Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ανάπνεε ντε, επίλεξε το πακέτο που σου ταιριάζει, επίστρεφε και παίρνε με

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2018

Έχουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την επικαιρότητά τους και το σημερινό άρθρο υπακούει στην επικαιρότητα αυτή. Εδώ και μερικές μέρες, η λεγόμενη «προστακτική με αύξηση» συζητιέται πολύ στη μπλογκόσφαιρα και στα κοινωνικά μέσα, κυρίως εξαιτίας ενός χιουμοριστικού βίντεο που θα δούμε πιο κάτω, αλλά όχι μόνο.

Πριν από το βίντεο, εδώ και αρκετές μέρες, κάποια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, που δεν θυμάμαι τώρα το όνομά της, έχει ξεκινήσει διαφημιστική εκστρατεία, ραδιοφωνική σίγουρα διότι την ακούω συχνά, όπου ακούγεται επανειλημμένα η προτροπή «επιλέξτε…» (πακέτο; δεν θυμάμαι τι) και μετά στο δεύτερο πρόσωπο: «επίλεξε ….» (και μάλλον ακολουθεί το όνομα της εταιρείας, αλλά ειλικρινά δεν το θυμάμαι).

Με αφορμή αυτή την προστακτική, που είναι σωστή σύμφωνα με τη σχολική γραμματική αλλά φαίνεται πως προσκρούει στο γλωσσικό αίσθημα πολλών φυσικών ομιλητών της γλώσσας, ανάμεσά τους και του Κ.Π.Καβάφη, ο οποίος έγραψε τον διάσημο στίχο «επέστρεφε και παίρνε με…», η φίλη γλωσσολόγος Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή ξεκίνησε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ μια σειρά αναρτήσεων για το θέμα, από τις οποίες αντλώ κάποιο υλικό. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση έμεινε περιορισμένη σε σχετικά στενό κύκλο.

Αντίθετα, τεράστια απήχηση γνώρισε ένα βιντεάκι που ανάρτησε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ η ηθοποιός Νατάσα Εξηνταβελώνη, το οποίο έγινε ιότροπο, αναδημοσιεύτηκε χιλιάδες φορές και έχει ξεπεράσει τις 600 χιλιάδες προβολές. Στο σύντομο αυτό βίντεο, που πρέπει να είναι χιουμοριστικό, είδος σταντάπ κόμεντι αν και η ταλαντούχα ηθοποιός είναι καθισμένη, η Νατάσα Εξηνταβελώνη, έχοντας μόλις γυρίσει από το μετρό, τα βάζει με όσους χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «προστακτική με αύξηση». Ίσως κατάφερα να το ενσωματώσω στο άρθρο, οπότε μπορείτε να το ακούσετε και από εδώ (όμως μου βγήκε τεράστιο):
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γραμματική, Διαφημίσεις, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Νεοκαθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , | 91 Σχόλια »

Μιλώντας για τον Κοτζιούλα στα Χανιά

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2018

Το περασμένο σαββατοκύριακο πετάχτηκα στα Χανιά, όπου τη Δευτέρα είχα την ευκαιρία να πάρω μέρος σε ημερίδα για τον αγαπημένο μου ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Πολύ χάρηκα τη σύντομη εκδρομή, είδα και φίλους παλιούς και καινούργιους, πέρασα το φαράγγι της Σαμαριάς, πήγα για μπάνιο, όλα ωραία και καλά. Ταξίδεψα με Ράιαν από ένα μικρό βέλγικο αεροδρόμιο, το αεροπλάνο γεμάτο ντόπιους πολύ χαρούμενους για το ταξίδι τους -και δεν καταλαβαίνω την περιφρονητική ατάκα που διάβασα κάπου, λίγο πριν ταξιδέψω, ότι με τις φτηνές εταιρείες έχουν, λέει, γεμίσει οι ελληνικές παραλίες με νοσοκόμες από το Λέστερ.

Τέλος πάντων, σήμερα είναι Κυριακή οπότε έχουμε θέμα λογοτεχνικό και, όπως συνηθίζω, θα δημοσιεύσω την ομιλία μου στην ημερίδα που έγινε, μαζί με μερικές από τις εικόνες που πρόβαλα σε διαφάνειες. Μίλησα για τα Ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα, που τα έχω παρουσιάσει και εδώ. Έκανα μια παρουσίαση του περιεχομένου των Ημερολογίων, που πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο τα Χριστούγεννα.

(Αυτό που δεν είπα, αλλά το αναφέρω καταλεπτώς και με ονόματα στην εισαγωγή του βιβλίου, είναι ότι στη μεταγραφή ορισμένων εξαιρετικά φθαρμένων και δυσανάγνωστων σελίδων των ημερολογίων με βοήθησαν καθοριστικά μερικοί φίλοι του ιστολογίου -είχαμε τότε φτιάξει ένα μικρό κρυφό ιστολόγιο όπου συζητούσαμε σελίδα προς σελίδα τη μεταγραφή).

Η ημερίδα, κακά τα ψέματα, δεν είχε τόσο πολύ κόσμο, αφού έγινε σε εργάσιμη μέρα και κατακαλόκαιρο -μερικές εισηγήσεις πάντως ήταν πολύ καλές, ενώ είχα τη χαρά να γνωρίσω δύο φίλους του ιστολογίου που ζουν στα Χανιά. Και βέβαια η συζήτηση στην ταβέρνα που ακολούθησε ήταν επίσης πολύ διασκεδαστική.

Τα ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα

Καλημέρα σας

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές, το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και τον Σύλλογο Ηπειρωτών του Νομού Χανίων για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να πάρω μέρος σε αυτή την εκδήλωση, και βέβαια ευχαριστώ όλους εσάς που μας κάνατε την τιμή να έρθετε να μας ακούσετε αντί να ενδώσετε στα θέλγητρα της παραλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Ημερολόγια, Κρήτη, Ποίηση, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 91 Σχόλια »

Μεταμουντιαλικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2018

Σκοινί κορδόνι το πήραμε, θα μου πείτε, να τιτλοφορούμε τα σαββατιάτικα άρθρα μας ανάλογα με τις φάσεις του Μουντιάλ. Πάντως ο τίτλος είναι ακριβής, αφού το… Μουντιαλόφσκι, όπως το είχαμε βαφτίσει στο ιστολόγιο, ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή -και περιέργως δεν τον έχω χρησιμοποιήσει άλλη φορά, ούτε το 2014 ούτε το 2010 δηλαδή.

Ολοκληρώθηκε λοιπόν το Μουντιάλ, νίκησε η Γαλλία που την υποστήριζαν οι περισσότεροι στον τελικό, έγινε και η τελετή παράδοσης-παραλαβής των τηλεκοντρόλ, και προχωράμε με τους συνήθεις, αν και θερινούς, ρυθμούς.

Πάντως, το σημερινό πιάτο είναι εξόχως θερινό, δηλαδή ελαφρύ-ελαφρύ. Ταξίδευα ως γνωστόν κι έτσι δεν μάζεψα πολλά, και μερικοί απο τους αλιείς μαργαριταριών που είναι τροφοδότες του ιστολογίου προφανώς διακοπεύουν κι έτσι δεν έστειλαν ούτε αυτοί.

* Και ξεκινάμε με ένα μουντιαλικό μεζεδάκι -ή μάλλον μεταμουντιαλικό.

Δημοσιογράφος της ΕΡΤ σχολιάζοντας την απόφαση για αύξηση των ομάδων που θα συμμετέχουν στην τελική φάση του μεθεπόμενου παγκοσμίου κυπέλλου σε 48 είπε πως είναι «λίγο ρηξικέλευθη αυτή η απόφαση της FIFA». Μάλλον νομίζει ότι ρηξικέλευθη σημαίνει παρακινδυνευμένη, ριψοκίνδυνη. (Μπορεί άλλωστε κάτι να είναι λίγο ρηξικέλευθο; Ίσως μπορεί).

* Η φωτογραφία αριστερά δημοσιεύτηκε στα Υπογλώσσια, μια γλωσσική ομάδα του Φέισμπουκ στην οποία συμμετέχω και είναι απόλυτα εναρμονισμένη με την εποχή.

Προσέξτε πως οι περισσότερες λέξεις είναι γραμμένες ολόσωστα, αλλά τα λάθη εντοπίζονται σε μία κατηγορία λέξεων: στις ιταλικές. Ενώ οι ελληνικές λέξεις είναι αλάνθαστες, το ίδιο και οι αγγλικές, οι τρεις ιταλικές λέξεις έχουν γραφτεί «σε γκρίκλις», δηλαδή σαν κάποιος να έχει μεταγράψει στο λατινικό αλφάβητο τις ελληνικές λέξεις φρέντο, εσπρέσο και καπουτσίνο αγνοώντας πώς γράφονται στα ιταλικά (αλλά και στα αγγλικά, δηλαδή freddo, espresso, cappuccino)

Η πινακίδα απευθύνεται σε ελληνόγλωσσο κοινό, αφού έχει στα ελληνικά όλες τις αμιγώς ελληνικές λέξεις -που κανείς ξένος δεν θα τις καταλάβει- οπότε υποψιάζομαι ότι γράφει στο λατινικό αλφάβητο τις υπόλοιπες απλώς και μόνο επειδή είναι ξένης προέλευσης -δεν νομίζω ότι έχει κάνει έρευνα αγοράς από την οποία κατέληξε πως οι αλλοδαποί πελάτες παραγγέλνουν μόνο τοστ και μπρέκφαστ και όχι χυμούς.

* Ο Δ. Νανούρης δημοσιεύει στην ΕφΣυν ένα χιουμοριστικό ανάγνωσμα σε συνέχειες, που παίζει με δυο συγγραφείς ονόματι Καραμπίνη και Καραμπέση, που όλος ο κόσμος τους μπερδεύει -διάβασα μόνο την πρώτη συνέχεια, κι έτσι δεν ξέρω αν οι ήρωες έχουν και άλλες ομοιότητες με τους υπαρκτούς Θωμά Κοροβίνη και Περικλή Κοροβέση.

Πρόσεξα ωστόσο μια σχιζολεξία που μας γυρίζει πολλούς αιώνες πίσω. Γράφει ο συντάκτης για να δείξει πόσο εύκολο είναι να μπερδέψεις τα δυο ονόματα: «Σκοπεύεις να ψωνίσεις Καραμπέση κι ανοίγοντας τη σακούλα στο σπίτι βρίσκεσαι τετ α τετ με τον Καραμπίνη και τ’ ανάπαλιν.»

Αυτό το «τανάπαλιν» πράγματι ετυμολογείται απο το αρχαίο «το ανάπαλιν» και «τ’ ανάπαλιν», και έτσι γραφόταν στ’ αρχαία, ως δύο λέξεις, αλλά από τα βυζαντινά χρόνια γράφεται μονολεκτικά και ως μία λέξη το έχουν τα σημερινά λεξικά π.χ. το λεξικό Μπαμπινιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Θηλυκό γένος, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 109 Σχόλια »

Η πώρωση δεν έχει πόρους

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2018

Τις υποσχέσεις καλό είναι να τις τηρεί κανείς. Το ιστολόγιο δυστυχώς μοιράζει απλόχερα υποσχέσεις για γράψιμο άρθρων, κάποτε ρητά διατυπωμένες, κάποτε έμμεσα («αξίζει χωριστό άρθρο αυτό το θέμα»). Το παραδέχομαι πως δίνω περισσότερες υποσχέσεις απ’ όσες μπορώ να τηρήσω, κι έτσι σήμερα, που φίλος μού θύμισε μια τέτοια υπόσχεση, έστω κι έμμεση, σπεύδω ν’ ανταποκριθώ.

Πριν από λίγους μήνες, σε ένα σαββατιάτικο άρθρο με μεζεδάκια, σχολιάζαμε τη φράση «Ο σοβιετικός ύμνος παίζει σε αγώνα της εθνικής Ρωσίας και πορώνει τους διεθνείς!» και τους τύπους «πορώνω» και «πόρωση» που χρησιμοποιούνταν σε ένα άρθρο. Και γράφαμε:

Ωστόσο,  το συναίσθημα του έντονου πάθους λέγεται «πώρωση», όχι «πόρωση». Ίσως όμως χρειάζεται χωριστό άρθρο για να ξεμπλέξουμε την πόρωση και την οστεοπόρωση από την πώρωση.

Οπότε, σήμερα έχουμε το άρθρο που θα προσπαθήσει να ξεμπλέξει αυτό το συχνότατο ορθογραφικό λάθος και τη σύγχυση που προκαλείται ανάμεσα σε δυο ομόηχες λέξεις και τα παράγωγά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Καλά κουμάσια και του λόγου τους!

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2018

Συζητιέται αυτές τις μέρες το κείμενο που υπέγραψαν περισσότεροι από 320 πολίτες, κυρίως διανοούμενοι και καλλιτέχνες, υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ανάμεσα στις υπογραφές βρίσκεται και η δική μου.

Πολλοί πιστεύουν ότι δεν έχει νόημα (ή: δεν έχει νόημα πλέον) η συγκέντρωση υπογραφών κάτω από ένα κείμενο που υποστηρίζει κάποιες θέσεις για ένα πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα, μάλιστα κάπου διάβασα ότι «μόνο στην Ελλάδα γίνεται αυτό», κάτι που είναι ένας ισχυρισμός πρόδηλα λαθεμένος αν θυμηθούμε ότι π.χ. στη Γαλλία η συγκέντρωση υπογραφών σχεδόν για κάθε θέμα είναι κάτι κοινότατο -είχαμε μάλιστα συζητήσει πριν από καιρό το κείμενο που υπογραφόταν από 100 διάσημες Γαλλίδες μεταξύ των οποίων και η Κατρίν Ντενέβ.

Εγώ πάντως το κείμενο «των 320» το υπέγραψα με ενθουσιασμό επειδή πιστεύω ότι το κείμενο συμβάλλει στο να πεισθεί η κοινή γνώμη ότι η συμφωνία είναι μια μοναδική ευκαιρία, επωφελής για την πατρίδα μας και για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη στα Βαλκάνια. Δεν είναι εύκολο το έργο, διότι επί εικοσιπέντε χρόνια η πολιτική ηγεσία μάς αποκοίμιζε με «εθνωφελή» ψέματα για το όνομα της γειτονικής χώρας, ενώ και τώρα τα κόμματα του παλιού δικομματισμού, για μικροκομματικούς λόγους απορρίπτουν μια συμφωνία πολύ καλύτερη από προηγούμενα σχέδια που είχαν γίνει δεκτά από προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις.

Αλλά αυτά τα έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο πάνω από μία φορά.

Ανάμεσα στις πάνω από 320 υπογραφές, υπήρχαν και τρία ονόματα γνωστών ανθρώπων της τέχνης οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν ότι κακώς μπήκε το όνομά τους διότι οι ίδιοι δεν συμφώνησαν με το κείμενο. Παρόλο που τέτοια λάθη έχουν συμβεί σχεδόν κάθε φορά που συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός υπογραφών, το λάθος κόστισε διότι επέτρεψε να εκτραπεί η συζήτηση στις υποτιθέμενες πλαστογραφήσεις υπογραφών -ενώ επρόκειτο απλώς για «λογιστικά» λάθη (Υπάρχουν πάντως προηγμένες μέθοδοι όπως με φόρμα απαντήσεων, που ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες λάθους).

Βέβαια, έτσι κι αλλιώς τα εθνικόφρονα ΜΜΕ δεν επρόκειτο να καλοδεχτούν το κείμενο και τις υπογραφές του -χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφτηκε και ακόμα γράφεται, ότι «μάζεψαν και υπογραφές πεθαμένων» επειδή ένας από τους υπογράφοντες το κείμενο είναι ο ηθοποιός Χρήστος Ευθυμίου. Και ενώ πράγματι ένας γνωστός ηθοποιός ονόματι Χρήστος Ευθυμίου άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, και άλλος ένας, κωμικός αυτός, ακόμα παλιότερα, υπάρχει και τρίτος ηθοποιός με το ίδιο ονοματεπώνυμο, Χρήστος Ευθυμίου επίσης, που ζει και βασιλεύει και υπέγραψε και το κείμενο -είναι βέβαια ηθοποιός κυρίως του θεάτρου, οπότε οι γαλουχημένοι με αυστηρά τηλεοπτική δίαιτα θα τον αγνοούν.

«Παλιότερα είχε ρίσκο να υπογράφεις, τώρα δεν έχει» σχολίασε μια φίλη. Πιθανόν, πάντως οι 320 που υπογράψαμε το κείμενο δεχτήκαμε ποικίλες επιθέσεις, ενώ κάποιοι και εξατομικευμένες απειλές. Έχω μετρήσει πάνω από πέντε διαφορετικά κείμενα που μας αποκαλούν «προδότες» ενώ άλλα διατυπώνουν απειλές π.χ. για τους φανοστάτες των Τρικάλων. (όπου κρέμασαν οι εθνικόφρονες τα κομμένα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλλα). Όταν βέβαια προέρχονται από τέτοιους δύσοσμους ιστότοπους, οι βρισιές είναι και τίτλος τιμής.

Καθώς ο κύριος όγκος των υπογραφόντων ήταν πανεπιστημιακοί ή καλλιτέχνες, οι αναμενόμενοι χαρακτηρισμοί ήταν για θολοκουλτουριάρηδες και/ή κρατικοδίαιτους, όμως ορισμένοι εθνικοπαράφρονες πέρασαν σε ανώτερο επίπεδο κάνοντας λόγο για αναβίωση του… ΕΑΜ Ηθοποιών (ήταν πολλοί ηθοποιοί που υπέγραψαν) το οποίο, δήθεν, «σκότωσε» την Ελένη Παπαδάκη -χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι σπιλώνουν ουσιαστικά τη μνήμη της. Βέβαια, και ο παραλληλισμός με το ΕΑΜ είναι άκρως τιμητικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μακεδονικό | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2018

Καθώς αυτές τις μέρες ταξιδεύω, το ιστολόγιο αναδημοσιεύει παλιότερα άρθρα. Καλοκαίρι έχουμε άλλωστε, εποχή επαναλήψεω, αλλά και κατάλληλη εποχή για τον καρπό που θα δούμε σήμερα, που αρκετοί τον θεωρούν «βασιλιά του καλοκαιριού». Η αμέσως προηγούμενη αναδημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Φαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού –όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι –ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παροιμίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 17 – Επίλογος

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2018

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έβδομη και τελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Καθώς είναι επίλογος, η σημερινή συνέχεια είναι συντομότερη από τις προηγούμενες, αλλά έκρινα πως δεν θα έπρεπε να λείπει.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ζούμε σε μιαν εποχή που σε πολλά σημεία της θυμίζει τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας. Όπως και τότε έτσι και τώρα αλλάζει ο τρόπος παραγωγής. Τότε το σύστημα των εποίκων (coloni) και αργότερα των δουλοπάροικων αντικαθιστούσε σιγά σιγά τη δουλοκτησία. Σήμερα ο αυτοματισμός και η πληροφορική αντικαθιστούν τους κλασικούς προλετάριους. Τότε οι παλιές φιλοσοφίες και ιδεολογίες περνούσαν βαθιά κρίση κι ο κόσμος στρεφόταν προς τη θρησκεία, τη μεταφυσική, τη μοιρολατρία, τον μυστικισμό και την ιδιώτευση, για να αντιμετωπίσει τον φόβο, την ανασφάλεια και το άγχος. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις μέρες μας. Γι’ αυτό ποτέ άλλοτε όσο σήμερα δεν μας είναι τόσο απαραίτητη η επαφή μας με τα ζωογόνα νάματα της αρχαίας ελληνικής σκέψης, με το καθαρό, ιλαρό φως της Ιωνίας και της Αττικής.

Αν όμως ο αρχαίος κόσμος πέθανε, αν οι ναοί του πυρπολήθηκαν, τα αγάλματα των θεών του κομματιάστηκαν, τα βιβλία των διανοητών του κάηκαν, το αρχαίο πνεύμα δεν έσβησε. Η φωνή του μπόρεσε να φτάσει καθαρή ώς εμάς. Στον τοίχο της κεντρικής πλατείας, στη μικρασιατική πόλη Οινόανδα της Λυκίας, βρέθηκαν χαραγμένα τα παρακάτω λόγια ενός φιλοσόγου, του Διογένους του Οινοανδέως, για τον οποίο το μόνο που ξέρουμε είναι πως ήταν οπαδός του Επίκουρου και έζησε την εποχή των διωγμών των Εθνικών. Χάραξε τα παρακάτω λόγια για να μείνουν για τις επερχόμενες γενιές, «αφού το καλό μήνυμα του βιβλίου σκόρπισε πια». Αρχίζει έτσι:

«Γερνώντας και περιμένοντας κάθε στιγμή να φύγω από τη ζωή, μ’ ένα μελαγχολικό αίσθημα, παρ’ όλη την ευτυχία που έζησα, αποφάσισα να βοηθήσω αυτούς που βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Αν ένα ή δύο ή τρία ή τέσσερα ή όσα θέλετε πρόσωπα, δυστυχούσαν και με καλούσαν να τα βοηθήσω, θα έκανα ό,τι ήταν δυνατόν για να τους δώσω την καλύτερη συμβουλή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2018

Σύμφωνα με την παλιά παροιμία, ο μπακάλης σαν φτωχύνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει. Το κάνει αυτό με την ελπίδα πως μπορεί ν’ ανακαλύψει τίποτα ξεχασμένα βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει ανάξια λόγου τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει.

Κι εγώ τον μπακάλη της παροιμίας θα μιμηθώ, όχι επειδή φτώχυνα παρά γιατί ταξιδεύω -κι επειδή ασθενής και οδοιπόρος άρθρο δεν μπορεί να γράψει, το σημερινό μας άρθρο, και καναδυό επόμενα, θα είναι επαναλήψεις ή τέλος πάντων κονσέρβες.

Επαναλαμβάνω σήμερα λοιπόν ένα άρθρο που, ακριβώς, μιλάει για τα παλιά τεφτέρια, από ετυμολογική όμως άποψη, διότι η ιστορία της λέξης είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί το μακρινό 2009, οπότε ελπίζω πως δεν θα το θυμούνται όλοι οι σημερινοί αναγνώστες. Έχω όμως προσθέσει κάμποσα που δεν υπήρχαν στην πρώτη δημοσίευση, που ήταν αμιγώς ετυμολογική, και έχω ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Το έχω αναστήσει κι εδώ, πρόσφατα, με παραλλαγή. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Η διφθέρα δεν ήταν μόνο το πετσί, ήταν επίσης και το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη, η περγαμηνή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Ίωνες αποκαλούν διφθέρες και τους παπύρους, διότι τον παλιό καιρό που δεν είχαν παπύρους (βύβλους) έγραφαν πάνω σε κατεργασμένα δέρματα (διφθέρας) αιγοπροβάτων κι έτσι το όνομα έμεινε. Και πολλοί βάρβαροι γράφουν σε τέτοιες διφθέρες, μας λέει:

Καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες͵ ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ΄ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Γαλλοκροατικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2018

Τα αποκαλώ έτσι επειδή αύριο είναι ο τελικός του Μουντιάλ, στον οποίο θα αναμετρηθούν οι δυο αυτές ευρωπαϊκές ομάδες. Αν κοιτούσα το ημερολόγιο, μπορεί να τα ονόμαζα σκέτα «γαλλικά», αφού σήμερα έχουμε 14 Ιουλίου, την εθνική εορτή της Γαλλίας, μέρα που οι περισσότεροι συνδέουν με την πτώση της Βαστίλλης στις 14 Ιουλίου 1789 αλλά μπορεί εξίσου να αποτελεί ανάμνηση της γιορτής της Ομοσπονδίας στις 14.7.1790 (Fête de la Féderation) που συμβολίζει την ενότητα του γαλλικού λαού.

Ωστόσο, αν έδινα αυτό τον τίτλο θα ήταν σαν να ευνοώ τη Γαλλία και αυτό δεν μπορώ να το κάνω διότι, παρόλο που έχουμε τις συμπάθειές μας, το ιστολόγιο τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Προσωπικά συμπαθώ τη Γαλλία, αλλά με έχει συγκινήσει και η προσπάθεια της Κροατίας, μιας ομάδας από χώρα 4 εκατομμυρίων κατοίκων, που πέρασε διά πυρός και σιδήρου τους αγώνες νοκάουτ και θα παραταχθεί αύριο έχοντας παίξει έναν αγώνα περισσότερο από τους Γάλλους (τρεις παρατάσεις αθροίζονται σε 90 λεπτά). Μιας ομάδας, επιπλέον, από βαλκανική χώρα, που αν αύριο κερδίσει θα πετύχει αναπάντεχο κατόρθωμα, στα ίδια μέτρα με τη νίκη της εθνικής Ελλάδος στο ευρωπαϊκό του 2004 (και επιπλέον, οι Κροάτες ξέρουν και μπάλα, αν και η φουρνιά του 2004 δεν ήταν καθόλου κακή ομάδα).

Βέβαια, οι περισσότεροι είμαστε με τους Γάλλους διότι οι Κροάτες είναι Ουστάσι και ο Μόντριτς υποτίθεται πως χαιρέτισε ναζιστικά -αν και ο Βίντα όντως έκανε αντιρωσικές ή αντισερβικές δηλώσεις. Ίσως κιόλας να τους έχουμε άχτι επειδή μας νίκησαν στα μπαράζ πρόκρισης, αλλιώς θα έπαιζε τώρα η δικιά μας εθνική στο Λουζνίκι. Εγώ δεν συμμερίζομαι αυτούς τους λόγους αλλά θα είμαι με τη Γαλλία επειδή τόσα χρόνια σε γαλλόφωνο περιβάλλον έχω βάψει, κι ας μου γύρισαν τ’ άντερα που είδα τον Μακρόν να πανηγυρίζει το γκολ της νίκης επί του Βελγίου. «Θα είμαι», εντελώς πλατωνικά: ίσως και να μη δω το παιχνίδι.

Να θυμίσω πάντως ότι στο γκάλοπ που είχαμε κάνει στο ιστολόγιο, μετά τους αγώνες των ομίλων, από τους 209 φίλους του ιστολογίου που ψήφισαν, οι 21 πρόβλεψαν νίκη της Κροατίας και μόλις οι 9 της Γαλλίας.

* Και ξεκινάμε με ένα μεζεδάκι μουντιαλικό, μια αρκετά συνηθισμένη σχιζολεξία σε ρεπορτάζ για τη νίκη του Βελγίου επί της Βραζιλίας: Το δεύτερο τέρμα των Βέλγων έπιασε εξ απίνης τη Βραζιλία που είχε τις περισσότερες φάσεις μέχρι εκείνη την ώρα.

Το αρχαίο επίρρημα γράφεται μία λέξη, εξαπίνης. Έτσι θα το βρείτε και σε όσα λεξικά το έχουν. Δεν υπάρχει καμιά απίνη να πιάνει στον ύπνο τους γλαφυρούς συντάκτες. Επιτρέπεται πάντως να γράψετε και «έπιασε στον ύπνο» ή «αιφνιδίασε», δεν θα σας διαγράψει η ΕΣΗΕΑ αν αποφύγετε το κλισέ. Αν όμως το γράψετε, γράψτε το σωστά.

* Σε καβαλιώτικον ιστότοπο διαβάζουμε ότι: Νταλίκα παρέσυρε ηλικιωμένη στην Καβάλα και τη γλύτωσε με εκδορές!

Θα ήταν χοντρόπετση η ηλικιωμένη, για να προκαλέσει εκδορές σε κοτζάμ νταλίκα, σχολιάζει ο φίλός που το στέλνει.

Καταλαβαίνουμε βέβαια ποιος παρέσυρε ποιον, αλλά δεν παύει να έχει γούστο η τσαπατσούλικη διατύπωση. Πιο κάτω στο άρθρο προσέξτε κι ένα στραβογραμμένο «ο οδηγός του βαρέως οχήματος». Βαρέος βέβαια. Και επειδή δεν έχουμε εδώ κάποια τυποποιημένη έκφραση (βαρέος ύδατος, όχημα βαρέος τύπου) πολύ καλύτερα θα έκανε ο συντάκτης να το έκλινε ομαλά: του βαριού οχήματος, οπότε θα το έγραφε και σωστά.

* Είχαμε και την απίστευτη περιπέτεια με τους εφήβους στην Ταϊλάνδη, που εγκλωβίστηκαν στη σπηλιά.

Από την αγωνία του, ασφαλώς, ο υλατζής της Καθημερινής κατάφερε να κάνει διπλό ορθογραφικό λάθος στα τέσσερα /i/ της λέξης. Το διόρθωσαν βέβαια σχετικά γρήγορα.

* Έβρεξε πολύ τις περασμένες μέρες, κοινώς έριξε καρεκλοπόδαρα. Δεν έριξε μόνο καρεκλοπόδαρα, έριξε και δέντρα η θύελλα. Δεν μπορούμε όμως να γράψουμε, όπως διάβασε φίλος, «Παράλληλα, υπήρξε μια κλήση στην Πυροσβεστική για ρίψεις δέντρων στο Χαλάνδρι», διότι ρίψη δέντρων θα είχαμε αν ήταν κάποιος γίγαντας και τα έριχνε σαν ακόντια. Πτώσεις δέντρων, ναι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Γκας Πορτοκάλος, Επιγραφές, Εκδηλώσεις, Μαργαριτάρια, Μακεδονικό, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 180 Σχόλια »

Ο ευτυχής ανόητος

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2018

Μπορεί ένας ανόητος να είναι ευτυχισμένος; Όχι απλώς μπορεί, αλλά σύμφωνα με τον Γουσταύο Φλομπέρ η βλακεία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ζει κανείς ευτυχισμένα. Σύμφωνα με μια διάσημη ρήση του, “Οι τρεις προϋποθέσεις για να είσαι ευτυχισμένος είναι να είσαι βλάκας, εγωιστής και με καλή υγεία. Αν όμως λείπει η πρώτη, δεν γίνεται τίποτα.» (Στο πρωτότυπο: Etre bête, égoïste et avoir une bonne santé, voilà les trois conditions voulues pour être heureux. Mais si la première vous manque, tout est perdu).

Ωστόσο, σήμερα δεν θα φιλοσοφήσουμε αλλά θα λεξιλογήσουμε. Μόνο που δεν θα λεξιλογήσουμε στα ελληνικά αλλά στ’ αγγλικά. Μια φίλη μου έκανε δώρο τις προάλλες το γνωστό εκλαϊκευτικό βιβλίο του David Crystal, A little book of language, που το είχα δανειστεί και διαβάσει πριν από μερικά χρόνια αλλά δεν το είχα -τα δανεικά βιβλία τα επιστρέφω. Ξαναδιαβάζοντας λοιπόν τον Κρύσταλ, στο κεφάλαιο περί ετυμολογίας θυμήθηκα την ιστορία μιας αγγλικής λέξης, που μας δίνει το σημερινό μας θέμα. Συνήθως εξετάζουμε ελληνικών λέξεων την ιστορία, αλλ’ ας κάνουμε σήμερα μιαν εξαίρεση.

Πρόκειται για τη λέξη silly, που όπως ξέρετε θα πει «ανόητος, κουτός, χαζός». Δεν είναι πολύ βαριά κουβέντα, αλλά δεν είναι καλό να σε πούνε silly. Για τους δημοσιογράφους, ο Αύγουστος είναι ή ήταν η χαζή εποχή, η silly season, όταν λείπουν οι ειδήσεις και για να γεμίσεις σελίδες βάζεις διάφορες ανόητες ιστορίες.

Ωστόσο, πριν από πολλούς αιώνες, στα αρχαία αγγλικά, ήταν καλό να σε λένε silly -αν και το γράφανε sely ή seely. Η λέξη τότε σήμαινε «ευτυχισμένος, τυχερός, ευοίωνος» και συνδεόταν με την παλαιογερμανική ρίζα από την οποία παράγεται και το σημερινό γερμανικό selig, ευτυχής, ευλογημένος. Σε κάποιο γλωσσάρι της εποχής, το sely αποδίδει το λατινικό felix. Με την πάροδο των χρόνων οι σημασίες εξελίσσονται: ευλογημένος, ευσεβής, καλός, και, τελικά, αθώος.

Ο αθώος είναι και άκακος και η λέξη seely/sely χρησιμοποιήθηκε ιδίως για κάποιον που υποφέρει χωρίς να έχει φταίξει. Sely innocent Daniell was caste into the lyons, Τον έριξαν στα λιοντάρια τον αθώο, τον άκακο Δανιήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Ένα γλωσσάρι που ενοχλεί

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2018

Παρουσιάστηκε πριν από μερικές μέρες στη Λευκωσία ένα «Γλωσσάρι για τη δημοσιογραφία», με τίτλο Words that matter / Λέξεις που έχουν σημασία / Önem taşıyan kelimeler, ένα γλωσσάρι που απευθύνεται σε ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους δημοσιογράφους που καλύπτουν τα ενδοκοινοτικά θέματα, και έχει σκοπό να προωθήσει ορολογία που να μην προσβάλλει την αντίθετη πλευρά.

Ποια ορολογία, θα ρωτήσετε. Πρόκειται, για να δώσω μερικά παραδείγματα αντλημένα από την ελληνοκυπριακή ορολογία, για όρους όπως Τούρκος εισβολέας (αντιπροτείνονται οι όροι Τουρκία / τουρκικός στρατός / τουρκική κυβέρνηση), εγκάθετος ηγέτης (αντιπροτείνεται ο όρος Τουρκοκύπριος ηγέτης), ψευδοκυβέρνηση (προτείνεται ο όρος τουρκοκυπριακή διοίκηση).

Οι εναλλακτικές αντιπροτάσεις έχουν προκύψει από συνεργασία ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, δεν έχει επιτευχθεί συναίνεση για όλους τους «προσβλητικούς» όρους. Για παράδειγμα, για όρους όπως εισβολή, κατοχή και ψευδοκράτος δεν έχει βρεθεί κάποιος όρος που να τον δέχονται και τα δύο μέρη.

Η πρωτοβουλία της σύνταξης του γλωσσαριού ανήκει, αν κατάλαβα καλά, στο Γραφείο Ελευθερίας του Τύπου του ΟΑΣΕ. Παράλληλα πραγματοποιούνται και άλλες πρωτοβουλίες, όπως η απόσπαση δημοσιογράφων που θα δουλέψουν για μία εβδομάδα σε εφημερίδες της άλλης πλευράς (ελληνοκύπριοι σε τουρκοκυπριακές και τουρκοκύπριοι σε ελληνοκυπριακές).

Οι προτάσεις του γλωσσαρίου φυσικά είναι προαιρετικές, έχουν τον χαρακτήρα προτάσεων που εθελοντικά καλούνται να υιοθετήσουν οι δημοσιογράφοι ώστε να διευκολυνθεί η συνεννόηση.

Στην Κύπρο έχει προκληθεί σάλος από το γλωσσάρι, περισσότεροι από 170 δημοσιογράφοι υπέγραψαν κείμενο στο οποίο διαμαρτύρονται «για οποιεσδήποτε ενέργειες, πρωτοβουλίες, ακόμη και σκέψεις έχουν αναπτυχθεί τον τελευταίο καιρό γύρω από τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και κατ’ επέκταση της αυτονομίας της σκέψης» και θεωρούν ότι οι υποδείξεις για αποφυγή ορισμένων όρων υπηρετούν μια λογική που «μετατρέπει τους δημοσιογράφους σε άβουλα όργανα μετάδοσης πληροφοριών».

Εξίσου αρνητικές ήταν οι αντιδράσεις αρκετών φίλων και γνωστών σε συζητήσεις που έγιναν στο Φέισμπουκ.

Ολόκληρο το γλωσσάρι, που πιάνει περίπου 90 σελίδες, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Πιο κάτω θα παραθέσω ορισμένα δείγματα, όπως τα βρήκα σε κυπριακή εφημερίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Εθνικισμός, Ελευθερία του λόγου, Κύπρος, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , , | 207 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Βιβλία για το καλοκαίρι και για φέτος

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2018

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”, όσο κι αν για πολύ κόσμο οι διακοπές φέτος (αλλά και τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης) είναι άπιαστο όνειρο. Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι, αρχίζοντας από το 2010, που σας είχα ζητήσει να προτείνετε βιβλία που να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, χωρίς να ανήκουν απαραίτητα π.χ. σε τριλογία, ενώ το 2011 χαλάρωσα τους περιορισμούς και ζήτησα να προτείνετε οποιοδήποτε βιβλίο. Το 2012 είχα ζητήσει προτάσεις για καινούργια βιβλία, νέες εκδόσεις δηλαδή, επειδή είχα κάνει τη διαπίστωση, που μάλλον εξακολουθεί να ισχύει, ότι το βασικό πρόβλημα της βιβλιαγοράς είναι ότι η υπερπροσφορά καλών και φτηνών παλιότερων βιβλίων, από εφημερίδες ή σε προσφορές των εκδοτικών οίκων, αν και καταρχήν είναι κάτι πολύ καλό για το αδυνατισμένο βαλάντιο του βιβλιόφιλου, ωστόσο στραγγαλίζει την αγορά του καινούργιου βιβλίου. Το 2013 δεν έβαλα κανέναν περιορισμό και σας ζήτησα απλώς να προτείνετε βιβλία για το καλοκαίρι, χωρίς προσανατολισμό σε είδος (π.χ. αστυνομικά) ή σε ύφος (π.χ. ανάλαφρα). Το ίδιο έκανα και το 2014, όπως και το 2015 αλλά και πρόπερσι. Ούτε πέρυσι έβαλα περιορισμό αν και σας ζήτησα να δείξετε προτίμηση σε καινούργια βιβλία.

Μάλιστα, αν προσέξετε, τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά (εκτός όταν πέφτει Σάββατο ή Κυριακή). Επειδή όπως είπαμε τηρώ τις παραδόσεις, το ίδιο έκανα και φέτος. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και κοντά στα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, οπότε θέλω να αναφέρω το βιβλίο που έβγαλα «μέσα στη χρονιά» (βάζω εισαγωγικά, διότι το βιβλίο βγήκε τον Δεκέμβριο του 2017, αλλά εννοώ τη χρονιά με τη σχολική έννοια). Πρόκειται για τα Αστυνομικά του Κώστα Βάρναλη, από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια. Σε αυτόν τον τόμο έχω συγκεντρώσει 400 χρονογραφήματα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκαν από το 1939 έως το 1957 σε καθημερινές εφημερίδες με θέμα παρμένο από το αστυνομικό δελτίο. Αμερόληπτος βέβαια δεν είμαι αλλά νομίζω ότι πρόκειται για καλογραμμένα και πολύ ενδιαφέροντα κείμενα.

Θα παινέψω όμως κι ένα άλλο βιβλίο που εκδόθηκε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, το Αρχείο. Πρόκειται για τα Ερμάρια του χρόνου της Αγγελικής Γαρίδη, στο οποίο η συγγραφέας, κόρη του γλύπτη, τεχνοκριτικού και αγωνιστή της Αριστεράς Μίλτου Γαρίδη, με οδηγό την αλληλογραφία του πατέρα της, ανιχνεύει τη ζωή και τις περιπέτειες των συγγενικών της προσώπων, στην Ελλάδα και στη Ρουμανία, την πατρίδα της μητέρας της. Χρωστάω να το παρουσιάσω κι εδώ αυτό το βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , , , | 176 Σχόλια »