Ο Τραμπούκος (από την ΕφΣυν)
Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2026
Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα από τις λέξεις».
Για τη λέξη «τραμπούκος» έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει ένα μνημειώδες (κυριολεκτώ) άρθρο του Spiridione. Φυσικά, στην εφημερίδα δεν χωρούσε όλη η επιχειρηματολογία, μάλλον επιγραμματικά παραθέτω κάποιες ιδέες από το αρχικό άρθρο, ενώ σε υστερόγραφο εκθέτω την άποψή μου και κάποια νέα ευρήματα. Έτσι κι αλλιώς, είναι καιρός να ξανασυζητηθεί η λέξη, διότι μένει ανοιχτή η ετυμολογία της.
Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από την ηλέκδοση της εφημερίδας.

Ο Τραμπούκος
Το επώνυμο του προέδρου Τραμπ έχει γερμανική προέλευση, από μια λέξη που σήμαινε το τύμπανο, κύμβαλον αλαλάζον αν προτιμάτε. Στα ελληνικά έχουμε την τράμπα, την τραμπάλα, τον Τραμπαρίφα του τραγουδιού, έχουμε όμως και τον τραμπούκο, λέξη που περιγράφει εξαίρετα τον Αμερικανό πρόεδρο.
Τραμπούκος, λέει το λεξικό, είναι κάποιος που πληρώνεται για να προκαλεί επεισόδια σε βάρος πολιτικών αντιπάλων και, κατ’ επέκταση, πρόσωπο που χρησιμοποιεί βία για την επιβολή του σε έναν χώρο. Ταιριάζει. Σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά, ο όρος προέρχεται από μια μάρκα ή έναν τύπο πούρων με την ονομασία «trabuco», ισπανικής προέλευσης, επειδή τα πούρα δίνονταν ως φιλοδώρημα σε ψηφοφόρους και κομματάρχες.
Ο τύπος πούρων trabuco πήρε τ’ όνομά του από έναν παλιό τύπο όπλου, ένα εμπροσθογεμές τουφέκι με πλατιά κάννη, που στην Ελλάδα το έλεγαν τρομπόνι ή τρομπλόνι, ενώ η ίδια λέξη ακόμη παλιότερα σήμαινε ένα είδος καταπέλτη. Τα πούρα έμοιαζαν στο σχήμα με το τουφέκι.
Χωρίς να μπορώ να καταρρίψω αυτή τη θεωρία, θέλω να επισημάνω μερικές πτυχές που ίσως ρίξουν διαφορετικό φως. Κατ’ αρχάς, η λέξη «τραμπούκος» στα σώματα κειμένων εμφανίζεται μαζικά λίγο πριν από τις εκλογές του Μαΐου 1865· πιο πριν, είναι ανύπαρκτη. Οι εκλογές εκείνες ήταν οι πρώτες που έγιναν με σφαιρίδιο και όπου συμμετείχαν οι Επτανήσιοι.
Στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε πούρα. Διαβάζουμε όμως σε κάποια εφημερίδα: «Τραμπούκο, ρεμπάπι, αγιούτο στα καρά, είναι αι φράσεις της εποχής, τας οποίας σήμερα ακούει τις… εις όλας τας πράξεις αγοραπωλησίας ψήφων» ή «ήμειβον δαψιλώς τας ενεργείας των ροπαλοφόρων πολλοί των άλλων υποψηφίων, εκ δε της αμοιβής ταύτης προέκυψαν και αι περιώνυμοι φράσεις τραμπούκος, ρεμπάπ, γκαζ».
Φαίνεται δηλαδή ότι αρχικά τραμπούκο(ς) ήταν μία από 3-4 συνθηματικές λέξεις που δήλωναν τη χρηματική παροχή από υποψήφιους βουλευτές σε ψηφοφόρους ή κομματάρχες – σημασία που επιβιώνει στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη («Πού επερίσσευε τραμπούκος απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί;»).
Πολύ γρήγορα η λέξη παίρνει μετωνυμικά και τη σημασία του ανθρώπου που δέχεται αυτή τη χρηματική παροχή, αυτού που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο έναν πολιτευτή να εκλεγεί, συνήθως με βίαιες μεθόδους. Και μεταφορικά σημαίνει κάθε άνθρωπο που μετέρχεται τραμπούκικες πρακτικές, και γενικότερα τον τιποτένιο, τον αχρείο. Ηδη το 1866 κυκλοφόρησε και σατιρική εφημερίδα με τίτλο «Τραμπούκος» και με έμβλημα έναν μαγκουροφόρο μουστακαλή.
Σταδιακά, η σημασία της χρηματικής παροχής ξεχάστηκε κι επικράτησε η σημασία της άσκησης βίας. Οσο για την ετυμολογία της λέξης, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να έχει άλλη, ιταλογενή βέβαια και επτανησιακή, αρχή, σχετική με τη δωροδοκία, και να πέρασε στο μάγκικο λεξιλόγιο μέσω της αργκό των χαρτοπαικτών.
Μακάρι να ήταν τέτοιοι οι προβληματισμοί μας, φίλοι αναγνώστες· αλλά με τον Τραμπούκο που έχουμε μπλέξει, το μέλλον διαγράφεται ζοφερό.
Υ.Γ:
Αυτά χωρούσε να γράψω στην ΕφΣυν, ας αναπτύξω τώρα τους προβληματισμούς μου για την προτεινόμενη από τα λεξικά ετυμολογία, ότι δηλαδή ο τραμπούκος πήρε το όνομά του από τη μάρκα πούρων (ή το είδος πούρων) trabuco(s), αφού τα φτηνά πούρα ήταν ένα εύκολο φιλοδώρημα.
Η θεωρία αυτή είναι εύλογη, ωστόσο υπάρχει ένα πρόβλημα: Στα κείμενα της εποχής, πουθενά δεν γίνεται λόγος για πούρα σε σχέση με το(ν) τραμπούκο ή τους τραμπούκους. Ενώ υπάρχουν άφθονες γλαφυρές αναφορές, λείπει κάθε μνεία σε πούρα. Όλες οι πηγές που συσχετίζουν τους τραμπούκους με τα πούρα είναι πολύ μεταγενέστερες. Υπάρχει βέβαια (αντιγράφω από το αρχικό άρθρο) μία μαρτυρία, του Αριστοτέλη Πετσάλη (Εμπρός 23-11-1908), στο οποίο γράφει ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε κάποιες εκλογές μετά το 1862, όταν ο Κόνιαρης, υποψήφιος βουλευτής ή δήμαρχος δεν θυμάται καλά, μοίραζε στο σπίτι του πούρα trabucos. Ο Αρ. Πετσάλης το 1865 ήταν 24 ετών, ήταν και από πολιτική οικογένεια, μπορεί όντως να ήταν αυτόπτης μάρτυρας, αλλά, απ’ την άλλη, 40 χρόνια μετά πολλά ξεχνιούνται και διαστρεβλώνονται στη μνήμη.
Σε σχέση με το αρχικό άρθρο, προσθέτω και μια αναφορά του 1868, από τα πρακτικά της Βουλής, όπου η λέξη έχει τη σημερινή σημασία. Συνεδρίαση της 13.6.1868, για τις εκλογές στην επαρχία Ξηροχωρίου (Ιστιαία σήμερα) και καταγγέλλεται ότι ο Αθ. Πετζάλης (που ήρθε πρώτος στις εκλογές) «στρατολογήσας υπέρ τους εκατόν άνδρας, ανήκοντας εις την υποστάθμην των πόλεων, τραμπούκους καλουμένους, και οπλίσας τούτους…».
Κάτι άλλο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο όρος «τραμπούκος» εμφανίζεται ορμητικά κατά την περίοδο πριν από τις εκλογές του 1865 ενώ πριν απουσιάζει εντελώς. Να είναι τυχαίο αυτό; Εκλογές είχαν γίνει και πρωτύτερα. Τι καινούργιο έχουν οι εκλογές του 1865; Ότι συμμετέχουν, για πρώτη φορά, Επτανήσιοι και ότι έγιναν, επίσης για πρώτη φορά, με σφαιρίδιο. Βέβαια, ο όρος «τραμπούκο(ς)» εμφανίζεται παντού, όχι ως επτανησιακή συνήθεια, και ιδίως στην Αθήνα. Οπότε ίσως να μην έχει σημασία η συμμετοχή των Επτανησίων.
Για να είμαι δίκαιος και έντιμος, βρήκα σε κείμενο της εποχής μία και μόνη αναφορά σε πούρα. Στην εφημερίδα, ακριβώς, Τραμπούκος (φύλλο της 20.9.1867, σελ. 3) όπου ο αρχισυντάκτης του Τραμπούκου, σε μια στήλη που είναι γεμάτη από υπαινιγμούς εναντίον άλλων εφημερίδων, γράφει: Ο Ρεμπάπης ήκουσε προχθές τον αδελφόν Σταματάραν λέγοντα ότι αγνοεί τον Τραμπούκον. Πόσον αγνώμονες φαίνονται τινες στους φίλους των! Ο Τραμπούκος γινώσκει εξ απαλών ονύχων τον αδελφόν Σταματάραν και εγένετο ο προστατευόμενός του αφ’ ότου εξελέχθη βουλευτής. Αλλ’ είχε δίκαιον ο αδελφός Σταματάρας διότι ο αδελφός Λογοθέτης, πρώην πρόξενος Καΐρου, είπεν ότι ο Τραμπούκος είναι πούρο της Αβάνας, ενώ ο αδελφός Σταματάρας γνωρίζει κάλλιστα ότι ο Τραμπούκος είναι όμοιός του. Ο Γ. Σταματάρας ήταν βουλευτής Νέων Ψαρών. Κατά τα άλλα νόημα δεν πολυβγαίνει από το σχολιάκι αλλά νομίζω ότι απλώς εννοεί ότι κάποιος είπε ότι «δεν ξέρω εφημερίδα Τραμπούκο, ξέρω trabucos πούρα της Αβάνας».
Βρήκα επίσης στίχους του Σοφοκλή Καρύδη, τον οποίο αναφέρει και ο Spiridione στο αρχικό άρθρο. Στο φύλλο της εφημ. Φως της 23.9.1873, σελ. 4, υπάρχουν διάφορα στιχουργήματα της περιόδου 1863-73, ανάμεσά τους και ο Ψηφοφόρος. Εκεί διαβάζουμε:
Το σύνθημά μας είναι τραμπούκο και ρεμπάπι·
στη γλώσσα τη δική μας παράδες και φαγί.
Οι Υπουργοί αν είχαν όσην εμείς αγάπη,
εις όλην την ζωήν των θα ήσαν Υπουργοί.
Για τούτο είμ’ αφέντης
και Ρήγας και λεβέντης,
Για τούτο τους τα βράζω, σαν φίλος, μια χαρά,
Και σκούζω στην αυλή τους: Αγιούτο στα καρά!
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι φαίνεται να διαφοροποιεί το τραμπούκο από το ρεμπάπι όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά, δηλ. το ένα αφορά χρήματα και το άλλο τραπέζωμα. Επανερχεται και η γνωστή φράση «αγιούτο στα καρά».
Οπότε, συνοψίζοντας, η απουσία κάθε αναφοράς σε προσφορά πούρων από τα κείμενα της εποχής είναι για μένα σοβαρότατη ένδειξη εναντίον της θεωρίας των πούρων. Αλλά δεν έχω να προτείνω κάποια εναλλακτική προέλευση, πέρα απ’ όσα αναφέρει ο Spiridione στο αρχικό άρθρο.







Δύτης των νιπτήρων said
Από το εξαιρετικό και βεβαίως εξονυχιστικό άρθρο του Spiridione εγώ θα αντιγράψω την αναφορά στο ρεμπάπι που κατά τη γνώμη μου αποτελεί εξίσου μυστήριο:
Το ρεμπάπι ξέρουμε ότι είναι έγχορδο μουσικό όργανο αραβικής προέλευσης. Φαίνεται όμως ότι είχε και μία δεύτερη, μεταφορική, σημασία: σήμαινε τον ξυλοδαρμό. Ο Σοφοκλής Καρύδης στο στιχούργημα που είδαμε παραπάνω συνδέει καθαρά το στειλιάρι με το ρεμπάπι. Ο συντάκτης του Τραμπούκου, της εφημερίδας, απαντώντας σε ένα άρθρο κάποιας άλλης εφημερίδας, γράφει ότι το ρεμπάπι δεν προέρχεται από το μουσικό όργανο αλλά από τις «κατακεφαλιές στους αγύρτες». Και σήμερα, σε πολλά διαδικτυακά ιδιωματικά γλωσσάρια της Κεντρικής Ελλάδας το ριμπάπι ή ριμπάπ σημαίνει το ξυλοκόπημα, αλλά και σε αρβανίτικο γλωσσάρι διαβάζουμε ότι υπάρχει η έκφραση «ο λιούεν ριμπάπι», κυριολεκτικά «θα παίξει λύρα» και μεταφορικά (όπως ερμηνεύεται εδώ) «θα φας ξύλο μετά μουσικής». Είτε με τη μία είτε με την άλλη σημασία δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς ακριβώς συνδέθηκε το ρεμπάπι με τη δωροδοκία, αν και η δεύτερη σημασία, του ξυλοδαρμού, τουλάχιστον ταιριάζει με τον τρόπο δράσης των τραμπούκων.
Jorge said
Εξαιρετικό.
Είναι και μια εξέδρα για ψάρεμα.
https://en.wikipedia.org/wiki/Trabucco
Λεύκιππος said
η γνωστή φράση «αγιούτο στα καρά». Γνωστή όχι σε όλους. Τι σημαίνει δηλαδή; Καλημέρα
Γιάννης Μαλλιαρός said
Καλημέρα,
«αγιούτο στα καρά» Χαρτοπαικτικός όρος μου φαίνεται. Βοήθεια αλλά γιατί ειδικά στα καρά; Εμ, δεν ξέρω από χαρτιά πολλά, δεν μπορώ να πω.
Αλλά για άλλο άσχετο ζήτημα ήθελα να γράψω και να ρωτήσω: κάπου λέει «Νέων Ψαρών». Χτες λοιπόν ήθελα να πάω σε μια οδό Ψαρών και στον Γκούγκλη μου έβγαζε πολλές αλλού έτσι κι αλλού Ψαρρών, με δυο ρ. Κι όταν έφτασα στον προορισμό μου άλλες πινακίδες είχαν το όνομα του δρόμου με ένα κι άλλες με δυο. Πώς προέκυψε το διπλό ρ αφού τα Ψαρά έτσι τάξερα, με ένα.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
1 Στην αρχή τραμπούκος και ρεμπάπι έχουν σχεδόν την ίδια συχνότητα εμφάνισης, σταδιακά το ρεμπάπι χάνεται.
3 Εννοούσα γνωστή από το προηγούμενο άρθρο του Spiridione. Χαρτοπαικτικός όρος μοιάζει.
Πέπε said
Και το ρεμπάπι;
Μ’ αυτή τη λέξη ονομαζόταν ένα παλιό όργανο, άγνωστο πλέον στην Ελλάδα εδώ και πολλές γενιές. Κατά κάποιον τρόπο είδος λύρας. Παίζεται όρθιο στο γόνατο με δοξάρι, το ηχείο είναι σφαιρικό από κολοκύθα ή άλλο φυσικό υλικό με τέτοιο σχήμα, το καπάκι από μεμβράνη (δέρμα), κι ένα κοντάρι διαπερνά την κολοκύθα από πάνω, όπου λειτουργεί ως βραχίονας (καταλήγει στην κεφαλή όπου πιάνουν οι χορδές στα κλειδιά), μέχρι κάτω όπου γίνεται στήριγμα-ποδαράκι. Το ξαπλωτό στην εικόνα :
Παρόμοια όργανα παίζονται σήμερα στην Αίγυπτο, την Τουρκία και αλλού στην Ανατολή. Κάποια με το ίδιο όνομα, rebab / rabab. Αλλά με παραλλαγές της ίδιας λέξεις ονομάζονται και άλλα έθνικ έγχορδα, π.χ. η αφγάνικη ραμπάμπα που είναι τελείως άλλο είδος οργάνου.
Κάποτε είχα εντοπίσει έναν οργανικό παραδοσιακό σκοπό, νομίζω από την Ήπειρο, που λεγόταν έτσι, «ριπάπι», διασώζοντας μια ανάμνηση αυτού του ξεχασμένου οργάνου, αλλά δεν τον ξαναβρίσκω.
sarant said
4 Πότε πότε μπαίνει δεύτερο ρ στα Ψαρά και στον ψαρά και στη μυκονιάτικη Ψαρού. Χωρίς βάση.
sarant said
6 Δες και το 1
ΓΤ said
τραμπούκος: Βορίδης με στειλιάρι
Πέπε said
4
Το επώνυμο Ψαρρός (και το Ψαρράς) συχνά γράφονται με δύο ρ. Μήπως καμιά οιογένεια Ψαρρών (ο Ψαρρός, οι Ψαρροί);
Και ο Καρράς αι ο Παππάς γράφονται συχνά με διπλό σύμφωνο. Φαίνεται το προτιμούσαν κάποιοι, τον καιρό που έπρεπε να διαλέξουν επώνυμο σε επίσημη οριστική μορφή, για να αποσυνδέσουν το όνομά τους από τη σημασία της αρχικής λέξης;
Πέπε said
8 Ναι, το είδα μετά τη δημοσίευση!
heroicf5b41716cc said
Θέλοντας να υποστηρίξω τις επισημάνσεις του Νοικοκύρη, στο δεύτερο μέρος του άρθρου, θα κάνω ένα χειρουργείο (επί ξηρού ακμής), βάζοντας μια παύλα στο τρα-μπούκος. Τα μέρη, λατινιστί: trans, προθ. [= πέραν, επέκεινα τινός, υπέρ τι (θυμήσου τα ιταλ. tra-balla, tra-versa)] + bucco,-onis, αρσ.= στόμφαξ, αλαζών, κομπαστής < bucca,-ae, θηλ.= η (εν τω λέγειν ή το εσθίειν ογκουμένη) παρειά, η γνάθος, το μάγουλο . το στόμα ζώου, το στόμιο ποταμού, buccea,-ae, θηλ.= ο βλωμός, η μπουκιά.
* Οπότε: τραμπούκος, είναι “ο παραμπουκωμένος, παραφουσκωμένος, χρηματισθείς, «λαδωμένος»”, όθεν και “ο ομιλών με λέξεις πληρούσες το στόμα, στόμφαξ, αλαζών” [σε εικόνα: ο Φραπές].
** Δεν γνωρίζω τον αρχικό τύπο της λέξης, ούτε και το πως αυτή εμφανίζεται στις ενδιάμεσες χρονικές φάσεις, οπότε, όπως θα έλεγε και ο κ. Μπαμπινιώτης, πρόκειται για παρετυμολογία! Έχει όμως και αυτή, σαν πνευματικό παιχνίδι, το ενδιαφέρον της.
sarant said
10 Κατά Μπαμπινιώτη, το ουσιαστικό παππάς γράφεται με δύο π.
Επίσης, ενώ υπάρχουν πολλοί Παππάδες, βρίσκουμε ελάχιστους Παππαδόπουλους, Παππαγιάννηδες κτλ.
Spiridione said
Αυτό που θέλω να προσθέσω ότι είναι ότι στον Ιωαννίκιο Καρτάνο, που απαντά δυο φορές η λ. τραμπούκο (τέλος, χρέος), αποδίδεται έτσι η λ. tributo που υπάρχει στο πρωτότυπο ιταλικό κείμενο.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Πάντως τα πούρα που πωλούνται σήμερα ως τραμπούκο έχουν κανονικό σχήμα. Σαν τρομπόνια είναι τα τοσκανέλι.
Ioannis Mattos said
Θυμήθηκα παλαιότερο άρθρο με τίτλο Ο Θρίαμβος του Τραμπ. Ετυμολογία του ονόματος από το triumph δηλαδή ελληνική. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει σχετική αναφορά στο σημερινό άρθρο?
sarant said
16 Όχι ακριβώς. Το άρθρο λέγεται Τα ατού του Τραμπ. Αλλά τελικά η λέξη trump = ατού, που όντως ανάγεται στον θρίαμβο, δεν είναι η αρχή του επιθέτου Trump
ΓιώργοςΜ said
10 Έχω ακούσει να προφέρεται διπλό το π στο παππάς, από κύπριο, κάτι σαν παπhάς. Δεν μπορώ να ξέρω αν προκύπτει από την προφορική παράδοση ή αν επειδή είναι/ήταν γραμμένο έτσι, έμαθε να το προφέρει έτσι.
Για τη λέξη δεν έχω να προσφέρω κάτι. Εύλογα ένα σωρό, ακόμη και το ίδιο το όπλο θα μπορούσε να είναι και να σημαίνει βία.
Ίσως να υπάρχει ιταλική αργκό σχετικά. Πού είναι ένας Πέδης όταν τον χρειάζεσαι; 🙂
Α. Σέρτης said
Ας υπάρχει και το «αγιούτο» του ΙΛΝΕ
ἀγιοῦτο τό, Ἀθῆν. Ζάκ. Θήρ. Ἰων. (Σμύρν.) Κέρκ. Κεφαλλ. Κρήτ. Κῶς Μῆλ. Νάξ. Παξ. Πελοπν. (Αἴγ. Καλάβρυτ. Κορινθ. Λακων. Μάν. Μαντίν. Μεσσ. κ.ἀ.) Σίφν. κ.ἀ. ἀγιοῦτου Θρᾴκ. (Μάδυτ.) ’γιοῦτο Μύκ.
Ἱταλ. aiuto = βοήθεια, συνδρομή. 1. Βοήθεια, ἐνίσχυσις Ἀθῆν. Ζάκ. Θήρ. Θρᾴκ. (Μάδυτ.) Κέρκ. Κεφαλλ. Κρήτ. Νάξ. Παξ. Πελοπν. (Αἴγ. Καλάβρυτ. Κορινθ. Μεσσ. κ. ἀ.) Σίφν. κ. ἀ.: Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀνέν’ ἀγιοῦτο ἀπὸ κἀνένανε Κέρκ. Δῶκε ἀγιοῦτο ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴ μερεὰ γιὰ νὰ τὸ σηκώσουμε αὐτόθ. Ἔλα νὰ μοῦ δώκῃς ἕνα ἀγιοῦτο Καλάβρυτ. Τοῦ κάνω ἀγιοῦτο (τὸν βοηθῶ) Ἀθῆν. 2. Θάρρος Ζάκ. Κῶς Μῆλ. Πελοπν. (Καλάβρυτ. Λακων. Μάν.) κ. ἀ.: Δῶσε τῆς καρδιᾶς σου ἀγιοῦτο (ἔχε θάρρος) Λακων. Μῆλ. Δῶσ’ του ἁγιοῦτο (παραθάρρυνέ τον) Κῶς Ἀγιοῦτο! (ἐπιφώνησις παραθαρρυντικὴ) Ζάκ. Κῶς Μάν. κ. ἀ. Ἀγιοῦτο, μωρὲ παιδιά, ἀγιοῦτο! (παρακέλευσις πρὸς ἔντασιν τῶν σωματικῶν δυνάμεων ἐν τῇ ἐκτελέσει κοινῆς ἐργασίας) Καλάβρυτ. Συνών. κουράγιο. β. Παιδιά, ἐν ᾗ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μίαν ὁμάδα τῶν παικτῶν ἀπομακρυνόμενοι ἐκ τοῦ μέρους τῆς διαμονῆς των φωνάζουν πρὸς τοὺς τῆς ἀντιπάλου ὁμάδος «ἀγιοῦτο!», οὕτοι δὲ ἐφ’ ἑνὸς ποδὸς καταδιώκουν αὐτοὺς καὶ ὅποιον κατορθώσουν νὰ κτυπήσουν συλλαμβάνουν ὡς αἰχμάλωτον Ἰων. (Σμύρν.) γ. Ἔφοδος Πελοπν. (Μαντίν.): Βαροῦν τ’ ἄλογα δυνατὰ καὶ κάνουν ἕν’ ἀγιοῦτο καὶ περνᾶνε. δ. Ἔπαρσις, οἴησις Κῶς: Ἔχει ἀγιοῦτο. Συνών. φρ. ἔχει ἀέρα. 3. Ἄνεσις, ἀνακούφισις Μῆλ. Μύκ. κ. ἀ.: Τὸ φλεοτόμ’ σμα δίν’ ’γιοῦτο (τὸ φλεβοτόμισμα ἀνακουφίζει, ἐνν. τὸν ἀσθενῆ) Μύκ.
sarant said
19 Σωστά, αν και δεν βοηθάει ιδιαίτερα.
Α. Σέρτης said
Τουλάχιστον ξεφεύγουμε από τη μονοσημαντότητα της «βοήθειας»
Alexis said
Στη φωτο τι ακριβώς δείχνει με το δάχτυλο ο πλανηταρχίδης;
Χαρούλα said
Χαρούλα said
ΤΡΑΜΠ-ΟΥΚΙΣΜΟΙ
Λέν’, τινές, πως ο ΤΡΑΜΠούκος
μας την έφερε. Ντροπή!
Τι του πρόσφερε ο Κούλης;
Τίποτα. Μία…οπή.
Ενώ πήρε ο λεβέντης,
και αφήστε τας βλακείας,
λες και ήτο πισωγλέντης,
δυό τρανά ωά Τουρκίας.
Ε, ρε Κούλη μεγαλεία!
Μας ανέβασες στα άστρα.
Εις ΤΡΑΜΠούκου ομιλία
επαρίστανες τη… γλάστρα!
Μα κερδίσαμε και κάτι
κι ας εφύγαμ’ αδειανοί.
Η Μαρέβα πιο σικάτη
ήταν απ’ τη Μελανί!
https://stixoi.info/stixoi.php?info=Poems&act=details&poem_id=305281
ΚΑΒ said
22. το κούφιο του κεφάλι ή καλύτερα: » βουίζει το κεφάλι μου και βρίσκομαι σε απόλυτη σύγχυση».
Χαρούλα said
http://invenio.lib.auth.gr/record/110194/files/arc-2009-47235.pdf
Alexis said
Τυχαία πήγα στο χτεσινό νήμα και αναζήτησα στο google την ταινία «Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ-Πασά». Στους τίτλους της αρχής εμφανίζεται κάποιος Νίκος Μπέκος να παίζει «ταραμπούκα».
Γνωρίζει κανείς τι είναι αυτό; Ο Πέπε ίσως;
ΓΤ said
10 Πέπε
Πάντως, ειδικός στον Εμμανουήλ Παπά είναι ο… Ταφρολέκανος Σερρών.
https://www.academia.edu/127798717/MACEDONIAN_EPIC_The_Heroic_Family_of_Emmanuel_Papas
sarant said
26 Αυτό δεν το έχω διαβάσει, βλέπω πως έχει και απογόνους Βαβαρών στο Ηράκλειο (Αττικης)
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
27# Καλέ, κρουστόν. Γοόγλε-γοόγλε.
Spiridione said
26. 29. Το αναφέρω βέβαια και στο άρθρο, έχει μεγάλο γλωσσικό ενδιαφέρον. Ας πούμε, υπάρχει η πρώτη αναφορά της λ. τζεμάλι (τζιμάνι) = έχει ψυχή τζεμάλι.
Γιάννης Μαλλιαρός said
10 Για τους Καρ(ρ)άδες το ξέρω από πρώτο χέρι 🙂 Αλλά και για τους Ψαρ(ρ)ούς που έχουμε στην περιοχή μου. Αλλά στην Ψαρών δεν μιλάμε για τον Καπετάν Ψαρρό αλλά για τα Ψαρά. Έτσι μου προέκυψε η απορία. Γούστα, λοιπόν. ΟΚ.
Νίκος Κ. said
Με έναν άνθρωπο, κάποια στιγμή ξεμπλέκεις. Με το άθροισμα πετρελαϊκές + τράπεζες + εταιρείες υψηλής τεχνολογίας + στρατοβιομηχανικό σύμπλεγμα, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο δύσκολα.
sarant said
31 Και δεν το έχω διαβάσει και ξεχνάω. Να βάλω καθήκον μια αποδελτίωση λοιπόν
Alexis said
#31: Μα τι λες; Αφού το τζιμάνι προέρχεται από το εγγλέζικο g-man ☺️
#30: Α, το τουμπελέκι λοιπόν…
michaeltz said
Καλημέρα
Από τα κείμενα που συνοδεύουν το καταπληκτικό άρθρο του Spiridone πρόσεξα πως χρησιμοποιούσαν το ζευγάρι των ότι και πως παρέα, κι όχι, όπως σήμερα, το ένα από τα δύο.
Επίσης, πως η ψήφος είχε ήδη αλλάξει γένος από τότε! Γιατί να κατηγορούμε τους σημερινούς συνεχιστές μιας τόσο βαριάς παράδοσης;
Πλάκα μεγάλη με το «το λοιπός». Ο παππούς μου έλεγε ένα σωρό σκωπτικά στιχάκια με αυτό:
«Ε, κουμπάρ’… Τ’ είχες στο γάμο σ’;»
«Βουδ’»
«Ε, βουδ’ εσύ, βουδ’ και ‘γω. Εβίβα το λοιπός!»
michaeltz said
36.
Spiridione!
Δημήτρης Μαρτῖνος said
Γειά σας.
@15. Τὰ trabucos εἶναι σὲ ἔλλειψη. 😉
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!
Μία εναλλακτική ετυμολόγηση θα μπορούσε να γίνει βάσει ρήματος trabócco με σημασία: «κατακλύζω, τα κάνω θάλασσα, ρευστοποιώ, κάνω λιώμα», κατ’ επέκταση: « φέρομαι χοντροκομμένα ως μπουκαδόρος, φουσκωτός, διάνος, βαρελόφρων κοιλαράς», εάν συναξιολογήσουμε τα ακόλουθα παρεμφερή ακούσματα :
–[Ιταλός πρόγονος;]Traboccàre (first-person singular present trabócco, first-person singular past historic traboccài, past participle traboccàto, auxiliary (with a liquid or other material as the subject, or figuratively, or in some other meanings) èssere or (with a vessel as the subject, or in some other meanings or transitively) avére)=1. (intransitive) to overflow [with da ‘from’] (of liquid or other material) [auxiliary essere] 2.(intransitive) to overflow [with di ‘with’] (of a vessel) [auxiliary avere]3. (intransitive, figurative) to overflow [with di ‘with (an emotion)’] (of one’s heart or soul, etc.) [auxiliary essere] 4. (intransitive, literary) to fall violently [auxiliary essere] 5. (intransitive, literary) to tip (from excess weight; of scales) [auxiliary avere] 6. (intransitive, rare, nautical) to capsize [auxiliary avere] 7. (transitive, uncommon) to overflow (water, etc.) 8. (transitive, uncommon or archaic) to throw (a rider) (of a horse) / Etymology 1Borrowed from Old Occitan trabucar(tra- + buc + -ar.( https://en.wiktionary.org/wiki/trabucar#Old_Occitan ) From Frankish *būk (“belly”), from Proto-Germanic *būkaz (“belly, stomach”). Compare Spanish buque =“vessel” and Italian buco =“hole”. https://en.wiktionary.org/wiki/buc#Catalan ) <, ultimately from Frankish *būk; with influence from Italian bocca.
Latin bucca(noun). =[…] 2(metonymic):a. one who fills his cheeks in speaking; declaimer, bawler b. one who stuffs out his cheeks in eating; parasite c. a mouthful/ Etymology: Uncertain. Celtic origin is suspected due to similarity with beccus (“beak”), names like Gaulish Buccus, Buccō, Bucciō as well as the appearance of words bocca and boca (of unknown meaning) on the Larzac tablet. IEW compares it with Proto-Germanic *pukkô (“bag, pouch”), from Proto-Indo-European *bew, *bʰew- (“to swell, puff”), whose initial b- would point to a substrate or imitative origin. Compare also English puke, German fauchen./ ( https://en.wiktionary.org/wiki/bucca# ).
–[Άγγλοι συγγενείς;]Trebuchet (noun)= 1.A medieval siege engine consisting of a large pivoting arm heavily weighted on one end. Coordinate terms: onager, mangonel 2. Medieval trebuchets are said to have been capable of launching 90-kg projectiles over distances of more than 300 meters./A torture device for dunking suspected witches by means of a chair attached to the end of a long pole./Etymology: From Old French trebuchet, trebuket et al. (modern trébuchet), from trebuchier (“to overthrow, topple”), from tres- + *buchier, from Old French buc (“trunk of the body”), from Old Frankish *būk (“belly, trunk, torso”), from Proto-Germanic *būkaz (“belly, abdomen, trunk”), from Proto-Indo-European *bʰōw- (“to blow, swell”). Cognate with Old High German būh (“belly”), Old English būc (“belly, trunk”). More at bouk.https://en.wiktionary.org/wiki/trebuchet#English.
Bouk(noun)= 1. (UK dialectal or obsolete) The belly. 2. (UK dialectal) The trunk or torso of the body, hence the body itself.
3. (UK dialectal) The carcass of a slaughtered animal. From Middle English bouk, from Old English būc (“belly, stomach, pitcher”), from Proto-West Germanic *būk, from Proto-Germanic *būkaz (“belly, body”), from Proto-Indo-European *bʰōw- (“to blow, swell”). Doublet of bucket.
Cognate with Scots bouk, bowk, buik (“body, carcass”), Dutch buik (“belly”), German Bauch (“belly”), Swedish buk (“belly, abdomen”), Norwegian Bokmål buk (“belly”), Icelandic búkur (“torso”).
For the phonetic development, compare puck, suck. ( https://en.wiktionary.org/wiki/bouk#English )
[Ισπανός ξάδελφος;] Catalan Trabuco first-person singular present indicative of trabucar ( https://en.wiktionary.org/wiki/trabuco )
Spanish Etymology 1 Deverbal from trabucar. Noun trabuco m (plural trabucos)1 trebuchet 2 blunderbuss/ Etymology From tra- + buque + -ar. 1(transitive) to mess up, muddle up 2(reflexive) to get muddled up (https://en.wiktionary.org/wiki/trabucar#Spanish ) buque = ship, vessel/ Etymology: Borrowed from French buc (“trunk of the body”), from Old Frankish *būk (“belly, trunk, hull, torso”), from Proto-Germanic *būkaz (“belly, abdomen, trunk”).( https://en.wiktionary.org/wiki/buque#Spanish ).
*būkaz =belly, abdomen Synonyms: *hrefaz, *magô, *wambō 2body Synonym: *hrefaz / Etymology :Traditionally derived from Proto-Indo-European *bʰōw-go-s, from a root *bʰew- (“to swell, inflate”); however, the existence of this root is in doubt, and it is likely that most, if not all, of its supposed descendants are independent onomatopoeic and sound-symbolic formations, which Orel appears to implicitly espouse.[1]( https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Germanic/b%C5%ABkaz ).
–[Πορτογάλος ετεράδελφος;] Portuguese Etymology: From Provençal trabuc, from Latin trabs (“tree trunk, timber, beam”).
Noun trabuco m (plural trabucos) 1. trebuchet -Coordinate terms: catapulta, manganela, onagr,2. blunderbuss Synonym: bacamarte 3.(derogatory) an ugly woman , Synonyms: tribufu, baranga 4.(Brazil, humorous) any large and heavy gun, specially a revolver.
trabs = 1.timber, beam, rafter 2.tree trunk 3.penis / From Proto-Italic *trabs, from Proto-Indo-European *treb- (“wooden beam”). Cognate with Lithuanian troba, Dutch dorp, German Dorf, English thorp and English troop.[1] Doublet of troppus. ( https://en.wiktionary.org/wiki/trabs#Latin ).
Η συσχέτιση με την ομώνυμη μάρκα πούρων θα πρέπει -μάλλον- να απορριφθεί ως αστεία, δοθέντος ότι -εξ ορισμού- ο περί ου ο λόγος εσμός των βάρβαρων μισθοφόρων, δεν θέλει ‘φούμαρα’ για ανταμοιβή αλλά παραδάκι, το οποίο, ενίοτε, συνεργεί και στο να αποκτήσει και καλό όνομα: Ενδεικτική είναι η σημασιολογική καλυτέρευση για τη λέξη «μπράβος», από ‘διεστραμμένος’ σε ‘γενναίος’: brave(adj.) «exhibiting courage or courageous endurance,» late 15c., from French brave, «splendid, valiant,» from Italian bravo «brave, bold,» originally «wild, savage,» a word of uncertain origin. Possibly from Medieval Latin bravus «cutthroat, villain,» from Latin pravus «crooked, depraved;» a less likely etymology being from Latin barbarus (see barbarous). A Celtic origin (Irish breagh, Cornish bray) also has been suggested, and there may be a confusion of two or more words. Related: Bravely.( https://www.etymonline.com/word/bravo , https://www.etymonline.com/word/brave#etymonline_v_17065 ) , όπως και για τη «λέσχη» η οποία, από « λημέρι, ‘ἄντρον ληστῶν’», αναβαθμίστηκε σε χώρο συνάντησης μελών κάποιας (νομοταγούς, συνήθως) κοινωνικής ομάδας.
Εν κατακλείδι, η ετυμολογική πιθανότητα “τραμπούκος” <Ιταλ. Trabócco (κατακλύζω, σαρώνω, τα κάνω λίμπα) < Old Frankish *būk (“belly, trunk, hull, torso”), ή Proto-Indo-European *bew, *bʰew- “to swell, puff”, πρβλ μπούκα, ή Latin trabs (“tree trunk, timber, beam”)< Proto-Indo-European *treb-(“wooden beam”), δηλαδή μία προέλευση της λέξης αυτής από αρχική σημασία «φουσκωτός, χοντροκομμένος, μπουκωμένος, φαταούλας, φαφλατάς», που καλυπτει επαρκώς και την καινοφανή ρίζα «τραμπ- », κρίνεται οπωσδήποτε ως λογικότερη(βλ.και σχ.12), καταπώς επιχειρεί να συνοψίσει το ακόλουθο τετράστιχο.
Ο τραμπούκος τραμπουκώνει/ και μπουκάρει όπου θέλει
Και τρομπάρει* και φουσκώνει-/( Τράμπα αέρα, ως κάνει, εντέλει)
(*)Probably a borrowing from Old Saxon *trumba, from Proto-West Germanic *trumbā (“trumpet, tuba, trombone”), related to Old Dutch trumba, *trumpa, Old High German trumpa, trumba, ultimately imitative. (Εξ ου και Τρούμπα).
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
38# Οι τραμπούκοι, αντιθέτως… 😦
sarant said
39 Ωραία η ανασκόπηση
Pedis said
Πέπε said
27
Όπως απαντήθηε ήδη, (ν)ταραμπούκα είναι το τουμπελέκι. Επειδή το τουμπελέκι είναι γενικός τύπος οργάνου, και δε φτιάχνεται παντού ίδια, κι εντωμεταξύ ούτε και το παίξιμο είναι παντού ιδιο γιατί κάθε τόπος έχει τη δική του μουσική, με αποτέλεσμα οι διαφορετικές σχολές κατασκευής να προσαρμόζονται στο κατά τόπους παίξιμο, και τούμπαλιν, …
…ενώ από την άλλη σε κάποια μέρη χρησιμοποιείται η λέξη (ν)τ(α)ραμπούκα και σε άλλα η λέξη τουμπελέκι (ή και άλλες ονομασίες),
…για όλους τους παραπάνω λόγους ορισμένοι μουσικοί θεωρούν ότι άλλο είναι η νταραμπούκα και άλλο το τουμπελέκι. Για άλλους είναι απλώς εναλλάξιμες λέξεις. Σίγουρα πάντως είναι τουλάχιστον «κάτι σαν» τουμπελέκι.
Χαρούλα said
27 Το ήξερα τουμπεΡλέκι. Τελικά κατά πως λέει ο Πέπε στο #43, εχει πολλά ονόματα.
Σύμφωνα με την wili λοιπον : Ονομάζεται επίσης ταραμπούκα, στάμνα, ντουμπελέκι, ταμπουλέκκι στην Κύπρο, τσιμπουρλέκι ή τουμπερλέκι.
Πέπε said
44
Το τουμπερλέκι προέρχεται από σύγχυση με το ταμπούρλο, ή πάντως από άγνοια της λέξης. Μου προξενεί το ίδιο άλγος όπως ο Οκτώμβρης, το επ’ ευκαιρίας, μετά μεσημβρίας, μετά Χριστού κλπ. Ιδιαίτερα αν το ακούω από μουσικούς, και μάλιστα από τουμπελεκιτζήδες, εκεί δένω πέτρα και φουνταίρνω από το Σούνιο χωρίς πολλά λόγια.
Πέπε said
τουμπερλέκι > τουμπερλέκι
ΓΤ said
45 Πέπε
Μπαγλαμαδοκέφαλο γίδι που διδάσκει στο ΕΚΠΑ σπάει αρχίδια με το επ’ ευκαιρίας.
ΓΤ said
Ποιος προμηθεύει την ICE με δακρυγόνα και σπρέι; Ένας πρώην Μοργκανστανλεΐτης
aerosol said
Πάντως το Αφεντικό ξηγήθηκε περί Τραμπούκου:
https://youtu.be/GDaPdpwA4Iw?si=BXq5SqDk_PGjaYUu
sarant said
49 Δίκασε!
David Morse said
Στην τελευταία ταινία του γνωστού σκηνοθέτη του κλασικού Χόλιγουντ Μπίλι Γουάιλντερ Τα Φιλαράκια (Buddy Buddy) ο Γουόλτερ Ματάου υποδύεται έναν επαγγελματία δολοφόνου που λέγεται Τραμπούκο και έχει αναλάβει να σκοτώσει το μάρτυρα σε μια δίκη αλλά πέφτει πάνω στον Τζακ Λέμον που θέλει να αυτοκτονήσει γιατί τον χώρισε η γυναίκα του και του δημιουργεί συνεχώς εμπόδια. Κάποια στιγμή στην ταινία ο Τζακ Λέμον τον ρωτάει τί είδους όνομα είναι αυτό και νομίζω οτι ο Ματάου απαντάει οτι έχει ιταλικές ρίζες ή κάτι τέτοιο.
sarant said
51 Καλή ταινία ήταν αυτή.
David Morse said
52 Tη βρήκα πολύ αστεία, αλλά μου κάνει εντύπωση οτι ενώ έχει τόσο γνωστό σκηνοθέτη και γνωστούς πρωταγωνιστές δεν κυκλοφόρησε ποτέ επίσημα σε dvd, μόνο εμφανίστηκε τελευταια στο YouTube.
sarant said
53 Nαι ε; Είναι ριμέικ μιας γαλλικής με τον Ζακ Μπρελ και τον Λίνο Βεντούρα στους αντίστοιχους ρόλους
Peter G said
Στη παιδική γλώσσα της Αγγλίας trump σημαίνει πορδή. Π.χ., Was that your tump? Did you tump?
Α. Σέρτης said
45
«Μου προξενεί το ίδιο άλγος»
Εμ, άνοιξε το Χρηστικό της Ακαδημίας να σου φύγει το άλγος, καημένε…
Ι. Κ. Μαμουλάκης said
Η προέλευση της λέξης φαίνεται αβέβαιη. Ο δύο πιθανότερες ετυμολογίσεις είναι: 1) Από την Ιταλική του 19του αιώνα trabucco, (< λατινική ρίζα treb-, μακρύ ξύλο, μαδέρι), ραβδί για την μέτρηση μήκους, μέτρο μήκους, αλλά και ραβδί γενικά, που κατέληξε στην Ελληνική με συνεκδοχή, να σημαίνει τον μπράβο που το χρησιμοποιεί. 2) Από το tra(ns) (υπερ) bucco, (στόμα, οπή,) ο υπερπλήρης, υπερφουσκωμένος, στόμφαξ, κομπαστής. Η χρήση του trabucco με σημασία ραβδί, και μέτρο (παρόμοιο του Αγγλικού rod) τεκμηριώνεται ευρέως στην Ιταλική του 19του αιώνος και έτσι φαίνεται και πιο πιθανή. Για την χρήση του trabucco με την δεύτερη έννοια την περίοδο αυτήν δεν βρίσκω πολλές πληροφορίες, αλλά φαίνεται μάλλον σπανιότερη της πρώτης, και γι’ αυτό ίσως λιγότερα πιθανή.
Costas Papathanasiou said
Ας επαναλάβουμε και λίγα για τον Ρεμπάπη ( Μπράβος -καταπώς φαίνεται- για ‘καλλιτεχνικό’ ξυλοφόρτωμα, για πολύ καλή “περιποίηση” που στοίχιζε επομένως περισσότερο από ένα απλό ‘τραμπούκικο’ ματσούκωμα/τουλούμιασμα/πρήξιμο ) :
https://www.youtube.com/watch?v=sro2YV1gnyI «ΠΩΓΩΝΙΣΙΟ ΡΕΜΠΑΜ(ρεμπάπ)» – Κομπανία Βέρδη
Πωγωνίσιος χορός, οργανική μελωδία από την περιοχή του Πωγωνίου Ιωαννίνων. Ο Στούπης, το 1962, αναφέρει για τη Βήσσανη του Πωγωνίου, ότι το Ρεμπάπι είναι είδος «παλιού χορού» της περιοχής. Ο Ρούμπας, το 1992, αναφέρει πως στη δισκογραφία των 78 στροφών το κομμάτι αναφέρεται και με το όνομα «Κοπελλίτσες». Είναι ο χορός του γαμπρού στο γάμο και έχει ρυθμό 4σημο. Αξίζει να αναφερθεί ότι το ρεμπάπι είναι είδος έγχορδου οργάνου της Ανατολής. Το όργανο αποτελείται από ημισφαιρική κολοκύνθη, στης οποίας την τεταμένη μεμβράνη ακουμπούν δύο χορδές. ( https://www.searchculture.gr/aggregator/edm/mnam/000150-604729 https://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/pop/pop_lhmma_gr.php?oid=E-C4CB7&ActionP=Play&mode=Med&Obj=T&eid=E-C4CB7&aa=1 , https://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/main_page_gr.php?mode=sel_01L&Let=%CE%A1 )
Περαιτέρω, βάσει ετυμολογικής διαδρομής του, φαίνεται ότι ο Ρεμπάπης μπορεί να ενσκήψει και ως… ειδικός αξιοσέβαστος απεσταλμένος (πρβλ. ραβίνος) :
Verb رب (rabba) I (non-past يَرُبُّ (yarubbu), verbal noun رَبّ (rabb) or رِبَاب (ribāb)) 1. to be master, to be lord 2. to have possession, to gather, to control 3. to have authority over, to govern 4.to impact, to comprise, to contain 5. to collect, to congregate 6. to grow, to increase, to become greater.
Noun رَبّ (rabb) m (plural أَرْبَاب (ʔarbāb) or رُبُوب (rubūb), feminine رَبَّة (rabba)) 1. master, lord, king, sovereign, potentate /Coordinate terms: عَبْد (ʕabd), خَادِم (ḵādim) رَبُّ الدَّار ― rabbu d-dār ― master of the house رَبُّ الْعَائِلَة ― rabbu l-ʕāʔila ― paterfamilias 2. Lord, an epithet of God اَللهُ رَبُّ الْعَالَمِين ― allāhu rabbu l-ʕālamīn ― God is Lord of the Worlds الرَّبّ ― ar-rabb ― the LORD 3. god, deity 4. leader, chief, head رَبُّ بَحْرِيّ ― rabbu baḥriyy ― seaman (naval rank) 5. owner, proprietor 6. (with a following genitive) one possessed of, one endowed with 7. (with a following genitive) having to do with 8. verbal noun of رَبَّ (rabba)(form I)
Etymology 1 From Proto-Semitic *rabb-.( https://en.wiktionary.org/wiki/%D8%B1%D8%A8#Arabic ) = to expand, to extend < Inherited from Proto-Afroasiatic *ruub-.=to send ( https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Semitic/rabb- , https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Afroasiatic/ruub- ).
Georgios Bartzoudis said
(α) «Στα ελληνικά έχουμε την τράμπα, την τραμπάλα, τον Τραμπαρίφα του τραγουδιού, έχουμε όμως και τον τραμπούκο»
# Παρ’ ημίν, αν παραλείψουμε τον τραμπαρίφα που ίσως ήξεραν κάποιοι πρώιμοι κτήτορές τε και ωτακουστές γραμμοφώνου ή/και ραδιοφώνου, από τις παραπάνω λέξεις ήταν γνωστή μόνο η «τράμπα»= συναλλαγή: Έκαναν τράμπα τα χωράφια τους, τα γεννήματα (σιτάρι με κριθάρι) κλπ. Σπανίως και σε ώρες κουτσομπολιού, ελέγετο ότι κάποιοι έκαναν τράμπα… τις γυναίκες τους!
Δεν βρίσκω την «τράμπα» στο λινκ για το «μνημειώδες… άρθρο του Spiridione». Διαβάζω όμως στη σημερινή ανάρτηση ότι εφημερίδα του 1865, αναφερόμενη στις εκλογές της εποχής, «…όπου συμμετείχαν οι Επτανήσιοι…», αποδίδει τη λέξη «τραμπούκο» «…εις όλας τας πράξεις αγοραπωλησίας ψήφων…». Ήτοι, πρόκειται σε ένα από τα χειρότερα είδη συναλλαγής. Όθεν, η λέξη τράμπα= συναλλαγή ίσως προέρχεται από τα Ιταλικά.
(β) ΓΤ-28….
#Ευχαριστώ για την παράθεση του λινκ για τον Εμμανουήλ Παπά (κοίταξε όμως να κάνεις ένα κρύο ντουζ για να ξεπλυθείς από τα σκυλόσκατα της Ταμπάχνα Κιοπή)
Πέπε said
6 > Κάποτε είχα εντοπίσει έναν οργανικό παραδοσιακό σκοπό, νομίζω από την Ήπειρο, που λεγόταν έτσι, «ριπάπι», διασώζοντας μια ανάμνηση αυτού του ξεχασμένου οργάνου, αλλά δεν τον ξαναβρίσκω.
@58: Γεια σου ρε Κώστα παντοβρέτη!
Παναγιώτης Κ. said
1,6. Παρ΄ημίν (περιοχή Κόνιτσας) το ρεμπάπι, καθώς ειπώθηκε, σημαίνει ξυλοκόπημα.
Ρεμπάπ είναι ο τίτλος ηπειρώτικου μουσικού κομματιού. Για του λόγου το ασφαλές:
https://www.youtube.com/watch?v=W0M15QhRZIQ
ΓΤ said
61 ΠαναγιώτηςΚ
Σκέψου, ρε μαν, να σκάσει συγγένεια του ρεμπάπ με το lowbap.
Παναγιώτης Κ. said
61 συμπλήρωμα
Και επειδή εδώ εννοούμε να κάνουμε…βαθύ σκάψιμο, μετά από το 1.50 υπάρχει και το παρακάτω με αυτή τη μουσική και με στίχους:
https://www.youtube.com/watch?v=Z2eaNUscdko
Πέπε said
58, 61: Ρεμπάπ λοιπόν το λένε, όχι ριπάπι που νόμιζα. Γι’ αυτή τη μικρή διαφορά είναι που δεν το ‘βρισκα!
Λάμπας said
Θυμάμαι ότι σε κάποιο αφιέρωμα στον Κόκκινο Στρατό είχε δημοσιευθεί μια φωτογραφία με ένα στρατιώτη που πόζαρε με ένα πούρο στο στόμα. Στη λεζάντα έγραφε ότι στο περίφημο θωρακισμένο τρένο του Τρότσκι υπήρχε ένα ολόκληρο βαγόνι γεμάτο με τέτοια δωράκια, που δίνονταν σαν επιβράβευση σε στρατιώτες που είχαν επιδείξει ηρωισμό ή εξαιρετικές ικανότητες. Ο συγκεκριμένος, αν θυμάμαι καλά, είχε χάσει το μάτι του. Οι τραμπούκοι του Τρότσκι!
Διονύσης said
Άσχετο:
ξέρει κάποιος αν υπάρχει φράση στην αγγλική, που να αντιστοιχεί στο δικό μας «πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος»;
heroicf5b41716cc said
12 ξυροῦ, και αύριο με τον κηδεμόνα μου!
Costas Papathanasiou said
60: Και ομόρριζα ( αλλά διαφορετικά, όπως τουμπελέκι και ταμπούρλο) όργανα: https://en.wikipedia.org/wiki/Rubab_(instrument) , https://en.wikipedia.org/wiki/Rebab , ( https://en.wiktionary.org/wiki/%D8%B1%D8%A8%D8%A7%D8%A8%D8%A9 )
Πέπε said
65
Πόσα πούρα για ένα μάτι; Όχι 1:1 ελπίζω, δε θα το έβρισκα συμφέρον.
Georgios Bartzoudis said
Διόρθωση στο 59-(α): Παρ’ ημίν, «τράμπα»= ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ και όχι συναλλαγή, όπως άλλωστε τεκμαίρεται και από τα παρατιθέμενα παραδείγματα.
xar said
@66
Όσο και αν ακούγεται σαν περίπτωση slowly the very oil, υπάρχει στα αγγλικά η παροιμία: many go out for wool and come home shorn (βλ. εδώ και εδώ), αν και απ’ ό,τι καταλαβαίνω δεν λέγεται πολύ συχνά πια. Μάλλον είναι μετάφραση του 16ου αι. ισπανικής αντίστοιχης παροιμίας, που υπάρχει και στην αγγλική μετάφραση του Δον Κιχώτη.
Πιο σύγχρονη είναι η έκφραση the biter bit (ο δαγκωματίας δαγκώθηκε), που όμως έχει ίσως και μια χροιά «μάχαιραν έδωκες, μάχαιρα θα λάβεις» (έλαβες, για την ακρίβεια).
Costas X said
Καλησπέρα, επειδή αναφέρθηκε η υποψία να προέρχεται ο «τραμπούκος» από τα Επτάνησα, έψαξα σε δύο πηγές :
1.«Κερκυραϊκό λεξικό 5.000 λέξεων» : Τραμπούκο (το): Δωροδοκία (Ιταλ. Traboccare = Ξεχειλίζω)
2.«Dizionario Veneziano-Italiano Ermolao Paoletti,1851»: TRABUCON : (βεν.)»Andar de trabucon» = (ιταλ.) «Andare a croscio».
Το «croscio» βλέπω ότι σημαίνει «κρότος, ρίψη, χτύπημα, δυνατός ήχος νερού που πέφτει».
Ας μας πούνε περισσότερα γι’ αυτές τις λέξεις οι ιταλομαθείς, είναι πολύ αργά για να ρωτήσω κάποιους φίλους.
Παναγιώτης Κ. said
62. Low bap.
Διαβάζω σχετικά:
«Το Low Bap είναι ένα ελληνικό μουσικό και κοινωνικό κίνημα που δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τον B.D.Foxmoor (Μιχάλη Μυτακίδη) και τους Active Member. Ορίζεται ως η μουσική έκφραση όσων σκέφτονται, δρουν και αντιστέκονται, με κεντρικό σύνθημα «στηρίζω τον λόγο μου με τη ζωή μου και τη ζωή μου με τον λόγο μου».
Συνοπτικά, το Low Bap είναι μια εγχώρια, αυτόνομη hip-hop κουλτούρα με έντονο κοινωνικό και αξιακό υπόβαθρο».
Πέπε said
73 !!! Δε φανταζόμουν ότι θα ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα!
sarant said
62 Ή με το κεμπάπ
71 Στα ισπανικά πολύ συχνή, λέει. Ir por lana y volver trasquilado
Jorge said
A Bap run time error
Allgemeiner Berichts-Aufbereitungs-Prozessor
Pedis said
Υπάρχει αυτό
πιθανότατα άσχετο με τον δικό μας τραμπούκο, αν και τραμπούκιζε για τα καλά τον αντίπαλο: trébuchet, trabucco.
# 72 – «1.«Κερκυραϊκό λεξικό 5.000 λέξεων» : Τραμπούκο (το): Δωροδοκία (Ιταλ. Traboccare = Ξεχειλίζω)»
Μπράβο, ενδιαφέρουσα μεταφορά για τη δωροδοκία, κάτι σαν να «στάζει» το χρήμα της δωροδοκίας.
Είναι ενδιαφέρουσα, επίσης, μια από τις πολλές σημασίες που έχει το ρήμα «traboccare» που είναι να πετάς/ρίχνεις κάτι/κάποιον κάτω.
Επίσης, από το ίδιο ρήμα, το ουσιαστικό «trabocchetto» σημαίνει (να στήνεις) «παγίδα» (σε κάποιον) -> συχνά χρησ. ως «ερώτηση παγίδα».
aerosol said
#73 – 74
Έτσι ονόμασε ο B.D.Foxmoor το μουσικό κλίμα και την αντίστοιχη σκηνή που δημιουργήθηκε γύρω από τους Active Member. Όμως στην ουσία είναι η ελληνική εκδοχή (με τις ιδιαιτερότητές της) του παγκοσμίως καθιερωμένου όρου boom bap, που κυριάρχησε από τα τέλη των ’80ς ως τα μέσα των ’90ς σε Νέα Υόρκη και ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Αποτελεί ακόμα σημείο αναφοράς στο χιπ χοπ. Οπότε -για να πούμε την αλήθεια-η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι πως low bap ονόμασε τη φάση της ένα συγκεκριμένο κομμάτι της ελληνικής σκηνής, επηρεασμένο από τον ξένο όρο (ο κυνικός μέσα μου προσθέτει: λες και έκανε κάτι πρωτοφανές).
leonicos said
O ένας, αρχηγός κράτους, πιθανότατα κεφαλή συμορίας ναρκωτικών. Ο άλλος τραμπούκος, πάει ν πάρει τη Γροιλανδία και να την κάνει Γρυλλανδία. Ο τρίτος τραμπούκος τρώει την Παλαιστίνη. πορεί να ξεκίνησαν την ηλιθιότητα οι άλλοι,α λλα΄το παρακάναμε σε δικαίωση. Ο άλλος τραμπούκος την έπεσε στην Ουκρανία. Οι άλλοι τραμπούκοι χτυπάνε εβραίους που γιορτάζουν τη Χανουκά στην Αυστραλία. Οι άλλοι τραμπούκοι σκίζονται για τις ομάδες ποδοσφαίρου. Ο άλλος ταμπούκος σκοτώνει τον πατέρα του επειδή υπάρχει. Τα τσογλάνια των 15 και 13 αλληλοσκοτώνονται. Αυτοί οι πολίτες, αυτούς τους πολιτικούς θα βγάλουν και αυτοί οι πολιτικοί θα γίνουν.
Απορώ που απορείτε.
sarant said
79 Καλώστον!
Costas Papathanasiou said
“Τραμπούκο, ρεμπάπι, αγιούτο στα καρά” :
Εντέλει, κατά τα καταγεγραμμένα και στην εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» – «Πρέπει να φύγη ο Σπόννεκ»(17-5-1865 σελ. 180, Spiridione, https://sarantakos.wordpress.com/2016/12/19/trabuco-2/ ), τα εν λόγω συνθηματικά σημαίνοντα θα μπορούσαν να (επαν)ιδωθούν εναλλακτικά και ως τα ακόλουθα… κοστολογημένα σημαινόμενα ‘παροχής υπηρεσιών’ ή/και ‘αντίστοιχων εργολάβων’:
‘αγιούτο στα καρά’ = χύνω αίμα, παλεύω για τον χρηματοδότη μου, βγάζω οριστικά απ’ τη μέση αντιπάλους του, σακατεύω ή σκοτώνω, χτυπάω, κάνω (τα μούτρα αλλωνών) τρίο καρό, στέλνω κάποιον ή κάποιους για των πρώτων βοηθειών, έτσι που να τον(τους) πάνε σηκωτό(-ούς) ή για “καλά ξεφορτώματα” με κάρο(ή κάρα), με το ασθενοφόρο. ( > 100 δρχ. Αναλόγως βαθμού δυσκολίας )
‘ρεμπάπι’ = ξυλοφορτώνω (για τα καλά, όμορφα και ωραία) τουλάχιστον αυτόν ή αυτούς που μου υποδεικνύουν ( 20-100 δρχ).
‘τραμπούκο’= εκφοβίζω, χυμάω και τα σπάω, τα κάνω λίμπα/ρημαδιό, προκαλώ πρωτίστως υλικές ζημιές, αλλά βαράω -ίσως με έξτρα αμοιβή- και όποιον πάει να μ’ εμποδίσει ( 20δρχ, κατώτατη πληρωμή κακοποιού, η οποία, δευτερευόντως, θα μπορούσε να τραπεί σημασιολογικά από “ρεγάλο (εκτελεστή)” και σε “ρευστό, δωροδοκία” )
Κρίνεται δηλαδή ότι -κατά πάσαν φυσικότητα- η σημασία “δωροδοκία” μπορεί να προσυπογράφει και την τραμπουκοσύνη, (σημαίνοντας ένα πληρωμένο παλιοτόμαρο και το μέγεθος του εκάστοτε “ανδραγαθήματός” του), μπορεί να ακολουθεί (ευλόγως) έναν φουσκωτό και τη ματσούκα του, ως (χρηματικό) αντάλλαγμα για μία (αντίστοιχη τέτοιων ‘προσόντων’ ) “εκδούλευση”, πλην όμως δεν τον κατασκευάζει, δεν τον εντάσσει στη σωρεία των “δωροδοκούμενων”, φαίνεται -με άλλα λόγια- πως ταιριάζει πιο πολύ, ως λογική εννοιολογική διαδρομή, να ΄ναι η : “νταής/τραμπούκος + “τραμπούκο”/τραμπουκισμός → συγκεκριμένη βιαιοπραγία→ αντίστοιχη ειδική αμοιβή → (κατ’ επέκταση, πχ στην Κέρκυρα) μορφή δωροδοκίας” και όχι η : “τραμπούκος(πούρα)→ δωροδοκία → εξωνημένος/ μισθωμένος → εντεταλμένος για κακοποιία (τραμπούκος)”.
Ομοίως, ως απορρέουσες από αρχική σημασία “α. ξύλο, νταηλίκι β. αυτός που το πουλάει”, επεκτεταμένες, συνεκδοχικές και εκ των πραγμάτων μεταγενέστερες, μπορούν να καταχωριστούν και οι σατιρικές σημασίες “Τραμπούκος = “θεριακλής”, φαλλοκράτης, άντρακλας που γ@μεί και δέρνει, που βουτάει χρήμα και γυναίκες ετσιθελικά, νταβατζής άμα λάχει”(πρβλ. Portuguese “Trabuco” […]4. (Brazil, humorous) any large and heavy gun, specially a revolver.( https://en.wiktionary.org/wiki/trabuco )/ Latin “trabs “= […] 2.tree trunk 3.penis ) και “Καπνός=Χρήμα (και παλιόχαρτα=μετρητά), Καπνοσακούλα=πουγγί, βάζο καπνού=χρηματοκιβώτιο”, σημασίες φαινόμενες, κατά τα συμφραζόμενα, στο ποίημα του Σουρή “Τραμπουκολόγιον (Εν ημέρες βουλευτικών εκλογών)”, Δεκέμβριος 1881, ιδίως δε στις στροφές:
[…]- Προχθὲς καπνὸ δὲν εἶχα μὲς στὴν καπνοσακκοῦλα, / καὶ σ’ ἕνα βουλευτή μας τραβάω ὁλοΐσια
σ’ ἐκεῖνον ὅπου ἔχει ἀπὸ τὴν Τζιὰ μιὰ δοῦλα, / θεονταρντάνα πρώτης, ψυχή μου, στὰ Πατήσια!
Καλῶς τονε, μοῦ λένε, ρὲ γεια σας, τοὺς φωνάζω, / καὶ μὲ τὰ μοῦτρα πέφτω μὲς στοῦ καπνοῦ τὸ βάζο.[…]
– Μὰ τὸ σταυρό, ἐφέτος τὸν κόσμο θὰ χαλάσω, / ἀφίλητη, ρὲ Σπῦρο, δὲν θὲ ν’ ἀφήσω δοῦλα,
πολτρόναις, καναπέδες, καὶ ὅ, τι βρῶ θὰ σπάσω, / καὶ σ’ ὅλα θὰ δουλέψῃ ἀμάκα καὶ ρεμοῦλα.
Ἀμμ’ τι θαρροῦνε τάχα οἱ παλῃομασκαράδες/ πὼς ἔτσι μόνο τζάμπα γιὰ νἄβγουν βουλευτάδες;[…]
( https://el.wikisource.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD_(%CE%95%CE%BD_%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82_%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E%CE%BD) , όπου διορθωτέα τα’ Ὤχ!( αντί : Ὤ! )‘ και ‘ φᾶνε ( αντί: φᾶε)).