Ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σήμερα
Posted by sarant στο 7 Δεκεμβρίου, 2025
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865-1922) από τα Λεχαινά της Ηλείας, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα, είναι γνωστός κυρίως από τα ναυτικά του διηγήματα της συλλογής Λόγια της πλώρης, σε ρωμαλέα δημοτική. Στις νουβέλες του, ιδίως στον Ζητιάνο και στον Αρχαιολόγο ξεπερνάει την ηθογραφία.
Ο Ζητιάνος δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1896 στην Εστία και τον επόμενο χρόνο βγήκε σε βιβλίο. Αφηγείται τον βίο και την πολιτεία του Τζιριτόκωστα, ενός επαγγελματία ζητιάνου από την ορεινή Ναυπακτία, από τα Κράκουρα (Κράβαρα) που έχει διαλέξει για πεδίο δράσης το Νυχτερέμι, ένα χωριό της πρόσφατα απελευθερωμένης Θεσσαλίας, κοντά στις εκβολές του Πηνειού. Εκμεταλλεύεται την ευπιστία και τη δεισιδαιμονία των χωρικών για να αποσπά κέρδη.
Τον Ζητιάνο τον είχα διαβάσει στο γυμνάσιο, μας τον είχε συστήσει/παινέψει ο φιλόλογός μας -δεν θυμάμαι αν κάποιο απόσπασμα περιλαμβανόταν στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα. Αναρωτιέμαι αν διαβάζεται σήμερα, αφού η Ελλάδα που περιγράφει είναι πολύ διαφορετική από τη σημερινή, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Οι εκδόσεις Αντίποδες θα βοηθήσουν να δοθεί απάντηση στην απορία μου, διότι πρόσφατα εκδώσανε τον Ζητιάνο -νέα έκδοση, που ακολουθεί τη φιλολογική έκδοση του Π. Μαστροδημήτρη και συνοδεύεται από εκτενές επίμετρο του Σωτήρη Παρασχά και από γλωσσάρι.
Δεν είναι το πρώτο κλασικό έργο νεοελληνικής λογοτεχνίας που εκδίδουν οι Αντίποδες, είχε προηγηθεί το Σκλάβοι στα δεσμά τους, του Κ. Θεοτόκη και ετοιμάζονται και άλλα. Σημειώνω ότι το ενδιαφέρον επίμετρο του Παρασχά εστιάζεται στην έννοια του παράσιτου, στη λογοτεχνία και την ιατρική.
Από τον Ζητιάνο διάλεξα να παρουσιάσω ένα απόσπασμα (σελ. 45-57) από το 2ο κεφάλαιο («Μυστήρια της ζητιανιάς») που περιγράφει την εκπαίδευση του Τζιριτόκωστα στην επαιτεία -και τον περίφημο Κουτσοκουλόστραβο χορό.
Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ
Ο Κώστας Τζιρίτης και Τζιριτόκωστας, κατά τη συνήθεια που έχουν στη Pούμελη να σμίγουν το επίθετο με τ’ όνομα, ήταν από τόπο που συμμαζώνει στα στενά του σύνορα όλη την ασυμμάζευτην ιστορία της ελληνικής ζητιανιάς. Στην εποχή του εσυνήθιζαν εκεί, όταν οι ακμαίοι άντρες έλειπαν στα ταξίδια και οι γυναίκες έξω στις περίγυρα κρεμνόραχες εβολάκιαζαν τα φθισικά αραποσίτια τους, οι εβδομηντάρηδες να συνάζουν τα παιδιά στο χοροστάσι και να τα γυμνάζουν στης ζητιανιάς τα καμώματα. Κάτω από τ’ ασπρόμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· κάτω από τα πρόσωπα εκείνα, που παραμορφωμένα επέτρωσεν η αδιάκοπη πλαστοπροσωπία· εμπρός στις σακατεμένες κορμοστασιές που παράλλαξεν όχι του χρόνου το γοργοτρέξιμο, όχι της αρρώστιας η κρυφή ενέργεια, όχι του καιρού η ξαφνική επιρροή, αλλά το πείσμα, εγυμναζόταν η νεολαία, η ελπίδα και χαρά του χωριού, να είναι άξια, αν όχι καλύτερη των πατέρων της. Ο Κουτσοκουλόστραβος χορός ήταν το κυριότερο γύμνασμα εκείνες τις ημέρες. Τα παιδιά κρατώντας και από ένα μπαστούνι εγύριζαν χεροπιαστά κι επροσποιούνταν από μια σωματική βλάβη. Ένα έκανε τον κουτσό· και ανεβοκατέβαζε το κορμί του σε κάθε βήμα, σαν το έμβολον ανάμεσα στα μετάλλινα πλευρά της τρόμπας. Άλλο έκανε τον θεότυφλο κι εβημάτιζε ρίχνοντας εμπρός το μπαστούνι, πασπατεύοντας με την άκρη του τη γη, μήπως τύχει έξαφνα ψήλωμα ή λάκκωμα, κρεμνός ή όχτος, κοτρόνι ή κορμόδεντρο και πέσει και τσακισθεί ο ταλαίπωρος! Κι έδειχνε ζωγραφιστή στο πρόσωπό του την αμφιβολία και τον τρόμο ενός τυφλού. Τρίτο έκανε τον παράλυτο· ακουμπούσε στη γη τις δύο παλάμες, εσήκωνε με πηδήματα γοργοπόδαρου λαγού τα νεκρά και αλύγιστα ποδάρια του, σύνωρα ψηλώνοντας τα μάτια καθαρά και άδολα και χύνοντας στο δροσοπεριχυμένο πρόσωπο θλίψιν ήμερη και ασκητικήν υπομονή στου Θεού το θέλημα του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου! Άλλο, νεραϊδοπαρμένο τάχα, εψήλωνεν ολόρθο το κορμί κι εβάδιζε με ολότρεμο σώμα κάνοντας ένα βήμα εμπρός και δύο πίσω και τρία δεξιά, αριστερά τέσσερα· ήθελεν εκεί να πάει κι επήγαινεν αλλού· εδοκίμαζε να γυρίσει δεξιά και αριστερά εγύριζεν· επροσπαθούσε να συμμαζέψει τα σκέλια του και τ’ άνοιγε· να διπλώσει τα χέρια του και τ’ άπλωνε ξύλα-ξερά κι εβημάτιζε με τρέμουλα όλων των μελών, λες και είχε τους αρμούς ξεχαρβαλωμένους. Άλλο έλεγε πως του πήραν οι νεράιδες στη ρεματιά της Κάναλης τη φωνή από φθόνο και άπλωνε τον λαιμό του κι εσούφρωνε τα χείλη με αγώνα θέλοντας να λαλήσει και βγάζοντας ανατριχιαστικόν ούρλιασμα μέσ’ από τον στενόχωρο λάρυγγά του. Άλλο έκανε τον μονοπόδαρο κι εταλάντευε το σώμα του ανάμεσα στις πατερίτσες, σαν βρωμερό κουρέλι στο ανεμοφύσημα. Και άλλα δέκα είκοσι έκαναν άλλες δέκα είκοσι αρρώστιες σωματικές, πολλές υπαρκτές και πολλές ανύπαρκτες ακόμα στον κόσμο.
Ενώ τα παιδιά έτσι εγυμνάζονταν για να πατήσουν τα φιλάνθρωπα αισθήματα των συνόμοιων τους αργότερα, ένας από τους γερόντους, παιγνιδιάρης ξακουσμένος και γλυκόφωνος, ορθοκρατώντας τρίχορδη λύρα στα γόνατα, εφρόντιζε με το τραγούδι να ελαφρώνει τους σημερινούς κόπους και να δείχνει αξιοζήλευτη και τρισευτυχισμένη τη μέλλουσα ζωή τους. Με φωνή παραπονιάρικη, συγκρατητή, μονότονη· με μικρή γοργάδα στην αρχή· μ’ ένα ξαφνικό χαμηλοψήλωμα έπειτα· κι έπειτα με χαμήλωμα στρωτόν ολόισιο μακρυλαρίκι, έλεγε τραγούδι ταπεινό, ντόπιον όσο και η λαψάνα της ξερής πλαγιάς και σαν εκείνη άνοστο, φτωχικό, ψειριασμένο. Κι εσυνόδευε το τραγούδι του με μονότονο και συγκρατητό και παραπονιάρικο γρίνιασμα της λύρας του. Και με το τραγούδι του έδειχνε στα παιδιά τα περίγυρα ξερά και άχαρα βουνά της πατρίδας τους, τη Γη τη μητριά και την ολοστέρφευτη. Επαρόμοιαζε με κατάρα Θεού και τρισανάθεμα τη γέννησή της, περνώντας πίσω αγγελόφερτος στου Σύμπαντος τη γέννηση, όταν το Παν ήταν Χάος και Μηδέν. Ο Θεός, έλεγεν, ηθέλησε να πλάσει τότε τον Κόσμον. Επήρεν ένα κόσκινο μεγάλο και το εκρέμασε σαν σύγνεφο στην άβυσσο. Έπειτα παίρνοντας χώμα με το χέρι έριχνε στο κόσκινο, κουνώντας το επάνω κάτω. Το χώμα φυσικά, το καλό και το γόνιμο, έπεσε κάτω κι εγέμισε την άβυσσο κι έξαφνα εφάνηκεν η Γη, πολύκαρπη και πανώρια. Έμειναν τέλος στο κόσκινο μόνον οι πέτρες και τα χάλαρα. Και οργισμένος ο Δημιουργός, γιατί δεν εσυλλογίσθηκεν από πριν να μοιράσει κι εκείνα δίκαια, εκλότσησε το κόσκινο κι εχύθηκαν τ’ απομεινάρια όλα μαζί σ’ έναν τόπο. Και ονόμασεν ο Θεός τον τόπον εκείνον Κράκουρα, που θα ειπεί, καταραμένον σαν τη μήτρα της Σάρας.
Αλλ’ ο τραγουδιστής δεν έλεγεν αυτά για να δειλιάσει τους ακροατές του. Απεναντίας, σαν εμπνευσμένος ψάλτης του παλιού καιρού, αδράχνοντας από την ταπείνωση το ύψος και από τον φόβο την αντρεία ερχόταν γιαμιάς γλυκοχρυσόστομος κι ενώ εκαταριόταν τη γη, εμακάριζε τα παιδιά της. Όταν οι διαβόλοι, έλεγε, ηθέλησαν να μοιράσουν τη Γη σε βασίλεια, κανένας απ’ αυτούς δεν εδέχθηκε να πάρει στο κράτος του τα Κράκουρα. Τ’ άφηκαν αμοίραστα κι εκηρύχθηκαν εξουσιαστές και προστάτες τους όλοι. Αλλά τόπος που έχει τέτοιους προστάτες, ευτυχισμένος και παμμακάριστος, επρόσθετεν ο γέροντας. Ο κάτοικός του δεν θα πεινάσει, ούτε θα διψάσει ποτέ στον αιώνα. Τα χέρια του δεν θα γνωρίσουν ποτέ το σταβάρι του αλετριού το άγριο και το στειλιάρι της αξίνας· δεν θα μαραθούν τα χρυσά του νιάτα ξεκολλώντας ριζιμιά λιθάρια και δεν θ’ αυλακωθεί το μέτωπό του από τη σκέψη. Δεν θα λιποψυχήσει μήπως ο λίβας του κάψει τα σπαρτά· μήπως η ξηρασία του μαράνει τα σταφύλια, μήπως η βροχή του χαλάσει τα μποστάνια. Άλλοι θα τα σκεφθούν και άλλοι θα φυτέψουν το αμπέλι που θα πιει αυτός το κρασί· άλλοι θα σπείρουν και θα θερίσουν το σιτάρι που θα φάγει το ψωμί· άλλοι θα μαζέψουν τις ελιές και άλλοι το λάδι του. Αυτός ένα μόνον θα έχει σκοπό, να γυρίζει τον κόσμο απ’ Ανατολή σε Δύση και με την έμπνευση του παντοδύναμου οδηγού του ν’ απατά τον κουτόκοσμο και να γυρίζει πλουτοφορτωμένος στο σπίτι του.
Έτσι τους έλεγε κι έτσι τους ορμήνευεν ο γέροντας. Και ο παράδοξος χορός σε κάθε του τραγουδιού τμήμα, σε κάθε της λύρας του παύλα, ερχόταν κουτσοκουλοστραβοβηματίζοντας κι ετραγουδούσε με φωνή παραπονιάρικη και συγκρατητή και μονότονη:
Θεός σχωρέσ’ τη μάνα σου,
δώσ’ μου λιγάκι αλεύρι,
να φτιάσω μια κουρκούτη.
Ένα, δύο, τρία!…
Θεός σχωρέσ’ τον κύρη σου,
δώσ’ μου λιγάκι λάδι,
να ρίξω στην κουρκούτη.
Ένα, δύο, τρία!…
Θεός σχωρέσ’ τη βάβα σου,
δώσ’ μ’ ένα κρεμμύδι,
να ψήσω με το λάδι,
να ρίξω στην κουρκούτη,
για να την φάω το βράδυ.
Ένα, δύο, τρία!…
Σ’ αυτό το μοναδικό σχολείον ο Τζιριτόκωστας γρήγορ’ αναδείχθηκε κι εθαυμάσθηκε. Δεκαχρονίτης δεν ήταν ακόμη και άρχισε να πλουτίζει με νέους βηματισμούς αλλόκοτους και αφύσικους τον Κουτσοκουλόστραβο χορό· να προσθέτει στα ζητιάνικα τραγούδια του νέα μέτρα και πρωτάκουστα ζητήματα. Η σεβαστή μορφή των γερόντων, που έκαναν τη Δωδεκάδα του χωριού, έφριξεν από απορία και χαρά για το νέον άστρο που ανέτειλε τριλαμπές να φωτίσει την πατρίδα τους. Τα κόκαλα του Πηλαλομούτρη, του Καλλιγοψίλλη, του Παστρογωνιά, που εβαρυκοιμώνταν στης Παναγιάς τον αυλόγυρον, κουρασμέν’ από τα πολλά ταξίδια και την άμετρη δόξα, εσάλεψαν συγκίβουρα, όταν άκουσαν τον νέο ζητιάνο, που ερχόταν να θαμπώσει τη μνήμη τους. Και τα μπαστούνια τα κρεμασμένα στους τοίχους των σπιτιών εταράχθηκαν κι εκείνα με ιερή φρικίαση, αβέβαια ποιο τάχα θα τιμηθεί να συντροφέψει στο πρώτο του ταξίδι τον νέον αρχιθεομπαίχτη. Και ο Τζιριτόγιωργας, ο πατέρας του, εσήκωσε με ειλικρίνεια, πρώτην ίσως φορά στη ζωή του, τα χέρια, ευχαριστώντας εγκαρδιακά τον Θεό, που του έστειλε τέτοιο παιδί να συνεχίσει το στάδιο και να τιμήσει το σπίτι του. Πριν όμως αποφασίσει να βγάλει στο ταξίδι τον γιο του ο καλότυχος πατέρας, τον έκραξε σ’ ένα παράμερο δωμάτιο του σπιτιού, τάχα πως θα του μιλήσει μυστικά. Εκεί τον έβαλε να καθίσει κατάχαμα και του είπε να γυρίσει τα μάτια. Και γυρίζοντας τα μάτια ο μικρός είδε για πρώτη φορά τόσον ολοφάνερα την παλαιά ρίζα και κατάσταση της οικογενείας του.
Δεν ήταν αληθινά βαρυστολισμένο το δωμάτιο. Ένα μόνον τραπέζι σαρακοφαγωμένο, στρωμένο με μάλλινο χρωματιστό τραπεζομάντιλο ακουμπούσε στον ένα τοίχο μ’ ένα κίτρινο σπειρωτό νεροκολόκυθο επάνω. Ξύλινος καναπές απλαδοστρωμένος έπιανε τον άλλον τοίχο. Δύο μεγάλες κασέλες από καρυδιά με παράδοξα χοντροσκαλίσματα έπιαναν τον τρίτο· κι εκρέμονταν από την αταβάνωτη σκεπή πέντε δέκα πλέχτρες ξεροκύδωνα με τα φύλλα τους ακόμη και το χνούδι και δύο κλάρες μπουρνέλες με τη σκόνη καθισμένη, σαν αχνός επάνω στην γαλαζόμαυρη πέτσα τους. Όμως πίσω από τη μαυρισμένη πόρτα και περίγυρα στους τοίχους είδεν ο μικρός να κρέμονται από τα καρφιά, με τάξη και ηλικία βαλμένα όλων των ειδών και όλων των σχημάτων τα μπαστούνια. Μερικά χυτά, ολόισια επάνω έως κάτω· άλλα γυριστά, άλλα διχαλωτά· μερικά στην άκρη με ρίζα χοντρή· τούτο με κόμπους, εκείνο στραβό· το ένα ξεφλουδισμένο· το άλλο ακόμη με τα δαγκώματα των σκύλων· το άλλο διατηρώντας στη ράχη του τις γραμμές, που έκοβε μετρώντας ποιος ηξεύρει τι της ζωής είτε του επαγγέλματός του αξιοθύμητον ο μακαρίτης αφέντης του· μισοτσακισμένο τούτο, λυγισμένο εκείνο. Όλα ήσαν στη σκόνη περιτυλιγμένα, σαν σε σάβανο του καιρού, και βυθισμένα στη σιωπή και τον ύπνον, όπως τα όπλα πολεμιστού τρισένδοξου, κρεμασμένα εκεί για μνήμη του αθάνατη και αξιομίμητο παράδειγμα της γενεάς του.
Και αληθινά, για το αξιομίμητο παράδειγμα της γενεάς ήταν τα μπαστούνια εκεί κρεμασμένα και ο Τζιριτόγιωργας για τούτο έφερε το παιδί, να τα ιδεί, πριν έβγει στο ταξίδι, και να πάρει διδάγματα. Καθέν’ από εκείνα είχεν επάνω του ιστορίαν ίση και καλύτερη από το δόρυ του Αχιλλέα. Καθένα είχε συντροφέψει τον πατέρα, τον πάππο, τον προπάππο του, σε όλα τα φαρμάκια και τις κακοπάθειες της ζητιανικής ζωής· στη βροχή και το κρύο του χειμώνα· στον ήλιο και το κάμα του καλοκαιριού. Τον εστήριξε να περάσει ρέματα παγωμένα· τον εβοήθησε να ξεκρεμάσει από τα σχοινιά τ’ ασπρόρουχα και από τα παραθύρια κουρτίνες και από τους φούρνους κουλούρια· να τινάξει από τα δέντρα πωρικά στις πονηρές ημέρες της πείνας και, δυνατότερο από την εφτατόμαρη ασπίδα του Αίαντα, επροφύλαξε το σώμα του αφέντη του άτρωτον από κάθε τροχισμένο σκυλόδοντο και κάθε πεινασμένου λύκου αγριοχύμισμα. Τυφλόν τον οδήγησε στα μαρμαρένια σκαλοπάτια· κουτσόν τον επέρασε μέσ’ από τις αγορές· κουλόν τον εστήριξε· παράλυτο τον εκρεβάτωσε· φοβισμένο τον εφύλαξε· τολμηρόν κάποτε τον όπλισεν υπεράνθρωπα. Και χρόνια ολόκληρα είδεν όλες του τις πλαστοπροσωπίες, όλες τις παραλλαγές. Άκουσεν όλα του τα ψέματα· όλα τα συχωρολόγια. Και ποιος ηξεύρει, αν αυτό το μπαστούνι δεν του ήφερε στον νου εκείνο το τεχνικότατο σακάτεμα και στα χείλη εκείνη την εξυπνότατην ευχή.
Ο Τζιριτόγιωργας εκοίταζεν αφαιρεμένος ένα με τ’ άλλο τα κρεμασμένα τρόπαια και σεβασμός άμετρος επλημμύριζε την καρδιά του και τα στήθη του εβάρυναν σαν μυλόπετρα στην προγονικήν εκείνη δόξα. Σαν πουλάρι ασέλωτο που γοργοτρέχει στον κάμπο, έτρεχεν ο νους του γεροζήτουλα στα περασμένα κι έβλεπεν ένα με τον άλλον τους προγόνους αφανισμένους από την κακοπάθεια και αγνώριστους από την ψευτιά. Πόσα υπόφεραν οι δύστυχοι, για να φέρουν εκεί που έφεραν την οικογένειά τους! Ξυλιές έφαγαν, δαγκώματα μαντροσκύλων εβάσταξαν, κλότσους αλόγων, σπρωξιές και γροθοκοπήματα μεθυσμένων. Άκουσαν σφυρίγματα των παιδιών του δρόμου, πιάτα ολάκερα είδαν να σπάσουν στα κεφάλια τους από δουλικά· με κάτουρα να περιχυθούν, με κόπρο ν’ αλειφτούν εβάσταξαν. Επέρασαν ακούραστοι θάλασσες και ποτάμια· κάμπους και όρη και βουνά εδρασκέλησαν. Σε χώρες και χωριά και καλυβάκια εκόνεψαν. Εδέχθηκαν την πλούσια ελεημοσύνη του άρχοντα και το μονόλεφτο της χήρας. Έφαγαν τ’ αποφάγια του αφέντη και του δούλου· έπιαν το απόπιμα του γερού και του αρρώστου. Εκοιμήθηκαν στον στάβλο και τον αχερώνα· εμπρός στο κατώφλι της πόρτας και τον νάρθηκα της εκκλησιάς· στου βουνού το διάσελο και στο γούπατο κατακαμπίς. Αληθινά, τι υπόφεραν οι δύστυχοι, τι υπόφεραν!
Και ο γεροζήτουλας στο μελαγχολικόν αυτό γοργογύρισμα του νου απάντησεν έξαφνα τα δικά του ταξίδια. Συγκινημένος εγύρισε στον αντικρινό τοίχο κι εστύλωσε τα μάτια του ακίνητα. Ένα με τ’ άλλο εκρέμονταν εκεί ολάκερα είκοσι μπαστούνια, που αντιπροσώπευαν είκοσι ταξίδια, δυο και τρία χρόνια το καθένα. Κι έβρισκε τώρα σε καθενός την στάση και την έκφραση ολόγραφη την ιστορία των ταξιδιών του. Το πρώτο στην δεξιά του τοίχου άκρη, ένα μικρό και λιανό μπαστουνάκι, σπασμένο σε δύο, κλαψιάρικο, χαμένο και ηλίθιο, έλεγε την εποχή, που μικρός και άμαθος έκαμε το πρώτο ταξίδι κάτω από την άγρυπνην επιτήρηση του πατέρα του. Έχασε τότε τη σακούλα με τα κέρδη και ο γέροντας έσπασε στη ράχη το μπαστούνι του και τον έβαλεν έπειτα να το κρεμάσει στον τοίχο για ενθύμηση. Αμέσως όμως έπειτ’ απ’ αυτό, μεγάλο, χοντρό, γερότατο και θρασύ, εψήλωνε του δεύτερου ταξιδιού το μπαστούνι, λες και τον παρακινούσε να το πιάσει πάλι στα χέρια και να τρέξουν γοργά, αρχαίοι πολεμισταί της ζωής, σε νέα κέρδη και σε νέα τρόπαια. Έπειτα ένα με τ’ άλλο ερχόνταν άλλα μπαστούνια στη σειρά, με διαφορετική καθένα στάση κι έκφραση και ζωή, θυμίζοντάς του κακοπάθειες και ατυχίες τόσες, αλλά και τόσα κέρδη και χαρές. Και ο Τζιριτόγιωργας, κουνώντας το κεφάλι θλιβερά, εχαμήλωσε τα μάτια στον υγιό του και με φωνή σοβαρή και τρανταχτή έξαφνα του είπε κάνοντας με το δεξί βασιλική χειρονομία.
– Τα βλέπεις, μωρέ! κοίταξε να μην τα ντροπιάσεις! Εκείνα τα καρφιά ώς πέρα εσύ θα τα γιομίσεις!…
Κι έδειξε στη σειρά των μπαστουνιών άλλα καρφιά στον τοίχο, έως πέρα, δέκα είκοσι ακόμη που επρόσμεναν ανυπόμονα να βαστάξουν τα νέα της οικογενείας τρόπαια. Ο Τζιριτόκωστας εσήκωσε με αδιαφορία τα μάτια, εκοίταξε τα καρφιά και με φωνή άτρομη κι επίσημη απάντησε.
– Ναι· θαν τα γεμίσω κι άλλα θα βάλω ακόμη!
– Να μου ζήσεις! έκραξεν ο Τζιριτόγιωργας ενθουσιασμένος.
Με όλες όμως τις υποσχέσεις και μ’ όλη των γερόντων την πεποίθηση, ο Τζιριτόκωστας στο πρώτο του ταξίδι δεν εστάθηκε τυχερότερος από τον πατέρα του. Εκεί που εγύριζε στον Μωριά, απαντήθηκε μ’ έναν Κλουτσινιώτη θεότυφλο, που του επρότεινε να συντροφέψουν και να μοιράζονται τα κέρδη. Οι Κλουτσίνες ανήκουν στον Μωριά· αλλ’ είναι καθ’ όλα αντίζηλοι με τα Κράκουρα. Ο Κλουτσινιώτης θα έβαζε την τυφλομάρα του και ο Κρακουριώτης τα τερτίπια του. Δύο πράγματα όλως αντίθετα και όμως τόσο σύμφωνα και βοηθητικά στην τέχνη τους. Ο Τζιροτόκωστας εύκολα επείσθηκε να συντροφέψει με τον τυφλό, και δυο τρεις μήνες γυρίζοντας έκαμαν αρκετές εισπράξεις. Ο πρωτοτάξιδος ζητιάνος δεν είχε πού να κρύψει την περηφάνια του. Εσυλλογιζόταν με πόση χαρά οι συγγενείς και με πόση λύπη οι ξένοι θα έβλεπαν τ’ απροσδόκητα για πρωτόβγαλτον κέρδη του. Έξαφνα όμως μια νύχτα, ενώ εκοιμώνταν σ’ έναν αχυρώνα του Σουλεϊμάναγα, ο τυφλός ανέβλεψε κι έφυγε με τα χρήματα. Ο Τζιριτόκωστας απογοητευμένος ηθέλησε να γυρίσει στο χωριό του. Αλλά μόλις έφθασεν απ’ έξω και τον εδέχθηκαν οι συντοπίτες του με γιουχαΐσματα. Ο πατέρας του, παίζοντας φοβερό κοντόξυλο στο χέρι, του εφώναξεν από μακράν.
– Κερατόσπορε, μου ντρόπιασες το σπίτι! φεύγ’ από δω· παιδί μου δεν είσαι!…
Ο νεαρός ζητιάνος εκατάλαβεν αμέσως πως ακούσθηκε στο χωριό το πάθημά του, πριν φθάσει αυτός. Yποψιάστηκε μάλιστα μήπως τούτο ήταν τέχνασμα του πατέρα του· μήπως ο Κλουτσινιώτης ήταν συντοπίτης, κρυμμένος επίτηδες για να δοκιμασθεί η ευκολοπιστία του και το πάθημα να του γίνει αλησμόνητο μάθημα. Καταντροπιασμένος έφυγε πάλι πίσω και φιλότιμος ορκίσθηκε να μη γυρίσει, αν δεν κάμει τέτοιο κατόρθωμα, που να τον θαυμάσουν όλοι.
Το είπε και το έκαμε. Έπειτ’ από δύο χρόνια εγύρισε τον Αύγουστο, ανήμερα της Παναγίας, που πανηγυρίζει το χωριό. Κι εγύρισε με πολλά κέρδη. Αλλά δεν ήταν αυτό κατόρθωμα. Όλοι, όσοι γυρίζουν από ταξίδι, με χρήματα γυρίζουν. Ο Τζιριτόκωστας εκατόρθωσεν άλλο. Μέσα στο χωριό του, ενώ οι άντρες όλοι αψεγάδιστοι στο σώμα και τη φορεσιά εχοροπηδούσαν στο χοροστάσι με τις γυναίκες τους πλουσιοστολισμένες, αυτός άθλιος και παραλλαγμένος, τρεις ημέρες εγύριζεν ανάμεσά τους κι εδεχόταν τα ελέη τους. Τρεις φορές τον ελέησεν ο ίδιος ο πατέρας του. Θα το επάθαινε και τέταρτη, αν ο Τζιριτόκωστας δεν επροδινόταν μόνος από τη μεγάλη συγκίνηση.
Όμως αυτό έγινεν άκουσμα σ’ όλα τα περίγυρα χωριά. Απ’ ολούθε πολλοί έτρεξαν να τον ιδούν κι επείσμωναν όσοι τον ελέησαν, απορώντας πώς απατήθηκαν οι αρχιαπατεώνες. Μονόγνωμοι εμολόγησαν ευθύς πως ήβραν τον δάσκαλό τους. Και την ίδια ημέρα ο γερο-Λυκόγιαννος –άλλος απόμαχος της τρισένδοξης στρατιάς εκείνης– ο Λυκόγιαννος, που είχε πολλά πλούτη και μια μοναχοκόρη και απελπισμένος έμενε συχνά, γιατί δεν ήβρεσκε στους νέους ζητιάνους αξιότερό του κανένα για να τον κάμει γαμπρό, έτρεξε στο σπίτι κι έτσι του μίλησεν αγκαλιάζοντάς τον εγκαρδιακά.
– Μια κόρη έχω, χαλάλι σου εκείνη και τα πλούτη μου. Πολλοί γαμπροί μου τη γύρεψαν ώς τα τώρα· μα εσύ ’σαι ο κάλεσος κι ο αξιότερος· εσύ θα μας τιμήσεις όλους!…
Ο Τζιριτόκωστας αληθινά τους ετίμησεν όλους. Οχτώ ημέρες έπειτ’ από τον γάμο του άρχισε το δεύτερο ταξίδι. Λίγο κατ’ ολίγον επροχώρησε και στο εξωτερικό. Ενοίκιαζεν από φτωχούς γονέους παιδιά κουτσά, κουλά, τυφλά, άλαλα, τα εγύμναζε κάμποσον καιρό στα μυστήρια της ζητιανιάς και τα έφερεν έπειτα, σαν περατάρης γερανός τα χελιδόνια, στη Σμύρνη, στην Πόλη, στην Βουλγαρία, έως επάνω στην Βλαχιά! Όταν εγέμιζε καλά το κεμέρι του και αποφάσιζε να γυρίσει πίσω, εματανοίκιαζε τα παιδιά σε άλλους ζητιάνους, που τα επήγαιναν στα βάθη της Pωσίας και της Μικρασίας, ώσπου έχαναν και την ενθύμηση της πατρίδας τους· κι εκείνος εσύναζεν άλλα παιδιά και άρχιζε νέο ταξίδι.
Τώρα όμως δεν εταξίδευε πλέον στο εξωτερικόν ο Τζιριτόκωστας. Είχε στελμένα εκεί τα δύο του παιδιά, που να του ζήσουν του έμοιαζαν καθ’ όλα, και με ταχτική γραμματαλλαγή εμάθαινε τις εποχές κι έστελνε με πιστούς ανθρώπους το χρειαζούμενον ασκέρι. Αυτός έμενεν ευχαριστημένος με τα εισοδήματα του Μωριά και της Pούμελης. Τώρα δεν του έμεναν παρά δύο μήνες ακόμη για να συμπληρώσει το φετινό ταξίδι του. Αλλά σε δύο μήνες και τι δεν ημπορεί να κάμει άνθρωπος σαν τον Τζιριτόκωστα. Με τον Μουτζούρη, τον παραγιό του, επέρασεν έως τώρα το Αρχοντοπήλιο και της Λάρισας τον Κάμπο· ανέβηκε στα χωριά του Κισσάβου κι εκατέβηκε στην ποταμιά. Απ’ εδώ εσκόπευε να πάρει τα χωριά του Κάτω Ολύμπου έως τον Τύρναβο· από εκεί θα κατέβαινε στον κάμπο των Φαρσάλων και θα τραβούσεν ίσα για την πατρίδα του. Στον ιστορικόν αυτόν δρόμο του εσύναζεν ό,τι του έδιναν και δεν του έδιναν οι χριστιανοί. Έριχνε στα σακούλια ψωροκόμματα και αποφάγια· σταριού απλοχεριές και δεμάτια βρώμης σύχλωρης ακόμη· άπλερα κουκιά και ρεβίθια και παλιόσκουτα· παλιοπάπουτσα και παλιοσίδερα και κάθε λογής νομίσματα. Ό,τι έβλεπε γύρω παραριχμένο στο σπίτι που έμπαινε, το εζητούσε. Αν το έδιναν, το έριχνε στο σακούλι· αν δεν το έδιναν και ημπορούσε, το άρπαζεν εκείνη την ώρα ή αργότερα στέλνοντας τον παραγιό του. Όταν έφθανε σε κανένα κεφαλοχώρι, επουλούσε τ’ αποφάγια και τα ψωροκόμματα στα μαγερειά· το στάρι και τη βρώμη, τα κουκιά και τα ρεβίθια στα μπακάλικα· τα παλιοπάπουτσα και τα παλιοσίδερα στους γύφτους και τους μπαλωματήδες όσο όσο. Έτσι και αυτά τα ελάχιστα και πρόστυχα στα χέρια του άλλαζαν και εγίνονταν καθαρό χρυσάφι.







Δύτης των νιπτήρων said
Το είχα διαβάσει μικρός και μου είχε μείνει το εφιαλτικό τέλος που είναι σαν αμερικάνικο θρίλερ των ογδόνταζ. Δεν θα το ξαναδιαβάσω.
Θα ξαναδιάβαζα ευχαρίστως τον «Αρχαιολόγο» με τα τοπομαχικά του.
Βιβη Ζούμπερη said
Καλημέρα και καλή Κυριακή. Χρόνια πολλά για χθες Νικοκυρη!! Όλα τα καλά. Το σημερινό διήγημα με συγκίνησε γιατί είχα διαβάσει μικρή το βιβλίο και το είχα ξεχάσει. Ευχαριστώ πολύ!! Ο Καρκαβίτσας είναι μοναδικός στην αφήγηση κατά τη γνώμη μου και θα κοιτάξω να αγοράσω τη νέα έκδοση με την πρώτη ευκαιρία.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
1 Ωραία παρομοίωση.
2 Να είσαι καλά, Βιβή!
Vagia said
Το είχα διαβάσει χρόνια πριν, από την βιβλιοθήκη και ακόμη το θυμάμαι! Σκέτη φρίκη το τι γίνεται στο τέλος! Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι είναι σαν αμερικάνικο θρίλερ των 80. Θα έλεγα ότι είναι πολύ χειρότερο, μια και είναι απόλυτα ρεαλιστικό!
Εμένα μου είχε αρέσει ένα δικό του με διηγήματα, εμπνευσμένα από θαλασσινές παραδόσεις.
Χρόνια σας πολλά, Νικοκοίρη!
atheofobos said
Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο αλλά το απόσπασμα μου κίνησε το ενδιαφέρον να πάρω το βιβλίο.
Μεταφέρω από εδώ 😦https://www.protothema.gr/stories/article/1128798/ta-kravara-kai-oi-kravarites/)
Οι Κραβαρίτες ήταν («επαγγελματίες») ζητιάνοι: Μύθος ή πραγματικότητα;
Στα τέλη του 19ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1897, ο μεγάλος λογοτέχνης μας Ανδρέας Καρκαβίτσας, έγραψε τη νουβέλα «Ο Ζητιάνος». Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία και πολλές επανεκδόσεις. Ήρωάς του ο Κραβαρίτης Τζιρίτης ή Τζιριτόκωστας, ζητιάνος που φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι (σήμ. Παλαιόπυργος) της Λάρισας. Η άφιξή του προκαλεί πολλά δεινά στους κατοίκους του χωριού. Ο Καρκαβίτσας είχε επισκεφθεί τα Κράβαρα το 1890 και είχε γράψει τις εντυπώσεις του με τίτλο «Κράβαρα-οδοιπορικές σημειώσεις» σε 12 συνέχειες στο περιοδικό «Εστία». Οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι περιγραφές του, ήταν πολύ μεγάλες.
Μάλιστα, ο Καρκαβίτσας που ήταν στρατιωτικός γιατρός, τιμωρήθηκε με 20 μέρες κράτηση από την υπηρεσία του! Ωστόσο η φήμη του εκτοξεύτηκε!
Ποια είναι η αλήθεια; Όπως γράφει ο Β. Σταυρογιαννόπουλος, οι κάτοικοι 3-4 χωριών των Κραβάρων, όντως ασκούσαν συστηματικά τη ζητιανιά για να θρέψουν τις οικογένειες του. Ήταν δε γνωστοί ως μπολιάρηδες. Συχνά, στράβωναν τα πόδια ή τα χέρια, ενώ άλλες φορές εμφανίζονταν σαν τυφλοί. Κρατούσαν ένα ματσούκι (ραβδί), με πρόσχημα την προστασία απ’ τα σκυλιά.
Το ραβδί ήταν κούφιο και μέσα σ’ αυτό οι Κραβαρίτες ζητιάνοι έκρυβαν τα χρήματα που αποκόμιζαν και δεν διέτρεχαν τον κίνδυνο να τους ληστέψουν, καθώς κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι στο ραβδί αυτό ήταν κρυμμένα χρήματα. Πάντως, δεν είναι σωστό να ταυτίζονται οι Κραβαρίτες με τους ζητιάνους, επειδή κάποιοι από τα χωριά τους ήταν όντως επαίτες. Ούτε κι ο Καρκαβίτσας νομίζουμε ότι ήθελε να δώσει μια τέτοια διάσταση.
Δύτης των νιπτήρων said
4 Τα «Λόγια της πλώρης» («Ψε! Ζούνε τάχα κι εκείνοι!»). Σ’όλους μας άρεσε αυτό φαντάζομαι.
LandS said
wtf ήταν οι Κλουτσίνες;
Vagia said
5
Α, ναι, τα μπολιάρικα! Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, σε ένα βιβλίο του, στη Ρούμελη υποθέτω, αναλύει την συνθηματική γλώσσα των Κραβαρίτων ζητιάνων και την ιστορία αυτών των χωριών.
Λάμπας said
Ο «Ζητιάνος» είναι ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όχι μόνο ένα σπουδαίο δείγμα κοινωνικού ρεαλισμού αλλά, όπως επισημάνθηκε και παραπάνω, ένα πολυσύνθετο θρίλερ, που δείχνει τις πραγματικές δυνατότητες του συγγραφέα, ο οποίος γενικά εγκλωβίστηκε στις συμβάσεις της ηθογραφίας. Αξίζει να διαβάζεται και να ξαναδιαβάζεται, ειδικά τώρα, που έχουν γίνει πολύ της μοδός οι διάφορες αντιδραστικές απόψεις περί «αγνού ελληνικού παρελθόντος», «πολιτισμικής ανωτερότητας» κ.λπ.
Επειδή κάποια πράγματα μπορεί να θεωρηθούν λογοτεχνικές υπερβολές, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από δημοσίευμα του Τάσου Κωστόπουλου στην Εφ.Συν. για την ιστορία του διαβατηρίου στην Ελλάδα.
«Μεταγενέστερες εγκύκλιοι περιγράφουν αναλυτικά ορισμένες εκδοχές «κακής χρήσεως» του διαβατηρίου. Το 1860 καταγγέλλεται λ.χ. ότι, παρά τη ρητή σχετική απαγόρευση, ουκ ολίγοι ζητιάνοι «κατώρθωσαν δυστυχώς πολλάκις να εξαπατήσωσι τινάς των διοικητικών αρχών», εφοδιάστηκαν με διαβατήρια και απελθόντες εις την αλλοδαπήν κατήσχυναν το Ελληνικόν όνομα». Σε μια εποχή που τα γαλλικά λεξικά θεωρούν πως η λέξη Grec υποδηλώνει όχι μόνο τον Έλληνα αλλά και τον απατεώνα, ο υπουργός Εξωτερικών Κουντουριώτης διατάσσει έτσι νομάρχες και επάρχους να επαγρυπνούν για να αποτρέψουν την αποδημία «ατόμων μετερχομένων οπωσδήποτε την αλητείαν». Στις αρχές πάλι του εικοστού αιώνα, ύστερα από αλλεπάλληλες εκθέσεις Ελλήνων προξένων στη Ρωσία για τα «δεινοπαθήματα Ελληνοπαίδων μεταφερομένων εκείσε προς επαιτείαν υπό ασυνειδήτων εκμεταλλευτών», το Υπ.Εξ. θα επιστήσει την προσοχή των αρμοδίων «ως προς την έκδοσιν διαβατηρίων δια Ρωσσίαν υπέρ τοιούτων αλητών ή ανηλίκων παίδων».
nikiplos said
Πολύ ωραίο βιβλίο. Το είχα διαβάσει και έφηβος και μεγάλος. Υπήρξε και σήριαλ στην ΥΕΝΕΔ με πολύ καλή αφήγηση το 1982 που το έβλεπα επίσης. Το βιβλίο το έχω χάσει (φυσικά).
Θυμάμαι στην είσοδο του Τζιριτόκωστα και του Μουτζούρη στο Νυχτερέμι, που ο Τελωνοφύλακας ή αγροφύλακας τον δέρνει. Στο βιβλίο περιγράφει γλαφυρά ο Καρκαβίτσας πως ο Τζιριτόκωστας τον είχε μια καρπαζιά, αλλά μαθημένος ως έμπειρος ζητιάνος, αδράχνει την ευκαιρία και κάθεται και τις τρώει κλαίγοντας και ουρλιάζοντας για να τον λυπηθούν οι χωριανοί και κυρίως οι γυναίκες… Σε αυτές προσβλέπει και αυτές επικαλείται. Και τον παπά. Που αν και τον αντιπαθεί ως «ανταγωνιστή» τρόπον τινά αναγκάζεται για να μην χάσει το ποίμνιό του (τις γυναίκες) να παρέμβει και να σώσει τον Τζιριτόκωστα από τα χέρια και το μπαστούνι του Αγροφύλακα…
Το πόσο είχε εξαπατήσει τις γυναίκες αφήνοντας νηστικό τον Μουτζούρη τον παραγιό του, παραπονούμενος πως ο παραγιός του ήταν φαταούλας και του έτρωγε του ιδίου τα γεύματα. Και φυσικά το ιερό μυστικό που έπιανε σε κάθε χωριό τότε. Το σερνικοβότανο. Ντροπή του κόσμου τότε όσοι δεν έκαναν γιούς κι έκαναν κορίτσια. Και οι γυναίκες έπαιρναν το μεγαλύτερο μέρος της ντροπής πάνω τους. «Τι αγόρι να σου κάνει αυτή μωρέ!». Στην Μάνη αν δεν έκαναν τον πολυπόθητο γιό, ο Πατριάρχης πάτερ φαμίλιας είχε το δικαίωμα να πάρει άλλη ως ψυχοκόρη και να στήσει νέον νυμφώνα, ώστε αυτή η άλλη να του προσφέρει το πολυπόθητο αγόρι. Αυτή η δεύτερη γυναίκα είχε όνομα, αλλά δεν το θυμάμαι. Η πρώτη έμενε κι αυτή στο σπίτι, αναλαμβάνοντας τον 2ο ρόλο αφού οικοδέσποινα πλέον γινόταν η πρώτη.
Το σερνικοβότανο λοιπόν ήταν κάτι σαν το ιερό δισκοπότηρο της εποχής στους εύπιστους αγράμματους εκείνους ανθρώπους (ενώ εμείς σήμερα είμαστε μορφωμένοι και γνωστικοί γι’ αυτό και βγάλαμε Λάδωνη και Κούλη και μας κυβερνούν). Ιδίως στις γυναίκες. Και πόσο όμορφα ο Τζιριτόκωστας σχεδιάζει το τέχνασμά του για να τις κάνει να πέσουν στην παγίδα του… Και τις πείθει.
Το τέλος δεν το λέω γιατί θα κάνω spoil σε αυτόν που θα θελήσει να το διαβάσει. Όχι είναι πολύ καλογραμμένο το τέλος. Κι έξυπνα δοσμένο. Κι αυτή η πολυπόθητη Νέμεσις που επικαλείται από τα θεία ο φτωχούλης λαός που … (δεν γράφω άλλο)
Costas X said
Καλημέρα !
Είχα διαβάσει πολύ Καρκαβίτσα παλιότερα, ειδικά τον «Ζητιάνο» θυμάμαι ότι τον είχα διαβάσει δύο φορές.Θεωρώ τον δημοτικιστή Καρκαβίτσα αντίπαλον δέος του επίσης αγαπημένου καθαρευουσιάνου Παπαδιαμάντη.
nikiplos said
5@ Δεν ξέρω αν επηρεάστηκε από το βιβλίο, πάντως στο ΕΜΠ είχαν τσακώσει έναν φοιτητή που πλαστογραφούσε βαθμούς. Τον έπιασαν γιατί ήταν άπληστος και πλαστογραφούσε 10ρια. Αν ήταν έξυπνος και πλαστογραφούσε 8ρια δεν θα τον είχε πάρει κανείς χαμπάρι. (όλα τα αμαρτήματα έχουν μειονεκτήματα). Λοιπόν ο Καθηγητής ήλκε την καταγωγή από τα Γκράβαρα, την ορεινή Ναυπακτία. Και συνδύασε το γεγονός ότι κι ο φοιτητής αυτός ήταν από εκεί κάπου. Κι επείσθη. Και ψάχνοντας με μένος πλέον ανακάλυψε ότι ο φοιτητής αυτός, είχε πλαστογραφήσει σχεδόν όλους τους βαθμούς του. (Δεν υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες).
Μεταξύ σοβαρού κι αστείου, και με την υπόδειξή μου, «ας μην είμαστε υπερβολικοί» μου έλεγε την ιστορία ότι οι περισσότεροι χωριανοί του, ήξεραν την τέχνη της απάτης και απαλλάσσονταν από τη θητεία στο στρατό, ή έκαναν θητεία ζάχαρη ως γιωτάδες. «Εξαπατούσαν εύκολα αρχίατρους που έρχονταν στη Θήβα από την Αθήνα επί τούτου!». Φυσικά ο καθηγητής είχε υπηρετήσει στα 50ς πράγμα που σημαίνει πως μάλλον κάτι θα είχε μείνει από την τέχνη των μπολιάρηδων σε εκείνα τα χωριά…
Costas X said
10. «Σύγκρια» λεγόταν η ερωμένη που θα γεννούσε το ααρσενικό παιδί στη Μάνη. Μου το είχε πει ο αδελφός μου που παρακολουθούσε τη σειρά «Μάγισσα», κι έχει και φίλους Μανιάτες. «Η πλέον αποδεκτή ετυμολογική άποψη είναι εκ του συν+κυρά/κυρία».
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B1
dimosioshoros said
Στο χθεσινό 121 Jorge απάντησα με το δικό μου 145.
dimosioshoros said
Ωχ… μεγάλη εικόνα. Δεν είδα αν είπαμε κάτι και για την εικονόγραπτη εκδοχή.
Δύτης των νιπτήρων said
Σκόνταψα τώρα σε μια λεπτομέρεια: έπαιζαν «τρίχορδη λύρα» στη Ρούμελη;
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Φοβερός βιβλίος ο Ζητιάνος, τον έχω διαβάσει κάμποσες φορές.
Οι διαμαρτυρίες των Κραβαριτών για τη δυσφήμιση πήραν λίγο ακραία μορφή, όπως γράφει ο Καρκ. στον Κ. Χατζόπουλο και αντιγράφω από τη βίκη.
Οι Κραβαρίται — ευχαρίστως σου γράφω — εφιλοτημήθησαν να μου κάμουν μεγάλην ρεκλάμαν, που ούτε εις το όνειρο μου επερίμενα ποτέ, ούτε θα την απέκτων και αν έκαμνα εκατοντάδα διηγημάτων έξοχων. Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την Εστίαν δια τον τόπο τους και άρχισαν εις τας εφημερίδας μέγαν πάταγον δια την βεβήλωσιν του οποίον έκαμα εγώ ο υβριστής. Και δεν αρκεί τούτο, αλλ’ εζήτησαν εν σώματι και πνεύματι την τιμωρίαν μου από το Υπουργείον και τούτο εν τω δικαιώματί του, μ’ ετιμώρησε με εικοσαήμερον κράτησιν, παραθέσαν όλην την περικοπήν του έργου προς δικαιολόγησιν της αποφάσεως του. Δεν με μέλει δια την τιμωρίαν, όσο με μέλει διότι εστρέβλωσαν όλην την περικοπήν και θ’αναγνωσθεί ούτως εστρεβλωμένη, χωρίς να βγαίνει έννοια, εις όλους τους στρατιωτικούς κύκλους του Αρχηγείου. Αλλ’ οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθησαν έως εδώ. Μ’ έστειλαν δύο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε, κι εγώ διόρισα τον Ρούκην μαρτυρά μου κι είναι πιθανόν μετά την λήξιν της ποινής μου να κουμπουριασθούμε. Αλλά πάντοτε, εννοείς ρωμαίικο κουμπούριασμα. Τώρα έρχονται άλλοι με όλως αντιθέτως διαθέσεις κι εγώ ποζάρω τώρα ως μέγας συγγραφέας κι έχει ακόμα ο θεός! Τα επερίμενες συ από εμένα αυτά; Εγώ ποτέ.
——————-
1# σαν αμερικάνικο θρίλερ των ογδόνταζ
Και φρίκαρες, Δύτα μου, αντί να περηφανευτείς που ήμασταν από τότε 90 χρόνια μπροστά και όλα από μας τα πήρανε?
Alexis said
Καλημέρα.
Έξοχο το σημερινό απόσπασμα, μου κίνησε το ενδιαφέρον να αναζητήσω και να αγοράσω το βιβλίο.
Ο «Ζητιάνος» υπήρχε στην οικογενειακή βιβλιοθήκη και ως παιδί θυμάμαι να είχα διαβάσει αποσπάσματα, αλλά ουδέποτε το τελείωσα γιατί μάλλον το βαρέθηκα και το παράτησα.
Αναρωτιέμαι πόσο κοντά στην τότε πραγματικότητα είναι αυτά που περιγράφει ο Καρκαβίτσας για τα «ζητιανοχώρια» των Κραβάρων. Γιατί αν πάρουμε τοις μετρητοίς την περιγραφή της «εκπαίδευσης» των παιδιών, εδώ δεν μιλάμε απλά για επάγγελμα αλλά για κανονική «σχολή» ζητιανιάς.
dryhammer said
Εν αναμονή εγκρίσεως…
Theo said
Καλημέρα,
Το βιβλίο το έχω στη βιβλιοθήκη μου και δεν θυμάμαι αν το έχω διαβάσει ολόκληρο ή μέρος του. Όσο κι αν ο Καρκαβίτσας τα περιγράφει μ’ ένα υποδόριο χιούμορ, το ζοφερό του κλίμα με ψυχοπλακώνει. Γεροί άνθρωποι να στρεβλώνουν χέρια ή πόδια ή να υποκρίνονται τους ανάπηρους! Τέτοιες διαστροφές δεν τις μπορώ.
Με την ονομασία Κράβαρα ή Κράβαρη αναφερόταν παλαιότερα τοποθεσία της πρώην επαρχίας Ναυπακτίας, στο Νομό της Αιτωλοακαρνανίας, που περιλάμβανε τα ακόλουθα 10 χωριά: Κρυονέρια, Αβόρανη (σημερινή ονομασία: Λιβαδάκι), Αράχωβα, Αχλαδόκαστρο (Αρτοτίβα), Κυδωνιά (Ζηλίστα), Κλεπά, Νεοχώριο, Πλάτανος, Περδικόβρυση (Σινίστα), Καλλονή (Στρωμήνιανη) και Γραμμένη Οξυά (Σίτιστα)
Ο άγιος Καλλίνικος Εδέσσης, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Σιταράλωνα της Τριχωνίδας, καταγόταν από τον Πλάτανο κι ήξερε αρκετά τα κραβαρίτικα. Είχε μάθει και κάποιες λέξεις στους συνεργάτες του και τις χρησιμοποιούσαν κάποιες φορές όταν δεν ήθελαν να καταλάβουν οι άλλοι τι έλεγαν.
Π.Κ. said
# 7
Κλουκίνες ή Κλουκινοχώρια λέγονται τα χωριά στην ανατολική πλευρά του Χελμού κοντά στην Ζαρούχλα.
ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said
Είχα προσπαθήσει να το διαβάσω μικρός, αλλά το παράτησα(μάλλον με τρόμαξε, δεν θυμάμαι).
Νομίζω ότι στην τηλεόραση τον ζητιάνο τον έκανε ο Στάθης Ψάλτης ή δεν θυμάμαι καλά;
ΓΙΩΡΓΟΣ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ said
Χρόνια πολλά και καλά, Νίκο και ευχαριστώ που με βοήθησες να δω τον Καρκαβίτσα με μάτια διαφορετικά από εκείνα των σχολικών χρόνων (όπου είχαμε ψιλοδιδαχτεί κάποια στιγμή μόνο τα «Λόγια της πλώρης»).
Μακρινός τόπος τα (Γ)Κράβαρα και ίσως σήμερα να είναι καλύτερος από την παλιά κακή του φήμη.
nikiplos said
22@ Ο Ανέστης Βλάχος σε μια καταπληκτική ερμηνεία του, διαφορετική από όσες στερεοτυπικά έχει παρουσιάσει στις ταινίες. Με εξαίρεση το Κιέριον…
michaeltz said
Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση!
Ας περιοριστώ στους λόγους που αυτοί οι απατεώνες έπειθαν τον κοσμάκη να τους δώσει κάποιο μικροποσόν. Δεν μιλάω για τους εγκληματίες, για τους συνηθισμένους επαίτες.
Κάποτε έβαλα χέρι στη μάνα μου γιατί δίνει χρήματα (παλιότερα και άλλα πράγματα, σαπούνι π.χ.). Τα επιχειρήματά της ήταν ποικίλα:
Τα βασικά, και μη επιδεχόμενα συζήτησης:
Ο Χριστός είπε να δίνεις τον ένα χιτώνα σου στους φτωχούς
Πλούσιοι δεν είμαστε, αλλά έχουμε να φάμε
Αν με κοροϊδεύει, δικό της το κρίμα, δική της η τιμωρία
Τα προσωπικά της μάνας μου ως δότριας:
Έτσι κι αλλιώς, αυτά τα ρούχα που της έδωσα θα τα έκοβα σε λουρίδες για κουρελούδες, πιάσανε τόπο
Μου λες είναι τεμπέλα. Δε μπορώ να φανταστώ πόσα χιλιόμετρα κάνει κάθε μέρα, άρα είναι θέμα κουλτούρας, όχι τεμπελιάς!
Δίνω γιατί έχω, και δε με βάζουν στο μάτι για να με εκδικηθούν! Δεν είναι όλοι τους οι κακομοίρηδες που δείχνουν.
Είναι κομμάτι της κουλτούρας μας. Δε μπορώ να διώξω ζητιάνα! Πάντα υπάρχει κάτι που το έχω διπλό, ή δεν το χρειάζομαι πραγματικά.
Έχω περάσει τόσα στη ζωή μου που ευχαριστώ το θεό που δεν κατάληξα ζητιάνα. Του δίνω κάτι για ευχαριστηθώ μέσα μου που γλίτωσα την τύχη τους.
Λες δεν έχουν ανάγκη, μερικές έχουν καταθέσεις στις τράπεζες με ουρά. Μπορεί να υπάρχει μία που έχει ανάγκη.
Τέτοιες οι δικαιολογίες των αθώων, μπορεί και άλλες, που ξέχασα.
Costas Papathanasiou said
Επίκαιρο άσμα:
Μονάχος μες στην καταχνιά/ σαν το στοιχειό στην ερημιά
φεύγω δυστυχής και πλάνος/ της αγάπης ο ζητιάνος.
Με δέρνουν όλοι οι καιροί/ είναι το χτύπημα βαρύ
πώς θ’ αντέξω απελπισμένος/ κι από σένα προδομένος.
Δεν έχω ελπίδα πια καμιά/ μοιάζω σπασμένη καλαμιά,
ποιος πονεί στον κόσμο επάνω/ μιας αγάπης το ζητιάνο.
https://www.youtube.com/watch?v=BJU4CS8o2b4 Βαμβακάρης,Καλφοπούλου – “Της αγάπης ο ζητιάνος” (Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης/ Μουσική: Αντώνης Βενιέρης./ Έτος ηχογρ.1949)
Δύτης των νιπτήρων said
25 Η δική μου δικαιολογία δικαιώνεται από το σημερινό: «Κι αυτή, δουλειά είναι.»
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!“Οι Κλουτσίνες ανήκουν στον Μωριά· αλλ’ είναι καθ’ όλα αντίζηλοι με τα Κράκουρα.”
Σχετικά ετυμο-ιστορικά (βλ. σχ.20,21) :
Α: Νώνακρις ή Κλουκινοχώρια (Κλουκίνες) , Αχαΐας : Η Νώνακρις στην αρχαιότητα ανήκε στην Αρκαδική Αζανία ή Αζανίδα . Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι όταν επισκέφτηκε την περιοχή η πόλις είχε ερειπωθεί τα δε ερείπιά της δεν ήταν εμφανή. Από τον Ηρόδοτο ( VI,74 ) γνωρίζουμε ότι η Νώνακρις ήταν ιερή πόλη για τους Αρκάδες. To όνομα Νώνακρις , κατά τον Παυσανία , οφείλεται στην γυναίκα του Λυκάονος Νώνακριν.[…]Tον 8ο ΑΙΩΝΑ μΧ και το έτος 746 – 747 εξαπλώθηκε επιδημία πανούκλας και ο πληθυσμός της Πελοποννήσου αποδεκατίστηκε. Ο τότε αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Ε΄ ο επονομαζόμενος και Κοπρώνυμος εποίκισε την Πελοπόννησο με Σλάβους , Μίλληγγες και Εζέρους , όπου εγκαταστάθηκαν στις πλαγιές των ορεινών όγκων του Ταϋγέτου, του Ερυμάνθου και των Αροανίων (Χελμός), κατά το πρότυπο των Ακρίτων στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις πειρατικές επιδρομές. […]Το όνομα Νωνάκριδα ,της περιοχής, διατηρήθηκε μέχρι του έτους 1204, όπου μετά την Φράγκικη κατάκτηση πήρε το όνομα ΚΛΟΥΚΙΝΕΣ ή ΚΛΟΥΤΣΙΝΕΣ , γιατί προσφέρθηκε το1207 σαν φέουδο στον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών Αντέλμο , Γάλλος στην καταγωγή. ο οποίος στη συνέχεια την παραχώρησε , ως μετόχι , στην Μονή του Cluny ( Αββαείο του Κλουνύ / Abbey de Cluny- Βurgundy ) της Γαλλίας της οποίας ήταν μοναχός.(26 November 2015 https://www.facebook.com/media/set/?set=a.1694260474144747.1073741832.1693939794176815&type=3).
Άλλη ιστορική αναφορά :“Το ελληνικό στρατόπεδο σαν από μία εγγενή κακοδαιμονία ταλανιζόταν από τις εσωτερικές διαφωνίες και διαμάχες. Συγκεκριμένα, οι Πετμεζαίοι βρίσκονταν σε διένεξη με τους προκρίτους, που κατηγορούσαν τους οπλαρχηγούς ότι εξαιτίας των καταχρήσεών τους ο λαός υπέφερε34. Ωστόσο, οι απαιτήσεις της εποχής ήταν με το μέρος των οπλαρχηγών, όποτε οι πρόκριτοι, βλέποντας να χάνουν την επιρροή τους, επέλεξαν, προκειμένου να λύσουν τις διαφορές τους με τους στρατιωτικούς, τον πιο ακραίο τρόπο, δηλαδή τα όπλα. Εναντίον του Νικολάου Πετμεζά και των ανδρών του, που βρίσκονταν στη θέση Χασιά στις Κλουτσίνες, εξεστράτευσαν οι Ανδρέας Ζαΐμης, Χαραλάμπης, Φωτήλας, Θεοχαρόπουλος κ.α. με χίλιους άνδρες. Τότε οι αντιμαχόμενοι Έλληνες έμαθαν την έξοδο του στρατεύματος του Δράμαλη από την Κόρινθο, όπου ήταν εγκλωβισμένο και τώρα προχωρούσε κατά μήκος του Κορινθιακού35.Στις 26 Ιανουαρίου 1823 βγήκε από την Κόρινθο ο Δελή Αχμέτ, Δελήμπασης του Δράμαλη, ηγούμενος «των εναπολειφθέντων Τούρκων επέκεινα των επτά χιλιάδων»36, και κατευθύνθηκε προς τη θέση Ζαχολίτικα. Όταν αυτό μαθεύτηκε στο στρατόπεδο των προυχόντων, το πατριωτικό φιλότιμο νίκησε τις μικρόψυχες διαφωνίες και ο Ζαΐμης ξεκίνησε να αποκλείσει τους Τούρκους στέλνοντας μήνυμα συμφιλίωσης προς τους οπλαρχηγούς εν όψει του κοινού εχθρού.” (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Αγώνας για την ελευθερία (1821-1829)[…] 2. ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ […] ΙV. Μάχη Ακράτας (7-19 Ιανουαρίου 1823) / ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΥΦΑΝΤΗ,Πτ. Θ.-Μ.Α. “ΜΕΓΑ ΣΠΗΛΑΙΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΕΚΔΟΣΙΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ”/ Αθήναι 1999 https://iereuskogiasnikolaos.blogspot.com/2014/11/blog-post_52.html ).
Β: κράκουρα =απόκρημνοι βράχοι ( < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κράκορα < αρωμουνική creacuri, πληθυντικός αριθμόςτου creac=(βλαχ.) απόκρημνη πλαγιά ( https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1 ) πρβλ.Ρουμάνικα “crac de munte” =οροσειρά, βουνοπλαγιά, ράχη, πρόποδες, Crac (Romanian)= πόδι, παρακλάδι, crac de munte ( https://en.wiktionary.org/wiki/crac < Σλαβική крак (krak) = άκρο ζώου, παρακλάδι, πόδι ανθρώπου ( https://en.wiktionary.org/wiki/%D0%BA%D1%80%D0%B0%D0%BA) < Πρωτο-Σλαβική *korkъ= πόδι, άκρο, κλαδί < ίσως, ΠΙΕ *(s)ker- “στρέφω,στρίβω, τρέπω” ( https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Slavic/kork%D1%8A).
Παράδειγμα:Τα λείψανά τους τα πήρανε τα όρνια στα νύχια τους και τα πήγανε ψηλά στις φωλιές τους, στα γδυμνά κράκουρα όπου η γης δε δίνει χώμα για τάφο αμ’ όπου τα σύννεφα δροσοποτίζουνε την πέτρα. Το ’πε και το τραγούδι:
Ανέβα πάνω στα βουνά να κάτσεις εις τσι στράτες,
να ιδείς πουλιά πετούμενα στσοι δρόμους να περνούσι
τα κόκκαλα τω Χριστιανώ σταντόδια να βαστούσι.
( Παντελής Πρεβελάκης, Παντέρμη Κρήτη. Χρονικό του σηκωμού του ’66, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1976 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/greek_history/item.html?iid=3074 )
dryhammer said
10 α. Με τον Ανέστη Βλάχο. Υπάρχουν τα επεισόδια στο ΥΤ (ελπίζω όλα).
Μια γεύση
sarant said
Ευχαριστώ για τα νεότερα! Πολύ ωραία σχόλια!
28-29 Ειχαν κρατηθεί
17 Αναρωτιέμαι αν μπορούν να βρεθούν οι επιστολές των Κραβαριτών και η απόφαση του υπουργείου
19–>29
23 Να είσαι καλά Γιώργο
28 Ωραίος, Κωστή!
spyridos said
29
Ναι υπάρχουν. Ο Μπιπίλας είναι ο Μουτζούρης.
Χαρούλα said
Το σημερινό με συγκίνησε! Και τα περισσότερα σχόλια βοήθησαν την μνήμη. Το είχα διαβάσει κάπου στο Γυμνάσιο. Θυμόμουν ελάχιστα, το θέμα. Θετική όμως η καταγραφή. Σήμερα επανήλθαν όλα. Ακόμη και το άσχημο τέλος. Να είστε καλά! Ευχαριστώ!
Δεν νομίζω πως κάποιος νέος του σήμερα, θα βρει σημεία αναφοράς. Περισσότερο η μέση ηλικιακά ομάδα, θα ανασκάψει μνήμες. Η γενιά μου δεν τα είχε ζήσει, αλλά είχε κάποια ακούσματα και σημεία επαφής. Γιαυτό και το διάβασε τότε με ευχαρίστηση, και ίσως το ξαναδιαβάσει.
Χαρούλα said
#15 Dimosioshoros
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, αυτός ο εξαιρετικός Εγγλέζος ταξιδιωτικός συγγραφέας, με τον «Ζητιάνο» υπό μάλης, βιβλίο που του το δάνεισε ο Κατσίμπαλης, ανηφορίζει προς τα Κράβαρα για να δει αν ανταποκρίνονται στην αλήθεια αυτά που γράφει ο Καρκαβίτσας.
https://bookpress.gr/stiles/eponimos/16952-enas-egglezos-zitianos-dierotiseis-gia-to-mythistorima-tou-karkavitsa-me-ti-voitheia-tou-patrik-li-fermor
Χαρούλα said
#29 Ντράι
Η σειρά ολοκληρώθηκε στην ΕΡΤ-2 σε 13 επεισόδια μιας και η ΥΕΝΕΔ άλλαξε ονομασία το Νοέμβριο του 1982. Η σκηνοθεσία της σειράς είναι του Μάριου Ρετσίλα και το σενάριο και τη διασκευή του μυθιστορήματος του Καρκαβίτσα επιμελήθηκε ο Γιώργος Μυλωνάς. Ο Ανέστης Βλάχος πρωταγωνιστεί στον ομώνυμο ρόλο μαζί με τους Σπύρο Μπιμπίλα, Κική Διόγου, Ντίνο Δουλγεράκη, Λευτέρη Ελευθεριάδη, Χρήστο Ζορμπά, Σοφία Ολυμπίου, κ.ά.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε όλα τα επεισόδια της σειράς ”Ο ζητιάνος’’ σε νέα αποκατεστημένη ψηφιακή έκδοση στην ιστοσελίδα του Αρχείου της ΕΡΤ ακολουθώντας τον παρακάτω σύνδεσμο: https://archive.ert.gr/
Jorge said
Ενδιαφέρουσα πτυχιακή.
Κάποιες επιστολές στη σελ. 64.
ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΘ. ΒΑΡΒΕΡΗ
Οι μπολιαραίοι και οι μικροπωλητές των Κραβάρων
της Ορεινής Ναυπακτίας
Συλλογική μνήμη και τοπική ταυτότητα.
Πλούσιο γλωσσάρι σελ.130
https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/1182/1/Μ.%20Ε%20ΒΑΡΒΕΡΗ%20ΘΕΟΔΩΡΑ.pdf
Πέπε said
5
Αυτός ο επίλογος, που συνοψίζει όσα δεν ειπώθηκαν πουθενά στο κείμενο επειδή αυτά που ειπώθηκαν ήταν ακριβώς το αντίθετο, θυμίζει τους μαθητές του δασκάλου Μαρτσέλο ντ’ Όρτα (Εγώ ελπίζω να τη βολέψω).
Ξεκινάει ότι ναι, οι Κραβαρίτες ήταν ζητιάνοι (πολλοί, δε λέει βέβαια όλοι, αυτό ούτε ο Καρκαβίτσας δεν το υποστήριξε), ναι, δεν το έκαναν από ανέχεις, αντιθέτως κονομούσαν γερά αλλά συνέχιζαν, ναι, υποκρίνονταν αναπηρίες, ναι, προκαλούσαν και πραγματικές αναπηρίες στον εαυτό τους, ναι, μετέρχονταν του κόσμου τις πονηριές, και καταλήγει ότι εν κατακλείδι δεν είναι σωστό να ταυτίζονται οι Κραβαρίτες με τους ζητιάνους, ούτε κι ο Καρκαβίτσας τούς ταυτίζει.
Πέπε said
από *ανέχεια*
sarant said
35 Πολύ ενδιαφέρον το γλωσσάρι
36 🙂
Dong-ho Spiros Merimanis said
το διάβασα πολλές φορές από τότε που ήμουν στο γυμνάσιο μέχρι πριν δυο χρόνια και πάντα το βρήκα επίκαιρο
το πρώτο πράγμα που κάνει το Ζητιάνο να διαβάζεται και τώρα είναι η γλώσσατου: απλή δημοτική με πολλές χωριάτικες λέξεις κι εκφράσεις αλλά και λέξεις ή φράσεις που κατασκευάζει ο ίδιος
Μονόγνωμοι εμολόγησαν ευθύς πως ήβραν, ο γεροζήτουλας στο μελαγχολικόν αυτό γοργογύρισμα του νου, Κερατόσπορε, μου ντρόπιασες το σπίτι!, Δεκαχρονίτης (απ’ το απόσπασμα που δημοσιεύται εδώ)
οι δημοτικιστές καθηγητές στο πέμπτο γυμνάσιο αρένων της Θεσσαλονίκης μας το σύσταιναν για να μάθουμε δημοτική
το δεύτερο στοιχείο επικαιρότητας αλλά και διαχρονικότητας είναι η περιγραφή του πώς ο καμπούρης γεροζήτουλας κατάφερε να μετατρέψει τους αθώους και αφελείς χωριάτες σ’ εγκληματίες πυρπολητές και να φύγει απ’ το χωριό σαν στιλάτος ναυτικός,
αυτό είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου, ένας ύμνος στην προπαγάνδα που αλλάζει την πραγματικότητα και πείθει το κόσμο αυτή η αλλαγμένη είναι η σωστή. τι άλλο κάνει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη εδώ κι έξη χρόνια;
η σύγκριση με τ’ αμερικάνικα θρίλερ δε νομίζω ότι στέκεται γιατί είναι μεταγενέστερα, γράφτηκα, τον 20ο αιώνα, θα σύγκρινα το ζητιάνο-ναυτικό με τους ήρωες του Ντοστογιέφσκι στο βιβλίοτου «Οι δαίμωνες» (οι δαιμονισμένοι στα ελληνικά)
atheofobos said
Αν η εικόνα που αποκτούμε από το βιβλίο του Καρκαβίτσα, που είναι η εικόνα της περιοχής πριν από 130 χρόνια, σαφώς και δεν είχε σχέση με την εικόνα της πανέμορφης αυτής περιοχής, που επισκέφτηκα πριν αρκετά χρόνια, ούτε βέβαια με την εικόνα που θα έχει σήμερα.
Πάντως από συζήτηση με κοπέλα που είχε έρθει πριν 50 χρόνια στην Αθήνα από εκεί για να δουλέψει, με έκπληξη άκουσα ότι στο σπίτι της δεν είχανε τραπέζι αλλά τρώγανε σε κουρελού στο πάτωμα! Έστελνε δε στο σπίτι της τακτικά ζάχαρη και μακαρόνια.
Δεν είχα φανταστεί, στα μέσα του 1975, ότι υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα περιοχές με τόση φτώχεια .
ΓΤ said
Παραιτήθηκε ο διευθυντής της Αυγής.
sarant said
40 Μπα;
Το 1985 στον στρατό κάποιος φαντάρος, τσοπάνος, δεν ήξερε να πάρει τηλέφωνο -να σχηματίσει τα νούμερα στο καντράν.
DaPonte said
Θυμάμαι ότι στο απόσπασμα του Ζητιάνου που διδάχτηκε η δική μου γενιά στο σχολείο ο Τζιριτόκωστας ισχυρίζεται μπροστά στις κοπέλες του χωριού (μια από αυτές είναι η Παναγιώτα η παπαδοκόρη) ότι έχει έχει» τ´ αγαποχορταρο, τσ´αγαπης το βοτάνι, που άλλος τόπος δεν το βγάνει».
Ο χαρακτήρας του Τζιριτόκωστα πετυχαίνει γιατί είναι παμπόνηρος και κυρίως αδίστακτος και ξέρει να χειρίζεται τους ανθρώπους σαν νευρόσπαστα.
phrasaortes said
Δεκαετία ’60 και αρχές ’70 η πλειοψηφία των σπιτιών στο Λιτόχωρο (κεφαλοχώρι και σχετικά πλούσιο) δεν είχε τραπέζι. Ούτε μαχαιροπήρουνα. Η αλήθεια είναι ότι θεωρούταν και περιττή πολυτέλεια, καθώς παραδοσιακά ο κόσμος έτρωγε με το χέρι στο «καθιστικό». Ίσως στην νότια Ελλάδα τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Πάντως έχω γενικά την εντύπωση, και από προσωπικές μαρτυρίες και από διηγήματα, ότι οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων, ακόμα και οι προοδευτικοί/αριστεροί, δεν είχαν ιδέα πόσο απελπιστική ήταν η κατάσταση στην ύπαιθρο (οικονομικά και πολιτικά). Ακόμα και επί χούντας, η κατάσταση στις πόλεις από άποψη ατομικών ελευθεριών πρέπει να ήταν αισθητά καλύτερη απ΄ότι στα χωριά.
Theo said
@35:
Μπράβο!
Η εργασία προέρχεται από διετή επιτόπια έρευνα, όταν η συντάκτρια υπηρετούσε ως δασκάλα στην περιοχή. Κάποια αποσπάσματα:
Στις σσ. 82-93 έχει επίμετρο με πολύ ενδιαφέρουσες μαρτυρίες.
Jorge said
Ο «Ζητιάνος» και το «Πίστομα» με είχαν συγκλονίσει πιτσιρικά και εξακολουθούν.
Μαρία said
42 Το 1988 έδειξα σε μια γυναίκα γύρω στα 60 πώς να πάρει τηλέφωνο απ’ τον τηλεφ. θάλαμο στην αυλή νοσοκομείου, αφού σιγούρεψα οτι μπορεί να διαβάσει τους αριθμούς. Καταγόταν απο χωριό της Δυτικής Μακεδονίας και μόλις είχαν βάλει τηλέφωνο στο σπίτι.
44 Τη δεκαετία του ’50 η εξαμελής οικογένεια της φίλης μου έτρωγαν σε σοφρά αλλά μαχαιροπήρουνα είχαν. Το δε μπακάλικο δεχόταν πληρωμή και με αυγά.
sarant said
Ευχαριστώ για τα νεότερα!
Κιγκέρι said
Το Νυχτερέμι είναι το σημερινό χωριό Παλαιόπυργος:
https://www.google.gr/url?q=https://www.larissanet.gr/2021/06/01/nychteremi-larisas-to-perasma-tou-pineiou-kai-i-sfragida-tou-karkavitsa-fot-vinteo/&sa=U&ved=2ahUKEwjk44bc-KuRAxWeW_EDHXfSARgQFnoECA8QAg&usg=AOvVaw3G_Y603BSYyqxA-T8keQW-
Πέπε said
Δε θυμάμαι αν το είχα διαβάσει μικρός. Ίσως σε ηλικία που δεν ήμουν σε θέση να το εκτιμήσω και να το καταλάβω, ή ίσως και να μην το είχα διαβάσει. Το διάβασα όμως στο πανεπιστήμιο, ως μέρος κάποιου μαθήματος. Μου έκανε τόσο έντονη εντύπωση ώστε ύστερα από κάποια χρόνια, μεγάλος, το ξαναδιάβασα.
Η ανάμνηση της εντύπωσης παραμένει ζωηρή, των επιμέρους λεπτομερειών όμως όχι. Κατά καιρούς πέφτω με τη μία ή την άλλη αφορμή σε κάποιο απόσπασμα και ξαναθυμάμαι μερικά. Καληώρα όπως τώρα.
Νομίζω ότι δε θα έπρεπε να αναφέρεται ο Καρκαβίτσας σε συγκεκριμένο τόπο, κι ότι δίκαια εξοργίστηκαν οι Κραβαρίτες:
Η αρχή, που διαβάσαμε εδώ, δείχνει εντελώς παραμυθένια. Σαν να σου ξεκαθαρίζει από την πρώτη σελίδα πως όσα θα διαβάσεις γίνονται σ’ έναν κόσμο πέρα από τον πραγματικό, έναν κόσμο ανάποδο από τον πραγματικό, όπου η απάτη είναι καλή, η ντροπή είναι τιμή κλπ. Πινελιές όπως η ειρωνεία εκεί με τα μπαστούνια-τρόπαια που εμπνέουν τόσο σεβασμό, ή όπως η υπερβολή εκεί με τη δοξασία ότι ο τόπος τους τελεί υπό την προστασία όλων των δαιμόνων, επιτείνουν αυτή την εντύπωση: ψέματα κι αλήθεια, έτσι είναι τα παραμύθια.
Όλο αυτό όμως αναιρείται από την τοποθέτηση της ιστορίας, και μάλιστα αυτής της επιμέρους ιστορίας -του τι γίνεται με την ζητιανιά στον τόπο καταγωγής του ήρωα-, σε συγκεκριμένο, υπαρκτό τόπο, ο οποίος μάλιστα περιγράφεται αρκετά πιστά στην πραγματικότητα απ’ ό,τι καταλαβαίνω: φαίνεται ότι πράγματι ήταν τόπος άγονος και φτωχός, και ότι πράγματι έβγαζε ζητιάνους.
Άρα, η εύλογη σκέψη του αναγνώστη είναι ότι πράγματι θα συμβαίνουν και τα υπόλοιπα. Πιάνει λοιπόν ο συγγραφέας μια περιοχή της χώρας και την κατηγορεί ότι εκεί συμβαίνουν όλα αυτά τα φρικτά και αδιανόητα. Ε πώς να μην τα πάρουν κρανίο οι Κραβαρίτες; Έτσι κι αλλιώς, έστω και μ’ έναν πυρήνα αληθείας (ότι όντως έχουν πολλούς ζητιάνους απατεώνες), όλα αυτά που περιγράφονται αποκλείεται να γίνονταν έτσι. Περιγράφονται όμως με τρόπο που τελικά υπονοεί ότι ναι, έτσι θεωρεί ο συγγραφέας, ότι γίνονταν έτσι, δεν είναι (τελικά) λογοτεχνικές υπερβολές.
Εξίσου φριχτές (και πραγματικές) καταγγελίες για πράγματα που συνέβαιναν σε συγκεκριμένους, υπαρκτούς γεωγραφικούς-κοινωνικούς χώρους, είχαν κάνει ο Ουγκώ και ο Ντίκενς. Αλλά μιλώντας για χωριά μού φαίνεται λίγο διαφορετικό. Λίγο πιο άδικο και σκληρό.
Κιγκέρι said
Ο Ζητιάνος:
https://www.google.gr/url?q=http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/andreas_karkabitsas/o_zhtianos.htm&sa=U&ved=2ahUKEwjk44bc-KuRAxWeW_EDHXfSARgQFnoECA0QAg&usg=AOvVaw3v8YKIf5nu5Se5h_JVDjtA
Πέπε said
42, 47 κλπ.:
Έχει μια ωραία ιστορία ο Δημήτρης Αποστολάκης (των Χαΐνηδων):
Σε καθυστερημένο ορεινό χωριό της Κρήτης, με το πρώτο τηλέφωνο να έχει μπει πρόσφατα στο καφενείο, παίρνουν τον πατέρα του επίστρατο στην Κύπρο. Κάποια μέρα παίρνει ο άνθρωπος τηλέφωνο να τους πει ότι ζει. Στέλνει ο καφετζής κάποιον να φωνάξει τη μάνα του Δημήτρη. Εκείνη μέχρι τότε δεν είχε πατήσει το πόδι της στο καφενείο, γιατί το θεωρούσε άπρεπο για τίμια γυναίκα. Τώρα αναγκαστικά μπαίνει, αλλά με ντροπή και τρακ. Την τηλεφωνική συσκευή δεν την έχει ξαναδεί. Παίρνει το ακουστικό και το βάζει στο κεφάλι της. Όλο το καφενείο σκάει στα γέλια. Γυρίζει και τους φωνάζει: «έπαε δεν είστε ντουκιάνι (=καφενείο), μπουρδελιό είστε», και φεύγει έξω φρενών, αφήνοντας το ακουστικό να κάνει ταλαντώσεις.
Και τελικά η πρώτη είδηση που έλαβαν από τον άντρα της ήταν όταν γύρισε ο ίδιος, ζωντανός και γερός.
petelos said
Εξαιρετικά! Και η σειρά εξαιρετική ήταν, κρίμα που δεν γίνονται πια αντίστοιχες. Μερικά ακόμα στα γρήγορα, Νίκο, μαζί με -καθυστερημένες λόγω πτήσεων- πολλές ευχές!
Λογικά τα έχεις δει.
Αυτό που βρίσκω πιο ενδιαφέρον είναι μια σύντομη ανάλυση https://www.classicsandclass.info/wp-content/uploads/2013/05/cc_gw_odyssey.pdf σε σχέση με την Οδύσσεια, την ταυτότητα του Έλληνα όπως διαμορφωνόταν τότε, αλλά και τη γλώσσα. Παρεμπιπτόντως, η Edith Hall έχει ένα ιστολόγιο χάρμα https://edithorial.blogspot.com/
Κιγκέρι said
Α, ναι, και το Λασποχώρι που αναφέρεται στην αρχή είναι το Ομόλιο.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Ένα τάιπο εδώ, Καλλιγοψύλλης προφανώς.
Κιγκέρι said
Αναρωτιέμαι, χρησιμοποιείται σήμερα η λέξη διακονιάρης για τον ζητιάνο; Διακονιάρης, διακονιάρα, διακονιαραίοι, έτσι τους έλεγε η γιαγιά μου..
Georgios Bartzoudis said
Στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα Γυμνασίου της 10/τίας του ’50 υπήρχαν περισσότερα του ενός διηγήματα του Καρκαβίτσα. Στον «Ζητιάνο» απλώς παρέπεμπαν κάποιες πληροφορίες για τον συγγραφέα. Υπήρχε στη βιβλιοθήκη του Γυμνασίου. Δεν το διάβασα. Οι φιλόλογοί μας τον θεωρούσαν εφάμιλλο του Παπαδιαμάντη. Ιδιαίτερα επεσήμαιναν τις μικρές προτάσεις που χρησιμοποιεί (και που δεν τις πολυβλέπω στο σημερινό απόσπασμα από τον Ζητιάνο). Ένας φίλος από την ορεινή Τριχωνίδα (συνορεύουσα με την ορεινή Ναυπακτία) έλεγε την παροιμία «κάλλιο σκύλο από την Κρήτη παρά φίλο Κραβαρίτη». Γνώρισα την περιοχή στη 10/ετία του ’60: Οι άνθρωποι ήταν μια χαρά, παρά την φτώχεια τους. Φτώχεια καταραμένη. Αρκετές οικογένειες δεν είχαν ούτε καν σουφρά. Γευμάτιζαν στο δάπεδο. Κι όμως φιλόξενοι κι ωραίοι!!!
Costas Papathanasiou said
Λοιπά περί ζητιάνων :
[125] Σε μια γωνιά ζητιάνος γέρος, βόγγος η φωνή του,
περνούσα, γύρω μου η χιονιά, χειμώνας, βάι! καταλυτής.
«Φτωχός φτωχόνε συμπονεί»* κάπου μάς τό ειπες, ο ποιητής.
Έκλαψε ο γέρος παίρνοντας, και δάκρυσα μαζί του.
(ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ /Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΩΝ,1929, https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/1/a/6/metadata-1418802316-286154-26167.tkl )
(*)—Η νύχτα, τ’ αστραπόβροντα, το χιόνι δεν μ’ αφήνει να πάγω εμπρός. Χριστιανοί, κάμετ’ ελεημοσύνη!
Ανοίξετέ μου, απέθανα… Κι εγώ Θεό λατρεύω. /* Ανοίξετέ μου, Χριστιανοί, έμαθα να νηστεύω,
και το ψωμί σας δεν ζητώ, δεν θέλω να το πάρω./ Φτωχός φτωχόνε συμπονεί· γλιτώστέ με απ’ το Χάρο
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ‘Θανάσης Βάγιας’- Α΄ “Η φτωχή” στ.7-10 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=3&text_id=243 )
Ο Ζητιάνος– “Μυρτιώτισσα” (Θεώνη Δρακοπούλου)
Νύχτα, κ’ οι δρόμοι, απ’ το βοριά/ κρυστάλλωσαν, κι από το χιόνι
μόνος, αντίκρυ στη γωνιά/ ένας ζητιάνος κρυσταλλώνει.
Φωνή δεν έχει να ζητήσει πια, / το παγωμένο χέρι δεν τ’ απλώνει,
μα και σε ποιον; Κανένας δεν περνά/ μαυρίλα κ’ ερημιά τον περιζώνει.
Παρέκει ένα φανάρι· Ξεψυχά/ και σώνεται το φως του, σα να λιώνει.
Ξερό ένα δέντρο τα γυμνά κλαριά/ σα χέρια που κοκάλωσαν τεντώνει.
Κι εγώ που όλα τα βλέπω από ψηλά/ κλαίω, μα τι μπορώ να κάνω;
Εγώ΄μαι μια πονόδαρτη καρδιά/ εγώ’μαι πιο φτωχιά κι απ’ το ζητιάνο!
Γυμνότερη κι απ’ το δεντρί τ’ αντικρινό/ αργοκυλά η ζωή μου
και παραδέρνει σαν το φως τ’ αχνό/ του φαναριού η ψυχή μου…
( Ακαδημαϊκόν Ημερολόγιον Πατρών, 1, 1, 1918; σελ. 169-170 https://daniilida.library.upatras.gr/index.php/ak_hmer_patron/article/view/403/ )
–Κύριε, είπε τέλος βάζοντας το χέρι του απάνω στην καρδιά του, είπα πράγματι… ψέματα… Δεν είμαι ούτε φοιτητής, ούτε αγροδιδάσκαλος. Αυτά είναι κατασκευάσματα της φαντασίας μου. Συμμετείχα ς’ ένα κόρο Ρώσων τραγουδιστών, αλλά μ’ έδιωξαν απ’ αυτόν ως μέθυσο. Μα και τι μπορώ να κάνω, αν δεμ πω ψέματα. Δεν μπορεί κανείς, άμα είναι στη θέση μου, να μην πει ψέματα. Με την αλήθεια, ψοφάει κανείς της πείνας και κοκαλιάζει στο ύπαιθρο. Έχετε δίκιο, το καταλαβαίνω. Μα…τι μπορώ να κάνω;
–Τί να κάνεις!… Ρωτάς τί να κάνεις; φώναξε ο Σκβορτσώφ πλησιάζοντας το ζητιάνο. Να εργαστείς, νά τί πρέπει να κάνεις! Να εργαστείς!
https://www.youtube.com/watch?v=oiXW_t6HSrI Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ.-ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ/ αφήγηση: Γεωργία Σταυριανέα ( «39 διηγήματα»-Συλλογή του Αντόν Τσέχωφ, σ.16 Μπουκέτο 3 Ιανουαρίου 1929, ηλ.σελ.30 του https://www.kamini.gr/wp-content/uploads/2023/12/39-%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD-%CE%A4%CF%83%CE%AD%CF%87%CF%89%CF%86.pdf )
“Ο ζητιάνος κι αν πλουτύνει, τη ζητιανιά δεν την αφήνει/ “Η Ζήτρα δότρα δε γίνεται”/“Στου ζητιάνου τον τορβά ψωμί και στου σκυλιού το γιατάκι παστουρμάς δεν στέκονται” (1964 )/“Ζητιάνου ολομελή μη δίνεις λεημοσύνη ( Άγνωστος συλλογέας /Άδηλου τόπου )”/ “ Ζητιάνου ολημερής μη δίνεις ιλεημοσύνη (Αρ. 702, 134, Α. Βάλληνδας, Κύθνος )/ “Ο ζητιάνος θέλει κομμάτια κι’ όχι μονοπάτια” ( Λ. Α. αρ. 2442, σελ. 153, Αλεξ. Αδαμίδου, Δαμασκηνέα Βοΐου Κοζάνης, 1962)/ “Το ζητιάνο δώσ’ τον ό,τι έχεις, μην τον δείχνης δρόμους”( Λ. Α. αρ. 2499, σελ. 34, αρ. 257, Αριστείδου Μπακαΐμη, Ζώνη, Δαμασκηνέα, Δραγασιά, Κλεισώρεια, Πολυκάστανος, Βοΐου, 1962)/ “Πόρτες δείξ’ του ζήτουλα, κ’ εκειός μπουκούνια βρίσκει” ( Αρ. 798, σελ. 966, Γεώργιος Καββαδίας, Επτάνησος, 1876)/ “Του ζήτουλα κομμάτια δος και του δείχνεις πόρτες” (Αρ. 330, 1663, Λακωνίας, Κ. Νεστορίδης ) / “Ζητιάνου δώσε κι από το Θεό θα το ‘βρεις” (Λ. Α. αρ. 2748, σελ. 291, αρ. 246, Κωνστ. Ιωαννίδου, Κωστάνα Θεσπρωτίας Ηπείρου, 1963 )/ “Ο ζητιάνος είναι ψυχοβγάλτης” ( Λ. Α. αρ. 2268 Β, σελ. 490, Χ. Κορύλλος, Πάτραι – Αχαΐα – Ηλίς, κ.α. ) / “Του ζητιάνου τα μούτρα μαύρα, μα ο τρουβάς γεμάτος” ( Αρ. 1358, σελ. 16, Μ. Λιουδάκη, Κρήτη, Κυδωνίαι, 1939)/ “Η σκάφ’ είναι ζητιάνα” (Ευστρ. Ζήσης, Αυδήμιον Θράκης, Θρακικά ΙΒ, 1939, σελ. 3520)/ “Καλλίτερα ζητιάνος πέρι αγράμματος” (Λ. Α. αρ. 2268 Β, σελ. 490, Χ. Κορύλλος, Πάτραι – Αχαΐα – Ηλίς, κ.α. )/ “Τεμπέλης στα νιάτα, ζητιάνος στα γεράματα” (Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Κωστάνα Θεσπρωτίας Ηπείρου,1963)/ “Ο ακαμάτης είν’ αδελφός του ζητιάνου” ( Ευανθ. Γκινοπούλου, Πελοπόννησος, Περιοδ. Εθνική Μούσα, έτος Α, 1909, σελ. 47, αρ. 36 )
“Οι μοίρες, άσκημες γερακομύτες ζητιάνες με γυαλιστερά φιδίσια μάτια, με μακριά σουβλερά νύχια και δόντια σαν τσαπιά, κάθουνται και ζουν, μες σ’ ολοπέτρινα φυσικά πύργια, π’ ανοίγουνται σε άβατα γκρέμουρα. Οι μοίρες είναι τρεις μεγάλες και μια μικρή. Η μια που βαστά τη ρόκα τη νοματίζουν «Σφιντάνου» την άλλη που κρατεί αδράχτι «Πύξου» και την τρίτη που παίζει στα χέρια της ψαλίδι, «Ρπάγου». Η άλλη η μικρή, άσκημο σπορίδι, κοντομάζωμα με παρδαλό μπαλωμένο φουστάνι που κρατά τ’ αγγειό με το μοίρασμα, νοματίζεται «Μπλουμπου». Όταν οι μοίρες αφήσουν τα πέτρινα παλάτια τους, για να πάνε να μοιράνουν τα μωρά, μπουρμπουλώνουνται με λερωμένα φλώρα ή μαύρα μαντήλια, παίρνουν στον ώμο σακούλια και τρουβάδια, κρατούν ροζιάρικο γερό ξύλο για ακουμπιστήρι και τραβάν ίσια στα χωριά. Σαν νυχτώσει αλλάζουν μορφή. Γίνονται αερικά, νυχτοπεταλούδες. Έτσι μπαίνουν στα σπίτια που έχουν μικρά, πλησιάζουν αθόρυβα κι αόρατες στις κούνιες. Με το νύχι τρυπούν ελαφριά το χέρι ή το μάγουλο του μωρού, ρίχνουν μερικές σταλαγματιές απ’ το βοτάνι, μοιραίνουν το παιδί. Όταν σταλάζουν το μοίραμα στο μωρό, η μοίρα με τη ρόκα γνέθει με βιά το μαλλί, η άλλη με το αδράχτι σπεύδει να τυλίξει το νήμα και η Τρίτη με το ψαλίδι, κόβει τη νηματοκλωστή. Η μικρή, η Μπλουμπου, βιδώνει και σφαλάει τ’ αγγειό για να μη ξεθυμάνει το μοίραμα. Το παιδί μοιρωμένο ζει τόσο, όσα είναι τα τυλίγματα γύρω απ’ τ’ αδράχτι.” [Σφιντάνου= Από το δέντρο «σφένδαμος» με το οποίο γινόταν οι ρόκες, Πύξου= από το κλαρί «πύξος» που γινόταν το σφοντύλι, Ρπαγού= Παραλλαγμένο «η Αρπαγή», Μπλούμπου= Η στολισμένη με παρδαλά φουστάνια, η πλουμισμένη] (Αλεξ. Κ. Χατζηγάκη, “Παραδόσεις τ’ Ασπροποτάμου”, Τρίκαλα, 1948, σελ. 146, αρ. 295 ).
Δύτης των νιπτήρων said
Πέπε, περίμενα να πεις για την τρίχορδη λύρα!
Jorge said
56. Σπάνια και μόνο από ηλικιωμένους.
Σπανιότερη η έκφραση «σαν του διακονιάρη τον πισινό», παραδόξως για χοντρό άνθρωπο νομίζω.
Jorge said
Δεν υπάρχει μουσική άλλη σαν του Γκραβενίτη.
ΓΤ said
Περιμένω έγκριση.
Πέπε said
59
Ε, η αλήθεια είναι πως ούτε θυμάμαι να το είχα ξανακούσει για λύρα στην Αιτωλοακαρνανία, αλλά ούτε και με εκπλήσσει. Έπαιζαν λύρες σ’ όλη τη Θράκη (κατά τόπους επιβιώνει ακόμη), σε πολλά μέρη της Μακεδονίας (ομοίως), στον Μοριά, στα Μέγαρα και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, στη Νότια Εύβοια όπου επίσης ψιλοεπιβιώνει ακόμη, και η οποία είναι κατά κάποιον τρόπο ρουμελιώτικο νησί, σ’ ολόκληρο το Αιγαίο (Κρήτη, Κυκλάδες*, 12νησα, Σκύρο, Λήμνο, Σάμο, Ικαρία κ.α.), όπου σε κάποια ψιλοδιατηρείται οριακά ακόμη και σε άλλα ακμάζει πλήρως, γιατί να μην έπαιζαν κι εκεί;
Α, και ακόμη Βουλγαρία, Β. Μακεδονία, Κροατία, διάφορα μέρη της Τουρκίας, Έλληνες στην Ινέπολη (που θεωρείται Παφλαγονία, δυτικά όρια του Πόντου), αλλά ακόμη και στη Νότια Ιταλία, στην Ισπανία, τη Γαλλία… Όσο απομακρυνόμαστε γεωγραφικά και πολιτισμικά, είναι κι οι παραλλαγές του οργάνου πιο απόμακρες, αλλά είναι πάντα αναγνωρίσιμες λύρες, περίπου σαν τις κρητικές και τις θρακιώτικες κλπ.
________________________________________________________________________________
(*) Να μια λύρα της Σαντορίνης, φτιαγμένη το 1884 και παιγμένη το 2010:
Costas Papathanasiou said
Άσματα επαιτειακά:
https://www.youtube.com/watch?v=sv43Bv7fq68 “Ο διακονιάρης” Νικηφόρος Αεράκης-1998 ( Στίχοι: Γιάννης Αεράκης/ Μουσική: Μιχάλης Φραγκιαδάκης) / https://www.youtube.com/watch?v=pISQWhgnIhw ΔΙΑΚΟΝΙΑΡΗΣ – Μύρος Σκουλάς, Γιώργης Βρέντζος
https://www.youtube.com/watch?v=Kh6x1hJKE6Y “Ο ζητιάνος” – Γρηγόρης Μπιθικώτσης- 1961 (Βασίλη Τσιτσάνη)/ https://www.youtube.com/watch?v=c2IczOVhOjM “Ζητιάνος (Καθημερνώς στην πόρτα σου)”– Πρόδρομος Τσαουσάκης (1946)/ https://www.youtube.com/watch?v=JkezcHdA40A “Ο ζητιάνος της αγάπης”- Ιωάννα Γεωργακοπούλου (1946)
https://www.youtube.com/watch?v=7EFYa08OImQ “Ζητιανάκι” – Γιάννης Καλατζής – 1981 ( Στίχοι/ Μουσική: Βαρβάρα Τσιμπούλη /Τόλης Βοσκόπουλος )
https://www.youtube.com/watch?v=gK8mM41BZG0 “Ζητιανάκι”– Γιάννης Ντουνιάς 1986 (Στίχοι/ Μουσική: Βέτα Ξανθοπούλου/ Θεόδωρος Καμπουρίδης
https://www.youtube.com/watch?v=Zs8ASpRHFmc “Ζητιανεύω” – Κατερίνα Στανίση-1992 (Νίκου Καρβέλα)
https://www.youtube.com/watch?v=1RfuNiVMXgs “Ζητιάνεψα” – Χάρις Γεωργίου (Κώστα Λιβανού) 1982
https://www.youtube.com/watch?v=tEOSJqtkayM “Ζητιάνο με κατάντησες”- Κώστας Κόλλιας -1980 (Στίχοι/ Μουσική: Ηρακλής Παπασιδέρης/ Τάκης Σούκας )
https://www.youtube.com/watch?v=xxCGH9PTVTc “Ζητιάνος παρά υπουργός” – Σωκράτης Μάλαμας- 1991
https://www.youtube.com/watch?v=ONK6DdpSrCw “Ζητιάνος της αγάπης σου” – Δημήτρης Κοντολάζος-1988 (Τάκη Μουσαφίρη)
https://www.youtube.com/watch?v=et03qKRwnhY “Ο ζητιάνος” – Βίκυ Μοσχολιού-1966 (Γιάννη Καραμπεσίνη )
https://www.youtube.com/watch?v=znQfFVwqj3M “Ο ζητιάνος”– Σταμάτης Κραουνάκης-2014
https://www.youtube.com/watch?v=3F3G1dga9ww “Ο ζητιάνος”– Ρένα Κουμιώτη-1996 (Μίμης Πλέσσας – Κώστας Βίρβος)
https://www.youtube.com/watch?v=hAdzWxz7U2E “Ο ζητιάνος” – Γιάννης Χαχαδάκης-2020
https://www.youtube.com/watch?v=Ob3_Nx2aEWM “Ο ζητιάνος της αγάπης”– Γιάννης Κατέβας 1981( Στίχοι/ Μουσική: Γιώργος Κανελλόπουλος/ Claude Morgan)
Τα παλιά τα χρόνια κούρνιαζε ένας διακονιάρης κουμπλής στην άκρη του κόσμου/ εξώγαμο παιδί της πασίγνωστης Γυφτοχριστίτσας/ Δεν ήταν ρόμ, όμως έμοιαζε σαν χτικιό απ’ την λίγδα στο τσερβέλο/ η ντελίνα η περιωπής φερομένης σαν τζογανό από απάγκιο σε απάγκιο/ όταν το κρύο λιάνιζε το κορμί της/ Το υποκοριστικό όνομα του παιδιού “Καπότας”, μιας και οι κουραβέλες που φανταζόταν, δημιουργούσαν κατσομαλλίδα στον υποφαινόμενο μπόγρη/ Κανιάμ-κανιάμ δηλαδή “τηράτε μας γειτόνισσες ψαράκια τηγανίζουμε”, αφού τα ροσόλια/ που έπινε του δημιουργούσαν της φαντασιώσεις μαζί με τα προικιούλια αλλά και το μυαλό του να κλάνει/ Στρεκλώντας να πηγαίνει ρουκουτού και να μανουριάζει με τους γούβηδες και τις/ μπαρμπούτες ανάμεσα στο πούσι το χάραμα με τις λασπωμένες Ελβιέλες χωμένες/ εδεκείλια, να κουτουλάει ταβούλι και να τανιέται στο κατούρημα από το βερβέριγμα του καμουσκιού στα μελίγγια/ Γιάτρατο που ‘χει λάβρα να πίνει το τζαβορό να γίνεται κουέτο λάο λάο/ και να ρουκουλάει σαν αγροτηνέιτζερ για το σπίτι νομίζοντας ότι έχει κουραβελίσει/ όοολα τα ντελινά της πόλης// Κουρνιαγμένος να είναι, κουρνιαγμένος! / Καταυλακιώτικο μπλουζ!/ Ρίχ’τα αγόρι μου, ρίχ’τα/ Ρουκούλα το, έλα μανούλα μου ρουκούλα το/ Πωπω μανούλα μου, μου φύγαν τα μελίγγια
https://www.youtube.com/watch?v=lj6ux_q3Hsw “Ο Καπότας” Γιώτης Κύτταρης (Από το δίσκο «Monastiraki Blues» ,2006)
Πέπε said
63
Επίσης, οι πολύ γνωστοί «στραβοί με τις λύρες» του Κολοκοτρώνη, που διέδιδαν μέσω δημοτικών τραγουδιών την ιστορική μνήμη στα χωριά και τις πόλεις, ήταν ζητιάνοι, γιατί όχι λοιπόν και Κραβαρίτες.
Κιγκέρι said
63, 64:
Να κι ένας στο Μεσολόγγι, στο Έτσι ήτανε του Βλαχογιάννη:
…Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού…
https://www.google.gr/url?q=https://logomnimon.wordpress.com/%25CE%25B3%25CE%25B9%25CE%25AC%25CE%25BD%25CE%25BD%25CE%25B7%25CF%2582-%25CE%25B2%25CE%25BB%25CE%25B1%25CF%2587%25CE%25BF%25CE%25B3%25CE%25B9%25CE%25AC%25CE%25BD%25CE%25BD%25CE%25B7%25CF%2582/&sa=U&ved=2ahUKEwjsireqkqyRAxX3cPEDHR2-BJIQFnoECAgQAg&usg=AOvVaw027xGx9U4E48hApGUqueTv
dryhammer said
Σχετικοάσχετοι συνειρμοί: Στο πεντέφι του #35 είδα αναφορές για συκομουριές (συκαμινιές στη Χίο) και μετάξια. Στον Πόντο, έχω ακούσει πως φτιάχνανε λύρες σκαφτές από συκαμινόξυλο. [Είναι και η μόνη χρήση που έχω βρει αυτού του ξύλου]
ΓΤ said
55 Χτήνερμαν
Τα προφανή τάιπο είναι δύο, αφού καλιγώνω.
sarant said
49 Και το είχα απορία, ευχαριστώ!
53 Γεια σου Ελένη, να είσαι καλά. Τα λινκ δεν τα είχα δει.
62 –> 68
nikiplos said
50@ Τότε που γράφτηκε το πόνημα, τα τοπωνυμικά στερεότυπα θα ήταν και ζωντανά και παγιωμένα. Πχ Σωματέμπορες, Παιδοβιαστές κλπ. Στο βιβλίο του τα χώνει και στους Καραγκούνηδες αν το διαβάσεις. Μιλάει για καρδιά πέτρα που έχουν οι Καραγκούνηδες και δεν συγκινούνται εύκολα…
39@ τέλος: Έχω να πω πολλά για το τέλος αυτού του καταπληκτικού βιβλίου, το οποίο το βρήκα πολύ προχωρημένο για την εποχή του… Ναι από τα 60ς και μετά άρχισαν ταινίες και αφηγήσεις να ομολογούν τέτοια end of the story. Θα μπορούσα να πω πάρα πολλά αλλά δεν θέλω να κάνω σπόιλ.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
68# Το ξέρω, αλλά πήγα με την ορθογραφία της έκδοσης που έχω, Εστία. Μπορεί με λλ να το έγραψε ο Κ.
michaeltz said
56. Κιγκέρι
Υπάρχει, αλλά συνήθως μπερδεύεται με τις διάκονος, διακονώ. Διακονώ/διακονεύω, με αόριστους διακόνησα/διακόνεψα
Πέπε said
56
Στην Κρήτη πάντως λέγεται αρκετά. Ωστόσο, και πριν έρθω στην Κρήτη την ήξερα ως ζωντανή λέξη – σπάνια βέβαια, αλλά πάντως όχι αποκλειστικά λογοτεχνική ή τελεσίδικα απαρχαιωμένη.
ΓΤ said
Persi Diaconis
Αλφα_Χι said
56.
Πολύ συνηθισμένη λέξη ο διακονιάρης/ρω, ιδίως στα χωριά, για όποιον/α γυρνά πόρτα πόρτα ζητώντας κάτι π.χ. από τη γειτόνισσα ή είναι πάντα κακοντυμένος.
Πάτρα, χείμαρρος Διακονιάρης.
spyridos said
67
Ο μεταξοσκώληκας τρώει τα φύλλα μόνο της άσπρης μουριάς. Το σκάφος της λύρας στην Κρήτη κι αλλού το φτιάχνουν από μαύρη. Η άσπρη μας ήρθε από την Κίνα ενώ η μαύρη είναι αυτοφυής στη Μικρά Ασία και τα νησιά μας. Η μαύρη αναπτύσσεται πολύ πιο αργά από την άσπρη και γιαυτό έχει πολύ σκληρότερο ξύλο. Τη χρησιμοποιούσαν και για δοκάρια σπιτιών. Πολλές λύρες έχουν φτιαχτεί από τσουρνεμένη ξυλεία παλιών σπιτιών.
spyridos said
Διακονιάρης. Και στην Πελοπόννησο τη χρησιμοποιούν τη λέξη τακτικά.
ΓΤ said
Αστέρας Τρίπολης-Λεβαδειακός 1-1
ΑΕΛ-ΠΑΟ 2-2
ΠΑΟΚ-Άρης 3-1
ΑΕΚ-Ατρόμητος 4-1
Πέπε said
76
Όοοοοχι, περίμενε!
Αυτά που παίρνουν από τα δοκάρια παλιών σπιτιών είναι κατράνια, για τα καπάκια. Τα καπάκια σ’ όλα τα έγχορδα γίνονται από μαλακά, αφράτα ξύλα, όπως είναι τα κωνοφόρα. Και απ’ όλα αυτού του τύπου τα ξύλα, το κατράνι θεωρείται το πιο εκλεκτό. Εντωμεταξύ, λόγω διάφορων ιδιοτήτων του, αυτό το ξύλο θεωρείται εξίσου κορυφαίο και για άλλες δουλειές, όπως η οικοδομή. Έτσι υπάρχουν όλα αυτά τα παλιά σπίτια με τα κατρανένια μεσοδόκια, που μπορεί να είναι αιώνων παλιά, πράγμα που επίσης τούς προσδίδει διάφορα προτερήματα για την οργανοποιία.
Επειδή όμως ακριβώς ήταν περιζήτητο για όλες αυτές τις χρήσεις επί αιώνες, υπερξυλεύτηκε και κατήντησε τόσο σπάνιο ώστε στην εποχή μας κυρύχτηκε προστατευόμενο είδος υπό εξαφάνιση, και απαγορεύτηκε να το κόβουν. Οπότε, τα μόνα κατράνια που μπορεί κανείς πλέον να χρησιμοποιήσει είναι τα ήδη μεταχειρισμένα, όσα κόπηκαν πριν την απαγόρευση. Δηλαδή πλέον τα μεσοδόκια από χαλάσματα και κατεδαφίσεις είναι όχι απλώς εξαιρετική αλλά και μοναδική λύση για τους οργανοποιούς. (Όχι πως δεν υπάρχουν κι άλλα καλά ξύλα για καπάκια, αλλά το κατράνι σέρνει κι έναν θρύλο, ιδίως που είναι και τόσο δυσεύρετο.)
Αντίθετα, τα σκληρά ξύλα προτιμώνται για το σώμα της λύρας. Αλλά γενικότερα, το κάθε λαϊκό όργανο παραδοσιακά φτιαχνόταν από τα ξύλα που μπορούσαν να βρεθούν στην περιοχή. Οι Πόντιοι π.χ., και όλοι γενικώς οι πρόσφυγες, μπορεί να χρειάστηκε ν’ ανακαλύψουν νέα ξύλα αν στον τόπο εγκατάστασής τους η χλωρίδα ήταν άλλη από της πατρίδας τους. Ή και, αντίστροφα, να έφεραν την καλλιέργεια κάποιου δέντρου που ποτέ πριν δεν είχε ξαναϋπάρξει σ’ εκείνο τον τόπο (δε θα το έκαναν φυσικά για τις λύρες, για τον καρπό θα το έκαναν, αλλά υπάρχουν και οι παράπλευρες χρήσεις) κι έτσι να το έκαναν αυτοί γνωστό στους γηγενείς.
Σήμερα βέβαια, παγκοσμιοποίηση. Ακόμα και οι οργανοποιοί που διατηρούν μόνοι τους εργαστήρι σε κάποιο χωριό, προμηθεύονται ξύλα από οπουδήποτε – και όχι μόνο τα εντελώς τελευταία χρόνια με τη μεγάλη έκρηξη της ιντερνετικής αγοράς, το θυμάμαι και προ εικοσαετίας.
Jorge said
Κατράνι είναι ο κέδρος. Τον έβαζαν σε σενάζια και στα πρέκια.
ΓΤ said
Δάνης Κατρανίδης
sarant said
79 Ρε τι μαθαίνει κανεις από τον Καρκαβίτσα!
Jorge said
https://www.vlahoi.net/politismos/to-katrani
evamaten said
50 (για την «αδικία»)
Η ειρωνεία δεν είναι απλώς «πινελιά», χαρακτηρίζει ολόκληρο το απόσπασμα. Καταλαβαίνουμε εξαρχής ότι υπάρχουν υπερβολές. Αλλά η ιστορική/ γεωγραφική βάση του φαινομένου ήταν ευρέως γνωστή. Και πάνω σ’ αυτήν «κεντάει» ο συγγραφέας. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, τεκμήρια, δημοσιεύματα στον τύπο της εποχής κ.λπ. (δες το αρχείο που έβαλε ο Χόρχε στο #35), η επαιτεία αποτελούσε στοιχείο της συλλογικής τους ταυτότητας και θεωρούταν αδήριτη ανάγκη («Η ζητιανιά, ως επάγγελμα βιοποριστικό, είναι γέννημα της φτώχειας ορισμένων βουνίσιων περιφερειών που δεν παρέχουν κανέναν πόρο στους κατοίκους, γέννημα της απελπισίας κι έσχατο καταφύγιο των απελπισμένων».(Βλαχογιάννης)). Ακόμη και ο γιατρός Παπανικολάου διαμαρτύρεται μεν ότι «με το γραπτό και προφορικό λόγο διαδόθηκε σ’ όλο το Πανελλήνιο ότι οι Κραβαρίτες στράβωναν χέρια και πόδια των παιδιών τους από τη βρεφική τους ηλικία για να αποκτήσουν κερδοφόρα προσόντα μελλοντικού ζητιάνου. Ετούτη η διάδοση είναι παχυλή ψευδολογία» – αλλά διορθώνει επιβεβαιώνοντας ότι «η αλήθεια πάνω στο σημείο είναι η εξής: Μερικοί έβαζαν τα γερά χέρια στο γύψο, για να εξαπατήσουν τους αφελείς. Άλλοι πάλι, για τον ίδιο σκοπό, έβαζαν ιδίως στα χέρια ή στα πόδια στουμπισμένη αγράμπελη. Η αγράμπελη έχει την ιδιότητα να προκαλεί πληγή. Η πληγή προκαλούσε τον οίκτο των πολλών».(πάλι στο #35). Άρα, η εξαιρετική παρωδία του Κ. (τόσο έξυπνος ο διεξοδικός παραλληλισμός με τα έπη!) έχει νόημα ακριβώς γιατί υπήρξε αυτή η συνθήκη. Άλλωστε και με τους Καραγκούνηδες είναι το ίδιο ανελέητος – αλλά και πάλι δείχνει «νατουραλιστικό» του έλεος ειρωνεία δεν είναι απλώς «πινελιά», χαρακτηρίζει ολόκληρο το απόσπασμα. Καταλαβαίνουμε εξαρχής ότι υπάρχουν υπερβολές. Αλλά η ιστορική/ γεωγραφική βάση του φαινομένου ήταν ευρέως γνωστή. Και πάνω σ’ αυτήν «κεντάει» ο συγγραφέας. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, τεκμήρια, δημοσιεύματα στον τύπο της εποχής κ.λπ. (δες το αρχείο που έβαλε ο Χόρχε στο #35), η επαιτεία αποτελούσε στοιχείο της συλλογικής τους ταυτότητας και θεωρούταν αδήριτη ανάγκη («Η ζητιανιά, ως επάγγελμα βιοποριστικό, είναι γέννημα της φτώχειας ορισμένων βουνίσιων περιφερειών που δεν παρέχουν κανέναν πόρο στους κατοίκους, γέννημα της απελπισίας κι έσχατο καταφύγιο των απελπισμένων».(Βλαχογιάννης)). Ακόμη και ο γιατρός Παπανικολάου διαμαρτύρεται ότι «με το γραπτό και προφορικό λόγο διαδόθηκε σ’ όλο το Πανελλήνιο ότι οι Κραβαρίτες στράβωναν χέρια και πόδια των παιδιών τους από τη βρεφική τους ηλικία για να αποκτήσουν κερδοφόρα προσόντα μελλοντικού ζητιάνου. Ετούτη η διάδοση είναι παχυλή ψευδολογία», αλλά διορθώνει επιβεβαιώνοντας ότι «η αλήθεια πάνω στο σημείο είναι η εξής: Μερικοί έβαζαν τα γερά χέρια στο γύψο, για να εξαπατήσουν τους αφελείς. Άλλοι πάλι, για τον ίδιο σκοπό, έβαζαν ιδίως στα χέρια ή στα πόδια στουμπισμένη αγράμπελη. Η αγράμπελη έχει την ιδιότητα να προκαλεί πληγή. Η πληγή προκαλούσε τον οίκτο των πολλών».(πάλι στο #35). Άρα, η εξαιρετική παρωδία του Κ. (τόσο έξυπνος ο διεξοδικός παραλληλισμός με τα έπη!) έχει νόημα ακριβώς γιατί υπήρξε αυτή η συνθήκη. Άλλωστε και με τους Καραγκούνηδες είναι το ίδιο ανελέητος – αλλά και πάλι δείχνει «νατουραλιστικό» του έλεος
Πάντως, σήμερα που το ξαναδιάβασα ολόκληρο το κείμενο, το βρίσκω κι εγώ εξαιρετικό.Η δημοτική του σπαρταριστή, πλούσια, τα σχήματα λόγου (ειδικά οι παρομοιώσεις του, πόσο πετυχημένες!), οι τολμηρές εικόνες του, η πλοκή του – όλα το κάνουν πολύ αξιόλογο. Άξιζε τον κόπο!
Πέπε said
80 Ναι, ο κέδρος του Λιβάνου. Και σε καπάκια οργάνων τον βάζουν, και κατεξοχήν της λύρας. Και τώρα ακόμα, αλλά με αυτή τη διαδικασία, από τα δοκάρια.
Από το σχέδιο δεν κατάλαβα πολλά…
evamaten said
84
Ωχ, δεν είναι τόσο μεγάλο το σχόλιο, απλώς επικολληθηκε διπλά!
Jorge said
84. Η μεθοδολογία των παραμορφώσεων, μου θυμίζει τους κομπάρσικος στον «Άνθρωπο που γελά»
85. Υπάρχει και άλλο κατράνι-κατράμι. 🙂
spyridos said
79
Κατράνι, ο κέδρος που είναι αυτοφυές και στην Ελλάδα. Σιγά μην ψάχνουν οι Κρητικοί στα χαλάσματα για κέδρο. Τους ξερίζωσαν μαζικά τα τελευταία 20 χρόνια στα παράλια ανατολικά της Παλιόχωρας και αλλού.
Στη Νάξο όλη η δυτική ακτή από την πόλη ως το νότο ήταν πυκνοφυτεμένη με κέδρους, πάνω στην αμμουδιά. Εκεί καθόμαστε για σκιά στην παραλία. Τώρα έβαλαν ομπρέλες ενοικιαζόμενες. Έχουν μείνει πάντως μερικά δασάκια βλέπω στη δορυφορική. Όποιος θέλει κάνει μια παραγγελιά και κόβουν, ας απαγορεύεται. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι έβαζαν δοκάρια από κέδρο σε σπίτια. Πάντως αυτή τη στιγμή η μαύρη μουριά είναι σπάνια.
Theo said
Το διάβασα ολόκληρο το βιβλίο με αφορμή αυτή την ανάρτηση. Μάλλον τον είχα αδικήσει τον Καρκαβίτσα που τον είχα διαβάσει αποσπασματικά. Υπέροχες οι περιγραφές της φύσης κι η δημοτική του. Αλλ΄ οι υπερβολές, οι ειρωνείες του κι οι καρικατούρες ανθρώπων και πληθυσμιακών ομάδων που κατασκευάζει με ενοχλούν. Ούτε ένας θετικός ήρωας! Δεν ξέρω αν για τον συγγραφέα μόνο οι Κραβαρίτες, οι Καραγκούνηδες κι οι δημόσιοι υπάλληλοι, δικηγόροι πολιτευτές, κλπ. ήταν κακοί και διεστραμμένοι, αν έβρισκε κάπου και καλούς, φυσιολογικούς ανθρώπους, όπως στα θαλασσινά του διηγήματά του ή αν άλλαξε κάτι μέσα του ανάμεσα στα Λόγια της πλώρης και τον Ζητιάνο.
spyridos said
Εδώ ο πονηρός έχτισε μέσα σε ένα από τα τελευταία δάση (που λέει ο λόγος) κέδρου στην Κρήτη και το έβγαλε και σένταρ βίλας. Ξερίζωσε κέδρους 400 χρόνων και φυσικά τους πούλησε.
spyridos said
Πολύ λίγα από τα λογοτεχνικά που έχω διαβάσει και μάλιστα από την εποχή σκούπας (τα σαρώνει όλα) μπορώ πια να θυμηθώ. Ο ζητιάνος είναι ένα από αυτά. Το θυμάμαι πολύ ζωντανά. Με είχε ταράξει τότε, στα δεκαπέντε μου περίπου. Το τηλεοπτικό δεν το είχα δει. Σήμερα μόνο λίγες σκηνές.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
89# αν άλλαξε κάτι μέσα του ανάμεσα στα Λόγια της πλώρης και τον Ζητιάνο
Πρώτα είναι ο Ζ. και μετά τα ΛτΠ. Αναλόγως του θέματος χρωματίζει. Άλλο η καταθλιπτική λασπουριά του Ζητιάνου κι άλλο ο ανοιχτός ορίζοντας της Πλώρης. Άλλο η μαυρίλα της Φόνισσας κι άλλο το χαρμόσυνο φως του Αμερικάνου.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Φοβερός ο Ζητιάνος. Ωραία η γλώσσα του Καρκαβίτσα, αλλά ζοφερό το θέμα. Και οι αλληγορίες, για τη χώρα, τσακίζουν.
56, Κίγκε,
Αντάρτης, κλέφτης και φονιάς
τροζός γ΄ή διακονιάρης
θα κατηντίσω κοπελιά
ανε με παντονιάρεις
Λέγεται ακόμη ο διακονιάρης αν και διακονιάρηδες με την έννοια του παλιού ζητιάνου, του πόρτα πόρτα, μάλλον δεν υπάρχουν πια.
Διακονιαρά το θηλυκό και διακονιά η ζητιανιά/επαιτεία.
Διακονιάρη λέγαμε και το λεωφορείο που έκανε δρομολόγιο μέσα από τα χωριά (κι όχι από τον κεντρικό αμαξωτό προς την πόλη με αντιστοιχούσες, χοντρικά, στα χωριά στάσεις).
ΓιώργοςΜ said
67 Αυτή τη χρήση, για σκάφος ποντιακής λύρας, την έχω ακούσει κι απ’ τον πατέρα μου.
Επίσης, οπουδήποτε χρειαζόταν σκληρό και ανθεκτικό ξύλο. Συγκεκριμένα μου είχε πει για το αντί του αργαλειού (που βρίσκεται συνέχεια υπό τάση). Υπενθυμίζω για να μην ψάχνω πού το ξαναείπαμε πως το το αντί είναι το ξύλο πάνω στο οποίο τυλίγονται τα νήματα του στημονιού, ανάμεσα στα οποία μπαίνει η σαΐτα (ή το νήμα με οποιονδήποτε τρόπο) στην ύφανση. Είναι (ήταν) επίσης δημοφιλής απάντηση στο «γιατί;»: «Για τ’αντί που ‘χει δυο τρούπες»
ΓιώργοςΜ said
88 Μόνο πολύ διασταλτικά θα έλεγε κανείς δάσος αυτό του λινκιού, ούτε καν άλσος δεν θα το έλεγα. Από το street view ζήτημα αν φαίνονται 1-2 ψωραλέοι κέδροι, το υπόλοιπο μοιάζει με πουρνάρια ή άλλους θάμνους. Μάλλον ήταν δάσος κάποτε, και δεν αποκλείεται να είναι και κλιματολογικός ο λόγος εξαφάνισης: Η Νάξος από τα λίγα κυκλαδονήσια με νερά, από την υπεράντληση δεν έχει ούτε για πόσιμο πλέον.
Χαρούλα said
#79 Πέπε ενδιαφέρουσες πληροφορίες!!!
#94 ΓιώργοςΜ αυτό είναι το αντί με τις δυο τρΥπες(σε μας)! Τι μαθαίνει κανείς!
Το διακονιάρης έχω χρόνια να το ακούσω. Αν και οι μεγαλύτεροι το καταλαβαίνουμε, οι νεότεροι νομίζω πως δεν το ξέρουν.
sarant said
Καλημέρα από εδώ!
92 Ετσι
93 Παντονιάρεις = εγκαταλείψεις, αφήσεις
Alexis said
#60: «Είναι τα μάγουλά του σαν του διακονιάρη τον κώλο».
Παροιμιακή έκφραση για κάποιον με φουσκωμένα, υγιή και ροδοκόκκινα μάγουλα.
Τώρα, γιατί ο κώλος του διακονιάρη θεωρείται παράδειγμα… υγείας και ευρωστίας… μυστήριο…
sarant said
60-98 Παράξενο. Επειδή δεν δουλεύει;
Πέπε said
88
Δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος κέδρος που έχουμε και στην Ελλάδα, ούτε αν εδώ τον κόβουν παράνομα ή και νόμιμα. Ξέρω όμως ότι οι οργανοποιοί καιροφυλακτούν για κατεδαφίσεις παλιών σπιτιών για τα κατρανοδόκαρα. Κι επειδή τέτοια παλιά σπίτια έχει πολλά στην Κρήτη, οι Αθηναίοι οργανοποιοί έχουν… πράκτορες στην Κρήτη που τους ειδοποιούν όταν βρεθεί κάτι.
Και στην Κάρπαθο το κάνουνε με τα γκρεμίσματα, ενώ κι εκεί έχει αυτοφυείς κέδρους. (Και στην Κάρπαθο παίζουν λύρες, και μάλιστα είναι πάρα πολλοί οι λυράρηδες, υπάρχει ζήτηση για καπάκια. Τον καιρό που είχα στενές επαφές με το νησί, περ. 2000-2010, ακόμη οι περισσότεροι λυράρηδες έφτιαχναν μόνοι τους τις λύρες τους.)
~~~~~~~~~~~~~~
Συμπλ. πριν το στείλω:
Κάποτε που ξανάγινε η ίδια συζήτηση, εδώ ή αλλού δε θυμάμαι, κάποιος είχε ποστάρει φωτογραφία του δέντρου. Δεν είναι ο κέδρος των ελληνικών κεδροδασών, είναι ένα ίσιο ψηλόκορμο δέντρο, κατάλληλο για δοκάρια. Ο κέδρος που έχω δει σε διάφορα μέρη στην Ελλάδα είναι θάμνος. Και σαν να θυμάμαι αορίστως ότι είτε ο κέδρος του Λιβάνου είτε ο ελληνικός δεν είναι κυριολεκτικά (βοτανολογικά) κέδρος, απλώς έτσι τον λέμε.
Jorge said
100. Ο γηραιότερος κέδρος Λιβάνου στην Ελλάδα, βρίσκεται εκτός περιβόλου της πέρα μονής των Πρέβελη.
Υπομονή μέχρι να μου στείλουν την δεντροχρονολόγησή του.
Alexis said
#100 τέλος: Ναι. Αυτό που στην Ελλάδα λέμε κέδρο (το κέδρο) είναι χαμηλό θαμνόδεντρο του γένους Juniperus, περισσότερο συγγενικό με το κυπαρίσσι δηλαδή παρά με τον κέδρο του Λιβάνου (γένος Cedrus)
Δύτης των νιπτήρων said
Κέδρος (του Λιβάνου) υπάρχει θυμάμαι στην αυλή του μουσείου Γουλανδρή (φυσικής ιστορίας).
Jorge said
101. Των Πρέβελη > Πρεβέληδων.
Π.Κ. said
# 102
Οι καρποί του λέγονται κεδροκούκουτσα & χρησιμοποιούνται αποξηραμένοι στην μαγειρική.
Χαρούλα said
#102 Alexis, με μικρή επιφύλαξη, είναι οι καρποί του που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του Gin.
Χαρούλα said
Γιάννης Μαλλιαρός said
94 Πάντως Γιώργομ η κρεβατή (ο αργαλειός ο καθιστός) έχει δυο αντία. Ένα για το στημόνι (αυτό που περιγράφεις, το πίσω) κι ένα για το υφάδι (το μπροστά, όπου τυλίγεται το παραγώμενο πανί -πανί με την ευρεία έννοια, κι η κουρελού ή το χράμι πανιά είναι). Ο όρθιος συνήθως δεν έχει δεύτερο.
Εμείς λέγαμε Γιατί; Γιατί τρυπά τ’ αντί (αγκί στην ντοπιολαλιά). Με το πόσες τρύπες δεν ασχολειόμασταν, μπλέξιμο αν θα τις μετρήσεις δυο (περασμένες πέρα για πέρα) ή τέσσερις (μια σε κάθε πλευρά του κεφαλιού του).
Theo said
@92:
Ευχαριστώ. Πριν γράψω το #89, είδα στη Βίκι ότι πρώτα έγραψε τον Ζ. και μετά τα ΛτΠ. Αλλά τα δάχτυλά μου κινήθηκαν αλλιώς, γιατί άλλην εντύπωση είχα πριν 🙂
Pedis said
# 87 – «84. Η μεθοδολογία των παραμορφώσεων, μου θυμίζει τους κομπάρσικος στον «Άνθρωπο που γελά» »
Κομπρατσίκος! [Από τη μοναδική μηχανή παραγωγής λέξεων, όρων και γνώσεων, μάρκας Βίκτωρ Ουγκώ!]
nikiplos said
110@ δεν ξέρω γιατί έσπευσαν πολλοί να βγάλουν αυτήν την τεχνική ως μη εφαρμοστέα ή σπανίζουσα. Τα παιδιά τότε δεν ήταν όπως τα σημερινά. Έκαναν 6-8 παιδιά. Αν έπιαναν πείνες, ανομβρία, πως θα τα εξέθρεφαν? Δεν μιλάμε για μόρφωση. Για τροφή μιλάμε εκείνες τις εποχές. Ένα από τα μεσαία πήγαινε εύκολα καλιά του… Παλαιότερα τα πωλούσαν ως δούλους από τα 12 και έπειτα που έδειχναν αν θα πάρουν μπόϊ τα αγόρια κυρίως ή αν θα μείνουν απανιακά. Αν αρρώσταινε κανένα, που γιατροί. Αν την έβγαζε καθαρή μόνο του. Ειδάλλως το έθαβαν κι αυτό μαζί με τις έγνοιες τους. Ένα σταυρουδάκι ξύλινο κι όλα καλά…
Μια ξαδέρφη του παππού μου, μανιάτισσα κι αυτή, ξερακιανή, από τις διωχθείσες (εκείνες που έφυγαν από τη Μάνη και πήγαν απέναντι) έκανε 17 γέννες. Της έζησαν τα 11 παιδιά… Καταλαβαίνει κανείς για τι αριθμούς μιλάμε?
Πέπε said
111
Οι γονείς του Κοντορεβιθούλη είχαν εφτά παιδιά, κι επειδή δεν είχαν τι να τους δώσουν να φάνε τα εγκατέλειψαν στο δάσος. Του Χάνσελ και της Γκρέτελ δεν την πάλευαν ούτε με δύο παιδιά, κι έκαναν το ίδιο. Πραγματικοί γονείς αν θυμάμαι καλά, δεν παίζουν μητρυιές εδώ.
Η συνέχεια και των δύο παραμυθιών εξελίσσεται με μαγικά και υπερφυσικά στοιχεία, αλλά όχι σε ακραίο βαθμό. Μιλούν για πράγματα που δε γίνονται μεν στην πραγματική ζωή ακριβώς έτσι, αλλά ούτε και ανήκουν 100% στον χώρο της καλπάζουσας φαντασίας.
Πέπε said
112 συν.
Και ο πατέρας του Δαχτυλάκη δέχτηκε να τον πουλήσει. Αρχικά όταν του το πρότεινε ο αγοραστής εκείνος δεν ήθελε, αλλά επέμενε ο ίδιος ο Δαχτυλάκης επειδή είχε το σχέδιό του. Δηλαδή ούτε ο πατέρας ούτε ο γιος θέλουν να συμμετάσχουν σ’ αυτού του είδους το εμπόριο, ωστόσο αποδέχονται πλήρως -μαζί τους κι ο αφηγητής, δηλαδή η κοινωνία που δημιούργησε αυτά τα παραμύθια- ότι είναι κάτι που υπάρχει και συμβαίνει.
Pedis said
Οι κομπρατσίκος του Ουγκώ είναι μυθ-ιστορηματικοί: στο δεύτερο μισό του 17ου αι, είναι ικανοί να κάνουν πλαστικές επεμβάσεις-εγχειρήσεις ακριβείας.
Πέπε said
114
Α, κομπρατσίκος! Τώρα την έπιασα τη λέξη. Compra chicos, αγοράζει παιδιά. Μία με τα τυπογραφικά λάθη, μία με υπογραμμισμένες τις διορθώσεις των λαθών, δεν την είχα διαβάσει σωστά.
Και είναι λέξη του Ουγκό αυτή; Έτσι, στα ισπανικά; Ή απλώς λέξη που περιγράφει αυτά που βλέπουμε και στον Ουγκώ;
Theo said
Κι ο ευκατάστατος πατέρας της μιας γιαγιάς μου γέννησε 19 παιδιά κι επέζησαν τα 12. Η ίδια γέννησε 12 κι επέζησαν τα 7. Έμεινε χήρα όταν το μικρότερο ήταν πεντέξι χρονών, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Κι έχασε τον πρωτότοκο στον Εμφύλιο.
Pedis said
# 115 – Ναι, λέξη δική του κι έτσι ακριβώς!
Ουγκώ, μουστάκια!
Με την ευκαιρία, ερώτηση στη συλλογική σοφία: υπάρχει βιβλίο/βνιογραφία/μελέτη με ανάλυση των πραγματολογικών και των επινοημένων εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών στο έργο του Ουγκώ;
spyridos said
116
«Ο παππάς στο υπνοδωμάτιο» μικροντοκιματέρ οκτώ λεπτών. Όχι δεν αφορά σεξουαλική κακοποίηση. Η πίεση της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στις οικογένειες για να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Η ρωμαιοκαθολική Βραβάνδη είχε τη δεκαετία το 50 ποσοστά αύξησης πληθυσμού τριτοκοσμικής χώρας. Και χωρίς υπότιτλους δίνει μια εικόνα των μεγάλων οικογενειών της δεκαετίας του πενήντα στην (καθολική) Ολλανδία. Όταν η υπόλοιπη Ευρώπη είχε πλέον μικρές οικογένειες.
Jorge said
Μια εγκληματολογική έρευνα του 1913, για την ύπαρξη των Comprachicos, ή Comprapequefios.
Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, εμβαθύνει και σε κάποια ονοματεπώνυμα που εμφανίζονται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο.
https://scholarlycommons.law.northwestern.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1228&context=jclc
Jorge said
119. Comprapequeños.
Πέπε said
118
Για την Ολλανδία έχω την εικόνα ότι είναι από τις πιο εκκοσμικευμένες χώρες, λαός και κράτος. Το ’50 βρίσκονταν τόσο μακριά από αυτό που είναι σήμερα;
spyridos said
121
Μερικώς λάθος εικόνα, υπήρχε ανάγκη το κράτος να είναι εκκοσμικευμένο και ουδέτερο γιατί η κοινωνία ήταν διαιρεμένη. Υπήρχαν πάντα παράλληλες κοινωνίες (Προτεστάντες, Καθολικοί, Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι) με αυστηρά και σχεδόν απαράβατα σύνορα μεταξύ τους. Με ξεχωριστά σχολεία, εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις ακόμα και αθλητικά σωματεία και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Τα ζάουλεν (zuilen). Από τη δεκαετία του 70 και μετά άρχισαν να χαλαρώνουν οι διαχωριστικές γραμμές. Μην ξεχνάμε ότι και το απαρτχάιντ είναι ολλανδική ευρεσιτεχνία. Τα πρότυπα υπήρχαν.
spyridos said
.. λανθασμένη…
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
105, Ναι, η άρκευθος του Ελύτη, με τα εδώδιμα κεδροκούκουτσα.
Λάμπας said
122. Κάτι είχες γράψει παλιότερα για τις «ζώνες της Βίβλου», αλλά δε θυμάμαι αν αφορούσε Προτεστάντες ή Εβραίους.
Jorge said
https://el.wikipedia.org/wiki/ΖώνητηςΒίβλου
spyridos said
125
Ζώνη της βίβλου = Προτεστάντες. Αν είδες το χάρτη στο βιντεάκι του 122, φαίνεται σκούρα (καθολικοί) η περιοχή νότια της ζώνης.
spyridos said
«“Το ολλανδικό τηλεοπτικό δίκτυο Avrotros, επικαλούμενο μια «ασυμβατότητα» των αξιών της με τη συμμετοχή του Ισραήλ. «Αφού ζύγισε όλες τις πλευτές, το Avrotros συμπεραίνει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η συμμετοχή δεν είναι συμβατή με τις θεμελιώδιες αξίες του οργανισμού μας», ανέφερε”.»
Αυτή ήταν η ευχάριστη έκπληξη της εβδομάδας, γιατί το Avrotros είναι ο φιλελεύθερος πυλώνας της ολλανδικής ραδιοτηλεόρασης.
Πέπε said
128
Ευχάριστο πράγματι. Και ευχάριστο θα ήταν να ακολουθούσαμε κι εμείς το παράδειγμά τους (που αν το κάνουμε, τρύπα μου τη μύτη).
Από την άλλη, το γεγονός ότι στη Γιουροβίζιον στήνονται και χαλιούνται διακρατικές πολιτικές συμμαχίες, ότι η συμμετοχή ή όχι της χώρας μας είναι υπόθεση υπουργού, και γενικά ότι έχει λάβει τόση αξία, είναι τραγικό. Μα στη Γιουροβίζιον;!!! Γιατί όχι στο Πανευρωπαϊκό τρίλιζας, ή κατουρήματος σε μπουκάλι;
Είχα μείνει στο στάδιο που απλώς απορούσα γιατί τη βλέπει ο κόσμος, και γιατί αντιμετωπίζεται σαν να υπάρχει ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα μη γεγονός – μαζεύονται εκειπέρα φωτιστές, σκηνογράφοι, κουστουμάδες και χορευτές από όλες τις χώρες, βάζουν και κάτι ατομάκια από πίσω να τραγουδάνε για χαλί που δεν τους ακούει άνθρωπος, και μετά όλοι οι Έλληνες ψηφίζουν Κύπρο και όλοι οι Κύπριοι Ελλάδα, και μαζί μαυρίζουμε την Τουρκιά κι εκείνη εμάς και άλλα τέτοια γραφικά.
Φαίνεται ότι δεν είναι πλέον γραφικά.
Γιάννης Μαλλιαρός said
111 – 112 Αμ γιακί Γιαννάτς; Ζήμιουσά συ; Μήδι σπίκια, μήδι πράματα, α, πάει τσ’ απού μένα ένας μπιλάς