Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μιλάτε απλορωμαϊκά;

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2020

Πνίγομαι αυτές τις μέρες, οπότε σήμερα, και ίσως και τη Δευτέρα, θα καταφύγω στη λύση της επανάληψης παλιού άρθρου. Για σήμερα διάλεξα ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από 10 χρόνια -παρά ένα μηνα, κι έχει θέμα εντελώς ανεπίκαιρο, οπότε άλλα δέκα χρόνια δεν παίζουν και πολύ ρόλο.

Η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι φυσικά καταφατική, αφού τα «απλορωμαϊκά» δεν είναι παρά η νέα ελληνική, όπως τη λέγανε πριν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Περισσότερα δεν λέω στον πρόλογο, δημοσιεύω το παλιό άρθρο με δευτερεύουσες αλλαγές.

Το σημερινό μου θέμα το οφείλω στον αγαπητό Δόκτορα Ζίμπενμαλ, φίλο από τα (πολύ) παλιά. Αυτός ανακάλυψε τον κύριο Βάιγκελ και τα λεξικά του, αυτός μ’ έβαλε και στα αίματα να γράψουμε κάτι μαζί για αυτόν και το έργο του. Ποιος όμως είναι αυτός ο κύριος Βάιγκελ;

Ο Καρλ Βάιγκελ γεννήθηκε το 1769 στη Λειψία και πέθανε το 1845 στη Δρέσδη. Σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία. Ήταν γιος του Κρίστοφ Βάιγκελ (1725-1794), ο οποίος μεταξύ άλλων ήταν διερμηνέας των ελληνικών στο εμπορικό δικαστήριο της Λειψίας και πανεπιστημιακός δημοπράτης, δηλ. έβγαζε στον πλειστηριασμό τις βιβλιοθήκες και τις περιουσίες λογίων και φοιτητών του πανεπιστημίου που είχαν πεθάνει χωρίς απογόνους. Αυτό το ταλέντο, ο Κρίστοφ το κληροδότησε στον μικρότερο γιο του, τον Γιόχαν, ο οποίος επίσης έγινε πανεπιστημιακός δημοπράτης και αργότερα ίδρυσε οίκο δημοπρασιών έργων τέχνης και έγινε πάμπλουτος. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Καρλ, κληρονόμησε από τον πατέρα του το ταλέντο για τις γλώσσες ή την εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα τη νεοελληνική. Πράγματι, εξέδωσε το 1796 ένα «απλορωμαϊκό-γερμανικό-ιταλικό» λεξικό, δηλαδή ελληνογερμανικό και ελληνοϊταλικό μαζί, και οχτώ χρόνια αργότερα, το 1804, ένα γερμανικό-απλορωμαϊκό, δηλαδή γερμανοελληνικό. Και εδώ θα ενδιαφερθούμε γι’ αυτά τα δύο έργα του, ενώ αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον ίδιο και την οικογένειά του, σας συνιστώ το εξαιρετικό «αδελφό» άρθρο που έχει ετοιμάσει ο Δόκτωρ Ζίμπενμαλ.

Πριν ξεκινήσω, να πω ότι δεν έχω ψάξει το θέμα όσο θα ήθελα, δεν ξέρω δηλαδή ποια είναι η γνώμη των ιστορικών της γλώσσας μας για τον κ. Βάιγκελ, ούτε αν είχε παρτίδες με Έλληνες στην εποχή του –πάντως, από τον πρόλογο στο γερμανοελληνικό λεξικό του φαίνεται να διαφωνεί με κάποιες θέσεις του Κοδρικά. Οπότε, θα σας παρουσιάσω το έργο του εντελώς αμερόληπτα, με κίνδυνο να πω κοτσάνες, αλλά έτσι είναι η ζωή.

Λοιπόν, ο Βάιγκελ φαίνεται να έμαθε τα ελληνικά όχι τόσο από τα βιβλία αλλά μέσα από την επαφή με πραγματικούς ανθρώπους νεοέλληνες, ή ρωμιούς, που τέτοιοι θα υπήρχαν άφθονοι στη Λειψία και γενικά στη Σαξωνία στα τέλη του 18ου αιώνα, ιδίως έμποροι. Αρχαία ελληνικά μάλλον θα έμαθε στο σχολείο, αλλά δεν είναι και απόλυτα βέβαιο, ούτε στολίζει τον πρόλογο του βιβλίου του με αρχαία ρητά. Ο κ. Βάιγκελ ενδιαφέρεται για την νέα γλώσσα, θέλει να μιλήσει με ζωντανούς Ρωμιούς. Ας δούμε τι λέει ο πρακτικός αυτός άνθρωπος στον πρόλογό του, που είναι δίγλωσσος, μια στήλη ελληνικά και μια γερμανικά. Διατηρώ την ορθογραφία του, εξόν τα σκουληκάκια:

Η συναναστροφή την οποίαν είχεν ο συγγραφεύς τούτου του λεξικού ήδη εκ νεότητός του με τους ρωμαίους, και έπειτα η πλησιέστερη ένωσις, οπού τον εσυνάρμοσε με μερικούς αυτών (αυτός γαρ διά να λάβη καλητέραν γνώσιν της γλώσσας των, απαράτησε μερικόν καιρόν την σπουδήν των άλλων επιστημών, διά να τους διδάξη την γερμανικήν γλώσσαν) ήτον η αιτία ότι να εκατάλαβε κατά βάθος μαζί με εκείνους την δυσκολίαν, να μάθη τινάς μίαν γλώσσαν και να την διδάξη εις άλλους χωρίς λεξικόν.

Η ξεχωριστή αγάπη την οποίαν εκείνο το γένος τώρα φέρει διά την γλώσσαν μας πλέον παρά ποτέ, ο πατήρ του ακόμι ζώντας εις εκείνον τον καιρόν, όστις ήξευρε εξαίρετα την ρωμαϊκήν γλώσσαν, καθώς και ο βιβλιοπόλος τούτου του βιβλίου, τον εκατάπεισαν να συγγράψη ένα λεξικόν απλο-ρωμαϊκο-γερμανικόν.

Στη συνέχεια, λέει ότι χρησιμοποίησε ως βοηθήματα τα λεξικά του Σομαβέρα και του Πόρτιου, και ότι η συγγραφή του πήρε πέντε χρόνια. Τα παραλείπω αυτά, αλλά αν θέλετε όλο το κείμενο μπορείτε να διαβάσετε τον πρόλογο εδώ, να πάρετε και γεύση της παλιακιάς γραμματοσειράς που χρησιμοποιείται. Και συνεχίζει ο Βάιγκελ:

Ο κύριος σκοπός τούτου του λεξικού μάλιστα είναι τούτος· να ευκολύνη εις τους πολλούς νέους ρωμαίους μανθάνοντας κατά το παρόν την γερμανικήν γλώσσαν έως τώρα ολοτελώς υστερημένους από συμβοηθητικά μέσα, τούτην την κοπιαστικήν οδόν, και να τους δώση έναν παντοτεινόν συνοδευτήν και πιστόν συμβουλευτήν. Και διά τούτο πρώτον ήτον ανάγκη, να είναι τούτο το λεξικόν τόσον πλούσιον, όσον δυνατόν· και δεύτερον, να εύρουν οι ρωμαίοι, οι οποίοι το μεταχειρίζονται, διά κάθε ιδέαν της πλουσίας γλώσσης των, μίαν γερμανικήν, από το όμοιον είδος πλησιεστέραν εις την ρωμαϊκήν ιδέαν όσον δυνατόν· διά το οποίον μερικαίς φοραίς έπρεπε να μεταβληθή το γερμανικόν ολίγον κατά την ιδιότητα του ρωμαϊκού, διά να επιτύχη ο συγγραφεύς εκείνον τον σκοπόν.

Επειδή οι πλειστοι, που θέλουν μεταχειρισθή τούτο το λεξικόν εισί πραγματευταί, ήτον μάλιστα αναγκαίον, να αποβλέψη ο συγγραφεύς ως προς τούτο να περιέχη το έργον του αν όχι όλας τ’ ουλάχιστον τας πλείστας λέξεις οπού χρειάζονται· και ίσως επέτυχε τούτον τον σκοπόν.

Έπειτα επάσχισε κυρίως ο συγγραφεύς να δεχθή (αν ήτον δυνατόν) εις αυτό όλας τας λέξεις όπου συναπαντούν εις την καλητέραν συναναστροφήν· όμως δικαίως απέρριψεν εκείνας, όπου δεν πρέπει να συναπαντήσουν εκεί, και οπού κανένας αισθητικός άνθρωπος δεν ημπορεί να τας ειπή χωρίς να ερυθριάση. Αν δεν ήτον παρά αργά, ήθελε εξαλείψει μερικαίς αυτών, και να μεταβάλλη ακόμι περισσότερα.

Στη συνέχεια λέει ότι έβαλε και τα ιταλικά επειδή οι ρωμιοί έχουν επαφές με την Ιταλία και για να φανεί η μεγάλη συγγένεια των δύο γλωσσών. Παραθέτει ακόμη διάφορες τεχνικές λεπτομέρειες χρήσης του λεξικού και καταλήγει:

Τούτο λοιπόν είναι οπού ημπορεί να προσμείνη δικαίως αναγνώστης από τούτο το λεξικόν. Τώρα ακόμι δυο λόγια δι’ αυτό οπού δεν πρέπει να προσμείνη ή να ελπίση.

Αγκαλά και ήθελε είναι ένα πολλά ωφέλιμον επιχείρημα να ερευνήση ο συγγραφεύς την ετυμολογίαν των λέξεων, οπού εμβήκαν εις την ρωμαϊκήν γλώσσαν από ξέναις γλώσσαις, να ταις παρομοιάση αναμεταξύ των, και να φανερώση τούτο οπού ηύρε διά μέσου τούτης της ερευνήσεως, να ξεσκεπάση την αναλογίαν των ιδεών και να κάμη να καταλάβη τινάς εύκολα την διαφοράν των, κ.τ.εξής· ή κοντολογής· να συγγράψη ένα λεξικόν της ρωμαϊκής γλώσσης ως ετυμόλογος, ως γνωριστής της ιστορίας, ως φιλόσοφος και ως γλωσσοκριτής, με όλον τούτο δύο πράγματα τον εμπόδισαν· α) με αυτό δεν ήθελε επιτύχη ξεχωριστόν σκοπόν τούτου του λεξικού, και β) ομολογεί ο συγγραφεύς με μίαν ειλικρινίαν, η οποία αν όχι αξιομισθεί έπαινον τουλάχιστον δεν είναι αξία ελέγχου, ότι τώρα δεν είναι ικανός διά μίαν τέτοιαν εργασίαν, και παραπάνω είναι υπόχρεος να αποτελέση άλλο χρέος, το οποίον εις το εξής περισσότερον θέλει να τον απομακρύνη από ένα τέτοιον έργον παρά να του το πλησιάση.

Τέλος πάντων, να μην ελπίση τινάς ότι τούτο το λεξικόν θέλει περιέχη όλας τας λέξεις μίας γλώσσας η οποία έως τώρα ακόμι δεν είναι αρκετά γνωστή παρ’ ημών, και οπού έχει τόσον πολλάς διαφοράς, ότι οι ρωμαίοι από το Βουκουρέστ ή από την Βιέννην δεν καταλαβαίνουν εκείνους από την Λήμνον ή Λόγγο Λογγό ή το ολιγότερον με πολλήν δυσκολίαν.

Όμως αρκετά εξηγήθηκαν αυτά οπού πρέπει ο αναγνώστης να ελπίση από τον συγγραφέα ή να μην ελπίση· και τώρα είναι το χρέος του δευτέρου, αν όχι να προσμείνη τουλάχιστον να παρακαλέση, να μην παραβλεφθή η καλή θέλησίς του, και να εύρη τούτο το έργον καλόν δέξιμον.

Ήδη εσυγγράφη ένα τρίτον μέρος από ένα λεξικόν Γερμανικορωμαϊκόν, το οποίον βέβαια θέλει εκτυπωθή τόσον τάχιστα όσον δυνατόν, και ίσως μαζί με έναν οδηγόν προς την ρωμαικήν γλώσσαν, όταν βλέπει ο συγγραφεύς, ότι δεν εδούλευσε ματαίως, και ότι επέτυχε τον σκοπόν του, να κάμη κάτι καλόν και ωφελές.

Εγράφη εν Λειψία εν τη πανηγύρει του πάσχα 1796.

 

Παρέθεσα το μεγαλύτερο μέρος του προλόγου του πρώτου λεξικού. Ο πρόλογος του δεύτερου, του γερμανοελληνικού, ήταν γραμμένος μόνο στα γερμανικά. Τον μετέφρασε ο αγαπητός Δόχτορας και μπορείτε να τον δείτε εδώ. Έχει κι αυτός πολύ ενδιαφέρον, αλλά φοβάμαι μήπως παραμακρύνει το κείμενο και δεν τον βάζω. Ή μάλλον μετάνιωσα, βάζω την τελευταία παράγραφο:

Με μεγάλη έκπληξη διάβασε ο συντάκτης σε ένα από τα τελευταία τεύχη του Magazin encyclopédique ένα άρθρο του κυρίου Κοδρικά στο Παρίσι, όπου προσπαθεί να αποδείξει την ταύτιση της νεοελληνικής με την αρχαιοελληνική γλώσσα. Αν το εννοεί αυτολεξεί, δεν μπορεί να το εννοεί στα σοβαρά. Γιατί θα τον αντέκρουαν εκατοντάδες χιλιάδες ομιλητές στην Κωνσταντινούπολη, όπου ως γνωστόν στους μορφωμένους ελληνικούς κύκλους μιλάνε τη γλώσσα πιο καλά και πλησιέστερα στα αρχαία ελληνικά, και από τη Μακεδονία μέχρι κάτω τον Μοριά, από τα νησιά του Αρχιπελάγους μέχρι τη Βιέννη κ.ο.κ. Αναμφίβολα, και αυτό θεωρεί ο συντάκτης πιθανότερο, ήθελε ο κύριος Κοδρικάς να γράψει για την αξία της γλώσσας του έθνους του, για την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του –και σε αυτά, δεν έχει άδικο.

Λοιπόν, πολύ καλά μάς τα λέει ο κ. Βάιγκελ, που θαύμασε την πλούσια νεοελληνική γλώσσα, την ίδια γλώσσα που θεωρούσαν λειψή και παρεφθαρμένη και ανάξια λόγου οι περισσότεροι συμπατριώτες μας λόγιοι!

Τα πλήρη λεξικά μπορείτε να τα βρείτε από google books, εδώ το ελληνογερμανικό και εδώ το γερμανοελληνικό.

Εγώ θα περιοριστώ να γράψω μερικά λόγια, τις εντυπώσεις μου από το ηλεξεφύλλισμα των λεξικών. Αν ο πρόλογος είναι γραμμένος σε γλώσσα επίσημη, σε απλή καθαρεύουσα ας πούμε, στο λεξικό του ο Βάιγκελ καταγράφει την καθομιλουμένη γλώσσα, αυτήν που άκουγε από τους ρωμιούς πραματευτές με τους οποίους ερχόταν σε επαφή. Είναι βέβαια ερασιτέχνης, και επιπλέον διακατέχεται από το σύνδρομο του συλλέκτη, θέλει δηλαδή να αβγατίσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τον αριθμό των λημμάτων του. Έτσι, σε κάθε λέξη προσθέτει όσο το δυνατόν περισσότερους συναφείς όρους. Για παράδειγμα, πλάι στο λήμμα μπαρμπέρης βρίσκουμε επίσης: μπαρμπερίδενα (η γυναίκα του), μπαρμπερίζω, μπαρμπέρισμα, μπαρμπερισμένος, μπαρμπερίτικον (η αμοιβή του), μπαρμπερίτικος, μπαρμπερομάντιλον. Πόσες απ’ αυτές τις λέξεις υπήρχαν και πόσες τις σκάρωσε ο Βάιγκελ, δεν ξέρω. Βέβαια, την παράθεση συναφών λημμάτων για να αβγατίσει η ύλη του λεξικού, τη συνηθίζουν κι άλλα λεξικά φτιαγμένα σήμερα από προβεβλημένους λεξικογράφους. Δείτε, ας πούμε, στο ορθογραφικό του Μπαμπινιώτη, τα λήμματα: σουλαντίζω (ποτίζω), σουλάντισμα, σουλαντιστήρι, σουλαντώ.

Ο Βάιγκελ αγαπάει να παραθέτει και υποκοριστικά. Διαφοράκι είναι το μικρό κέρδος. Πολύ χρησιμοποιεί τα υποκοριστικά σε –όπουλο, -οπούλα, για άψυχα, π.χ. λεξικόπουλο, το μικρό λεξικό (και όχι λεξικάκι), λαμπαδοπούλα, η μικρή λαμπάδα (και όχι λαμπαδίτσα ή λαμπαδούλα), θερμοπούλα, ο πυρετάκος.

Πάω στοίχημα πως λέξη «λυκουπείνα» δεν υπήρχε ποτέ και την έφτιαξε ο ίδιος, ίσως διαβάζοντας ενωμένες τις λέξεις από τα κατάστιχα κάποιου ρωμιού. Δεν ξέρω όμως αν υπήρξαν ποτέ λέξεις όπως διαφοροχρωματίζω, εδικώνω (= οικειοποιούμαι), θαλασσομαχισμός (= το να παλεύεις με τα κύματα), θαλασσοπόλεμος (= ναυμαχία), μικροτερίζω (κάνω κάτι μικρότερο), νεκροκλεψιά. Θα μπορούσαν πάντως να υπάρξουν. Από τις πολυσύλλαβες αυτές λέξεις, η αγαπημένη μου είναι μια δεκασύλλαβη: μαλαματολιμαρισματάκια. Παναπεί, μικρά ρινίσματα χρυσού. Καλύτερος είναι τάχα ο επαναπαραγοντοθετήσιμος;

Άλλοτε, είμαστε βέβαιοι ότι ο Βάιγκελ διασώζει ή τέλος πάντων καταγράφει υπαρκτές παλιότερες λέξεις που ξεχάστηκαν ή που τέλος πάντων δεν περιλαμβάνονται στα σημερινά λεξικά. Έχει για παράδειγμα το μπουκασί που μας είχε κάποτε απασχολήσει.  Κορμιασμένο αυγό λεγόταν το αυγό που έχει μέσα έμβρυο –αλήθεια πώς λέγεται αυτό σήμερα;- ενώ ζαγλίκι είναι ο μπάτσος, το χαστούκι. Αλλά θα σας βάλω ένα μικρό κουίζ, με διάφορες λέξεις που βρήκα στον Βάιγκελ και που δεν γκουγκλίζονται ή δεν βγαίνει νόημα από το γκούγκλισμά τους.

Εντάλωμα, ζεντούνι, ζουράρης, μαμαλαντζής, μπιρίκος, μπουδούρης. Τι σημαίνουν;

(απαντήσεις στο τέλος)

Ο Βάιγκελ είναι «δημοτικιστής», αλλά ξέρει και τις λόγιες λέξεις –απλώς δεν τους δίνει το προβάδισμα. Για παράδειγμα, το βασικό λήμμα είναι η παπαρούνα, και ο μήκων παραπέμπει εκεί. Παραθέτει και φράσεις ο Βάιγκελ, ίσως όχι πολλές. Πάντως κι αυτές είναι σε μια στρωτή, συγκρατημένη δημοτική: Έχετε την καλωσύνην, μου έρχεται να φάγω, αυτό με έρχεται [= μου κοστίζει] εκατό φιορίνια, καλά τού έρχονται όλα, εις τα ζώντα του πάππου μου (όταν ζούσε), δεν ημπορώ να σας το αφήσω παρακάτω, τι λογής κρέας είναι αυτό; πρέπει να πηγαίνω, πονεί το κεφάλι μου. Οι φράσεις αυτές  πρέπει να είναι ξεσηκωμένες από την ομιλία ρωμιών. Λείπουν όμως οι ιδιωματικές και παροιμιακές φράσεις.

Αν και στην εποχή του οι γυναίκες δεν έκαναν και πολλά επαγγέλματα, κι έτσι σπανίζουν τα επαγγελματικά θηλυκά, ο Βάιγκελ πρέπει να ήταν και σ’ αυτό το θέμα… δικός μας αν κρίνω από την ζωγράφισσα που παραθέτει.

Την προειδοποίηση ότι θα αποφύγει τις λέξεις που σε κάνουν να κοκκινίζεις ο Βάιγκελ δεν την τήρησε, ή ίσως την εποχή εκείνη οι άνθρωποι να κοκκίνιζαν λιγότερο με τις λέξεις, ιδίως όταν έχουν να κάνουν με σωματικές λειτουργίες. Δείτε πόσες λέξεις παραθέτει σχετικές με τον κώλο (παραλείπω τις συναφείς): κωλιά, κωλοκόβγω, κωλοκυλιούμαι, κωλομαλάζω, κωλομέρι, κωλόμποτζος (το αποσπόρι, εξηγεί· παναπεί το στερνοπαίδι), κωλόπανο, κωλοσυρμός, κωλότρυπα, κωλοφιλώ, κωλοφτερνιάζω, κωλοφωτιά (με τη σημείωση: μαμούδι). Χειρότερα είναι τα πράγματα στο σκατό: σκατόγερος, σκατογριά, σκατοκαβαλίνα, σκατομπαμπούλα (ασκάθαρος, ζουδάκι), σκατόν, σκατοταΐζομαι, σκατοταΐζω, σκατοφάς, σκατοφάσα (θηλυκό του προηγουμένου), σκατοψυχίζω, σκάτωμα, σκατωμένος, σκατώνω.

Στα σεξουαλικά είναι κάπως πιο φειδωλός. Ας πούμε έχει μόνο: πουτάνα, πουτανάκι, πουτανιάζω, πουταναριόν, πουτανολογία, ενώ πέρα από το μουνί έχει επίσης μουνάκι και μουνάρα, αλλά και μερικά αθώα όπως μουναράς (παραλλαγή του μιναρέ) και μούνα (μαϊμού με ουρά).

Το γερμανοελληνικό λεξικό το κοίταξα ακόμα πιο βιαστικά. Συνήθως δίνει πάνω από μια απόδοση. Για παράδειγμα, για το abgesandte (διπλωματικός απεσταλμένος πρέπει να είναι αυτό) δίνει: Ελτζής, αποκρισάρης, αμπασαδούρος, αποστελλάρης. Το πρώτο τούρκικο, το τρίτο φράγκικο, τα άλλα δυο δικά μας –χωρίς να έχουν μεσολαβήσει τίποτε καθαρευουσιάνοι λόγιοι. Είναι όμως αλήθεια ότι στο γερμανοελληνικό κομμάτι ο Βάιγκελ δεν θέλει ή δεν τολμά να νεολογίσει, οπότε για πάμπολλες λέξεις όπου δεν υπήρχε η αντίστοιχη ελληνική λέξη δίνει μια πρόχειρη απόδοση και έναν ορισμό. Για παράδειγμα, το Conclave, αντί για κονκλάβιο, που δεν το ξέρει, το επεξηγεί: ο οντάς όπου σφαλίζονται οι καρδινάλιδες διά να διαλέξουν τον Πάπαν.

Congress [συνέδριο] = συμμάζωξις (μάλιστα από ελτζίδας ή αμπασαδούρους, όπου συμμαζώνονται εις έναν τόπον, διά να συμβουλευθούν διά ένα πράγμα),

Verfassung [σύνταγμα] = κατάστασις της κυβερνήσεως μιας χώρας, οι νόμοι κατά τους οποίους πρέπει να κυβερνηθή μια χώρα ή μια πολιτεία

Σαν πολλά να τα έγραψα –πάντως δείχνει το λεξικό του Βάιγκελ ότι δεν ήταν δα και σε τόσο κακή κατάσταση η νεοελληνική γλώσσα το 1800 όπως τη μιλούσαν οι εύποροι αστοί στις παροικίες και οι ταξιδεμένοι έμποροι, χωρίς σύμπλεγμα κατωτερότητας προς την αρχαία. Και υποψιαζόμαστε ότι αν, με κάποιο μαγικό τρόπο, έρχονταν στα πράγματα όχι οι καθαρευουσιάνοι ή οι κοραϊστές της μέσης οδού, αλλά οι δημοτικιστές –που υπήρχαν– η νεοελληνική γλώσσα θα μπορούσε να αυτοκαθαριστεί και να εμπλουτιστεί έτσι κι αλλιώς, μετά την ίδρυση του κράτους, και να τα καταφέρει εξίσου καλά ή και καλύτερα απ’ όσο το πέτυχαν οι καθαρευουσιάνοι λόγιοι προς τους οποίους κάνουμε ακόμα εδαφιαίες υποκλίσεις.

Α, παραλίγο να ξεχάσω, οι απαντήσεις στο κουίζ. Λοιπόν:

Εντάλωμα = το θάμπωμα των ματιών

ζεντούνι = το ατλάζι, το μετάξι

ζουράρης = ο τοκογλύφος

μαμαλαντζής = ζουράρης

μπιρίκος = αμάνικο πουκάμισο

μπουδούρης = νάνος.

Υστερόγραφο 2020:

Μια διατριβή που κάνει σύντομη αναφορά στον Βάιγκελ είναι του Σήφη Περάκη, εδώ.

Απο τον μπιρίκο, το αμανικο πουκάμισο, προήλθε και το επώνυμο της οικογένειας Εμπειρίκου.

Ως προς το ζεντούνι = μετάξι, να πούμε ότι εμφανίζεται στο τραγούδι του Νίκου Ξυδάκη «Μεταξωτή αγάπη» όπου υπάρχει ο στίχος «Σαντάλι, ζεντουνί, βλαττί και καμουχά»

Posted in Uncategorized | 159 Σχόλια »

Ρεμπέτικο, εργασία, οικογένεια και έρωτας

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2020

Θα δημοσιεύσω σήμερα το δεύτερο μέρος από ένα… νεανικό αμάρτημά μου, ένα άρθρο που είχα γράψει το 1984 και είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Πολιτιστική» του αείμνηστου Αντώνη Στεμνή, στο οποίο ήμουν τακτικός συνεργάτης και αργότερα μέλος της συντακτικής του επιτροπής. Το άρθρο αυτό το είχα δημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο πριν από πολλά χρόνια, και δεν πέρασε εντελώς απαρατήρητο αφού βλέπω πως έχει αναδημοσιευτεί κάμποσες φορές -ωστόσο, δεν το έχω περιέργως δημοσιεύσει στο ιστολόγιο.

Το πρώτο μέρος το είχα δημοσιεύσει πριν από ενάμιση χρόνο, εδώ. Σήμερα δημοσιεύω το δεύτερο μέρος. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές, με εξαίρεση τους τίτλους των τραγουδιών, ενώ επίσης έχω προσθέσει ορισμένα λινκ προς τα τραγούδια που εξετάζονται (σκέτα λινκ, για να μη βαρύνει το κείμενο). Προσθέτω ένα υστερόγραφο και κατά τα άλλα κάνω μόνο διευκρινιστικές αλλαγές, παρόλο που δεν υιοθετώ κατ΄ανάγκη σήμερα όσα έγραφα πριν από 35 χρόνια. Άλλαξα όμως τον τίτλο, που ήταν το βαρύγδουπο «Στοιχεία κοινωνιολογίας του ρεμπέτικου», συν τοις άλλοις κλεμμένο από τον Στάθη Δαμιανάκο. Όσο για το περιεχόμενο, ας πούμε πως οι νέοι έχουν άγνοια κινδύνου, γι’ αυτό και κάνουν πράγματα που ωριμότεροι δεν τα κάνουν -αλλά να ζητήσω προκαταβολικά συγγνώμη για την απολυτότητα με την οποία εκφράζονται οι απόψεις. Κρίμα που δεν σχολιάζει πια στο ιστολόγιο ο Spatholouro, θα είχαν ενδιαφέρον τα σχόλιά του.

 

Ρεμπέτικο, εργασία, οικογένεια και έρωτας

Πολλοί παρομοιάζουν το ρεμπέτικο με το μπλουζ. Ομοιότητες ίσως υπάρχουν πολλές. Κατά τη γνώμη μας, μια απ’ τις διαφορές ανάμεσα στο μπλουζ (και γενικότερα το αμερικάνικο λαϊκό τραγούδι) και στο δικό μας προπολεμικό ρεμπέτικο, διαφορά που αναντίρρητα οφείλεται στο διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος στις δυο χώρες, είναι η στάση απέναντι στην εργασία. Ενώ το αμερικάνικο λαϊκό ήταν εργατικό, μαχητικό τραγούδι, στο προπολεμικό ρεμπέτικο το εργοστάσιο είναι άγνωστη λέξη. Έχουμε πολλές αναφορές σε μικρέμπορους και τεχνίτες (χασάπηδες, τσαγκάρηδες), αλλά είναι ευκαιριακές· αντιμετωπίζονται σαν άτομα (μερακλήδες) και όχι σαν τάξη. «Είμαι γω το μαναβάκι, όλο σκέρτσο και μεράκι» λέει ο Μπαγιαντέρας. Αλλού ο εργάτης υπόσχεται στην καλή του μια πλούσια ζωή:

Εκατό δραχμές την ώρα παίρνω τζιβαέρι μου
πες της μάνας σου πως θέλω να σε κάνω ταίρι μου

«Εργάτης τιμημένος», του Τούντα.

Υπάρχουν και μερικά δείγματα διαφορετικής αντιμετώπισης, όπως «Η μόρτισσα η Κική» του Τούντα πως «μέσα στην τίμια εργατιά βρίσκεις τα πιο καλά παιδιά», όπως επίσης οι ρωμαλέοι στίχοι στον γνωστό «Θερμαστή» του Γιώργου Μπάτη, και τέλος το «περίεργο» του Μάρκου, που φυσικά δεν δισκογραφήθηκε:

Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι
όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν γιατί είσαι παλικάρι

(και όπου ο Μάρκος θαυμάζει επίσης τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, δηλαδή τους πολιτικούς «με πυγμή»).

Αν και εδώ οι εργάτες αντιμετωπίζονται σαν τάξη, αυτά δεν είναι παρά δείγματα του δρόμου που έμελλε ν’ ανοίξει. Ο ρεμπέτης δεν έχει προς το παρόν πλησιάσει τον εργάτη. Ο πλάνης βίος, οι μικροκομπίνες, η πιάτσα δεν συναρτώνται με το εργοστάσιο — το πολύ πολύ με την οικοδομή. Υπάρχουν και αντίθετα δείγματα, άλλωστε, τραγούδια που «υμνούν» την τεμπελιά, όπως ο πιο κάτω αυτοσχεδιασμός:

Με μαχαιρώσαν στην κοιλιά και μόνο από τεμπελιά
                γιατί αν σηκωνόμουνα δεν θα μαχαιρωνόμουνα

(Παραλλαγή στα «Λεμονάδικα»)

Μετά τον πόλεμο, αντίθετα, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Όχι μόνο η εργατιά πλησιάζει το ρεμπέτικο, αλλά, πολύ περισσότερο, ο ρεμπέτης βλέπει στον εργάτη ένα πρότυπο.

Για να γίνει αυτή η μεταστροφή πιο καθαρή θα παραθέσουμε δυο περιπτώσεις «απάρνησης» της μάγκικης ζωής· στην πρώτη, την προπολεμική, ο «Αλάνης» του Γενίτσαρη βαρεθηκε τη μαγκια, θέλει ησυχία και προσβλέπει σε πλούτη:

Γι’ αυτό τη μόρτικια ζωή θα τήνε παρατήσω
θα γίνω αρχοντόπαιδο τον κόσμο να γνωρίσω (1937)

ενώ ο μεταπολεμικός μάγκας θρηνεί που δεν μπορεί να φτάσει την απλή, τίμια ζωή του εργάτη:

Κοίτα να βρεις ένα παιδί εργατικό
να παντρευτείς κι ευτυχισμένη πια να ζήσεις
εγώ επήρα πια το δρόμο τον κακό
και δεν αξίζει ένα ρεμάλι ν’ αγαπήσεις.

(«Της αμαρτίας το σκαλί», Καλδάρας)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , | 105 Σχόλια »

Ραφάλ

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2020

Όπως εξάγγειλε από τη μηΔΕΘ ο πρωθυπουργός, μπροστά στις τουρκικές προκλήσεις η Ελλάδα ξεκινάει ένα φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα, στη ραχοκοκαλιά του οποίου βρίσκεται η αγορά 18 αεροσκαφών Rafale για την αντικατάσταση των παλαιών Μιράζ της πολεμικής αεροπορίας.

Δεν θα πάρουμε μόνο Ραφάλ. Θα αγοράσουμε και 4 φρεγάτες, θα συντηρήσουμε και άλλες 4, θα προσλάβουμε και 15.000 επαγγελματίες οπλίτες, και γενικώς θα το κάψουμε κυρ Στέφανε, βάλε και 4 ελικόπτερα Ρομέο, βάλε και τορπίλες, ακούς κυρ Στέφανε;

Ωστόσο, η περισσότερη προσοχή, και όχι άδικα, δόθηκε στα Ραφάλ, που άλλωστε αντιπροσωπεύουν και το μεγαλύτερο κόστος. Οπότε, το σημερινό άρθρο.

Θα μου πείτε, εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν αμυντικολογούμε. Και δίκιο θα έχετε, πολύ περισσότερο που, σε αντίθεση με τα περισσοτερα αγοράκια εγώ από παιδί δεν είχα μεγάλο ενδιαφέρον για τα όπλα και τις μηχανές πολέμου, ενώ κατά καιρούς έχω γνωρίσει πολλούς που είναι ξεφτέρια στον τομέα αυτόν και μπορούν να συγκρίνουν από πιστόλια και τουφέκια μέχρι άρματα μάχης ή αεροπλάνα ή φρεγάτες και να σου απαριθμήσουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε τύπου. Και αυτό το πάθος (ή έστω, έντονο ενδιαφέρον) για τα όπλα δεν εντοπίζεται μόνο σε, ας το πούμε έτσι, στρατόκαυλους, αλλά βλέπεις και πολλούς αριστερούς και αντιεξουσιαστές να έχουν βαθιά γνώση των θεμάτων αυτών, όπως και της στρατιωτικής ιστορίας άλλωστε, που επίσης δεν με έλκυε ποτέ ιδιαίτερα. Οπότε, εγώ είμαι μάλλον ακατάλληλος να ραφαλολογήσω κι έτσι θα περιοριστώ στα λεξιλογικά. Διότι τα Ραφάλ έχουν και λεξιλογικό ενδιαφέρον -που είναι και φυσικό, αφού πρόκειται για ξένη λέξη. Και μάλιστα λέξη υπαρκτή, δεν είναι δηλαδή φτιαχτό όνομα σαν τα περισσότερα σύγχρονα μοντέλα αυτοκινήτων, που συνήθως τα διαλέγουν έτσι που να μη σημαινουν τίποτα σε καμιά από τις βασικές γλώσσες αγορές (ή τουλάχιστον να μη σημαίνουν τίποτα κακό) κι έτσι έχουμε Αβένσις και Γιάρις και Τουίνγκο… αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, rafale στα γαλλικά, όπως ίσως θα διαβάσατε, είναι η ριπή του ανέμου. Ειδικότερα, rafales λέγονται τα σύντομα και απότομα ξεσπάσματα μεγάλης έντασης. Στο γαλλικό μετεωρολογικό δελτίο που ακούω συνήθως, είναι συχνό να ακούσω για θυελλώδεις ανέμους των 80 χλμ/ώρα, avec des rafales pouvant atteindre les 110 km/h, με ανεμορριπές που μπορούν να φτάσουν τα 110 χλμ/ώρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αμυντικά, Δυσετυμολόγητα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , | 135 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – Πρόλογος

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2020

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο αξέχαστος πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τριτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, οχτώ χρόνια που συνεχίζεται αυτό, τα βιβλία κοντεύουν να τελειώσουν. Τόσον καιρό είχα αφήσει κατά μέρος ένα από τα βιβλία του, επειδή το θέμα του είναι θρησκευτικό και μπορεί να εξάψει πάθη. Όμως το ξανασκέφτηκα, και εκτός αυτού κάποιοι φίλοι μου το ζήτησαν, οπότε από σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το ιστορικό μυθιστόρημα «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες», που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Εντός. Στο μυθιστόρημα αυτό, ο πατέρας μου κάνει μια τολμηρή υπόθεση, που δεν ξέρω αν την έχει διατυπώσει κάποιος άλλη φορά, αν και το θέμα του Ιησού Χριστού έχει μελετηθεί κατά κόρον. Η υπόθεσή του είναι ότι υπήρξαν τρεις άνθρωποι που έδρασαν την ίδια περίπου εποχή και που τα χαρακτηριστικά τους αργότερα συγχωνεύθηκαν στη μορφή του Ιησού

Αλλά θα αφήσω τον πατέρα μου να τα πει. Σήμερα θα βάλω το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς και τον πρόλογο του πατέρα μου, και από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα μπούμε στα κεφάλαια του βιβλίου. Το καταλαβαίνω ότι έτσι σας εξάπτω την περιέργεια χωρίς να σας την ικανοποιώ, αλλά δεν γινόταν να βάλω και το πρώτο κεφάλαιο σήμερα. Οπότε, υπομονή.

Ξεκινάω από το κείμενο του οπισθόφυλλου:

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες δεν είναι συναξάρι, βίος αγίων, θεολογική διατριβή ή ιστορική μελέτη. Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται για ένα ακόμη «ευαγγέλιο» του αγνωστικισμού και της άρνησης.

Δίνοντας στο κείμενό του τη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος αλλά εφαρμόζοντας τις αρχές και τη μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας, ο Δημήτρης Σαραντάκος, με το βιβλίο αυτό καταθέτει μια νέα εκδοχή στο, πάντα επίκαιρο, χριστολογικό πρόβλημα.

Ο συγγραφέας απορρίπτει τη θεωρία της μυθικότητας του Ιησού Χριστού αλλά δεν αποδέχεται την ιστορικότητά του όπως αυτή θεμελιώνεται με τα στοιχεία και τις πληροφορίες που μας δίνουν οι Γραφές. Επιχειρεί να στηρίξει μια τρίτην εκδοχή: την παράλληλη ύπαρξη και δράση, την ίδιαν εποχή, τριών διαφορετικών ανθρώπων, οι μορφές των οποίων, πολλά χρόνια μετά τη θανάτωσή τους, συγχωνεύθηκαν και ενσωματώθηκαν στη μορφή του Ιησού Χριστού, όπως μάς τη δίνει η Καινή Διαθήκη.

Ο Ζηλωτής, ο Πρίγκιπας, ο Διδάσκαλος είναι τρία πρόσωπα (υπαρκτά κατά τον συγγραφέα, ο οποίος τα προσεγγίζει με αγάπη και σεβασμό), που συνέδεσαν τη ζωή και τη δράση τους, στην πορεία προς το θάνατο, με τις προσδοκίες των τέκνων του Ισραήλ να μεταφέρουν το Βασίλειο του Θεού στη γη, να αναστήσουν το αρχαίο τους κράτος ή να γίνουν δεκτά σε μια υπερβατική Βασιλεία των Ουρανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Ο σταυρός του Σταύρου

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2020

Του Σταυρού είναι σήμερα, μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας για όσους πιστεύουν. Του Σταυρού, αλλά και του Σταύρου, όπως και της Σταυρούλας, που γιορτάζουν σήμερα. Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο και στον Θανάση και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο. Τελευταίο τέτοιο άρθρο ήταν, πριν από 6-7 μήνες, για τον Χαράλαμπο, εκτός αν έχω ξεχάσει κανένα.

Πέρυσι η μέρα του Σταυρού έπεφτε Σάββατο και τα μεζεδάκια της ημέρας τα είχα πει «Σταυρομεζεδάκια» και αστόχαστα υποσχέθηκα του χρόνου να βάλω άρθρο για τον Σταύρο, οπότε φέτος ο φίλος μας ο Σταύρος το υπενθύμισε έγκαιρα και καίρια, την πρώτη του μήνα, και κατάφερα να το θυμηθώ, οπότε έρχομαι να εκπληρώσω την υπόσχεση με τούτο το άρθρο.

Ο Σταύρος είναι όνομα μέσης συχνότητας. Σύμφωνα με μια μελέτη, βρισκεται στην 22η θέση των αντρικών ονομάτων. Με αξιοσημείωτη αντιστοιχία, η Σταυρούλα βρίσκεται στην 23η των γυναικείων -αλλά στη γενική κατάταξη η Σταυρούλα βρίσκεται αρκετές θέσεις πιο πάνω από τον Σταύρο (33η έναντι 58ης). Δεν έχω υπόψη μου μελέτες που να δείχνουν τοπική κατανομή των ονομάτων κι έτσι δεν ξέρω να σας πω αν σε ποια περιοχή έχει το όνομα πολύ αυξημένη συχνότητα -ίσως στη Μακεδονία.

Ο Σταύρος και η Σταυρούλα βεβαίως, ετυμολογούνται από τον σταυρό -φυσικά τον σταυρό του Ιησού Χριστού, με ανέβασμα του τόνου, που ήταν καθιερωμένο τα χρονια εκείνα για να μη συμπίπτει το όνομα με την κοινή λέξη (λαμπρός-Λάμπρος, ξανθός-Ξάνθος, χρηστός-Χρήστος, φαιδρός-Φαίδρος κτλ.) Όσο για την ετυμολογία του σταυρού, όσο κι αν φαίνεται απίθανο τόσα χρόνια ΔΕΝ έχουμε γράψει άρθρο για το θέμα. Το 2015 είχα γράψει ότι το θέμα είναι τεράστιο και ακόμα δεν έχω βρει το θάρρος να καταπιαστώ -πέρασαν κι άλλα πέντε χρόνια και δεν το βρήκα.

Ο Σταύρος έχει δυο χαρακτηριστικά που μειώνουν την έκταση του άρθρου. Το ένα είναι πως δεν έχει αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες. Όχι μόνο στις δυτικές, αλλά ούτε καν στις γλώσσες της ορθόδοξης ανατολικής Ευρώπης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ονόματα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 229 Σχόλια »

Πρόσφυγες στα νεκροταφεία – Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2020

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.

Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).

—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Προσφυγικό | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Κορονοσχολικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2020

Ανοίγουν τα σχολεία τη Δευτέρα, άρα σχολικά τα μεζεδάκια μας. Ανοίγουν κάτω από τη δαμόκλεια σπάθη του κορονιού, άρα κορονοσχολικά. Κι έτσι, βρήκαμε τίτλο για το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο.

Παρεμπιπτόντως, ήδη από χτες θα προσέξατε ότι χρησιμοποιώ (και) τον όρο «κορονιός» αντί «κορονοϊός», που τον βρίσκω ελκυστικό μια και αποφεύγει τη χασμωδία (όταν προφέρεται) και τα διαλυτικά όταν γράφεται.

* Μεταφραστικό μαργαριτάρι σε ρεπορτάζ για τον υπουργό Παιδείας του Μπολσονάρου. Διαβάζουμε:

«Η μεγάλη μόδα των κοινωνιολόγων, των φιλοσόφων και κάποιων πολιτικών ρευμάτων έχει καταστρέψει τα πάντα (…) χωρίς να τα αντικαταστήσει με κάτι. Για τον λόγο αυτό οι έφηβοί μας έχουν αυτό το κενό που τους οδηγεί να ζουν χωρίς σκοπό και να παίρνουν τη ζωή τους», πρόσθεσε.

Να παίρνουν τη ζωή τους στραβά; Να παιρνουν τη ζωή τους λάθος και ν’ αλλάζουν ζωή; Τι;

Προφανώς το πρωτότυπο θα ελεγε to take their own lives, και το τζιμάνι το μετέφρασε κατά λέξη. Κι επειδή το μαργαριτάρι υπάρχει σε πολλούς ιστότοπους, φως φανάρι πως προέρχεται από το πρακτορείο διανομής μαργαριταριών, το ΑΠΕ/ΜΠΕ δηλαδή.

* Ένα ωραίο που είδα στα σόσιαλ, ένα ραμονοειδές μιμίδιο. Ένα δοχείο μπογιά σε χρώμα Πουμισούσες, για να βάφετε τις κουρτίνες σας όσοι έχετε θέματα και θέλετε να εκδικηθείτε.

* Kαι ένα μικρό για τα εισαγωγικά, στην είδηση για μια δημοσιογραφική μεταγραφή:

Κατερίνα Παναγοπούλου: Γιατί «έφυγα» από το Star και πήγα στο Mega

Αν θέλει εισαγωγικά το ένα ρήμα, δεν θέλει και το άλλο;

«Έφυγε» μεταφορικά (φτου φτου) και πήγε κυριολεκτικά;

* Στη Γαλλία, λέει, ένας 80χρονος πήγε να σκοτώσει μια μύγα με μια ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα και επειδή είχε διαρροή φυσικού αερίου στο σπίτι του έγινε έκρηξη και καταστράφηκε το μισό σπίτι.

Στη σχετική είδηση γράφεται ότι «ηλικιωμένος άνδρας που διανύει την 80η δεκαετία της ζωής του…»

Αλλά βέβαια την 80ή δεκαετία της ζωής του μονάχα ο Μαθουσάλας τη διένυσε. Ο ογδοντάχρονος Γάλλος την 8η δεκαετία θα διανύει εκτός αν έχει μπει ήδη στην ένατη.

* Γράφει ο καλός συγγραφέας Μισέλ Φάις στην Εφ.Συν.:

Κάθε χρόνο αναμένω τη νέα εκδοτική παραγωγή σχεδόν με παιδιόθεν αδημονία.

Παρντόν; Τι θα πει «παιδιόθεν αδημονία»; Με τα σπασμένα περσικά μου καταλαβαίνω ότι «παιδιόθεν» θα πει «από την παιδική μου ηλικία», «από τότε που ήμουν μικρό παιδί», ας πούμε «Παιδιόθεν είχε έφεση προς τις φάρσες».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Λαθροχειρίες, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μιμίδια, Νομανσλάνδη, Φέικ νιουζ, κοινωνικά μέσα | Με ετικέτα: , , , | 291 Σχόλια »

Σχολεία, μάσκα και ψέκα

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2020

Ανοίγουν τη Δευτέρα τα σχολεία. Κάθε χρονιά η μέρα αυτή είναι σημαδιακή αφού από πολλές απόψεις ορίζει την αρχή της «νέας σεζόν» -ας πούμε, όπως ξέρουν οι ταξιτζήδες, η πρωινή κίνηση αυξάνεται μόλις ανοίξουν τα σχολεία. Η φετινή έναρξη της σχολικής χρονιάς όμως ξεχωρίζει. Έχει κι αυτή το στίγμα της κορόνας, είναι σημαδεμένη από την πανδημία.

Καταρχάς, ενώ εδώ και πολλά χρόνια τα σχολεία άνοιγαν στις 11 του μήνα, φέτος το Υπουργείο αρχικά σκέφτηκε να τα ανοίξει στις 7, τελικά κατάλαβε πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο (ούτε καθαρίστριες δεν υπήρχαν) κι έτσι η έναρξη μετατέθηκε για τις 14.

Αφού το Υπουργείο ανακοίνωσε την έναρξη στις 14, ύστερα συνειδητοποίησε πως η 14 Σεπτεμβρίου είναι μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Εγώ που είμαι άθρησκος αριστερός το ήξερα, η Υπουργός μας που είναι καντηλανάφτισσα δεν το ήξερε και πιάστηκε εξαπίνης. Διότι βέβαια στο Χριστιαναμπάντ που ζούμε την πρώτη μέρα πρέπει να γίνει αγιασμός, όπως γίνεται κάθε χρόνο στην αρχή αρχή της σχολικής χρονιάς, αλλά φέτος υπάρχει η Σταυροπροσκύνηση κι έτσι, αν έχω καταλάβει καλά, θα γίνει το εξής παράδοξο: θα προσέλθουν οι μαθητές στα σχολεία το πρωί αλλά ο αγιασμός θα γίνει προς το μεσημέρι, πάντως μετά τις 11. Πώς παίρνει η κυβέρνηση την ευθυνη να περάσουν τα παιδιά 2-3 ολόκληρες ώρες χωρίς την προστασία που προσφέρει ο αγιασμός, αυτό δεν το ξέρω (αλλά μην το πάρετε στα σοβαρά).

Μακάρι όμως να ήταν αυτό το πρόβλημα της νέας χρονιάς. Παρόλο που η πανδημία επιβάλλει τήρηση αποστάσεων και παρ’ όλο που το ελληνικό εκπαιδευτικό σώμα είναι από τα πιο γερασμένα της Ευρώπης, η κ. Υπουργός, η κυβέρνηση πιο σωστά, αντιστάθηκε σθεναρα σε κάθε ιδέα μείωσης του αριθμού των μαθητών ανά τάξη αφού μάλιστα είχε νωρίτερα αυξήσει το ανώτατο όριο μαθητών ανά τάξη. Έτσι οι φετινές τάξεις θα είναι πιο συνωστισμένες από τις περσινές, κάτι που δεν καθησυχάζει την ανησυχία εκπαιδευτικών και γονέων.

Έχουν απόλυτο δίκιο οι γονείς να ζητουν πιο ολιγομελείς τάξεις. Ωστόσο, για κάποιο λόγο, οι αντιδράσεις αυτές δεν εμφανίζονται τόσο πολύ, ενώ ο προβολέας των πετσωμένων μέσων ενημέρωσης πέφτει σχεδόν αποκλειστικά σε άλλες κινητοποιήσεις, όπου συγκεντρωμένοι γονείς και μη δηλώνουν την αντίθεσή τους στη χρήση μάσκας απο τους μαθητές.

Kαι όχι μόνο στη χρήση μάσκας. Το πανό της φωτογραφίας δηλώνει αντίθεση σε «υποχρεωτικά εμβόλια, μάσκες και τεστ» -και δεν εννοούν τα τεστ γνωσεων, τα διαγωνίσματα δηλαδή, αλλά το τεστ για τον κορονιό -γιατί άραγε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Νεολογισμοί, Πανδημικά | Με ετικέτα: , | 394 Σχόλια »

Στα αποκαΐδια…

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2020

Το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Μόρια κάηκε ολοσχερώς προχτές τη νύχτα. Λέγεται, αλλά δεν έχει σημασία, ότι η φωτιά ξεκίνησε γύρω στα μεσάνυχτα, όταν ξέσπασαν επεισόδια επειδή πρόσφυγες που είχαν βρεθεί θετικοί στον κορονοϊό αρνήθηκαν να μπουν σε απομόνωση.

Λέγεται, αλλά δεν έχει σημασία. Και δεν έχει σημασία επειδή η προχτεσινή συμφορά ήταν προδιαγεγραμμένη. Όταν σε έναν χώρο που έχει χωρητικότητα 3.500 ατόμων στοιβάζονται 13.000 μέσα σε συνθήκες πανδημίας, τότε η σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά είναι θέμα χρόνου.

Η πανδημία δεν ήρθε χτες. Εδώ και μήνες πολλοί το φώναζαν, ότι επίκειται ανθρωπιστική καταστροφή. Ότι δεν μπορείς να τηρήσεις αποστάσεις όταν οι άνθρωποι είναι στοιβαγμένοι σαν σωροί σκουπιδιών. Ότι δεν μπορείς να έχεις ατομική υγιεινή όταν αντιστοιχεί μία βρύση σε 1300 άτομα.

Mεγάλες είναι οι ευθύνες της κυβέρνησης, που από τότε που ανέλαβε τα ηνία της χώρας ειδικά στο μεταναστευτικό κάνει συνεχώς σπασμωδικές κινήσεις καθώς θέλει να καθησυχάσει το καθόλου ευκαταφρόνητο ξενοφοβικό κομμάτι της εκλογικής της βάσης. Αμέσως μετά τις εκλογές κατάργησε το υπουργείο Μετανάστευσης, σε ένα συμβολικό κλείσιμο ματιού στην αδωνομπογδανική της πτέρυγα, για να αναγκαστεί μερικούς μήνες μετά να το επανιδρύσει. Σχετικά νωρίς προανάγγειλε -και πολύ σωστά- ότι θα συνεχίσει την αποσυμφόρηση των νησιών -μάλιστα ο κ. Χρυσοχοΐδης, το διάστημα που ηταν αυτός αρμόδιος για τη μετανάστευση είχε δώσει και χρονοδιάγραμμα- για να υποχωρήσει κακήν κακώς με τους πρώτους κρωγμούς μιας δράκας ακροδεξιών που διαδήλωναν έξω από τους χώρους που είχαν προδιαγραφεί για την υποδοχή όσων θα έρχονταν απο τα νησιά.

Βέβαια, παρέλαβε μιαν ήδη δύσκολη κατάσταση -τον Ιούλιο του 2019 η Μόρια είχε ήδη ξεπεράσει τα όρια της χωρητικότητάς της, καθώς στέγαζε 5.500 άτομα. Και βέβαια μεσολάβησαν δυο αστάθμητοι παράγοντες που δυσκόλεψαν πολύ τα πράγματα, αφενός η απόφαση του Ερντογάν να εκβιάσει την ΕΕ ανοίγοντας τη στρόφιγγα του προσφυγικού, και αφετέρου η πανδημία. Οπότε, πρέπει να αναγνωρίσουμε σαφή ελαφρυντικά, αλλά πρέπει να καταδικάσουμε και την ιδεοληψία της κυβέρνησης, που την επανέλαβε ο πρωθυπουργός χτες, ότι (με εξαίρεση 400 ασυνόδευτους ανήλικους) δεν θα μεταφερθεί κανείς στην ενδοχώρα. Αλλά η υπόσχεση του πρωθυπουργού για ταχείες διαδικασίες ασύλου και ταχείες απελάσεις ήταν χιμαιρικές -πώς ν’ αντεπεξέλθει ο υποστελεχωμένος μηχανισμός του ελληνικού κράτους όταν χώρες πολύ πιο ρονταρισμένες από τη δική μας, όπως Γερμανία και Σουηδία, γνωρίζουν τεράστιες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των διαδικασιών;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Μετανάστες, Προσφυγικό, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 164 Σχόλια »

Πίστευε και μη ερεύνα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2020

Με ρώτησαν τις προάλλες κάποιοι αρκετα νεότεροι, ποια είναι η σωστή διατύπωση της φράσης, «Πίστευε και μη ερεύνα» ή «Πίστευε και μη, ερεύνα».

Το ερώτημα είναι παλιό αν και περιέργως δεν το έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο παρά μόνο σε σχόλια, δεν του έχουμε δηλαδή αφιερώσει άρθρο. Ωστόσο, αυτό που με παρακίνησε να γράψω το σημερινό άρθρο ήταν ένα επιχείρημα, που έφερε κάποιος από τους συνομιλητές μου, υπέρ της δεύτερης διατύπωσης, που δεν το είχα ξανακούσει. Κι επειδή το επιχείρημα έχει ενδιαφέρον, αν και δεν είναι σωστό, αποφάσισα να γράψω το σημερινό άρθρο.

Όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αρνητική προστακτική, είπε, χρησιμοποιούμε υποτακτική. Λέμε «πήγαινε» αλλά «μην πηγαίνεις», οπότε η άρνηση του «ερεύνα» έπρεπε να είναι «μη ερευνάς», όχι «μη ερεύνα». Άρα, αφού γραμματικά δεν στέκει το «πίστευε και μη ερεύνα» το σωστό είναι να γράψουμε «πίστευε και μη, ερεύνα».

Η σκέψη είναι ενδιαφέρουσα αλλά λαθεμένη διότι αναφέρεται σε άλλη γλώσσα, στα νέα ελληνικά και στη γραμματική της νεοελληνικής. Πράγματι, στη νέα ελληνική η άρνηση της προστακτικής εκφράζεται με το μη+υποτακτική.

Θυμάμαι μάλιστα ένα δημοσίευμα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, που ειρωνευόταν κάποιον διεθνή ποδοσφαιριστή, πιθανώς του Ολυμπιακού, επειδή, λέει, άφησε μήνυμα σε συμπαίκτη του στο οποίο του έγραφε «Γιώργο, πάμε για καφέ. Αν θες, έλα. Αν δε θες, μην έλα«.

Πολύ αμφιβάλλω αν όντως γράφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί μου φαίνεται δύσκολο ένας φυσικός ομιλητης της ελληνικής να πει ή να γράψει «μην έλα».

Ωστόσο, αυτό ισχύει για τα νέα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Θρησκεία, Το είπε/δεν το είπε, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 403 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 4

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τρία άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019 και το τρίτο φέτος τον Μάιο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τέταρτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* Κορονιός λοιπόν

Μου γράφει φίλος από Κέρκυρα και μεταφέρω χωρις να προσθέσω τίποτα:

Το έχω ακούσει κάμποσες φορές εδώ, αλλά επειδή τώρα δα έτυχε να το ακούσω δυο φορές μέσα σε δύο λεφτά, τη μία από έναν λαϊκό τύπο που φώναζε στο κινητό στ’ αριστερά μου και την άλλη από έναν σοβαρό κύριο που μιλάει χαμηλόφωνα στα δεξιά μου, σκέφτηκα να το γράψω: Εδώ λοιπόν, τον γνωστό κορονοϊό, πολλοί στην καθημερινή κουβέντα τον λένε κορονιό, τρισύλλαβα και με το ι ημίφωνο.

Αυτό για όσους λένε ότι κάποιοι φωνητικοί κανόνες χάθηκαν στα νέα ελληνικά (αυτά με τη «χασμωδία» ή όπως αλλιώς τα λένε), επειδή έτσι αποφάσισαν καλοσιδερωμένοι φιλόλογοι και επιμελητές.

Εδώ προσθέτω. Στα σχόλια πολλοί είπαν ότι έχουν ακούσει κι αυτοί να λένε κάποιοι «κορονιός» -και το βρίσκω απολύτως φυσικό. Κι εγώ έχω ακούσει το «κορονιός» αν και πιο απλά ακούω «κορόνα» -έπαθε κορόνα, κόλλησε κορόνα.

* Skalkottas

Πριν από μερικές μέρες έφυγε από τη ζωή ο σκακιστής Νίκος Σκαλκώτας, γιος του μεγάλου συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα -που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, αφού ο πατέρας πέθανε δυο μέρες πριν γεννηθεί ο γιος.

O σκακιστής Σκαλκώτας (1949-2020) ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, λένε όσοι τον γνώρισαν -εγώ από μακριά μόνο τον είχα δει, σε διάφορους αγώνες. Ήταν ο πρώτος Έλληνας σκακιστής που νίκησε σε διεθνές τουρνουά στο εξωτερικό.

Ο πατέρας γράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία Skalkottas. Απορούσα γιατί και σήμερα έμαθα χάρη σε ποστ φίλου.

Ο ίδιος έβαλε το tt όταν ζούσε στη Γερμανία γιατί το Skalkotas οι Γερμανοί το πρόφεραν Σκαλκόοτας.

Στα σχόλια κάποιος επισήμανε ότι ο Χωραφάς γράφει το όνομά του στα γαλλικά Cοrraface.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Πανδημικά, Σφηνάκια, Σκάκι, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας στο τέλος ένα υστερόγραφο περί υπευθυνότητας.

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Μια από τις φράσεις που ακούστηκαν πολύ και που έγιναν κλισέ κατά την πανδημική περίοδο που διάγουμε, ιδίως μάλιστα κατά το δεύτερο στάδιό της, είναι και η «ατομική ευθύνη». Ταιριάζει λοιπόν στο σημερινό άρθρο, το πρώτο μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, που ανοίγει τούτον τον παράξενο πανδημικό Σεπτέμβρη, που μόνο με καινούργια αισιόδοξη αρχή δεν μοιάζει, ν’ ασχοληθούμε με αυτή τη λέξη που ολοένα και περισσότερο ακούμε, την ευθύνη.

Κατά το λεξικό, ευθύνη είναι «η υποχρέωση κάποιου να ανταποκριθεί σε ορισμένη εντολή, υπόσχεση, καθήκον κτλ. και να λογοδοτήσει, να απολογηθεί για τις σχετικές ενέργειες». Η λέξη είναι αρχαία, αλλά όχι ακριβώς έτσι· οι αρχαίοι είχαν την εύθυνα.

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκεται ο ευθύς, ο ίσιος, λέξη χωρίς ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, που έχει τον παλαιότερο, ομηρικό τύπο ιθύς, απ’ όπου έχουν επιβιώσει ως τα σήμερα οι ιθύνοντες και η ιθύνουσα τάξη. Από τον ευθύ και το ρήμα ευθύνω, κατά λέξη ισιώνω, που όμως πήρε γρήγορα σημασίες μεταφορικές: διευθύνω, κατευθύνω, εξετάζω.

Από το ρήμα ευθύνω και η εύθυνα, ένας πολύ ενδιαφέρων θεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Κάθε δημόσιος αξιωματούχος στο τέλος της θητείας του ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει δημόσια για τα πεπραγμένα του· η διαδικασία αυτή ήταν η εύθυνα και ο πολίτης που κληρωνόταν για να ασκήσει αυτόν τον δημόσιο έλεγχο ήταν ο εύθυνος -ενώ ο ελεγχόμενος αξιωματούχος λεγόταν υπεύθυνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2020

Δημοσιεύω σήμερα ένα αφήγημα δικού μου ανθρώπου, γραμμένο για έναν δικό του άνθρωπο. Η εξαδέλφη μου Άννα Ρόδη, από τη μεριά της μητέρας μου στην Αίγινα, μου έστειλε ένα αφήγημα που έγραψε για τον πατέρα της, που έφυγε φέτος από τη ζωή. Με συγκίνησε, κι επειδή πολύ λίγα αιγινήτικα έχω βάλει στο ιστολόγιο (ενώ μυτιληνιά ή μανιάτικα περισσότερα) το δημοσιεύω σήμερα.  Τη φωτογραφία της βυσσινιάς την πρόσθεσα εγώ. Μακάρι να είχα και κονιακοβύσσινο (ή βυσσινοκονιάκ;) αλλά έχει τελειώσει.

Διατηρώ τις υποσημειώσεις της Άννας -μου αρέσουν παρόλο που είναι ασυνήθιστες σε αφηγήματα. Για τα πομοντόρια και κομοντόρια δείτε και παλιότερο άρθρο.

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Σεπτεμβριανά μεζεδάκια και φέτος

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2020

Τον έχω χρησιμοποιήσει ξανά αυτόν τον τίτλο, πριν από πέντε χρόνια, αλλά δεν έβρισκα άλλον, οπότε τον επανέλαβα. Και για να μη μπερδέψουν οι ιστορικοί του μέλλοντος το άρθρο του 2015 με το σημερινό, πρόσθεσα ένα «και φέτος» στο τέλος.

* Και ξεκινάμε με ένα μεγάλο επίτευγμα της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας.

O Κικίλιας, λέει, αποκάλυψε το φύλλο του μωρού.

Δεν ξέρω πώς αντέδρασε το μωρό, αλλά εγώ όταν έπαιζα πόκα θα εξαγριωνόμουν αν κάποιος, ας ήταν κι ο πατέρας μου, φανέρωνε το φύλλο που κρατούσα.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι σωστά και πρέπει να στηλιτεύονται. Καλά κάνει ο ιστότοπος που το βγάζει στη φόρα.

(Πάντως, εχω παρατηρήσει, αν και μπορεί να πέφτω έξω, ότι συχνότερο ορθογραφικό λάθος είναι το περίσσιο Λ (πχ. οι σχέσεις των δύο φύλλων) παρά το λειψό Λ (πχ. πέφτουν τα φύλα). Ίσως επειδή στην αμφιβολία «το πολύ δεν βλάφτει»).

* Μπορεί κάποιος που έχει ιδεοληψίες να γράψει ένα ενδιαφέρον άρθρο; Μπορεί. Ιδού ένα παράδειγμα, ένα άρθρο για το Mpemba effect, δηλαδή την παρατήρηση ότι το ζεστό νερό παγώνει γρηγορότερα από το κρύο. Ονομάστηκε έτσι από τον Τανζανό Εrasto Mpemba, που όταν ήταν μαθητής, στο δημοτικό και στο γυμνάσιο (τώρα έχει μεγαλώσει) έκανε αυτή την αντιδιαισθητική εμπειρική παρατήρηση, που αντέβαινε στον νόμο του Νεύτωνα.

Ο Αριστοτέλης είχε πρώτος αναφερθεί στο φαινόμενο αυτό. Οπότε ο συγγραφέας του άρθρου, αφού παραθέσει τον Αριστοτέλη, ξεκινάει μια ιερεμιάδα για τη γλώσσα:

Όλοι γνωρίζουμε ότι πρόβλημα στη διδασκαλία της γλώσσας μας ξεκίνησε με τις κυβερνητικές αποφάσεις πριν 4 δεκαετίες , όπου τότε αποκόψαμε την Αρχαία Ελληνική. Σήμερα η κατάσταση στη χώρα μας δεν έχει αλλάξει, ενω για πάνω από τριάντα χώρες του κόσμου τα αρχαία ελληνικά αποτελούν υποχρεωτικό μάθημα. Τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου διδάσκουν αρχαία ελληνικά και ρητορική….

Ευτυχώς στη συνέχεια σταματάει και αφηγείται την ενδιαφέρουσα αυτή ιστορία (που δεν την ήξερα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Ευπρεπισμός, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Ορθογραφικά, Ομόηχα, Πανδημικά, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »