Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Κασιδιάρης και η συνταγματική τάξη

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2023

Κατά πάσα πιθανότητα, σήμερα ή αύριο συζητιέται στη Βουλή η τροπολογία της κυβέρνησης που θα  αποσκοπεί στο να εμποδιστεί το κόμμα του Κασιδιάρη να κατέβει στις επικείμενες εκλογές. Στην τροπολογία αυτή αναφέρθηκα παρεμπιπτόντως στο άρθρο του Σαββάτου, αλλά κυρίως για να επισημάνω ένα γλωσσικό της ολίσθημα. Σήμερα θα μπούμε στην ουσία.

Να δούμε την τροπολογία όπως δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες:

Δικαίωμα κατάρτισης συνδυασμών στις βουλευτικές εκλογές – Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 32 Π.Δ. 26/2012

Η παρ. 1 του άρθρου 32 του Π.Δ. 26/2012 (Α’ 57) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. Στις βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν μέρος είτε συνδυασμοί υποψηφίων ενός μόνο κόμματος, είτε συνδυασμοί συνασπισμού περισσότερων του ενός συνεργαζόμενων κομμάτων, είτε συνασπισμοί ανεξάρτητων υποψηφίων, είτε μεμονωμένοι υποψήφιοι. Για την κατάρτιση συνδυασμού πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Το κόμμα να έχει ιδρυθεί νόμιμα.

β) Ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας, τα μέλη της διοικούσας επιτροπής, ο νόμιμος εκπρόσωπος και η πραγματική ηγεσία του κόμματος να μην έχουν καταδικασθεί σε οποιονδήποτε βαθμό σε κάθειρξη για τα αδικήματα των κεφαλαίων 1-6 του Δεύτερου Βιβλίου του Ποινικού Κώδικα, ή σε οποιαδήποτε ποινή για εγκλήματα του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα που επισείουν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ή σε ισόβια κάθειρξη για κάθε άλλο αδίκημα. Η αποστέρηση του δικαιώματος κατάρτισης συνδυασμών, σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση, ισχύει για τη χρονική διάρκεια της επιβληθείσας ποινής και υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας της οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Η έκτιση ή μη της ποινής ή η παραγραφή αυτής δεν ασκεί επιρροή στον υπολογισμό του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, η πραγματική ηγεσία έχει την έννοια ότι πρόσωπο άλλο από εκείνο που κατέχει τυπικά θέση προέδρου, γενικού γραμματέα, μέλους της διοικούσας επιτροπής ή νομίμου εκπροσώπου με συγκεκριμένες πράξεις του εμφανίζεται να ασκεί διοίκηση του κόμματος, ή να έχει τοποθετήσει εικονική ηγεσία, ή να έχει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο προς το εκλογικό σώμα.

γ) Η οργάνωση και η δράση του κόμματος να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Για την αξιολόγηση της συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής λαμβάνεται υπ’ όψιν τυχόν καταδίκη σε οποιονδήποτε βαθμό υποψηφίων βουλευτών, ή ιδρυτικών μελών, ή διατελεσάντων προέδρων για τα αδικήματα και στις ποινές του πρώτου εδαφίου της περ. β).

Στην περίπτωση συνασπισμού κομμάτων οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν για καθένα από τα κόμματα που απαρτίζουν τον συνασπισμό.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων της παρούσας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου. Προς υποβοήθηση της κρίσης του, πολιτικά κόμματα και κάθε εκλογέας έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υπόμνημα με στοιχεία τεκμηρίωσης μέχρι την επομένη της λήξης της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 34.».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Επικαιρότητα, Εκλογές | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Σεισμός…

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2023

Γρουσούζικο αποδείχτηκε το άρθρο που είχαμε βάλει πριν από 10-12 μέρες, για τη λέξη τζερτζελές, που, όπως είπαμε, προήλθε από την τουρκική zelzele, που θα πει «σεισμός», αφού χτες φονικός σεισμός χτύπησε την Κιλικία, με πάρα πολλά θύματα στην Τουρκία και στη Συρία -οι συμφορές δεν έχουν σύνορα- που όσο περνάει η ώρα όλο και αυξάνεται ο αριθμός τους.

Η βασική λέξη στα τουρκικά για τον σεισμό είναι deprem βέβαια, και αυτή χρησιμοποιείται στις ειδήσεις και στα χάσταγκ από τη γειτονική χώρα. Η zelzele πρέπει να είναι παλιότερη, ενώ σε αζέρικες σελίδες βλέπω το e ανάποδα: zəlzələ.

Και στα δικά μας μέρη βέβαια τον σεισμό τον έχουμε γνωρίσει τόσες φορές κι έχουμε θρηνήσει θύματα και στην Αττική και αλλού -στα Επτάνησα το 1953, στη Θεσσαλονίκη το 1978, στην Καλαμάτα το 1986, στην Αττική το 1981 και το 1999, κι άλλους μικρότερους αλλά πάντως με θύματα, όπως πρόπερσι στο Αρκαλοχώρι, κι ο καθένας ξέρει τι σημαίνει και πώς νιώθεις εκείνη τη στιγμή, ιδίως την ώρα που κοιμάσαι, όπως συνέβη χτες.

Αλλά εδώ λεξιλογούμε.

Η λέξη «σεισμός» είναι αρχαία, από το ρήμα «σείω». Στην κλασική αρχαιότητα κάποιες φορές εμφανίζεται δίλεκτο, π.χ. «γης σεισμός» στον Ευριπίδη ή «σεισμοί της γης» στον Θουκυδίδη, ή «χθονός σεισμός» πάλι στον Ευριπίδη, αλλά ήδη από τότε ο όρος εμφανίζεται μονολεκτικός τις περισσότερες φορές.

Στα μεταγενέστερα χρόνια, σε παπύρους, η λέξη «σεισμός» παίρνει και τη σημασία «εκβιασμός για απόσπαση χρημάτων»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστημονικά, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 153 Σχόλια »

Το γιουκαλίλι του Σεφέρη

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2023

Τη λέξη «γιουκαλίλι» την άκουσα πρώτη φορά στα δεκάξι μου χρόνια, όταν βγήκε ο δίσκος Τετραλογία του Δημου Μούτση, που περιείχε μελοποιημένα ποιήματα τεσσάρων μεγάλων ποιητών μας: του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, του Καβάφη και του Ρίτσου. Ανάμεσά τους και το Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι, ας το ακούσουμε εδώ από τον Μανώλη Μητσιά:

Τότε έμαθα ότι το γιουκαλίλι είναι κάποιο εξωτικό μουσικό όργανο και δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το θέμα -εξάλλου η εξήγηση ήταν πειστική, το περίεργο όνομα ακουγόταν εντελώς εξωτικό.

Αργότερα, που πήρα τον τόμο των Απάντων του Σεφέρη από τον Ίκαρο, είδα ότι το ποίημα που είχε μελοποιήσει ο Μούτσης δεν λεγόταν «Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι» αλλά Fog, δηλαδή «Ομίχλη», όπως η φράση αυτή επανέρχεται διαρκώς στο ποίημα. Να το διαβάσουμε:

FOG
Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχιές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει;  –Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ‘ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ‘ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα – ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Έχω βάλει με πλάγια τις στροφές που ο Μούτσης επέλεξε να μη μελοποιήσει: πράγματι, από τις 10 στροφές του ποιήματος έχουν μελοποιηθεί οι μισές: η 1η, η 6η, η 7η, η 9η και η 10η. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η επωδός («Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι») αλλά βέβαια στο μυαλό μένουν οι μελοποιημένες στροφές και οι άλλες περνάνε στο περιθώριο, ένα πρόβλημα κοινό στην μελοποιημένη ποίηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Λεξικογραφικά, Μελοποιημένη ποίηση, Μουσική, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 113 Σχόλια »

Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (διήγημα του Γ. Βιζυηνού)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2023

Προχτές, στο άρθρο του Άρη Μπερλή για τις μεταγλωττίσεις παλαιότερων κειμένων, έγινε λόγος και για τον Γεώργιο Βιζυηνό, που έγραψε διηγήματα στην καθαρεύουσα τα οποία ίσως είναι δυσπρόσιτα σε πολλούς αναγνώστες σήμερα. Μάλιστα, ο φίλος μας ο Πέπε, σε ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιό του, μας αφηγήθηκε πώς δίδαξε στο γυμνάσιο της Καρπάθου το διήγημα Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, του Βιζυηνού ακριβώς.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι ταιριάζει να βάλουμε σήμερα ένα διήγημα του Βιζυηνού με θέμα, ακριβώς, το γλωσσικό ζήτημα. Και εδώ ο Βιζυηνός συναντά τον Ροΐδη, ας πούμε, διότι και αυτός συνηγορεί υπέρ της δημοτικής και εναντίον της καθαρεύουσας, γράφοντας όμως σε καθαρεύουσα. Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο φύλλο 48 του περιοδικού Εβδομάς (28.1.1885), ενός περιοδικού με αξιόλογη λογοτεχνική ύλη, φυσικά στην καθαρεύουσα εκτός από τα ποιήματα -«εκδίδοται κατά Κυριακήν» έγραφε η προμετωπίδα του. Στην Απολογία της δημοτικής, που εκδόθηκε το 1914 από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο, ανθολογούνται μικρά αποσπάσματα από τον πρόλογο και τον επίλογο του διηγήματος του Βιζυηνού.

Ο Βιζυηνός ύστερα από μια πρώτη προλογική παράγραφο αφηγείται ένα επεισόδιο της σχολικής του ζωής, όταν ο νέος δάσκαλος προσπαθούσε να βαφτίσει πρόσωπα και πράγματα σε γλώσσα αρχαΐζουσα. Ο Βιζυηνός δείχνει οξυμένο γλωσσικό αισθητήριο και γνώσεις γλωσσολογίας, ενώ αξίζει να προσεχτεί η παρατήρησή του για την αποφυγή της χασμωδίας στο ιδίωμα του χωριού του, που είναι βέβαια φαινόμενο πολύ ευρυτερα διαδεδομένο. (Και επίσης μου κάνει εντύπωση ότι απευθύνεται σε «αναγνώστες και αναγνώστριες», κάτι πολύ μοντέρνο για το 1885).

Το κείμενο το πήρα από τον παλιό μου ιστότοπο, δηλαδή μονοτονισμένο και με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία από την έκδοση της Εστίας. Το μειονέκτημα του μονοτονισμού φαίνεται στις δοτικές, ιδίως στο «Αγαθή τύχη», με το οποίο αρχίζει το διήγημα, που είναι δοτική. Επίσης, ο πληκτρολογητής έχει κάνει μερικά λαθάκια. Σύγκρινα τώρα με την πρώτη δημοσίευση και μερικά τα διόρθωσα.

Μετά το διήγημα δημοσιεύω το κείμενο μεταγλωττισμένο στο θρακικό ιδίωμα, όπως δημοσιεύτηκε πέρυσι στο περιοδικό Χάρτης.

ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

          Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν· οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρον πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή διά των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του ποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμην μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν την αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος, και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι έν τινι απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσο και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον, ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν ακόμη φθάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πώς σε λέγουν εσένα;

   ― Θόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πώς σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

          Και ούτω καθ’ εξής εν μιά ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως, ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, τους ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!

          Οπωσδήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι το Γιωργί του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδίαν: το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ονόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.

          Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιορίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπον της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:

   ― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.

   ― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.

   ― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!

          Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθει και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

   ― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.

   ― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πώς ημπορεί αυτό ποτέ, να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξεύρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!

   ― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα· αυτό ν’ μηλιά!

   ― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.

          Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

          Τώρα πρέπει να ηξεύρητε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιάν εις την μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα: κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλο, και να είπω επί τέλους ότι η μηλιά είναι  μηλέα!

          Εν τούτοις, όταν μετ’ ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ’ αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος· έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα… Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ’ ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

          Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.

          Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί του διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.

   ― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.

   ― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.

          Αλλά δεν επρόφθασα να καθίσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν διά το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα· διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:

          Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν’ ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα· και είναι μηλέα όχι δι’ άλλον λόγον, παρά… διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.

          Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.

          Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα – έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ’ αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος, και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και τας φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του· ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:

   ― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.

          Μόνον οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ’ ολίγον· διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακός κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ’ αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι’ ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!

          Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ’ αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι’ ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον διά πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα.

Στο ηλεπεριοδικό Χάρτης δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα ενδιαφέρον πείραμα. Ο Τάσος Ζαφειριάδης και ο Χρήστος Φωτακίδης μεταγράψανε το διήγημα του Βιζυηνού όχι στη δημοτική αλλά στο θρακιώτικο ιδίωμα που (υπέθεσαν ότι θα) μιλιόταν το 1885 στη Βιζύη, στο χωριό όπου γεννήθηκε ο Γεώργιος Μιχαηλίδης και μετέπειτα Βιζυηνός. Είχαν ως εφόδιο τις γλωσσικές τους γνώσεις για το θρακιώτικο ιδίωμα και την καταγωγή από κοντινό με τη Βιζύη χωριό. Ιδού το κείμενο:

Γεωργής Βιζυηνός: Γιατί η μηλιά δε γέν’κε μηλέγα

Πε κισμέτ καλό, γέν’κε γκιουρουλτί τελευταία σχετικά με τη νεοελληνική γλώσσα, το πιο ουσιαστικό ζήτημα, για μένα, απ’ όσα έπρεπε να απασχολούν το έθνος μας, ίσως πιο ουσιαστικό ακόμα και πε τ’ ανατολικό ζήτημα το ίδιο. Όμως, αναγνώστες και αναγνώστριες, όσοι δεν είστε ακόμα θαυμαστές της Μεγάλης μας Ιδέγας, μην κατσιρντίστε για τ’ν άμεση αυτή σχέση του πιο σοβαρού πε τα ζητήματα με τη γραμματική των δασκάλων της Ελλάδας. Το ξέρω: Οι καλογέροι πιστεύ’να ότι θα πάμ’ όλοι στον διάβολο, όσοι δεν αποκληρών’με τους γιούς και τις κόρες μας, για ν’ αφιερώσ’με τα χωράφια μας στα μοναστήρια, για να σώσ’με την ψυχή μας. Οι συγγραφείς πιστεύ’να, σαν να ’ν’ αληθινό άρθρο πίστης, ότι δεν μπορεί να γένει εθνική πρόοδος, όσο κάθε Έλληνας δεν τρέχει να γραφτεί συνδρομητής στα βιβλία τους, δίνοντας σερμεγέ, εννοείται, για τη συνδρομή του. Κι εγώ λοιπόν μπορώ να φανώ ότι πιστεύω πως η Ελλάδα δεν θα λύσει τ’ ανατολικό ζήτημα με δικιά της νίκη, παρά μόν’ με τις απόλυτες γενικές και τα απαρέμφατα. Κι άρα έρχομαι δω να παριστάνω πως το σύνθημα του αυριανού μεγαλείου της πατρίδας δεν φτιάχν’ται πε τίποτ’ άλλο, παρά πε λόγια, λόγια, λόγια! «Όχι! Ο λόγος, που συνδέω το γλωσσικό ζήτημα της Ελλάδας με τ’ άλλο, αυτό π’ από μόνο του αφορά τ’ν ύπαρξή της έν’… Αλλά καλύτερα να τον μαντέψτε μόνοι σας όσο διαβάζ’τε. Τ’ ανάγνωσμα όμως, που σας προσφέρω, δεν έν’ παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσο απλή και συνηθισμένη, π’ απορώ πώς δεν τ’ν έχει καμιά πε τις μεγάλες επιφυλλίδες, κανένα πε τα χοντρά κιτάπια, όσα γράφ’καν τελευταία γύρω πε το ποια πρέπει να είν’ η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ορίστε η ιστορία.

Όταν ήμαν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολειού της πατρίδας μου, είχα μεγάλη αδυναμία στη μηλιά. Δεν εννοώ τη Μηλιά την κόρη του γείτονά μου, αλλά τη γλυκομηλιά, το δέντρο, που στόλ’ζε τον αγάτς μπαξέ μας. Ήταν πολύ περίεργο δέντρο αυτή η μηλιά: Έκανε λουλούδια και καρπούς, όπως κάθε ξαδέρφη της, κατά το καλοκαίρι και πάλι λουλούδια και καρπούς κατά το φθινόπωρο. Κι επειδή ήταν η πρώτη μηλιά, που γνώρ’σα στη ζωή μου, και η μόνη, που μ’ άρεσε πιο πολύ πε τις άλλες, έμαθα να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχανε το ίδιο σουλούπ’ κι έκαναν μήλα σαν αυτά της δικής μας, αν και δεν βγάζανε καρπούς εκείνες, σαν αυτή, δύο φορές τον χρόνο. Όμως, μ’ όλη την παλιά φιλία και συμπάθεια ανάμεσα στη μηλιά κι εμένα, δε μπορώ να πω ότι ήξερε καλά-καλά ο ένας τον άλλον. Δε ξέρω αν και η μηλιά προσπάθ’σε ποτέ να καταλάβει τι πράγμα ήμουν εγώ, που έπαιζα τόσο συχνά κάτ’ απ’ τη σκιά της ή καθόμαν καβάλα επάν’ στα ντάλια της. Θυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προπάντων τον καιρό που άνθιζε, συνήθιζα να στέκομαι σε κάποια απόσταση απ’ αυτήν, με τα χέρια στηριγμένα στη μέση μου, τα ματόπλα στραμμένα στα θαυμάσια, τ’ ασπροκόκκινά της τέλια, κι απορούσα μόνος μου πολλή ώρα τι πράμα να έν’ άραγε αυτό το δέντρο! Τι πράμα να έν’. Αλλ’ όσο κι αν απορούσα, όσο κι αν ρωτούσα τους γύρω μου, η απάντηση πάντοτε η ίδια, ότι δηλαδή το δέντρο εκείνο ήταν μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα έν’;…

Όταν έφεραν στο χωριό μας νέο δάσκαλο πίστεψα κρυφά πως θα μάθαινα επιτέλους τι πράγμα έν’ η μηλιά, γιατί πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος στο χωριό μας γένηκι μπουγιουρντί μιταξύ των πιδιών πως ήταν πολύ καλύτερος πε τον παλιό και τα ‘ξερε όλα «περιγραμμάτου». Η φήμη έλιγιν αλήθεια. Γιατί, σαν ήρτε κείνος ο χτικιάρης νέγος, διάβασε τα ονόματά μας πε το τεφτέρι κι αμέσως βρήκε πως ήταν όλα λάθος και πως ο τελευταίος δάσκαλός μας ήταν μπουνάκης. Και πήρε λοιπόν το κοντύλι και αρχίνησε να μας σουλουπών’ τα ονόματά μας.

― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λεν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Κι έτσι σε μια μέρα άλλαξε, ο αθεόφοβος, όλα τα βαφτιστικά μας ονόματα, αντρικά και γυναικεία, με τέτοιον τρόπο που, αν γίνονταν να έρτ’ εκείνη τ’ν εποχή στο χωριό μας κανένας ξένος πε τους ζεβζέκηδες φιλέλληνες, θα νόμ’ζε σίγουρα πως ανακάλυψε ξαφνικά τ’ν αρχαία Ελλάδα ολοζώντανη, με όλους της τους θεγούς, τις θεγές, τους ημίθεγους και τους ήρωγες, τους ποιητές και τους σοφούς της να πα’αίνουν στο αλληλοδιδακτικό σχολειό, ξυπόλητοι και χωρίς σάπκα, όπως παλιά, αλλά φορώντας βρακιά και γελέκα κι αντεριά!

Οπωσδήποτε, όταν κείνος ο σερσέμης, έπεισι τον κόσμο πως εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωριού μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μ’ άγγιξι τόσο δα την καρδιά μου. Το πήρα γι’ αστείο. Άλλωστ’ εγώ δεν ονόμαζα ποτέ τον εαυτό μου και η αλλαγή ήταν για όσους θα με φώναζαν με το νέο μου όνομα στο μέλλον.

Αλλά τα «περιγραμμάτου» του δασκάλου μας δεν σταμάτησαν μόνο στα ονόματά μας. Δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα αγγάρευε μερικούς πε μας για να ξεχορταριάζ’με τον μπαξέ της μητρόπολης. Εγώ δεν έβλεπα τ’ν ώρα να έρτ’ η σειρά μου. Στον μπαξέ είχ’ ένα δέντρο λουλουδισμένο σαν το δικό μας. Χωρίς άλλο θα μάθαινα τι πράγμα έν’ αυτό το δέντρο. Όταν, τέλος, αγγαρεύτ’κα κι εγώ, βρέθηκα μαζί με τον δάσκαλο μπροστά στη μηλιά:

― Τι πράγμα έν’ αυτό το δέντρο, δάσκαλε, τον ρώτησα, κι έδειξα με το παρμάκ’.
― Μηλέα, απάντησ’ εκείνος.
― Όχι! απάντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό έν’ μηλιά!

Ήταν η κακή ώρα που το ‘πα, γιατί πε τότε αρχίνησαν τα βάσανά μου μ’ αυτόν τον δάσκαλο. Τ’ ορκίζομαι σε θεγούς και ανθρώπους, ότι εγώ ρώτησα όχι για το όνομα ―το όνομα το ήξερα― αλλά για το πράγμα: τι πράγμα έν’ το δέντρο ήθελα να μάθω, τίποτες άλλο. Ο δάσκαλός μου όμως, δεν ξέρω τι έπαθε, απεφάσισε πε κείνη τη στιγμή να με μάθει ντε και καλά ότι η μηλιά δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέγα!

― Πες πως το λένε μηλέα! φώναζε γανιασμένος ο χτικιάρης και κιτρινιάρης νιος, τσακώνοντάς με πε τ’ αυτί και δείχνοντας το δέντρο.
― Μπα, π’ ανάθεμά τον! Σκεφτόμ’να εγώ αγανακτισμένος, πώς μπορεί αυτό ποτέ, να γένει η μηλιά μηλέγα! Αυτό έν’ το ίδιο δέντρο που έχουμε στον μπαξέ μας, κάνει τα ίδια λουλούδια, τα ίδια φύλλα, τους ίδιους καρπούς, δεν μπορεί παρά να έν’ κι αυτό μηλιά, όπως η δ’κή μας. Το ξέρω πε πιδί, μου το ‘μαθε η νινέ μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποιον να πιστέψω περισσότερο, τη νινέ μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένο, που ήρτε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! Απαντούσα όσες φορές με ρώταγε, αυτό έν’ μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.

Και –αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί– με δώκε ο αθεόφοβος σαράντα παρά μία, φωνάζοντας δυνατά στο μεταξύ να πω ότι η μηλιά δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέγα!

Τώρα πρέπει να ξέρετε ότι στο χωριό μου επικρατεί ένα φυσικό μίσος για τη χασμωδία, ιτσ’ ώστε οι περ’σσότερες πε τις λέξεις μας παθαίνουν πολλές εκθλίψεις και συνιζήσεις, ενώ κάποιες άλλες παίρνουν το γ ανάμεσα στα φωνήεντα, όπως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχα λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω τη μηλιά στη μηλέαν, αλλά και να ξεπεράσω αυτό το μίσος, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, για το οποίο δεν με βοηθούσαν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεστε λοιπόν τι υπέφερα πε το δάσκαλο κείνο τον ουρσούζη, ώσπου να κατορθώσω και το ‘να και τ’ άλλο, και να πω επιτέλους πως η μηλιά έν’ μηλέα!
Όμως, όταν μετά πε λίγο, πα’αίνοντας στο σπίτι μας, είδα το ωραίο μας δέντρο ν’ ανθίζει και να μοσχοβολά στον μπαξέ, με μέλισσες πετούμενες να βουίζουν γύρω του, αισθάνθηκα τόση ντροπή, τόση ντροπή! Νόμιζα κάθε πράσινο ματόπλο του μ’ έβλεπε καϊκιασμένου· κάθε λουλούδι τ’ άνοιγε τα χείλη να με πει ότι τα πρόδωσα… Και μου φάν’κε ότι όλο κείνο το βούισμα κορόιδευε πικρά τ’ν ανοησία μου! Και πώς να μη με πουν ανόητο και πώς να μη με κρίνουν, αφού το δέντρο, που έγλεπα ομπρός μου, ήταν ολόιδιο με το δέντρο της μητρόπολης και όμως εγώ το αρνήθ’κα και είπα ότι δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέα!
Θυμούμαι πως όλη κείνη τη νύχτα λόγιαζα στον ύπνο μου τα λουλούδια της μηλιάς σαν τσούρμο ατέλειωτο πε μικρούτσικα ωραίγα ασπροντυμένα κορίτσια, που βούιζαν γύρω μου όλο παράπονο, μαλώνοντάς με, κρίνοντάς με για τ’ν ανοησία μου.
Όταν τ’ν επόμενη μπήκα στο σχολειό, έριξα στον δάσκαλο μια περιφρονητική, προκλητική ματιά.

― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ρώτησ’ εκείνος χαιρέκακα.
― Μηλιά, δάσκαλε, γινατσέφ’κα εγώ και πήγα στη θέση μου.

Αλλά δεν πρόφτασα να καθίσω και με τσάκωσ’ ο σκληρός πε τ’ αφτί και αρχίνησε πάλι να με βασανίζει. Δεν έν’ πολύ τιμητικό για τη φάρα των δασκάλων να σας διηγηθώ πόσες φορές τιμωρήθ’κα για να πω ντε και καλά ότι η μηλιά έν’ μηλέγα· γιατί εννοείται πως έπρεπε επιτέλους να υποχωρήσω και να το πω, αλλιώς κιντύνευε η ζωή μου. Εντούτοις –το λέγω προς ικανοποίηση της δικής μας της μηλιάς– αυτήν δεν την πρόδωσα. Και να πώς:

Αφού είδα ότι δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο πια στη σκληρότητα εκείνου του παλιανθρώπου, έκαμα τον εξής λογαριασμό με τ’ ακίλ μου κι είπα: αυτή η μηλιά, που έν΄ μες στον μπαξέ της μητρόπολης, μπορεί να έν’ μηλέγα· κι έν’ μηλέγα όχι γι’ άλλον λόγο, παρά γιατί ο δάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου έν’ μες στον μπαξέ μας, έν’ μηλιά, γιατί έν’ μηλιά! Ιτσά τα βρήκαμε με τον δάσκαλο.

Αλλά έλα τώρα π’ αρχίνησ’ ένας τρομερός καβγάς μεταξύ της μηλιάς και της μηλέγας μες στο κεφάλι μου! Το πράμα μπορεί να φαίν’ται παράξενο, να φαίν’ται αστείο, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.

Η μηλιά –δηλαδή, όπως λέγουν οι ψυχολόγοι, το σουλούπ’ της λέξης μηλιά– ρουκώθ’κε στην ψυχή μου συγχρόνως με το σουλούπ’ του δέντρου και σε μια εποχή, κατά την οποία όλες οι αισθήσεις μου είχαν ανοιχτές τ’ς πόρτες και δέχονταν ευχαρίστως κάθε τι, που ερχόταν συστημένο ή πε τη νινέ μου ή πε τους γνωστούς μου να μέν’ μες στο κεφάλι μου. Κι επειδή τότες υπήρχε πολύ ορταλίκι λέφτερο, κάθε σουλούπ’ που ‘μπαινε, έστηνε τον θρόνο του και γυρλιστούσε όσο και όπως τ’ άρεσε καλύτερα και ήταν σαν νοικοκυρά μες στο κονάκι της. Ιτσά το έκαμαν τόσα άλλα, ιτσά το έκαμε κι η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί που κάθονταν τόσα χρόνια στην ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικό της και τους φίλους της -σουλούπια, με τα οποία έζησε μαζί τόσο καιρό στην ψυχή μου και τ’ν ένωσαν τόσες σχέσεις προς αυτά και συγγένειες- λογιάζει μία μέρα την κυρά τη μηλέγα, που ρουκώθ’κε μέσα στο κεφάλι μου ξαφνικά-ξαφνικά, τόσο μονάχη κι όμως τόσο ξιπασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπε η μηλιά, και πώς γίν’ται αυτό! Εγώ ‘μαι εδώ τόσα χρόνια, τ’ ορταλίκ’ που βαστώ το βρήκα αδέσποτο και το ζάπωσα πρώτη-πρώτη. Και ποια είσαι συ, που ήρτες να μου το πάρεις; Και φώναξε την παρέα της και τη ρώτησε: Ποιά είν’, παρακαλώ, του λόγου της; Την ξέρετε; Όχι, όχι! Απάντ’σαν όλες με μια φωνή και συμμάχησαν με τη μηλιά και αρχίνησαν να διώχνουν τη μηλέγα κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε ξέρουμε! Δεν σε θέλουμε! Τότε το σουλούπ’ της μηλέγας πήρε τη βοήθεια της πε το σουλούπ’ του δασκάλου, τα σουλούπια των τιμωριών και ξαναμπαίνει πάλε στ’ ακίλ μου, ως άνθρωπος, που θέλει να νεκατωθεί στο κονάκι των άλλων με τ’ν άδικη βοήθεια τσιανταρμάδων. Αλλά καταλαβαίν’τε πως ο δάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και το σουλούπ’ του· πως οι ξυλιές προκαλούν πόνο, όχι όμως και οι θύμησες των ξυλιών. Και λοιπόν διαμαρτυρήθ’κε άφοβα πλέον εναντίον αυτής της παρέμβασης ολάκερη η ψυχή μου και:

― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς στο διάβολο.

Μόνο όσες φορές με ρωτούσι ο αληθινός δάσκαλος πώς το λεν το δέντρο απαντούσα ότι το λένε μηλέαν, αφού δα δεν ήταν για το δέντρο του μπαξέ μας. Μα κι αυτό έπαψε μετά πε λίγο· επειδή και ο αληθινός δάσκαλος σικτιρντίστ’κε κακήν κακώς όχι μόνον πε την ψυχή μου, αλλά και πε το χωριό μας. Πως μαζί του έφυγαν και όλοι εκείνοι οι ονομαστικοί θεγοί και ήρωγες, που είχαν πλημμυρίσει το χωριό μας, δεν χρειάζεται να σας το πω. Εκείνο, που μας ενδιέφερε εδώ, έν’ ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέγα και ότι εγώ, με όλο κείνο το δάρσιμο και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω στο σχολειό τι πράγμα έν’ η μηλιά!

Όσοι πε τους αναγνώστες της Εβδομάδος ανήκουν σ’ αυτούς που διαβάζ’νε πάντα οποιοδήποτε άρθρο πε τ’ν αρχή ως το τέλος μπορούν να σταματήσ’ν’ εδώ το διάβασμα, γιατί η ιστορία μου τέλειωσε. Όσοι όμως έχουν την κακιά συνήθεια να διαβάζ’νε μόνον τους επιλόγους, ας μάθουν τουλάχιστον πε δω πως η μανία αυτών που θέλουν να διδάσκουν όχι τη φύση των πραγμάτων, νταγιαντώντας τα με τα γνωστά τους ονόματα, αλλά άγνωστα λόγια, με τα οποία απαιτούν να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, κάνει τ’ν ελληνική μόρφωση κούραση χωρίς τελειωμό και καταδικάζει το έθνος πε πνευματική πείνα στον χειρότερο θάνατο! Γι’ αυτό, το ζήτημα σχετικά με τ’ν ελληνική γλώσσα έν’, για μένα, όπως είπα, πιο ουσιώδες πε τ’ ανατολικό.

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »

Μπαρμπαρικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2023

Γιατί μπαρμπαρικά; Επειδή τα μεζεδάκια μας παίρνουν το όνομά τους από την καταιγίδα που περιμένουμε να χτυπήσει την Αττική, αν τελικά έρθει, και που πήρε το όνομα Barbara, όχι Βαρβάρα, γι’ αυτό και δεν τα είπα Βαρβαρικά.

Κι αφού ονομάτισα έτσι τα μεζεδάκια, λογικό είναι το πρώτο πιάτο της πιατέλας μας να έχει μετεωρολογικό χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν μια εφαρμογή στον ιστότοπο του υπουργείου Γεωργίας, που προειδοποιεί για τις πιθανότητες παγετού. Δεν ξέρω αν λειτουργεί καλά, μου κάνει όμως εντύπωση ότι τα τοπωνύμια είναι όλα σε καθαρεύουσα. Νιώθει κανείς σαν να μεταφέρεται στο 1960. Ιδού ένα στιγμιότυπο από την Αττική:

Δεν φαίνονται πολύ καθαρά, αλλά αν προσέξετε θα δείτε «Πετρούπολις», «Μεταμόρφωσις», «Χαλάνδριον», «Γαλάτσιον», «Καματερόν», «Ζεφύριον»!

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον κατά τα άλλα να είναι σύγχρονη η τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τις προβλέψεις.

* Και συνεχίζουμε μετεωρολογικά ή μπαρμπαρικά με μια προειδοποίηση από τρικαλινό ιστότοπο.

Ενδέχεται χιονοπτώσεις την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου στα Τρίκαλα.

Πιθανές χιονοπτώσεις ή ενδέχεται να σημειωθούν χιονοπτώσεις, θα έλεγα.

* Ποιο είναι του θηλυκό του μαέστρου;

Άρθρο στο Πρόταγκον έχει τον τίτλο «Πώς η Κέιτ Μπλάνσετ εξόργισε μια διάσημη μαεστρέσα» και ξεκινάει:

Η Μάριν Ολσοπ, μαεστρέσα της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Βιέννης και πρώτη και, μέχρι πρόσφατα, μοναδική γυναίκα αρχιμαεστρέσα μιας μεγάλης αμερικανικής ορχήστρας αποκαλύπτει γιατί είναι έξαλλη με την αυστραλή ηθοποιό που την υποδύεται στην ταινία «Tar» και την απεικονίζει σαν μια χυδαία και κακοποιητική διευθύντρια ορχήστρας

Στη συνέχεια δίνει τον τύπο και στα ιταλικά (maestressa) ενώ στο υπόλοιπο άρθρο εμφανίζεται και ο επίκοινος τύπος «η μαέστρος».

Ο φίλος που το στέλνει μου γράφει, χαριτολογώντας, ότι η πρωτοβουλία του περιοδικού είναι αξιέπαινη «για τη δικιά μας… φράξια, που θέλουμε να βρούμε θηλυκά επαγγελματικά, για ν’ αντικαταστήσουμε τους επίκοινους τύπους που συμπίπτουν με το αρσενικό», αλλά αναρωτιέται αν είναι αυτός ο κατάλληλος τύπος. Υπάρχουν κάποια θηλυκά σε -έσα που είναι λαϊκά (γιατρέσα, δημαρχέσα, το τελευταίο σαφώς υποτιμητικό), υπάρχουν και τα πριγκιπέσα, κοντέσα, αλλά εξακολουθεί άραγε να είναι παραγωγική αυτή η κατάληξη;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γεωγραφία, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 168 Σχόλια »

Και πάλι για τις μεταγλωττίσεις (Μνήμη Άρη Μπερλή)

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2023

Την περασμένη εβδομάδα συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια από τον θάνατο του δοκιμιογράφου και (πολύ αξιόλογου) μεταφραστή Άρη Μπερλή (1944-2018).

Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω καλά τον Μπερλή, μόνο δυο-τρεις φορές τον είχα συναντήσει, μέσω του Νίκου Λίγγρη που ήταν παλιός του φίλος και είχαμε λίγο συζητήσει. Έχω επίσης διαβάσει μαχητικά νεανικά του σχόλια στα Ελληνικά του Ρένου Αποστολίδη και βέβαια έχω δει μεταφράσεις του.

Για να τιμήσει την περίσταση, ο Κώστας Κουτσουρέλης δημοσίευσε στο Νέο Πλανόδιον μια ομιλία που είχε δώσει ο Μπερλής περί το 2006 για το θέμα των μεταγλωττίσεων (ή ενδογλωσσικών μεταφράσεων, αν θέλετε) λογοτεχνών όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Ροΐδης. Πρόκειται για ένα θέμα που μας ενδιαφέρει, οπότε σκέφτηκα την αναδημοσίευση στο ιστολόγιο.

Η ομιλία του Μπερλή δόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2006, στη Στοά του Βιβλίου, στο πλαίσιο εκδήλωσης με θέμα «Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Ροΐδης: από τα ελληνικά στα ελληνικά. Συζήτηση για τις ενδογλωσσικές περιπέτειες των κειμένων».

Είχε προηγηθεί, στα τέλη του 2005, η κυκλοφορία τριών κλασικών κειμένων της λογοτεχνίας μας σε ενδογλωσσική μετάφραση στα νέα ελληνικά: της Πάπισσας Ιωάννας του Ροΐδη, της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη και της Γυναίκας της Ζάκυθος του Σολωμού, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, ενώ είχαν εξαγγελθεί και άλλοι τίτλοι που θα κυκλοφορούσαν στο μέλλον. Είχε γίνει πολλή συζήτηση για το εγχείρημα, το οποίο, ακριβώς επειδή περιλάμβανε και συγγραφείς της δημοτικής (τον Σολωμό, τον Κωνστ. Θεοτόκη κτλ), δέχτηκε βέλη από όλες τις πλευρές.

Τότε δεν είχα ιστολόγιο, είχα όμως τον παλιό μου ιστότοπο, κι εκεί έγραψα ένα εκτενές άρθρο εστιάζοντας στη μετάφραση της Πάπισσας Ιωάννας και κάνοντας αρκετά αυστηρή κριτική στον Δημήτρη Καλοκύρη. Ωστόσο, δεν ήμουν απορριπτικός κατηγορηματικά και συνολικά απέναντι στο εγχείρημα (διαβάστε το άρθρο μου για περισσότερα). [Σημειώνω ότι σε λινκ που υπάρχει στην αρχή του άρθρου του Μπερλή μπορείτε να βρείτε διάφορα άρθρα που είχαν δημοσιευτεί τότε, το δικό μου, ένα άλλο του Μπερλή κτλ, μαζεμένα με φροντίδα του Κ. Κουτσουρέλη]

Στην εκδήλωση στην οποία μίλησε ο Μπερλής συμμετείχαν επίσης ο Δημήτρης Δημηρούλης και ο Δημοσθένης Κούρτοβικ. Είχαν προσκληθεί και οι τρεις μεταφραστές δηλ. ο Άρης Μαραγκόπουλος, ο Γιώργος Αριστηνός και ο Δημήτρης Καλοκύρης, αλλά δεν θέλησαν  να πάρουν μέρος. Σημειώνω πως, αν δεν κάνω λάθος, το εκδοτικό εγχείρημα της μεταγλώττισης παλιότερων ελληνικών λογοτεχνημάτων σταμάτησε στους τρεις πρώτους τόμους. Δεν εκδόθηκαν άλλοι, κι ας είχαν εξαγγελθεί -και δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν στις οικονομικές δυσκολίες που είχε ο εκδοτικός οίκος ή στην υποδοχή των τριών πρώτων τόμων.

Ο Μπερλής στην ομιλία του ασχολείται με θέματα που μας ενδιαφέρουν και που τα έχουμε συζητήσει. Δεν συμφωνώ μαζί του σε όλα όσα γράφει, αλλά μας δίνει ένα αξιόλογο κείμενο που είναι καλή βάση για συζήτηση.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΕΙΣ

Είναι κρίμα που η άλλη πλευρά αρνήθηκε να παραστεί και να συζητήσει ή και να διαπληκτιστεί μαζί μας. Η εκδήλωση θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα ανταλλάσσονταν επιχειρήματα, ενδεχομένως και βαριές κουβέντες, θα μας κατηγορούσαν για ελιτισμό, θα τους κατηγορούσαμε για λαϊκισμό, και πάει λέγοντας – κάπως έτσι προάγεται ο πνευματικός διάλογος, σοβαρολογώ, αυτό είναι που γενικότερα μας λείπει, η συζήτηση με τη σωστή αναλογία ψυχραιμίας και πάθους, νηφαλιότητας και παρρησίας, ακόμη και επιθετικότητας.

Διατύπωσα τις αντιρρήσεις μου στις μεταγλωττίσεις από τα ελληνικά στα ελληνικά, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον τύπο. Θα συνοψίσω εδώ το βασικό μου επιχείρημα. Ο μεταφραστής της Πάπισσας Ιωάννας ή της Φόνισσας ή άλλου λογοτεχνικού κειμένου του 19ου αιώνα στη σύγχρονη ελληνική δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας, είναι χαμένος από χέρι – οπότε το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα. Η αναμέτρηση με το πρωτότυπο είναι άνιση, η σύγκριση αναπόφευκτη, η υστέρηση μοιραία. Το ανυπέρβλητο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μεταγλωττιστής (πρόβλημα που δεν το αντιμετωπίζει ο μεταφραστής κειμένου από ξένη γλώσσα) είναι ότι το πρωτότυπο είναι γραμμένο στην ίδια γλώσσα. Το μετάφρασμα έχει ανταγωνιστικό κείμενο, μέσα στην ίδια γλώσσα. Κείμενο εκτυφλωτικής ακτινοβολίας που καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε απόπειρα ενδογλωσσικής διατύπωσής του. Κι ας μην ειπωθεί ότι η καθαρεύουσα του Ροΐδη ή του Παπαδιαμάντη είναι άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη σύγχρονη νεοελληνική. Διότι τότε, παράλληλα με το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης και ενιαίας ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, όπου τάχα ανατρέχουμε γλωσσικά τους αιώνες μπρος-πίσω χωρίς πρόβλημα, θα έχουμε και το εκ διαμέτρου αντίθετο ιδεολόγημα, του ιστορικού κατακερματισμού της εθνικής γλώσσας σε πολυάριθμες γλωσσικές περιόδους ή εξελικτικές φάσεις, που σημαδεύονται από τόσο βίαιες ρήξεις της συνέχειας ώστε μέσα σε εκατό πενήντα, εκατό ή και σε πενήντα χρόνια, μπορεί και σε λιγότερα, η γλώσσα να αλλάζει τόσο ριζικά ώστε να χρειάζεται μετάφραση. Αυτό μπορεί να μην τέθηκε ρητά αλλά συνάγεται αφ’ ης στιγμής τίθεται θέμα μετάφρασης κειμένων που είναι κοντά, πολύ κοντά σε μας, κειμένων που υποτίθεται ότι είναι δύσβατα, δύσληπτα ή και ακατανόητα πια για τους περισσότερους σημερινούς χρήστες. Και ποιοι είναι αυτοί οι περισσότεροι; Είναι κυρίως οι μάζες των απαίδευτων νέων παιδιών –αυτό ειπώθηκε ως επιχείρημα– που, λόγω ελλιπούς παιδείας ή των περισπασμών της σύγχρονης ζωής δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κείμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εις μνήμην, Μεταφραστικά, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Ποιος μισεύει σήμερα;

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2023

Όταν ήμουν μικρός και άκουγα στον Επιτάφιο του Ρίτσου, όπως τον είχε μελοποιήσει ο Μίκης, «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω», αυτό το «μίσεψες» δεν το ήξερα, οπότε σκεφτόμουν πως προέρχεται από το μίσος, ότι θα σημαίνει κάτι σαν «με μίσησες». Αφού την μίσησε, τον χάνει, το βρήκα λογικό.

Μου εξήγησαν όμως ότι μισεύω σημαίνει φεύγω, μου έφυγες.

Αυτό το παιδικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, οπότε είπα να αφιερώσω το σημερινό άρθρο σ’ αυτό το ρήμα.

Σύμφωνα με το λεξικό, το ΛΚΝ, το ρήμα «μισεύω» χαρακτηρίζεται λαϊκότροπο και σημαίνει «φεύγω για ταξίδι, για άλλη χώρα και ιδίως ξενιτεύομαι». Στο ΜΗΛΝΕΓ χαρακτηρίζεται «λαϊκό, λογοτεχνικό» με σημασία «ξενιτεύομαι, μεταναστεύω». Τα ίδια περίπου και στα άλλα δύο μεγάλα λεξικά μας, Μπαμπινιώτη και Χρηστικό.

Ομόρριζο και το ουσιαστικό, ο μισεμός -δηλαδή η μετανάστευση, ο ξενιτεμός. Το ΛΚΝ σημειώνει επίσης ότι η μετοχή παρακειμένου είναι «μισεμένος» -αυτός που έχει μισέψει.

Ο τίτλος του άρθρου ρωτάει «ποιος μισεύει σήμερα;». Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου θα ξέρουν ότι την ερώτηση αυτή δεν πρέπει να την πάρουμε κυριολεκτικά· δεν αναρωτιέμαι «ποιος φεύγει για ταξίδι σήμερα». Αναρωτιέμαι, μάλλον, αν η λέξη χρησιμοποιείται σε ζωντανή χρήση.

Διότι βέβαια τη λέξη την έχει απαθανατίσει το ποίημα του Ρίτσου, όπως είπαμε -ας τον ακούσουμε να το απαγγέλλει, κι ύστερα το τραγούδι του Μίκη, όπως το ανέβασε η φίλη Βίκη Παπαπροδρόμου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημοτικά τραγούδια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 123 Σχόλια »

Μηνολόγιον Φεβρουαρίου έτους 2023

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2023

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως, αλλά όχι πάντα, την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Τε 1 † Ζαχαρίου Παπαντωνίου
Πε 2 Γενέσιον Γεωργίου Σουρή· επίσης Δημητρίου Μενδελέγεφ και του Περιοδικού Συστήματος αυτού
Πα 3 Προσεδάφισις επί της Σελήνης του πρώτου γηίνου αντικειμένου
Σα 4 † Τελευτή Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Και Δύτου Ανάδυσις
Κυ 5 † Ιωάννου Γαβριήλ Εϋνάρδου
Δε 6 Αντίο Λιλιπούπολη
Τρ 7 Καρόλου Ντίκενς και Λουκιανού Κηλαηδόνη του μοναχικού καουμπόη τελευτή
Τε 8 Μάρκου Βαμβακάρη και Νικολάου Ξυλούρη, των γνησίων μελωδών
Πε 9 † Κοίμησις Διονυσίου Σολωμού. Και Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας
Πα 10 † Νικολάου Καββαδία, βάρδου των ναυτικών
Σα 11 † Καρτεσίου «σκέπτομαι άρα υπάρχω».
Κυ 12 Γενέσιον Καρόλου Δαρβίνου
Δε 13 Εφεύρεσις κινηματογραφίας υπό αδελφών Λυμιέρ και θανή Ιωάννου Καλαϊτζή του δαιμονίου γελοιογράφου
Τρ 14 Έρωτος του ανικήτου
Τε 15 Γενέσιον Γαλιλαίου
Πε 16 Ιστολογίου ίδρυσις· και Δημοκρίτου του Αβδηρίτου
Πα 17 † Θανάτωσις Ιορδάνου Μπρούνο επί της πυράς
Σα 18 Κοίμησις Μιχαήλ Αγγέλου και γενέσιον Νικολάου Καζαντζάκη, Κρητός
Κυ 19 Γενέσιον Κοπερνίκου του ανατροπέως
Δε 20 Εφεύρεσις φωνογράφου υπό Θωμά Έδισων.
Τρ 21 Παγκόσμια ημέρα μητρικής γλώσσης
Τε 22 † Αμερίκου Βεσπουκίου
Πε 23 † Ιωάννου Γουτεμβεργίου και της τυπογραφίας εν Ευρώπη. Και ίδρυσις της ΕΠΟΝ
Πα 24 † Τένεση Γουίλιαμς
Σα 25 Γενέσιον Καρόλου Γολδόνη
Κυ 26 Γενέσιον Βίκτωρος Ουγκώ
Δε 27 Ανακάλυψις της δομής του DNA. Και τελευτή Άλκης Ζέη
Τρ 28 † Κήδευσις Κωνσταντίνου Παλαμά – «Ηχήστε οι σάλπιγγες!…»

Στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, που το έχουμε δανειστεί, ο Φλεβάρης ήταν ο τελευταίος μήνας του χρόνου -η χρονιά άρχιζε από τον Μάρτιο. Στο τέλος του χρόνου γίνονταν τελετές εξαγνισμού, και από το februum (= κάθαρση) ο μήνας ονομάστηκε Februarius. Από το Φεβράριος > Φεβράρης > Φεβλάρης προέκυψε η δημώδης ονομασία Φλεβάρης, που παρετυμολογικά συνδέεται με τη φλέβα, δηλ. ο Φλεβάρης ανοίγει τις φλέβες του (φλεβίζει) και βρέχει τον κόσμο -εξού και η παροιμία “Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λαογραφία, Μηνολόγιο, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , | 64 Σχόλια »

Το παλαιόσπιτον Κάρακα (ένα χρονογράφημα του Βριάρεω)

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2023

Τρίτη σήμερα, μέρα που επί σειράν ετών έβαζα κείμενα του πατέρα μου, που όμως πια εξαντλήθηκαν, αφού βάλαμε και το ανέκδοτο μυθιστόρημά του. Σκέφτηκα να βάλω λοιπόν κείμενα του παππού μου, που όμως τα περισσότερα είναι αυτοτελή, π.χ. τα χρονογραφήματά του.

Πέρυσι τέτοιον καιρό, ενώ δεν είχα ακόμα έτοιμο το ανέκδοτο μυθιστόρημα, είχα βάλει σαν γέφυρα ένα χρονογράφημα του παππού μου, οπότε σήμερα θα δούμε άλλο ένα, που δημοσιεύτηκε το 1929 στην εφημερίδα Δημοκράτης της Μυτιλήνης, με το ψευδώνυμο Βριάρεως.

Ο Βριάρεως ήταν ένας από τους τρεις Εκατόγχειρες της Τιτανομαχίας. Το όνομα του Βριάρεω συνδέεται με το επίθ. βριαρός = ισχυρός, ενώ στην Ιλιάδα μαθαίνουμε οτι οι θεοί τον έλεγαν έτσι αλλά στους ανθρώπους ήταν γνωστός ως Αιγαίων. Στην αγγλική Βικιπαίδεια βρίσκω μια γελοιογραφία που παρουσιάζει το εργατικό κίνημα ως Εκατόγχειρα Βριάρεω, οπότε ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή του ψευδωνύμου από τον παππού μου. 

Πρέπει να πω ότι τα χρονογραφήματα αυτά τα εντόπισε και τα κατέγραψε ο φίλος ερευνητής Αριστείδης Καλάργαλης στο αρχείο του Δημοκράτη -συνολικά κατέγραψε, με επιτόπια αποδελτίωση στα γραφεία της εφημερίδας, σχεδόν 40 χρονογραφήματα για την περίοδο από Αύγουστο 1928 έως Μάιο 1929 και μου έστειλε τις φωτογραφίες. Ο παππούς μου είχε στα χαρτιά του κρατήσει αρκετά από αυτά, σε ένα τετράδιο με κολλημένα αποκόμματα, που το τιτλοφορεί «Περισωθέντα νεανικά αμαρτήματα». 

Το συγκεκριμένο χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στον Δημοκράτη στις 20 Φεβρουαρίου 1929 (ο πατέρας μου είχε μόλις σαραντίσει, δηλαδή), με τον υπέρτιτλο «Αναμνήσεις». Εδώ μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία. Ο παππούς γράφει σε καθαρεύουσα, που ταιριάζει με το περιπαικτικό ανάλαφρο ύφος των περιγραφών του. Να σημειώσουμε ότι ήταν 26 χρονών όταν τα έγραφε αυτά και ότι το περιστατικό που αφηγείται πρέπει να συνέβη 3-4 χρόνια νωρίτερα. 

Ο τίτλος θα παραξενέψει αρκετούς, αν και τον έχω αναφέρει ξανά στο ιστολόγιοΤο «Παλαιόσπιτον Κάρακα» (Masure Gorbeau στα γαλλικά) είναι παρμένο από την περίφημη μετάφραση των Αθλίων από τον Ισιδωρίδη Σκυλίτση. Είναι το σπίτι όπου μένουν για λίγο ο Γιάννης Αγιάννης και η Τιτίκα, μόλις την παίρνει από τους Θεναρδιέρους -και το 4ο βιβλίο του 2ου τόμου των Αθλίων τιτλοφορείται Masure Gorbeau. Ο Σκυλίτσης είναι αυτός που καθιέρωσε τις αποδόσεις Γιάννης Αγιάννης, Γαβριάς, Τιτίκα κτλ. που τις τηρούν οι περισσότερες νεότερες μεταφράσεις, αλλά νομίζω ότι οι νεότεροι δεν ακολουθούν τον Σκυλίτση στην υπόλοιπη ονοματολογία -ας πούμε, το «παλαιόσπιτον Κάρακα», ο Κοτζιούλας το αποδίδει «το σαράβαλο του Κόρκα». Και οι δυο μεταφραστές την ίδια σκέψη κάνουν, το Gorbeau είναι παράφραση του corbeau (κόρακας). Καθώς οι Άθλιοι είχαν διαβαστεί πολύ, για το «παλαιόσπιτον Κάρακα» έχουν γράψει επίσης ο Σπύρος Μελάς και ο Κωστής Παλαμάς, σίγουρα και άλλοι.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΣΠΙΤΟΝ ΚΑΡΑΚΑ

Κάποτε Άγγλος περιηγητής, επεσκέφθη την Ακρόπολιν, ήτο δε τόσον υπερφίαλος και εγωιστής ώστε πάντα τα επιδεικνυόμενα αυτώ υπό του ξεναγού αρχαία κειμήλια ουδεμίαν του έκαμνον εντύπωσιν, αλλ’ απήντα στερεοτυπως : «εκομε και μεις στο Αγγλία». Απαυδήσας ο ξεναγός ήρχισε να του «κόβει κούρες» ήτοι να ψεύδηται άσυστόλως και να τον εμπαίζει εις πάσαν ερώτησιν, λέγων άλλ’ αντ’ άλλων, ότε δε ο υπερήφανος ξένος ηρώτησε περί δύο στρογγυλών λιθαρίων, ευρισκομένων επί τινος μαρμάρου, του απήντησεν ότι ήσαν τα μάτια του Αδάμ. Έκομε και μεις στο Αγγλία, ήτο η απάντησις του Άγγλου. Αμ πώς τα ’χετε και σεις Χριστιανέ μου, αφού είχε δυο όλα όλα και βρίσκουνται και τα δυο εδώ;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αθηναιογραφία, Μεσοπόλεμος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 151 Σχόλια »

Παρμεζάνα και σαμπάνια μέσα στη μπορντό λιμουζίνα

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2023

Τι κοινό έχουν οι τέσσερις (εκτός από τις συνδετικές, δηλαδή) λέξεις του τίτλου; Ίσως δεν έπρεπε να βάλω το μπορντό, παραείναι εύκολο: και οι τέσσερις λέξεις προέρχονται από τοπωνύμια.

Παλιά είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για ουσιαστικά που έχουν παραχθεί από κύρια ονόματα, στο σημερινό θα δούμε ένα ειδικότερο θέμα: ουσιαστικά που προέρχονται από τοπωνύμια, κυρίως από ονόματα πόλεων και περιοχών.

Την ιδέα την πήρα από μια πρόσφατη δημοσίευση του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Αντλώντας υλικό από το πρόσφατο Λεξικό κυρίων ονομάτων (το έχουμε παρουσιάσει) ο καθηγητής δημοσίευσε ένα πλαίσιο κι ένα συνοδευτικό κείμενο με «αντικείμενα που  το όνομά τους προέρχεται από τοπωνύμια».

Το πλαίσιο το βλέπετε αριστερά, ενώ το συνοδευτικό κείμενο, που θα το παραθέσω, είναι μεταφορά (κόπι-πάστε, αν πρόσεξα καλά) μιας ενότητας του Λεξικού -όπως είχα γράψει, το λεξικό εκτός από τα αλφαβητικά λήμματα έχει και 114 θεματικές ενότητες, που είναι τερπνό ανάγνωσμα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν άρθρο του ιστολογίου.

Πριν προχωρήσω, ένα μικρό κουίζ. Το κείμενο του πλαισίου που βλέπετε αριστερά, περιέχει ένα όχι ασήμαντο πραγματολογικό λάθος. Μπορείτε να το βρείτε;

Στο πλαίσιο αναφέρονται 15 «αντικείμενα» που πήραν το όνομά τους από τοπωνύμια (αντικείμενα με την ευρεία έννοια, αφού έχουμε και το χρώμα μπορντό). Στο συνοδευτικό κείμενο του κ. Μπαμπινιώτη, είναι κάπως περισσότερα, 22. Ωστόσο, μπορούμε να συμπληρώσουμε τον κατάλογο -και αυτό θα κάνω ή μάλλον θα το κάνουμε μαζί αφού περιμένω και τα δικά σας σχόλια.

Το συνοδευτικό κείμενο:

ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ η μετωνυμική λειτουργία, σύμφωνα με την οποία ορισμένα κύρια ονόματα μετατρέπονται σε κοινά. Συχνός τρόπος μετωνυμίας είναι η μετατροπή ονομάτων περιοχών όπου παράγεται κάποιο προϊόν σε ονόματα των ίδιων των προϊόντων.
Μερικές ενδιαφέρουσες λέξεις που προήλθαν από τοπωνύμια έχουν την αφετηρία τους στα αρχαία χρόνια.

Από το τοπωνύμιο Πέργαμος προήλθε η λέξη περγαμηνή. Προέρχεται συγκεκριμένα από την ελληνιστική φράση περγαμηνὴ τέχνη / μεμβράνη, η οποία αναφερόταν στην τεχνική κατεργασίας τού δέρματος αιγοπροβάτων που αναπτύχθηκε στην Πέργαμο τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ., προκειμένου να αντικατασταθεί ο σπάνιος και εύθρυπτος πάπυρος ως υλικό γραφής. Από το αρχαίο Μάγνης, -ητος (της Μαγνησίας) και την αρχαία περίφραση Μαγνῆτις (λίθος) (ἡ) προήλθε η ελληνιστική λέξη μαγνήτης, καθώς ήδη από την αρχαιότητα ήταν γνωστή η σύνδεση τού μαγνήτη με την εν λόγω περιοχή (χωρίς όμως τεκμηριωμένη ερμηνεία). Το όνομα Βερενίκη τής πόλης τής Κυρηναϊκής (η σημερινή Βεγγάζη) έδωσε το ελληνιστικό βερενίκιον «νίτρο αρίστης ποιότητας» (που παραγόταν εκεί), από όπου προήλθε το σημερινό βερνίκι. Από το όνομα τού νησιού Κίμωλος έλαβε το όνομά της ήδη στην αρχαιότητα η κιμωλία, επειδή εκεί βρέθηκε τέτοιου τύπου πέτρωμα. Η γάζα προήλθε από την πόλη Γάζα (εβραϊκό ‘Az(z)a), όπου παρασκευαζόταν (από βαμβάκι ή λινάρι) το συγκεκριμένο προϊόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ονόματα, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 245 Σχόλια »

Πριν, τότε, μετά (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2023

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρυσι τον Ιούλιο κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Tο σημερινό είναι μια τριλογία με διαφορετικά θέματα που δείχνουν την θεώρηση των πραγμάτων και των ενδιαφερόντων πριν, κατά ή μετά από ένα γεγονός που αλλάζει την φιλοσοφία της ζωής μας, όπως λέει ο Τζι, που μου έστειλε και τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τη δημοσίευση.

 

Πριν

Η φωτογραφία

Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν…να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.

Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ’ την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ’ αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ’ ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.

Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.

Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.

 

Τότε

Η πρώτη γνωριμία

Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι’ όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι’ η κοινωνία … άρα έτσι θάναι !

Οπως η κοινωνία λέει και επιμένει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται, ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο.

Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε για πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος, αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε και σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που – ίσως – δεν θα σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα, ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την χρονική αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :
(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)

– Κι’ ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο
– Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
– Κι’ όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
– Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
– Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
– Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
– Οσοι αιώνες κι’ αν περάσουνε
– Η «λογική» κι η «τρέλλα»

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες και σε όλους τους αιώνες, όπως έκανε στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς κάπου και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή…

Ηταν κάτι το πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι, ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής, ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με αυτόν τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι’ αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς.

Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι’ άλλοτε φωτισμένο, μα πάντοτε το ίδιο στραμμένο προς την γη των ζωντανών…

 

Μετά

Ένα πρωινό στην πλατεία του χωριού

Την κοιτούσε αλλά μάλλον ήταν τόσο πολύ αφηρημένος που δεν την έβλεπε, του γεννούσε εξ άλλου τόσους συνειρμούς που θα ήταν αδύνατον σε μια από τις αισθήσεις του- στην όραση εκείνη τη στιγμή-  να επικρατήσει στο μυαλό του.

Ηταν τα νιάτα της που τον χτύπαγαν στο υπογάστριο, το ξανθό α λα γκαρσόν μαλλί της που αναδείκνυε έναν υπέροχο λαιμό και τα χοντρά άγαρμπα ποδοδάκτυλα που σηκώνονταν σαν περπατούσε με τις σαγιονάρες που τράβαγαν το βλέμμα του. Είχαν γι αυτόν κάτι το έντονα σεξουαλικό αυτού του είδους τα δάκτυλα και η κίνησή τους. Είχε παρκάρει- μάλλον παρατήσει – το θηριώδες τζιπ της στην πλατεία του χωριού και πήγαινε χαμογελαστή και φουριόζα στο μανάβικο καλημερίζοντας τους θαμώνες του διπλανού καφενείου. Ολοι την έτρωγαν με τα μάτια, άλλος για το πλούσιο στήθος της, άλλος για τη μέση της κι άλλος για τα καλοσχηματισμένα από τον πολύ χορό ημισφαίρια. Η κοπελιά δεχόταν τα βλέμματα των συγχωριανών της με κατανόηση, η σαρκική υπεροχή της ερχόταν να προστεθεί στην οικονομική αλλά και στην εθνική – όπως πίστευε- υπεροχή της.

Η οικονομική υπεροχή ήταν αναμφισβήτητη. Τα παραλιακά κατσάβραχα όπου έβοσκε τα ζα ο παπούς της είχαν αποκτήσει μεγάλη αξία όταν έφτασε -επί χούντας- ο δρόμος κι ο τουρισμός στο χωριό της. Ολοι οι κάτοικοι ευγνωμονούσαν το στρατιωτικό καθεστώς αγνοώντας πως ο δρόμος είχε αποφασισθεί να γίνει  πριν έλθει αυτό στην εξουσία. » Οι άχρηστοι πολιτικοί όλο υποσχέσεις ήτανε και μεις πηγαίναμε με το καΐκι στ’ άλλα χωριά» ήταν η μόνιμη επωδός τους όταν κάποιος επιχειρούσε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ο παπούς της κοπελιάς δεν παρασύρθηκε από την γρήγορη άνοδο των τιμών. Μαθημένος στη φτώχεια του ζήταγε με γαϊδουρινή υπομονή ένα αστρονομικό ποσό για μια λουρίδα βραχώδους γης που έμπαινε μέσα στη θάλασσα. Δεν το πίστευε κανείς αλλά βρέθηκε ένας βαρεμένος αμερικάνος που ήθελε να κτίσει «σπίτι στη θάλασσα» και πλήρωσε πέντε φορές επάνω την τρέχουσα τιμή του οικοπέδου. Ξεκίνησε να κτίζει το «σπίτι στη θάλασσα» κι όταν το τέλειωσε εξαφανίσθηκε, μάλλον πέθανε. Ποτέ κανένας κληρονόμος δεν άνοιξε το σπίτι στη θάλασσα που έμεινε ακατοίκητο να σαπίζει στα κτυπήματα της θάλασσας και του αγέρα.

Τα παιδιά του παπού, ανάμεσά τους κι ο πατέρας της κοπελιάς, κεφαλαιούχοι του χωριού πλέον, τόριξαν στις τουριστικές μπίζνες, «ρούμς του λετ» και καφετέριες που εξελίχθηκαν σε πιο πολιτισμένες επιχειρήσεις, όπως ξενοδοχεία και βενζινάδικα. Τα παιδιά τους, ανάμεσά τους κι η κοπελιά, δεν χρειάσθηκε να δουλέψουν, πήραν μόνο ένα σεμινάριο από τους γονείς τους πως να κλέβουν την εφορία και το φι-πι-α, δεν τους χρειάζονταν περισσότερα.

Η κοπελιά βγήκε από το μανάβικο με τα ψώνια της. Χαμογελούσε συνεχώς, είχε όλα τα προβλήματά της λυμένα, όπως ο ήλιος στη καθημερινή του διαδρομή. Τα βλέμματα όλων την ακολουθούσαν αυξάνοντας την αυτοπεποίθησή της. Ηταν περήφανη για το ολοφάνερα μακρύ, σλάβικο σώμα της που αναπτύχθηκε όταν μετά την κατοχή η διατροφή των παιδιών έπαψε να είναι τραγική καθώς και για το αρβανίτικο αγύριστο κεφάλι της που κανένα σχολείο δεν ήταν σε θέση να της το διορθώσει. Εξ άλλου δεν το είχε ανάγκη, μπορούσε να περάσει ζωή χαρισάμενη και με τα λίγα και στραβά πράγματα που ήξερε. Ετσι υπερηφανευότανε για την ελληνική καταγωγή της -κατευθείαν από τον Σωκράτη και την Ξανθίππη- και σιχαινότανε τους αλβανούς και βούλγαρους που ξεζούμιζε στις επιχειρήσεις της. Τα προσόντα της επεκτείνονταν και στην μαγειρική όπου η προτίμησή της συνέπιπτε με τα εθνικά της ιδεώδη. Ετσι όταν είχε χρόνο έφιαχνε περίτεχνο ιμάμ μπαϊλντί ή μουσακά αλλά και το ατζέμ πιλάφι ήταν στο ρεπερτόριό της ενώ όταν βαριότανε να μαγειρέψει δοκίμαζε τις συνθετικές της ικανότητες στην πίτσα, παίζοντας με τα υλικά που άπλωνε στην έτοιμη πίττα. Οι φίλες της κι οι συγγενείς της που είχαν την τύχη να δοκιμάσουν την μαγειρική της είχαν να το λένε πως ήταν πολύ προχωρημένη στην ελληνική κουζίνα.

Η κουλτούρα της περιοριζότανε σε καψουροτράγουδα και δημοτικά που τα χόρευε μανιωδώς. Εξ άλλου ήταν ιδρυτικό μέλος και χορηγός της γυναικείας ομάδας χορού του χωριού της στην οποίαν συμμετείχε και ένας νέος, ολοφάνερα αδερφή. Η επιτυχία των χορευτικών εκδηλώσεων μεγάλωνε το κύρος της και τα σκαλοπάτια που θα έπρεπε να ανέβει ο πρίγκηπας που θα την κατακτούσε. Η λεσβιακή οδός φάνταζε πιο εύκολη και οι κακές γλώσσες είχαν ήδη αρχίσει να ψιθυρίζουν.

Το βλέμμα του είχε μαγνητισθεί από το γαλάζιο του μπλουτζίν της. Περιέργως δεν πήγαινε στο περιεχόμενο του παντελονιού αλλά προσπαθούσε να καταλάβει αν πλησίαζε περισσότερο το γαλάζιο της ακίνητης θάλασσας ή το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού, λίγο πριν φέξει. Το χρώμα έσπαζε στα γόνατα όπου το ξεφτισμένο ύφασμα άφηνε να φανεί το χρώμα της επιδερμίδας της. Το παντελόνι τελείωνε σε μια λυγερή μέση που δεν είχε ανάγκη από ζώνη να το συγκρατήσει, τόσο εφαρμοστό ήτανε. Πιο πάνω, το άσπρο πουκάμισο δεμένο κόμπο στο γυμνό στομάχι της θύμιζε άγραφο χαρτί, ίδιο με το μυαλό του εκείνη τη στιγμή. Η κοπελιά τον κοίταξε κι αμέσως σκόνταψε, το μάτι του «έπιανε».

Ο θεός της Ελλάδας να σε έχει καλά» της είπε κι αμέσως ανέβηκε πρώτος στη λίστα των υποψηφίων εραστών της, όταν και αν αποφάσιζε να δοκιμάσει τις ετεροφυλικές σχέσεις. Τον ήξερε από το τοπικό κουτσομπολιό, τον θεωρούσανε απόμακρο. Σκέφθηκε πως ήταν ώριμος, εχέμυθος και συμπαθητικός.

Του γέλασε παιχνιδιάρικα και μπήκε στο τζιπ της όπου η φίλη της την περίμενε υπομονετικά και τώρα πια, ζηλότυπα…

 

 

Posted in Διηγήματα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 76 Σχόλια »

Μεζεδάκια της μομφής

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2023

Θα καταλάβατε ότι τα ονομάζω έτσι επειδή, την ώρα που τα έγραφα χτες το μεσημέρι, διεξαγόταν στη Βουλή η συζήτηση για την πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης. Και θα έχετε δίκιο αν μου πείτε ότι ο κανονικός όρος είναι «πρόταση δυσπιστίας», θα σας αντιτείνω όμως ότι τίτλο «Μεζεδάκια δυσπιστίας» έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει το 2018, όπως και «Δύσπιστα μεζεδάκια» πέρυσι -κι έτσι, τα είπα «μομφής».

Μπόρεσα να παρακολουθήσω κάποια σημεία από τη συζήτηση κι έτσι αλίευσα μερικά γλωσσικά αστοχήματα για να τα σερβίρω στη σημερινή πιατέλα.

Για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στον Αλέξη Τσίπρα είπε:

Αλλά δεν μας απαντήσατε, κ. Τσίπρα, και θέλω να σας ρωτήσω ευθέως, εάν στην επιστολή την οποία σας ενεχυρίασε ο Πρόεδρος της Αρχής αναφέρθηκαν τα ονόματα τα οποία δημοσιεύσατε σήμερα, ναι ή όχι; Υπήρχαν τα ονόματα ή δεν υπήρχαν;

Αλλά δεν τη βάζουμε ενέχυρο την επιστολή, τη δίνουμε στο χέρι, την εγχειρίζουμε. Άρα, που σας ενεχείρισε έπρεπε να πει. Πιο απλό βέβαια θα ήταν να πει: που σας έδωσε, που σας έδωσε ιδιοχειρως.

Επίσης, αν άκουσα καλά, ο Αλ. Τσίπρας είπε για τα «τρεισήμισι χρόνια» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αυτό θεωρείται λάθος, είναι μάλιστα από τα πρώτα πρώτα που βρίσκει κανείς στα λαθολόγια, διότι τα χρόνια είναι γένους ουδετέρου, οπότε αφού έχουμε «τρία» χρόνια πρέπει να πούμε «τριάμισι χρόνια» αλλά «τρεισήμισι μήνες» και «τρεισήμισι ώρες». Αλλά για το θέμα αυτό χρωστάμε άρθρο.

Επίσης, έτυχε να ακούσω τον βουλευτή της ΝΔ κ. Χαρακόπουλο να επαινεί τον δημόσιο τομέα «που καταγάγει καθημερινά νίκες». Αλλά ενώ θα πούμε «έχει καταγάγει» ή μπορούμε να πούμε «θα καταγάγει» ή «φιλοδοξεί να καταγάγει», στην οριστική του ενεστώτα το ρήμα είναι «κατάγει». Πρόσεξα επίσης ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ανέφερε μια λέξη που μας απασχόλησε πρόσφατα, την κουτσουκέλα, αλλά χρησιμοποίησε τον τύπο «κουτσικέλα».

Τέλος, πρόσεξα ότι ο Αλ. Τσίπρας χρησιμοποίησε τον κακόζηλο αγγλότροπο πληθυντικό, όταν είπε ότι ο πολίτης φοβάται να περάσει «έξω από τα σουπερμάρκετΣ». Το σωστό είναι «τα σουπερμάρκετ’, βέβαια.

Κι ένα μαργαριτάρι σχετικό με τη συζήτηση στη Βουλή, αλλά από εφημερίδα. Iδού ο πρωτοσέλιδος τίτλος του Ποντικιού:

Πρόκειται βέβαια, όπως το λένε κι οι ίδιοι στον υπότιτλο, για παράφραση του πασίγνωστου ρητού «Έστι δίκης οφθαλμός ός τα πάνθ’ ορά». Ωστόσο, οι μεταξωτές περισκελίδες θέλουν επιδέξιους χειριστές. Το «ους» (το αυτί) είναι ουδέτερο, άρα η αντωνυμία έπρεπε να είναι «ό», όχι «ός». Και το «ακούει» δεν δασύνεται όπως το «ορά», άρα «τα πάντ’ ακούει».

* Κι ένα πρωθυπουργικό μαργαριτάρι, σχετικό με τη συζήτηση στη Βουλή αλλά φιλοτεχνημένο την προηγούμενη μέρα, σε ομιλία στο Ηράκλειο. Αναφέροντας προηγούμενη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα, ο Κ. Μητσοτάκης είπε: «Υπάρχουν δικαστάς εις τας Αθήνας» (στο 55.30 του βίντεο, εδώ).

Ο Τσίπρας όμως (είδα το βίντεο) είπε, φυσικά, «Υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας». Επαναλάμβανε ρήση του Ελευθ. Βενιζέλου, ο οποίος παράφραζε την παροιμιώδη φράση «Υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο», που αποδίδεται σε έναν μυλωνά στο Πότσδαμ.

* Αστείο ορθογραφικό λάθος που είδα στα Υπογλώσσια, όπου κάποιος εμπορικός ιστότοπος προτείνει ταξινόμηση των προϊόντων που εκθέτει κατά διάφορους τρόπους, ανάμεσά τους και κατά «φθήνουσα» τιμή.

Φθίνουσα βεβαίως, δηλαδή ξεκινάει από τη μεγαλύτερη και κατεβαίνει προς τη μικρότερη, αλλά η έλξη από τις φθηνές τιμές φάνηκε ακαταμάχητη.

Αχ, πότε θα έρθει το φθηνόπωρο, που είπε κάποιος.

* Διαβάζω στον 984:

Το φημισμένο Αδριάνειο Υδραγωγείο, το οποίο είναι λειτουργικό επί 19 αιώνες, συνεχίζοντας να μεταφέρει νερό από την Πάρνηθα και την Πεντέλη στην Αθήνα, αναδεικνύει αλλά και το καταστεί παραγωγικό, ο δήμος Χαλανδρίου κατασκευάζοντας το πρώτο δίκτυο στη χώρα αποκλειστικά μη πόσιμου νερού. Μετά από 60 χρόνια εκτός λειτουργίας, το πολύτιμο νερό που κυλάει μέσα στο Αδριάνειο θα είναι προσβάσιμο στους κατοίκους του Χαλανδρίου για ποτιστικές και άλλες ανάγκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 155 Σχόλια »

Συστάσεις γραμματικής προς φοιτητές (μια συνεργασία του Μιχάλη Ρουμελιώτη)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2023

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε αναδημοσιεύσει και συζητήσει εκτενώς το άρθρο Ζητείται ορθογραφία στο Πανεπιστήμιο. Ο φίλος μας Μιχάλης Ρουμελιώτης, που συμμετείχε και στη συζήτηση εκείνη στο ιστολόγιο, μού έστειλε ένα κείμενο με «συστάσεις» που έχει συντάξει και που διανέμει στους φοιτητές του. Το βρήκα ενδιαφέρον, ανεξάρτητα από το αν συμφωνώ με όλες τις συστάσεις, και νομίζω ότι θα ενδιαφέρει και εσάς.

Το κείμενο των συστάσεων διανέμεται στούς προπτυχιακούς φοιτητές τού Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων και τού Τμήματος Διοίκησης Τουρισμού τού Πανεπιστημίου Αιγαίου, στά πλαίσια τών νομικών μαθημάτων και τού μαθήματος επιχειρηματικής ηθικής. Πρόκειται, όπως λέει ο Μ.Ρ., για μια προσπάθεια να εξοικειωθούν οι φοιτητές με βασικά λόγια στοιχεία τής καθομιλουμένης, τά οποία τούς χρειάζονται αλλά ενδεχομένως τα αγνοούν. 

Μεταφέρω το κείμενο αυτούσιο, διατηρώντας την ορθογραφία του συντάκτη. Διαφωνώ με τη διατύπωση «κραυγάζει/φωνάζει αγραμματοσύνη» που χρησιμοποιεί δυο φορές ο Μ.Ρ., για να καυτηριάσει κάποιο αστόχημα, ιδίως επειδή στη μία περίπτωση δεν είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα. Σχολιάζω κι εγώ, αλλά με φειδώ -τα δικά μου σχόλια είναι μέσα σε αγκύλες, [  και ].

 

Μιχάλη Ρουμελιώτη

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Υπάρχουν κάποια πράγματα στή χρήση τού λόγου που βλέπω ξανά και ξανά, κάθε χρόνο, να σάς δυσκολεύουν, και που σάς εκθέτουν στήν κατηγορία τής αμάθειας. Θεώρησα λοιπόν χρήσιμο να μαζέψω εδώ ορισμένες πρόχειρες συστάσεις.

  1. Τά τριγενή και δικατάληκτα επίθετα.

Λέγονται έτσι γιατί έχουν τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο), αλλά δύο μόνο καταλήξεις σε κάθε πτώση· μία κατάληξη για τό ουδέτερο γένος, και μία για τά άλλα δύο γένη.

Ο διεθνής (οργανισμός), η διεθνής (Αμνηστία), τό διεθνές (ενδιαφέρον)

Τού διεθνούς (τύπου), τής διεθνούς (πολιτικής σκηνής), τού διεθνούς (κύρους)

Τόν διεθνή (αερολιμένα), τήν διεθνή (κατάσταση), τό διεθνές (δικαστήριο)

Οι διεθνείς (κανόνες), οι διεθνείς (ειδήσεις), τά διεθνή (στενά)

Τών διεθνών (χρηματιστηριακών δεικτών, συμβάσεων, προβλημάτων)

Τούς διεθνείς (ποδοσφαιριστές), τίς διεθνείς (αντιλήψεις), τά διεθνή (ύδατα)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Εκπαίδευση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 191 Σχόλια »

Το ChatGPT κι εμείς

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2023

Το ChatGPT είναι ένα μποτάκι, ένα ρομπότ συνομιλίας (chatbot), δηλαδή ένα πρόγραμμα που μπορεί να επιδίδεται σε γραπτό διάλογο στα αγγλικά, με εντυπωσιακές αποδόσεις.

Ακόμα δεν έχει κλείσει δυο μήνες ζωής, αφού έκανε την πρώτη εμφάνισή του στις 30 Νοεμβρίου 2022, κι όμως όλοι μιλούν γι’ αυτό, οι επισκέψεις στον ιστότοπό του είναι τόσο πολλές που συχνά όποιος προσπαθεί να τον επισκεφθεί παίρνει μήνυμα ότι η δυναμικότητα έχει εξαντληθεί, ενώ η χρηματιστηριακή αξία της OpenAI, της εταιρείας που το δημιούργησε, εκτοξεύτηκε σε πολλά δισεκατομμύρια.

Το ChatGPT μπορεί να μιμείται τη συνδιάλεξη ενός ανθρώπου, αλλά επίσης έχει την ικανότητα να γράφει κώδικα υπολογιστή να συνθέτει μουσική, να εκπονεί μαθητικές και φοιτητικές εργασίες, να απαντάει σε διαγωνίσματα, να γράφει ποιήματα και στίχους.

Eπειδή λοιπόν το ρομποτάκι είναι πολύ καλό στο να γράφει μαθητικές και φοιτητικές εργασίες, σχολεία και πανεπιστήμια (στις ΗΠΑ) έχουν ήδη αρχίσει να απαγορεύουν τη χρήση του. Πόσο καλό είναι; Προχτές ανακοινώθηκε ότι πέρασε με επιτυχία το τελικό διαγώνισμα για την απόκτηση ΜΒΑ από τη σχολή Wharton του πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας. Μάλιστα, όχι μόνο έδωσε άριστες επεξηγήσεις αλλά ήταν πολύ καλό στο να τροποποιεί τις απαντήσεις του ανάλογα με νύξεις από τους εξεταστές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 252 Σχόλια »