Το φρούτο στον πάτο της φρουτιέρας (διήγημα του Ρέι Μπράντμπερι)
Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2025
Κυριακή σήμερα, έχουμε λογοτεχνική ύλη. Είπα λοιπόν να βάλω ένα διήγημα από αυτά που διάβαζα στα νιάτα μου. Μου άρεσε πολύ, τότε, ο Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury, 1920-2012). Όχι τόσο το Φαρενάιτ 451, το πασίγνωστο δυστοπικό του μυθιστόρημα, όσο τα διηγήματά του -κυρίως επιστημονικής φαντασίας, αλλά όχι μόνο.
Είναι περίεργο, αλλά, παρόλο που λάτρευα τότε τον Μπράντμπερι, εδώ στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει τίποτα δικό του. Ίσως βέβαια να μην είναι και τόσο περίεργο, αφού έχω πολλές δεκαετίες να διαβάσω κάτι δικό του. Πρόσφατα αγόρασα το Κρασί του θέρους, σε μια προσεγμένη έκδοση από την Άγρα, σε νέα μετάφραση (που απομακρύνεται κάπως στον τίτλο, αφού είναι Dandelion wine, κρασί από πικραλίδα κατά λέξη) αλλά δεν μπόρεσα να το συνεχίσω. Μεγαλώνω, φαινεται.
Οπότε, βάζω κάτι που μου θυμάμαι πως είχε πολύ αρέσει τότε που ήμουν νέος. Ένα διήγημα που το πήρα από τη συλλογή «Το Δ του διαστήματος», εκδόσεις Μπουκουμάνη, σε μετάφραση του Φώντα Κονδύλη. Λέγεται «Το φρούτο στον πάτο της φρουτιέρας» και είναι από τα «άλλα» διηγήματα του Μπράντμπερι, αφού δεν είναι επιστημονική φαντασία αλλά αστυνομικό. Γράφτηκε το 1948 και δημοσιεύτηκε με άλλο τίτλο αρχικά σε ένα περιοδικό αστυνομικής λογοτεχνίας, και το 1953, σε νέα δημοσίευση στο περιοδικό του Έλερι Κουίν, πήρε τον οριστικό του τίτλο. Αρχαιολογίες, δηλαδή.
Τώρα που την ξαναείδα, μου φάνηκε πως η μετάφραση σε κάποια σημεία ίσως θέλει χτένισμα, παρόλο που γενικά ο Φώντας Κονδύλης ήταν καλός μάστορας. Αλλά δεν έκανα αντιπαραβολή -κάπου πάντως υπάρχει το πρωτότυπο για όποιον θέλει να εξασκηθεί.
Περισσότερα δεν λέω για να μη σποϊλάρω. Μονοτόνισα και πειραξα ελάχιστα την ορθογραφία. Στο τέλος έχω και οπτικοακουστικό υλικό.
Το φρούτο στον πάτο της φρουτιέρας
Ο Γουίλιαμ Άκτον στάθηκε ορθός. Το ρολόι στο τζάκι χτύπησε μεσάνυχτα.
Κοίταξε τα δάχτυλά του. Κοίταξε και το μεγάλο δωμάτιο ολόγυρά του, κοίταξε και τον άνθρωπο που ήταν σωριασμένος στο πάτωμα. Ο Γουίλιαμ Άκτον… που τα δάχτυλά του χτυπούσαν συνήθως τα πλήκτρα της γραφομηχανής κι έκαναν έρωτα και τηγάνιζαν χοιρομέρι με αυγά για το πρόγευμα, είχαν διαπράζει τώρα ένα έγκλημα με τα ίδια εκείνα στριφογυριστά δάχτυλα.
Ποτέ δε φαντάστηκε τον εαυτό του γλύπτη, κι ωστόσο, αυτή τη στιγμή, κοιτάζοντας ανάμεσα απ’ τα χέρια του το πεσμένο εκείνο κορμί πάνω στο καλογυαλισμένο παρκέ, κατάλαβε πως, με μια καθαρή επιδεξιότητα γλύπτη που τον έκανε να ξαναπλάσει τον ανθρώπινο πηλό ζυμώνοντάς τον και σφίγγοντάς τον ως το θάνατο, είχε αδράξει στα χέρια του κείνο τον άνθρωπο που τον έλεγαν Ντόναλντ Χάξλεϋ, κι είχε αλλάξει τη φυσιογνωμία του, το ίδιο το σχήμα του κορμιού του.
Μ’ ένα λαρύγγωμα είχε εξαφανίσει τη διαπεραστική λάμψη των γκρίζων ματιών του Χάξλεϋ, κι είχε βάλει στη θέση της την τυφλή θολούρα ενός ματιού που φάνταζε ψυχρό μες στην κόχη του. Τα χείλη, πάντα κόκκινα κι αισθησιακά, έχασκαν για να δείξουν την αλογίσια οδοντοστοιχία, τους κιτρινισμένους κοπτήρες, τους κυνόδοντες που ήταν γεμάτοι νικοτίνη, και τους χρυσούς τραπεζίτες. Η μύτη, ροδοκόκκινη άλλοτε, ήτανε διάστικτη τώρα με μικρές πιτσιλιές, άσπρη, άχρωμη σαν τ’ αφτιά. Τα χέρια του Χάξλεϋ, ανοιχτά πάνω στο δάπεδο, για πρώτη φορά στη ζωή τους ικέτευαν, παρακαλούσαν, αντίθετα απ’ ό,τι έκαναν ίσαμε σήμερα.
Ναι, ήταν μια σύλληψη καλλιτεχνική. Η αλλαγή, στο σύνολό της, είχε μετατρέψει τον Χάξλεϋ σ’ έργο τέχνης. Ο θάνατος τον είχε κάνει ευπροσήγορο, καταδεχτικό. Μπορούσες τώρα ν’ ασχοληθείς άνετα μαζί του. Μπορούσες τώρα να του μιλάς, κι εκείνος να ’ναι υποχρεωμένος να σ’ ακούει.
Ό Γουίλιαμ Ακτον κοίταξε τα δάχτυλά του.
Πάει πιά, έγινε. Δε θα μπορούσε τίποτα πια να ξαναλλάξει. Μήπως είχε ακούσει κανείς; Έστησε αφτί. Απέξω, οι φυσιολογικοί θόρυβοι της κυκλοφορίας στο δρόμο συνεχίζονταν κανονικά. Κανένα απότομο χτύπημα στην πόρτα του σπιτιού, μήτε και θόρυβος της πόρτας που την παραβιάζουν για να μπουν, μήτε φωνές που ζητούν να τους επιτραπεί η είσοδος. Ο φόνος, το πλάσιμο του πηλού κι η μεταμόρφωσή του από θερμότητα σε παγωνιά, είχε συντελεστεί πια, και κανείς δεν το ήξερε.
Τώρα τι γίνεται; Το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα. Κάθε παλμός μέσα στο αίμα του γινόταν μια έκρηξη υστερίας που τον έσπρωχνε διαρκώς προς την πόρτα. Να ορμήσει προς τα κει, να φύγει, να το βάλει στα πόδια, και να μην ξαναγυρίσει ποτέ, να μπει σε κάποιο τραίνο, να σταματήσει ένα ταξί, ν’ ανεβεί, να φύγει, να το σκάσει, να περπατήσει, να περιπλανηθεί, αρκεί να ξεγλιστρήσει από δω μέσα!
Τα χέρια του τρεμόπαιξαν μπρος στα μάτια του, ταλαντεύτηκαν, στριφογύρισαν.
Τα ‘παιζε μπρος του αργά, με περίσκεψη. Τα ’νιωθε αέρινα κι ανάλαφρα, σα να ‘ταν φτερά. Γιατί άραγε τα κοίταζε μ’ αυτό τον τρόπο; αναρωτήθηκε. Μήπως υπήρχε κάτι στα χέρια αυτά, κάτι με φοβερό ενδιαφέρον για ν’ αναγκαστεί να σταματήσει τώρα, έπειτα από ’να πετυχημένο στραγγαλισμό, και να τα εξετάσει κόμπο κόμπο;
Ήταν συνηθισμένα χέρια. Ούτε χοντρά, ούτε λεπτά, ούτε μακριά, ούτε κοντά, ούτε τριχωτά, ούτε άτριχα, χωρίς περιποιημένα νύχια μα ούτε και βρώμικα, ούτε μαλακά μα ούτε και ροζιασμένα, ούτε ζαρωμένα μα ούτε κι απαλά. Καθόλου, μα καθόλου δολοφονικά, κι ωστόσο ούτε αθώα. Έδινε την εντύπωση ότι τα κοίταζε σα να κοίταζε κανένα θαύμα.
Δεν ήταν τα χέρια σα χέρια που τον ενδιέφεραν, ούτε και τα δάχτυλα σα δάχτυλα. Μέσα στη μουδιασμένη εκείνη απουσία χρόνου έπειτα από μια τετελεσμένη βία, μόνο στ’ ακροδάχτυλά του έβρισκε ενδιαφέρον.
Το ρολόι χτυπούσε πάντα πάνω στο γείσωμα του τζακιού.
Γονάτισε πλάι στο πτώμα του Χάξλεϋ, πήρε ένα μαντήλι απ’ την τσέπη του Χάξλεϋ κι άρχισε μεθοδικά να σφουγγίζει τα λαιμό του Χάξλεϋ. Σφούγγιζε και μάλαζε το λαιμό, τα πρόσωπο και το σβέρκο με ξέφρενη ενεργητικότητα. Έπειτα στήθηκε ορθός.
Κοίταξε τα λαιμό. Κοίταξε και το γυαλισμένο πάτωμα. Γονάτισε αργά και σκούπισε το χώρο πλάι στο πτώμα, μια δυο φορές, έπειτα συνοφρυώθηκε κι άρχισε με το μαντήλι να σφουγγαρίζει το πάτωμα. Πρώτα, κοντά στο κεφάλι του πτώματος. Έπειτα, πλάι στα χέρια. Κι αμέσως μετά όλο το πάτωμα γύρω γύρω στο πτώμα. Καθάρισε το πάτωμα απ’ όλες τις πλευρές σ’ απόσταση μιας γυάρδας απ’ το πεσμένο πτώμα. Έπειτα, καθάρισε το πάτωμα απ’ όλες τις πλευρές σ’ απόσταση δυο γυάρδες απ’ το πεσμένο πτώμα. Κι έπειτα καθάρισε το πάτωμα απ’ όλες τις πλευρές σ’ απόσταση τρείς γυάρδες απ’ το πεσμένο πτώμα. Έπειτα…
Σταμάτησε.
Είδε για μια στιγμή ολόκληρο το σπίτι, τους διαδρόμους που ήταν γεμάτοι καθρέφτες, τις σκαλιστές πόρτες, τη φίνα επίπλωση. Κι άκουσε —τόσο καθαρά σα να τα επαναλάμβανε λέξη προς λέξη— άκουσε τον Χάξλεϋ να μιλάει μαζί του ακριβώς με τον τρόπο που ’χαν μιλήσει πριν από μια ώρα.
Πρώτα ένα δάχτυλο στο κουδούνι της πόρτας του Χάξλεϋ. Κι έπειτα η πόρτα του Χάξλεϋ που άνοιξε.
«Πώς!» η έκπληξη του Χάξλεϋ: «Εσύ είσαι Άκτον;»
«Πού είναι η γυναίκα μου Χάξλεϋ;»
«Θαρρείς πως θα σου πω πού είναι πραγματικά; Μη στέκεσαι σαν κούτσουρο εκεί πέρα ηλίθιε. Αν θέλεις να μιλήσεις για τις δουλειές σου να μπεις μέσα. Από κείνη την πόρτα. Εκεί. Στη βιβλιοθήκη».
Κι ο Άκτον που άγγιζε την πόρτα της βιβλιοθήκης.
«Ποτό;»
«Ναι, χρειάζομαι ένα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως έφυγε η Λίλυ, πως…»
«Υπάρχει ένα μπουκάλι με κρασί Βουργουνδίας Άκτον. Μπορείς να πας να τα φέρεις, αν δε σέ πειράζει; Είναι σέ κείνο το ντουλάπι».
Ναι, θα πήγαινε να το φέρει. Θα το φούχτιαζε. Θα το άγγιζε. Έτσι κι έκανε.
«Εδώ είναι ορισμένες ενδιαφέρουσες εκδόσεις. Άκτον. Πιάσε τις στα χέρια σου. Όμορφο δέσιμο. Πιάσ’ το, χάιδεψέ το!»
«Δεν ήρθα εδώ για να βλέπω βιβλία, ήρθα για…»
Κι είχε αγγίξει τα βιβλία και το τραπέζι της βιβλιοθήκης, κι είχε αγγίξει το μπουκάλι με το κρασί Βουργουνδίας, κι είχε αγγίξει τα ποτήρια.
Τώρα, σκυμμένος στο πάτωμα πλάι στο παγωμένο πτώμα του Χάξλεϋ, με το μαντήλι στα δάχτυλά του, ασάλευτος, κοίταζε το σπίτι, τους τοίχους, την επίπλωση γύρω του, και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα νιώθοντας να παραλύει απ’ αυτό που κατάλαβε κι απ’ αυτό που αντίκρισε: Έκλεισε τα μάτια του, έριξε μπρος το κεφάλι του, τσαλάκωσε το μαντήλι ανάμεσα στα χέρια του, δαγκώνοντας τα χείλη του.
Ο χώρος ήταν γεμάτος δαχτυλικά αποτυπώματα. Παντού!
«Αν δε σέ πειράζει, πιάσε κείνο το μπουκάλι με το κρασί Βουργουνδίας, Άκτον; Με τα χέρια σου, ε Άκτον; Με τα δάχτυλά σου! Είμαι φοβερά κουρασμένος. Καταλαβαίνεις;»
Ένα ζευγάρι γάντια!
Πριν κάνει το παραμικρό, πριν αρχίσει να σκουπίζει μιαν άλλη περιοχή, πρέπει να βρει ένα ζευγάρι γάντια, αλλιώς, χωρίς να το θέλει, θα μπορούσε να εντοπίσει και πάλι την ταυτότητά του έπειτα απ’ το οποιοδήποτε καθάρισμα.
Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. Περπάτησε μέσα στο σπίτι προς το χολ, εκεί που βάζαν τις ομπρέλες. Το πανωφόρι του Χάξλεϋ. Αναποδογύρισε τις τσέπες.
Δε βρήκε γάντια.
Ξανάβαλε πάλι τα χέρια στις τσέπες, κι ανέβηκε τις σκάλες περπατώντας με ελεγχόμενη σβελτάδα. Καμιά σπαστική κίνηση. Τίποτε το βεβιασμένο. Είχε κάνει το αρχικό σφάλμα να μη φορέσει γάντια (αλλά, στο κάτω της γραφής, δεν είχε σχεδιάσει κανένα φόνο, και το υποσυνείδητό του, που μπορεί να ήξερε για το φόνο πριν ακόμα διαπραχτεί, δεν είχε κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό πως ίσως και να χρειαζόταν ένα ζευγάρι γάντια πριν τελειώσει η νύχτα), και τώρα τον έλουζε κρύος ιδρώτας για μια τέτοια παράλειψη. Έπρεπε να βιαστεί. Υπήρχε πάντα η πιθανότητα να ’ρθεί κάποιος να επισκεφτεί τον Χάξλεϋ, ακόμα και τούτη την ώρα. Πλούσιοι φίλοι που έρχονταν να πιούν ένα ποτό και να φύγουν, άνθρωποι που γελούσαν και φώναζαν και στρογγυλοκάθονταν δίχως πρόθεση να το κουνήσουν. Θα ’πρεπε να βιαστεί. .. ως τις έξι το πρωί, έξω απ’ το σπίτι, την ώρα που οι φίλοι του Χάξλεϋ θα ετοιμάζονταν να σηκώσουν τόν Χάξλεϋ για το αεροδρόμιο, κι από κει στο ταξίδι για το Μέξικο Σίτυ…
Στο πάνω πάτωμα, ο Άκτον τώρα δούλευε πυρετικά, άνοιγε συρτάρια χρησιμοποιώντας το μαντήλι για να μην άφήσει αποτυπώματα. Κάπου ογδόντα συρτάρια, μέσα σ’ έξι δωμάτια, τα έκανε άνω κάτω, και τ’ άφησε όπως λένε με τις γλώσσες τους να κρέμονται έξω, τρέχοντας να βρει άλλα συρτάρια. Ένιωθε απογυμνωμένος, ανίκανος να κάνει το παραμικρό ως τη στιγμή που θα ‘βρισκε τα γάντια. Θα μπορούσε να διατρέξει ολόκληρο το σπίτι με το μαντήλι, σκουπίζοντας προσεχτικά κάθε πιθανή επιφάνεια όπου θα μπορούσαν να ’χουν ακουμπήσει δάχτυλα, κι έπειτα στην τύχη να σκουντουφλήσει σ’ ένα τοίχο, οπουδήποτε, σφραγίζοντας έτσι τη μοίρα του μ’ ένα μικροσκοπικό, σπειροειδές σύμβολο! Θα ’ταν σα να ’βαζε μια σφραγίδα παραδοχής του εγκλήματος, αυτο θα ’ταν!
Πιο πολλά συρτάρια! να ’σαι ήρεμος, να ’σαι περίεργος, να ’σαι προσεχτικός, μονολογούσε.
Στον πάτο του ογδοηκοστού πέμπτου συρταριού, βρήκε επιτέλους ένα ζευγάρι γάντια.
«Ω Θεέ μου, Θεέ μου!» Έπεσε παράλυτος σχεδόν πάνω στο γραφείο αναστενάζοντας. Δοκίμασε τα γάντια, τα κράτησε ψηλά, τα λύγισε με περηφάνια, και τα κούμπωσε. Ήτανε μαλακά, γκρίζα, απαλά στην αφή, άφθαρτα. Θα μπορούσε τώρα να κάνει χίλια δυο τερτίπια χωρίς ν’ αφήσει το παραμικρό ίχνος. Μπρος στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας, πίεσε τη μύτη του με τον αντίχειρα γλείφοντας τα χείλη του.
«Όχι!» ξεφώνισε ο Χάξλεϋ.
Τι διαβολικό, τι πανούργο σχέδιο που ήταν!
Ο Χάξλεϋ είχε πέσει στο πάτωμα επίτηδες! Α, τι σατανικά έξυπνος άνθρωπος που ήταν! Κάτω στο παρκέ είχε πέσει ο Χάξλεϋ παρασύροντας πίσω του και τον Άκτον. Είχανε κυλιστεί κυριολεκτικά πάνω στο πάτωμα, οργώνοντάς το απ’ τη μια άκρη ως την άλλη με τα μανιασμένα δαχτυλικά τους αποτυπώματα! Ο Χάξλεύ είχε ξεγλιστρήσει λίγους πόντους πιο πέρα, κι ο Άκτον που σερνόταν προς αυτόν για ν’ απλώσει τα χέρια στο λαιμό του και ν’ αρχίζει να τον σφίγγει, να τον σφίγγει ίσαμε να πεταχτεί έξω η ζωή του σαν οδοντόκρεμα από σωληνάριο !
Γαντοφορεμένος ο Γουίλιαμ Άκτον, ξαναγύρισε στο δωμάτιο και γονάτισε πάνω στο πάτωμα, αρχίζοντας με σχολαστική επιμέλεια να καθαρίζει ως και την παραμικρότερη λεκιασμένη ίντσα. Έτσι, πόντο πόντο, καθάριζε κι όλο καθάριζε και γυάλιζε το πάτωμα ως το σημείο να μπορεί να δει το ιδρωμένο πρόσωπό του να καθρεφτίζεται μέσα του. Έπειτα πλησίασε σ’ ένα τραπέζι και καθάρισε το πόδι του τραπεζιού, κι ολόκληρο τον όγκο του τραπεζιού από πάνω ως κάτω, απ’ το ’να άκρο ως το άλλο. Πλησίασε σ’ ένα μπολ γεμάτο κέρινα φρούτα, καθάρισε το λεπτοσκαλισμένο ασήμι του, έβγαλε τα φρούτα ένα ένα και τα γυάλισε και τα ’κανε να λάμπουν, αφήνοντας ένα μονάχα φρούτο αγυάλιστο στον πάτο της ασημένιας φρουτιέρας.
«Είμαι σίγουρος ότι αυτά δεν τ’ άγγιξα», είπε.
Αφού καθάρισε προσεκτικά το τραπέζι πλησίασε σέ μια κορνίζα που κρεμόταν από πάνω του.
«Είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν το άγγιξα», είπε.
Και στάθηκε να το κοιτάζει.
Κατόπι κοίταξε τις πόρτες του δωματίου. Ποιες πόρτες άραγε χρησιμοποιήθηκαν απόψε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Τότε λοιπόν, πρέπει να τις σκουπίσει όλες. Άρχισε απ’ τα πόμολα. Τα γυάλισε καλά καλά, κι έπειτα σκούπισε τίς ίδιες τίς πόρτες από πάνω ως κάτω, χωρίς διάκριση. Έπειτα ήρθε η σειρά των επίπλων. Τα χέρια απ’ τίς πολυθρόνες άστραψαν.
«Αυτή η πολυθρόνα που κάθεσαι Άκτον, είν’ ένα παλιό έργο τέχνης, εποχής Λουδοβίκου δέκατου τέταρτου.
Πιάστο! Χάιδεψε το ξύλο του», είπε ο Χάξλεϋ.
«Δεν ήρθα να κουβεντιάσω για την επίπλωση Χάξλεϋ! Ήρθα να μάθω για τη Λίλυ».
«Ω, έλα τώρα, ξέχασέ το! Δεν είναι τόσο σοβαρό για σένα. Αφού το ξέρεις πως δε σε αγαπάει. Μού είπε να φύγουμε αύριο μαζί για το Μέξικο Σίτυ».
«Να πάρει ο διάολος και σένα, και τα λεφτά σου και την καταραμένη σου την επίπλωση!»
«Είναι όμορφη επίπλωση Άκτον. Δείξου ευγενικός κι άγγιξέ την, χάιδεψέ την! Θα σ’ αρέσει…»
Αποτυπώματα μπορεί να βρεθούν και πάνω στο ύφασμα.
«Χάξλεϋ!» είπε ο Άκτον και στήλωσε τα μάτια του πάνω στο πτώμα: «Μάντεψες άραγε πως θα σέ σκότωνα; Μήπως το υποσυνείδητό σου υποψιάστηκε τίποτα, όπως υποψιάστηκε το δικό μου; Μήπως αυτό σου υπαγόρεψε να μ’ οδηγήσεις σ’ όλο το σπίτι φουχτιάζοντας πράγματα, αγγίζοντας πιάτα, πόρτες, πολυθρόνες, ξεφυλλίζοντας βιβλία; Ήσουν λοιπόν τόσο έξυπνος, τόσο πρόστυχα έξυπνος;»
Σκούπισε ψυχρά τις καρέκλες με το σφιγμένο μαντήλι. Τότε θυμήθηκε το πτώμα. Δεν το ’χε «αποξηράνει» κι αυτό. Το πλησίασε, το αναποδογύρισε πότε από δω, πότε από κει, και σκούπισε ολόκληρη την επιφάνειά του. Ως και τα παπούτσια του γυάλισε, μην παραλείποντας το παραμικρό.
Ενώ γυάλιζε τα παπούτσια, το πρόσωπό του πήρε να σιγοτρέμει από ανησυχία. Έπειτα από μια στιγμή σηκώθηκε και πλησίασε εκείνο το τραπέζι.
Έβγαλε πάλι ένα ένα τα κέρινα φρούτα, κι έφτασε στο τελευταίο, στο ξεχασμένο εκείνο φρούτο που βρισκόταν στον πάτο της φρουτιέρας.
«Νιώθω καλύτερα τώρα», ψιθύρισε, και ξαναγύρισε στο πτώμα.
Μα καθώς έσκυβε πάνω απ’ το πτώμα, οι βλεφαρίδες του τρεμόπαιξαν, το σαγόνι του πήγε κι ήρθε, σκέφτηκε! Έπειτα σηκώθηκε και πλησίασε πάλι στο τραπέζι.
Σκούπισε προσεχτικά την κορνίζα.
Κι ενώ σκούπιζε προσεχτικά την κορνίζα ανακάλυψε…
Ο τοίχος!
«Χο!» είχε κραυγάσει ο Χάξλεϋ αποφεύγοντάς τον. Καθώς πάλευαν, του ’δωσε μια δυνατή σπρωξιά. Κι ο Άκτον έπεσε, σηκώθηκε, και, καθώς σηκωνόταν, άγγιξε τον τοίχο για να στηριχτεί και να ορμήσει και πάλι καταπάνω στον Χάξλεϋ. Κι ο Άκτον στραγγάλισε τον Χάξλεϋ. Ο Χάξλεϋ είχε πεθάνει.
Ο Άκτον απομακρύνθηκε σταθερά απ’ τον τοίχο, σταθερά κι αποφασιστικά. Οι βρισιές και το πάλεμα χάνονταν στο μυαλό του. Τ’ απόδιωχνε. Κι είδε τους τέσσερις τοίχους.
«Γελοίο!» είπε.
Με την άκρη του ματιού του είδε κάτι πάνω στον ένα τοίχο: «Αρνούμαι να κοιτάξω», είπε για να διασκεδάσει την εντύπωση: «Και τώρα, στ’ άλλο δωμάτιο! Θα ’μαι μεθοδικός. Για να δούμε… Ήμασταν διαδοχικά μέσα στο χολ, στη βιβλιοθήκη, σε τούτο το δωμάτιο, στην τραπεζαρία και στην κουζίνα».
Υπήρχε μια μικρή κηλίδα στον τοίχο πίσω του.
Στράφηκε ξαναμμένος: «Εντάζει, εντάζει, μόνο και μόνο για να ’μαστε σίγουροι», είπε, κι εξέτασε προσεχτικά τον τοίχο και δε βρήκε την παραμικρή κηλίδα. Α, βέβαια, υπάρχει μια μικρή, μια τοσοδούλα, ακριβώς εκεί πέρα. Την εξαφάνισε κι αυτή. Πάντως δεν ήταν δαχτυλικό αποτύπωμα. Τέλειωσε και μ’ αυτό, και το γαντοφορεμένο χέρι του στηρίχτηκε τώρα στον τοίχο. Ο Άκτον κοίταζε τον τοίχο, το πώς ορθώνονταν δεξιά του κι υψώνονταν αριστερά του, πώς χαμήλωνε κι έφτανε ως τα πόδια του και πώς απότομα σηκωνόταν ως πάνω στο κεφάλι του, κι είπε, «Όχι!» Κοίταζε πάνω, και κάτω, και κατά μήκος και στα πλάγια κι είπε ήρεμα, «Αυτό θα πήγαινε πολύ». Άραγε πόσα τετραγωνικά πόδια κάλυπτε ο τοίχος; «Δε δίνω δεκάρα. Ας πάει στο διάολο», είπε. Όμως τα γαντοφορεμένα δάχτυλά του, αθέατα απ’ τα μάτια του, σάλεψαν πάνω στον τοίχο σ’ ένα ανεπαίσθητο ρυθμό καθαρισμού.
Κοίταξε μ’ επιμονή το χέρι του, κι έπειτα την ταπετσαρία του τοίχου. Έπειτα έφερε τη ματιά του στ’ άλλο δωμάτιο: «Πρέπει να μπω και σέ κείνο το δωμάτιο, να καθαρίσω τουλάχιστο τα στοιχειώδη», μονολόγησε, αλλά το χέρι του, σα να στήριζε θαρρείς τον τοίχο ή τον εαυτό του, παρέμενε υψωμένο. Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
Άφωνος, άρχισε να βουρτσίζει τον τοίχο πάνω κάτω, πίσω μπρος, πάνω κάτω, όσο ψηλότερα μπορούσε να τεντωθεί το χέρι του, κι όσο χαμηλότερα μπορούσε να σκύψει.
«Γελοίο, είναι γελοίο Θεέ μου!»
Μα πρέπει να σιγουρευτείς, του είπε η σκέψη του.
Τέλειωσε τον ένα τοίχο, και μετά…
Προχώρησε σ’ άλλο τοίχο.
«Τι ώρα είναι;»
Κοίταζε το ρολόι πάνω στο γείσωμα του τζακιού. Είχε περάσει μια ολόκληρη ώρα. Ήτανε μία και πέντε.
Και ξαφνικά αντήχησε το κουδούνι.
Πάγωσε ο Άκτον καθώς κοίταζε τώρα την πόρτα, το ρολόι, την πόρτα, το ρολόι.
Κάποιος απέξω χτυπούσε δυνατά.
Πέρασε έτσι μια ατέλειωτη στιγμή. Ο Άκτον κρατούσε την αναπνοή του. Δίχως αέρα στα πλεμόνια του, άρχισε να ζαλίζεται, να παραπατάει. Μες στο κεφάλι του βρυχόταν μια σιωπή από παγωμένα κύματα που σκάνε με πάταγο πάνω σέ σκληρά βράχια.
«Έι, μ’ ακούς;» ξεφώνιζε μια μεθυσμένη φωνή: «Ξέρω πως είσαι μέσα Χάξλεϋ! Άνοιξέ μου, που να σέ πάρει ο διάολος! Μπίλυ-μπόυ εδώ Χάξλεϋ, τύφλα στο μεθύσι σαν κουκουβάγια! Παλιόφιλε μ’ ακούς; Πιο μεθυσμένος κι απ’ την πιο θεόστραβη κουκουβάγια!»
«Φύγε…» ψιθύρισε ο Άκτον δίχως ήχο στη φωνή και σωριάστηκε πάνω στον τοίχο.
«Χάξλεϋ, ξέρω πως είσαι μέσα. Ακούω την ανάσα σου!» ξεφώνισε η μεθυσμένη φωνή.
«Ναι, μέσα είμαι», ψιθύρισε ο Άκτον, κι ένιωσε να σωριάζεται φαρδύς πλατύς και παγωμένος πάνω στο δάπεδο, παγωμένος και σιωπηλός. «Μέσα είμαι».
«Άει στο διάολο!» είπε η φωνή και έσβησε σα μέσα σέ ομίχλη. Βήματα που απομακρύνονταν σουρτά: «Άει στο διάολο…»
Ο Άκτον έμειν’ έτσι για λίγο, νιώθοντας την κόκκινη καρδιά να χτυπάει μες στα κλειστά μάτια του, μες στο κεφάλι του. Όταν άνοιξε τελικά τα μάτια του, κοίταξε τον καινούργιο τοίχο κατευθείαν μπροστά του και μόλις κατάφερε να ψελλίσει: «Βλακεία. Ο τοίχος αυτός δεν έχει τίποτα. Ούτε μια γραντζουνιά. Δε θα τον αγγίξω. Πρέπει να βιαστώ. Να βιαστώ! Περνάει η ώρα! Περνάει! Μου μένουν μόνο λίγες ώρες προτού εισβάλουν εδώ μέσα αυτοί οι ηλίθιοι τύποι, οι φίλοι του!» Απομακρύνθηκε.
Με την άκρη του ματιού του είδε τις μικροσκοπικές αράχνες. Όταν γύριζε την πλάτη του, οι αράχνες ξεπρόβαλλαν απ’ την ξύλινη χαραματιά κι άρχιζαν να πλέκουν επιδέξια τους εύθραυστους και αθέατους μικροσκοπικούς ιστούς τους. Όχι πάνω στον τοίχο που βρισκόταν αριστερά του, αυτόν που τον είχε κιόλας καθαρίσει, αλλά πάνω στους άλλους τρεις τοίχους που δεν τους είχε αγγίξει καν. Κάθε φορά που τις κοίταζε κατάματα, οι αράχνες υποχωρούσαν και κρύβονταν μέσα στις ραγισματιές του ξύλου, μόνο και μόνο για να ξεπροβάλλουν και πάλι όταν αυτός τους ξαναγύριζε την πλάτη. «Εκείνοι οι τοίχοι είναι εντάξει», επέμενε με μια μισοχαμένη φωνή: «Δε θα τους αγγίξω!»
Πλησίασε σ’ ένα μικρό γραφείο όπου είχε καθίσει νωρίτερα ο Χάξλεϋ. Άνοιξε ένα συρτάρι, και φούχτιασε αυτό που γύρευε. Ήταν ένας μικρός μεγεθυντικός φακός που τον χρησιμοποιούσε ορισμένες φορές ο Χάξλεϋ για να διαβάζει. Πήρε το μεγεθυντικό φακό, και πλησίασε άβολα τον τοίχο.
Δαχτυλικά αποτυπώματα!
«Μα αυτά δεν είναι δικά μου!» Γέλασε αδέξια. «Δεν τα δημιούργησα εγώ! Είμαι σίγουρος πως δεν τα δημιούργησα εγώ. Μπορεί κανένας υπηρέτης, κανένας μπάτλερ, καμιά υπηρέτρια!»
Ήταν γεμάτος ο τοίχος από δαύτα.
«Κοίταξε αυτό εδώ», είπε: «Μακρύ και λεπτό, γυναικείο ασφαλώς. Πάω και στοίχημα».
«Ναι;»
«Ναι! Πάω και στοίχημα!»
«Είσαι βέβαιος;»
«Ναι!»
«Σίγουρος;»
«Μα… και βέβαια!»
«Απολύτως;»
«Ναι, που να πάρει ο διάολος, απολύτως!»
«Πάντως, μπορείς να τη σβήσεις κι αυτήν, έτσι δεν είναι;»
«Θεέ μου, νάτη!»
«Καταραμένη κηλίδα, ε Άκτον;»
«Κι αυτή έδώ, κι εκείνη εκεί», έκανε ο Άκτον κοροϊδευτικά: «Αυτή εδώ είναι από κάποιον χοντρό».
«Είσαι βέβαιος;»
«Μην ξαναρχίζεις πάλι τα ίδια!» σφύριξε, και με μια κίνηση την εξαφάνισε. Έβγαλε το ‘να γάντι και κράτησε το χέρι του υψωμένο, τρεμάμενο, μες στο αστραφτερό φως.
«Κοίταξέ το ηλίθιε! Βλέπεις πώς ταιριάζουν οι γραμμές; Βλέπεις;»
«Αυτό δεν αποδείχνει τίποτα!»
« Α, καλά». Έξαλλος, άρχισε να σκουπίζει τον τοίχο πάνω κάτω, πίσω μπρος, με γαντοφορεμένα χέρια, ιδρωκοπώντας, γρυλίζοντας, ιδρωκοπώντας, γονατίζοντας, και πάλι ορθός, κι όλο πιο κόκκινο να γίνεται το πρόσωπό του.
Έβγαλε το σακάκι του. Τ’ ακούμπησε σέ μια καρέκλα.
«Δύο η ώρα», είπε, τελειώνοντας τον τοίχο, στηλώνοντας τα μάτια του στο ρολόι.
Πλησίασε τη φρουτιέρα κι έβγαλε έξω τα κέρινα φρούτα, και σκούπισε εκείνα που βρίσκονταν στον πάτο, και τα ξανάβαλε στη θέση τους για να σκουπίσει κατόπι την κορνίζα.
Κοίταξε τώρα ψηλά, τον πολυέλαιο.
Τα δάχτυλά του συσπάστηκαν έτσι καθώς κρέμονταν στο πλάι.
Το στόμα του άνοιξε κι η γλώσσα του κινήθηκε γλείφοντας πέρα πέρα τα χείλη του. Κοίταξε πάλι τον πολυέλαιο, κι έπειτα κοίταξε πιο πέρα, κι έπειτα πάλι τον πολυέλαιο, κοίταξε το πτώμα του Χάξλεϋ κι έπειτα τον κρυστάλλινο πολυέλαιο που κρεμόταν με τις μακρόστενες σαν ουράνια τόξα κρυστάλλινες σταγόνες του.
Πήρε ένα κάθισμα και το ’φερε ακριβώς κάτω απ’ τον πολυέλαιο. Κι ακούμπησε ένα πόδι πάνω της, το κατέβασε και πέταξε μακριά το κάθισμα, με λύσσα, σέ μια γωνιά, ξεσπώντας σέ γέλια. Έπειτα, βγήκε τρέχοντας απ’ το δωμάτιο, αφήνοντας ένα τοίχο ακαθάριστο.
Μπήκε στην τραπεζαρία. Πλησίασε σ’ ένα τραπέζι.
«Θέλω να σού δείξω τ’ ασημικά μου Άκτον. Τ’ ασημικά και τα μαχαιροπήρουνα. Είναι Γρηγοριανής εποχής», είχε πει ο Χάξλεϋ. Ω, εκείνη η μαυλιστική, ζαλιστική φωνή του!
«Δεν έχω χρόνο», είπε ο Άκτον. «Πρέπει να δω τη Λίλυ…»
«Ανοησίες! Κοίταξε αυτό το ασημένιο αριστούργημα».
Ό Άκτον αδρανούσε πάνω απ’ το τραπέζι, εκεί όπου απλώνονταν τα κουτιά με τ’ ασημικά, ακούγοντας ακόμα μια φορά του Χάξλεϋ τη φωνή, και θυμήθηκε ακόμα μια φορά κάθε χειρονομία και κάθε άγγιγμα.
Ο Άκτον τώρα σκούπιζε τα πηρούνια και τα κουτάλια. Ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο ακόμα και τα κεραμικά. Να τα σκουπίσει κι αυτά!
«Να κι ένα Υπέροχο δείγμα κεραμικής της Γερτρούδης και του Όττο Νάτσλερ, Άκτον. Μήπως την ξέρεις τη δουλειά τους;»
«Είναι υπέροχο».
«Πιάστο! Γύρισέ το απ’ την πίσω μεριά. Κοίταξε αυτό εδώ το μπολ. Τι φίνο! Τι λεπτό! Μισοψημένο στο φούρνο. Κι εύθραυστο σαν κέλυφος αυγού. Απίστευτο δεν είναι ; Κι αυτή η γυαλάδα του! Σέ τυφλώνει σα να σκάζει ηφαίστειο. Πιάστο λοιπόν! Άγγιζέ το! Δε με πειράζει».
ΠΙΑΣΤΟ ΛΟΙΠΟΝ! ΑΓΓΙΞΕ ΤΟ! ΠΑΡΤΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ.
Ο Άκτον άρχισε να κλαίει σιγανά. Εκσφενδόνισε το κεραμικό στον τοίχο. Και το κεραμικό έγινε θρύψαλα, σκορπώντας τα κομμάτια του στο δάπεδο.
Έπειτα από μια στιγμή, βρέθηκε γονατιστός. Πρέπει να βρεθεί, πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί κάθε κομμάτι, κάθε κομμάτι κομματιού. Ηλίθιε, ηλίθιε, ηλίθιε, κραύγαζε, και κούναγε με απόγνωση το κεφάλι, κι έκλεινε και άνοιγε τα μάτια του καθώς έσκυβε κάτω απ’ το τραπέζι. Ηλίθιε, πρέπει να βρεις κάθε κομμάτι, ούτ’ ένα τόσο δα μικρό δεν πρέπει να μείνει. Ηλίθιε, ηλίθιε, και μάζευε. Είν’ όλα εδώ; Τα κοίταζε σωριασμένα πάνω στο τραπέζι, μπροστά του. Ξανακοίταξε κάτω απ’ το τραπέζι και κάτω απ’ τις καρέκλες και στα δωμάτια υπηρεσίας και δε βρήκε ούτε ένα παραπάνω στο φως του σπίρτου που άναψε, κι άρχισε να σκουπίζει και να γυαλίζει κάθε κομματάκι σα να ’ταν πολύτιμες πέτρες. Τ’ αράδιασε όλα με τάξη πάνω στο τραπέζι που άστραφτε απ’ την καθαριότητα.
«Ένα ύπέροχο δείγμα κεραμικής Άκτον. Έλα λοιπόν, πιάστο!»
Ως και τ’ ασπρόρουχα έβγαλε. Τα σκούπισε κι αυτά. και σκούπισε τις καρέκλες, τα τραπέζια, και σκούπισε πόμολα και πόρτες και κάσες παραθύρων, και ράφια και προεξοχές, και σκούπισε το πάτωμα ολόκληρο για να βρεθεί ως την κουζίνα, ασθμαίνοντας, μ’ ένα άγριο λαχάνιασμα, κι έβγαλε το σακάκι του και ξαναφόρεσε τα γάντια του για ν’ αρχίσει να σκουπίζει τα πιατικά… «Θέλω να σού δείξω το σπίτι μου Άκτον», είπε ο Χάξλεϋ. «Πάμε…» και σκούπισε δλα τα σκεύη της κουζίνας, και τις ασημένιες κάνουλες, και τις σουπιέρες, γιατί τώρα, είχε ξεχάσει πια τι απ’ όλ’ αυτά είχε αγγίξει και τι όχι. Μαζί με τον Χάξλεϋ, είχαν αργοπορήσει για λίγο εδώ μέσα, στην κουζίνα, ο Χάξλεϋ περήφανος για την αστραφτερή τάξη της, κρύβοντας τον εκνευρισμό του μπροστά στην παρουσία ενός πιθανού δολοφόνου, θέλοντας ίσως να βρίσκεται πλάι στα μαχαίρια για την περίπτωση που θα τα χρειαζόταν. Κι είχαν χρονοτριβήσει εδώ μέσα, αγγίζοντας πότε τούτο, πότε τ’ άλλο — δε θυμότανε πια τι, και πόσο, και πόσα αντικείμενα — κι ο Άκτον τέλειωσε την κουζίνα, και πέρασε απ’ το χολ για να ξαναβρεθεί στο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο Χάξλεϋ νεκρός.
Έβγαλε μια φωνή.
Είχε ξεχάσει να σκουπίσει τον τέταρτο τοίχο του δωματίου! Κι όταν έφυγε, ξεπρόβαλαν οι μικροσκοπικές αράχνες απ’ τον τέταρτο ασκούπιστο τοίχο, και συγκεντρώθηκαν πάνω σ’ όλες τις επιφάνειες των καθαρών κιόλας τοίχων, ξαναβρωμίζοντάς τους! Πάνω στα ταβάνια, απ’ τον πολυέλαιο, στις γωνίες, πάνω στο πάτωμα, κρέμονταν εκατομμύρια μικροσκοπικοί ιστοί που αχνοσάλεψαν στην κραυγή του. Μικρές, μικρούλες τόσες δα εστίες ιστών, όχι μεγαλύτερες από, από… — τι ειρωνεία! — απ’ το δάχτυλό σου!
Κοίταζε, κι είδε τις αράχνες να ’χουν απλώσει τους ιστούς τους πάνω στην κορνίζα, στη φρουτιέρα, στο πτώμα, στο πάτωμα. Ίχνη ένιωσε τώρα να κινούν το χαρτοκόπτη, να τραβάνε συρτάρια, ν’ αγγίζουν την κορυφή του τραπεζιού, ν’ αγγίζουν, ν’ αγγίζουν, ν’ αγγίζουν τα πάντα και παντού.
Σκούπιζε φρενιασμένος το πάτωμα. Αναποδογύρισε το πτώμα και του φώναξε καθώς το σκούπιζε κι αυτό, σηκώθηκε μετά και προχώρησε και σκούπισε το κέρινο φρούτο στον πάτο της φρουτιέρας. Έπειτα έβαλε μια καρέκλα κάτω απ’ τον πολυέλαιο κι ανέβηκε πάνω της και σκούπισε κάθε μικρή κρεμάμενη φλογίτσα, κουνώντας το σαν ένα κρυστάλλινο ταμπουρίνο ωσότου γέμισε η ατμόσφαιρα με γυάλινους ήχους. Έπειτα πήδηξε απ’ την καρέκλα και φούχτιασε τα πόμολα κι ανέβηκε πάνω σ’ άλλες καρέκλες και σκούπισε τους τοίχους πιο ψηλά, ακόμα πιο ψηλά, κι έτρεξε στην κουζίνα και πήρε μια σκούπα και σάρωσε τις αράχνες απ’ το ταβάνι και σκούπισε το φρούτο της φρουτιέρας και σκούπισε το πτώμα και γυάλισε πόμολα κι ασημικά και βρέθηκε στο χολ μπροστά στη σκάλα που έβγαζε στ’ απάνω πάτωμα, κι ανέβηκε τη σκάλα.
Τρεις η ώρα! Παντού, με μανιακή, μηχανική ένταση χτυπούσανε ρολόγια! Υπήρχαν κάτω δώδεκα δωμάτια, κι οχτώ επάνω. Συλλογίστηκε όλες αυτές τις τεράστιες επιφάνειες και το χρόνο που χρειαζόταν. Εκατό καρέκλες, έξι καναπέδες, εικοσιεφτά τραπέζια, έξι ραδιόφωνα. Άλλα μπρος, άλλα πίσω, άλλα πάνω. Τραβούσε έπιπλα από τοίχους και, κλαίγοντας με λυγμούς, τα καθάριζε απ’ την πανάρχαιη σκόνη που τα σκέπαζε, και τρίκλιζε και ξανανέβαινε τη σκάλα για τα επάνω δωμάτια, φουχτιάζοντας, σβήνοντας ίχνη, σκουπίζοντας, γυαλίζοντας, γιατί αν αισθανόταν ακόμα κι ένα μικρό ίχνος, το ίχνος αυτό θα μπορούσε ν’ αναδημιουργήσει εκατομμύρια περισσότερα! — κι η δουλειά θα ’πρεπε να ξαναρχίσει απ’ την αρχή, και τώρα ήταν τέσσερις η ώρα! — και πονούσαν τα χέρια του κι ήταν πρησμένα τα μάτια ίου και πέταγαν άστρα, κι αυτός σάλευε άτονα εδώ κι εκεί, στηριγμένος σέ πόδια που του ήταν ξένα, με το κεφάλι κάτω, με τα χέρια του να κινούνται διαρκώς, πλέοντας, καθαρίζοντας, σκουπίζοντας, δωμάτιο με δωμάτιο, ντουλάπι με ντουλάπι,..
Τον βρήκαν στις εξίμισι εκείνο το πρωί.
Μες στη σοφίτα.
Άστραφτε απ’ την καθαριότητα ολόκληρο το σπίτι. Ανθοδοχεία έλαμπαν σα γυάλινα άστρα. Καρέκλες είχαν βερνικωθεί. Μπρούντζοι και χάλκινες επιφάνειες αστραποβολούσαν. Πατώματα αντανακλούσαν φως.
Τα πάντα λαμποκοπούσαν, άστραφταν και γυάλιζαν!
Τον βρήκανε μες στη σοφίτα, την ώρα που σκούπιζε τα παλιά μπαούλα και τις παλιές κορνίζες και τις παλιές καρέκλες και τα παλιά αμαξώματα και παιχνίδια και μουσικά κουτιά κι ανθοδοχεία κι ασημικά και ξύλινα αλογάκια και σκονισμένα νομίσματα απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο. Κόντευε να τελειώσει και με τη σοφίτα όταν ο αστυνομικός προχώρησε και στάθηκε πίσω του μ’ ένα περίστροφο στο χέρι.
«Ψηλά τα χέρια!»
Ο Άκτον, καθώς έβγαινε απ’ το σπίτι, πρόφτασε να γυαλίσει το πόμολο της εξώπορτας με το μαντήλι του και να την κλείσει με πάταγο, θριαμβευτικά!
Και μια τηλεταινία βασισμένη στο διήγημα του Μπράντμπερι:







ΓΤ said
«[…] αλλά δεν μπόρεσα να το συνεχίσω. Μεγαλώνω, φαίνεται».
Μακριά από τέτοιες λογικές — διηνεκής ακμή
(κάτι που μου θυμάμαι)
nikiplos said
Η λέξη φρουτιέρα, μου θυμιζει πάντα τη σκηνή από την ταινία «Ο Διαβολάκος» (1988) που έχει παρωδηθεί πολύ…
gpointofview said
Καλημέρα
Δεν μπορώ ν πω πως μου άρεσε ιδιαίτερα- έφτασα μέχρι τή … νιώθοντας την κόκκινη καρδιά… όπου και λόγω αντιπάθειας στον ΟΣΦΠ το σταμάτησα
Jorge said
Θαυμάσιο και το σημερινό.
Είναι στην ουσία ένα κρεσέντο από την εμμονή στην ψύχωση.
Για «Το Κρασί του θέρους» είναι καλή απόδοση, αν δεν το έχουν σκοπό να συνεχίσουν την διλογία 🙂 με το «Αντίο καλοκαίρι» «Farewell summer».
Βέβαια η πικραλίδα και το κράσι της είναι το κέντρο της βαρύτητας, ο «ήλιος» του δωδεκάχρονου Ρέι.
Αναρωτιέμαι ποιός να είναι ο λόγος που μερικοί συγγραφείς έχουν χαρακτηριστεί σαν νεανικοί.
Ο Μπράντμπερι είχε στιγματιστεί από την αρχή σαν τέτοιος.
Ή αυτοί έμειναν νέοι ή εμείς γεράσαμε.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
3 Α, πρέπει να το τελειώσεις.
atheofobos said
Καταπληκτικό διήγημα!
Την λέξη λαρύγγωμα δεν την έχω ξαναδεί.
Jorge said
Βλέπουμε στο παρακάτω σπάνιο βίντεο τον Μπράντμπερι και τον Γκράουτσο, να συνεχίζουν την βαθιά παράδοση του αμερικάνικου χιούμορ (Μπαγκς Μπάνι, Γιοσάμιτι Σαμ και άλλους κατεχόμενους)
sarant said
6 Κι εγώ δεν τη θυμάμαι από αλλού
Theo said
Χριστός ανέστη!
Καλογραμμένο αλλά μου σηκώθηκε η τρίχα πρωί πρωί 😦
Εντάζει, εντάζει -> Εντάξει, εντάξει
Λεύκιππος said
Κι εγώ δεν έχω δει το φούχτιασε. Νομίζω ότι το χούφτωσε είναι συνηθέστερο. Είναι κι εκείνο το «τη χούφτωσες, τη χούφτωσες ;» του Παπαγιανόπουλου στον Κωνσταντάρα.
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!
“Με την άκρη του ματιού του είδε τις μικροσκοπικές αράχνες. Όταν γύριζε την πλάτη του, οι αράχνες ξεπρόβαλλαν απ’ την ξύλινη χαραματιά κι άρχιζαν να πλέκουν επιδέξια τους εύθραυστους και αθέατους μικροσκοπικούς ιστούς τους. Όχι πάνω στον τοίχο που βρισκόταν αριστερά του, αυτόν που τον είχε κιόλας καθαρίσει, αλλά πάνω στους άλλους τρεις τοίχους που δεν τους είχε αγγίξει καν. Κάθε φορά που τις κοίταζε κατάματα, οι αράχνες υποχωρούσαν και κρύβονταν μέσα στις ραγισματιές του ξύλου, μόνο και μόνο για να ξεπροβάλλουν και πάλι όταν αυτός τους ξαναγύριζε την πλάτη.[§83]
Κοίταζε, κι είδε τις αράχνες να ’χουν απλώσει τους ιστούς τους πάνω στην κορνίζα, στη φρουτιέρα, στο πτώμα, στο πάτωμα. [§129]”
Τα χέρια του δολοφόνου συγγραφέα που διαπράττουν το φόνο (στραγγαλισμό) αφήνουν και τα ανεξίτηλα τεκμήρια του εγκλήματος ως τύπους/τύψεις στο θολωμένο του μυαλό,που τα βιώνει σαν μικροσκοπικούς ιστούς αράχνης στους οποίους μένει αυτό, μια μαύρη μύγα, κολλημένο, παγιδευμένο, να παραδέρνει έτσι σ’ ένα καθαρτήριο άνευ καθάρσεως.
Το φρούτο στον πάτο της φρουτιέρας είν’ αυτό για το οποίο η λογική (τ’ απομεινάρια της) του λέει «Είμαι σίγουρος ότι αυτά δεν τ’ άγγιξα»[§45], αλλά το αίσθημα ενοχής που τον τρελαίνει τον κάνει να το καθαρίζει ξανά και ξανά [τουλάχιστον τετράκις : §§ 57, 108,.130(δις)] δοσμένος στην αιώνια καταδίκη του.
[Ωραίο διήγημα αλλά ξεπερασμένο. Σήμερα, αν έψαχνε ο δολοφόνος σε έναν κάδο ανακύκλωσης, θα μπορούσε άνετα να βρει ένα παλιό βίντεο που θα αποδείκνυε ότι το θύμα ‘λαρυγγώθηκε’/καρυδώθηκε μόνο του].
Elias said
Μικρό μυστικό: ο Μπράντμπερι σκέφτηκε κάποτε να ‘ρθει στην Ελλάδα. Αθόρυβα, χωρίς ανακοινώσεις, να συναντήσει αναγνώστες, φίλους δι’ αλληλογραφίας κ.α. Τελικά, λόγω ηλικίας κ υγείας δεν το έκανε
Χαρούλα said
#0 …ο Κρασί του θέρους, σε μια προσεγμένη έκδοση από την Άγρα, σε νέα μετάφραση (που απομακρύνεται κάπως στον τίτλο, αφού είναι Dandelion wine, κρασί από πικραλίδα κατά λέξη)…
Το κρασί Dandelion είναι ένα θεραπευτικό αλκοολούχο ποτό, η συνταγή του όμως ξεχάστηκε εδώ και πολύ καιρό. Είναι φτιαγμένο για να ανασηκώνει τη διάθεσή σας και να χαλαρώνει.
https://gardenlux-el.decorexpro.com/zagotovki/vino/oduvanchikovoe-vino-foto-polza-vkus-otzyvy.html
🫣Εμένα δεν μου άρεσε. Δεν ξέρω τι από όλα, μ’ενοχλεί περισσότερο🤔. Δεν είναι όλα για όλους…🥺
Jorge said
https://jerrywbrown.com/wp-content/uploads/2020/02/The-Fruit-At-The-Bottom-Of-The-Bowl-Bradbury-Ray.pdf
Μπίλι μπόι, είναι το αφελές αγροτόπαιδο, αυτό με τη φόρμα και το στάχυ στο στόμα.
Δύτης των νιπτήρων said
12 Είμαι σίγουρος ότι ήσουν ένας από τους φίλους δι’ αλληλογραφίας. 🙂
Πουλ-πουλ said
Καλή η ιδέα του, αλλά φτάνεις στο τέλος φουρκι…, φουχτιασμένος ήθελα να πω.
Χαρούλα said
Διεθνής ημέρα Μουσείων, σήμερα.
Costas Papathanasiou said
Ενδιαφέρουσα και αυτή η προσέγγιση: https://filmfreeway.com/TheFruitatTheBottomofTheBowl ‘The Fruit at the Bottom of the Bowl’ by Anna Graber
Director Statement
This piece explores how guilt can distort time, memory, and identity. Rather than focus on external action, I wanted to explore an internal unraveling, psychological in nature. I approached the story as a visual poem, where sound, rhythm, and framing express the character’s internal turmoil.
Inspired by Bradbury’s original short story, I deviated from the narrative’s literal details in favor of emotional ambiguity, allowing viewers to interpret whether the protagonist is guilty, haunted, fractured by grief, or if she simply imagined everything as a projection of her internal chaos.
spyridos said
λαρυγγώνω
συνηθισμένη και αρκετά συχνή λέξη πριν κάμποσες δεκαετίες.
Λάμπας said
Με κούρασε, αλλά, τελικά, μάλλον το άξιζε.
«που τα δάχτυλά του χτυπούσαν συνήθως τα πλήκτρα της γραφομηχανής κι έκαναν έρωτα«: Τι εννοεί;
11. «Ωραίο διήγημα αλλά ξεπερασμένο.Σήμερα, αν έψαχνε ο δολοφόνος σε έναν κάδο ανακύκλωσης, θα μπορούσε άνετα να βρει ένα παλιό βίντεο που θα αποδείκνυε ότι το θύμα ‘λαρυγγώθηκε’/καρυδώθηκε μόνο του»
Σωστός, κύριε Παπαθανασίου!
Elias said
15 Απλώς έτυχε να το μάθω, τίποτα περισσότερο. Θα με τιμούσε να ‘μαν φίλος του Ρ. Μπράντμπερι, έστω δι’ αλληλογραφίας
Jorge said
20. Ήξεραν να θωπεύουν, να χαϊδεύουν, εννοεί.
Jorge said
21. Στις βιογραφίες του δεν αναφέρεται τίποτα.
Αλλά η αλληλογραφία του είναι περιορισμένη, φυσικά.
evamaten said
Πολύ ωραίο και το σημερινο!
(Ωραία η «ροή συνείδησης» σε αυτό το ψυχολογικό, αλλά και υπαρξιακό θρίλερ – ελευθερία βούλησης/ ντετερμινισμός και τα τοιαύτα. Πάλι σκέφτομαι ότι το έχω αδικήσει αυτό το είδος, δεν του έχω αφιερώσει τον χρόνο που αξίζει)
—–
#11
Τι ωραίο αυτό το σχόλιο με τις αράχνες!
—–
«[…] αλλά δεν μπόρεσα να το συνεχίσω. Μεγαλώνω, φαίνεται».
Λες να γίνεσαι, ξεκινώντας από τον Μπραντμπερι, σαν τον φίλο σου που δεν διαβάζει κάτι που δεν έχει ξαναδιαβάσει; 🙂🙂 (μπα, αποκλείεται!)
#1
Α να μπράβο 🙂
evamaten said
20, 22
Ωραία ερμηνεία, Χόρχε, αλλά μην ξεχνάμε ότι είναι ένα απλό πολυσυνδετο όπου τα «και» συνδέουν διαφορετικές, και συνηθισμένες (και δημιουργικές) δραστηριότητες, σε αντιδιαστολή με τον φρικτό φόνο. (Δηλαδή, το «έκαναν έρωτα» δεν συνδέεται με τη γραφομηχανή!)
Jorge said
25. Για τη γυναίκα του ψάχνει.
Θέλει να πεί πως τα χέρια του δεν ήξεραν να κάνουν άλλες δουλειές.
Αλφα_Χι said
10. «Κι εγώ δεν έχω δει το φούχτιασε.»
Φούχτα λέγεται πάντως:
«Ένας άνεμος που πέρασε μες απ’ το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Τους σκότωσαν.
Οι άνθρωποι στέκονται βουβοί μες στον αγέρα
με δυο χοντρές γροθιές σφιγμένες μες στις τσέπες τους.
Δεν ακούς τίποτα.
Μόνο που τρίζουν οι αρμοί στα δάχτυλα τους
καθώς σφίγγουν στη φούχτα τους τον πόνο».
Γιάννης Ρίτσος
30 του Μάρτη 1952
Και σε τοπικό λεξιλόγιο (Πανδώρα, σ. 383) βλ. pdf [κάτι σαν λ είναι ι με παύλα ή συγκεκριμένο τυπογραφικό στοιχείο; ]
(Στην ίδια σελίδα παρατηρώ και τη λέξη Φουντούλης = ο ελαφρόμυαλος και θυμάμαι τον Φουντούλη στα Ψηλά Βουνά του Ζ. Παπαντωνίου)
Αλφα_Χι said
19.
«λαρυγγώνω»
Πιο συνηθισμένο ήταν το καρυδώνω: «-Μη σε πιάσω, θα σε καρυδώσω!» (θα σε πνίξω).
Jorge said
Νομίζω πως καρυδώνω είναι το σφίξιμο του μήλου του Αδάμ.
ΓΤ said
Ντάκμαν
Όπως λοιπόν ακούς να λένε
ότι το πένθος στην Ηλέκτρα
δεν ταιριάζει
έτσι στον Ντάκμαν
δεν του πρέπει
το μαράζι
Μόνο γραπτά με βένθος
η ζωή του…
Μακριά λοιπόν, ρε Νίκο μας, η μίρλα
ακόμα κι αν γένεις ντίρλα
πάντα σ’ ωραίες αράδες
ξακλούθα να βαδίζεις
πλούσιος με όσα κέρδισες
στο δρόμο των αράδων
Πάντα το βιβλίο να έχεις προσκεφάλι
να το σερβίρεις εδώ στο ιστολόι
καθώς αργοξεκούκι της ζωής
το κομπολόι…
ΓΤ said
σ’ ωραίες σελίδες
sarant said
24 Γεια σου Εύα!
freierdenker said
Σίγουρα πάρα πολύ καλογραμμένο, από μάστορα της γραφής.
Το ζήτημα νομίζω ότι είναι αν τελικά ο αναγνώστης θα πιστέψει τον συγγραφέα. Αυτό είναι κρίσιμο σε όλα τα έργα που δεν βασίζονται τόσο στην καλλιτεχνική γραφή, όσο στην θεατρικότητα αυτού που περιγράφουν.
Δεν είναι απλά ζήτημα αληθοφάνειας της πλοκής. Ο αναγνώστης πρέπει να πιστέψει και την γνησιότητα των λεπτομερειών, αλλά και να πιστέψει και να αποδεχθεί και τον συμβολισμό. Και βέβαια το να είσαι νέος βοηθάει πολύ σ’ αυτό, με την ηλικία γινόμαστε πιο καχύποπτοι.
Κατά την καχύποπτη γνώμη μου ο συγγραφέας βασίζεται υπερβολικά σε ένα από τα παλιότερα, πιο διαδεδομένα, αλλά και αποτελεσματικά μέχρι ενός σημείου, κόλπα του ψεύτη. Πες το ψέμα σου με αυτοπεποίθηση και ο άλλος θα σε πιστέψει. Μου άφησε δηλαδή την υποψία ότι πίσω από αυτόν τον ο κατάλογο λεπτομερειών και συμβολισμών που ο συγγραφέας παραθέτει με εξαιρετική αυτοπεποίθηση, υπάρχει ένας σχετικά χοντροκομμένο ψέμα, δηλαδή ένας ανεπαρκώς δουλεμένος μύθος.
Για κάποιο λόγο πάντως, αν και το διήγημα δεν με έπεισε, την ταινία την πίστεψα.
Jorge said
Ένας λογοτέχνης γράφει συνήθως ψευτιές και μάλιστα ο συγκεκριμένος δημιουργός προσποριζόταν από αυτά τα ωραία ψέμματα. 🙂
aerosol said
Πολύ αγαπημένος ο Μπράντμπερυ!
Κι εγώ τον έχω συνδέσει με την δική μου νεότητα. Έχει μια νοσταλγική και ποιητική παιδικότητα. Απ’ την άλλη, όταν ξαναδιάβασα τα διηγήματά του (κάποια είναι αριστουργήματα) ένιωσα πως ήταν και πολύ πιο σκοτεινά απ’ όσο τα ένιωθα μικρός.
Elias said
Αυτό που με γοήτευε στον Μπράντμπερι: ο ήρωές του πάντα ήταν εύθραυστοι
Ο ήρωας του Μπράντμπερι είν’ ένας μικρός άνθρωπος μέσα σ’ έναν μεγάλο κόσμο που τον παρασέρνει, είτε θετικά είτε αρνητικά. Όμως ποτέ δεν είναι κατακτητής, χειριστής, manipulator του κόσμου
Μέχρι σήμερα συνεχίζω να το βρίσκω υπέροχο (παρόλο που κ εγώ έχω δεκαετίες να τον διαβάσω)
Jorge said
Άμα είναι καλός ο ποταμός χαίρεσαι να τον ξαναδιασχίζεις.
Με αυτή την έννοια τον δημιουργό Μπράντμπερι τον έχω λειώσει.
sarant said
35-36 Ομολογώ ότι μου άνοιξε η όρεξη για μια επίσκεψη στα διαβάσματα της νιότης μου
atheofobos said
38
Δεν ξέρω αν διαβάζοντας ξανά σήμερα παλιά αγαπημένα βιβλία του Κρόνιν ή της Περλ Μπάκ πχ ή ακόμα και αστυνομικά όπως του Ερλ Στάνλευ Γκάρντνερ ή του Ελερι Κουήν θα αποκομίζαμε την ίδια με τότε ευχαρίστηση.
ΓΤ said
Ακλισιά του κερατά από τα γαμώσκυλα της ΕΡΤ. Ντοκιμαντέρ για μεγάλους κολυμβητές, κι έρχεται η ώρα για τον Μαρκ Σπιτς το 1972 στο Μόναχο με τα 7 χρυσά. Σκάει η κάρτα: Τα επτά χρυσά του Μόναχο
Λάμπας said
40. Ούτε αυτό δεν ξέρουν;
Λάμπας said
Εντάξει, ο Άκης Πάνου είναι ξεπερασμένος και καθόλου κορέκτ. Ούτε την Μπάγερν Μονάχου; Το ‘γραψα και χτες, συνεννοημένοι είναι. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.
Μαρία said
42 Και να πείς οτι έτσι το λένε οι Γερμανοί! Εμείς πήραμε το ιταλικό Monaco και αντικαταστήσαμε το κ με χ.
Elias said
Δημοψήφισμα: αγαπημένο κείμενο του Ρέι Μπράντμπερι; Ψηφίστε ελεύθερα, ξεκινώ:
Γ) Διηγήματα από δω κ από κει, ξεχνώ τίτλους
Β) Ο θάνατος είναι μια μοναχική υπόθεση
Α) Κάτι στοιχειωμένο έρχεται κατά δω
Jorge said
44. Δεν το περίμενα από Χούζιερς.
https://liberalarts.indianapolis.iu.edu/centers/bradbury-center/
sarant said
44 Aπό δω κι από κει
39 Και με ταινίες συμβαίνει αυτό. Τις είχαμε δει στα νιάτα μας και τις λατρέψαμε, τις ξαναβλέπουμε και (κάποτε) ξενερώνουμε.
Χαρούλα said
Συμβαίνει και το αντίθετο. Να μας απογοητεύσουν τότε (πχ στην εφηβεία) και να τα εκτιμήσουμε αργότερα. Μου συνέβει με το Κουρδιστό Πιρτοκάλι. Ο χρόνος, η μόρφωση η συναισθηματική κατάσταση και οι εμπειρίες συντελούν.
Stazybο Hοrn said
Σταμάτησε να βάζεις οτιδήποτε άλλο τις Κυριακές, παρά μόνο Τζι. Ή έστω, παίρνε την άδειά του πιο πριν. Ε, μα πια!
Costas Papathanasiou said
Δεδομένου ότι τα δάχτυλα ευθύς εξ αρχής περιγράφονται ως οι κατ’ ουσίαν ένοχοι που όσο και να προσπαθήσουν είναι αδύνατον να κρυφτούν, ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον έχει η φράση “ With a twist of his fingers (§4 ‘Μ’ ένα λαρύγγωμα’) η οποία θα ήταν προτιμότερο να αποδοθεί, όπως στο πρωτότυπο, περιφραστικά : “Μ’ ένα δάχτυλων στρίψιμο του λαρυγγιού” ώστε το όπλο του εγκλήματος να κατονομάζεται ευθέως.
Εξ άλλου η αναπότρεπτη δακτυλική εγκληματικότητα δηλώνεται αφενός ως στραγγαλισμός στη μέση του διηγήματος (“Κι ο Άκτον στραγγάλισε τον Χάξλεϋ”/ He strangled Huxley- §63 ), αφετέρου ως “επιτυχημένο λαρύγγωμα” ( successful throttling) στην §11, ενώ και η δακτυλοσκοπική εμμονή, η αποστασιοποίηση του δράστη, το σάλεμα, το ψήλωμα του νου του, αρχίζει αμέσως μετά το έγκλημα καθώς αυτός θαυμάζει το πτώμα σαν έργο τέχνης και ως εκ τούτου και τα χέρια που το εποίησαν: “Έδινε την εντύπωση ότι τα κοίταζε σα να κοίταζε κανένα θαύμα./ Δεν ήταν τα χέρια σα χέρια που τον ενδιέφεραν, ούτε και τα δάχτυλα σα δάχτυλα. Μέσα στη μουδιασμένη εκείνη απουσία χρόνου έπειτα από μια τετελεσμένη βία, μόνο στ’ ακροδάχτυλά του* έβρισκε ενδιαφέρον’ (*the tips of his fingers- §§12,13).
Συναφούς, επομένως, μεταφραστικού προβληματισμού και η φράση : .
«Κοίταξέ το ηλίθιε! Βλέπεις πώς ταιριάζουν οι γραμμές; Βλέπεις;»(§103) : Εδώ ως ‘γραμμές’ αποδίδεται η αγγλ.λ. “whorl(s)”= το σχέδιο θηλοειδών γραμμών, το ιχνότυπο στριφογυριστών γραμμών που αφήνουν στις επιφάνειες που αγγίζουν οι ακρολοφίες των δακτύλων [ νεολογισμικά: σπειρόγραμμα ή γραμμοσημία, ώστε: whorled fingers= (‘στριφογυριστά’- §2) σπειρογραμμωτά ή γραμμοσημασμένα δ. και whorling symbol!= σπειροειδές σύμβολο! (§37) ή σπειρογραμμικό σ. ! ].
Σημειωτέον ότι στην προαναφερθείσα παράγραφο λείπουν (άγνωστο γιατί) οι συνακόλουθες τρεις προτάσεις: “Like those waxen seals in the old days when they rattled* papyrus, flourished ink, dusted all with sand to dry the ink, and pressed their signet rings in hot crimson tallow at the bottom. So it would be if he left one, mind you, one fingerprint upon the scene! His approval of the murder did not extend as far as affixing said seal.” ( Όπως σ’ εκείνα τα βουλοκέρια τις μέρες τις παλιές των ιερών* παπύρων, των κονδυλογραμμένων και πασπαλισμένων με άμμο ψιλή για να στεγνώσει το μελάνι, που είχαν το πάτημα δαχτυλιδιού με σφραγιδόλιθο πάνω σε κόκκινο ζεστό στάλαμα ισπανικού κηρού στο κάτω μέρος. Έτσι θα ήταν αν είχε αφήσει ένα, σκέψου, έστω κι ένα αποτύπωμα επί σκηνής! Η προσυπογραφή του εγκλήματός του δεν θα διέφερε απ’ το να ‘βαζε έτσι, λέμε, μία δική του βούλα.)/ *για το ενδιαφέρον ‘ανάδεμα παπύρων’ μέσω σείστρων βλ. https://isiopolis.com/2020/02/09/the-sistrum-of-isis/ κ.ά.
Τέλος, το ως άνω σκηνικό του Μπράντμπερυ θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ορμητήριο του εικονογραφημένου ανθρώπου του οποίου οι ιστορίες τελειώνουν ως εξής:
The picture on his back showed the Illustrated Man himself, with his fingers about my neck, choking me to death. I didn’t wait for it to become clear and sharp and a definite picture.
I ran down the road in the moonlight. I didn’t look back. A small town lay ahead, dark and asleep. I knew that, long before morning, I would reach the town. . .
Εξ ου και η ομότιτλη ταινία που σεναριοποιεί τρία διηγήματά του: https://en.wikipedia.org/wiki/The_Illustrated_Man_(film) .
sarant said
49 Ώστε λείπει κομμάτι, έστω και μικρό; Κρίμα.
Jorge said
#49. Costas Papathanasiou
Δεν καταλαβαίνω πως συνδέονται οι συνακόλουθες.
Και δεν θα ήταν πιο ταιριαστό οι ρώγες των δακτύλων;
ΓΤ said
Μακρόν στα Τίρανα χεράκι-χεράκι με Ράμα
Costas Papathanasiou said
51:Αναλύουν,τονίζουν, επαναλαμβάνουν το πόσο ενοχοποιητικό, καταδικαστικό (ένιθε ο τρελαμένος δράστης ότι) θα ήταν το να ξεχάσει να σκουπίσει έστω κι ένα δακτυλικό αποτύπωμα, ακολουθώντας την πρόταση:
[Ένιωθε απογυμνωμένος, ανίκανος να κάνει το παραμικρό ως τη στιγμή που θα ‘βρισκε τα γάντια. Θα μπορούσε να διατρέξει ολόκληρο το σπίτι με το μαντήλι, σκουπίζοντας προσεχτικά κάθε πιθανή επιφάνεια όπου θα μπορούσαν να ’χουν ακουμπήσει δάχτυλα, κι έπειτα στην τύχη να σκουντουφλήσει σ’ ένα τοίχο, οπουδήποτε, σφραγίζοντας έτσι τη μοίρα του μ’ ένα μικροσκοπικό, σπειροειδές σύμβολο!] Θα ’ταν σα να ’βαζε μια σφραγίδα παραδοχής του εγκλήματος, αυτο θα ’ταν!
(Οι ρώγες των δαχτύλων δεν συνδηλώνουν σχέδιο εφιαλτικό όμοιο με ‘ιστούς αράχνης’ που κάποιος νομίζει πως τους βλέπει και τους καθαρίζει ακόμα και στο ταβάνι)
Jorge said
51. Απολαυστικός ο διάλογος όπως πάντα.
Είχε εμμονή ο R.B. με το εσωτερικό της παλάμης, αν ορθά ανακαλώ:
σε κάποιο διήγημα/συνέντευξη έλεγε πως απεχθανόταν κοψίματα στα ακροδάχτυλα.
Για εφιαλτικό δεν ξέρω, όμως μια ομοιότητα με ιστό αράχνης, οι γραμμώσεις και οι ρυτίδες του εσωτερικού της παλάμης, θαρρώ την έχουν.
Το κείμενο δεν λείπει, υπήρχαν διαφορετικές εκδοχές σε πολλές εκδόσεις με άλλο τίτλο. Ήταν παραγωγικός ο ο συγχωρεμένος.
Και μιά παρανυχίδα, το λίπος crimson (μάλλον καλλυντικής χρήσης) δεν πρέπει να είναι το ισπανικό κερί (εύθρυπτο σαν κρυώσει).
Αγγελος said
Εμπνέεται σαφώς μεταξύ άλλων από τη Λάιδη Μάκβεθ, που στο παραλήρημά της πασχίζει να σβήσει τον «καταραμένο λεκέ». Mου θύμισε αόριστα και κάποια του Πόε (τον Μαύρο Γάτο π.χ.)
Πρέπει πάντως να ομολογήσω πως το πρωτότυπο, που μας τo έδωσε ο Jorge (14), το διάβασα πολύ πιο ευχάριστα από ό,τι τη μετάφραση, που βιαζόμουν να τελειώσει.
Άλλη απορία: γιατί ήρθε η αστυνομία στο τέλος; Ποιος την έφερε;
Jorge said
55. Για τον Πο, θυμάμαι (ο Αλτσχάιμερ μάλλον) κάτι με ένα μπολ με κέρματα.
Για την αστυνομία είχα την ίδια απορία.
Ή γείτονες από τον θόρυβο της μετακίνησης τόσων επίπλων ή ο μπιλι-μπόι.
xar said
@55 «κάποια του Πόε»
και το Tell-Tale Heart (το αγαπημένο μου).
Να πω την αλήθεια, συμπαθές μου φάνηκε, αλλά δεν με ενθουσίασε, ίσως ακριβώς γιατί είχα την αίσθηση ότι το έχω ξαναδιαβάσει ή μάλλον γιατί μου φάνηκε σαν γνώριμο απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κείμενο. Γενικά κάτι με εμπόδισε να το νιώσω απολαυστικό. Είχα την αίσθηση ότι μένει κάπως στην επιφάνεια, την απλή περιγραφή ενεργειών και τον συμβολισμό (με τις αράχνες), ίσως είναι πολύ κινηματογραφικό για τα γούστα μου. Και όλα αυτά τα «άγγιξε το ένα, πιασ’ το άλλο, χάιδεψε το τρίτο» μάλλον με κούρασαν.
Costas Papathanasiou said
55,56: Μάλλον οι φίλοι του μακαρίτη που θα συνταξιδεύανε για Μεξικό.
Θα ’πρεπε να βιαστεί. .. ως τις έξι το πρωί, έξω απ’ το σπίτι, την ώρα που οι φίλοι του Χάξλεϋ θα ετοιμάζονταν να σηκώσουν τόν Χάξλεϋ για το αεροδρόμιο, κι από κει στο ταξίδι για το Μέξικο Σίτυ…[36]
Τον βρήκαν στις εξίμισι εκείνο το πρωί.[132]
Jorge said
57. Το έγραψε αρχικά για περιοδικά της φωτιάς και της πυρκαγιάς (pulp fiction), ένας από τους λόγους που η Ε.Φ. θεωρείται παρακατιανό είδος ακόμα και σήμερα.
https://en.wikipedia.org/wiki/The_Fruit_at_the_Bottom_of_the_Bowl
Jorge said
58. Ορθό.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Μου συνέβη να θυμηθώ τον Μπράντμπερι ακριβώς χθες, με μια απάντηση του ΓΤ στον Νεστα, (εκεί που του λέει ότι, υπό πίεση, σ΄ενα sec «χτενίζει» / «σηκώνει» το μάτι του ολόκληρη σελίδα κειμένου, σαν μελισσοκόμος το πλαίσιο με την κερήθρα – ο τρομερός).
Θα ήταν ένας καλός διασώστης βιβλίων, όπως εκείνους στην ταινία του Τρυφώ, Φαρενάιτ 451, σκέφτηκα.
Μ΄άρεσε στα νιάτα μου η αστυνομική λογοτεχνία (όχι τόσο η Ε.Φ. -και γιατί την παράτησα;). Τώρα που κατάφερα να διαβάσω το σημερινό, ξαναθυμήθηκα την ευχαρίστηση. Εκτίμησα περισσότερο τη τέχνη της γραφής. Η μετά το φόνο, κλιμάκωση της ταραχής του ήρωα μέχρι την τελική παράκρουση, πολύ μαστόρικη.
Νόμισα, προς στιγμήν, ότι κάτω από το πατήτικο φρούτο θα είχε χωθεί γυαλάκι από το εκσφενδονισμένο στον τοίχο βάζο και αυτό θα τον αποκάλυπτε, αλλά δεν ήταν το βάρος του διηγήματος στην αστυνομική πλευρά αλλά στην ψυχολογική.
Πολύ ωραίο.
Jorge said
Από τα καλύτερα παρακμιακά του αστυνομικά,
το «Ο θάνατος είναι μια μοναχική υπόθεση».
Θάνατοι σε μια άλλη Βενετία, και (μάλλον) γειτόνισσα του υποψηφίου θύματος συγγραφέα την γριά Ντέιβις ή (καλύτερα) την Κρόφορντ.
Νουάρ του κιορατά , που έλεγε η γιαγιά μου. 🙂
Elias said
Πώς είναι δυνατόν να γράφτηκαν οι λέξεις: Κάτι στοιχειωμένο έρχεται κατά δω και να μην εξερράγη ακόμα το ηφαίστειο της Σαντορίνης;
πείτε να ‘ρθουν γεωλόγοι, είναι σοβαροί οι λόγοι
ofakiris said
Καλημέρα!
Ενδιαφέρον το διήγημα. Εξαιρετική η κινηματογράφηση. Το ίδιο και τα σχόλια.
Είναι τυχαία η επιλογή δύο παραδοσιακά Αγγλικής προέλευσης επιθέτων για το θύμα και τον δολοφόνο; Είναι τυχαίο που το θύμα λέγεται Χάξλεϋ; Το άστρο του Άλντους Χάξλεϋ μεσουρανούσε στις ΗΠΑ την εποχή που το δημοσίευσε.
«Bradbury claimed a wide variety of influences, and described discussions he might have had with his favorite writers, among them Robert Frost, William Shakespeare, John Steinbeck, Aldous Huxley, and Thomas Wolfe.» Wikipedia
Και κάτι απίστευτο
«Bradbury told of the following encounter with Sergei Bondarchuk, director of the 1966–1967 Soviet epic film War and Peace, at a Hollywood award ceremony in Bondarchuk’s honor:
sarant said
Καλημέρα από εδώ!
64 Φοβερή ιστορία
michaeltz said
Καλημέρα και καλή βδομάδα
Έστω και καθυστερημένα, (ξόδεψα τη μισή μέρα χτες στην Αθήνα στη βράβευση του αξιοσέβαστου φίλου Λεώνικου) να δόσω και γω την αποψάρα μου.
Λοιπόν, δε μου άρεσε… Ο καλά κρυμμένος δολοφόνος μέσα μου αγωνιά υπερβολικά μην αποκαλυφτεί και λιώσει σε κάποια φυλακή ή το σώμα του να χάσει το κεφάλι του σε κάποια γκιλοτίνα! Πιο πολύ κι από την απέχθειά μου, όταν ήμουν μαθητής, στην ανάγνωση των μαχών στην Ιλιάδα, τις απίστευτες λεπτομέρειες για το πώς έχασαν τη ζωή τους τα παλικάρια των Αχαιών, που τους υποστήριζα, από τα σπαθιά των Τρώων… Από πού μπήκε το σπαθί ή το δόρυ, από ποια ακριβώς όργανα πέρασε, η πληγή σε ποιο απ’ αυτά ήταν η αιτία να χάσει τη ζωή του, λες κι ο Όμηρος ήθελε να με πείσει πως ήταν δόκτωρ της Ανατομίας του Ανθρώπου! Αλλά, κι εκεί, είχα το ελαφρυντικό, τη δικαιολογία, πως ήταν περιγραφές μαχών, όχι δολοφονίες επειδή ο δολοφόνος είχε θυμώσει επειδή του είχαν πάρει τη γυναίκα, τη γυναίκα που πιθανότατα είχε θελημένα ακολουθήσει τον εραστή της στη φυγή!
Ήταν, πώς να το πω, σαν μια τάση να διατηρήσω την αθωώτητά μου, τόσα τραβήγματα είχα με τη ζωή και την εφηβεία μου με το απερίγραπτο Δημόσιο Σχολείο, (Γυμνασιάρχη μου στο Γυμνάσιο Ηλιούπολης, αξιότιμε Μανωλάκο, ανάβω κερί στη μνήμη σου!) γιατί να προσθέσω κι άλλα, γιατί να βαφτιστώ στα ψυχολογικά αδιέξοδα κάποιου αιμοσταγούς δολοφόνου με τον κίνδυνο ν’ ακολουθήσω τα ματωμένα του χνάρια κάποια στιγμή στο μέλλον;
Βλέπετε, λόγω εποχής, ήμουν εξοπλισμένος, ξεσκολισμένος γλωσσικά σε ό,τι είχε σχέση με δολοφονίες, καρυδώματα, στραγγαλισμούς, λαρυγγώματα, φουχτιάσματα και φουχτώματα, χουφτιάσματα και χουφτώματα, και στυγερές δολοφονίες του μεταπολεμικού Πεπέ και του Πάσσαρη, του Φραντζή, του Δουρή και του Δαγκλή, του Αθανασόπουλου, πολύυυ πιο παλιά, το σιδέρωμα της Σπυριδούλας απ’ την κυρά της το καλοκαίρι του ’55 που έγινα 10 χρόνων, ο φόνος της Αλεξάνδρας Μυλωνάκου αιτία για το τραγούδι της «Αλεξάνδρας που δεν ήξερε τι θα πει άντρας», τα εγκλήματα των Ντουφτ και Μπασενάουερ που ήταν αιτία να μην προσφέρω κανένα οτοστόπ όταν μεγάλωσα, έπηξα στο αίμα, τόσο που να έχω μπλέξει τους δολοφόνους με τα θύματά τους. Και εκατοντάδες ταινίες να διαλέξω πώς θα γίνω και γω εγκληματίας, ακόμα και αγαπητός σε όλους όπως ο Ρωχάμης!!!
Δε θα πάρω Ρέι Μπράντμπερι! Ευχαριστώ!
Jorge said
Λένε πως το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι νεότευκτο.
Βλέπω και τη μεγαλύτερη διαφορά με τις κλασικές διηγήσεις.
Ο ήρωας είναι νεκρός από το πρώτο δευτερόλεπτο.
michaeltz said
Τους εύθραυστους ιστούς τους! Οι αράχνες; Εύθραυστους;
Από τους πιο άθραυστους ιστούς του ζωικού βασιλείου!
aerosol said
#44
Θα σταθώ στα διηγήματα. Κάποια τα θεωρώ αριστουργήματα. Αν πρέπει να διαλέξω συγκεκριμένο βιβλίο, θα έλεγα Τα Δίδυμα Φεγγάρια του Άρη (The Martian Chronicles, όπως κυκλοφόρησαν από εκδόσεις Μπουκουμάνη), ίσως γιατί αυτά διάβασα πρώτα.
Elias said
# 69
Σκέψου επίσης κ τις επιτυχημένες / αποτυχημένες συνεργασίες του με το παλιό Twilight Zone
Το The Martial Chronicles ίσως είναι λίγο βαρύ βιβλίο. Εννοώ, ολοφάνερες οι προθέσεις του συγγραφέα για τις προεκτάσεις που θέλει να δώσει. Ενώ άλλα κείμενά του σε στοιχειώνουν χωρίς να ξέρεις γιατί (απλώς μια γνώμη)
Jorge said
Καλημέρα
70.
Βαριά τα χρονικά; Νόμιζα πως οι πύραυλοι τα κάνουν πιο ελαφριά. Ολοφάνερα. 🙂
Η μόνη προέκταση είναι τα καυσαέρια και αυτά προς τα πίσω και κάτω.
Elias said
# 71
Αν το «βαρύ» είναι ακατάλληλη λέξη, βάλε «εξηγήσιμο». Θέλω να πω, διαβάζεις το Martian Chronicles, σου αρέσει, καταλαβαίνεις το λόγο που σου αρέσει. Νικάς το βιβλίο
Άλλα βιβλία δεν καταλαβαίνεις γιατί σου άρεσαν. Νόμιζες ότι νίκησες το βιβλίο, όμως μετά χρόνια ανακαλύπτεις πως το βιβλίο νίκησε εσένα
Jorge said
72. Αν το αισθητικό είναι θέμα προσπελασιμότητας, τότε ναι. Έχει νόημα και η νίκη.
Elias said
Την ήττα δε θέλουμε όλοι; Να χάνουμε υπέροχα, Ιρλανδικά, οι βλάκες της υπόθεσης: I’ll drink my pint and say **** cause that’s my Irish way
aerosol said
#70 & 72
Δεν μπορώ να κάνω τέτοια προσέγγιση. Εξηγήσιμο; Το νικάς; Χωρίς πλάκα, δεν αντιλαμβάνομαι την οπτική. Για μένα είναι αφορμή για μαγική συμπόρευση. Βάζει κάποια υποτυπώδη σκηνικά, ήδη τετριμμένα (οι πύραυλοι, ο Άρης) και σου λέει: ΟΚ, ας πάρουμε αυτά τα κλισέ, ας τα κάνουμε αφαιρετικά, σαν σκηνικό θεάτρου. Μετά τα εξετάζει μέσα από τελείως διαφορετικές γωνίες, με άλλη γεύση κάθε φορά. Νοσταλγία (Μπράντμπερυ είναι αυτός…), κυνισμός, ελπίδα, φθορά, παρελθόν, ρατσισμός, αταβιστικός φόβος, όνειρο, τρυφερότητα, μοναχικότητα, αίσθηση του γελοίου.
Jorge said
Ήταν να το πω άκομψα, πυραυλολάγνος.
Ακόμα και πολιτικά, βάση αυτού προσανατολιζόταν.
aerosol said
#76
Εγώ νομίζω το αντίθετο. Τους χρησιμοποιεί σαν στερεοτυπική αφορμή για να πει άλλα: τι συμβολίζουν; τι ανθρώπους μεταφέρουν; γιατί; πού πάνε; από τι φεύγουν; τι περιμένουν να βρουν εκεί; τι φοβούνται πως θα βρουν; τι άλλο υπάρχει εκεί; πώς θα το επηρεάσουν; θα αλλάξει κάτι στην ζωή τους αν φτάσουν; πώς θα αλλάξει; κλπ. Νομίζω δεν έχει απολύτως κανένα ενδιαφέρον για τους ίδιους τους πυραύλους ή την «πραγματικότητά» τους, τεχνολογική ή άλλη. Γι αυτόν είναι ένα πρόχειρο εργαλείο για να μιλήσει για τα άλλα. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πλοία, μαγικά χαλιά ή ασανσέρ. Σαν να λέει: «Ας πούμε πως υπάρχουν πύραυλοι που σε πάνε από το Εδώ στο Εκεί… και μετά πάμε στην ουσία των πραγμάτων».
aerosol said
Έξτρα σκέψη: Οι πύραυλοι είναι το θέμα του Μπράντμπερυ λιγότερο απ’ όσο τα ίδια τα καράβια είναι το θέμα του Καββαδία.
Jorge said
77. Από συνεντεύξεις στα τελευταία του, ψήφιζε ανάλογα με την υποστήριξη στο διαστημικό πρόγραμμα του κάθε προεδρίδη.
aerosol said
Μιλάμε για την λογοτεχνία του ή για τις εκλογικές του προτιμήσεις και την θέση του πάνω στην χρηματοδότηση της ΝΑΣΑ;
sarant said
80 Θέλει να πει, υποθέτω, ότι τον ενδιέφεραν πολύ οι πύραυλοι.
Jorge said
80. Οι πύραυλοι ήταν κεντρικό θέμα και μοτίβο σε κάμποσα διηγήματά του. Ίσως περισσότερο από δεινόσαυρους και αράχνες.
68. Michaeltz ευαίσθητοι ιστοί. Μπίζηλοι.
Αποδόθηκε το fragile με την πρώτη εύκαιρη έννοια..
Elias said
Σόρι, ίσως παραπλανάν οι λέξεις, ο καθένας εκφράζεται στο δικό του λεξιλόγιο. Κι αν το σφάλμα είναι δικό μου δείξτε καλοσύνη (κάτω απ’ το πουκάμισό μου η καρδιά μου σβήνει)
Καταλαβαίνω που λες «μαγική συμπόρευση», «γεύσεις». Δε διαφωνώ, αντίθετα, 100% σύμφωνος, αν κατέβεις στις εκλογές με πρόγραμμα Μπράντμπερι σε ψηφίζω
Τώρα… αν ο Μπράντμπερι ήταν πυραυλολάγνος, που ήταν, τότε κ ο Σαίξπηρ ήταν π.χ. ξιφολάγνος. Όμως τέτοιος βάρδος δεν έχει ξαναγίνει: κάτι στοιχειωμένο έρχεται κατά δω. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να πάμε σε πυραύλους = κεντρικό μοτίβο: αυτά είχαν στις εποχές τους, αυτά γράφαν!
Εγώ πάντως θα ‘λεγα, κεντρικό θέμα του Μπράντμπερι: οσμές, μυρωδιές. Τα κείμενά του γεμάτα από αρώματα, μυρωδιές που τρελαίνουν, παρασέρνονν, μεθάν, θυμίζουν ξεχασμένες αναμνήσεις κ.α. Φιλικά, Ηλίας
Jorge said
83 🙂 Ναι μπρε. Τον είχαν «στοιχειώσει» αλλά δεν το είχαν ποτίσει 🙂
aerosol said
#81 & 82
Κατανοώ. Προσωπικά θα επιμείνω στην άποψή μου πως λογοτεχνικά δεν τον ενδιέφεραν οι πύραυλοι (και σ’ αυτό ξεχώριζε κάμποσο από την συνήθη ΕΦ της εποχής του). Ήταν πανταχού παρόντες στο είδος του, οπότε τους μεταχειρίστηκε σαν πρόσχημα για να γράψει για τα ανθρώπινα. Δεν νομίζω πως ήταν ποτέ το κεντρικό θέμα του. Αν υπάρχει κυρίαρχο θέμα στον Μπράντμπερυ, εγώ θα έλεγα η μνήμη και ο χρόνος.
#83
Μπορεί κάλλιστα να προσεγγίζεις το έργο του με άλλον τρόπο από εμένα, το οποίο δενκακό. 🙂
Μάλλον συμφωνούμε στα λοιπά. Εξάλλου η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται αμεσότερα με τη μνήμη και την νοσταλγία, πράγματα που συνδέω μ’ αυτόν.
Jorge said
Οσμές! Μια ψύχη είχε περιγράψει τι;
«Μυρίζει σαν πατημένα μυρμήγκια!»
Την θάλασσα μετά από τρικυμία.