες στην τιμή της μίας. Και «αυτού» αντί «αυτής» (αφού είναι γυναίκα η Ελισάβετ) και άκλιτο το «μεγαλειότης» αντί «μεγαλειότητα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 229 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο τελικά;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2017

Τις προάλλες η φίλη μας η Λ. μας είπε ότι πεθύμησε κανένα φρουτάκι, εννοώντας τα άρθρα που βάζω κατά καιρούς για τα οπωρικά, που τα έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Ήρθε στα λόγια μου, αφού το έχω πει πως αυτή την περίοδο, δηλαδή ίσαμε τον Σεπτέμβρη, το μενού του ιστολογίου θα περιλαμβάνει αρκετές επαναλήψεις και γενικά ελαφρότερο πρόγραμμα. Οπότε, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του 2009 για ένα φρούτο που είναι η εποχή του, ξαναδουλεμένο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Αριστερή μελαγχολία, ένα βιβλίο του Έντσο Τραβέρσο

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2017

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τον φιλικό εκδοτικό οίκο Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο «Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης» σε μετάφραση του φίλου Νίκου Κούρκουλου.

Κατά σύμπτωση, ο όρος είχε ακουστεί πρόσκαιρα τον Σεπτέμβριο του 2015 όταν τον είχε χρησιμοποιήσει ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης και ύστερα ο Αλέξης Τσίπρας σε μια σύσκεψη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (και μας έδωσαν έναυσμα για άρθρο), αλλά το βιβλίο του Τραβέρσο δεν έχει σχέση ειδικά με την ελληνική αριστερά, η δε φράση του τίτλου είναι γνωστή από παλιότερα, είναι τίτλος έργου του Βάλτερ Μπένγιαμιν (1931).

Το βιβλίο του Τραβέρσο δεν το έχω διαβάσει, δεν το έχω ακόμα πιάσει στα χέρια μου, αλλά έχω συζητήσει με τον μεταφραστή και ξέρω σε γενικές γραμμές το περιεχόμενό του.

Θα παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από την εισαγωγή, για να πάρετε μια ιδέα. Προτάσσω ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, που μου το έστειλε ο μεταφραστής του βιβλίου.

Ο Έντσο Τραβέρσο γεννήθηκε στο Γκάβι (του Πιεμόντε) το 1957 και μεγάλωσε μέσα στις αναμνήσεις της Ιταλικής Αντίστασης, όπου είχε μπλεχτεί για τα καλά η οικογένειά του – ο πατέρας του μάλιστα έγινε, μεταπολεμικά, ο κομμουνιστής δήμαρχος της μικρής γενέθλιας πόλης του. Στην εφηβεία του επηρεάστηκε από τα ριζοσπαστικά ρεύματα της δεκαετίας του ’60 και στρατεύτηκε, πολύ νέος, στις γραμμές της Potere Operaio. Σπούδασε ιστορία στη Γένοβα και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του το 1989 στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, κάτω από την εποπτεία του Μικαέλ Λέβι. Αποτέλεσμα ήταν το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Οι μαρξιστές και το εβραϊκό ζήτημα. Ιστορία μιας διαμάχης, 1843-1943 [Les marxistes et la question juive. Histoire d’un bat 1843-1943], που κυκλοφόρησε το 1990, με πρόλογο του Πιέρ Βιντάλ-Νακέ. Δίδαξε, για πολλά χρόνια, στο Πανεπιστήμιο της Πικαρδίας «Ιούλιος Βερν», στην Αμιέν, ενώ σήμερα είναι (από το 2013) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. [Στα γαλλικά του χρόνια, έγινε μέλος της LCR και στη συνέχεια στάθηκε κοντά στο NPA.]

Ο ναζισμός και ο αντισημιτισμός, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και ο μεσοπόλεμος, η ιστορία των ιδεών, η σχέση ιστορίας και μνήμης, τα όρια της έννοιας του ολοκληρωτισμού είναι μερικά από τα θέματα στα οποία έχει εστιάσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Αποκαθίστανται οι ζημιές; Θα αποκατασταθεί η βλάβη;

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2017

Αν πάρετε κυριολεκτικά τις ερωτήσεις του τίτλου, ίσως μου απαντήσετε ότι εξαρτάται, άλλες ναι και άλλες όχι. Μπορεί επίσης να μου πειτε ότι δεν ξέρετε για ποια βλάβη σας μιλάω και να απορήσετε τι με έπιασε πρωινιάτικα, στον ύπνο μου την είδα;

Όλα ξεκίνησαν χτες, όταν με ρώτησε ένας φίλος αν είναι σωστή η έκφραση «Οι ζημιές αποκαθίστανται», αν μπορούμε να πούμε «θα αποκατασταθεί η βλάβη» ή αν είναι σολοικισμός να λέμε κάτι τέτοιο αφού, λέει ο φίλος, «μόνο κάτι που υπάρχει μπορεί να αντικατασταθεί».

Πρόκειται για ένα ζήτημα που ίσως το έχουμε θίξει παρεμπιπτόντως σε σχόλια, αλλά δεν βλάφτει να του αφιερώσουμε ένα σύντομο αρθράκι, αφού αρκετοί υποστηρίζουν, είτε καλοπροαίρετα είτε με λαθοθηρική διάθεση, ότι δεν είναι σωστό να λέμε «αποκαθίσταται η βλάβη/η ζημιά/η ζημία» διότι αυτό που αποκαθίσταται δεν είναι η ζημία αλλά η πρότερη κατάσταση, η κατάσταση που υπήρχε πριν επέλθουν οι ζημίες (παράδειγμα επιχειρηματολογίας)

Παρόμοια επιχειρηματολογία ακούγεται και για τη βλάβη -δεν αποκαθίσταται η βλάβη, λένε κάποιοι, αλλά η λειτουργία της συσκευής ή του μηχανήματος που έπαθε βλάβη.

Έχει κάποια βάση αυτή η επιχειρηματολογία, αν σκεφτούμε άλλες χρήσεις του ρήματος «αποκαθιστώ» ή του ουσιαστικού «αποκατάσταση».

Όταν, ας πούμε, γίνει στη Βουλή ένα επεισόδιο, ο πρόεδρος χτυπάει το κουδούνι και επιχειρεί να αποκαταστήσει την τάξη που διασαλεύτηκε, δηλαδή να επαναφέρει κλίμα πολιτισμένης συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων (λέμε τώρα).

Όταν αποκαθίσταται η λειτουργία του μετρό, που είχε προηγουμένως διακοπεί, επανέρχεται στην προηγούμενη κατάσταση.

Παρομοίως (αντιγράφω από το λεξικό) μπορούμε να αποκαταστήσουμε την αλήθεια (που διαστρεβλώθηκε), την ενότητα του κόμματος (που διαταράχθηκε), τη δημοκρατία (που ανατράπηκε), την επικοινωνία (που διακόπηκε) ή την υπόληψη κάποιου (που σπιλώθηκε με συκοφαντίες). Όταν κάποιος αρρωστήσει και μετά αναρρώσει, και είναι πάλι εντελώς υγιής, λέμε πως αποκαταστάθηκε η υγεία του.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αποκατάσταση σημαίνει, λίγο-πολύ, την επαναφορά σε μια προηγούμενη ομαλή,, φυσιολογική, καλή κατάσταση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 167 Σχόλια »