Σφερδούκλια στο κεφάλι, του Βρασίδα Καραλή
Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2025
Τις προάλλες, ο φίλος Δημήτρης Ραπτάκης μού σύστησε το βιβλίο που θα παρουσιάσουμε σήμερα, τα ιστορήματα του Βρασίδα Καραλή «Σφερδούκλια στο κεφάλι«, από τις εκδόσεις Δώμα. Τα λέω «ιστορήματα» επειδή ο υπότιτλος του βιβλίου είναι, ακριβώς, «τα ιστορήματα της Διονυσίας», της γιαγιάς του συγγραφέα.
Ο Βρασίδας Καραλής γεννήθηκε στην Κρέστενα της Ηλείας το 1960 και είναι καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Έχει επίσης μελετήσει τον κινηματογράφο, ιδίως το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, και έχει γράψει μια Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο Καραλής γράφει στην εισαγωγή του: Τα ιστορήματα που ακολουθούν συνιστούν κομμάτια μιας αφήγησης για όσα ζήσαμε μαζί με τη γιαγιά μου Διονυσία, στην Κρέστενα του νομού Ηλείας. Προσπάθησα να αποκαταστήσω τη ρευστή εκείνη εποχή -από το 1964, που κατάλαβα ότι υπάρχω, ώς το 1986 που πέθανε-, όπως την έβλεπαν τα μάτια ενός παιδιού που, απ’ όσα άκουγε γύρω του, ο Βενιζέλος ήταν ένας κακούργος που καιγόταν στην κόλαση με τον Βελζεβούλ, και ο Ξενοφώντας ένας μεγάλος μάγος που δυνάστευε παντοδύναμος τον τόπο.
Θα παρουσιάσω εδώ 8 από τις 10 πρώτες ενότητες του βιβλίου.
1
Δεν την είδα ποτέ να γελάει. Το ’43 έχασε τον μοναχογιό της, κι έμεινε με τέσσερις θυγατέρες. Έκλεισε πόρτες και παράθυρα.
Άκληρη, άκληρη, αναστέναζε.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο αδελφός μου Νίκος. Τότε άρχισε κι εκείνη να ξαναζεί και να χαίρεται. Επιτέλους, ένα αγόρι στο άντρο των γυναικών. Εγώ ήρθα τέσσερα χρόνια μετά, κι η χαρά της είχε στο μεταξύ μαραθεί.
Σου δώσανε, κακόμοιρο, τ’ όνομα του αμοργιασμένου του άντρα μου, έλεγε και ξανάλεγε. Με πιάνει αναγούλα και που το βάζω στο στόμα.
Για την αδελφή μου την Αιμιλία ούτε λόγος.
Κορίτσια, έλεγε, κορίτσια. Γιατί; Τι χρειάζονται;
Δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Μόνο για κηδείες και μνημόσυνα. Μαγείρευε, καθάριζε, έφτιαχνε σαπούνι, βοτάνιζε, τάιζε τους διάνους και τις όρνιθες, και κατά το μεσημέρι πήγαινε στο μικρό δωμάτιο με τον αργαλειό κι άρχιζε να υφαίνει. Μικροκαμωμένη, μισότυφλη και κρουφόπαχια, κινούνταν ασταμάτητα ανάμεσα στα δυο σπίτια με μια δύναμη που έμοιαζε μυθική.
Ο άντρας εμφανιζόταν το μεσημέρι και το βράδυ. Έμπαινε σαν ξένος, νυχοπατώντας. Έφευγε πρωί-πρωί για το χτήμα και μετά για το μαγαζί. Τον περίμενε φαγητό στο τραπέζι, κατά το μεσημέρι. Έτρωγε, κοιμόταν λίγο, κι έφευγε. Γύριζε με το μαύρο σκοτάδι.
Στο λαιμό να σου κάτσει, έλεγε, σαν έπλενε τα πιάτα.
Η παρουσία του έσπαγε για λίγο κάτι θολό, μια ατμόσφαιρα, έναν μικρόκοσμο. Δεν καταλάβαινα γιατί.
Η Διονυσία, το γένος Ζαρειφοπούλου, είχε πάει σχολείο μέχρι τη δευτέρα δημοτικού, κι ήταν αγράμματη. Ούτε να διαβάσει μπορούσε ούτε να γράψει. Γέννημα θρέμμα της Κρέστενας, ενός χωριού δυο ώρες περπάτημα από τη θάλασσα. Σε μια γωνία του σπιτιού δίπλα στο τζάκι, είχε τις παλαιικές εκδόσεις του Σαλίβερου και του Δαρεμά. Τη Χαλιμά, τον Καραγκιόζη, τη Φυλλάδα, τον Αγαθάγγελο, την Γενοβέφα, ήτοι ο Θρίαμβος της αρετής, τις Μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας του Στέφαν Τσβάιχ, ακόμα και τη Βαβυλωνία του Βυζάντιου, που ήταν και τα δικά μου πρώτα αναγνώσματα. Δυο χαλκομανίες, μια με τη Γενοβέφα γυμνή στα άγρια δάση, και μια άλλη με το ελάφι που έδινε γάλα στο παιδί της στόλιζαν τους τοίχους.
Δεν μπόρεσα να μάθω γράμματα, παραπονιότανε. Γεννήθηκα το 1899. Ξεσπάσανε οι Βαλκανικοί, ο αδερφός μου δεν μ’ άφηκε να γραφτώ στο σχολείο, για να φροντίζω τα ζωντανά του σπιτιού. Εκείνος πολέμησε στο Μπιζάνι, στη Μακεδονία και το Δεδέαγατς.
Στον αργαλειό συχνά-πυκνά τραγούδαγε: Δεν με φοβίζουν, μάνα μου, οι σφαίρες, τα κανόνια. Μόν’ με φοβίζουν οι βροχές, του Μπιζανιού τα χιόνια.
Τι πέρασε ο μικραδερφός μου. Είδε ακόμα και τα τειχιά της Πόλης κι έβαλε πόδι στην Αγιά Σοφιά. Μόλις γύρισε σπίτι, τον σκότωσε η γρίπη. Δεν πρόλαβε να πάει στη Μικρασία. Τον είχανε στείλει στη Ρωσία να πολεμήσει τους Μπολσεβίκους. Πού πάτε, τους είπε ο Λένιν. Είμαστε κι εμείς Ορθόδοξοι. Μη φραγκοπορευόσαστε. Και γυρίσανε πίσω. Ο Βενιζέλος, ο βελζεβούλης ο ίδιος. Ναι, ναι, αυτός ο οξαποδώ έφταιγε. Μας πήρε τους άντρες όλους στον πόλεμο, δέκα χρόνια και βάλε. Πατέρες, αδέρφια και παιδιά. Όλοι χαθήκανε. Ήρθε μετά κι η αρρώστια. Καλαμιές στον κάμπο οι γυναίκες. Καταραμένος άνθρωπος. Τον αφορέσανε κιόλας, όπως του έπρεπε.
Με κάθε αφήγηση άλλαζε λεπτομέρειες. Μόνο τον Βενιζέλο δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Πίσσα και φωτιά στο όνομά του μέχρι τέλους.
Τα ιστορήματα, όπως τα έλεγε η Διονυσία, δεν σταματούσαν.
Τα ξέρω όλα απ’ τη γιαγιά μου, έλεγε. Κι εκείνη απ’ τη γιαγιά της. Τι θες να μάθεις; Για τόπους ή για αθρώπους; Όλα έχουνε τα ιστορικά τους. Πάνω απ’ όλα, οι Έλληνοι.
Οι Έλληνες, γιαγιά, έλεγα.
Ποιοι είναι αυτοί; ρώταγε. Άλλοι ετούτοι άλλοι εκείνοι. Οι Έλληνοι ήτανε γίγαντες και θεριά, δράκοι. Εμείς είμαστε χαμαντράκια. ΄Εχουμε ξεφλουδίσει. Αλλά δεν ξεχνάμε. Όλα είναι στο θυμητικό και ταξιδεύουνε από στόμα σε στόμα. Η νόννα μου τα πήρε από τη δικιά της, κι ακούγονται ώς τα σήμερα.
Αργότερα, της διάβαζα βιβλία από τον τωρινό κόσμο, όπως τη Γενοβέφα και τη Φαβιόλα, κι εκείνη μου έλεγε τα ιστορήματα των Έλληνων, πώς άφησαν πίσω τα παλάτια τους κι έφυγαν κατά το Βορρά όταν εμφανίστηκε ο πραγματικός θεός.
Δεν πιστεύανε μοναχά στα είδουλα. Κι απατοί τους ήταν είδουλα, γιατί τους είχανε μαρκαλήσει τραγιά και σμερδάκια. Είχανε χάσει το δρόμο τον αθρωπινό τόσο πολύ, που σαν φανερώθηκε ο Χριστός, δεν άντεχαν τη ματιά του και τη ζωή χαρισάμενη που έδωκε. Απ’ την άλλη, έτσι ψευτισμένοι που ήτανε, δεν θέλανε να παραδοθούνε στον Χριστό, όπως ο Μεγαλέξαντρος. Εκείνος έμαθε το Χριστό και πίστεψε.
Η Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, έλεγε και ξανάλεγε. Αυτή και το Βαγγέλιο.
2
Με παντρέψανε σάμπως γομάρι, είπε μια φορά. Θρεφτάρι σε πανηγύρι. Ας όψεται ο μεγάλος αδερφός μου ο Βαγγέλης, θεός σχωρέσ’ τον. Σαν να μην είχα το φταξούσιο.
Τι είναι αυτό; ρώτησα.
Ουφ, είσαι ντιπ χαζό. Είναι αυτό το κάτι που σου λέει να κάνεις ό,τι αποθυμάει η καρδιά σου. Είναι από θεού, και κατεβαίνει απ’ τον ουρανό σαν γεννιέσαι. Σε πιάνει χωρίς να το ξέρεις. Δεν το σεβάστηκε ο αδερφός μου. Με πάντρεψε όπως-όπως με τον παππού σου, που κακή ώρα νά ’χει. Ήμουνα λέει μεγάλη. Εικοσιπέντε χρονώ. Θα τον πάρεις, μου φώναζε. Και μου τον παντρέψανε χωρίς να τον θέλω, κι έγινε όλη μου η ζωή ένα ρείπιο. Έγινα ζωντόβολο, εγώ που είχα τόση ψυχή μέσα μου. Σε όλη μου τη ζωή έψαχνα τη μοίρα μου να με μοιράνει. Μόλις χάνεις το φταξούσιο, τρέχεις τον κόσμο σα φάντασμα και καταχανάς. Δεν βρίσκεις ησυχία πουθενά. Δεν έβλεπα ποτέ ονείρατα. Μόνο κακά σημάδια. Κανένας δε με απάντησε στο δρόμο. Κανένας δε με γύρεψε. Και τι λογισμοί νοηθήκανε μέσα μου; Κόλαση και τιμωρία. Ο θεός να με συχωρέσει. Σε κάνουν αμαρτωλό ακόμα και μες στο νου σου. Χωρίς να το θέλεις. Μέχρι και να φαρμακωθώ σκέφτηκα. Ποιος νοιάστηκε;
Άρχισα τότε κι εγώ να καταλαβαίνω. Η δική μου καλοτυχία υπήρχε μέσα στη δυστυχία ενός άλλου ανθρώπου.
3
Σού ’χω πει για τον Σουφαράπη;
Ξύπνησε ένα βράδυ και με σκούντηξε. Κοιμόμασταν δίπλα-δίπλα στο ίδιο κρεβάτι, κάτω απ’ την ίδια βελέντζα. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ τα λουτρά του Καγιάφα. Θειάφι και καμφορά και ξεραμένη λεβάντα για τα κουνούπια. Εκεί βούλιαξε και χάθηκε ο αφορεσμένος ο Καγιάφας που σταύρωσε το Χριστό, έλεγε η Διονυσία. Για τούτο και μυρίζει έτσι. Το θειάφι της κόλασης.
Και ποιος ήταν ο Σουφαράπης; ρώταγα.
Είχε έρθει τον καιρό του Μπραΐμη, με την Επανάσταση, μου απάντησε. Μα τον κυνήγησε ο Κολοκοτρώνης. Πιαστήκανε στην Αγουλινίτσα κι έτρεξε αίμα, θυμωμένο, στα μπογάζια της λίμνας. Ο Μπραΐμης, ο Σουφαράπης και οι Λαλαίοι. Σφαγή και θανατικό. Πέρασε κι από δω ο φονιάς, αλλά δεν βρήκε κανένανε. Είχανε όλοι κρυφτεί στα βουνά, πίσω στα Καλυβάκια. Πήρε την ίδια στράτα με τον Μεταξά, όταν τον κυνήγησε ο βελζεβούλης ο Βενιζέλος. Ανέβηκε στην Γλαρέντζα για να μην τόνε πιάσουνε. Εκεί που κόνεψε ο Φράγκος ο Τζουφρές έξω από την Αδραβίδα, στο Χλεμούτζι που λένε, κι έφτιαξε κάστρο.
Ιμπραήμ, Μεταξάς, Βενιζέλος, Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, Κολοκοτρώνης, όλοι μαζί στον αδιάσπαστο χορό της θύμησης. Η μνήμη δεν χρονολογεί.
Θα σ’ τα ιστορήσω όλα, χαρτί και καλαμάρι, έλεγε.
Λίγο πριν κοιμηθούμε με νανούριζε με ιστορήματα απ’ τον καιρό των παλαιών Έλληνων και για τα πράγματα του τόπου, για όσα έγιναν προχτές και χτες, πριν τη μέρα της, δηλαδή μέσα σε είκοσι αιώνες και βάλε. Άκουσα και για τις συναστεριές, την Αλετροπόδα, την Πούλια, τον Αυγερινό και άλλα τόσα που δεν τα θυμάμαι πια. Ιστορίες για τους Βουλγάρους και τον Άγιο Αντρέα, εκεί πάνω, στην Πάτρα, για το μοναστήρι Σεπετό, με τους Λαλαίους και τον Κολοκοτρώνη, το μοναστήρι της Κρεμαστής, τους Βενετσιάνους και τα καράβια τους, ακόμα και για το πώς αποχαιρετούσανε τη σταφίδα στο Κατάκωλο, για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, για τη βασίλισσα Φρειδερίκη που επισκέφτηκε το χωριό και μοίρασε λεφτουδάκια, για τα έρμα και τα ταμπάκικα της Τριπόλεως, για τα χασισοχώρια της Δημητσάνας, και για το ιταλικό υποβρύχιο που είχε κολλήσει στον Καγιάφα και ήταν ένα από τα σύμβολα που σημάδεψαν τις πρώτες μας βουτιές στη θάλασσα.
Όσα ιστορώ, όλα είναι προφητεμένα και σφραγισμένα στον Αγαθάγγελο, έλεγε. Τα είχε μαντέψει ούλα. Όλοι οι αθρώποι μια μέρα θα ενωθούνε με μια κλωστή, είχε πει. Κι αυτό έγινε με τον τηλέγραφο.
Άλλοτε πάλι το έριχνε στο τραγούδισμα, στα μοιρολόγια, τα κλέφτικα και τα παραμυθένια, τις φαντασίες, όπως τις έλεγε.
Έχω διακαμό στην ψυχή, έλεγε. Και τραγουδούσε. Της Αρετής, το γιοφύρι της Άρτας, τον Διγενή, των Κολοκοτρωναίων. Τραγουδούσε και για τον Άη Γιώργη, που βγαίνει το βράδυ από το εικόνισμα και αρπάζει τα παιδιά που δεν κοιμιόνται. Τα δένει πάνω στο άλογό του και τα δίνει στον Κατωθεό. Εμείς ακούγαμε τριπόδισμα αλόγου στο σκοτάδι και νομίζαμε ότι ήταν οι τελευταίες μας στιγμές.
Κλείσε σφιχτά τα μάτια σου, έλεγε η αδελφή μου η Αιμιλία. Να νομίσει πως κοιμόμαστε.
Όταν ξεμάκραινε το άλογο στο καλντερίμι, ουφ, λέγαμε, τη γλυτώσαμε κι απόψε.
4
Ήταν ένας χαλκωματζής που ήταν το ένα χέρι του μαραμένο. Δούλευε το χαλκό με το ένα χέρι, με το τσιγάρο στο στόμα, και έβριζε κάθε φορά που του έπεφτε απ’ το στόμα ή έχανε τη σφυριά.
Και τι έγινε; ρωτάγαμε.
Τον τιμώρησε η αγιά Βαρβάρα. Καπίνιζε σαν φουγάρο. Πήγαινε στο ξωκκλήσι του άγιου Θύμιου, στην εμπατή της Κρέσταινας, εκεί που είναι τα κούμαρα και τα θάμνα, κι άναβε το τσιγάρο του από την καντήλα της εικόνας. Κι έλεγε παλιόλογα ο σερσέμης. Μπαρντόν κυρά Βαρβάρα ν’ ανάψω το τσιγάρο. Μια, δυο, τρεις φορές, καλά, η αγιά Βαρβάρα δεν τού ’δωσε σημασία. Την τέταρτη, όμως, είδε κι απόειδε, δεν άντεξε, τον χτύπησε η ματιά της και το χέρι του παράλυσε. Νάτονε τώρα που πολεμάει να τα βγάλει πέρα κάθε μέρα μ’ ένα χέρι. Το κακό μάτι της αγιά Βαρβάρας τον έκοψε στα δύο. Δεν φόραγε και φυλαχτά πάνω του ο αχαΐρευτος. Και δεν μπορεί ν’ ανάψει το τσιγάρο απατός του πια. Πήγε σε γιατρούς στον Πύργο και την Πάτρα, αλλά τίποτις. Άμα σηκώνεις την οργή του άγιου, ποιος θα σε γλυτώσει; Τα φάρμακα; Παρακαλεί το θεό και τους άγιους, αλλά η αγιά Βαρβάρα δεν συχωράει. Σού ’χω πει την ιστορία με τον άγιο Χαράλαμπο;
Μέσα στον Άη Γιώργη υπήρχε μια τεράστια εικόνα του άγιου Χαράλαμπου που την κάνανε περιφορά κάθε φορά που υπήρχε ξηρασία ή έπεφτε ακρίδα. Οι παλιοί λέγανε πως μετά τους Γερμανούς δεν είχε βρέξει για χρόνια.
Είχανε φέρει την κατάρα στον τόπο, οι κακόζουδοι. Είχανε στείλει και τα παιδιά μας στον πόλεμο της Κορέας. Άλλη λύση για την ξέρα δεν ύπαρχε. Όλοι οι παπάδες με τα άμφια κάνανε έξοδο με την εικόνα στα χωράφια, για να τους ακούσει ο άγιος και να λυπηθεί. Πρώτη μέρα, τίποτα. Χλίψη. Δεύτερη μέρα, αεράκι και συννεφιά. Στεναχώρια. Τρίτη μέρα ανοίξανε οι ουρανοί κι έγινε κατακλυσμός, το τέλος του κόσμου. Ό,τι είχε μείνει ξερό και ψόφιο τα παράσυρε το νερό.
Γιατί; ρωτάγαμε εμείς τα μικρά και γελάγαμε.
Δεν πιστεύουμε, γι’ αυτό, απαντούσε. Μόνο σαν χρειαζόμαστε χάρη πάμε στην εκκλησιά. Κι ο άγιος το ξέρει και λέει: Θα σας δώκω περισσότερα απ’ όσα ζητάτε για να μάθετε. Μας τιμωράει δίνοντας παραπάνω απ’ όσα θέλουμε.
5
Καθότανε έξω από την πόρτα κάθε μεσημέρι, κοιτώντας μην περάσει κανένας ξένος. Έβαζε πάντα ένα άδειο πιάτο στο τραπέζι. Κι είχε ένα βάζο με γλυκό περγαμόντο ή κυδώνι για τον ξωμερίτη που ξενοπερπατάει. Μην πεινάσει και καταραστεί τον τόπο μας. Άγρια θεριά γινόμαστε σαν δεν σεβόμαστε όσους περπατάνε μακριά από τον τόπο τους. Εγώ έτρωγα κρυφά το περγαμόντο από το βάζο. Μια φορά έτυχε να περνάει ένας Αμερκανός και δεν είχε τι να τον φιλέψει, γιατί είχα φάει όλα τα γλυκά. Έτρεξε στη γειτόνισσα και του έφερε γλυκό σταφύλι. Ο Αμερκανός κοίταζε παραξενεμένος.
Αχ παλιόπαιδο, μου έλεγε. Δεν φτάνει που θα χάσεις τα δόντια σου απ’ τη ζάχαρη. Θα κάνεις να καταραστούνε το χωριό μας. Αξομολόγητοι θα πάμε και ανεξαγόραστοι.
Από τότε άρχισα να κλεφτοτρώω μόνο το κυδώνι, κι άφηνα ένα ή δυο κομμάτια αφάγωτα, μπας και ξαναπεράσει κανένας Αμερκανός.
(…)
7
Η τηλεόραση μπήκε στο σπίτι της και στη ζωή μας το Δεκέμβρη του ’69. Ήτανε κι η πρώτη φορά που στολίσαμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η Διονυσία θρονιάστηκε σε μια πολυθρόνα, κι έκανε να πιάσει κουβέντα με τους εκφωνητές όταν έλεγαν «Καλησπέρα σας, αγαπημένοι μας τηλεθεατές».
Καλησπέρα σε σας και την οικογένειά σας, απαντούσε. Παραπονιότανε κάθε βράδυ που δεν της απαντούσαν. Μέχρι που είδε κι απόειδε και αποφάσισε να μην τους ξαναχαιρετίσει. Μαζί με την θεία Κατίνα κουβεντιάζανε με τις ώρες για το πόσο ακατάδεχτοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι στην τηλεόραση, οι πρωτευουσιάνοι.
Αθηναίοι, Κατίνα μου. Τρώνε τον άμπακο και δεν λένε κι ευχαριστώ.
Απ’ όλα τα προγράμματα της άρεσαν οι ειδήσεις.
Ποιος να σκότωσε τον πρόεδρο της Αμερικής, τον ομορφονιό, αναρωτιότανε. Και η γυναίκα του να παντρευτεί εκείνονε τον βλάχο, τον Ωνάση. Τα ύστερα του κόσμου.
Όταν επισκέφτηκε τους Γαργαλιάνους ο Σπύρος Άγκνιου, μου έλεγε για ώρες τα οικογενειακά του.
Του δώκανε τόσα μαντήλια καλαματιανά που θά ’χει να συγυρίζεται για χρόνια, συμπλήρωσε.
Κάποια βράδια του καλοκαιριού όταν δεν φυσούσε, πιάναμε σήματα από την Αίγυπτο και την Ιταλία. Καθόμασταν μέχρι αργά να δούμε, ακόμα κι αφού έκλεινε η ελληνική τηλεόραση τα μεσάνυχτα. Καθώς αλλάζαμε κανάλια, νά σου και βλέπαμε πεντακάθαρη εικόνα από Αίγυπτο. Ήτανε μια βραδιά το ’75. Μόλις είχε πεθάνει η Ουμ Καλθούμ, και το κανάλι έπαιζε όλα της τα τραγούδια για μέρες από το πρωί ώς το άλλο πρωί.
Δεν καταλαβαίνω τι ψέλνει, έλεγε η Διονυσία, αλλά μου σπάει την καρδιά και με ανατρανίζει. Έχει κι εκείνη διακαμό σύψυχο.
Με το ένα της μάτι, κοίταγε την τραγουδίστρια κι έλεγε: Τι κυρία, τι φωνή, τι ντύσιμο, τι κότσος, όχι σαν τις ξεμαλλιασμένες και τους ξεΐγκλωτους που τραγουδάνε σήμερα.
Εμείς θέλαμε να δούμε το Καντσονίσιμα και το Μίλε Λούτσι, τα ιταλικά.
Αυτοί χοροπηδάνε σαν ακρίδες, έλεγε η Διονυσία. Ενώ η άλλη, κυρά και αρχόντισσα, σαν την Παναγία τη Μεγάλη Παρασκευή.
(…)
9
Κάτου τα βέλα και τα καπέλα, και τα φτερά και η νουβέλ και τα μωρά· δεν θέλω πιέτες, κορσέδες, φούστες, και δεν κρατώ με κορδελίτσες τα μαλλιά· εγώ είμαι η νέα γυναίκα, που θα καπνίζω και θα ψηφίζω· η καθεμιά μας αξίζει για δέκα, δεν δίδω δι’ άνδρες έναν παρά.
Αυτό μου τραγουδούσε κάθε πρωί που ερχότανε να με ξυπνήσει, κατά τις 7.
Ξυπνάτε νοικοκυραίοι, φώναζε. Ο ήλιος μεσοκόπησε, και πάει για γιόμα.
Έφερνε βόλτες την αυλή, άπλωνε τα ρούχα να στεγνώσουν και βιαζόταν να τα μαζέψει πριν το απόκλωσμα του ήλιου.
Κοιτάχτε μην αστερωθούνε τα ρούχα, φώναζε στις κόρες της. Θα γιομίσουνε τα παιδιά ξανθήματα.
Μου άλλαζε τα σεντόνια κάθε μέρα.
Δεν ξέρεις τι γίνεται, έλεγε. Τα χτυπάνε τ’ αστέρια και μετά παίρνουνε τα παιδιά στην τέλειωση του κόσμου πίσω από τον ήλιο. Οι μανάδες τους τα ψάχνουνε.
Ήταν η εποχή της ελονοσίας ακόμα. Εκτός αν μιλούσε για κάτι άλλο.
Αγάπη μου έλα, ξύπνα, γείρε στην αγκαλιά μου, τα χάιδια σου μη μ’ αρνιέσαι, μη μ’ αφήνεις μοναχή. Το άλλο τραγούδι του πρωινού.
Άσε με γιαγιά, έλεγα, δεν κοιμήθηκα καλά το βράδυ. Είδα μια κακιά ταινία στον κινηματογράφο.
Πουφ, φούμαρα, έλεγε. Σήκω ν’ ακούσουμε μαζί τα πάθια της Λάουρας.
Κατά τις οχτώ, άνοιγε το ραδιόφωνο. Η συμφωνία του Αρανχουέζ. Έτσι άρχιζε η εκπομπή: Λάουρα, το κορίτσι με τα μυστικά. Και ακολουθούσαν: Μαρίνα, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα. Πικρή μικρή μου αγάπη. Τ’ άκουγε όλα ευλαβικά την ώρα που έστρωνε τα κρεβάτια και καθάριζε το σπίτι.
Τι περνάνε οι γυναίκες, έλεγε. Τα μαρτούρια του Άη Δημητριού και τα αγκομαχητά του Άη Γιώργη.
Εμένα μου άρεσε Το σπίτι των ανέμων, με δολοφονίες, ίντριγκες και την ηλεκτρική φωνή του Βύρωνα Πάλλη.
Δεν είναι του γούστου μου, έλεγε η Διονυσία. Θανατίλα και πίκρα.
Το βράδυ ακούγαμε την κατασκοπευτική σειρά Στον Ιστό της Αράχνης από το μεγάλο γερμανικό ραδιόφωνο, πριν φέρουμε την τηλεόραση στη ζωή μας.
Παλιοκομμουνιστές, έλεγε και ξανάλεγε. Κουκουέ μπουμ, Κουκουέ μπουμ. Σού ’χω πει την ιστορία με τους τρεις μαύρους κύκνους στο χωράφι μας που εφανιστήκανε και φωνάζανε με ανθρώπινη λαλίτσα, Κουκουέ μπουμ, Κουκουέ μπουμ; Θα ’ρθεί το Κουκουέ να σας σκοτώσει όλους. Εφανίστηκαν τρεις φορές και μετά χαθήκανε. Σταλμένα από θεού τα πουλιά. Δεν ξαναφανήκανε ποτές. Τρεις περιστέρες βγήκανε αργότερα από τα ουράνια, ξανά με τις φωτιές του ’76. Πιάνανε με το ραμφί τους τις μπεμπέτσες που καιγόντανε, και τις περνάγανε πάνω από τον Αλφειό για να κάψουνε τα δάσια στα Ολύμπια.
Γιατί; ρωτάγαμε εμείς.
Είναι βουλή θεού, απαντούσε. Τιμωρεί και διορθώνει. Τους αστόχαστους και τους περήφανους. Για να πάθουνε ανανόηση.
Τι είναι αυτό;
Αυτό που παθαίνεις μόλις σε βαράει το χέρι του θεού.
Ανανόηση, δεν έχω ξεχάσει τη λέξη. Πού την είχε ακούσει;
10
Είναι 1972 και για πρώτη φορά ο γείτονάς μας ο Ρούλης μου έχει δώσει ένα αεροβόλο. Μόλις σκοτώσεις ένα ζωντανό και μας το φέρεις, γίνεσαι άντρας. Πήγα στο χτήμα και στήθηκα για ώρες να σκοτώσω ένα πουλί και να κερδίσω την επιδοκιμασία των μεγάλων. Κάποια στιγμή ένα πανέμορφο πετούμενο κούρνιασε σε κλαδάκι. Πράσινα, κόκκινα, κίτρινα φτερά, γυαλιστερά και ολοζώντανα. Κελαηδούσε σιγανά, ανέμελο, τσιμπολογώντας φύλλα και καρπούς. Κι εγώ το σκότωσα. Μπαμ, στον τόπο. Όλο χαρά και ευφορία πήγα να το δείξω στους άντρες. Στο δρόμο συνάντησα την Διονυσία και της τό ’δειξα.
Κοίτα γιαγιά, τι πουλί σκότωσα.
Μόλις το είδε το άρπαξε με τις δυο της φούχτες και άρχισε ένα μοιρολόι, που ακόμα μένει στο νου μου και με τρυπάει σα βελόνα.
Κακό παιδί σε σκότωσε, πουλάκι του ουρανού, κακό παιδί σε σκότωσε, γέννημα του θεού…
Μετά γύρισε σε μένα και, με οργή που δεν είχα ξαναδεί στο πρόσωπό της, φώναξε: Είσαι κακόψυχο. Τι σού ’κανε το ζωντανό, τόση ομορφιά, τόση γλύκα, κι εσύ το τέλειωσες, χωρίς λόγο, άσπλαχνο πλάσμα. Θα το βρεις μπροστά σου, το φονικό.
Είχα μείνει άφωνος. Το πήρε το πουλάκι και το έθαψε κάπου στο τούμπι. Άρπαξε μετά το αεροβόλο και το πήγε στην κυρία Ντίνα τη γειτόνισσα. Να πεις στο γιο σου να μη χαλεύει το μυαλό των μικρών παιδιών. Και γύρισε σε μένα όλο πίκρα και πόνο.
Άκου δω. Μην τα βάνεις με την ομορφιά του κόσμου. Θα κρουσταλλιάζεις στη φωτιά, θα καίγεσαι στο χιόνι. Θα σε πατήσει το σκοτάδι. Όλος ο νους σου θα γίνει μαυρίλα, τάφος.
Δεν ξανάπιασα όπλο ποτέ στην ζωή μου. Ακόμα και στο στρατό, όταν πυροβολούσα ένιωθα πάνω μου το βλέμμα, το δάχτυλο και τα λόγια της να με καταδικάζουν.
Άσπλαχνο πλάσμα, μου έλεγε πάλι και πάλι, μισάς τα όμορφα πλάσματα. Κυνηγάς τη ζωή. Θα το βρεις μπροστά σου. Θα σε χτυπήσει το χέρι του θεού σα δεν το περιμένεις.
Το γράφω σήμερα, αιώνες μετά, κι ακόμα ταράζομαι.







dryhammer said
Καλημέρα!
Τα διάβασα όλα μονορούφι μ’ ένα χαμόγελο που πότε μεγάλωνε και πότε μίκραινε ώσπου ήρθε το 10 και μού ‘παιξε ένα σκαμπίλι πού ‘τανε όλο δικό μου…
ΓΤ said
10 πρώτες —> πρώτες 10
αφού, σωστά, τη Φυλλάδα, τότε την Γενοβέφα —> τη Γενοβέφα
Άη —> Άι
γλυτώσαμε —> γλιτώσαμε
ξωκκλήσι —> ξωκλήσι
μαντήλια —> μαντίλια
Ευτυχώς που την έκδοση την επιμελήθηκε ο ίδιος ο εκδότης…
Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said
Νά’χα μιά τέτοια γιαγιά! Ὁλόσωστη!
Καλημέρα σας!
Λάμπας said
Λόγω καταγωγής, το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Παραδόξως, πολλές ιδιωματικές λέξεις δεν τις γνωρίζω.
«Ο Βενιζέλος, ο βελζεβούλης ο ίδιος. Ναι, ναι, αυτός ο οξαποδώ έφταιγε. Μας πήρε τους άντρες όλους στον πόλεμο, δέκα χρόνια και βάλε. Πατέρες, αδέρφια και παιδιά. Όλοι χαθήκανε. Ήρθε μετά κι η αρρώστια. Καλαμιές στον κάμπο οι γυναίκες. Καταραμένος άνθρωπος. Τον αφορέσανε κιόλας, όπως του έπρεπε.»
Μια ματιά στα ηρώα των χωριών της Πελοποννήσου αρκεί. Διψήφιος αριθμός νεκρών κατά την εθνική εξόρμηση του 1912-1922 και στο πιο μικρό χωριό. Χώρια οι σακατεμένοι.
«Πιαστήκανε στην Αγουλινίτσα κι έτρεξε αίμα, θυμωμένο, στα μπογάζια της λίμνας.» Αναλυτική περιγραφή της μάχης στα απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη.
Και φυσικά, για μας είναι τα Κρέστενα.
atheofobos said
Ωραίες αναμνήσεις μιας άλλης εποχής.
Αριστουργηματική η ιστορία με τι πουλί!
Για το βιβλίο έχει γράψει και ο Γιάννης Μπασκόζος
https://www.facebook.com/domabooks/posts/pfbid07TMnUUZtZjCfUQBAp97EXFVa7zvLAfZ16gsiCJ8CS7kZjugHuHpuoARYgNDfEUbtl?__cft__%5B0%5D=AZVN7zbL4K8vfhueHFAbPVruqrTjRPH3E-t8oKlQd5E75IPIWXOfQ9danMs9LQDRPfCxZxEOs06dgy5lKXwf5sRTRs2DUFWv9p-Wi9ODdRf37BPStPcXO3xYcl15VPG6RSCbbDk5QrHpocLgN81bmmdkDUIneDYbuQTi_DD58EWLrg&__tn__=%2CO%2CP-R
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα! Ωραία τα ιστορήματα της γιαγιάς.
Αξιοσημείωτη η, μάλλον αντιφατική, ειδωλολατρική θεώρηση του Έλληνου Χριστιανού Μεγαλέξανδρου ως άκρως αντι- αγγελοπουλική/ βενιζελική/ κομμουνιστική (καβαλημένοι από σμερδάκια και ειδωλολάτρες-είδουλα οι παλιοκομμουνιστές).
Ομοίως, το ερωτοκριτικό αυτεξούσιο, όνειρο καταπιεσμένων και ειδικά των γυναικών, που το επισημαίνει και ο Σεφερης ( Κι αν τα ονειροφαντάσματα δύναμην έχουν τόση,/ τι ξάζει το φταξούσιο στον άνθρωπο κι η γνώση; http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2702/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_B-Lykeiou_html-empl/index_e_05.html ).
Και οπωσδήποτε η σωστή διάτα για του διάτανου τη δίωξη, που σήμερα ολούθε γύρω μας κανείς δεν την ακούει :
“Άκου δω. Μην τα βάνεις με την ομορφιά του κόσμου. Θα κρουσταλλιάζεις στη φωτιά, θα καίγεσαι στο χιόνι. Θα σε πατήσει το σκοτάδι. Όλος ο νους σου θα γίνει μαυρίλα, τάφος.”
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
4 Κι εγώ ουδέτερα τα λέω τα Κρεσταινα.
Παναγιώτης Κ. said
Μέτρησα εννέα άγνωστες λέξεις σε μένα, τις εξής :
σφερδούκλια, αμοργιασμένο, σμερδάκια, χαμαντράκια, καταχανάς, κακόζουδος, αναξαγόραστος, μπεμπέσσα, ανανόηση.
Κοκκινίζουν οι επτά.
Θα κρουσταλιάζεις στη φωτιά
θα καίγεσαι στο χιόνι.
https://www.youtube.com/watch?v=SLxdljUSS7w&ab_channel=MajorAxisProductions
evamaten said
1.
Ακριβώς έτσι!
Εξαιρετικό στον ρυθμό της αφήγησης, στην αλήθεια της γλώσσας, στη δύναμη των συναισθημάτων, στο ανάγλυφο της μνήμης (όπου ξεχωρίζει τόσο έντονα το βίωμα της καταπίεσης). Αχ, ευχαριστούμε, Νικοκύρη, μας έφτιαξες πάλι – πολύ ωραία επιλογή!
Δύτης των νιπτήρων said
Οι Μεγάλες Ώρες της Ανθρωπότητας ήταν και απ’ τα δικά μου πρώτα αναγνώσματα! Μου κάνει εντύπωση που το συγκαταλέγει μαζί με τις άλλες φυλλάδες.
Μου έκανε εντύπωση και η αναφορά στην Ουμ Καλθούμ!
gpointofview said
Καλημέρα
Το πουλί πρέπει να ήτανε μελισσουρηός ( ή μελισσοφάγο το λέγανε , μένει ακίνηο στον αέρα, εύκολο το σημάδι ) μια φορά πήγα-μικρός και άμυαλος- για κυνήγι και σκότωσα αυτ΄’ο κι ένα συκοφάγο.Και με ψαροντούφεκο ένα ψάρι χτύπησα πριν το πουλήσω. Δεν μου πάνε τα όπλα, πσαράς έγινα.
Κουραστικό για μένα το κείμενο αλλά ενδιαφέρον
dryhammer said
11. Κάτι τέτοιο υπέθεσα κι εγώ και μάλλον επιβεβαιώνομαι.
Στη Χίο θα τ’ ακούσεις και «κουρνούπους»
Λεύκιππος said
Και η δική μου γιαγιά. σύγχρονή της, στο ίδιο στυλ ήτανε.
Spiridione said
Ωραίο.
ανανόηση – ανανογιέμαι – γιούμαι = σκέφτομαι, αναλογίζομαι
αμοργιασμένος, σύμφωνα με ΙΛΝΕ αμοριάζομαι – άμορος = τεμπέλης, ανίκανος, από λ. αμορίλα ίσως ιταλ. moro ή μωρός.
χαμαντράκι, κατά Γιάνναρη ανδράριον χθαμαλόν, την έχει συχνά ο Καζαντζάκης.
αναξαγόραστος, μάλλον ανεξομολόγητος – ανεξαγόρευτος – εξαγορεύω = εξομολογώ.
καταχανάω = βρικολακιάζω, καταχανάς βρικόλακας
σμερδάκι = το νεογέννητο που πεθαίνει και γίνεται τέρας
https://www.google.gr/books/edition/Meletai_peri_tou_biou_kai_t%C4%93s_gl%C5%8Dss%C4%93s/n3RQAQAAIAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%A7%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%89%CE%BD&pg=PA1221&printsec=frontcover
Παναγιώτης Κ. said
Και εκεί που έκανα αντιγραφή (#8) εντελώς απρόσμενα έπεσα στην εξής εκτέλεση:
https://www.youtube.com/watch?v=Kl6rV79PLco&ab_channel=NikosAnt.Patavoukas
Η έκπληξη της ημέρας για μένα!
Παναγιώτης Κ. said
@14. Ευχαριστίες
Δύτης των νιπτήρων said
«ο Ξενοφώντας ένας μεγάλος μάγος που δυνάστευε παντοδύναμος τον τόπο» Εννοεί τον αρχαίο Ξενοφώντα;
Spiridione said
κακόζουδος = αυτός που έχει κακό ζώδιο, κακότυχος
μπεμπέτσα = κουκουνάρι
σφερδούκλι βέβαια ο ασφόδελος
Jorge said
Ωραία ιστορημάτα, όμως ασφόδελοι στο κεφάλι; Μυρίζουν άσχημα.
Την έχω ακούσει και η Κρέστενα.
Τι να είναι τα τα έρμα της Τριπόλεως;
Και χαλκομανίες σε τοίχους πρώτη φορά ακούω. Εκτός και αν ήταν με λαδομπογιά περασμένοι, το συνήθιζαν κάποτε
spyridos said
Ωραίο.
Είναι καταπληκτικό πως δουλεύει η μνήμη.
Πως σε προχωρημένη ηλικία τα παιδικά γίνονται πρόσφατα.
Κάποιες φορές στα άκρα στην περίπτωση της άνοιας.
Ο πολίτης του κόσμου Καραλής ξαναγίνεται Πειραιώτης θα έλεγα. Αυτά είναι τα πιο δυνατά τα χρόνια του σχολείου.
Οχι τα παιδικά υπερτερούν, συχνά.
ΚΑΒ said
Πολύ ωραία τα ανιστορήματα της γιαγιάς, όπως καταγράφτηκαν από τον εγγονό.
ανανόηση =ανανόημα: σκέψη, στοχασμός, κατανόηση, ενθύμηση
spyridos said
Γύρω στο 1990 ήταν για δεύτερη χρονιά καθηγητής στο ΤΕΓ της Ουτρέχτης.
Ήταν ξεχωριστό το πάθος του με ότι καταπιανόταν.
Όταν μελετούσε Καβάφη ήταν ολόκληρος Καβάφης.
Βλέπω ότι το κράτησε αυτό. Φαίνεται σε όλες τις μελέτες του.
Πριν δυο χρόνια έπεσε στα χέρια μου τι βιβλίο του για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Σημαντικό να μπορείς να μιλάς και να επικοινωνείς για τη δουλειά σου με όλους.
Ακόμα και τους αγράμματους και ολιγογράμματους θρακιώτες της Ουτρέχτης.
Χωρίς περιφρόνηση ή υπεροψία.
Όταν τον δέχτηκαν στο Σίδνεϊ έκανε μια αποχαιρετιστήρια ομιλία στην Ελληνική κοινότητα.
Εντυπωσιακό το κοινό που ήρθε.
Όλες οι τάξεις και μορφωτικά επίπεδα.
Όχι μόνο Έλληνες. Ολλανδοί, Αντιλλιάνοι, Μαροκινοί.
Είδα μια συνέντευξή του που έλεγε ότι ανήκει πλέον στην εξορία του.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Όπως τα είπε ο Ντράι. Καλημέρα.
17# Είναι έλξη από τον μάγο Νεκτεναβό της Φυλλάδας, που την είχε περί πολλού η γιαγιά 🙂
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
22τέλος# Ε βάλτηνε ντε να τη διαβάσει ο κόσμος.
https://www.news247.gr/magazine/talks/vrasidas-karalis-aniko-pleon-stin-exoria-mou/
Costas Papathanasiou said
Την “ανανόηση” η γιαγιά Διονυσία, βάσει όσων θυμάται ο Καραλής και σε επιστολή του προς ‘Ευστάθιον’ (Τσαγκαρουσιάνο : https://www.lifo.gr/blogs/imerologio/tetarti-epistoli-toy-brasida-karali-se-mena ), φαίνεται πως την χρησιμοποιεί καταλαβαίνοντάς την ως “ ‘ανανοησιά’, αλλαξομυαλιά. ξαστόχημα”( ‘πάθαμε ανανόηση και γενήκαμε Έλληνες’ ).
Η καταγεγραμμένη σημασία της λέξης “ανανογιέμαι και ανανογιούμαι (ρήμα) (αόρ. -ήθηκα)[< ανά + νοώ = σκέφτομαι]” είναι “1. σκέφτομαι, αναλογίζομαι, συλλογίζομαι: ανανογιέμαι άσχημα πράγματα 2. αντιλαμβάνομαι 3. ξαναβρίσκω τα λογικά μου.”( https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CE%B9 , https://www.paroutsas.gr/lexicon/index.php?v=8504 ) και κατ’ αναλογία:
“ανανόηση, η (ουσ.)/ ανανόημα, το (ουσ.) (γεν. -ατος) 1. κατανόηση 2. σκέψη, λογισμός, στοχασμός: μετά από πολύ ανανόημα έκαν’ ό,τι έκανε – αντίθ. επιπολαιότητα 3. ανάμνηση.” ( https://www.paroutsas.gr/lexicon/index.php?v=8506 )/αλλά: ανανόητος -η -ο (επίθ.) 1. ανεξήγητος, ακατάληπτος: ανανόητα όσα λες 2. (μτφ.) αναίσθητος. ( https://www.paroutsas.gr/lexicon/index.php?v=8507 ).
Ως μεταφραστική αξιοποίηση βρίσκουμε και τα :
“ανανόηση (réflexion), ανανοητικό (réflexif)”: https://antifono.gr/%CE%B5%CF%85%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B7-%CE%B7-%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B7-%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83/
“ανα-νόηση : re-understanding” https://apothesis.eap.gr/archive/download/170a32fd-b931-48e9-82b4-4cf488fc3fb4.pdf .
Ανανοητική και η (υβριστική;) αντίληψη για εικόνισμα αϊ Γιώργη μπαμπούλα:
“Τραγουδούσε και για τον Άη Γιώργη, που βγαίνει το βράδυ από το εικόνισμα και αρπάζει τα παιδιά που δεν κοιμιόνται.”
Spiridione said
Το ανατρανίζω δεν τον έχω ξανασυναντήσει με αυτή τη σημασία εδώ, του τραντάζω, αντίθετα συνήθως σημαίνει ‘σηκώνω το βλέμμα, αναβλέπω, κοιτάζω, παρατηρώ’.
Spiridione said
17. Μάλλον, ίσως είναι μέσα στις παραδόσεις για τους Έλληνους, δεν ξέρω αν έχει κάτι ο Κακριδής στη μελέτη του.
Δύτης των νιπτήρων said
27 Την έχω διαβάσει τη μελέτη, δεν θυμάμαι να λέει κάτι για Ξενοφώντα, μόνον ότι άμα έπεφταν δεν μπορούσαν να ξανασηκωθούν, τόσο ψηλοί ήταν. Πάνε όμως πολλά χρόνια.
xar said
Ωραία και δυνατά τα κείμενα, νομίζω περιγράφουν με επιτυχημένο τρόπο τη συγκρότηση των «παλιών» ανθρώπων, το κράμα θολούρας για τα περασμένα, ιδεοληψιών και προλήψεων, πίστης σε θρηκευτικές και μη παραδόσεις, μαζί με μια διαισθητική αντίληψης διάφορων εννοιών που τις καταλαβαίνανε με έναν ασαφή και ιδιότυπο τρόπο, και που όλα αυτά μαζί συγκροτούσαν μια σχεδόν μπετοναρισμένη στάση ζωής. Ίσως να μην απέχουμε και εμείς πολύ από κάτι τέτοιο και μόνο να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε πιο λογικά όντα.
Jorge said
#26 Spiridione
Ανα(ε)ντρανίζω στη Κρήτη = αναθαρρεύω.
Αυτή τη χρήση, όπως και τον καταχανά, τα έχω ακούσει μόνο στη Δυτική Κρήτη
xar said
«Δεν την είδα ποτέ να γελάει.»
Έτσι και η προγιαγιά μου, που ζούσε μαζί μας από τότε που θυμάμαι μέχρι που πέθανε το ’80. Σκληρή γυναίκα από ό,τι μου έλεγαν (εγώ δεν καταλάβαινα τότε), μου την περιγράφανε σαν τσαούσα αλλά και τετραπέρατη, όμως πάντα αγέλαστη, είχε περάσει βάσανα και βάσανα: Ξεριζωμός στη μικρασιατική καταστροφή, αναγκαστική πορεία από τον Πόντο μέχρι τη Συρία με τις δυο της κόρες, ο άντρας της είχε χαθεί κάπου στα αμελέ ταμπουρού, εγκατάσταση στον νομό Καστοριάς, φτώχεια· πήρε στο σπίτι της και ένα ορφανό από το χωριό της, το οποίο φρόντισε να παντρέψει με τη γιαγιά μου σε ηλικία 14 χρονών, προκειμένου να πάρει το σπίτι κλήρο για δύο οικογένειες. Έχω αναφέρει νομίζω την ιστορία στον εμφύλιο, όταν έμεινε μόνη στο χωριό, την ώρα που όλη η οικογένεια είχε καταφύγει στο Νεστόριο και την Καστοριά για να γλιτώσει τα χειρότερα, με αποτέλεσμα να καταφέρει να σώσει μια αγελάδα και ένα μοσχάρι – μεγάλη βοήθεια για το σπίτι μετά. Δεύτερος ξεριζωμός από το χωριό (έτσι πρέπει να το βίωσε, αν και λιγότερο σκληρός, αν και επέστρεφε στο χωριό κάθε καλοκαίρι) στο σπίτι του εγγονού στην Αθήνα, μαζί με τη μία κόρη της (τη γιαγιά μου), ήταν και τουρκόφωνη, οπότε μάλλον ένιωθε εντελώς ξένη στο νέο περιβάλλον, αφού μόνο με τη γιαγιά και τον πατέρα μου μπορούσε να συνεννοείται. Δεν την είδα ποτέ να λέει χωρατά ή να γελάει. Παρότι την έζησα μέχρι τα 7 μου χρόνια περίπου, τη θυμάμαι σαν μυθική φιγούρα, πάντα να μοιρολογεί μαζί με τη γιαγιά μου, πάντα μαυροφορεμένες και οι δύο, να πλέκουν, να κάνουν δουλειές του σπιτιού και να φροντίζουν τα εγγόνια. Τη δε γιαγιά, που έζησε μέχρι το ’93, τη θυμάμαι και αυτή να μοιρολογάει τον άντρα της (που εγώ δεν γνώρισα και που είχε πεθάνει τη δεκαετία του ’60) μέχρι τα τελευταία της, αν και όλο και πιο αραιά. Δεν σταμάτησε ποτέ, από την άλλη όμως δεν ήταν σαν την προγιαγιά: Την έβλεπα και να χαίρεται, να γελάει, να ενδιαφέρεται για τα εγκόσμια, ακόμα και να μιλάει στην τηλεόραση όπως η γιαγιά του κειμένου, να δείχνει έννοια για εμάς τα εγγόνια (πώς θα ντυθούμε, τι θα φάμε, πώς τα πάμε στο σχολείο, να καμαρώνει που περάσαμε στο πανεπιστήμιο), να μας λέει παραμύθια και ιστορίες, γενικά μπορούσες να πεις ότι ζούσε σαν νορμάλ άνθρωπος.
xar said
Μια απορία: τηλεόραση σε χωριάτικο σπίτι το ’69;
Jorge said
#32 Xar.
Ναι οι πρώτες, σε πλουσιόσπιτα. Γερμανικές μάρκες.
Χαρούλα said
Πωωωωω! Όταν η μόρφωση δεν έχει σχέση με τα «γράμματα».
Η σοφία της ζωής! Πόσο αλλάξαμε… Πόσο χάθηκε η ουσία! Θα αρχίσουμε πάλι ως συνήθως να ψάχνουμε την τεκμηρίωση των γραφομένων, αφήνοντας τα αισθήματα και τα νοήματα δεύτερα.
Θυμήθηκα την μόρφωση της δικής μου αγράμματης γιαγιάς. Πόσα μας έμαθε που δεν τα μαθαμε ποτέ στο σχολείο!
Καλή ανάπαυση να έχουν όλες τους, μετά από την κούραση της ζωής τους.
Spyridos ευχαριστώ για τις εξηγήσεις των λέξεων.
Αλφα_Χι said
Πολύ ωραίο κείμενο, από όλες τις απόψεις (τρόπος αφήγησης, βιώματα, ιστορικές αναφορές, δοξασίες, λεξιλόγιο).
Κάπου το είχα δει το βιβλίο πρόσφατα, θυμάμαι τη φωτογραφία στο εξώφυλλο. Αλλά δεν το είχα αναζητήσει.
Theo said
Καλημέρα,
Ωραίος ρυθμός, όπως λέει κι η Εύα (#9), αλλά ασπόνδυλο που κουράζει, όπως έγραψε κι ο Τζι (#11). Το τελευταίο ιστόρημα είναι δυνατό πράγματι κι σώζει τα μασάλια της γιαγιάς.
Έχω διαβάσει αρκετά κείμενα του Καραλή σε περιοδικά, τα περισσότερα αδιάφορα. Τα επόμενα δύο όμως είναι εξαιρετικά:
https://mag.frear.gr/schetika-me-ton-leonarnt-koen/
https://mag.frear.gr/o-alexandros-papadiamantis-pleon-eis-toys-antipodes/
Theo said
Λέτε ο Βρασίδας να είναι συγγενής του Μανόλο, του άλτη του επί κοντώ; Ο πατέρας του δεύτερου κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας.
Αλφα_Χι said
34. Όταν η μόρφωση δεν έχει σχέση με τα «γράμματα».
Σχετικά με αυτό προβληματίστηκα, για το αν κάποια στοιχεία των αφηγήσεων της Δέσποινας δεν είναι ακριβώς δικές της διηγήσεις, αλλά επιτυχημένη ενσωμάτωση/συμπλήρωση πληροφοριών, δοσμένων με τον τρόπο αφήγησης της ηρωίδας.
rogerios said
@36: Αχ, Theo, καλύτερα να μην έβαζες σύνδεσμο προς το κείμενο για τον Λ. Κόεν. Θα έμενα με καλύτερες εντυπώσεις για τον συγγραφέα των κειμένων της παρούσας ανάρτησης…
Theo said
@39:
Έχεις κάτι με τον Κόεν; Ή δεν σου άρεσε το κείμενο του Καραλή;
rogerios said
Τον Κόεν τον λατρεύω… το κείμενο του Καραλή το βρήκα προβληματικό (κι ομολογώ ότι δεν θέλω να επεκταθώ γιατί θα γίνω πολύ κακός).
Theo said
@41:
Κι εγώ λατρεύω τον Κόεν. Διαβάζοντας τα παρακάτω που είπε στον Καραλή, τον αγάπησα περισσότερο.
«Όλα τα οφείλω στη Βίβλο», μου είπε αποφασιστικά, χτυπώντας το χέρι του στο τραπεζάκι. «Δεν θα έγραφα τίποτα αν η Βίβλος δεν μου έδινε γλώσσα. Επειδή είσαι Έλληνας, έχεις κι εσύ καθήκον απέναντι στη Βίβλο. Όπως εμείς ξαναγεννήσαμε τη γλώσσα μας, πρέπει κι εσείς να ξαναπιάσετε το νήμα της ελληνιστικής κοινής. Όχι της κλασικής. Οι κλασικές εποχές έχουν πάντα κάτι το φασιστικό. Της αλεξανδρινής. Βυθίσου στο κείμενο των Εβδομήκοντα. Ο ραβίνος μου στον Καναδά έλεγε ότι χάρη στη μετάφραση αυτή μπορέσαμε όλοι να έχουμε πίστη για τόσους αιώνες. Πήγαινε πίσω. Μάθε να τραγουδάς τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Και τον Ιώβ. Μην ξεχάσεις ποτέ τον Ιώβ, ναι ναι, τους Ψαλμούς και τον Ιώβ». Αιφνιδιάστηκα και απόρησα. «Κρίμα που δεν έχουμε καιρό να διαβάσουμε μαζί τους Ψαλμούς στα ελληνικά. Θυμάσαι κανέναν αυτή τη στιγμή; Θέλω να ακούσω τη μουσική των λέξεων».
Jorge said
Πράγματι η βίβλος, είναι εκπληκτικό ποιήμα.
Άγνωστων δημιουργών.
Πουλ-πουλ said
Κάπως αναθαρρήσαμε με τον Ροτ την περασμένη Κυριακή, αλλά τελικά μας φάγανε τα σόγια. Από τη μαμά του Λουί στη γιαγιά του Καραλή…
Theo said
@43:
Ο δημιουργός των Ψαλμών είναι άγνωστος; Από πού κι ως πού;
Theo said
5ος ο Τεντόγλου στο Παγκόσμιο Κλειστού Στίβου με 8,14.
Kostas Pitsonis said
Attica
Στις Κυρ, 23 Μαρ 2025, 09:42 ο χρήστης Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία
sarant said
Eυχαριστώ για τα νεότερα!
Τώρα γύρισα, είχα ανέβει στον Υμηττό, από την πίσω πλευρά.
14-16 Μπράβο Σπύρο για τις εξηγήσεις.
22 Μπράβο άλλε Σπύρο, δεν ήξερα ότι είχε περάσει ο συγγραφέας και από τα μέρη σας
24 «Το βιβλίο γράφτηκε σε 20 μέρες»!
26 Ναι; Με δονεί, από εκεί είναι θαρρώ και το «αντραλίζομαι», από το ανατρανίζομαι.
32 Το 1969 δεν είχαμε τηλεόραση, είχε ο αξιωματικός δίπλα και πήγα εκεί να δω την προσσελήνωση. Αυτό παρακίνησε τον παππού μου και αγόρασε, κι έτσι τους πανευρωπαϊκούς του στίβου, τον Σεπτέμβριο, τους είδα σε μας.
Μαρία said
Μια που τα κείμενα είναι μικρά μπήκα στον πειρασμό να τα διαβάσω. Καλή η αφήγηση κι η γραφικότητα αλλά μια και η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1891, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν : τι παλιολλαδίτικος σκοταδισμός!
ΓΤ said
παγκίτης: στο ένα χέρι κινητό στον Stoiximan, στο άλλο ηλεκτρική ρακέτα μυγοπαγίδα. Ο… Τζόκοβιτς της Αγίας Ζώνης…
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
19# Μάλλον εννοεί χαλκομανίες/μεταξοτυπίες/άλλο μαζικής εκτύπωσης μέσα σε κάδρο κρεμασμένο στον τοίχο. Όπως πριν από έναν αιώνα λέγανε μπύρα και εννοούσαν μπυραρία.
freierdenker said
Μου άρεσε πολύ το κείμενο, αναβλύζει νομίζω ανθρωπιά.
Η πρωταγωνίστρια είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, από αυτές που συνήθως αγνοούν οι καλλιτέχνες ως βαρετές. Συνηθισμένη σημαίνει βέβαια και ότι βρίσκεται κάπου στην μέση της κοινωνίας. Τα άκρα ή το περιθώριο εξορισμού δεν μπορεί να είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Ο συγγραφέας όμως κατάφερε να βρει ποίηση σ’ αυτήν την συνηθισμένη γυναίκα.
Η ιδιωματική γλώσσα δυσκολεύει την ανάγνωση. Το πρόβλημα είναι ότι το φολκλόρ της γλώσσας μπορεί να επισκιάσει την οικουμενικότητα του περιεχομένου. Βέβαια, αν η γιαγιά όντως μιλούσε έτσι τι να κάνουμε. Στο κάτω κάτω και για τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μπορεί να λέμε αν μόνο ήταν γραμμένα σε πιο στρωτή γλώσσα, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι ο συγγραφέας τους θα είχε τις ικανότητες να μεταφέρει το ίδιο ποιητικό φορτίο χρησιμοποιώντας μια πιο δημώδη γλώσσα.
Κάνοντας έναν ακόμα παραλληλισμό με έναν άλλο μεγάλο, τα ποιήματα του Καββαδία είχαν μείνει για μεγάλο διάστημα στην σκιά διότι η ιδιαίτερη θεματολογία τους και το ιδιαίτερο λεξιλόγιο τους τα έκανε αντιληπτά ως ποιήματα για την ζωή των ναυτικών. Ο Μικρούτσικος είχε πει ότι η μελοποίηση του βοήθησε να αναδειχθεί η οικουμενική τους διάσταση τους, ελευθερία, έρωτας, υπαρξιακή μοναξιά.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Τον καιρό των γιαγιάδων… Τί ωραίες τέτοιες αφηγήσεις/αναμνήσεις. Δεν ήξερα τον Καραλή και μου τον σύστησε το σημερινό πολύ όμορφα. Κι από τη μια γιαγιά κι από την άλλη μου ήρθαν μνήμες. Ποτέ δεν γελούσε, λέει για τη δική του, ο συγγραφέας, η μια δική μου, όχι μόνο δε γελούσε αλλά ήταν συνέχεια θυμωμένη και μας άφησε και παρακαταθήκη : Έκειοσας απού δε μανίζει*, δεν κατέχει το καλό από το κακό ποιο είναι «. Το επικαλούμαι όταν με εγκαλούν γιατί θυμώνω. 🙂
Στο τελευταίο, φυσικά κύλισαν δάκρυα. Έκλαιγα και παιδάκι, όταν (σπάνια) ανάμεσα στα περδίκια ερχόταν και σκοτωμένος τσαλαπετεινός (στο καφενείο μας γινόταν η μοιρασιά των κυνηγών). Πάνω στα χρυσά του πούλουλα, στο πανώριο λοφίο του, το αίμα του σπαραχτική ομορφιά. Το ξεχώριζα και το έπαιρνα στα χέρια μου, άπλωνα τα φτερούδια, το σκούπιζα, του άνοιγα τα ματια με τα δαχτυλάκια μου και το χάιδευα λυπητερά.
Πέρυσι που ανάστησα το μικρό κισσάκι (πρόπερσι ένα άλλο, ψόφησε σε μερικά 24ωρα, άγνωστο γιατί, ίσως ήταν ήδη άρρωστο, όταν το βρήκα πεσμένο) και το ξανάφησα μετά από μερικές μέρες, στη Ρεματιά, στο χώρο του, μόνο όταν ήρθε η κίσσα και το τάισε τότε το αποχαιρέτησα, ένιωσα βαθιά την αξεχώριστη σχέση μου με τον κόσμο των πουλιών και των δέντρων, της φύσης που λένε.
Γράφω κι ακούω τρίλιες, είναι κοτσίφια στα κυπαρίσια στο τέρμα του κήπου, κι ένα μικροπούλι, μια σταλιά, για μπάμπουρα το πέρασα για μια στιγμή, κάποιο σπινάρι, στριφογυρίζει μέσα στ΄ανθισμένα κλαδιά της κορομηλιάς, κάτι βρίσκει και τσιμπολογά, μπρος στην μπαλκονόπορτα. Ένα θαύμα.
*θυμώνει
Jorge said
#51. Τα έρμα πιθανά είχαν να κάνουν με εριουργεία.
Βιομηχανική κληρονομιά Πελοποννήσου
Costas Papathanasiou said
41,42: Σωστός ο Ρογήριος. Καθαρά παραμυθικό το κείμενο του Καραλή για τον Κοέν, τη φήμη του οποίου μοιάζει σα να εκμεταλλεύεται για να παρουσιάσει (αυτοδιαφημιζόμενος) την δική του διδακτική κοσμοθεωρία.
Διότι αφού -γραπτώς, με γλαφυρότητα περίσσια- μας λέει:“Τον συνάντησα τυχαία σε καφενεδάκι της Ύδρας. Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος του 1978, αν θυμάμαι καλά.[…] Ανταμώσαμε ξανά το 1983 ή ʼ84, στο ίδιο ακριβώς μέρος της Ύδρας, κατά τύχη. Με αναγνώρισε πρώτος και πλησίασε.[…]”, αλλά -προφορικά- ερωτώμενος: “(Ν.Γ.): Θυμάστε πώς έγινε η πρώτη γνωριμία σας;”απαντάει: “(Β.Κ.): Η πρώτη γνωριμία μας(‘84) έγινε, τον πλησίασα εγώ βέβαια, διότι τον είδα να περπατάει στην προκυμαία της Ύδρας και βέβαια , να πω την αλήθεια, το ήξερα ότι ήταν εκεί, ότι έμενε εκεί από τη δεκαετία του ‘60, αλλά ποτέ δεν έμαθα ότι συνέχισε να μένει[…]”(00:54-1:12 Professor Vrasidas Karalis met Leonard Cohen in Hydra in the 80s. Upon his death professor Karalis spoke to Dina Gerolymou about the man, the music and the and the poetry which has touched millions around the globe. https://www.sbs.com.au/language/greek/en/podcast-episode/hydra-was-the-laboratory-of-my-youth-said-leonard-cohen/yc3vgbfio ), είναι σα να ομολογεί ότι πλάθει την πραγματικότητα κατά το δοκούν, τουτέστιν κατά το τερπνόν και ωφέλιμον (το οποίο συνήθως είναι κι αυτό που κόβει (και καλά κάνει) και εισιτήρια πολλά για φιλοθέαμον κοινό: “Speaker Series: Leonard Cohen’s life and music on Hydra-The legacy of a legend ”https://www.eventbrite.com.au/e/speaker-series-leonard-cohens-life-and-music-on-hydra-tickets-1227110914779 ).
Theo said
@55:
Αυτό, λοιπόν, είναι το προβληματικό στο κείμενο του Καραλή 😦
Ευχαριστώ.
ΓΤ said
γυφτοσκέπαρνη Κυριακή
evamaten said
22, 24
Πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη. Ευχαριστώ σας – χαίρομαι πολύ που μαθαίνω γι’ αυτόν τον συγγραφέα. Εξηγεί με απλότητα και ταπεινοφροσυνη τη σχέση του με το παρελθόν, την ανάγκη της αφηγηματοποίησής του, που είναι μια υπαρξιακή ανάγκη αναζήτησης και κατασκευής προσωπικού νοήματος (έχω ψυχή, λέει, υπάρχω).
Και συνειδητοποιώ καλύτερα (σχεδόν απτά) αυτά που λέει ο Σερτώ (Michel de Certeau) για την κριτική ιστοριογραφία που ανασυνθετει μέσα θραυσματικές εικόνες, που εστιάζει στις «ζώνες της σιωπής» στις «αόρατες ή επιδέξια κρυμμένες πτυχώσεις του πραγματικού […] που περιλαμβάνουν την ετεροτητα σε κάθε εκδοχή, […] τον αποκρυφισμό, τη θρησκευτική εκσταση, τη μαγεία, τί; μειονοτικές ή διωκομενες ομάδες, τις γυναίκες τους γέρους και τα παιδιά […] την καθημερινότητα τη μαζική ή λαϊκή κουλτούρα -με άλλα λόγια «την έμμονη παρουσία απουσιών που τα ίχνη τους είναι από τυπωμένα παντού»»
(Από το βιβλίο του Κόκκινου «Η σκουριά και το πυρ», το κεφ. για τον Σερτώ)
ΓΤ said
Μέσα από αυτά τα ιστορήματα, ακούμε την αυθόρμητη καρδιά της γιαγιάς του Καραλή, ένα αφτιασίδωτο θεραπευτικό ωμολάλι το οποίο, ουσιαστικά, βάζει στη θέση του κάθε γραμματιζούμενο που έχει μάθει να ντύνεται δοκησίσοφα κοστούμια.
Αυτό λοιπόν το βιβλίο είναι της γιαγιάς του, γεγονός που δεν δίνει κανένα δικαίωμα στον Καραλή να προβάλλεται εξωφυλλάτος ειδικά εδώ συγγραφέας στο τερμαΰψι της εγωτικής συγγραφικής μαρκίζας.
Εάν αντιλαμβάνομαι σωστά, ουσιαστικά είναι επιμελητής της έκδοσης, αγγελιαφόρος μνήμης χωριού. Χοντρή χωριατιά να τον εισπράξουμε ως συγγραφέα σε αυτή την έκδοση.
sarant said
59 Συγγραφέας είναι, κι ας καταγράφει αναμνήσεις από τις ανιστορήσεις άλλου προσώπου.
ΓΤ said
60 Ντάκμαν
Εάν ίσχυε αυτό που λες, τότε στα
ΓΤ said
60 Ντάκμαν
Εάν ίσχυε αυτό που λες, τότε στα βιβλία για τον Βάρναλη στο «Αρχείο», δεν θα σε βλέπαμε ως επιμελητή. Αλλά σαφώς εσύ έχεις την ποιότητα να μην καπέλωνες ποτέ τη μνήμη του Βάρναλη.
sarant said
62 Ο Βάρναλης άφησε τυπωμένα άρθρα. Μη συγκρίνουμε ανόμοια.
ΓΤ said
63 Ντάκμαν
Τι δικό του έχει σε αυτή την έκδοση ο Καραλής;
gpointofview said
Έ, λοιπόν ο Γιοβάνοβιτς ξύπνησε ή με διαβάζει εδώ μέσα !!!!!!!
Γιαννούλης αντί Τσιμίκα (ταιριάζει με Τζιώλη) και έξω Μασούρας, Μάνταλος !
Καλή επιτυχία !!
sarant said
64 Υπερβάλλεις πολύ.
Costas Papathanasiou said
Ο Κακριδής για τους Γέλληνους:
“Και όμως τα χτίσματα που είχαν υψώσει οι αρχαίοι Έλληνες, αυτά πώς να ξεχαστούν; Όσο και να τα είχαν δαμάσει ο χρόνος και οι άνθρωποι, οι γενεές των Ελλήνων τα έβλεπαν μπροστά τους κάθε μέρα, κάστρα και ναούς και τείχη.[…] Και επειδή ερείπια και τάφοι βρίσκονται σε όλο τον ελληνικό χώρο, οι ιστορίες για τους Έλληνες προβάλλουν σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης, τον Πόντο και την Κύπρο, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη, τη Ρούμελη και το Μοριά, τα Εφτάνησα και τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και την Κρήτη. Οι πιο πολλές από τις παραδόσεις αυτές καταγράφηκαν τον περασμένο αιώνα, σύγχρονες όμως έρευνες έδειξαν πως σε αρκετά μέρη της Ελλάδας η πίστη στους μυθικούς ‘Ελληνες δεν έχει ακόμα σβήσει./ Ότι οι παραδόσεις αυτές στο σύνολό τους δεν είναι πλάσματα των τελευταίων αιώνων, το δείχνει πάνω απ’ όλα το όνομα Έλληνες ακριβώς, που είχε στο μεταξύ αχρηστευτεί ως εθνικό, με την ποικιλία των τύπων που παρουσιάζει στις μαρτυρίες αυτές: Έλληνες, Γέλληνες, Ελλένηδες, Λήνηδες, Έλληνοι, Γέλληνοι, Έλλενοι, Λέλλενοι, Ελληνάδες κτλ. Το θηλυκό: Έλληνη, Έλλενη, Ελλήνισσα, Λήνισσα, Ελλένισσα.”(σ.15-16)
“Το κύριο χαραχτηριστικό των μυθικών Ελλήνων είναι το υπερφυσικό ύψος και η θαυμαστή σωματική αντοχή. Την πρώτη και κύρια αφορμή για μια τέτοια πίστη την προκάλεσαν το δίχως άλλο τα εντυπωσιακά ερείπια των ελληνικών χτισμάτων που βρίσκονται εδώ κι εκεί μέσα στον ελληνικό χώρο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο γιγαντισμός και η ρωμαλεότητα των Ελλήνων βρίσκονται συχνά δεμένα άμεσα με τα παλιά χτίρια. Την πίστη αυτή τη βοήθησε να ρίξει ρίζες και η κοινή στο λαό προκατάληψη ότι οι παλιές γενιές ήταν πιο χεροδύναμες. Έτσι οι Έλληνες παρουσιάζονται να ανήκουν σ’ έναν ιδιαίτερο κόσμο και αντιδιαστέλλονται έντονα με τη σημερινή καχεχτική γενιά των ανθρώπων που χαραχτηρίζονται μύγες, ψοφίμια και κακαντράκηδες.”(σ. 46)
( Ι.Θ. Κακριδή, “Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση”, ΜΙΕΤ 1997, https://epdf.pub/zdownload/-21d0ea10e72a78d59459dfd16352d1e248288.html?ckey=73d11623fb5d8530801ec57bc018f2a1 ).
Georgios Bartzoudis said
# Εστιάζω στη φράση «από το 1964, που κατάλαβα ότι υπάρχω, ώς το 1986 που πέθανε» η γιαγιά. Νομίζω ότι τα περισσότερα [ας πω το 90%] ο συγγραφέας τα έχει βγάλει «απ’ τουν κώλου τ’», όπως λέμε Μακεδονιστί. Ήτοι, δεν πρόκειται για «ιστορήματα» αλλά για μυθιστορήματα που δεν είναι «κομμάτια μιας αφήγησης» αλλά τυχάρπαστες (εν πολλοίς) αλλά και αναχρονιστικές γνώσεις του συγγραφέα: Το 1964 και το 1986, λίγοι θυμούνταν τον Βενιζέλο και λιγότεροι ασχολούνταν με τον Ξενοφώντα ή και με τη φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Μια δασκάλα η οποία περί το 1950 δίδασκε στον βορρά και καταγόταν από την περιοχή του Πύργου Ηλείας (ίσως και από τα Κρέστενα), Ελένη Καπερούνη το όνομα αυτής, δεν είχε καμιά σχέση με μάγους και βελζεβούληδες και ζαβονανάτσιους, και δεν χρειάστηκε ποτέ να θυμηθεί καμιά …αλλοπαρμένη γιαγιά. Μυθιστόρημα πλήρες αναχρονισμών, στην καλλίτερη περίπτωση, η αφήγηση «Σφερδούκλια στο κεφάλι, του Βρασίδα Καραλή», ικανή να παραπλανήσει λόγω των αναχρονιστικών αλμάτων που κάνει.
Μαρία said
24 Κρίμα που η γιαγιά δεν πρόκαμε να γνωρίσει τον Ρόμπερτ, να διαβάσουμε σκηνές απείρου κάλλους.
ΓΤ said
Ροβέρτου απώλεια οδηγός κρεστεναγμών
Αλφα_Χι said
Φωτογραφία Κρήτες χωροφύλακες (που λέει η γιαγιά για τον Βελζεβούλ και ο Β. Κ. στη συνέντευξη, σχ. 24, ότι τους έβαλαν να ξεριζώσουν τη σταφίδα)
Αναφορά στα σχόλια, για την καταδίωξη των Γιαγάδων από Κρήτες χωροφύλακες
Δύτης των νιπτήρων said
71 Α, έχω γράψει κι εγώ για τους Γιαγάδες!
Αλφα_Χι said
72. Το είχα διαβάσει το άρθρο σου!
Πέπε said
68
Α, επιτέλους βρήκαμε τι σημαίνει «μυθιστόρημα»: οι εν πολλοίς τυχάρπαστες και αναχρονιστικές γνώσεις που βγάζει ένας συγγραφέας από τον κώλο του (που μακεδονιστί προφέρεται «απ’ τουν κώλου τ’»).
Ωραία, γιατί είναι σχεδόν καθημερινή λέξη και ήταν κρίμα να μην ξέρουμε τη σωστή της σημασία.
Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said
@65. Τζῆ, ἔπιασε ἡ εὐχή!
Κι αὐτό πού βλέπουμε μέ τούς πιτσιρικάδες, τί εἶναι; Ποδόσφαιρο ἤ τό βάλς τῶν κύκνων; 🙂
(Λίγο ἀκόμα θά ἰδοῦμε..)
Dimitrios Raptakis said
2: Και οι τέσσερεις λέξεις ορθογραφούνται και με τον τύπο που εμφανίζεται στο βιβλίο. Οπότε, προς τι η ειρωνία στον εκδότη;
59: Αν διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο, και ιδίως την απόπειρα εισαγωγής και τον επίλογο, θα καταλάβετε, ελπίζω, τη φόρμα του και το γιατί ο Καραλής είναι ο συγγραφέας του. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τις απόλυτες, κατ’ επιεική χαρακτηρισμό, διατυπώσεις του σχολίου περί χωριατιάς και άλλων ηχηρών παρομοίων…
69, 70: Τα άνοστα ομοφοβικά σχόλια για τον εκλιπόντα σύντροφο του σ. παρέλκουν.
Πέπε said
18
Και είναι η ίδια λέξη. Πώς άλλαξε όμως! Πόση κομψότητα αναδίνει ο ασφόδελος και πόση έλλειψη γάρμπους το σφερδούκλι!
Πέπε said
59
Δεν ξέρω αν είναι διεθνές ή ελληνικό φαινόμενο, αλλά τελευταία βγαίνουν αρκετά τέτοια βιβλία, όπου κάποιος καταγράφει τις αφηγήσεις κάποιου άλλου. Αυτός που καταγράφει, και γενικά που το κάνει βιβλίο, συνήθως θεωρείται συγγραφέας και το υπογράφει, άσχετα αν στον πρόλογο επιμένει ότι έμεινε όσο το δυνατόν πιστότερος κλπ.
Αλφα_Χι said
77.
Asphodelus ramosus subsp. ramosus
κοινώς: σπερδούκλι, σφερδούκλι
«ασφόδελος» κατά Ιπποκράτη
Branched Asphodel
«Μεσογειακό πολυετές ποώδες φυτό με κονδύλους (δηλαδή είναι ένα γεώφυτο).
Ο Άδης, σύμφωνα με τον μύθο, υποδέχεται τις σκιές των πεθαμένων σε ένα έρημο λιβάδι που φυτρώνουν ασφόδελοι, στον ασφοδελό λειμώνα. Εκεί, κατά τον Όμηρο, συναντήθηκαν και οι ψυχές των νεκρών που έπεσαν στην Τροία. Με τους αμυλούχους κονδύλους του πίστευαν ότι μπορούν, έστω και πενιχρά, να τραφούν οι νεκροί κι έτσι φύτευαν ασφόδελους στα νεκροταφεία.
Σήμερα οι υπερπληθυσμοί ασφόδελου, είναι δείκτες υπερβόσκησης: Τα βόσκοντα ζώα δεν τους τρώνε, γιατί στο υπέργειο τμήμα τους φέρουν κρυστάλλους. Έτσι βρίσκουν την ευκαιρία να πολλαπλασιάζονται υπέρμετρα σε βάρος της αρχικής βλάστησης, που λόγω της βόσκησης, υποχωρεί».
Πανεπιστήμιο Αιγαίου |http://lemnos-bg.aegean.gr › plants › 4_asphodelus
PDF
Δύτης των νιπτήρων said
Όλο σχεδόν το έργο του Βαλτινού δεν είναι σ’ αυτό το στιλ; Αφηγήσεις άλλων; Ή και αποκόμματα εφημερίδων και επιστολές στα «Στοιχεία για την δεκαετία του ’60»;
ΓΤ said
78 Πέπε
Με το όνομα της γιαγιάς ο εκδότης θα έψαχνε κέρμα με το κιάλι. Έρχεται το κύρος του καθηγητή να φορεθεί ημίψηλο. Οι 85 σελίδες στα ~12€ ασχολίαστες. Τίμια παντόφλα γιαγιάς με νταουνάντερο φράκο.
ΓΤ said
Σκοτία-Ελλάς 0-3
Πορευθέντες μπαλαδεύσατε πάντα τα έθνη (Ιβάν 28:19-20)
Ο ακολουθών εμοί εν τη Σκοτία προκριθήσεται (Ιβάν 8:12)
ΓΤ said
Και έγινε το φερέφωνο Ακαδημαϊκός…
ΓΤ said
82
Πορευθέντες —> Προκριθέντες
Γιάννης Μαλλιαρός said
Η Κρέστενα στα χαρτιά, τα Κρέστενα στη γλώσσα (των ντόπιων κι όχι μόνο). Με πολλούς Διονύσηδες και Διονυσίες η περιοχή, επίδραση απ’ τον απέναντι άγιο της Ζακύνθου.
Στη διαμάχη ΓΤ – Σαραντ αν ο Καραλής είναι συγγραφέας ή επιμελητής απάντησε ο Μπαρτζούδης. Έμεσα μεν, αλλά -χωρίς να συμφωνώ με τα γραφόμενά του- δείχνει πως το αποτέλεσμα είναι του Καραλή. Αν η γιαγιά τάχε πει ακριβώς έτσι ή αλλιώς ή δεν τάπε καθόλου μόνο ο συγγραφέας το ξέρει. Ούτε καν απομαγνητοφώνηση δεν κάνει, από μνήμης καταγράφει.
spyridos said
59, 60
Το έχω σε ντιβιντί και μου είναι δύσκολο να μεταφέρω το απόσπασμα.
Ο Μαρκές περιγράφει την περίοδο που έγραφε ή μάζευε το υλικό για να γράψει το Εκατό Χρόνια Μοναξιά.
Έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο τη μάνα του στο χωριό και διασταύρωνε τις λεπτομέρειες.
Έλεγε ότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ήταν οι διηγήσεις της.
Προσπαθούσα κάποτε να εξηγήσω ότι με παππούδες από τα Λευκά Όρη και τον Ταύγετο,
όταν πρωτοδιάβασα τα «100 χρόνια …» το 1980, μου φάνηκε απλά ρεαλισμός.
Δεν καταλάβαινα το μαγικός.
Costas Papathanasiou said
Εξαιρετικοί συγγραφείς(;) και οι Γ. Μ. Καλάκης(καταγραφέας)- Σεβαστή Μουταφτσή (ιστορήτρια) :
“(Στους Φιλίππους της Μακεδονίας) το μαρμάρινο μνημείο ενός Ρωμαίου λεγεωναρίου, του Γαΐου Βιβίου, πήρε το αθάνατο τίτλο του παχνιού του αλόγου ή της φοράδας του Μεγ. Αλεξάνδρου. Καταντάει από τετράπλευρο αρχικά να γίνη στρογγυλό, γιατί οι γυναίκες ξύνουν τις άκρες του και βάζουν τη σκόνη στο νερό της μάννας για να κατεβάση γάλα και να ανδρωθή το παιδί. Αυτή είναι για τη λαϊκή μούσα η πελώρια πέτρα που μας έδωσε το ξενόφωνο τοπωνύμιο «Δικελή Τας». Τους υψηλούς, που σαν να προσπαθούν να φθάσουν τον ουρανό πεσσούς (κολώνες τετράπλευρες) μιας πολυτελούς παλαιοχριστιανικής εκκλησίας (βασιλικής) του έκτου μ.Χ. αιώνος, αδιαφορούσα προς την αληθινή των αρχαιολόγων γνωμοδότηση ψάλλει η λαϊκή παράδοσις για παλάτια του Αλεξάνδρου ή του πατέρα του. Μήπως άλλωστε το όνομα της πόλεώς μας (της Καβάλας) δεν σχετίζεται με το περίφημο άλογο του; Τις παραδόσεις και παρετυμολογίες αυτές δεν τις πίστεψαν σοφοί και περιηγηταί που τις άκουσαν ήδη στον δέκατο πέμπτον αιώνα; Είναι όπως βλέπετε πολύ παλιές. Και δεν είναι μόνον η μνημειακή ερμηνεία και η αναγωγή των αρχαίων ευρημάτων σ’ εκείνον. Πλουσία είναι ακόμη και η αφηγηματική προσαρμογή των γεγονότων που σχετίζεται με αυτόν, που εντοπίζονται από την λαϊκή παράδοσι στην περιφέρεια αυτή. Να πώς μας διηγείται την ιστορία του η γριά κυρία Σεβαστή Μουταφτσή από την Αλιστράτη, συνυφασμένη με το άλλο μεγάλο γεγονός που ρίζωσε στη λαϊκή ανάμνησι, το πάρσιμο της Πόλης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ζώσα αυτή πηγή της λαϊκής ιστορίας ούτε αντίκρυσε ποτέ σχολείο και είναι πάνω – κάτω εκατό χρονώ :
Απέ τις Φίλιπποι ίσαμε το Τσαϊλίκι ήταν η Φίλιππας. Απ’ εκεί και πέρα ήταν η Δάρης η βασιλιάς. Για τούτο και σήμερα ακόμη κείνοι που κάθονται κατά σε κείνα τα μέργια: Ροδολείβος, Ζεμάλτι, λέγουνται Δαρνάκηδες κι όλο με το «δαρί» μιλάνε (λ.χ.) δάρι θα πάμε; (=άραγε θα πάμε; Του Δάρη η θυγατέρα πήρε τον Αλέξανδρο. Όντας γεννήθηκε η Αλέξαντρος γεννήθηκε και το Βουδοκέφαλο. Το έδωκεν η Δάρης στον Αλέξανδρο. Ήταν σουμαδιακό άλογο. Ξεκινούσε απ’ το παλάτι του Φίλιππα και στην Καβάλλα ταιργιαζότανε, για τούτο και την είπανε καβάλλα. Σουμαδιακό είναι κοντά στο χάνι και το παχνί που έτρωγε κριθάρι τ’ άλογο. Η Δάρης και η Αλέξαντρος πίνανε απ’ ένα ποτήρι κρασί, που πήγαινε με το ζεντζίρι, σουμαδιακό σα βαρέλι ήταν. Πήγαινε παν’ από τη βάλτα. Σε μια κακή ώρα έσπασε το ζεντζίρι κι έγινε η βάλτα. Ήτανε που θα τούρκευε η χώρα και που θα χανόταν η Χριστιανωσύνη, για ταύτα έσπασε το ποτήρι. Όταν πέθνησκεν η Αλέξαντρος, η γυναίκα της (του) έβγαλε τον κόσμον έξω για να του πη, λέγει, κάτι. Τότες έβγαλε το σπαθί της (του Αλ.) και σκοτώθηκε οκτώ μηνών (έγκυος). Αν γεννούσε το παιδί, τόσο όμορφο ήταν, απ’ ο κόσμος στο μάτι δε θα γλεπόταν. Τώρα χάθηκεν η ράτσα. Οι αδελφές του πέσανε στον Ουρδανοπόταμο και βγαίνουν μια φορά το χρόνο και ρωτούν: «ζάει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;» Κι άμα πης όχι, τότε θυμώνουν. Πρέπει να πης, «ζάει και βασιλεύγει στη Δράμα» [Δικελή Τάς= αλυσίδα, Ουρδανοπόταμο= Ιορδάνην ποταμόν]”// Παραδόσεις ΚΕΕΛ / Α΄- Θ΄ , Γ. Μ. Καλάκη, Από την ζωντανή φυλλάδα του Μεγ. Αλεξάνδρου, Μακεδονικόν Ημερολόγιον, 1939, σελ. 97.
Theo said
Κι ένα ακόμα κείμενο του Καραλή που μου άρεσε: https://www.lifo.gr/apopseis/den-eisai-monos/gramma-apo-ti-mitropoli-tis-monaxias-mia-selfie-toy-brasida-karali-apo (για τη ζωή του στο Σίντνεϊ εν μέσω covid)
Ρε ΓΤ, κάποιες φορές γίνεσαι ξινός παράλογα! Όταν κάποιος απομαγνητοφωνεί και εκδίδει ένα κείμενο ή επιμελείται τα γραπτά ενός άλλου, είναι επιμελητής. Όταν αναπλάθει ένα υλικό (και μάλιστα από μνήμης, όπως εδώ), είναι συγγραφέας. Τελεία και παύλα!
Stazybο Hοrn said
https://archive.istorima.org/map
ΓΤ said
88 Τεό
Ναι, φοβερός γραφιάς εδώ…
Λάμπας said
Στο συγκεκριμένο γήπεδο σκόραρε για πρώτη φορά με την εθνική Αργεντινής ο Μαραντόνα. Άκουσα πως υπήρξε μια φιλολογία τις τελευταίες μέρες για το αν θα συμβεί το ίδιο με τον Καρέτσα. Ανίερες συγκρίσεις.
spyridos said
78
La aventura de Miguel Littín clandestino en Chile (Η περιπέτεια του Μιγκέλ Λιττίν) ,
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφουν (πολύ σωστά) στο όνομα του συγγραφέα.
Ο Μάρκες κάθισε μαζί του ένα τριήμερο με το μαγνητόφωνο και ο Λιττίν του το διηγήθηκε.
Αλφα_Χι said
85.
«Η Κρέστενα στα χαρτιά, τα Κρέστενα στη γλώσσα (των ντόπιων»
Το αντίθετο συμβαίνει: π.χ. Δήμος Ανδρίτσαινας-Κρεστένων, Κέντρο Υγείας Κρεστένων, αλλά αυτό δεν αποκλείει να το λένε και οι ντόπιοι το ίδιο (τα Κρέστενα), ίσως όχι όλοι, όπως ο συγγραφέας.
Jorge said
Μια σύγχυση, την έπαθα με τα σφερδούκλια.
Ήξερα πως είναι αυτό το φυτό :
https://en.wikipedia.org/wiki/Asphodelus_aestivus
και όχι αυτό:
https://en.wikipedia.org/wiki/Asphodelus_ramosus
γνωστό μελισσόφυτο το πρώτο, με κολλώδη βλαστό που βρομάει και δηλητηριώδεις κονδύλους (ισχυρό εμετικό)
evamaten said
59
Δεν έχω ακούσει πιο παράξενη άποψη για τη συγγραφή, Γουτού. Με την ίδια λογική θα γινομασταν όλοι συγγραφείς (έχω δει κι άλλους στα σχόλια με ενδιαφέρουσες γιαγιάδες και είχα κι εγώ τέτοιες, που έζησαν ουκ ολίγα στην προσφυγιά και στον πόλεμο). Αλλά αγνοούμε τη διαμεσολάβηση της μνήμης – που είναι πάντα πολύ άτακτη και «δημιουργική», όσο κι αν εμείς επιδιώκουμε την πιστότητα – αλλά και το έργο της της αφηγηματοποίησης, που ανασυνθετει και νοηματοδοτεί, δίνει προσωπικό νόημα, εκ των υστέρων, στα θραύσματα που φέρνει στο φως η μνημονική ανάκληση.
Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν ισχύει κάτι τέτοιο Γουτού – γι αυτό σε ζηλεύω που γράφεις τόσο όμορφα (άμα έχεις όρεξη), ενώ, συχνά, απλώς καταγράφεις αυτά που σου συμβαίνουν. Η ματιά μας (ή ψυχή μας) τα κάνει όλα ν’ αξίζουν
Λάμπας said
Βγήκε η πέτρα από το πηγάδι, δε χρειάζεται να σπεύσει όλο το χωριό να τοποθετηθεί για τα αυτονόητα.
Jorge said
# 86 Spyridos, η μάνα του Μάρκες είναι από τα Μακοντοχώρια.
όσο για την τελευταία παράγραφο ´ μέχρι κεραίας!
Μαρία said
71 Σ΄αυτούς οφείλονται και επώνυμα σε -άκης στον Έβρο, όλα προσφύγων απο Αν. Θράκη.
72 Στο μεταξύ, όπως εσύ στο τέλος των σχολίων, πήρα κι εγώ το βιβλίο του Βαφέα, Από τον Ληστή στον Αντάρτη, αλλά και το επόμενο Απο τον Λιποτάκτη στον Αντάρτη για τους ανυπότακτους Κρητικούς που δεν το μολογάνε.
76 Στο εξής θα κάνουμε άνοστα σχόλια μόνο για στρέιτ.
Μιχάλης Νικολάου said
49, … το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν : τι παλιολλαδίτικος σκοταδισμός! …
Μόλις καθαρίσαμε με δύναμη τους Σκότους!
Theo said
@90:
Συμφωνώ πως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο αυτό το βιβλίο. Είναι όμως συγγραφέας του ο Καραλής.
Αλφα_Χι said
94. Αυτό το είδος αναφέρει το Παν. Αιγαίου, μαζί με το ιστορικό και τις διάφορες ονομασίες του φυτού (γένος: ασφόδελος) που μας ενδιαφέρουν στη συζήτηση, για το ποια ονομασία ακούγεται πιο ευχάριστα, που είπε ο Πέπε.
Πράγματι, υπάρχουν και τα δύο είδη που αναφέρεις. Ίδιο γένος, διαφορετικό είδος, κανένα μπέρδεμα (ξαδέρφια).
Δύτης των νιπτήρων said
88 «κάποιες φορές»
Theo said
@94:
Σε ποιο από τα δύο είδη αναφέρεται ο Σεφέρης στο τελευταίο ποίημά του;
Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι*
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούνακόμη…
Γαλήνη.
— Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια·*
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:*
«τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι»
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.
31 του Μάρτη 1971 (http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2702/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_B-Lykeiou_html-empl/index_c_02_03.html)
Μαρία said
88 Πολύ ωραίο κείμενο στην αρχή αρχή της πανδημίας.
spyridos said
95
«ενώ, συχνά, απλώς καταγράφεις αυτά που σου συμβαίνουν.»
Εδώ θα διαφωνήσω.
Δεν υπάρχει απλή καταγραφή. Ακόμα και ένας κατάλογος με ψώνια είναι προϊόν συγγραφής.
Αυτά που του συμβαίνουν είναι μοναδικά. Δεν θα συνέβαιναν σε μένα ή σε σένα, όχι έτσι ακριβώς.
Αλλά κι αν ακόμα μας συνέβαιναν δεν ξέρουμε που ακριβώς θα στεκόμαστε στον χωροχρόνο, ούτε ποιου το μέρος θα παίρναμε ή τι θα περιγράφαμε από αυτά που συνέβηκαν και τι θα αφήναμε απέξω.
Ούτε, φυσικά, ξέρουμε αν αυτά που περιγράφει ο ΓΤ (ή όποιος άλλος) συνέβηκαν πραγματικά.
Ο Γκάρι Γουίνογραντ ( Garry Winogrand ) φωτογράφιζε συνεχόμενα και ασταμάτητα σα να ήθελε να καταγράψει όλο τον κόσμο.
Μάλλον πειραχτικά τον ρώτησαν αν ανησυχεί όταν βάζει καινούργιο φιλμ στη (Λάικα) Μ3 (μέγα χρονοβόρο παλούκι), ότι θα χάσει κάποια σημαντική φωτογραφία.
-» Όταν δεν φωτογραφίζω δεν υπάρχει φωτογραφία.»
Όταν δεν καταγράφουμε δεν υπάρχει καμία ιστορία. Κενό.
Ούτε μας συμβαίνει κάτι.
evamaten said
76
Δεν ξέρω αν το αστείο της Μαρίας είναι άνοστο (θέμα γούστου αυτό) αλλά δεν είναι με τίποτε, κτγμ, ομοφοβικό. Όχι γιατί γνωρίζω τη Μαρία ως σχολιάστρια (δυστυχώς όχι περισσότερο), αλλά γιατί είναι φανερό ότι μιλά για το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των εποχών, των τόπων, των αξιών κλπ. Κι αυτό το χάσμα παράγει όντως γέλιο. Σκέφτομαι τις παρεξηγήσεις και τα σκηνικά που δημιουργούνται στις τηλ. σειρές των Ρήγα και Αποστόλου ή στο Κάτω Παρτάλι. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι δημιουργοί και οι συντελεστές τους είναι ομοφοβικοί!
(Οσο για το λογοπαίγνιο του 70 θα μπορούσε να είναι και για γυναίκα, όχι;)
Jorge said
@103 σε κανένα Theo, αυτό είναι στο είδος που ανήκει.
Αλφα_Χι said
103. Άλλο ασφόδελος (με τα δύο είδη) και άλλο ασπάλαθος
Calicotome villosa
Τα λουλούδια μοιάζουν με του σπάρτου αλλά δεν είναι θάμνος, είναι χαμηλό και αγκαθωτό φυτό γι’ αυτό το αναφέρει στο ποίημα ο Σεφέρης.
Λάμπας said
Ο ασπάλαθος είναι το σφέλαχτο, όχι το σφερδούκλι.
https://melissocosmos.blogspot.com/2022/03/asfalachthos-sfelaxto.html
evamaten said
105
Μα αυτό ακριβώς λέω κι εγώ! Ότι «θεωρητικά» απλώς καταγράφει (θα μπορούσε να πει κάποιος σύμφωνα με τη λογική της «απομαγνητοφωνησης»), αλλά στη ουσία είναι συγγραφή (δημιουργία), ξεκάθαρα!
gpointofview said
#75
Κανεις δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως ο Γιοβάνοβιτς νοικοκύρεψε την εθνική. Το θέμα είναι πως πλέον έχει παίκτες πολύ υψηλού επιπέδου που απαιτούν και ανάλογο προπονητή (όπως έγινε όταν η παρέα του Ζαγοράκη βρήκε τον Οττο Ρεχάγκελ ) και όχι βάζουμε από 2 παίκτες του μπιγκφορ και ξενητεμένους όπως έγινε στο α’ ματς
Μαρία said
99 Είναι αυτό που οι Γάλλοι έφαγαν 2 γκολάκια απ’ τους Κροάτες;
evamaten said
110συμπλ
(Άλλωστε, το λέω στο τέλος : η ματιά μας τα δημιουργεί όλα. Όπως ακριβώς λες κι εσύ για τον φωτογράφο στο τέλος του σχολίου σου)
Costas Papathanasiou said
103: Προφανώς αναφέρεται σ’ αυτά τ’ ασφοδίλια (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%86%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%82 _:
https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=3155
https://www.youtube.com/watch?v=XYW9QsYOAvQ Γιάννης Μαρκόπουλος – Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ – Γιώργος Σεφέρης
Theo said
@107, 108:
Τα ‘χω κάνει κουρκούτι στο μυαλό μου. Θυμόμουν κάπου να αναφέρει τον ασφόδελο* και νόμισα που ήταν στο τελευταίο ποίημά του, αλλά εκεί μιλά για ασπαλάθους.
Ευχαριστώ και συγγνώμη 🙂
*Σε μια μετάφρασή του, του Ω της Οδύσσειας:
πέρασαν τις πύλες του ήλιου και τον κόσμο των ονείρων, κι έσωσαν
γρήγορα στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι, όπου κατοικούν οι ψυχές…
Jorge said
Δεν φτάνει δηλαδή, να γράφει κάποιος ψέματα με μελάνι στο χαρτί για να βγάλει χρήματα, αλλά πρέπει να είναι και δικά του. Αλλιώς είναι μυθομανής.
spyridos said
105 συνέχεια
Ένα εντελώς θεωρητικό παράδειγμα, δεν έχει σχέση με τα του ιστολογίου.
Ας πούμε ότι παρατίθεται ένα πόνημα για ιστορικά γεγονότα που σε πολλούς θα φανεί μια απλή καταγραφή, περιγραφικό δηλαδή.
Ή με τα λόγια του ΓΤ:
«Έχουμε μία κρουνηδόν στείρα παράθεση στοιχείων, ένα κρέας στουμπωμένο στην κιμαδομηχανή κι έναν κεφτέ που πλάθεται δίχως κανένα άλλο πρόσθετο για να σερβιριστεί στον ποπολοκότσυφα της αδαημοσύνης από τον Ανώτερο Αναδιφητή.»
Κι όμως ένα τέτοιο περιγραφικό πόνημα, λόγω της στάσης και των επιλογών του συγγραφέα μπορεί να προκαλέσει δυνατά συναισθήματα.
Αντεγκλήσεις, βρισιές, καρδιακές αρρυθμίες, επίκληση θεών και δαιμόνων και άλλα πολλά.
Αν η καταγραφή ήταν απλά καταγραφή δεν θα συνέβαιναν τα παραπάνω.
Jorge said
115 Theo, το είδος που ανήκει, είναι βέβαια η ποίηση.
evamaten said
88
Ωραίος κι εδώ! Έχει κι άλλα άρθρα δικά του (κόλλησα τώρα, βρήκα δουλειά, λες και δεν είχα ήδη πολλή 🙂)
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Να ξέρετε πως τα Σάββατα στο ιστολόγιο σχολιάζουν ο Ντοστογιέφσκης, ο Καμής, ο Χεμινγουέης και ο Κάφκας, όλα σε ένα. Θα σέβεστε.
spyridos said
110
Ναι συμφωνούμε.
Jorge said
@ 120,ΣτοΔγιαλοΧτηνος.
Είναι γνωστό αυτό την Κυριακή όμως είναι με τις παντούφλες, ρέκλα όλοι αυτοί. Βλέπουν μενεγάκη
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Σ’ ένα μικρό Γλωσσάριο Πελ/νησιακής Διαλέκτου/τοπική διάλεκτος Λαδικού Ολυμπίας Ηλείας, Διονύσιου Κανελλακόπουλου, αυτοέκδοση, 2000, γράφει :
Σφερδούκλι το φυτό ασφόδελος (ασφοδείλι).
Το σκουλήκι του σφερδουκλιού ήταν το καλύτερο δώλωμα για να πιάνουν τα αγριοπούλια με τα δόκανα!
Μετά το Γλωσσάρι παραθέτει δυο «Χωριάτικους Διαλόγους του 1947» . Κι εκεί λέει την Κρέστενα.
Αλφα_Χι said
115. τέλος
Σε αυτόν τον μύθο αναφέρεται το σχ. 79, που επικόλλησα. Κάτω : ασπάλαθος
Ασφόδελος
sarant said
Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!
80 Εγώ συμφωνώ πως είναι συγγραφέας ο Καραλής, αλλά του Βαλτινού το»Στοιχεία από τη δεκαετία του 60″, αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, ΔΕΝ είναι αυθεντικά αποσπάσματα από ειδήσεις και επιστολές, αλλά πεποιημένα, φτιαχτά, δικά του.
85β-88β Προφανώς
96 🙂
112 Aυτό. Τώρα παίζουν ρεβάνς, προς το παρόν 0-0
dryhammer said
120. Γι αυτό πάω για ψώνια Παρασκευή απόγευμα, για να προλάβω τον ανταγωνισμό [και γιατί εδώ είναι τα μαγαζιά ανοιχτά, άρα λίγοι στα ΣΜ -περιμένουν τις «προσφορές» των Σαββάτων για να πάρουν το Νόμπελ (το απορρυπαντικό για όσους το θυμούνται)-].*
*Έτσι με τέσσερα (κι ο αστερίσκος πέντε) σημεία στίξης
Theo said
@125α:
Ναι, πεποιημένα.
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
Ωραίες οι αφηγήσεις/ιστορήματα από τους παλιούς, αλλά θαρρώ πως είναι λίγο «δίκοπο μαχαίρι». Ή θα είναι απομαγνητοφωνήσεις -με ελάχιστες παρεμβάσεις για κατανόηση ή ομαλή ροή του λόγου- οπότε δεν είναι ‘συγγραφή’ αλλά παρουσίαση (ή το πολύ επιμέλεια, σχ. 88). Ή θα είναι δημιουργήματα ενός συγγραφέα με βάση αναμνήσεις, δικές του ή άλλων προγενέστερων, οπότε, όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραμόρφωσης των ιστορούμενων και η συνακόλουθη απώλεια γνησιότητας. Εδώ, που ο συγγραφέας ‘καταγράφει αναμνήσεις από τις ανιστορήσεις άλλου προσώπου’ (σχ. 6) έχουμε να κάνουμε με κάτι ενδιάμεσο… (Βλ. και σχ. 78)
26, 30.
Σε όλη την Κρήτη, Jorge, ανα(ε)ντρανίζω = αναθαρρεύω (όπως λες) και –κυριολεκτικά- ανασηκώνομαι, ανορθώνομαι. Πολύ συχνά, κατ’ επέκταση, σημαίνει ‘παίρνω τα πάνω μου’, ειδικά ύστερα από αρρώστια.
==+==
Σε μας ο ασφόδελος – το σφερδούκλι, γίνεται θηλυκό: Η ασφεντιλιά.
Πέπε said
126
Πολλά είναι. Την παύλα δεν την κλείνουμε στο τέλος της περιόδου.
Χαρούλα said
Ρε ΓΤ τι κουτί άνοιξες;;; Εδώ συγγραφέας αποκαλείται ο κάθε ψωνισμένος που γράφει στηρίζωντας την συγγραφή σε σπάνιες λέξεις και φόρτωμα κοσμητικών επιθέτων. Τούτος μας πείραξε; Από ότι είδα δεν δηλώνει κάπου συγγραφέας. Μόνο στα εξώφυλλα των βιβλίων, βαζει ονοματεπώνυμο. Αν και εσύ τα ξέρεις καλύτερα αυτά.
Και για να μην διαφωνούμε,
ο Καραλής είναι άλτης ύψους. Συμφωνούμε;!😉😊
Καλό βράδυ και να ξημερώσει μια εύκολη βδομάδα!
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Νεκρολούλουδο, πολυτραγουδισμένο από τους ποιητές ο ασφόδελος/το ασφοδίλι
107, 🙂
Νάσος Βαγενάς, «Ο Γιώργος Σεφέρης ανάμεσα στα αγάλματα»
(…) Μιλούσες για τους δροσερούς αγάπανθους,
μα ο θόρυβος του χρόνου σε ξυπνούσε
σε σκοτεινά λιβάδια, όπου άνθρωποι γυμνοί,
γονατισμένοι, τρέμοντας στην πυκνή ομίχλη
ψηλαφούσαν ασφοδίλια. (…)
Theo said
@130:
Άλτης του επί κοντώ κι ίσως συγγενής του συγγραφέα (βλ. #37).
evamaten said
41
Ωστόσο, η διαφορετική άποψη δε είναι «κακία» – ούτε έχω δει να χαρακτηρίζεται έτσι στην παρέα του ιστολογίου (πλούτος είναι, πιστεύω). Εντάξει, ομολογώ ότι ενθουσιαστηκα με τον συγγραφέα (σαν νεοφωτιστη🙂) και απορώ τι έχετε να προσάψετε (#41, 42, 55) στο πόνημα και στον συγγραφέα (ίσως κάτι που είναι μόνο για τους γνωρίζοντες ή κάτι που δεν πρόσεξα…)
Χαρούλα said
#132 Theo φυσικά επί κοντώ πηδάει.
Συγχωρέστε με για το λάθος
Λάμπας said
125β. Δεν έχω διαβάσει τα «Στοιχεία», αλλά στο «Συναξάρι» εμφανίζεται και κάποιος μετανάστης από το χωριό του πατέρα μου (ΗΠΑ, αρχές του 20ου αιώνα). Λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος όντως υπήρξε και όντως στις ΗΠΑ έκανε αυτά ακριβώς που λέει το μυθιστόρημα!
spyridos said
115
Στου Ζήσιμου Σίδερη
Πέρασαν τη Λευκόπετρα και του Ωκεανού το ρέμα,
περνούν του Ήλιου την μπασιά, τη χώρα των ονείρων,
κι ευτύς σε λίγο φτάσανε στ’ ασφοδελό λιβάδι,
που μένουν όλες οι ψυχές, των πεθαμένων ίσκιοι.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
128τέλος, Μικ,
και παροιμιακή έκφραση
«Με τ΄ς ασφεντιλιές δεν γ κάνου μεσοδόκια»
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
122# Ώπα λίγο, έχουν ανεβάσει σε μία μέρα δραματοποιημένα κείμενά τους σε δύο κολοσσιαίες παραστάσεις, λαϊκή πρωινή και επίσημη απογευματινή. Δικαιούνται ελευθέρας μέχρι Κυριακή βράδυ.
125# Αυτό ξέρω κι εγώ για τα Στοιχεία. Αν δεν κάνω κι εγώ τραγικό λάθος, μήπως και ο Κορδοπάτης?
Theo said
@133:
Αυτό που βρήκε ο Κ. Παπαθανασίου (#55) :
Στο λινκ του #36 ο Β. Κ. γράφει ότι τον πλησίασε ο Κόεν το 1978 και του άνοιξε την κουβέντα, ενώ σε δύο συνεντεύξεις του λέει ότι πρωτογνώρισε τον Κόεν το 1984 κι ότι ήταν ο Β. Κ. που πλησίασε τον Κόεν.
Αλφα_Χι said
«Το σφερδούκλια στο κεφάλι» σχολιάστηκε; Γιατί δεν το παίρνει το μάτι μου. Είναι αυτό που λέμε βλέπει τα ραδίκια ανάποδα (με βάση τον μύθο); Ή κάπου το εξηγεί και δεν το πρόσεξα;
rogerios said
@133: Απαντώ, καθόσον μνημονεύεται και σχόλιό μου. Κατ’ αρχάς, τίποτε απολύτως δεν προσάπτω στον συγγραφέα για τα σημερινά κείμενα. Αντιθέτως, μπορώ να πω ότι μου άρεσαν. Τα τρία σχόλια δεν σχετίζονται με το βιβλίο που παρουσιάζεται στην παρούσα ανάρτηση, αλλά με άρθρο του Β. Κ. για τον Λ. Κόεν στο οποίο παρέπεμψε ο Theo (μιλώντας επαινετικά). Δήλωσα ότι δεν επιθυμώ να αναλύσω τους λόγους για τους οποίους εκείνο το κείμενο δεν μου άρεσε (δεν έχω καμία διάθεση για αντιπαραθέσεις). Ο κύριος Παπαθανασίου στο δικό του σχόλιο παρέθεσε στοιχεία που απαντούν στα ερωτήματα που θέσατε. Κατά τα λοιπά, θέλω να πιστεύω ότι δεν απαγορεύεται να διατυπώνουμε κατά καιρούς διαφωνίες. Είναι δύσκολο (και μάλλον αφύσικο) να συμφωνούμε όλοι/όλες για όλα…
Jorge said
@140 Αλφα_Χι, αναρωτήθηκα στο σχόλιο 19
…όμως ασφόδελοι στο κεφάλι; Μυρίζουν άσχημα.
ΓΤ said
«Επιτέλους, από κοντά σε είδα»,
είπε ο Κόεν στον Βρασίδα
κι ευθύς έπλεξε ο Προφ το εγώ του
βελονάκι Μολοκότου
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Αυτή την επιμονή στην λογοτεχνία και στην τέχνη (πχ στο σινεμά) να νοιαζόμαστε αν το έργο αποδίδει αυτούσια μια πραγματικότητα, δεν τη γκατάλαβα ποτέ. Σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι/κριτικοί ρωτούν, οπωσδήποτε, τον δημιουργό γι΄αυτό. Τί μας νοιάζει; Όχι, τί μας νοιάζει;
Jorge said
@140 Αλφα_Χι , τώρα που το ξανασκέφτομαι, θυμίζει Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο. Παραγωγικότατος!
Ο οποίος αν ζούσε εδώ και τώρα θα του είχαν μετρήσει τα παΐδια.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
77,
Πέπε κοιτά εδώ, πού έπεσα, σε μια παλιά συζήτηση κι όπως το βρίσκω τώρα να παρατίθεται δεν ξέρω ποιος το λέει, στου Νικοκύρη τον ιστότοπο:
…Ας φανταστούμε κόμη πως ο Μαλακάσης τη λυρική-του συλλογή που της είχε δώσει τον τίτλο «Ασφόδελοι», την ονόμαζε «Σφερδούκλια» ή «Σπερδούκλες», όπως είναι τα κοινά ονόματα αυτού του λουλουδιού. Θα είτανε μεγάλη ζημιά. Εδώ η αρχαία λέξη είναι ασύγκριτα πιο όμορφη απο την κοινή. Μα δεν πρέπει να βιαστούμε απ’ αυτό το παράδειγμα, και από άλλα που θα μπορούσε κανείς να φέρει, και να βγάλουμε λαθεμένα συμπεράσματα, ευνοϊκά για την αρχαϊκή ονομασία. Γιατί ποιός θα υποστηρίξει πως είναι ωραιότερα τα ονόματα «αλουσία» από τη «λουίζα», «αμάρακον» ή «σάμψυχον» από τη μαντζουράνα, «ίασμος» από το γιασεμί, «ώκιμον» από το βασιλικό, «υσνέα» από το νεραϊδόχορτο; Η μαγεία της λέξης δεν έχει τίποτε να κάνει με την αντίθεση καθαρεύουσα ή δημοτική.</p> … (και παρακάτω συνεχίζει ωραία)
https://sarantakos.wordpress.com/tag/%CE%BD-%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82/feed/
Μαρία said
138 βλ. 135 Ναι.
Λάμπας said
138. Χτήνος
Ο Κορδοπάτης είναι από του Δάρα (Ντάρα) της Αρκαδίας. Το επίθετο είναι κοινότατο στο χωριό. Δες επίσης και το σχόλιο 135. Ο πυρήνας της ιστορίας πρέπει να είναι πραγματικός. Άλλο βέβαια η λογοτεχνική της ανάπλαση.
evamaten said
139, 141
Α, ευχαριστώ για την απάντηση. Αυτό ακριβώς είναι που είχα παρεξηγήσει (το κατάλαβα λίγο πριν, που ξανακοίταξα όλα τα σχετικά σχόλια- ευχαριστώ για τη διευκρίνιση, πάντως).
Αλφα_Χι said
145. Αγκαθωτό να μην είναι, τα λουλούδια δεν πειράζουν!
Jorge said
Θα στείλω το ωραιογράφο μου για καλίμπρα σε Ολλανδικό εργαστήριο. Γιατί νάρθηκας και όχι μαράθι; της φωτιάς είναι.
Costas Papathanasiou said
140,142: “Σφερδούκλια στο κεφάλι” : Μάλλον ο τίτλος εννοεί ανάσυρση μνημών εν είδει μνημοσύνου, συνομιλία (στη γλώσσα λουλουδιών που λέει κι ο Σεφέρης παραπέμποντας στον Όμηρο) με τους νεκρούς, παρά Δήμον Ονείρων.
Όπου ένα παραμύθι είναι ωραίο εάν το αναγνωρίζουμε ως τέτοιο, ειδάλλως κάλλιστα μπορεί να γίνει πηγή αποφευγμάτων ή και μέσον εξαπάτησης .
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Βαλτινός από μνήμης, αντάρτης επί ασπαλάθων:
Έκανα ίσια κάτω στα στραβά, μέσα στα σπάρτα και τα σπάλαθρα, κι ένιωθα τα κλαριά τους να με χτυπάνε στο πρόσωπο. Σε λίγο είδα το δρόμο. Πέταξα το στεν, βγήκα καταμεσίς του και σήκωσα τα χέρια ψηλά. Περίμενα να ‘ρθουν να με πιάσουν ή να φάω καμιά σφαίρα στο κεφάλι.
evamaten said
141τελος
Ακριβώς γι’ αυτό ζήτησα να μάθω περισσότερα. Γιατί θεωρώ τη διαφωνία όχι μόνο φυσική, αλλά και ενδιαφέρουσα (και γιατί δεν τη θεωρώ «κακία»)
Jorge said
Αν δεν υπήρχαν διαφωνίες θα κάναμε νανάκια από τις δέκα. 🙂
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
148# Δεν έκανα ριφρές και το έχασα το #135. Ναι, το ξέρω το υπαρκτόν του πράγματος. Παίζει λοιπόν να είναι πράγματι ντοκουμέντο. Και σίγουρα υπάρχει ιστορική βάση. Τι σημαίνει το επώνυμο, ξέρουμε?
Λάμπας said
156. Υποθέτω αυτός που περπατάει (πατεί) κορδωτά (καμαρωτά).
ΓΤ said
100.000€ Τζόκερ απόψε στην Κρέστενα
Missing Ink said
Εμπνέουν διαχρονικά τα ασφοδίλια. Στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών:
“They’re not that different from you, are they? Same haircuts. Full of hormones, just like you. Invincible, just like you feel. The world is their oyster. They believe they’re destined for great things, just like many of you. Their eyes are full of hope, just like you. Did they wait until it was too late to make from their lives even one iota of what they were capable? Because you see, gentlemen, these boys are now fertilizing daffodils…”
Missing Ink said
Αλλά και πιο πρόσφατα, στο ‘Another Love’ του Tom Odell (με το οποίο φαίνεται να ’χει βουρλιστεί μαζικά η νεολαία, χε-χε)
Εχ, τα ζηλεύω και τα χαίρομαι τα μ@λακισμένα X-D
Jorge said
159 Μανουσάκια είναι αυτά ή πιο ρομαντικά κολοκάτσες 🙂
Αγγελος said
Με δανεικό αεροβόλο είχε λοιπόν την πρώτη του κυνηγετική εμπειρία ο αφηγητής; Σφεντόνες δεν είχανε στο χωριό του;
Theo said
@153:
Καταπληκτική μνήμη!
Έκανα ίσια κάτω στα στραβά, μέσα στα σπάρτα και τα σπάλαθρα, κι ένιωθα τα κλαριά τους να με χτυπάνε στο πρόσωπο. Σε λίγο είδα το δρόμο. Πέταξα το στεν, βγήκα καταμεσίς του και σήκωσα τα χέρια ψηλά. Περίμενα να ‘ρθουν να με πιάσουν ή να δεχτώ καμιά σφαίρα στο κεφάλι (έκδ. «Άγρας», σ. 87).
Theo said
@163:
Η Κάθοδος των Εννιά, φυσικά.
Missing Ink said
@161
Στάσου Jorge, γιατί μπουρδουκλώθηκα (σπερδουκλώθηκα)… Δλδ είναι λάθος που το “daffodil” μια ζωή το μεταφράζαμε «ασφόδελο»;
Jorge said
165 Missing Ink Νάρκισσοι δεν είναι αυτοί;
https://en.wikipedia.org/wiki/Narcissus_(plant)
https://el.wikipedia.org/wiki/Νάρκισσος_(βοτανική)
Αγγελος said
ΕΦΗ² (146), ο Καρθαίος είναι, από αυτό το άρθρο του Νικοκύρη.
Missing Ink said
@161
Ξέρω κι εγώ ρε παιδί μου;! Είχα την εντύπωση ότι νάρκισσος=ασφόδελος (εδώ θέλει απορημένη φατσούλα αλλά δεν ξέρω πώς μπαίνει)
Btw Νικοκύρη, έχεις γράψει τίποτα σχετικό; (λεξιλογικό ή/και βοτανολογικό)
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
148, 156, Δανείζεται όνομα και συμβάντα αλλά όλα «λογοτεχνήθηκαν». Η Ιστορία μέσα στη Λογοτεχνία αποτελεί ένα συμπίλημα ατομικών πεπραγμένων, είναι η αίσθηση της Ιστορίας και όχι η γνώση της (Βαλτινός, 1997).
Εποχές και συγγραφείς:
Για την Κάθοδο των εννιά «Όλα είναι φτιαχτά»
Για το Συναξάρι (αφού πει για το υπαρκτό μπαρμπα Αντρέα) λέει ότι κι εκεί και σ΄όλα του τα βιβλία (Στοιχεία του’60, Μπλε βαθύ,…) υπάρχει δεδομένο ιστορικό πλαίσιο, αναγνωρίσιμο από τον πολύ κόσμο, αλλά εκεί μέσα έρχεται ο συγγραφέας και πλέκει και κάνει τη δική του παρέμβαση που μπορεί να φτάνει στα όρια της αυθαιρεσίας, φτάνει να μπορεί να κρατά κάποιες αντιστοιχίες, κάποιες συνέπειες σε σχέση με το ίδιο το πλαίσιο (στο 29: … κ.ε.)
162, Οι σφεντόνες, κάπου το 1972, είχανε όντως ατονίσει και τα φλομπεράκια/αεροβόλα στις δόξες τους
Missing Ink said
…το 168 στο 166 βέβαια, στραβωμάρα!
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
167, Ευχαριστώ σας! Δεν ήμουν σίγουρη έτσι όπως βγαίνει χάρχαλο το κείμενο 🙂 .
zgrisp said
Υπέροχο! Ευχαριστούμε πολύ Νικοκύρη μας!
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
Καλημέρα!
ο ασφεντιλιάς: Τόπος με πολλές ασφεντιλιές (ασφοδέλους).
Ασφεντι(η)λιάς: ύψωμα/κορυφή (970 μ.) στα Ανατολικά Αστερούσια (Μεσαρά). Και να αναφέρουμε τις σωζόμενες γερμανικές οχυρώσεις στον ‘Ασφεντι(η)λιά’, όπου και το λατομείο/σπήλαιο (που λέγανε, κάποια εποχή, ότι ήταν ο πραγματικός Λαβύρινθος). Αυτά τα εντυπωσιακά γερμανικά οχυρωματικά έργα στην περιοχή –ό,τι έχει απομείνει από τις ανατινάξεις των Γερμανών κατά την αποχώρησή τους– είναι σήμερα εγκαταλειμμένα στην τύχη τους, ενώ θα μπορούσαν να αναδειχθούν ως τόπος ιστορικής μνήμης…
137. Την έκφραση αυτή δεν την ήξερα… 👍
Εδώ ένα ‘ιστόρημα’ σχετικό με ασφεντιλιές: https://www.rethemnosnews.gr/apopseis/268840_i-asfentilia-1946-i-1947-mia-pragmatiki-istoria-tis-katohis-sta-kapediana-rethymnis
144, 169.
Ναι, αλλά τότε πρόκειται για μυθ-ιστόρημα. 🙂
Θα υπογραμμίσω όμως (υπερθεματίζοντας) αυτό που σημειώνεις: ’’…φτάνει να μπορεί να κρατά κάποιες αντιστοιχίες, κάποιες συνέπειες σε σχέση με το ίδιο το πλαίσιο’’.
Δυστυχώς, όπως ξέρεις (ξέρουμε) πολλοί συγγραφείς παρεμβάλλουν ή παραποιούν ή και αποσιωπούν γεγονότα, παραβιάζοντας το ιστορικό πλαίσιο, τις περισσότερες φορές σκόπιμα και συνειδητά, για να περάσουν εντέχνως και υποδορίως την –πολιτική βασικά – άποψή τους.
Jorge said
Καλημέρα, καλή εβδομάδα.
Αν και ο λαβύρινθος δεν πολυκατάλαβα πως μπήκε 🙂
# 173 ΜΙΚ_ΙΟΣ, εδώ :
http://geolib.geo.auth.gr/index.php/bssg/article/download/6309/6098
Γιάννης Μαλλιαρός said
Καλημέρα,
93 ΑΧ δίκιο έχεις. Και στα χαρτιά τα Κρέστενα. Οι ντόπιοι το ίδιο, ποιοι λένε το θηλυκό δεν ξέρω.
ΓιώργοςΜ said
Καλημέρα, καλή εβδομάδα!
Πολύ μου άρεσε το κείμενο, δεν το βρήκα καθόλου κουραστικό, παρότι αποσπασματικό. Ιστορίες που παρόμοιες έχουμε να θυμηθούμε λίγο-πολύ όλοι όσοι προλάβαμε τη δεκαετία του 70, άντε 80 στα παιδικά ή εφηβικά μας χρόνια.
Ειδικά για την τελευταία ιστορία, έχω ένα προσωπικό παρόμοιο βίωμα, και με βαραίνει ακόμα, 40 και βάλε χρόνια μετά…
Αλφα_Χι said
152. Ναι, κάτι τέτοιο σκέφτομαι, μύθος, σχέση ασφόδελων και νεκρών. Η ανάσυρση της μνήμης δεν μου είναι τόσο προφανής. Πιστεύω κάπου μέσα στο βιβλίο θα το εξηγεί. Ίσως στο τέλος, για να διατηρήσει ο αναγνώστης την περιέργεια, για το τι εννοεί ο τίτλος, που πρέπει να προσελκύει.
Αλφα_Χι said
175. Οι πιο παλιοί νομίζω. Όπως τα Πράμαντα, αλλά οι ντόπιοι «πήγα στην Πράμαντα». Κάπου βρήκε και η Έφη, χθες, στην Κρέστενα.
sarant said
Kαλημέρα από εδώ!
177 Είχε κρατηθεί, συγγνώμη
168 Όχι, δεν έχω γράψει (ακόμα)
167 Κι έλεγα, από το απόσπασμα της Έφης, ωραία γράφει αυτός
Α. Σέρτης said
Εδώ καλό πράμα: Επιστολές Βρασίδα προς Ευστάθιον (Τσαγκαρουσιάνο):
https://mag.frear.gr/epistoles-pros-eystathion-ex-antipodon/
ΓΤ said
180 Σέρτμαν
αρμένικες, αλβανικές, και αβυσσινιακές πολυκατοικίες
Γελάνε και τα πεύκα…
Theo said
@180:
Τις έχω διαβάσει. Δεν με ενθουσίασαν.
Jorge said
Η Κρέστενα, την έχω ακούσει και χρησιμοποιώ.
Σε λίγο καιρό η καημένη θα πάθει Πρέβελη.
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
174.
Έχεις δίκιο, Jorge! Κακή διατύπωση… Το ‘όπου’ (ήθελα να) αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσαράς!🙂
Jorge said
184 Να ομολογήσω πως δεν το είδα αυτό; 🙂
Όσο για την Κρέστενα την βλέπω σε παλιούς χάρτες σαν Christiana
ΓιώργοςΜ said
175 Όχι πως είναι θέσφατο, αλλά αν ήταν θηλυκό, δεν θα ήταν Κρέσταινα όπως Ανδρίτσαινα, Καρύταινα, κυρα-Γιώργαινα ο Γιώργος σου πού πάει;
Τέτοιες αλλαγές στα τοπωνύμια, που δεν είναι απολύτως διαφανή ως προς την ετυμολογία τους, δεν είναι ασυνήθιστες. Κοντά στο χωριό μου είναι οι Ωρεοί, αλλά πολλοί ντόπιοι λένε «πάμε στην Ωρεοί» (ή μάλλον «στην *Ωρεή», αν ήταν να ακολουθήσει η ορθογραφία το λόγο).
Theo said
@186:
Κι οι Φιλιάτες που οι περισσότεροι ντόπιοι τους λένε το Φιλιάτι.
Αλφα_Χι said
187. Μάλλον όλοι Στο τίτλο το ένα όνομα, στο κείμενο το άλλο.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
19 >>Τι να είναι τα τα έρμα της Τριπόλεως;
Φλασιά, μήπως εννοεί τα παλάτια της Τρίπολης;
Jorge said
189 Δέστε το πολύ ενδιαφέρον στο 54. Είχε βιομηχανίες με ιδιαιτερότητες 🙂
Οσο για τα παλάτια, ίδια θλιβερή τύχη με το Μαλλιαροπούλειο.
Κανείς δεν τα αναζήτηξε, σε κανένα δεν έλειψαν 😦
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
190
Πράγματι, πολύ ενδιαφέρον το 54, το είχα δει, αλλά σήμερα ανάμεσα στα δημοτικά/κλέφτικα τραγούδια ξεφύτρωσε και κείνο (για την άλωση της Τριπολιτσάς μεν αλλά, είπα μην έμειναν στη λαϊκή μνήμη τα «‘ερμα τα παλάτια«) :
Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια
Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.
Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν Εμιροπούλες,
Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη.
-Αχ! πού ’σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;
Ήσουν κολόνα του Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,
Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.
Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μες τα σαράγια.
Ένας παπάς σου τα ’καψε τα έρμα τα παλάτια».
Άλμα μεγάλο ε; Είπα ταιριάζει να λέγονταν έρμα , τα μισοπαρατημένα ανάκτορα, στις αρχές του 20ου αιώνα, σαν χαιρεκακία του κόσμου, ξερωγώ, «μεγαλόπρεπα» αξιοθέατα μες την ερείπωσή τους.
Αλφα_Χι said
Προχτές, πήγα να ζητήσω το βιβλίο και ο βιβλιοπώλης μού είπε: – Α, σφερδουκλιΆ στο κεφάλι.
Δεν ξέρω αν εννοούσε το λουλούδι ή ότι του έπεσε κάτι στο κεφάλι, σε γλώσσα αργκό!