Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

  • Κλικάρετε εδώ για να γραφτείτε συνδρομητές και να έχετε ενημέρωση για νέα άρθρα με ηλεμηνύματα (ελληνιστί ημέιλ)

    Προστεθείτε στους 8.778 εγγεγραμμένους.
  • ΟΠΕΚΕΠΕ, η λέξη του 2025!

    Η λέξη της χρονιάς (2025)
  • ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ (2021)

  • ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ (2018)

  • ΤΟ ΠΡΟΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η γραμμή του ορίζοντος (μνήμη Χρήστου Βακαλόπουλου, από τον Theo)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2026


Συμπληρώνονται σήμερα 33 χρόνια από τον θάνατο του Χρήστου Βακαλόπουλου, στα 37 του χρόνια. Αν ζούσε, πριν από δώδεκα μέρες θα είχε κλείσει τα εβδομήντα και ποιος ξέρει  πόσα πράγματα θα είχε δώσει.

Ο φίλος μας  ο Theo διάλεξε τέσσερα κεφάλαια από το τελευταίο έργο του Βακαλόπουλου,  Η γραμμή του ορίζοντος, και προτάσσει και εκτενή εισαγωγή για τον εκλιπόντα.  Επειδή την Κυριακή δεν θα έχουμε λογοτεχνική ύλη λόγω Μηνολογίου, ταιριάζει να βάλουμε σήμερα τη συνεργασία, που είναι και η  επέτειος.

Επειδή το κείμενο του Theo είναι ήδη εκτενές, εγώ δεν θα πω περισσότερα, του δίνω τον λόγο.

Για τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τη Γραμμή του ορίζοντος

Τον συνομήλικό μου Χρήστο Βακαλόπουλο τον ήξερα από τα άρθρα του που διάβαζα στο «Αντί». Στις 29 Ιανουαρίου 1993 το πρωί (16 μέρες από τον θάνατο του φίλου και δασκάλου μου Νίκου Πεντζίκη), συνταξίδευα στο καράβι από Ουρανούπολη προς Δάφνη με κάποιους γνωστούς μου, φίλους του Χρήστου. Μου είπαν πως η Παναγία η Πορταΐτισσα τον είχε βοηθήσει πριν από πέντε χρόνια να ξεπεράσει την εννιάχρονη τότε ανίατη αρρώστια του και πως ξεκίνησαν για τη μονή Ιβήρων, να δώσουν τ᾿ όνομά του να μνημονεύεται, γιατί και πάλι ήταν πολύ δύσκολα· αλλά, λίγο πριν από την αναχώρησή τους, έμαθαν το τέλος του και πήγαν πάλι στην Ιβήρων, να δώσουν το όνομά του να μνημονεύεται ὑπὲρ ἀναπαύσεως. Αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον, γιατί δεν τον είχα για τέτοιο τον αποδημήσαντα. Λίγο μετά αγόρασα το τελευταίο βιβλίο του, τη Γραμμή του ορίζοντος, που με έπεισε.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, γεννημένος στην Κυψέλη το 1956, υπήρξε χαρισματικός, πολυτάλαντος, πολύπλευρος και χαλκέντερος. Από το 1980 μέχρι το 1992 πρόλαβε να γράψει εννέα βιβλία (τα τρία εκδόθηκαν μετά θάνατον), να σκηνοθετήσει τρεις ταινίες, να γράψει το σενάριο για δέκα, να συντάξει εκατοντάδες άρθρα σε διάφορα έντυπα, να χρηματίσει παραγωγός σε εκατοντάδες ραδιοφωνικές εκπομπές… Όπως γράφει ο φίλος του Γιώργος-΄Ικαρος Μπαμπασάκης, «ήταν σκηνοθέτης, κριτικός, δοκιμιογράφος, συγγραφέας, παραγωγός αλησμόνητων ραδιοφωνικών εκπομπών και, κυρίως, άνθρωπος της πιάτσας, άνθρωπος της αγοράς, εξαίσιος καφενόβιος, αγκυροβολημένος στο παρόν, ένας άντρας του ενεστώτος χρόνου, καθώς λέει και ο φίλος του Νίκος Φατούρος». Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, στους «Πτυχιούχους» γράφει: «η ζωή είναι μικρή, κι ενώ είναι βέβαια ανώφελο να βιάζεις τα πράγματα, δεν είναι κακό να σταματάς όταν συναντάς κάτι, να στέκεις εκεί και να το περιεργάζεσαι, καμιά φορά προχωρείς λίγο περισσότερο και την κάνεις ψώνιο». Λόγω της ασθένειάς του, προσπάθησε να ολοκληρώσει όσα ήθελε να κάνει στον περιορισμένο χρόνο που είχε. «Θέλει να επιμηκύνει τα δευτερόλεπτα. Και το καταφέρνει γράφοντας, κάνοντας εκπομπές, σκηνοθετώντας, και συζητώντας με τους δεκάδες φίλους του. Ό,τι κι αν κάνει, το κάνει με ενθουσιασμό μπολιασμένο με μεθοδικότητα», γράφει ο Μπαμπασάκης.

«Ακόμα κι όταν έκανε παρέα με κάποιον που κατά τι υστερούσε, είχε το χάρισμα να αντλεί τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του, να τα βγάζει στο φως, να κάνει στον άλλον δώρο τον καλύτερό του εαυτό, τον καλύτερο εαυτό του άλλου, εννοείται», συνεχίζει. Κι είχε γευτεί ό,τι νέο και πρωτοποριακό κυκλοφορεί. Κατά τον Μπαμπασάκη και πάλι, «ήταν ο σημαντικός εμψυχωτής μιας γενιάς, μάλλον της “φράξιας” μιας γενιάς που θέλησε, πότε από ένστικτο και πότε με ψύχραιμη λογική, να μην δεχθεί τίποτε ως δεδομένο, να ανακαλύψει εκ νέου το κέντρο του κόσμου, περνώντας από τις καλύτερες στιγμές του ροκ εντ ρολ στα πιο όμορφα και μεστά κινηματογραφικά πλάνα, με ενδιάμεσους σταθμούς τις πολύτιμες σελίδες κάμποσων πολύτιμων βιβλίων». Και: «Η μεγάλη προσφορά του Βακαλόπουλου έγκειται ακριβώς στο ότι έκανε χρυσάφι ό,τι άγγιζε, κι αυτό γιατί πάντα επέμενε στην αλήθεια της στιγμής, πάντα ήξερε να ανακαλύπτει την ομορφιά του άδολου, πάντα κατάφερνε να περισώζει το αθέατο, αυτό που είναι καλά κρυμμένο στις κατακόμβες της λεγόμενης επίσημης πραγματικότητας. Και βεβαίως πάντα επέμενε να συνομιλεί.»

Αυτή η αμεσότητα, η ειλικρίνεια κι η σοφία του τον κάνουν δικό μας, και για τη γενιά μου και για τις νεότερες. «Ο τρόπος γραφής του σου υπαγορεύει να αφεθείς στο κείμενο, επειδή όλα σημαίνουν κάτι … ήταν ένας άνθρωπος χωρίς ψευδαισθήσεις σαν προφήτης … Η διορατικότητά του με σοκάρει. Αλλά δεν είναι μια ωμή γραφή είναι σχεδόν ποιητική. Κάνει φιλοσοφικές συνδέσεις και στα πιο απλά που περιγράφει … Και η μαγική αίσθηση ότι μόλις γνώρισες κάποιον που τον ήξερες χρόνια, και τώρα θα καθήσει για έναν καφέ που θα κρατήσει πέντε λεπτά ή πέντε χρόνια», λέει η 31χρονη Κατερίνα Μαυρογεώργη είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του. Αυτή η αλήθεια και η δύναμη της γραφής του τον κάνουν τον σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, εκπρόσωπο της λεγόμενης Γενιάς του ’80. Είναι μια γενιά με το δικό της ύφος κι «ένα καινούργιο πολιτισμικό ήθος, αυτό ακριβώς των χαρακτήρων τους: αποφυγή της μεγαλοστομίας και απουσία λυρικών εξάρσεων, σύντομες προτάσεις με χαρακτήρα κοφτού σχολίου ή απλώς διαπιστωτικές, λέξεις από το νεανικό ιδίωμα της εποχής, υποτονισμός (understatement) των αισθημάτων, χιούμορ που συχνά τρεπόταν προς την ειρωνεία ή και τον σαρκασμό, περιπαικτικός χειρισμός γλωσσικών κλισέ και ρητορικών υπερβολών που συνήθιζαν οι πρεσβύτεροι κτλ.» (Δ. Κούρτοβικ, Η ελιά και η φλαμουριά. Ελλάδα και κόσμος, άτομο και Ιστορία στην ελληνική πεζογραφία 1974-2020, Αθήνα 2021, σ. 107).

Όμως, κάπου νιώθει πως αυτή η αέναη κίνηση προς τα μπρος δεν βγάζει πουθενά κι αφήνει ένα κενό μέσα μας. «Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη. Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί, κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω … Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε», διαπιστώνει. Κι έτσι αλλάζουν οι ρυθμοί μέσα του, κι αρχίζει μια στροφή προς όσα καλά χαρακτήριζαν την Ελλάδα που ήδη είχε αρχίσει να χάνεται.

Αυτό φαίνεται με τη Γραμμή του ορίζοντος (1991). Η Ρέα Φραντζή, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κυψέλη και μετά κατοίκησε στην Κηφισιά (το alter ego του συγγραφέα), αφήνει την εύκολη και πλούσια ζωή στην Αθήνα και ψάχνει ένα νησί, για να ζήσει πιο απλά και αληθινά. Και το νησί αυτό είν’ η Πάτμος η ιερή, με ό,τι συνδηλώσεις κουβαλάει. Κι η ηρωίδα, αναλογίζεται τη ζωή της, την Κυψέλη των παιδικών της χρόνων, και προχωράει σε μια λύτρωση. Το μότο του βιβλίου το αντιγράφει από την Κλίμακα του αγίου Ιωάννου, από τον 4ο λόγο του, Περὶ ξενιτείας: «Δεξάμενος φλόγα τρέχε. Οὐ γὰρ γινώσκεις, τὸ πότε σβέννυται καὶ ἐν σκοτίᾳ σε καταλείψει» (Από τη στιγμή που δέχτηκες μέσα σου τη φλόγα, τρέχε. Γιατί δεν γνωρίζεις πότε θα σβήσει και θα σε αφήσει στο σκοτάδι). Ο Άγιος προτρέπει αυτόν που θέλει να ζήσει μια ζωή έξω από τη ρουτίνα του κόσμου και της συμβατικότητας, να φύγει, όσο είναι καιρός, και να μην περιμένει τους ράθυμους και οκνηρούς φίλους του να τον ακολουθήσουν. Γράφει ο Μπαμπασάκης: «Σε κατ᾽ ιδίαν συζητήσεις, αλλά και σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, ο Χρήστος Βακαλόπουλος εκμυστηρεύτηκε ότι για τη συγγραφή της Γραμμής του Ορίζοντος (έκδ. Εστία, 1991) χρησιμοποίησε ως πατρόν (αυτολεξεί) την Κλίμακα του Ιωάννη Σιναΐτου, τη λεγόμενη ουρανόδρομο, γραμμένη τον 6ο μ.Χ. αιώνα, αποτελούμενη από τριάντα λόγους συν ένα παράρτημα, όσα δηλαδή και τα κεφάλαια της Γραμμής, και αφηγούμενη μιαν ανοδική κλιμακωτή πορεία προς τη λύτρωση. Η Ρέα Φραντζή … η οποία βέβαια είναι ο Βακαλόπουλος … και η οποία είμαστε εμείς, όπως θα δούμε, ακολουθεί μια διαδρομή τριάντα βαθμίδων που την πάει από την “Αναχώρηση” (πρώτο κεφάλαιο) στο νεύμα του μπλε και του γαλάζιου, στην γραμμή που ενώνει ουρανό και θάλασσα (τριακοστό κεφάλαιο, το πιο σύντομο, μόλις δέκα αράδες, μια “Εικόνα”)».

Κι ανάμεσα στα στοιχεία της εκδόσεως και το μότο, υπάρχει μια φωτογραφία του ίδιου και της στενής παρέας του, με τη λεζάντα: «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ᾿70». (Ο Βακαλόπουλος μιλά για το βιβλίο κι επεξηγεί τη λεζάντα στο ντοκιμαντέρ του Σ. Καπλανίδη). Σαφώς, το βιβλίο είναι μια προσευχή για τη γενιά και τους φίλους του, μια «σχεδόν ασθματική και παλλόμενη, προσευχή μες στο βραχνό κενό της λεγόμενης Μεταπολίτευσης … Ο Χρήστος, ο αγαπημένος φίλος μας, έπλασε τη Ρέα Φραντζή για να προσευχηθούμε μαζί της, για να μας πει ότι όλοι μας είμαστε η Ρέα Φραντζή, και είναι σπαρακτικά ηδύ αυτό το δώρο του Βακαλόπουλου προς όλους μας, μιας και το δημιούργησε στο κατώφλι της ασθένειας, μες στο φάσμα της απειλής του θανάτου, για τούτο και ο ευαίσθητος αναγνώστης του 1991, όπως και αυτός του 2025, ακούνε μέσα από το ρυθμικό λαχάνιασμα της Γραμμής του ορίζοντος την εναγώνια διακαή επιθυμία του δημιουργού της επειγόντως να προλάβει να τα πει» (Μπαμπασάκης).

Αυτό δεν είναι μια φυγή του Βακαλόπουλου από την πραγματικότητα, αλλά μια επιστροφή σ᾿ αυτό που είμαστε βαθιά μέσα μας κι αληθινά. Γράφει ο ίδιος: «Από τη στιγμή που γίνεσαι καχύποπτος απέναντι στην ταυτότητά σου, ισοπεδώνεσαι και αδρανείς. Η ταυτότητα όμως δεν χάνεται ποτέ. Το θέμα είναι αν θα είμαστε ή όχι περήφανοι γι’ αυτήν. … Για να έχεις ψυχικό πλούτο, πρέπει να παραδεχτείς αυτό που είσαι. Όχι να θες να είσαι κάτι άλλο που δεν θα έρθει ποτέ. Μοναδικό σημείο μιας νέας εκκίνησης είναι η αυτογνωσία. Εκεί μόνο βλέπω φως.» Κι ο Σταύρος Καπλανίδης στο ντοκιμαντέρ του 2006 «Play it again, Χρήστο«: «Πώς το είπε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, να δεις … πάνω, κάτω έτσι: Υπάρχει μια γενιά ανθρώπων που παραμένουν εγκλωβισμένοι μέσα στο όνειρο που έκαναν για τη ζωή τους, όταν ήταν ακόμα νέοι· στο πώς φαντάστηκαν τον εαυτό τους· σ’ ένα σχέδιο που δεν τους βγήκε. Και δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτήν την εικόνα κι αρρωσταίνουν μέσα σ’ αυτό το όνειρο.»

Σήμερα πολλά έχουν αλλάξει από τη δεκαετία του ᾿60 και του ᾿90. Όμως, ο Βακαλόπουλος με τη Γραμμή του ορίζοντος σχεδόν προφήτεψε τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας, υπαινικτικά και καίρια. «Και πόσα ακόμα δεν κρύβονται πίσω από τις συνεχείς επαναλήψεις και τον υποβλητικό ιερατικό ρυθμό του Βακαλόπουλου: η αδιέξοδη πορεία προς μία κενή και κούφια καταναλωτική ευδαιμονία, το τέρας του υπερτουρισμού, η καταστροφή του ελληνικού καλοκαιριού και η μετάλλαξη των ελληνικών νησιών, η παραπαίουσα νεοελληνική ταυτότητα…» (Ειρήνη Γιαννάκη). Κι αυτό το βιβλίο, που και τέρπει και προβληματίζει, είναι μια κραυγή προς τη γενιά του ᾿70, αλλά και τη γενιά του 2000 ή του 2020.

Επέλεξα τέσσερα από τα 31 κεφάλαια, σαν ένα “τρέιλερ” στο τελευταίο έργο του Βακαλόπουλου.

II

Πρώτη θέση

Δεν εξηγεί τίποτα στη Μίνα, μένει αμίλητη, μπαίνει σ’ ένα πλοίο με πορτοκαλιά φουγάρα. Ο καμαρότος την οδηγεί σε μια δίκλινη καμπίνα, τακτοποιεί τα πράγματά της, ανάβει τσιγάρο. Έβγαλε εισιτήριο για το πρώτο νησί, την Πάτμο. Η Έρση τής είπε να πάει να τη βρει στη Σαντορίνη, αλλά εκεί πάνε όλοι και στριμώχνονται, αγγίζονται όλη την ώρα, ακουμπάνε συνεχώς ο ένας τον άλλον. Έρχονται από όλα τα μέρη του ξανθού κόσμου κι επιθυμούν να πιάσουν ο ένας τον άλλον, να γνωρίσουν από κοντά ο ένας τον άλλον. Τους παροτρύνουν με όλα τα μέσα να βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής, να καταργούν κάθε απόσταση. Πλησιάζουν επικίνδυνα, έχουν δημιουργήσει μια ξανθή αλυσίδα. Η Έρση έχει ένα σπίτι εκεί. Τον χειμώνα είναι έρημο και το καλοκαίρι περικυκλωμένο από την ξανθή αλυσίδα. Το αγόρασε ο άντρας της Έρσης, αυτός ο δημοσιογράφος. Πάνε εκεί είκοσι μέρες τον χρόνο, για να μαυρίσουν. Γυρίζουν πίσω με πολύ ωραίο χρώμα κι αναρωτιούνται όπου βρεθούν κι όπου σταθούν πώς χάλασε έτσι το νησί, πώς ήταν τότε που το ανακάλυψε ο άντρας της Έρσης και πώς έχει καταντήσει. Έχουν στη διάθεσή τους είκοσι μέρες, για να μαυρίσουν μέσα σ’ ένα σπίτι περικυκλωμένο από τον ξανθό κόσμο. Μαυρίζουν σιγά σιγά, κάθε μέρα μαυρίζουν από λίγο, πρώτα θα μαυρίσουν και μετά θα φύγουν. Στην αρχή κοκκινίζουν, ύστερα ξεφλουδίζουν μια φορά και μετά μαυρίζουν για τα καλά. Δεν θα ξεπεράσουν ποτέ τον ξανθό κόσμο που κρατάει ανέπαφο το μυστικό του μαυρίσματος και προλαβαίνει να μαυρίσει πριν από αυτούς, όμως πλησιάζουν στο σωστό μαύρισμα, κάθε χρόνο πλησιάζουν. Είναι πολύ κοντά, βελτιώνονται. Στην αρχή μαύριζαν απρόσεχτα και καιγόντουσαν επειδή ήθελαν να προλάβουν, μαύριζαν στην πλάτη και στους ώμους. Ο ξανθός κόσμος είχε ένα ομοιόμορφο μαύρισμα, ήξερε το μυστικό και μαύριζε παντού χωρίς να καίγεται. Έχει στο αίμα του ο ξανθός κόσμος το φυσικό μαύρισμα και το μεταδίδει από γενιά σε γενιά, είναι η κληρονομιά του στην ανθρωπότητα. Έχει αναπτύξει τεχνικές ασύλληπτες, απίστευτες μεθόδους που παραμένουν άγνωστες. Δεν είναι μόνο τα λάδια, είναι εσωτερικό θέμα το μαύρισμα, χρειάζεται να προλάβεις να συντονιστείς με τον εαυτό σου. Έχουν μόνο είκοσι μέρες για να μαυρίσουν σωστά και πρέπει να μελετήσουν από κοντά τον ξανθό κόσμο, πρέπει οπωσδήποτε να μάθουν το μυστικό του.

Έχει μερικά λεφτά, θα δει, δεν χρειάζεται να φιλοξενηθεί στης Έρσης, βαρέθηκε να μαυρίζει και μετά να χάνει πάλι το χρώμα της. Δεν θέλει να προλάβει κάτι, θέλει να μάθει πώς λένε αυτό το πλοίο. Βγαίνει στον διάδρομο, ρωτάει, το πλοίο λέγεται Κάμιρος, αρχαία πόλη της Ρόδου. Πόσο αρχαία; Αυτό δεν το ξέρουν, πολύ αρχαία. Κρίμα, δεν έχει μείνει ίχνος από αυτή την πόλη που έγινε πλοίο. Τίποτα, ούτε μια πέτρα. Τώρα υπάρχει μόνο ένα πλοίο. Έχει τρεις θέσεις, και στο σαλόνι της πρώτης επικρατεί σχετική ευπρέπεια, την επιβάλλουν με τα αυστηρά βλέμματά τους οι εκπρόσωποι του ξανθού κόσμου. Είναι ήδη μαυρισμένοι. Είναι σίγουροι ότι πάνε κάπου όπου θα περάσουν καλά. Είναι ήδη άλλοι άνθρωποι, φυσικοί. Τα ρούχα τους τούς ταιριάζουν, είναι αισιόδοξοι. Απολαμβάνουν το ταξίδι, δεν πλήττουν καθόλου, δεν βιάζονται. Είναι σίγουροι ότι οι είκοσι μέρες που έρχονται δεν θα τους απογοητεύσουν καθόλου. Τα έχουν βρει με τον εαυτό τους, ξέρουν το σωστό. Είναι κάτι φυσικό το σωστό, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Αν δεν ξέρεις το σωστό, δεν μπορείς να πας πουθενά, το σωστό είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Σωστό είναι να είσαι φυσικός, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Σωστό είναι να είσαι ήδη μαυρισμένος.

Πίνει τον καφέ της στο σαλόνι της πρώτης θέσης, περικυκλωμένη από τον ξανθό κόσμο. Δεν υπήρχαν τόσοι σωστοί ξανθοί γύρω της όταν ήταν μικρή, οι περισσότεροι έμοιαζαν μ’ αυτή την ηλικιωμένη κυρία στο διπλανό τραπέζι. Δεν πήγαιναν πουθενά για είκοσι μέρες. Δεν ήξεραν ότι αυτό είναι το σωστό, νόμιζαν ότι το σωστό είναι κάτι άλλο που δεν λέγεται εύκολα. Κατέβαζαν συχνά το κεφάλι. Έλεγαν πολλές φορές το ίδιο πράγμα, ακριβώς το ίδιο πράγμα, για να μην αναγκαστούν να πουν το σωστό. Το σωστό τούς φαινόταν κάτι φοβερό, κάτι που είχε προξενήσει μεγάλο καλό και μεγάλο κακό. Δεν πήγαιναν πουθενά, δεν τους είχε περάσει από το νου να μαυρίσουν. Όταν πήγαιναν κάπου, νόμιζαν ότι πήγαιναν εκστρατεία. Ήταν μελαχρινοί, ακόμα και οι ξανθοί ανάμεσά τους ήταν μελαχρινοί. Έβλεπαν τον ξανθό κόσμο στα περιοδικά κι όταν τον είδαν μπροστά τους δεν το πίστευαν ότι είχε έρθει να τους βρει ο ξανθός κόσμος. Κατέβαζαν το κεφάλι μπροστά στον ξανθό κόσμο που έδειχνε να ξέρει ακριβώς ποιο είναι το σωστό. Όταν ήταν μικρή, οι άνθρωποι γύρω της δεν είχαν είκοσι μέρες για να κάνουν το σωστό με φυσικό τρόπο.

Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, μελαχρινή. Ανάβει τσιγάρο. Η ηλικιωμένη κυρία τής λέει ότι δεν είναι σωστό να καπνίζει τόσο πολύ, τη ρωτάει αν πηγαίνει διακοπές, η Ρέα της απαντάει ότι δεν ξέρει πού πηγαίνει, μόλις χώρισε. Στην αρχαία πόλη υπήρχαν γυναίκες που ήθελαν να φύγουν; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, ενώ είναι το πιο βασικό. Τώρα υπάρχει μόνο ένα πλοίο, μεταφέρει ανθρώπους που έχουν μάθει ποιο είναι το σωστό. Η Έρση ξέρει το σωστό, παντρεύτηκε μ᾿ έναν δημοσιογράφο, έχει ένα σπίτι στη Σαντορίνη. Πηγαίνουν εκεί είκοσι μέρες, καλούν κι άλλους φίλους τους, μαυρίζουν όλοι μαζί και συζητάνε συνεχώς, ψάχνοντας να βρουν το σωστό το οποίο ήδη γνωρίζουν, περίπου το γνωρίζουν, έχουν ένα δείγμα του τι είναι το σωστό, την ώρα που μαυρίζουν σκέφτονται με προσοχή και περικυκλώνουν το σωστό, η καλύτερη στιγμή για να σκεφτείς το σωστό είναι η στιγμή που μαυρίζεις. Όταν ήταν μικρή κανείς δεν το ήξερε αυτό, όταν έλεγαν το σωστό έμοιαζαν πολύ θυμωμένοι, σαν να μην ήταν κάτι φυσικό το σωστό. Η ηλικιωμένη κυρία είναι αναστατωμένη, της λέει ότι δεν είναι σωστό να χωρίζεις, είναι σχεδόν θυμωμένη επειδή της λέει το σωστό. Δεν θέλει να την ακούει, σβήνει το τσιγάρο και βγαίνει στο κατάστρωμα. Το σωστό τής προκαλεί μεγάλο καλό και μεγάλο κακό.

Κάμιρος, αρχαία πόλη της Ρόδου, χιλιάδες χρόνια πριν από την εισβολή του ξανθού κόσμου. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν υπήρχαν εκεί γυναίκες που ήθελαν να φύγουν ενώ είναι το πιο βασικό. Τώρα υπάρχει μόνο ένα πλοίο. Στο κατάστρωμα της πρώτης θέσης μοναχικές γυναίκες κοιτάζουν τα κύματα. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι σκέφτονται ενώ είναι το πιο βασικό, τώρα ταξιδεύουμε. Κάμιρος, αρχαία πόλη της Ρόδου μεταμφιεσμένη σε πλοίο, ταξιδεύει προς τα Δωδεκάνησα, περικυκλωμένη από τον ξανθό κόσμο, πολιορκημένη από το φυσικό μαύρισμα. Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, μελαχρινή, παντρεμένη, κοιτάζει τις σειρές των κυμάτων από το κατάστρωμα, φοβάται λίγο το σωστό, πηγαίνει στην Πάτμο, έχει μερικά λεφτά, δεν χρειάζεται να φιλοξενηθεί της Έρσης, έχει μερικά λεφτά, θα δει.

 

 

XIV

Προκυμαία

Κωνσταντινούπολη, Πάτμος, Πειραιάς, Κατάκωλο, Βενετία. Ένα πλωτό σκηνικό ορθώνεται μπροστά της, το κρουαζιερόπλοιο Orient Express από μακριά την χαιρετάει και από κοντά της λέει ότι βρίσκεται στο σωστό μέρος, σε έναν κόμβο της διαδρομής από την πιο μελαγχολική Ανατολή στην πιο κουρασμένη Δύση και πίσω πάλι. Κάποτε το ταξίδι αυτό συνοδευόταν από ποταμούς αίματος και τώρα κατεβαίνουν από την πλωτή καθεδρική για επίσκεψη στο μοναστήρι αδιάφοροι επισκέπτες με ομοιόμορφες τσάντες. Είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν, δεν γνωρίζουν ότι είναι ένας στρατός χωρίς αρχηγούς που δεν πρόκειται να σταματήσει πριν ρίξει το ίδιο αδιάφορο φωτογραφικό βλέμμα και στο τελευταίο κομμάτι του αληθινά πολιτισμένου κόσμου, εκείνου του κόσμου που δεν καμώνεται ότι είναι πολιτισμένος, εκείνου του κόσμου που κουράστηκε να είναι πολιτισμένος. Είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους γιατί δεν ικανοποιούνται με τίποτα, δεν έχουν κανένα στόχο, ο κόσμος έχει φωτογραφηθεί χιλιάδες φορές, κι εκείνοι επιμένουν χωρίς να ξέρουν γιατί το κάνουν, έρχονται κατά κύματα και δεν εκτονώνονται ποτέ, τους πέρασε η ιδέα ότι αν φωτογραφίζεις αντί να χύνεις αίμα, θα απομακρυνθεί για πάντα ο όλεθρος, αλλά πέφτουν έξω γιατί η καταστροφή είναι πιο κοντά παρά ποτέ και κανένα παχύρρευστο στρώμα εικόνων δεν πρόκειται να την ξορκίσει.

Είναι πιο επικίνδυνοι από τον Βοημούνδο γιατί δεν υπάρχει ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός να στέκεται όρθιος και να παρακολουθεί την οχλαγωγία τους, εγώ θα πάρω την Αντιόχεια, εγώ θα γίνω βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, σε μένα ανήκει η Τύρος. Ακόμα και το αίμα μπορείς να το χορτάσεις, ενώ τώρα δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ να βγάζουν φακούς από αυτές τις ομοιόμορφες τσάντες, δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ να παίρνουν πόζες μπροστά στα μνημεία ενός πολιτισμού που είχε τουλάχιστον την τύχη να ταπεινωθεί και κουράστηκε να παριστάνει κάτι, δεν πρόκειται να υποχωρήσουν ποτέ γιατί έπαψαν να έχουν εχθρούς και προσπαθούν να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους. Παλεύουν μ᾿ έναν ανύπαρκτο εχθρό και απλώνουν ένα παχύρρευστο στρώμα εικόνων για να αποδείξουν την ύπαρξή του, μάχονται ώστε να τον συλλάβουν και να τον καθηλώσουν. Από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία το Orient Express κυνηγάει τον απόντα χρόνο και δεν τον βρίσκει ποτέ, γιατί ακόμα και η πιο αδέξια και κακοκαδραρισμένη τουριστική φωτογραφία είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η παραμικρή στιγμή μπερδεύεται με την αιωνιότητα. Αυτό προσπάθησε να εξηγήσει όρθιος και σχεδόν σιωπηλός ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αλέξιος Κομνηνός στον Βοημούνδο και τους κόμητες και, βέβαια, δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε να τους εξηγήσει ότι δεν υπάρχει χρόνος, δεν έπρεπε να βιάζονται, όλοι οι τόποι είναι άγιοι, όλοι οι τόποι είναι αμαρτωλοί, θα ζήσετε μέσα στον πόνο και πρέπει να συνηθίσετε, μόλις κατακτηθεί η Ιερουσαλήμ θα πάψει να σας ενδιαφέρει. Δεν κατάλαβαν ότι έπρεπε να συνηθίσουν στον πόνο και σιγά σιγά μετέφεραν την προσπάθεια στις φωτογραφίες, αυτές τις μούμιες της στιγμής. Τη θέση της Ιερουσαλήμ την πήρε η κάθε στιγμή, να γιατί δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ να πυροβολούν με τις μηχανές τους και να σκοτώνουν όλες τις στιγμές, να τις κάνουν πόζες. Προσπαθούν να ξεχάσουν τον πόνο, μάχονται με τον ανύπαρκτο χρόνο, φωτογραφίζουν τα πάντα. Ακόμα και το αίμα μπορείς να το χορτάσεις. Ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αλέξιος Κομνηνός προσπάθησε να υπερασπιστεί την αιωνιότητα, αλλά αυτοί είχαν στήσει μια διεκδικητική μηχανή, οι κόμητες είχαν συνδικαλιστεί κι όλο ψιθύριζαν μεταξύ τους «και ποιος νομίζει ότι είναι αυτός», όλο μουρμούριζαν «κι εμείς ευγενείς είμαστε». Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να αντισταθεί στη διαδικασία που θα κατέληγε στα κρουαζιερόπλοια και, βέβαια, δεν τα κατάφερε. Όταν χόρτασαν το αίμα, σκέφτηκαν να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους, αγόρασαν ομοιόμορφες τσάντες και τις γέμισαν με φακούς. Είναι πιο επικίνδυνοι από τον Βοημούνδο, έρχονται και φεύγουν, κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εικόνες στη συλλογή τους, τσουβαλιάζουν τις στιγμές για να έχουν τον χειμώνα να δείχνουν ο ένας στον άλλον. Όλο τον χειμώνα δείχνουν ακινητοποιημένες στιγμές ο ένας στον άλλον και κανείς δεν πιστεύει τον άλλον, κοιτάζουν με όλο και μεγαλύτερη αδιαφορία ο ένας τις ακινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμές του άλλου, κι αυτό τους κάνει να επιστρέφουν ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι. Δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ, είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους και δεν υπάρχει πια ο φρουρός της αιωνιότητας να σταθεί όρθιος απέναντι στην γκρίνια τους, υπάρχει μόνο μια γυναίκα τριανταδύο χρονών στην προκυμαία της Σκάλας Πάτμου. Το βλέμμα της διατρέχει την επιγραφή Orient Express, δεν έχει πάει στην Κωνσταντινούπολη, λέγεται Ρέα Φραντζή και φοβάται να πάει εκεί που την καλεί το όνομά της. Έχει πάει στη Βενετία και δεν πρόκειται να ξαναπάει, θα την αφήσει να βουλιάξει ήσυχη μέσα στις αμαρτίες της. Έρχεται από τον Πειραιά και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει, βρίσκεται στο σωστό μέρος, χαμένη κάπου ανάμεσα στον μελαγχολικό ύπνο της Ανατολής και στην κουρασμένη αϋπνία της Δύσης. Έχει πάει στη Βενετία, εκεί γνώρισε τον άντρα της. Του είπε αμέσως ναι, προσπάθησε να ακινητοποιήσει τη στιγμή και, βέβαια, δεν τα κατάφερε. Δεν πρόκειται να γυρίσει ποτέ, το Orient Express θα φύγει σε λίγο, μαζεύουν τους φακούς, τους τακτοποιούν στις ομοιόμορφες τσάντες τους. Είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους, και τους συγχωρεί γιατί δεν το ξέρουν, δεν πρόκειται να το μάθουν ποτέ. Το πλωτό σκηνικό θα συνεχίσει να αξιοποιεί τον ανύπαρκτο χρόνο, ενώ στα ψαροκάικα κυματίζει κουρελιασμένη η σημαία του αυτοκράτορα.

 

XV

Απόγευμα

Ρέα, δέκα χρονών, απογευματινή, τρεις φορές τη βδομάδα. Φαίνεται ότι το απόγευμα θυμίζει αυτούς που λείπουν, κι έτσι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να νυχτώνει σιγά σιγά, με την ελπίδα να μη νυχτώσει ποτέ εντελώς κι αυτό συμβαίνει μόνο στην απογευματινή προβολή, όταν παίζεται μια ταινία που δεν την βλέπεις καθαρά γιατί έχει ακόμα φως. Τριανταδύο χρονών, ένα ούζο. Η καλύτερη προβολή το καλοκαίρι ήταν η απογευματινή, γιατί την πρώτη μισή ώρα είχε ακόμα αυτό το γλυκό φως και δεν έβλεπες τίποτα, παρατηρούσες ποια αγόρια έμπαιναν και πού καθόντουσαν. Όταν σκοτείνιαζε ήξερες σε ποιο σημείο να γυρίσεις όταν γελούσε η αίθουσα, έπιανες με τη μία όποιο βλέμμα ήθελες, χαμογελούσες με νόημα. Η Έρση είχε γυρίσει και κοιτάξει δέκα φορές τον Ηλιάδη, στη διάρκεια του Πράκτωρ 000, κι έτσι όλοι κατάλαβαν ότι ήταν τσιμπημένη. Αυτό έγινε το καλοκαίρι, ο Ηλιάδης πήγε διακοπές και το φθινόπωρο δεν εμφανίστηκε στον αγιασμό. Όλοι νόμιζαν ότι θα τον ξεχνούσε γρήγορα τον Ηλιάδη η Έρση, ήταν η ωραιότερη και είχε τουλάχιστον τα μισά αγόρια, μπορούσε να διαλέξει όποιον ήθελε. Όμως τις μέρες που ήταν απογευματινές, την ώρα που χανόταν αυτό το γλυκό φως, το πρόσωπό της σκοτείνιαζε.

Τριανταδύο χρονών, πολιτικές επιστήμες, κλεφτές απογευματινές γουλιές. Η έξοδος στο θερινό Κυψελάκι γινόταν από μια σκάλα πίσω από την οθόνη, με σκαλοπάτια από κόντρα πλακέ. Καθώς κατέβαιναν ακουγόταν το πιο ήρεμο ποδοβολητό της ιστορίας της ανθρωπότητας. Κοίταζαν αφηρημένοι τις φωτογραφίες των αστέρων στο διάδρομο. Μετά έβγαιναν στη Ζακύνθου, κι εκεί χαιρετούσατε τη Μίνα που πήγαινε προς την Κερκύρας, περπατούσατε λίγο με τη Βάνα μέχρι την Κυψέλης, κι ενώ εσύ ανηφόριζες προς την πλατεία, η Έρση διέσχιζε τον δρόμο για να βγει στη Χαιρωνείας. Προχωρούσες προς την πλατεία, ήθελες να καθυστερήσεις λίγο, έτσι, χωρίς λόγο, να εξετάσεις με μεγάλη προσοχή τις βιτρίνες, να δεις αν άλλαξε κάτι, τις ήξερες απ’ έξω, αλλά επέμενες, υπήρχε ένα μυστικό σ’ αυτές τις φωτισμένες βιτρίνες, όποιος επέμενε μέχρι τέλους κάποια στιγμή θα το ανακάλυπτε. Δεν μπορούσες να καθυστερήσεις πολύ. Στο σπίτι έκανε λίγη ζέστη, η γιαγιά άκουγε ραδιόφωνο, καμιά φορά η μαμά κι ο μπαμπάς έλειπαν στης κυρίας Ανδρομάχης, έπαιζαν χαρτιά, πού να το ξέρεις. Η γιαγιά άκουγε με μεγάλη προσοχή ένα θεατρικό στο ραδιόφωνο με τη ζωή του Μεγάλου Ναπολέοντα, πώς ξεγέλασε τη Ζοζεφίνα και πήγε με τη Μαρία Βαλέφσκα. Έπαιρνες την Έρση τηλέφωνο, άκουγες για εκατοστή φορά τις πληροφορίες για τον Ηλιάδη, υπήρχε περίπτωση το καλοκαίρι να τον συναντήσετε στην Αίγινα. Άλλο ένα ούζο, τριανταδύο χρονών, πολιτικές επιστήμες. Υπάρχει μία φήμη ότι από του χρόνου θα είστε μόνο πρωινές γιατί το τριακοστό πέμπτο θα το μεταφέρουν στη Βελβενδούς. Αυτό είναι καταστροφή γιατί κανονικά πρέπει να είστε απογευματινές, να ξυπνάτε αργά το πρωί και ν’ ακούτε τις εκπομπές μαζί με τη γιαγιά, να ψευτοδιαβάζετε, ν’ ακούτε όσους μικρούς δίσκους προλαβαίνετε μέχρι να μαγειρέψουν, να τρώτε κι ύστερα να μαζεύεστε στο προαύλιο, να έρχεται πρώτα η Βάνα, ύστερα η Μίνα, μαλωμένη με τη μάνα της, μετά η Έρση που θα σας πει τι πάρτι έχει το Σάββατο και τελευταία εσύ, η Ρέα. Πρέπει το σχολείο ν’ αρχίζει απόγευμα και σιγά σιγά να νυχτώνει. Το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο είναι σιγά σιγά να νυχτώνει γιατί όλοι γίνονται καλύτεροι εκείνη την ώρα, συγχωρούν ο ένας τα λάθη του άλλου, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουν, τα συγχωρούν επειδή έρχεται το σκοτάδι ενώ, όπως γράφουν οι εφημερίδες, όλες οι επιθέσεις γίνονται τα χαράματα, ξυπνάνε τα αίματα και επιτίθενται με φρικιαστικούς αλαλαγμούς, ξυπνάνε και καταστρέφουν τα πάντα.

Παντρεύτηκες σχεδόν ταυτόχρονα με την Έρση, το 1982. Γνωριστήκατε στη Βενετία με τον Γιάννη. Είπες αμέσως ναι, χωρίς να ξέρεις γιατί, είχες πολύ καιρό να δεις ταινία σε θερινό κινηματογράφο, σπούδαζες πολιτικές επιστήμες, δεν έβρισκες και μεγάλο ενδιαφέρον σε κάτι, σε οτιδήποτε, ό,τι και να ήταν έχανε βαθμιαία το ενδιαφέρον του, πώς γινόταν όλα τα πράγματα να χάνουν ξαφνικά το ενδιαφέρον τους; Κάθε μέρα έχανες και λίγο ενδιαφέρον, μια πολύ μικρή ποσότητα ενδιαφέροντος, απειροελάχιστη. Είπες ναι. Άφησες την Κυψέλη, ανέβηκες στην Κηφισιά. Όλοι έλεγαν ότι υποβαθμίζεται η Κυψέλη, είναι το τρίτο πιο πυκνοκατοικημένο μέρος στον κόσμο, μετά το Τόκιο και το Χονγκ Κονγκ. Άφησες τις πολιτικές επιστήμες, ανέβηκες στην Κηφισιά. Η Έρση ανέβηκε στο Μαρούσι, η Μίνα και η Βάνα στην Πολιτεία. Το Κυψελάκι γκρεμίστηκε, σου το είπε η Μίνα, πέρασε ένα απόγευμα από τη Ζακύνθου και είδε μια τρύπα εκεί που ήταν το Κυψελάκι, μια ωραία τρύπα που σε λίγο έγινε κατάστημα, απ’ αυτό που έχει τα πάντα εκτός από θερινό κινηματογράφο, μπορείς ν’ αγοράσεις τα πάντα και να κάνεις τη ζωή σου πιο εύκολη, το λένε όλες οι πολιτικές επιστήμες ότι έπρεπε να γκρεμιστεί ο κινηματογράφος Κυψελάκι, ώστε να γίνει στη θέση του ένα κατάστημα με πράγματα που κάνουν τη ζωή πολύ καλύτερη, μπορείς να τα πάρεις στο σπίτι σου και να τα μασουλάς, να τα χρησιμοποιείς όπως θέλεις, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ. Ένα ούζο παρακαλώ, μελαχρινή, πολιτικές επιστήμες.

Ήταν πολύ δύσκολο να διαρκέσει μια συνοικία στην οποία οι ταινίες παιζόντουσαν στις ταράτσες, ενώ στο διάλειμμα ένα συγκρότημα τραγουδούσε κρυμμένο «αυτό που τώρα μου συμβαίνει, πρέπει να σας πω γιατί θα τρελαθώ». Έπρεπε να δείτε τι θα κάνετε, έπρεπε οπωσδήποτε να κάνετε κάτι, έπρεπε να καλυτερεύσετε τη ζωή σας, έπρεπε οπωσδήποτε να γκρεμίσετε τον κινηματογράφο Κυψελάκι. Έπρεπε αυτή η συνοικία να μείνει όπως ήταν τον Ιούλιο του 1965, αλλά μαζεύτηκαν ο Βοημούνδος, ο Γοδεφρείδος ντε Μπουγιόν και διάφοροι άλλοι πολιτικοί επιστήμονες οι οποίοι σας έπεισαν να γκρεμίσετε το Κυψελάκι, να εκσυγχρονιστείτε, να κάνετε κάτι που θα καλυτέρευε τη ζωή σας, να σκορπιστείτε στα τέσσερα σημεία των βορείων προαστίων. Είχατε συναντηθεί πίσω από το άγαλμα του Κανάρη τον Ιούλιο του 1965 με τη Βάνα, τη Μίνα και την Έρση. Δώσατε όρκο ότι δεν θα φύγετε ποτέ από την Κυψέλη, και ύστερα σας έπεισε ο Βαλδουίνος ότι έχετε ανάγκη από πολιτικές επιστήμες. Η ζωή συνεχίζεται, η εύκολη ζωή συνεχίζεται, μπαίνεις στο κατάστημα, βρίσκεις τα πάντα, τα παίρνεις στο σπίτι στα βόρεια προάστια. Η ζωή συνεχίζεται, δεν υπάρχουν θερινοί κινηματογράφοι στην Ευρώπη. Στα βόρεια προάστια εκεί συνεχίζεται ωραία η ζωή, και όποιος έχει γεννηθεί στα βόρεια προάστια και έχει δώσει όρκο ότι δεν θα φύγει ποτέ από εκεί πρέπει να πάει ακόμα πιο βόρεια, πρέπει να γκρεμίσει τον θερινό κινηματογράφο Μπομπονιέρα, ώστε να συνεχίσει τη ζωή του. Τα μισά αγόρια ανήκαν στην Έρση και τώρα υπάρχει μόνο ένας δημοσιογράφος με σπίτι στη Σαντορίνη.

Όλοι νόμιζαν ότι η Έρση θα ξεχάσει γρήγορα τον Ηλιάδη, αλλά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι όταν υπήρχε ακόμα το Κυψελάκι. Φαίνεται ότι το απόγευμα θυμίζει αυτούς που λείπουν, κι έτσι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να νυχτώνει σιγά σιγά με την ελπίδα να μην νυχτώσει ποτέ εντελώς και να παίζεται μια ταινία που δεν την βλέπεις καθαρά, γιατί έχει ακόμα φως. Έτσι αναγκάζεσαι να βλέπεις τους άλλους, γυρίζεις και τους χαμογελάς, ενώ η αόρατη προβολή συνεχίζεται, και όταν νυχτώνει εντελώς δεν φοβάσαι, γιατί είναι μια ταινία εκεί ψηλά και φωτίζει. Βγαίνεις στη Ζακύνθου και βυθίζεσαι στις βιτρίνες. Βγαίνεις στη Ζακύνθου και για δύο ή τρία λεπτά δεν ξέρεις τι σου γίνεται, το μόνο που ξέρεις είναι ότι αύριο θα επιστρέψεις στην απογευματινή προβολή, και όταν πλησιάσει η ώρα να γκρεμιστεί και η τελευταία θερινή αίθουσα, θα φύγεις για ένα ελληνικό νησί, χωρίς να το πεις σε κανέναν. Είπες ναι στον Γιάννη, αλλά τώρα δεν χρειάζεται να του πεις τίποτα. Λέγεσαι Ρέα Φραντζή, είναι Ιούλιος του 1965 και καθώς στέκεσαι μπροστά σε αυτές τις φτωχές βιτρίνες ορκίζεσαι αιώνια πίστη στη συνοικία Κυψέλη. Κάνει λίγη ζέστη, η γιαγιά ακούει ραδιόφωνο, ο μπαμπάς και η μαμά παίζουν χαρτιά στης κυρίας Ανδρομάχης. Έχει συμφωνηθεί σιωπηλά ότι η Έρση είναι η πιο ωραία και εσύ η πιο έξυπνη. Απολαμβάνεις τη διαδρομή μέχρι το σπίτι, είσαι απογευματινή και κάπως έτσι θα παραμείνεις. Άλλο ένα ούζο. Θα είσαι μακριά όταν γκρεμιστεί η τελευταία θερινή αίθουσα, όταν επικρατήσει ο Βοημούνδος και θριαμβεύσουν οι πολιτικές επιστήμες. Θα βρεθείς μόνη σε ένα ελληνικό νησί, βυθίζοντας την καρέκλα σου στην άμμο. Στην Κηφισιά ανάβουν την τηλεόραση και αναρωτιούνται πού να βρίσκεται αυτή η γυναίκα. Η τηλεόραση μένει μουγγή, περιμένοντας να γκρεμιστεί και η τελευταία θερινή αίθουσα, οι Κέλτες επιτέλους να διαβούν και το απόγευμα να παραδώσει το πνεύμα.

 

XXXI

Βουτιά

Ελληνίδα, μελαχρινή, κολυμπάει προς τη γραμμή του ορίζοντος. Ο αυτοκράτορας έδωσε την άδεια, η σημαία του κυματίζει κουρελιασμένη στα ψαροκάικα. Την κοίταξε στα μάτια μία ή δύο φορές, μάλλον μία. Ο παππούς έδωσε λουκούμι στη Βάνα, της χάιδεψε το κεφάλι. Μια φωνή κάτω από το μαξιλάρι διάβαζε μέσα στη νύχτα. Συναντήθηκαν πίσω από το άγαλμα του πυρπολητή Κανάρη τον Ιούλιο του 1965, ορκίστηκαν ότι δεν θα φύγουν ποτέ από την Κυψέλη. Κάθισε εκεί, να τον παρακολουθεί ενώ έπεφτε το φως. Η Έρση την ρώτησε τι έχει, είπε τίποτα, δεν έχει τίποτα. Την άλλη μέρα τού έδειξε από μακριά τους Διδύμους, πάνω στο χοντρό μολύβι με τα ζώδια. Ο μοναχός Χριστόδουλος βρήκε μόνο ξεραμένες αχλαδιές, έχτισε ένα μοναστήρι, είχε πάρει την άδεια. Σκαρφαλωμένος σε μια σιδερένια σκάλα στη ράχη της Κλούβας ο εισπράκτορας φόρτωνε τα πράγματα.

Τριανταδύο χρόνων, πολιτικές επιστήμες, πρέπει να διαλέξεις με προσοχή τη στιγμή που θα πέσεις στη θάλασσα. Η Έρση φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία, πίσω της είναι η Μίνα με τη Βάνα. Παντρεύτηκε έναν δημοσιογράφο, έχουν ένα σπίτι στη Σαντορίνη. Η Μίνα έπεσε με τα ρούχα στο νερό, είπε ότι έγινε μεταπολίτευση. Μέσα σε είκοσι χρόνια όλοι βρέθηκαν να έχουν μια δουλειά, υπήρχε λίγη χαρά και την απορροφούσαν τα πηγαδάκια, οι εφημερίδες την απορροφούσαν. Είπε ναι στον Γιάννη, δέχτηκε. Τώρα η Έρση είναι παντοδύναμη και μπορεί να κάνει τα πάντα τραβώντας ένα χι, άφησαν πίσω τους αυτή τη λίγη μουσική. Βάζει τα γέλια, κοιτάζει μέσα από τα μαύρα γυαλιά. Μόλις γράφει την πρώτη λέξη «Αγαπητή Έρση», οδηγείται αλλού, μόλις γράφεται η πρώτη λέξη ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Το σωστό τής κάνει μεγάλο καλό και μεγάλο κακό, «Σου γράφω επειδή δεν υπάρχει πια μουσική, σε φιλώ, Ρέα». Μοιάζουν μ’ αυτές τις παράξενες γυναίκες που καταφεύγουν σ’ ένα αόρατο ελληνικό νησί. Τώρα μπορούν να λένε ό,τι θέλουν, έφεραν στο σπίτι την τηλεόραση τον Αύγουστο του 1968, μέσα σ’ ένα μεγάλο κουτί. Έμεινε μόνο ένα κτίριο σε μια παραλία απάτητη από τον ξανθό κόσμο. Δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, ήρθε για να μείνει στην ουρά με το στόμα ανοιχτό, να κυλήσει το βλέμμα της σαν καθαρό νερό, να το στείλει ταξίδι.

Ελληνίδα, 1956, πρόσωπο κανονικό. Ανάβει κερί, χωρίς να ξέρει γιατί. Η Έρση είπε ότι θα πάει στο Παρίσι, δεν αντέχει σ’ αυτή την κωλοχώρα. Του χρόνου το καλοκαίρι θα πήγαινε στην Ελβετία, το είχε πει η μαμά στην κυρία Ανδρομάχη. Ήξερε τα λόγια του τραγουδιού χωρίς να το έχει ακούσει ποτέ, τα συμπλήρωνε μέσα της, πριν προλάβει η ξανθιά τραγουδίστρια. Την τελευταία στιγμή έρχεται κάποιος και λέει ότι αυτός είναι Έλληνας και δεν είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί βρίσκεται σ’ αυτά τα μέρη, «Αφήστε τον προς το παρόν, και βλέπουμε». Μπήκε στο δωμάτιό της τα χαράματα, έμεινε με χαμηλωμένο το βλέμμα, την κοίταξε μία ή δύο φορές στα μάτια, μάλλον μία. Κάθε φορά που σώζεται κάποιος, συναντάει τον παιδικό εαυτό του με τρύπες σ’ ολόκληρο το σώμα, δεν ήταν Άγγλος, ήταν Έλληνας. «Αφήστε τον προς το παρόν, και βλέπουμε». Είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους, και τους συγχωρεί γιατί δεν το ξέρουν, δεν πρόκειται να το μάθουν ποτέ. Η Έρση είπε ότι είχαν μείνει πολύ πίσω, θα ζούσε τον χειμώνα στο Παρίσι και το καλοκαίρι στη Σαντορίνη. Στον Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα, όλοι ήξεραν.

Φραντζή Ρέα, παντρεμένη. Έμοιαζε με διαφημιστικό, είπε ναι, δέχτηκε. Η προβολή άρχιζε ενώ ήταν ακόμα μέρα, το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο ήταν να φωτίζει εκεί ψηλά μια ταινία, να μη νυχτώνει ποτέ εντελώς, στις ταράτσες να μη νυχτώνει ποτέ, να νυχτώνει χωρίς να νυχτώνει, γίνεται; Να μη νυχτώνει ποτέ στη Ζακύνθου, να μην το καταλαβαίνεις, να φωτίζουν οι βιτρίνες. Γίνεται, άγνωστε κόσμε; Είναι αλήθεια ότι έχεις καταφύγει σ’ ένα αόρατο ελληνικό νησί, είναι αλήθεια ότι κάποτε ήσουν ενωμένος με τον γνωστό κόσμο; Μπορεί να μην υπήρξες ποτέ, δεν πρέπει να θυμώνεις. Αγόρασαν ομοιόμορφες τσάντες και τις γέμισαν με φακούς, δεν πρέπει να θυμώνεις. Είναι πιο επικίνδυνοι από τον Βοημούνδο, δεν πρέπει να θυμώνεις, άκου τα παράπονά τους, μείνε όρθιος κι άφησέ τους να μιλάνε όλοι μαζί, μείνε όρθιος κι άφησέ τους να μιλάνε όλοι μαζί, μείνε ασάλευτος, μελαγχολικός, σιωπηλός, με χαμηλωμένο το βλέμμα μέσα στην καταιγίδα των δορυφορικών προγραμμάτων. Χάρισέ τους την Ιερουσαλήμ, την Αλεξάνδρεια, την Τύρο, την κάθε στιγμή… Άφησέ τους να βασανίζουν τους αιώνες, δεν πρέπει να θυμώνεις. Ταξιδεύουν νύχτα, κάνουν τον γύρο του αόρατου ελληνικού νησιού. Όταν ήταν μικροί, στεκόντουσαν στην ουρά, η νύχτα τους έβρισκε να περιμένουν υπομονετικά στην ουρά, να κόβουν εισιτήριο. Είναι πιο επικίνδυνοι από τους σταυροφόρους, αλλά έχουν κόψει πολλά εισιτήρια, πρέπει να τους συγχωρήσεις, κυκλοφορούν ανάμεσά τους άνθρωποι άλλων εποχών και τους δείχνουν τον δρόμο, στέκουν μελαγχολικοί, ασάλευτοι, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Χάνονται από προσώπου γης, δίνουν μια εξήγηση λιγότερη.

Ελληνίδα, αυτή τη στιγμή λείπει, κολυμπάει αργά προς τη γραμμή του ορίζοντος.

 

82 Σχόλια to “Η γραμμή του ορίζοντος (μνήμη Χρήστου Βακαλόπουλου, από τον Theo)”

  1. π2's avatar

    π2 said

    Πάντοτε θα με ξαφνιάζει να διαβάζω «πριν από 33 χρόνια» για κάτι που θυμάμαι.

  2. π2's avatar

    π2 said

    To ντοκιμαντέρ για τον Βακαλόπουλο υπάρχει ολόκληρο στο youtube:

  3. Theo's avatar

    Theo said

    Καλημέρα κι ευχαριστώ τον Νικοκύρη για την ανάρτηση.

    @2:

    Ευχαριστώ. Το είχα δει παλαιότερα αλλά χθες το έψαχνα και δεν το έβρισκα.

  4. sarant's avatar

    sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ τον Theo για τη συνεργασία και εσάς για τα πρώτα σχόλια!

    1 «Και να μετρώ και νάναι ο Τάκη Πλούμας τριάντα τρία χρόνια μες στη γης…»

  5. Theo's avatar

    Theo said

    @5:

    Τριαντατρία χρόνια ο Τάκη Πλούμας, τότε, τριαντατρία χρόνια ο Πεντζίκης κι ο Βακαλόπουλος τώρα!!

    ——

    Κάποιες ιστοσελίδες σχετικά με τον Βακαλόπουλο και τη Γραμμή του ορίζοντος:

    Αφιέρωμα για τον Χρήστο Βακαλόπουλο από το περιοδικό Manifesto

    Αφιέρωμα στον Χρήστο Βακαλόπουλο [Ι]  – Περιδιάβαση στο πεζογραφικό σύμπαν του

    Ο Χρήστος Βακαλόπουλος πανταχού παρών

    Ωσάν να μη συμβαίνει τίποτε

    Σε δύο ώρες εξαντλήθηκε η «Γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου

  6. Τον έμαθα σαν κινηματογραφιστή (Όλγα Ρόμπαρντς) και βέβαια σαν συντροφο του πλασιέ Τσιώλη στον Έρωτα στη χουρμαδιά, λίγο πριν πεθάνει. Αρκετά αργότερα έπεσαν στα χέρια μου οι Πτυχιούχοι, και σχετικά πρόσφατα η Γραμμή. Από όλη αυτή την παρέα της αθηναϊκής αυταρέσκειας, Παπαγιώργηδες και Μπαμπασάκηδες, ήταν θαρρώ ο πιο αγνός και ειλικρινής, ο μόνος που δεν πρόβαλε απροκάλυπτα τον εαυτό του και προσπαθουσε μόνο να δει τον άλλο, τους άλλους, μέσα από τα δικά του βιώματα.

  7. π2's avatar

    π2 said

    6. Ωραία περιγραφή «η παρέα της αθηναϊκής αυταρέσκειας», και συμφωνώ ότι ο Βακαλόπουλος ήταν ο πιο συμπαθής απ’ όλους (ιδίως από κάτι σοβαροφανείς προχειρογράφους, ονόματα δε λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε), ίσως γιατί δεν είχε καμιά ψευδαίσθηση για την ανάλαφρη επιφανειακότητά της στάσης του, μια επιφανειακότητα που του επέτρεπε να είναι πολύ εύστοχος και ενίοτε πολύ διεισδυτικός (η αντίφασή μου είναι σκόπιμη).

  8. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    «της αθηναϊκής αυταρέσκειας, Παπαγιώργηδες«

    Βρε, σε καλό σου… μου βγήκε ο γκαϊβές από τη μύτη απ’ το γέλιο!

    (ένας φίλος του Κωστή)

  9. Τα γραπτά κρίνονται. Τι να γίνει!

  10. sarant's avatar

    sarant said

    Σκέφτομαι, ένα άρθρο για τον Παπαγιώργη θα είχε γούστο. Αλλά δεν μπορώ να το γράψω εγώ, ίσως μόνο για τα μεταφραστικά του, που και πάλι θα μου κόψουν την καλημέρα πολλοί.

  11. Πουλ-πουλ's avatar

    Πουλ-πουλ said

    «αποφυγή της μεγαλοστομίας και απουσία λυρικών εξάρσεων, σύντομες προτάσεις με χαρακτήρα κοφτού σχολίου»
    Τώρα πώς συνδυάζεται αυτό με τον μελίρρυτο λυρισμό του Μπαμπασάκη, Κύριος οίδε.

  12. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    9

    Και οι «κρίσεις». Τι να γίνει!

  13. Theo's avatar

    Theo said

    @11:

    Ο Κούρτοβικ εδώ αναφέρεται σε τρία βιβλία που κυκλοφόρησαν το 1979 και το 1980: τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Κομματάκια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και τα δύο μικρά μυθιστορήματα: Οι ανήλικοι του Πέτρου Τατσόπουλου και Υπόθεση μπεστ-σέλλερ του Βακαλόπουλου. Πού τον είδες τον Μπαμπασάκη;

  14. sarant's avatar

    sarant said

    Ο φίλος Κώστας Τσιώλης μου λέει:

    Ὡραῖα ποὺ θυμήθηκες τὸν Βακαλόπουλο. Στὶς ἀρχὲςτῆς δεκαετίας τοῦ ’80 εἶχε μία ἐκπομπὴ στὴν ΕΡΑ 12-1 μετὰ τὰ μεσάνυχτα στὴ ζωνη «Νύχτα εἶναι θὰ περάσει». Τότε φοιτητὴς διάβαζα τὴν νύχτα ἀκούγοντας τὴν ἐκπομπή.Εἶχε καταπληκτικὴ καὶ γοητευτικὴ ραδιοφωνικὴ φωνή. Ἀργότερα τὸν Αὔγουστο τοῦ 1988 ἔτυχε νὰ συνταξιδεύουμε μαζὶ στὴν ἴδια καμπίνα ἐγὼ γιὰ τῆν Κῶ ἐκεῖνος γιὰ τὴνΠάτμο.Περιττὸ νὰσοῦ πῶ ὅτι σὲ ὅλο τὸ ταξείδι,κάπου 20ὧρες- ἤμασταν στὸ σαλόνι συζητώντας.Μοῦ εἶπε πολλὰ καὶ γιὰ Παπαδιαμάντη! Τότε ἤμουν ἄσχετος καὶ δὲν τὸν πολυκαταλάβαινα. Μὲ κάλεσε νὰ πάω καὶ στὰ γυρίσματα μιᾶς ταινίας σὲ σενάριο δικό του μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχα ἁπλὴ συνωνυμία. Ἀπὸ νεανικὴ ἀμέλεια δὲν πῆγα οὔτε ξανασυνατήθηκα μαζί του παρότι μοῦ εἶχε δώσει τὸ τηλ.του νὰ τὸν πάρω.

  15. Πουλ-πουλ's avatar

    Πουλ-πουλ said

    13.
    ήταν ο σημαντικός εμψυχωτής μιας γενιάς, μάλλον της “φράξιας” μιας γενιάς που θέλησε, πότε από ένστικτο και πότε με ψύχραιμη λογική, να μην δεχθεί τίποτε ως δεδομένο, να ανακαλύψει εκ νέου το κέντρο του κόσμου, περνώντας από τις καλύτερες στιγμές του ροκ εντ ρολ στα πιο όμορφα και μεστά κινηματογραφικά πλάνα, με ενδιάμεσους σταθμούς τις πολύτιμες σελίδες κάμποσων πολύτιμων βιβλίων.
    Απλώς συγκρίνω το αγχώδες, κοφτό στυλ του Χρήστου με το περισπούδαστο ύφος της παραπάνω πρότασης του Μπαμπασάκη.

  16. Nα ομολογήσω ότι δεν έχω ούτε ακουστά τον Βακαλόπουλο, ούτε τον Παπαγιώργη ή τον Μπαμπασάκη, που όλοι φαίνεται να τους ξέρετε; Πάντως τα αποσπάσματά του που παρέθεσε σήμερα ο Τheo δεν μου είπαν τίποτα…

  17. Nα ομολογήσω ότι δεν έχω ούτε ακουστά τον Βακαλόπουλο, ούτε τον Παπαγιώργη ή τον Μπαμπασάκη, που όλοι φαίνεται να τους ξέρετε; Πάντως τα αποσπάσματά του που παρέθεσε σήμερα ο Τheo δεν μου είπαν τίποτα…

  18. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    Ωραία αυτή η διπλή (φίλια και αυτοαναφορική) μνημόσυνη βιογραφία του αξιολογότατου Χρήστου Βακαλόπουλου, που μας προσέφερε ο ακάματος Theo, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πως :
    «Η μεγάλη προσφορά του Βακαλόπουλου έγκειται ακριβώς στο ότι έκανε χρυσάφι ό,τι άγγιζε, κι αυτό γιατί πάντα επέμενε στην αλήθεια της στιγμής, πάντα ήξερε να ανακαλύπτει την ομορφιά του άδολου, πάντα κατάφερνε να περισώζει το αθέατο, αυτό που είναι καλά κρυμμένο στις κατακόμβες της λεγόμενης επίσημης πραγματικότητας. Και βεβαίως πάντα επέμενε να συνομιλεί.» Αναδεικνύοντάς τον έτσι και σαν
    Μια Ελληνίδα, που λείπει, ψυχή, / και αργά κολυμπάει,
    ρέει, και -ως Ρέα Φραντζή- / στη γραμμή του ορίζοντος πάει.
    Ας μνημονεύσουμε περαιτέρω(βλ. σχ.14) και αυτή την φιλμογραφική του συνεργασία:
    ”Ένα χωριό της Αρκαδίας καλεί έναν διάσημο αγιογράφο και τον βοηθό του για να αποκαταστήσουν τις φθαρμένες τοιχογραφίες ενός ιστορικού ναού. Από την αρχή όμως μας αιφνιδιάζει η ειρωνική μετατόπιση. Οι επίτροποι του ναού φορούν μαύρα κοστούμια και παπιγιόν, σαν μεγαλοαστοί σε δεξίωση. (…) Αλλά και το ζευγάρι των αγιογράφων είναι εξωφρενικό. Ο «άγιος» έχει όψη βάρβαρου επαρχιώτη εμπόρου, αδιαφορία, αδράνεια και αξιώσεις καλοπέρασης (Δημήτρης Βλάχος). Ο βοηθός, ψηλός και ευγενικός, σαν Επτανήσιος αριστοκράτης (Αργύρης Μπακιρτζής) είναι ένας ιδιότυπος… μπάτλερ του «αγίου». […]
    Ο Τσιώλης και ο Βακαλόπουλος, σαν να υπακούουν στο καταστατικό αυτό πρόταγμα, δεν πειράζουν τα υλικά. Τι είναι τα υλικά αυτά; Μια σειρά πρόσωπα της καθημερινότητας σε έναν τόπο της ελληνικής επαρχίας, εκ των οποίων το ένα προσπαθεί να προσπορισθεί όφελος από το άλλο. Συνήθως, ο μόνος τρόπος για να το καταφέρουν είναι η απατεωνιά. Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τους απατεώνες τόσο προσφιλείς και αγαπητούς, πώς αντιστρέφεται σχεδόν μαγικά η αξιακή ιεράρχηση της ηθικής στάσης μπροστά στα μάτια του θεατή, χωρίς να ενοχλείται ούτε μια στιγμή; Λίγο μετά την ολοκλήρωση του Παρακαλώ, γυναίκες, μη κλαίτε…, ο Χρήστος Βακαλόπουλος πέθανε. Ο Τσιώλης στερήθηκε διαμιάς την επιρροή ενός προσώπου που υποχρέωνε θαρρείς τη ματιά του να διεισδύει, που επέβαλλε στο κατακτημένο αφηγηματικό ιδίωμα την αναζήτηση μιας βαθύτερης πνευματικότητας. [Ηλίας Κανέλλης]“
    https://www.youtube.com/watch?v=FMmS5WWW8Jc Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε (1992)
    Συνακόλουθη ταινία :“Ας περιμένουν οι γυναίκες”,1998 ( https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%82_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%BD_%CE%BF%CE%B9_%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82 ).

  19. preissn's avatar

    preissn said

    Είμαι βέβαιος πως δεν είσαι ο μόνος. Το κείμενο θα μπορούσε να είχε συμπυκνωθεί σε χίλιες λέξεις χωρίς να χάσει την ουσία του· ίσως τότε να είχε και πολύ περισσότερους αναγνώστες. Θα άξιζε, ενδεχομένως, να αναρωτηθούμε —όχι για να ασκήσουμε κριτική, αλλά ως παρατήρηση— πόσοι το διάβασαν από την αρχή ως το τέλος. Γιατί οι αποσπασματικές αναγνώσεις, μια πρόταση εδώ και μια παράγραφος παρακάτω, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν πραγματική ανάγνωση.

    (Το Word μού λέει πως το κείμενο έχει 5.700 λέξεις. Άλλοι είναι γρήγοροι αναγνώστες και το ξεπετούν σε ένα τέταρτο· εγώ, από την άλλη, θέλω τη μισή μέρα.)

  20. sarant's avatar

    sarant said

    16 Εφυγες νωρίς από την Ελλάδα, γι’ αυτό. Εγώ τον Βακαλόπουλο δεν τον γνώρισα, αλλά τον Μπαμπασάκη τον ξέρω από παλιά, και τον Παπαγιώργη τον είχα γνωρίσει -και βέβαια τους έχω διαβάσει.

  21. Theo's avatar

    Theo said

    @19:

    Το δικό μου κείμενο έχει 1.640 λέξεις. Τ’ αποσπάσματα από το βιβλίο, 4.050. Ήθελα να δώσω μια εικόνα του, ψηφιοποιώντας τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαιά του. Τι θα μπορούσε να είχε συμπυκνωθεί σε χίλιες λέξεις; Τ’ αποσπάσματα, ή εισαγωγή μου + τα αποσπάσματα; Δε νομίζω πως θα καταλάβαινε κανείς πολλά με τόσο λίγες λέξεις.

  22. Μαρμάγκα, για αδιευκρίνιστους λόγους!

  23. Pedis's avatar

    Pedis said

    Σημειώσεις -καλογραμμένες, όμορφα ελληνικά- για σενάρια ή μου φάνηκε.
    Δεν τον γνώριζα τον Βακαλόπουλο, κρίμα που πέθανε τόσο νέος, αλλά κ. επιμελητά κάνεις… επιμελημένη προσπάθεια να το χαντακώνεις το αφιέρωμα από την αρχή (άσε που βλάπτεις και την αξιοπιστία της Παναγίας της Πορταΐτισσας):😇

    «Μου είπαν πως η Παναγία η Πορταΐτισσα τον είχε βοηθήσει πριν από πέντε χρόνια να ξεπεράσει την εννιάχρονη τότε ανίατη αρρώστια του και πως ξεκίνησαν για τη μονή Ιβήρων, να δώσουν τ᾿ όνομά του να μνημονεύεται, γιατί και πάλι ήταν πολύ δύσκολα· αλλά, λίγο πριν από την αναχώρησή τους, έμαθαν το τέλος του και πήγαν πάλι στην Ιβήρων, να δώσουν το όνομά του να μνημονεύεται ὑπὲρ ἀναπαύσεως».

    Τέλος πάντων, ας είναι. Μένουν τα κείμενα.

  24. 18: Αχ, μην ξαναβάλεις Κανέλλη.

  25. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Σήμερα δεν έχω χρόνο, γλιτώνετε από τον αλητάμπουρα.

    Αλλά αυτή η Κάμιρος ήταν ό,τι πρέπει για να φύγω καρφί για αλκοόλα.

  26. Theo's avatar

    Theo said

    @23:

    Να σημειώσω πως δύο απ’ αυτούς που μου είπαν τα σχετικά με τον Χρήστο και την Πορταΐτισσα είναι αρκετά γνωστά δημόσια πρόσωπα. Δεν μπορώ να τους κατονομάσω, τη στιγμή που τώρα δεν τους βρίσκω και τόσο εύκολα για να ζητήσω την άδειά τους. Ας τα πουν οι ίδιοι, αν θέλουν. Δες όμως τον Δημήτρη Κοσμόπουλο στο αφιέρωμα του περιοδικού Manifesto που γράφει ότι συζητούσε για το Άγιο Όρος με τον εκλιπόντα.

  27. xar's avatar

    xar said

    Ευχαριστούμε Τεό και Νικοκύρη. Ούτε εγώ είχα διαβάσει κάτι του Βακαλόπουλου. Ενδιαφέρουσα η γραφή, σε βάζει σε ένα μουντ. Νομίζω ότι δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς τις πολλές επαναλήψεις.

    Ως προς το περιεχόμενο εκφράζει μια νοσταλγία για την Ελλάδα που χανόταν τη δεκαετία του ’80, δηλ. την Ελλάδα της νεότητας της Ρέας, ήτοι την (αστική) Ελλάδα του ’60, που θεωρεί ότι είχε κοινωνικές και πολιτισμικές με κατευθείαν καταγωγή από την ανατολή / το Βυζάντιο. Και ενώ μου άρεσε ο τρόπος που δίνει την αλλαγή των προτύπων (το τι είναι σωστό και τι όχι), αυτή η σύνδεση δεν με ενθουσίασε. Και βρήκα λίγο παράδοξο από τη μια το παράπονο για τη διείσδυση του δυτικού πολιτισμού και από την άλλη τον εκθειασμό των θερινών σινεμάδων (όπου δεν παίζονταν αποκλειστικά ελληνικές ταινίες βέβαια, ίσα-ίσα διέδιδαν κυρίως δυτικά πρότυπα).

    Γενικά δεν με πείθει η ευθεία γραμμή με την οποία επιχειρείται η σύνδεση της ελληνικής / ανατολικής νοοτροπίας με αυτή των προνεωτερικών χρόνων, μάλιστα σε αντιπαραβολή με μια αντίστοιχη ευθεία που υποτίθεται ότι συνδέει τη μεσαιωνική Δ. Ευρώπη με τη σύγχρονη.

    Δεν μπορώ να μην αναλογιστώ μια αντίστοιχη νοσταλγία για την Ελλάδα του μεσοπολέμου που είχε χαθεί το ’60 ή για τη ζωή στην ελληνική επαρχία (ας πούμε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σχεδόν και τη δεκαετία του ’80) που επίσης είχε αρχίσει να χάνεται από τότε ή έστω από το ’90. Κοινώς τη νοσταλγία για την εποχή της νεότητάς μας ή για κάποια παλιότερη πιο αγνή, πιο «δική μας» εποχή. Αν θέλουμε να το τραβήξουμε στα άκρα, μπορούμε να φανταστούμε αντίστοιχες νοσταλγίες για τη ζωή στη βυζαντινή αυτοκρατορία που χάθηκε με τη λατινική / οθωμανική κατάκτηση, για τη ρωμαϊκή ζωή που χάθηκε με την επέλαση του χριστιανισμού, ή τη νοσταλγία των αυτοκρατορικών Ρωμαίων για τη δημοκρατική πολιτεία τους κοκ. Άλλωστε αντίστοιχη νοσταλγία βλέπουμε και σε δυτικούς συγγραφείς για την παλιά ζωή που χάνεται, από τον ρομαντισμό μέχρι τον Τόλκιν και τον Ρούσντι.

  28. Theo's avatar

    Theo said

    @25:

    Κάμειρος, ναι. Αλλά το βιβλίο γράφει Κάμιρος, και δεν μου πέρασε από το μυαλό ν’ αμφισβητήσω την αξία του επιμελητή της «Εστίας».

  29. 18 Μαζί με τον Τσιώλη σκηνοθέτησαν δυο ταινίες, τους «Γυναικες» και τον «Θησαυρό του Χουρσίτ Πασά». Όσο και να μ’αρέσει ο Β., ομολογώ ότι δεν βλέπω πιο εμφανή «την αναζήτηση μιας βαθύτερης πνευματικότητας» σε σχέση με τους άλλες ταινίες του Τσιώλη. Από την άλλη, εκ στόματος Κανέλλη…

  30. sarant's avatar

    sarant said

    22 –> 29, απορώ γιατί κρατήθηκε

  31. aerosol's avatar

    aerosol said

    Δεν είχα διαβάσει Βακαλόπουλο, μου άρεσε η γραφή του -αν και ίσως η έντονη επανάληψη δεν ήταν τελείως του γούστου μου. Από τη μια βρίσκω νόημα στην κριτική ματιά του μοντερνισμού και της νεωτερικότητας, και στο κομμάτι με τις φωτογραφίες αναρωτήθηκα πόσο θα φρίκαρε τώρα, όπου το φαινόμενο έχει εκατονταπλασιαστεί. Από την άλλη, αυτή η επίκληση μιας «αυθεντικής» παλαιότητας ωραιοποιεί και μυθοποιεί μια αντίληψη του παρελθόντος σχεδόν φετιχιστική (τότε που ήμασταν πραγματικοί άνθρωποι και δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα και το σοκάκια μύριζαν γιασεμί κι άλλα τέτοια). Όσοι θυμούνται ρεαλιστικά τα ’50ς και ’60ς, θυμούνται και την συνεχή καταπίεση, την υποκρισία, την κακογλωσιά, την αδενοπάθεια, την πείνα, τη διάχυτη χουντίλα, τα σπίτια με υγρασία που έμπαζαν βροχή και ποντίκια, και αφήνονται στην νοσταλγία της παιδικής ηλικίας. Τέσπα, συμφωνώ με Xar. Πάντως είδα ποιητικότητα, γραφή με ρυθμό, γοητευτική αλληλουχία εικόνων. Με προκαλεί να διαβάσω περισσότερο.

    #19
    Λογοτεχνία είναι, όχι εταιρική παρουσίαση. Περιλήψεις λογοτεχνίας γίνονται μόνο για παιδάκια. Ή την διαβάζεις ή προσπερνάς, δεν δημιουργείται για να διηγηθεί εν συντομία μια «πλοκή».

    #26
    Δεν το πιάνω το νόημα εδώ. Δηλαδή αν είναι γνωστά δημόσια πρόσωπα αυτοί που θεωρούν πως σώθηκε ο Βακαλόπουλος από την Πορταΐτισσα, αυτό ενισχύει την οπτική; Και μετά τι έκανε η Πορταΐτισσα, είπε να τον σκοτώσει; Αν εννοείται η προσωπική σχέση του Βακαλόπουλου με τον Ορθοδοξία, τότε θα έλεγα πως μπορεί να εκφραστεί χωρίς επικλήσεις θαυμάτων.

  32. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Χρήστος Βακαλόπουλος– 29 Ιανουαρίου 1993
    29 Ιανουαρίου 2026
    Αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ για τα 33 χρόνια από τον θάνατο του Χρήστου Βακαλόπουλου, κριτικού κινηματογράφου, συγγραφέα, σκηνοθέτη και ραδιοφωνικού παραγωγού.
    https://www.ert.gr/ert-arxeio/xristos-vakalopoulos-29-ianouariou-1993/

  33. Spiridione's avatar

    Spiridione said

    31. Αν όμως αυτά τα δύο γνωστά δημόσια πρόσωπα είναι ο Άγιος Πέτρος κι ο Άγιος Παύλος;

  34. Λάμπας's avatar

    Λάμπας said

    10. «Σκέφτομαι, ένα άρθρο για τον Παπαγιώργη θα είχε γούστο. Αλλά δεν μπορώ να το γράψω εγώ, ίσως μόνο για τα μεταφραστικά του, που και πάλι θα μου κόψουν την καλημέρα πολλοί

    Ε, τότε αξίζει να το γράψεις!

  35. sarant's avatar

    sarant said

    34 Κι εσείς να παίρνετε ποπκόρν, ε;

  36. David Morse's avatar

    David Morse said

    Το ξεφυλλισα το καλοκαίρι σε ένα βιβλιοπωλείο και μου άρεσε αλλά διάβαζα κάποια άλλα βιβλία εκείνη τη χρονική περίοδο και το άφησα. Το άρθρο και τα αποσπάσματα μου άρεσαν πολύ, οπότε θα το διαβάσω σίγουρα.

  37. spyridos's avatar

    spyridos said

    6

    «παρέα της αθηναϊκής αυταρέσκειας,»

    Απίστευτα καλός ορισμός. Τον προσεταιρίζομαι για μελλοντική χρήση.

    ————–

    Ο Βακαλόπουλος θα παραμείνει για μένα ένας από τους μεταμεσονύκτιους φίλους. Όλοι αυτοί οι νέοι, τη δεκαετία του 80, ραδιοφωνικοί παραγωγοί του Δεύτερου. Από τότε είχα αρχίσει να γίνομαι κουκουβάγια και η συντροφιά του, δώδεκα ως μία τη νύχτα νομίζω, ήταν από τις καλές.

  38. Xar's avatar

    Xar said

    @35

    Αφεντικό, εγώ μπορω να πάρω πατατάκια; Θα τα μασάω απαλά, να μην ακούγονται.

  39. Λάμπας's avatar

    Λάμπας said

    35. Εμένα, πάλι, το σχόλιο 10 μου φάνηκε, πώς να το πω, σαν διακριτικό αίτημα για ενθάρρυνση. Παρεξήγησα, σόρι. 😀

  40. Pedis's avatar

    Pedis said

    # 26 – Έλα ρε Τέο, σύνελθε που θες να κάνουμε τις Επιφάνειες -και τα κούκου που τραβάει καθείς κι ο πόνος του- επιστήμη! Είπαμε πίστη. Πάσο. Ιδιωτική υπόθεση. Οι δημόσιες υποθέσεις απαιτούν επιχειρήματα.

    Κι ένα πολιτικό-επιστημονικό νέο.
    Η Γαλλική Μαθηματική Εταιρεία απόφασισε να μην συμμετάσχει στο Διεθνές Συνέδριο των Μαθηματικών (International Congress of Mathematicians, ICM) που θα διεξαχθεί φέτος το καλοκαίρι στη Φιλαδέλφεια.
    Οι λόγοι είναι η προβληματική διαδικασία στη χορήγηση βίζας και η εσωτερική ασφάλεια στις ΗΠΑ, όπου γίνονται αναφορές για στρατιωτικό νόμο, που δεν παρέχουν τις απαραίτητες εγγυήσεις για τη συμμετοχή. Προφανώς μεμονωμένοι Γάλλοι Μαθηματικοί θα συμμετάσχουν.
    Η απόφαση έχει επιπλέον βάρος διότι φέτος είναι η χρονιά που θα ανακοινωθούν στο ICM τα μετάλλια Φίλντς που δίνονται κάθε τετραετία.

    La SMF n’ira pas à l’ICM de Philadelphie

    Publié le 26.01.2026

    La SMF ne tiendra pas de stand à l’ICM de Philadelphie.

    En effet ni la délivrance de visas par le pays hôte, ni sa sécurité intérieure alors qu’y est régulièrement évoquée la loi martiale, ne semblent garanties. Par ailleurs la SMF reste fondamentalement attachée à l’héritage de Benjamin Franklin, inséparable de la pensée rationnelle, et condamne la défiance envers la science et toute atteinte aux libertés académiques.

  41. https://www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia/i-rea-frantzi-sta-hronia-toy-gentrification

  42. Κάμ Ι ρος και εδώ.
    https://i.postimg.cc/pTDxpZTb/IMG-3011.jpg

  43. sarant's avatar

    sarant said

    39 Δεν παρεξήγησες εντελώς, αλλά…

    40-41 Ωραία!

  44. Theo's avatar

    Theo said

    Στην εισαγωγή μου αναφέρω τι μου κίνησε το ενδιαφέρον για τον Βακαλόπουλο και τη γραφή του, κι ίσως κάποιοι εδώ να έχουν καταλάβει πως δεν λέω ποτέ ψέματα. Έχω βιώσει πράγματα που δεν εξηγούνται επιστημονικά. Μπορεί άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, να διαφωνείτε, αλλ’ ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του και να την εκφράζει ελεύθερα. Δεν τα έγραψα αυτά για να πείσω κανένα (αν κι όλες αυτές μαρτυρίες που συγκέντρωσα και παρουσίασα εδώ μαρτυρούν για τη σχέση του Βακαλόπουλου με την Ορθοδοξία, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια της ζωής του). Το γιατί έγινε ένα θαύμα τότε και δεν έγινε μετά, είναι θέμα Άλλου, όχι δικό μου· δεν μπορούμε να μπούμε στο «μυαλό» του Δημιουργού.

    @31α:

    Η λογοτεχνία δεν είναι ιδεολογικό μανιφέστο· και δε νομίζω πως ο Βακαλόπουλος ιδεολογικοποιεί τα βιώματά του. Γι’ αυτόν η αθωότητα κι η αλήθεια ταυτίζονται με την παιδική του ηλικία πριν από τη χούντα, την Κυψέλη, τα θερινά σινεμά… (Για κάποιον άλλο, μπορεί να ταυτιστούν με άλλα. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.) Καταθέτει την οπτική του για κάποια πράγματα, κι όσοι μπορούν να συντονιστούν μαζί του, καλά. Όσοι δεν μπορούν, και πάλι καλά. Νομίζω όμως πως Η γραμμή του ορίζοντος έχει μια δύναμη γιατί βγαίνει ανόθευτη από την καρδιά ενός ευαίσθητου διανοούμενου, κι ο εσώτερος ρυθμός , του κειμένου, εντελώς προσωπικός του, σ’ αυτό οφείλεται.

  45. Theo's avatar

    Theo said

    Το #44β σαν απάντηση και στο #27.

  46. preissn's avatar

    preissn said

    21
    Μια πρόταση έχω να κάνω. Δεν έχω διαβάσει το κείμενο, αλλά θα μπορούσες να βάλεις μόνο την εισαγωγή σου και τα άλλα σε παραπομπές στο Google (για όσους ενδιαφέρονται για λεπτομέρειες και τεκμηριώσεις). Και η δική σου εισαγωγή θα μπορούσε να περικοπεί. Όπως επισήμαναν πολλοί, μερικές λεπτομέρειες είναι περιττές. Είναι μόνο μια δική μου πρόταση, μου αρέσουν οι σύντομες αναρτήσεις. Πιστεύω ότι πολλοί έχουν την ίδια ιδιοσυγκρασία. Διαβάζουν πέντε γραμμές, σκρολλάρουν να δουν πόσο μεγάλο είναι το κείμενο και πού το πάει ο συγγραφέας, και (αν είναι τεράστιο το κείμενο) τους πιάνει κρύος ιδρώτας.

  47. sarant's avatar

    sarant said

    46 Πώς θα μπορούσε να βάλει τα άλλα (δηλ. τα κεφάλαια από το βιβλίο του Βακαλόπουλου) σε παραπομπές στο Google;

    Στο ιστολόγιο είμαστε του σλόου ριντ, όποιος βαριέται να διαβάσει πάει αλλού.

  48. preissn's avatar

    preissn said

    Η δεκαετία 70/80 ήταν η δεκαετία που αναβίωσε η «νεοορθοδοξία» και «επιστροφή στις ρίζες» στους «κουλτουριάρηδες». Όταν αλλαξοπίστησε ο Σαββόπουλος.

  49. preissn's avatar

    preissn said

    Η Google διαθέτει 15 GΒ δωρεάν για αυτή τη χρήση.

  50. Theo's avatar

    Theo said

    Κι ένα σημερινό βιντεάκι για τον Βακαλόπουλο:

  51. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    Αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον, γιατί δεν τον είχα για τέτοιο τον αποδημήσαντα. 🙂

  52. aerosol's avatar

    aerosol said

    #44
    Προσωπικά δεν στέκομαι στην ίδια την άποψη ή την ερμηνεία του γεγονότος της επιβίωσης του Βακαλόπουλου από το πρώτο χτύπημα της αρρώστειας. Στέκομαι στον τρόπο που μπήκε σαν βιογραφικό γεγονός, σε μια εισαγωγή για τον άνθρωπο και το έργο του. Στο αν χωράει εκεί ή αν θυμίζει το γνωστό «… τα οποία σκουλήκια…». Αλλά και στο ότι όλο αυτό αποκτά κάτι κωμικό (δυστυχώς αλλά, νομίζω, αναποφευκτα) όταν αντιπαραβάλλεται με το ότι η ίδια αυτή η ασθένεια τελικά τον σκότωσε. Σχεδόν εκμαιεύει μακάβρια ανέκδοτα, κάτι που δεν πιστεύω πως ήταν στους σκοπούς σου. Νομίζω πως αν το σκεφτείς λίγο παραπάνω, ίσως το δεις κι εσύ.

    Για τα υπόλοιπα: δεν διαφωνώ. Και μου άρεσε. Όμως -και εκτός ιδεολογικοποίησης ή μανιφέστου- κάποιες βασικές ιδέες που διατρέχουν ένα λογοτεχνικό κείμενο κάτι αντανακλούν για την οπτική του συγγραφέα. Είναι ορατές, αντιληπτές, και γίνονται αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης ή και κριτικής. Δεν είναι κακόπιστη, ούτε έχει ατζέντα να βγάλει σκάρτο τον δημιουργό.

  53. spyridos's avatar

    spyridos said

    Διάβασα τα κείμενα. Τώρα διαβάζω τα υπόλοιπα σχόλια και μετά πάω για την εισαγωγή. Τις εισαγωγές όταν τις διαβάζω, τις διαβάζω στο τέλος.

    14
    Ναι Νικοκύρη. Κι άλλος που θυμάται τις νυχτερινές εκπομπές του.

    Οι εκπομπές του όμως δεν ήταν σαν το παραπάνω κείμενο. Δεν είχαν επαναλήψεις.
    Αυτό το κείμενο μοιάζει με εκπομπή του Χρονά. Δεν είναι άσχημος σαν τρόπος. Μου αρέσει.
    Το κείμενο όμως δεν με αγγίζει. Προσπαθώ να αποφύγω αυτή τη νοσταλγία. Έχω άλλη.

  54. spyridos's avatar

    spyridos said

    Ακόμα κι όταν φύγει ο Δαπίτης από την ΔΑΠ, εκείνη παραμένει μέσα του.
    Η ανάγκη για αντιγραφή και λουφάρισμα φτάνει ακόμα και στη λογοτεχνία.

  55. spyridos's avatar

    spyridos said

    28
    Και καλά έκανες. Το έβλεπα μέρα παρά μέρα κάτω από τον Άγιο Σπυρίδωνα ή στην πλατεία Καραισκάκη όπως στη φωτογραφία παρακάτω. Την άλλη μέρα έβλεπα το αδερφάκι του το Ιαλυσός.
    Μια φορά ταξίδεψα με αυτό το κλασικό δρομολόγιό του από Πειραιά για Πάτμο, Λέρο, Κάλυμνο, Κω, Ρόδο. Όταν έφτανες Ρόδο, μετά από φουρτούνα, είχες ξεχάσει την προηγούμενη ζωή σου. Με τη μαρτυρία του 14 ξέρουμε ότι ο Β. είχε κάνει αυτό το ταξίδι.

  56. heroicf5b41716cc's avatar

    heroicf5b41716cc said

    «Ο Χαμένος Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά», εξαιρετική ταινία. Εμφανίζεται και ο Τάκης Μόσχος, φυσιογνωμικό αδερφάκι του Βακαλόπουλου. Αξίζει να την ξαναδούμε.

  57. Theo's avatar

    Theo said

    @52:

    Σέβομαι τη γνώμη σου για την αισθητική του κειμενου μου (ωστόσο, άλλοι μού έγραψαν άλλα) και σ’ ευχαριστώ. Δεν θα εμπλακώ, όμως, σε δίκες προθέσεων.

  58. sarant's avatar

    sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

  59. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Δεν διάβασα τίποτε, το μάτι έπεσε απλώς στο Κάμιρος. Πολύ σωστά τότε, αφού έτσι βαφτίστηκε το πλοίο. Το ίδιο έπρεπε ακόμη κι αν το βάφτιζαν Κάμυρως.

  60. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Από την εισαγωγή, δεν το διάβασα ακόμη
    >>καθώς λέει και ο φίλος του Νίκος Φατούρος

    Πάει κι αυτός, νωρίς.
    (Διαλέγω από φίλϊα σελίδα)
     Ο Νίκος Φατούρος, έφυγε για το αιώνιο ταξίδι, το απόγευμα της Τετάρτης 26 Αυγούστου 2020. Σκηνοθέτης και ντοκυμαντερίστας, φίλος του Τορνέ, του Βακαλόπουλου και του Καπλανιδη, έφυγε χωρίς να αφήσει πολλά ίχνη, επιλέγοντας να ζήσει μια περιπετειώδη και περιθωριακή ζωή. 

    https://www.kolivas.de/archives/388501
    Όλοι φευγάτοι, όλοι πριν την ώρα τους, κι ο Βακαλόπουλος, κι ο Φατούρος κι ο Καπλανίδης κι ο Τορνές, άνθρωποι που διασταυρώθηκα, έστω για να τους σφίξω το χέρι, για να τους συγχαρώ για τις δουλειές τους.

  61. aerosol's avatar

    aerosol said

    #57
    Παράλειψή μου που δεν το είπα: κέρδισα πράγματα από το δικό σου κείμενο, όπως και από του Βακαλόπουλου, κι ευχαριστώ που μας τα πρόσφερες. Μίλησα για το σημείο που μου κλώτσησε για καλό.

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Σταύρος Καπλανίδης στο ντοκιμαντέρ του 2006 «Play it again, Χρήστο

    …» (σ΄ό,τι έκανε) Ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να καταλάβει γιατί γεννήθηκε»

  63. Theo's avatar

    Theo said

    @60:

    Ο Νίκος Φατούρος ήταν φίλος, κι αυτός συνομίληκός μου, αν θυμάμαι καλά. Είχα να τον δω καμιά εικοσιπενταριά χρόνια και δεν ήξερα για τον θάνατό του. Τώρα βρήκα ένα κείμενο του Βασίλη Ξυδιά, κοινού μας φίλου: Νίκος Φατούρος: παλεύοντας με το σινεμά. Ο Θεός να τον αναπαύσει!

  64. Theo's avatar

    Theo said

    Κι ένα κείμενο του Νίκου Ξυδάκη για την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη Play it again Χρήστο: Ενα βλεμμα

  65. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    63 Τεούμπα

    συνομήλικος

    απλούστατες λεξούλες

  66. Theo's avatar

    Theo said

    @65:

    Ευχαριστώ.

    Όταν γράφω βιαστικά μού ξεφεύγει και κανένα λάθος.

    Βλ. την αρχή του κειμένου μου: «Τον συνομήλικό μου Χρήστο Βακαλόπουλο τον ήξερα από τα άρθρα του που διάβαζα στο «Αντί»»

  67. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ένας αιώνιος ένοικος πάνω στη γραμμή του ορίζοντος https://1-2.gr/2018/01/28/enas-aionios-enoikos-pano-sth-grammh-toy-orizontos/

    http://christosvakalopoulos.gr

  68. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ένας αιώνιος ένοικος πάνω στη γραμμή του ορίζοντος https://1-2.gr/2018/01/28/enas-aionios-enoikos-pano-sth-grammh-toy-orizontos/

    http://christosvakalopoulos.gr

  69. Theo's avatar

    Theo said

    Κι ένα αφιέρωμα στον Βακαλόπουλο από το «Αντίφωνο»: https://antifono.gr/vakalopoulos/

  70. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    69 Τεό, επειδή βαριέμαι να κοιτάξω τα προηγούμενα την παραπομπή στη Σύναξη 16 με Βακαλόπουλο και Σαββόπουλο κι άλλους γνωστούς ζωντανούς και μακαρίτες την έβαλες;

  71. Theo's avatar

    Theo said

    @70:

    Όχι.

  72. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    71 Απροπό, τακτοποιούσα τις προάλλες παλιά περιοδικά και πέφτω σε ένα με τίτλο Κλεψύδρα, τεύχος 1, Έδεσσα, καλοκαίρι 1988. Ούτε που το θυμόμουν. Έχει συνέντευξη του Πεντζίκη στον τρελογιατρό τον Αγγελίδη κι ένα κείμενό του με τίτλο Βοροφρύνη, δηλαδή η κυρία Μαριγώ πολύ σουρεάλ 🙂

  73. Theo's avatar

    Theo said

    @70:

    Ξεχωρίζει το κείμενο του Πεντζίκη σ’ αυτό το τεύχος.

    @72:

    Τη Βοροφρύνη τη θυμάμαι, αλλά μάλλον δεν τη διάβασα σ’ αυτό το περιοδικό, ούτε θυμάμαι ποιος το εξέδιδε.

  74. Theo's avatar

    Theo said

    @72:

    Μήπως την Κλεψύδρα την εξέδιδε ο Νίκος Καραμανάβης;

  75. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    73 Επανέκδοση λέει μετά απο 10 χρόνια. Υπεύθυνος έκδοσης Γ. Δαλκαράνης, δεν τον ξέρω. Στη συντακτική είναι κι ένας φίλος φαρμακοποιός.

  76. Theo's avatar

    Theo said

    @72:

    Βρίσκω 7 τεύχη της περιόδου 1977-78 κι αυτό του 1988 που αναφέρεις.

  77. Theo's avatar

    Theo said

    @75:

    Ούτε κι εγώ ξέρω τον Δαλκαράνη.

  78. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    77 Τον Σωκράτη τον περιπτερά απ’ τον οποίο παίρνουν συνέντευξη, γεννημένο το ’33 και στο περίπτερο απ’ το ΄44 τον ήξερες; 🙂

  79. Theo's avatar

    Theo said

    @78:

    Ναι, στην πλατεία Τημενιδών.

  80. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    79 Στο καλύτερο σημείο.

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>μια τρύπα εκεί που ήταν το Κυψελάκι, μια ωραία τρύπα που σε λίγο έγινε κατάστημα, απ’ αυτό που έχει τα πάντα εκτός από θερινό κινηματογράφο,

    Τα νέα επενδυτικά βήματα της Lidl.
    …προχωράει η κατασκευή του καταστήματος (Lidl) στο Παγκράτι, το οποίο θα δημιουργηθεί στη θέση του ιστορικού αθηναϊκού κινηματογράφου Παλάς. Σύμφωνα με πληροφορίες το συγκεκριμένο έργο είναι πλήρως αδειοδοτημένο και προβλέπεται να λειτουργήσει το 2026.

  82. Theo's avatar

    Theo said

    Δυο άρθρα του ΧΒ για τον Σαββόπουλο, το 1983:
    https://sarantakos.wordpress.com/2025/10/22/savvopoulos-7/#comment-1040014
    https://sarantakos.wordpress.com/2025/10/22/savvopoulos-7/#comment-1040015

Σχολιάστε

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε